Της Ματζουράνενας το χάλασμα

 

Σαν ένα σπίτι ρημάξει και γκρεμνιστεί και φυτρώσουν χορτάρια στα θεμέλια του και δεν μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, το λένε χάλασμα. Τότες οι γειτόνοι ρίχνουν τα σκουπίδια τους μέσα σ’ αυτό και μαζεύονται και τα μωρά και παίζουν. Τα θεμέλια δεν λένε τίποτε ποτές κι ούτε ρωτούν τίποτε τα μωρά που παίζουν με δυνατές φωνές και το κάνουν τα χάλασμα να ζωντανεύει κι αυτό, όπως τα μάγουλα τους που γίνουνται κατακόκκινα, κνικάτα.

Πριν να γίνει χάλασμα «της Μαντζουράνενας το χάλασμα» ήτανε σπίτι.

Η Μαντζουράνενα ήτανε τότες μια στο μαχαλά. Καλοφαγού, λουσάτη, γλεντζού, πρώτη στα λειτουργήματα, πρώτη στα σεργιάνια.

Η Γιούργης, ο νοικοκύρης της, ανέβαινε στο σπίτι με γεμάτα τα χέρια.

Σαν μαγειρεύανε στο σπίτι της Μαντζουράνενας μπαΐλντιζε ο μαχαλάς απ’ τα βουτυράτα και τις μυρωδιές. Η μαντζουράνενα η Λενιώ ήτανε αρχοντογυναίκα. Φορούσε σάκο γουνωμένο και τα μαλλιά της τα πλεκε « παγώνι » με το βελουδένιο τσιμπέρι της.

Είχε και παιδιά. Έξι. Τρεις γιοί και τρεις κόρες.

Ροδάκινα τα μάγουλα ολονών να τα σχίσεις με το νύχι. Οι κόρες καταδεχτικές και γλυκομίλητες. Για το χατίρι τους είχε πατινάδες κάθε βράδυ ο μαχαλάς.

Της κυρά – Λενιώς της Μαντζουράνενας δεν της κακοφαινότανε αυτά τα πράγματα. « Νιάτα είναι », έλεγε, κι έγνεφε κρυφά στον άντρα της. Οι κοπελούδες κατεβάζανε τα μάτια κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν, και μόνο οι γιοί της, που καταλαβαίνανε τον κόσμο πλιά, μουρμουρίζανε κρυφά θυμωμένοι.

Κι οι μανέδες και τα τραγούδια δεν παύανε.

Πότε τραγουδούσαν τη Σμυρνιά, που πότιζε στο παραθύρι το βασιλικό της, και πότε εκείνο που έλεγε έτσι :

                                          Εσύ κοιμάσαι στα σεντονάκια

                                          Κι εγώ γυρίζω μες στα σοκάκια

Αλλιώτικα χρόνια τότες, και όμορφα και παρθένα κι αφτιασίδωτα ούλα τα πράγματα.

Γινότανε και τότες το κάθε τι που γίνεται και σήμερα και πάντα, μα γινότανε έτσι που αναγάλλιαζες να το βλέπεις.

Όμορφα ούλα, κι ο έρωτας πιο όμορφος ακόμα. Τότες οι κοπελούδες γνέφανε τον γιαβουκλού τους παίρνοντας των δικών των την αποματιά. Κάνανε πως σάζανε τα μαλλιά τους, κάναν το μάτι μαριόλικα, κάνανε τα χείλη τους σαν να λέγανε κάτι, και σαν τες τσάκωνε κανένα μάτι βήχανε και ξεροκαταπίνανε.

«Αχ» κάνανε τα κορίτσια κρυφά «αμάν», τραβούσανε τα παλικάρια σκοπούς γεμάτους μεράκι.

Της Μαντζουράνενας όμως της Λενιώς οι κόρες δεν ήτανε να πούμε της σειράς. Μια και που πήγανε στο σκολειό και μάθανε γράμματα, έμαθαν να κάνουν και κάτι πράματα αλλιώτικα, που τα κάνουν μονάχα εκείνες που ξέρουν γράμματα κι είναι του συρμού και του κόσμου

Η πιο μικρή έγραψε μια φορά ένα ραβασάκι. Σαν το τσακώσανε έγινε άνω – κάτω ο μαχαλάς. Οι γριές κάνανε το σταυρό τους. «Μανούλα μ’ , μασκαράδιανι ο κόσμους», είπε μια, και οι άλλες κουνήσανε τα κεφάλια τους σαν να λέγανε ναι.

Ύστερα το’ παν της κυρά – Λενιώς, κι εκείνη της ξέσασε το βράδυ όπως έπρεπε. Την έδειρε και την τράβηξε από τα μαλλιά.

«Είδες ; την παλιοσκρόφα!», είπε στον άντρα της. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Παράγγειλε μονάχα να μην μάθει ο μεγάλος ο γιος το βράδυ.

Εκείνο το βράδυ οι μανέδες ήτανε πιο λυπητεροί στο μαχαλά. Τρίξανε όλα τα παραθύρια σιγά – σιγά, μπρόβαλαν κεφάλια, φάνηκε που και που κανένα φως και μόνο στης Μαντζουράνενας το σπίτι ψυχή δεν ανάσανε.

Το πρωί σαν βγήκε στην πόρτα η φταιξάρα έμοιαζε σαν κλιαμένη και σαν μην είχε κοιμηθεί σταλιά.

Έτσι ζούσε το σπίτι της Μαντζουράνενας της Λενιώς πριν να γκρεμνιστεί και να γίνει αλάνι και χάλασμα για να παίζουν μέσα τ’ς αμάδες τα μωρά και να πετάνε οι γειτόνοι τα σκουπίδια. Μα το σπίτι της Μαντζουράνενας δεν βάσταξε πολύ, ξολοθρεύτηκε από θεμελιού.

Πρώτος – πρώτος ο μεγάλος της ο γιος αρρώστησε στα καλά καθούμενα. Οι γιατροί είπαν πως είχε χτικιό.

«Να φαν’ τη γλώσσα τους», είπε σαν τ’ άκουσε η Μαντζουράνενα.

Όταν τον θάψανε κι ένας χαμάλης έφερε τα σεντόνια της κάσας του, η Μαντζουράνενα έσχισε τα ρούχα της να μην τύχει και τα κάψουν. «Κακό να βγάλουν όσοι λέν τέτοιου πράγμα».

Τα βάλανε στ’ αγιάζι και στο άστρο μια νυχτιά κι ύστερα σκεπασθήκανε μ’ αυτά τα παιδιά. Η Μαντζουράνενα το καυχιότανε πως έκανε έτσι σ’ όλες τις γειτόνισσες. Έτσι ταξίδεψε σε λίγο κι ο γέρο – Μαντζουράνης κι άλλα τρία ακόμη παιδιά.

Κι οι γιατροί λέγανε ακόμα πως η αρρώστια ήταν χτικιό και θέλανε να κάψουν τα ρούχα.

Λέγοντας αυτό πέθανε με τη σειρά της κι η μάνα.

Μείνανε πλια στο σπίτι δύο μονάχα ψυχές. Ο Γιάννης, ένα μαυρομούστακο παλικάρι, κι η πιο μικρή κόρη η Αθηνά.

Το μαράζι έπιασε τον Γιάννη πρώτα. Ξέρασε αίμα. Η αδελφή του τον κοίταζε κι άλλος κανένας δεν πατούσε στο σπίτι. Όποιος περνά απ’ έξω έφραζε το στόμα του να μην ανεσαίνει. Οι γειτόνισσες είχαν πάντα στον κόρφο τους απήγανο κι αψιφιά και ραίνανε με αγιασμό τα μωρά τους.

Ο Γιάννης έτσι που κόντευε να πεθάνει, άρχισε ν’ αγριεύει. Μια νύχτα σύρθηκε απάνω στην αδελφή του την ώρα που εκείνη κοιμότανε κι ανέσανε πολλές φορές μέσα στο στόμα της και της γέμισε σάλια τα μούτρα. Σαν ξύπνησε κι έκανε να φύγει κι έμπηξε τις φωνές, την αγκάλιασε μ’ άγριο σφίξιμο και την έσφιγγε πιο δυνατά όσο καταλάβαινε πως σπαρταρούσε για να τον αποχωριστεί. Ύστερα ξαπλώθηκε δίπλα της λαχανιασμένος και ξεψύχησε με το γέλιο στα μούτρα. Τα μάτια του π’ απόμειναν ανοιχτά είχαν μέσα στη γυαλένια φέξη τους μια γλύκα.

Σαν θάψανε τον Γιάννη πλάγιασε κι η Αθηνά.

Αυτή δεν βάσταξε πολλές μέρες. Μην έχοντας κανέναν να της δώσει μια κουταλιά νερό, σύρθηκε ως την εξώπορτα κι ακούμπησε το κεφάλι της στα σκαλοπάτια. Έτσι που κοίτουνταν, ένας ζητιάνος τής έβρεξε λίγο το κούτελο τη νύχτα που ξεψυχούσε. Ως που να βγει η ψυχή της, τα κρουσταλλένια μάτια της κοίταζαν το σοκάκι όλη τη νύχτα, που ήταν βουβό πλια χωρίς πατινάδες και τραγούδια.

Έτσι έσβησε το σπίτι της Μαντζουράνενας κι έγινε αλάνι και χάλασμα. Μάδησε πέτρα προς πέτρα ως τα θεμέλια κι έγινε ίσωμα και φύτρωσαν χορτάρια απάνω του, κι έγινε τόπος για να πετάν τα σκουπίδια οι γειτόνοι και να παίζουν τ’ς αμάδες τα μωρά με τα κόκκινα μάγουλα.

Μόνο τη νύχτα το χάλασμα της Ματζουράνενας ήταν βουβό.

Σαν περνούσαν τότε από κει τα μωρά κάναν το σταυρό τους και λέγανε «Ισούς Χριστός νικά», και τραγουδούσανε φωναχτά για να πιστέψουν πως δεν φοβάνται.

 

 

 

Αθανάσιος Γκράβαλης Της Μαντζουράνενας τα χαλάσματα και άλλα αφηγήματα, εκδόσεις Στιγμή, σειρά ασυνήθιστες ιστορίες

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA