Τ α   π ο ρ τ ο κ ά λ ι α

τ η ς   Π α λ α ι ά ς   Ε π ι δ α ύ ρ ο υ

 

ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ της Παλαιάς Επιδαύρου είναι τα καλύτερα. Δεν λέω, και της Σπάρτης, της Άρτας, της Κρήτης αλλά και της Αρχαίας Ασίνης -αυτά που μαζεύαμε με τα παγωμένα δάχτυλα- νόστιμα είναι. Όμως τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου είναι τα νοστιμότερα.

Δεν είναι σφιχτά, η φλούδα τους δε θέλει το μαχαίρι. Το χέρι, το δάχτυλο κυλάει εύκολα στη σάρκα τους, τα καθαρίζει, τα  ξεκουμπώνει. Είναι γλυκά. Γλυκό πορτοκαλιού. Είναι το μανταρίνι που μεγάλωσε και έγινε πορτοκάλι. Είναι η μοναχοκόρη του παλιού αγροτικού ιατρού της Επιδαύρου που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Λένε, και το πιστεύω, πιστέψτε το και σεις -τίποτε δεν κοστίζει- πως μόνο στη Σικελία, στην “Ύβλα” την Ηραία, μόνο εκεί τα πορτοκάλια είναι ίδια με αυτά της Παλαιάς Επιδαύρου. Εκεί απ' τους αρχαίους χρόνους, οι πρώτοι άποικοι που έφτασαν ήσαν παιδιά της Αργολίδος κι ας μην εγνώριζαν τα πορτοκάλια. Στην Παλαιά Επίδαυρο υπηρετούσε για πολλά χρόνια ένας γιατρός αγροτικός που κάθε χειμώνα όργωνε τα ορεινά χωριά της Αργολίδος και της Αρκαδίας με ένα παμπάλαιο φορτηγό-τζέιμς στρατιωτικό, κάρο που έτριζε και ξεφυσούσε μαύρο σύννεφο απ' την εξάτμιση μ' ένα παμπάλαιο φορτηγό γεμάτο πορτοκάλια. Πορτοκάλια σαγκουίνια. Γυρνούσε και τα μοίραζε στα δημοτικά σχολεία, σαν τον Αι-Βασίλη. Χαρές και πανηγύρια κάναμε σαν ακουγόταν το κλάξον το βραχνό, λίγο πριν στρίψει για να μπει στο προαύλιο του σχολείου μας. Το γιατρό δεν τον θυμάμαι και πολύ καλά, αλλά θυμάμαι τη γυναίκα του που ήταν και αυτή μαζί του, μια όμορφη κυρία ηλικιωμένη αρχόντισσα, στα μαύρα, στα κατάμαυρα ντυμένη. Μου είχε κάνει εντύπωση η θλιμμένη ομορφιά της, Είχε πεθάνει, από άγνωστη αιτία, η μικρή μοναχοκόρη τους -κορίτσι δώδεκα χρονών- κι από το περιβόλι τους γέμιζαν κάθε χρόνο το φορτηγό με πορτοκάλια σαγκουίνια και τα μοίραζαν στα ορεινά, κάνοντας έτσι το μνημόσυνό τους. Ανοίγαν την καρότσα και κατέβαζαν τα πορτοκάλια μέσα σε τελάρα ξύλινα, τρέχαμε εμείς με τσάντες πάνινες και παίρναμε τα πορτοκάλια απ' τα χέρια του γιατρού και της γυναίκας του, που ήταν και οι δυο τους φανερά συγκινημένοι. Ήταν μεγάλα πορτοκάλια, νόστιμα. Σαγκουίνια κατακόκκινα. Τ' ανοίγαμε, τα καθαρίζαμε με τα χέρια μας εύκολα, πανεύκολα, και έτρεχαν κόκκινα τα ζουμιά, αίμα στις χούφτες και στα χείλη μας. Αθώα παιδιά όπως ήμασταν -και πεινασμένα είναι η αλήθεια- δεν είχαμε ευτυχώς μυαλό για εύκολους συνειρμούς μες στο κεφάλι μας.

Στη λαϊκή πηγαίνω πάντα μόνος μου με αυτιά ορθάνοιχτα, κι όταν ακούω να διαλαλούν τα πορτοκάλια της παλαιάς Επιδαύρου τρέχω συγκινημένος. Τα πιάνω, τα χαϊδεύω, τα ζουλάω τρυφερά, τα φέρνω ως τη μύτη μου και τα μυρίζω. Ανοίγω κουβέντα με τον άνθρωπο που τα πουλά. Ρωτώ ονόματα, περιβόλια και χωράφια και σοδειές. Ρωτώ για τις βροχές και τα νερά, κι όλο τη στρίβω την κουβέντα προς την κόρη, τη μοναχοκόρη του παλιού αγροτικού γιατρού. Κι ακούω με λαχτάρα τις πολλές τις εκδοχές και τις αιτίες. Ζητώ δώδεκα πάντα κιλά, γεμίζω μια τσάντα πάνινη που έχω για την περίσταση και φεύγω βιαστικά κι απότομα να φθάσω γρήγορα στο σπίτι μου, χωρίς να πω άλλη λέξη στον άνθρωπο που με κοιτάζει απορημένος, μη μπορώντας να εξηγήσει την ξαφνική την αλλαγή...

 

Από τη συλλογή ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, (ΑΓΡΑ, 2000)

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA