Τατιάνα Γκρίτση – Μιλλιέξ (1920-2005)

 

 

Η Τατιάνα Γκρίτση – Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Η πρώτη της εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα εγκαινιάζεται με το μυθιστόρημα «Πλατεία Θησείου», 1947, που έγινε ευμενώς δεκτό από την κριτική και την καθιέρωσε ως πεζογράφο. Ακολούθησαν τα βιβλία: «Στο δρόμο των Αγγέλων», μυθιστόρημα, 1950, «Κοπιώντες και πεφορτισμένοι», 1951, «Ημερολόγιο», 1953, «Αλλάζουμε;» 1956, «Σε πρώτο πρόσωπο», 1958, και «Και ιδού ίππος χλωρός», 1964, που τιμήθηκε με πρώτο βραβείο πεζογραφίας των «12».

 

 

 

ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΧΛΩΡΟΣ

 

 

 

 

Κανένα πρόσωπο δε θέλει να κινηθεί, όλα είναι ζωγραφισμένα πάνω στο σκοτεινό τοπίο της βροχής, ο ουρανός έχει κατεβεί τόσο πολύ, που πνίγεται η ανάσα, και το δάσος βουλιάζει κάτω απ’ το βάρος του. Δεν θέλει να κοιτάξει το δάσος, στο δάσος μέσα είναι κρεμασμένοι, τους κρεμασμένους δεν τους γνωρίζει, όμως θα πέθαινε από τον τρόμο, αν τους έβλεπε εκεί να αιωρούνται…

Η κουκουβάγια την κοιτάζει κατάματα, από κείνη την ώρα που την αντίκρισε μέσα στην τρύπα της, κάτω από τα κόκκινα κεραμίδια της αποθήκης, με καρφωμένα τα γυάλινα, στρογγυλά της μάτια στα δικά της, γνώριζε πως κάτι πρόκειται να συμβεί, αυτό το πουλί όσο κι αν ήταν συνηθισμένη να το ακούει και να το βλέπει, δεν μπορεί να το συνηθίσει. «Γιατί, Ελένη; Δες το τι όμορφο που είναι, έξυπνο και περήφανο. Κάτι ξέρανε οι αρχαίοι μας, που συμβολίζανε μ’ αυτό τη σοφία… Όταν ήμασταν παιδιά, ο Αλέξανδρος είχε μαζέψει τρία ορφανά κουκουβαγάκια, πρέπει να έβλεπες τι ήμερα και χαριτωμένα που ήτανε, τρώγανε μέσα στα χέρια του, κοιμόντουσαν μαζί του, τον παίρναν από πίσω σαν σκυλάκια…».

Εγώ δεν τ’ αγαπάω, δεν τ’ αγαπάω. Τ’ απόγευμα, καθώς την κοιτούσε, ανακάλυψε πως το γνώριζε το βλέμμα του, ήτανε σίγουρη πως το είχε ξαναδεί. Πότε; Πότε; Του Αλέξαντρου τα μάτια γυάλινα, ακίνητα μάτια πεθαμένου κολλημένα απάνω της και στο χέρι του εκείνο το χαρτί, που αναστάτωσε τον κόσμο να το ανακαλύψει, όσο εκείνη θρηνούσε δίπλα στο σώμα του αγαπημένου της... Κι άλλη φορά την κοίταξε έτσι, το βράδυ που σκότωσε τα σκυλιά του. Κρατούσε άδειο το όπλο, γυρισμένο κατά πάνω της. Δε φοβήθηκε το όπλο, μα εκείνα τα μάτια, που ήταν ακίνητα, λαμπερά, τεράστια, ίδια με τα μάτια της κουκουβάγιας, που της αναγγέλλουν κάποια καταστροφή.

Στεκόταν στη βεράντα. Μόλις είχε φύγει η δασκάλα από το σπίτι. Είχαν αποξεχαστεί στην κουβέντα και δεν είδαν πως ήταν η ώρα του λεωφορείου. Έφυγε βιαστικά, για να μη συναντηθεί με τον Αλέξαντρο, που θα γύριζε σε λίγο από την πολιτεία. Το αυτοκίνητο δεν είχε ακόμα ακουστεί. Την παρακολουθεί, που όσο πάει ξεμακραίνει, πάνω στο σταχτί μονοπάτι, κι η μοναξιά της εντείνεται. Η Πελαγία κάνει μάθημα στο παιδί, η Πελαγία είναι ο μόνος της φίλος. Η λεπτή σιλουέτα της γράφεται πάνω στη θάλασσα, είναι στο ύψωμα τώρα, σε λίγο δε θα τη βλέπει πια, μόλις χαθεί θα σβηστούνε τα όρια, πάλι η υδάτινη επιφάνεια θα καλύψει όλο το χώρο. Από τη βεράντα δε φαίνεται το χωριό, μπροστά στο σπίτι τελειώνει το δάσος με τις πανύψηλες κουκουναριές. Ανάμεσα στους κορμούς του θα περνούσε εύκολα η θάλασσα, είναι όμως τεράστιες οι ρίζες των σκίνων και η άμμος λόφους λόφους καλύπτει τον αντικρινό ορίζοντα. Αριστερά, δεκαπέντε μέτρα από τη μάντρα του περιβολιού και σχεδόν απέναντι από τη βεράντα είναι η αποθήκη. Άλλοτε τη χρησιμοποιούσανε για αχούρι, τώρα στοιβάζουνε το σανό. Κάπου διακόσια μέτρα πιο κάτω είναι το πατητήρι. Από κει, στρίβοντας αριστερά, αρχίζει ο δρόμος για το χωριό. Ο άλλος δρόμος είναι εκείνος που πήρε η δασκάλα, ένα μικρό μονοπάτι αμμουδερό, που φαίνεται ότι οδηγεί στη θάλασσα. Η οπτική απάτη, που δημιουργεί, το κρύβει από τα μάτια κάθε ξένου κι οι χωρικοί το παίρνουν συχνά, όταν σταματάει η κυκλοφορία ή θέλουν ν' αποφύγουν κάποιο συναπάντημα. Ακριβώς κάτω από το λοφίσκο, που φαίνεται να είναι το τέρμα του μονοπατιού, αρχίζουν οι καλαμιές. Εκεί, αν δεν ξέρεις καλά τα κατατόπια, χάνεσαι σίγουρα. Πολλές φορές είχαν συμβεί ατυχήματα σε κείνο το μέρος, γιατί από ένα ορισμένο σημείο κι έπειτα η γης μουλιάζει, βυθίζεται, κι ούτε υποπτεύεσαι πως είναι βαλτοτόπι το πράσινο χαρούμενο τοπίο με τις ροδοδάφνες και τις καλαμιές. Εκεί, στο πιο επικίνδυνο σημείο, αφήσανε οι χωρικοί τα τρόφιμα για τους αντάρτες. Η Ελένη, πολλά βράδια, έκανε βάρδια. Περιμένοντας, φορούσε τις ψηλές μπότες του Άγγελου κι ο Μπρακ τη συνόδευε, σιωπηλός συνένοχος των εξόδων της. Όταν γύριζε σπίτι, άφηνε τις μπότες στην αποθήκη κι έμπαινε ξυπόλητη από το πίσω πορτάκι. Ο Αλέξαντρος δεν την υποπτεύτηκε ποτέ, την φανταζότανε κλειδωμένη στο δωμάτιό της κι όταν αποσύρονταν ήξερε πως δε θα τη φώναζε. Ένα βράδυ, που την άκουε, ανησύχησε και σηκώθηκε να δει τι συμβαίνει. Του είπε πως άκουσε θόρυβο στο κοτέτσι και κατέβηκε να δει. Του φάνηκε φυσικό. Όχι, δεν την υποπτευόταν την Ελένη, μόνο εκείνη τη δασκάλα δεν πολυχώνευε, οι ιδέες της του φαινόντουσαν πολύ προοδευτικές... «Λίγα πάρε δώσε με τη δασκάλα. Σε παρακαλώ, Ελένη, πολύ ξεσκολισμένη μου φαίνεται».

Εκείνη δεν απαντούσε. Έτσι γινότανε πάντα, εκείνος μιλούσε, αυτή σώπαινε.

Η Πελαγία, ο Αλέξαντρος, η κουκουβάγια, οι κρεμασμένοι, ο πληγωμένος όλοι ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι την παρακολουθούσαν. Κανένας, κανένας όμως δεν είναι αληθινός, κανένας δε θέλει να της μιλήσει, να τη βοηθήσει...

Έμεινε πολύ ακόμα στη βεράντα, περιμένοντας το λεωφορείο. Φαινότανε πως θα ξεσπάσει μπουρίνι, η θάλασσα όσο πήγαινε κι ανέβαινε. Πάνω από τ’ απέναντι βουνά διακλαδίζονταν οι αστραπές κι έφτανε μουντό, ξεπνοϊσμένο το μπουμπουνητό πάνω από το δάσος. Το δάσος καιροφυλακτούσε. Αυτό ήτανε το πιο σίγουρο σημάδι της μπόρας. Τα δέντρα μουγκά, τα σκίνα αφτιασμένα, η άμμος σαλεύει κυματιστά, κρύφτηκαν μέσα της τα ερπετά κι είναι απ' τις ράχες τους η κίνησή της. Σε λίγο, τελείως ξαφνικά, θ’ αρχίσουν όλα μαζί να σειούνται, να βουίζουν, να θέλουν να ξεκολλήσουν από τη γη. Ξανακοιτάζει την αποθήκη, το πουλί βρίσκεται πάντα στη θέση του, είναι αναπουπουλιασμένο, ανήσυχο, οσμίζεται την καταιγίδα. Τώρα δεν την κοιτάζει πια.

Δυο χοντρές σταγόνες την περονιάζουν, μαζί με το κρώξιμο του πουλιού, τυλίγεται αυτόματα μέσα στα μπράτσα της. «Ανάθεμά σε, καταραμένο, ανάθεμά σε...» Τραβιέται μέσα. Η Πελαγία θα πρόφτασε να γυρίσει σπίτι της. Το λεωφορείο ούτε ακούστηκε ούτε φάνηκε. Κοιτάζει το ρολόι. Θα ’πρεπε να ’χε φτάσει τουλάχιστον πριν μισή ώρα. Βιαστικά αρχίζει να κλείνει τα παντζούρια το ’να ύστερα από τ’ άλλο. Ίσαμε που να τελειώσει έγινε μούσκεμα, η βροχή πέφτει ραβδωτά και με δύναμη, το δάσος ξεσηκώθηκε, όρμησε η θάλασσα, τα μπουμπουνητά κρέμονται πάνω από το σπίτι, κάπου κοντά πρέπει να έπεσε κεραυνός, τυφλώθηκε από το φως του, η βροντή και η δόνηση ήταν ταυτόχρονες σχεδόν. Πλάι της τρέμει το σκυλί, ο Μάνος στριγκλίζει. Τον σηκώνει στην αγκαλιά της, τον ημερεύει: Έλα... Ολόκληρο αγόρι, αντί να μου δίνεις κουράγιο με φοβίζεις. Καταπίνει τα δάκρυά του, κατεβαίνει απ’ την αγκαλιά της, πιάνει τη φούστα της.

- Ήτανε κεραυνός, μαμά;

- Ναι.

- Έπεσε πάλι στον πλάτανο της πλατείας;

- Μπορεί. Πάμε τώρα στο δωμάτιό μας.

Ο μεγάλος πλάτανος, μισός πεθαμένος, μισός καταπράσινος, λένε πως προστατεύει από τους κεραυνούς το χωριό, από τότε που έπεσε πάνω του και τον έκοψε στη μέση. Το θεόρατο καμένο κούτσουρο μένει πάντα ορθό, κι αυτό τραβάει στα σπλάχνα του και τους άλλους. Μόλις κάποιο βλαστάρι από τον άλλο μισό μεγαλώσει, το κόβουν αλύπητα για να μην προκαλέσει εκείνο τους κεραυνούς και χάσουν ολόκληρο το αγαπημένο τους δέντρο. Σίγουρα πάλι εκεί θα ’πεσε, είχε δίκιο το παιδί.

Του Μωράκ το τρίχωμα τρεμουλιάζει, χώνεται κάτω από το κρεβάτι, φοβάται. Το ρολόι χτυπάει εννιά. Το λεωφορείο δε φάνηκε. Πρώτη φορά έχει τόση καθυστέρηση κι έχει περάσει πια κι η ώρα της κυκλοφορίας. Θα τολμήσουν να έρθουν ή απόμειναν σε κανένα άλλο χωριό, και θα γυρίσουνε το πρωί; Ο Μάνος δεν την αφήνει από κοντά του, τον ταΐζει στο κρεβάτι, και ξαπλώνει δίπλα του, ντυμένη. Ας περιμένει ακόμα, καλού κακού, λίγο ακόμα. Σκέψου να ’ρθουνε και να μην τους ακούσει. Ανοίγει την πόρτα της, εντείνει την προσοχή της. Χτύπησε δέκα, το παιδί αποκοιμήθηκε, η βροχή εξακολουθεί με την ίδια ένταση να μαστιγώνει τα παντζούρια, το δάσος ξεριζώνεται κάθε τόσο, και το σπίτι φωτίζεται ολόκληρο από τις άξαφνες φιδωτές αστραπές. Άδικα περιμένει, δε θα ’ρθουν. Κι όμως...

Ανασηκώνεται, αφουγκράζεται. Της φάνηκε πως άκουσε την πόρτα, τώρα ακούει και τ’ όνομά της. Αδύνατον, θα ’κουγε τ' αυτοκίνητο και μ’ αυτόν τον παλιόκαιρο δεν είναι κανείς τρελός για να κυκλοφορεί. Κι όμως, ακούει το χερούλι της πόρτας. Κάποιος φωνάζει και τ’ όνομά της. Πετιέται ορθή, κατεβάζει όσο πιο πολύ μπορεί το φιτίλι της λάμπας κι ανοίγει την πόρτα της σάλας προσεχτικά.

- Ελένη!... Ελένη!...

Αυτή είναι η φωνή της Πελαγίας.

- Πελαγία, εσύ;

- Άνοιξε γλήγορα, για το Θεό.

«Τι συμβαίνει; Θεέ μου, τι συμβαίνει;» Ευτυχώς που είναι απάνω το παιδί, αλλιώς θα πήγαινε ο νους της στο χειρότερο... «Μήπως ο Αλέξαντρος;»

Ανοίγει, διακρίνει δυο τρεις ανθρώπους, «Ποιοι είναι; γιατί τους άνοιξα;»

Η φωνή της Πελαγίας την ησυχάζει.

- Γρήγορα περάστε μέσα, γρήγορα. Βοήθησέ μας, Ελένη, έχουμε ένα βαριά πληγωμένο μαζί μας.

Τους κάνει χώρο. Τα 'χει χαμένα, το ξέρει καλά η Πελαγία πως το δικό τους σπίτι είναι απαγορευμένος χώρος για τέτοια πράγματα. Πώς δεν σκέφτηκε τον Αλέξαντρο;

- Μη φοβάσαι, Ελένη, δε θα ’ρθει απόψε ο κουνιάδος σου.

- Πώς το ξέρεις;

- Θα σου πω έπειτα.

- Συμβαίνει τίποτα; Έπαθε τίποτα;

- Τίποτα σοβαρό.

Ανέβασαν τον άντρα στη σάλα, τον ξάπλωσαν στου Αλέξαντρου το ντιβάνι, ο γιατρός κι ο Παναγιώτης τον γδύσανε, τη ρωτήσανε αν είχε να τους δώσει στεγνά εσώρουχα και κανένα σεντόνι, να κόψουνε λουρίδες για να κάνουν επίδεσμο. Έφερε πρώτα το σεντόνι, ύστερα άνοιξε το συρτάρι του κομμού κι έβγαλε από μέσα μια αλλαξιά ρούχα του Άγγελου. Καθώς ανατάραξε τα ρούχα στο κλεισμένο συρτάρι, τη μπούχισε η μυρωδιά της λεβάντας και του μοσκολίβανου. Ένα λίγωμα απότομα την ανατάραξε, - έτσι μύριζε του Άγγελου το κορμί. «Έλα, Θεέ μου, ποτέ δεν είχε πάθει τέτοιο πράγμα». Τους έδωσε τα ρούχα, τους βοήθησε να δέσουν τα τραύματα και τον έντυσε μοναχή της. Στο νοσοκομείο τόσον καιρό, είχε μάθει πια να περιποιείται τραυματίες. Όταν ακούμπησε πάνω στο μαξιλάρι το κεφάλι του, πρόσεξε πόσο ήταν κίτρινο το πρόσωπό του, θα μπορούσε κανείς να τον πάρει για πεθαμένο. Κοίταξε ανήσυχη το γιατρό.

- Δεν πρέπει να κουνηθεί, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες, αλλά ούτε μπορούμε να τον μεταφέρουμε και πολύ μακριά. Μια καινούρια αιμορραγία θα τον σκότωνε.

- Μα αύριο, γιατρέ μου, θα γυρίσει ο κουνιάδος μου, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να τον βρει εδώ, δεν συμπαθεί καθόλου το κίνημα...

Μίλησε η Πελαγία:

- Μην ανησυχείς, προς το παρόν δεν πρόκειται να έρθει, τον πιάσανε μαζί με τους άλλους.

- Ποιους άλλους, πείτε μου, τέλος πάντων, τι συμβαίνει.

- Τ' απόγευμα στις πέντε σταματήσανε το λεωφορείο, κατεβάσανε όλους τους επιβάτες και τους διατάξανε να θάψουν τους κρεμασμένους, ο κουνιάδος σου αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή, τον πήρανε μ' ένα αυτοκίνητο για ανάκριση στην Αθήνα, τους άλλους τους αφήσαν ελεύθερους, γυρίσαν πριν από λίγο.

«Τους κρεμασμένους; Τους κρεμασμένους; Ποιους κρεμασμένους;» Δεν μπορεί να συλλάβει αυτή την εικόνα· η περιπέτεια του Αλέξαντρου δεν την απασχολεί. Η Πελαγία μιλάει ακόμα, την ακούει, μα δεν την παρακολουθεί, η εικόνα των κρεμασμένων είναι πιο δυνατή από κάθε άλλη.

- Πιάσανε ομήρους για το προχθεσινό σαμποτάζ. Τους κρεμάσαν επιτόπου, στη δημοσιά, τα παιδιά κατεβήκαν για να τους ξεκρεμάσουν, εκεί πληγώθηκε ο Δημήτρης.

Δημήτρη τον λένε το νέο αυτόν άντρα, που ανασαίνει δίπλα της. Για δεύτερη φορά την αναστατώνει η μυρωδιά της λεβάντας και τραβιέται σιγά από κοντά του. Ένιωσε την κίνησή της κι ανοίγει αργά τα μάτια του. Προσπαθεί να της χαμογελάσει, του χαμογελάει και κείνη.

- Κοιμήσου, ξεκουράσου, δεν πρόκειται να σ' ενοχλήσει κανείς.

Όλοι τους είναι κατάκοποι, τους στρώνει στο μέσα δωμάτιο, και λέει στην Πελαγία να ξαπλώσει δίπλα στο παιδί. Εκείνη θα μείνει κοντά στον πληγωμένο, δεν έχει ύπνο απόψε, της είναι αδύνατο να κοιμηθεί.

- Παρακολούθησε το σφυγμό του, κυρία Ελένη. Αν τον δεις και αδυνατίζει, ξύπνησέ μας, αν πάει καλά, άφησέ τον να κοιμηθεί, αν θέλεις δώσε μας και το ξυπνητήρι σου, πρέπει να γυρίσουμε πριν τις έξι στα σπίτια μας, δεν ξέρεις τι γίνεται, αν κάνουν κανένα γιουρούσι και δε μας βρουν, μπορεί να μας υποπτευθούν. Αλήθεια, τι ώρα ξημερώνει;

Τους έδωσε το ρολόι κι έφερε στη σάλα το καντήλι, το σκέπασε, δεν κάνει πια καθόλου φως, μένει ακίνητη μέσα στο σκοτάδι με τα δάχτυλά της στο σφυγμό του. Τακ τακ τακ... Όλη της η προσοχή εκεί στραμμένη. Τακ τακ τακ. Τίποτα, κανένα πρόσωπο δεν είναι αληθινό, ζωγραφισμένα είναι όλα. Όχι, όχι, τους κρεμασμένους δε θέλει να τους δει. «Θεέ μου, Θεέ μου, σταμάτησε ο σφυγμός του». Όχι, λάθος έκανε, τον ακούει, τακ τακ τακ, σκύβει περισσότερο για ν' ακούσει την αναπνοή του· η λεβάντα, ζεματισμένη από το σώμα του, μυρίζει σαν στο κατακαλόκαιρο, όταν σπάζει πάνω της ο ήλιος, το μεσημέρι... Όλα αυτά είναι ψέματα, η αλήθεια είναι το καλοκαίρι, ένα καλοκαίρι μενεξελί, με ζεστό ήλιο, και τα παιδιά που της φωνάζουν: Ελένη!... Ελένη!... κι άλλες χρυσόμυγες εδώ! Τρέχα... τρέχα... Ελένη!...

 

 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA