ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ

 

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ

ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ

 

Πρόλογος

 

Το «Στοιχειό»              Η Αρκούδα                  Το Αγριογούρουνο              Η Αλεπού

Ο ­­Λύκος                      Το Τσακάλι                  Ο Έσβος                              Αγριόγατα

Η Νυφίτσα                   Το Κουνάβι                  Η Βίδρα                                Το Τυφλοπόντικο

Το Λάφι                       Το Ζαρκάδι                  Το Αγριογίδι                        Ο Λαγός                     

Το Όρνιο                     Ο Αετός                       Το Γεράκι                             Το Κοράκι

Η Καλλιακούδα            Η Κίσσα                        Ο Νυχτοκόρακας                 Ο Μπούφος

Ο Κούκος                    Η Κουκουβάγια            Το Χαροπούλι                      Το Λελέκι

Ο Κόσσυφας                Τ’ Αηδόνι                     Η Κυριαρίνα                         Το Αγριοπερίστερο

Η Τρυγόνα                   Η Πέρδικα                    Η Μπεκάτσα                         Η Πέστροφα

Τ’ Αγριομελίσσι            Ο Βασιληάς                  Ο Τρυποφράχτης                 Ο Συκοφάγος

Η Τσιγκλιτάρα              Η Γιδοβύζα                   Η Ζάπα                                Η Χορχούρα

Η Ζάχα

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Το βιβλίον αυτό μας φέρνει εις τας δροσεράς και βαθείας πηγάς της ζωολογικής επιστήμης. Την ζωολογίαν την έκαμαν οι γεωργοί, οι κυνηγοί και οι ψαράδες. Υποθέσατε, ότι κάποιος εξ αυτών, με μνήμην ακριβή, με συνείδηαιν, με βλέμμα καθαρόν και γοργόν, με ποίησιν, με ακίνδυνον φανταοίαν και με αγαθήν ειρωνείαν, αποφασίζει να μας διηγηθή, εμπρός εις πελωρίαν φωτιά του χειμώνος, τας γνωριμίας του με τα ζώα, ό,τι ξεύρει το μάτι του, η αφή του, η ακοή του δια τους κατωτέρους αδελφούς του ανθρώπου. Αυτός είναι ο Γρανίτσας. Άνθρωπος του υπαίθρου με ανεπτυγμένην την επιστημονικην περιέργειαν, στήνων δόκανα και παραμονεύων εις την λόχμην. Ηθέλησε να ιδή ο ίδιος, ν’ ακούση ο ίδιος τα ζώα, να θησαυρίση τας γενικεύσεις που έκαμαν ολόκληροι γενεαί δι’ αυτά. Και πραγματικώς είδε και ήκουσε. Διηγείται και παριστάνει ωσάν άνθρωπος της φύσεως διαθέτων οξυτάτας αισθήσεις. Εις τας σελίδας του υπάρχει ένας θη­σαυρός από παρατηρήσεις παρθένους και ωραίας. Είναι πιθανόν η λαϊκή παράδοσις, την οποίαν τόσον προσέ­χει, να έρχεται κάποτε εις αντίφασιν με τα αυστηρά πορίσματα της ζωολογίας. Πιθανόν να εισέδυσαν εδώ πλάνοι, τας όποιας η επιστήμη είναι ελευθέρα να απορρρίψη ή να αναιρέση. Εν πάσει όμως περιπτώσει αι σελίδες αυταί παρέχουν πλούσιον υλικόν εις την επιστήμην. Συγκεντρώνουν τας παρατηρήσεις ενός Έλληνος φυσιολάτρου επί του συνόλου των ζώων που συντηρεί η Στερεά Ελλάς, επί της ελληνικής faune. Μας πα­ρουσιάζουν πολύ από την ελληνικήν χλωρίδα με τον ζωικόν της κόσμον. Μας δίδουν ταυτοχρόνως άφθονον λαογραφικόν υλικόν. Είναι μία εργασία που εθεωρήθη ως ευεργεσία ενός ανθρώπου προς το κοινόν, όταν εδημοσιεύθη εις την «Εστίαν». Πρώτην φοράν λογογράφος Έλλην απεφάσιζε να ξυπνήση την κοινωνίαν από τον αστικόν της ύπνον, προσφέρων μέσα εις τα κομμωτήριά της ολόκληρον δάσος της Ευρυτανίας με τα τετράποδα και τα πτερωτά του.

Μεταξύ της μεγαλειώδους φύσεως και τον κοινού ο Γρανίτσας εφρόντισε να μη εμφανίση τον εαυτόν τον. Δεν έχει εδώ την φιλαρέσκειαν του συγγραφέως. Διη­γείται για να εκθέση τας παρατηρήσεις του, να πληρο­φορήση και - ας ειπώ την τιμίαν αυτήν λέξιν - να ωφελήση. Απησχολημένος εις αυτό το αγαθόν έργον, παρεσύρθη εδώ και εκεί εις ταχυγραφίας και ανεμίχθηααν κάποτε εις τας σελίδας του δημοσιογραφικαί επικαιρότητες, όπου τώρα ξαφνίζουν δυσαρέστως. Ο θάνατος δεν τον αφήκε να ρίξη δεύτερον βλέμμα εις την ωραίαν συλλογήν τον. Μας παραδίδεται όπως εγράφη τότε. Αλλά τούτο δεν θα ελαττώση καθόλου την σημασίαν και την γοητείαν της ειλικρινούς αυτής εργασίας. Η λαογραφική ζωολογία του Γρανίτσα λάμ­πει ολόκληρος από το υγιές και δροσερόν γέλιο του. Εγράφη από συγγραφέα, ο οποίος δεν έχει πολύν σεβασμόν εις τον άνθρωπον, αλλά θεωρεί τα ζώα ως αδελφούς του αξίους πάσης υπολήψεως, οι οποίοι αν δεν κατέχουν το αριστοκρατικόν προνόμιον του λόγου, γνωρίζουν όμως να χαίρωνται και να λυπούνται και επί τέλους γνωρίζουν να σιωπούν. Ο γελαστός πεσιμισμός του λογογράφου, η κρυμμένη πικρία του, η αγαθότης του ευρήκαν εδώ μίαν ικανοποίησιν. Το καλ­λιτέχνημα της εξελίξεως, του ανθρώπου, το πλέον προχωρημένον των ζώων, αλλά και διά τούτο όχι ολιγώτερον ζώον, τον περιφέρει εις το δάσος διά να ιδή τους συγγενείς του που άφησε πίσω. Είναι ευτυχής όταν μας δείξη ότι τα ζώα του έχουν τας ιδικάς μας εγκεφαλικάς ευγενείας. Η Χαρά και η Λύπη, το ευχάριστον και το δυσάρεστον, αυτοί οι δύο κεφαλαιώδεις τύποι της συναισθητικότητος, οι οποίοι εδημιούργησαν τον πολιτισμόν μας, υπάρχουν και εις τα ζώα του Γρανίτσα. Η τέχνη; Διαβάστε το «Αηδόνι» του. Η ηθική; Και αυτήν ακόμη την γνωρίζει ο «Κότσυφάς» του, φιλάνθρωπος όσον όλαι ομού αι κυρίαι της αστικής τάξεως, όπως απέδειξεν η διήγησις του λοχαγού Μανωλίδη, ο οποίος τον έτρεφεν εις το κλουβί. Δεν μένει εις τον άνθρωπον παρά ο λόγος και η γραφή. Όλα τα άλλα τα έχομεν κοινά με τα ζώα. Ψαυόμεθα με αυτά, σκουντούμεθα μαζί των εις τον ατελεύτητον και θεοσκότεινον δρόμον μεταξύ ενστίκτου και νοήοεως.

Εις τον δρόμον αυτόν σκορπίζει στιγμιαίους και εντόνους φωτισμούς ο Γρανίτσας. Είναι ματεριαλιστής διατεθειμένος να τονίση ό,τι δυνατόν ή ωραίον δημι­ουργεί εις τα ζώα η ανάγκη να ζήσουν, η αντίδρααις κατά τον περιβάλλοντος. Και το κάμνει ο Γρανίτσας με όλον το κελάδημα της αγροτικής ευθυμίας του. Η ζούγ­κλα του έχει το σκεπτόμενον Μυστικτόν της, έχει τα συμφέροντά της και τα αισθήματα της, την σοφίαν της και την τέχνην της, τους πολιτισμούς της και τους αλτρουισμούς της. Εις κάθε ευκαιρίαν ο συγγραφεύς, ζωγραφίζων τα ζώα του, μας πληροφορεί, ότι ο διανοητικός μηχανισμός δεν είναι αποκλειστικόν προνόμιον του ανθρωπίνου εγκεφάλου. Το δάσος του έχει φωσφορισμούς ανθρωπινής νοήσεως. Αλλά και το άνθισμα της λαϊκής παραδόσεως, την οποίαν τόσον επρόσεξεν ο συγ­γραφεύς, γύρω εις τας ζωολογικάς παρατηρήσεις δίδει εις το βιβλίον αυτό εξαιρετικόν ενδιαφέρον και, χωρίς βλάβην της επιστήμης, δημιουργεί μίαν γοητευτικήν ισοπολιτείαν ανθρώπων και ζώων, πλήρη Αισωπικής σοφίας και μέθης.

Σπανίως άνθρωπος ανεζητήθη τόσον πολύ όσον ο Στέφανος Γρανίτσας. Κάνεις δεν θέλει να συνειθίση με τον θάνατόν του. Το πέρασμά του από τας Αθήνας αφήκε την χαρμόσυνον ανάμνησιν αγρίου και θαλερού δένδρου, το οποίον σαλεύει και πρασινίζει χίλια μέτρα υπέρ την θάλασσαν. Το δένδρον αυτό εσκόρπιζεν ημέραν και νύχτα εδώ εις την πρωτεύουσαν διηγήσεις διά τα θαυμάσια της φύσεως. Ολίγων λεπτών συνομιλία με αυτόν άφηνε φυσιολατρικήν χαράν εις τον ακροατήν. Την φιλολογίαν του δεν επρόφθασε να την γράψη, την είπεν όμως. Ήτο άσωτος εις αυτό. Εσκόρπιζε παντού το πλούσιον υλικόν που του έδωσεν η γέννησις και η ζωή του εις την κορυφήν της αγρίας Ευρυτανίας, εις την Γρανίτσαν των Απεραντίων. Εκεί επάνω ησθάνθη, εκεί επήρε τας εικόνας, τους τύπους, την ανάμνησιν των μαχών μεταξύ των στοιχείων, τας βιβλικάς σελί­δας που μας διηγείτο. Εκεί επήρε την ρουμελιώτικην αγνότητα της ψυχής του. Η μουσικότης της πεζογρα­φίας του είναι και αυτή δώρον της πατρίδος του. Και εις το γέλιο των σελίδων του περί των ζώων δεν είναι δυνατόν παρά να αναγνωρίσωμεν τον ιδιαίτερον χαρακτήρα των συνδημοτών του Απεραντίων, ανθρώπων ιδιαιτέρως φημιζομένων εις τον νομόν Αιτωλοακαρ­νανίας διά την ιλαράν αντίληψιν που έχουν της ζωής. Με αυτά τα στοιχεία και με το πολύχρωμον τάλαντόν τον, ο Γρανίτσας ήτο για τους κύκλους που ευτύχησαν να τον γνωρίσουν μία ζωντανή λαογραφία. Εξεφράζετο με την γνωμικήν σοφίαν του λαού. Κατήντησε να ομιλή με λαϊκούς μύθους. Αντί γνώμης, για πολλά ζητήματα παρουσίαζεν ένα μύθον της Ευρυτανίας. Οι μύθοι του είτε απλοί, όπως τους έπαιρνεν είτε διασκευα­σμένοι από τον ίδιον, ήσαν εξαίσιοι. Χίλια άρθρα δεν λέγουν ό,τι ο μύθος του Γρανίτσα διά τον άγρυπνον σκύλον με το λυκοξύγκι, με τον οποίον εχαρακτήρισε το γλωσσικόν ζήτημα. Κατά τον ίδιον τρόπον εξεφράζετο για ολοκλήρους καταστάσεις, Ήτο ριζωμένος εις την ελληνικήν Γην. Εσυλλογίζετο αυτήν και εσκέπτετο δι’ αυτής. Αυτή τον απησχόλησε και ως πολιτευόμενον. Εις την Βουλήν ήτο ο πρώτος ασχοληθείς, με πρωτοτυπίαν και οξύτητα, εις τα πλουτοπαραγωγικά ζητήματα της ελληνικής γης. Ακόμη και εις τας σελί­δας αυτάς τον παρακολουθούν αι παραγωγικαί του απασχολήσεις.

Δεν επρόφθασε να κάμη τίποτε από όσα ήθελε. Εχάθη αιφνιδίως. Εις την θλίψιν μας διά το δόλιον κτύπημα, είναι μία παρηγοριά, ότι έχομεν αρπάξει από τα χέρια του θανάτου, την λαογραφικήν αυτήν ζωολογίαν, όπου το οξύ και δροσερόν πνεύμα του κατα­σκοπεύει το μυστήριον της ζωικής φύσεως μέσα εις τα άγρια ελληνικά τοπία που το ελίκνισαν.

Ζ. Λ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ

 

ΤΟ «ΣΤΟΙΧΕΙΟ»

 

Έπειτα από χρόνια πολλά εφανερώθη προχθές το Στοιχειό. Ο μηχανικός κ. Παπαϊωάννου, εποπτεύων την κατασκευήν του δρόμου μεταξύ Κερασσόβου – Αγράφων - Βραγγιανών, ετρόμαξε να συγκρατήση τους εργάτας, οι οποίοι είδαν με τα μάτια των το Στοι­χειό. Εις τα «Άσπρα Λιθάρια», όπου έτυχε να ευρίσκωμαι προχθές ήλθεν η είδησις, ότι το Στοιχειό ήτο ένα πελώριον φίδι με ουράν δύο πήχεων, με κεφαλήν αλόγου, με μάτια « σαν τάλληρα», με αυγά «σαν χήνας ».

Όταν εφύγαμεν απ’ εκεί και επήραμε τα προς την Νιάλαν βουνά, κάθε στάνη, κάθε διαβάτης, κάθε χανιτζής προσέθετε και ένα πήχυν εις την ουράν, ολίγα μέτρα εις την περιφέρειαν της κεφαλής και των ματιών, και τ’ αυγά επλησίαζον να γείνουν ίσα με το Πανόραμα του Σταδίου. Επί τέλους εφθάσαμε με τον Δήμαρχον Αγράφων κ. Χρηστίδην και με ολίγους χωρικούς εις το μέρος, όπου ειργάζοντο διά τον δρό­μον περί τους 20-30 εργάται. Ο μηχανικός κ. Παπαϊωάννου ήτο εκεί, ώστε να μας δώση ο ίδιος πλη­ροφορίας περί του Στοιχείου. Ήτο πραγματικώς, κατ’ αυτόν, ένα πελώριον φίδι, με μάτια «σαν τάλληρα» και με ουράν άγνωστον πόσην, διότι κανείς δεν την είδεν. Άμα η δυναμίτις έσπασε τον βράχον, εκείνο επετάχθη εις μίαν στιγμήν ανάμεσα από την ρωγμήν και έπειτα εχάθη εις άλλην σπηλιάν. Αυτά τουλάχι­στον λέγει ο μηχανικός. Άλλος όμως λέγει, ότι δεν εκρύβη αμέσως το Στοιχειό, αλλ’ εκρύβησαν οι εργάται, οι οποίοι έφυγαν εις απόστασιν μιας ώρας, φωνάζοντες και ζητούντες βοήθειαν.

Εξ αφορμής της εμφανίσεως του Στοιχείου εξύπνησεν η τερατολόγος λαϊκή παράδοσις, διά να διη­γηθώ ατελειώτους ιστορίας. Προ ετών είχεν εμφανισθεί εις τα ίδια σχεδόν μέρη, τα οποία είναι τ’ αγριώτερα ρέμματα της Ευρυτανίας, άλλο Στοιχειό, το οποίον κατά την δύναμιν που δίδει η παράδοσις, «εμαύλιζε» ζώα και τα κατέπινεν. Επί τέλους μίαν ημέραν έπεσεν επάνω του κάποιος βοσκός ονομαζόμενος Τσάλης. Μόλις το είδεν, ησθάνθη τον εαυτόν του μαυλιζόμενον από το Στοιχειό. Επρόφθασε μεν και έσυρε την κουμπούραν του αλλά δεν εύρισκε δύναμιν να πυροβολήση. Το Στοιχειό τον «εμαύλιζε» και αυτός εσύρετο άθελα προς το στόμα του.

Επί τέλους έφθασεν εις τα χείλη του Στοιχειού, και τότε έδωκεν ο Θεός και εξεπυρσοκρότησεν η κουμπούρα. Και το μεν Στοιχειό σχεδόν διερράγη, αλλά ο ατυχής Τσάλης έπεσεν αναίσθητος και με δυσκολίαν κατώρθωσαν να τον επαναφέρουν εις την ζωήν οι συγχωριανοί του Βελιζδονίται. Άμα τον επήραν απ’ εκεί και τον έφεραν στο χωριό, κάποιος γέρος, γνωρίζων την παράδοσιν, ότι κάθε Στοιχειό έχει στα σπλάγχνα του πολύτιμα πράγματα, επήγε κρυφά και το ηρεύνησε. Διηγούνται δε αξιόπιστοι άνθρωποι ότι ο γέρος έγινε πλούσιος. Τα μόνον βέβαιον είναι ότι μέχρις εσχάτων είχε χρυσαφικά, τα οποία επώλει κρυφά εις τους διερχόμενους τα χωριά χρυσικούς.

Η παράδοσις βεβαιοί, ότι τα σπλάγχνα των Στοι­χειών είναι ολόκληρα χρυσωρυχεία· και έχει διαφό­ρους ερμηνείας του φαινομένου αυτού. Πρώτον υπάρ­χει η ποιητική ιδέα, ότι τα Στοιχειά, ως περιερχόμενα τα σπήλαια, ευρίσκουν χρυσαφικά θαμμένα εκεί από διαφόρους ληστάς ή και περιπλανωμένους Έλληνας κατά διαφόρους εποχάς εθνικών χαλασμών. Ειδικώς μάλιστα εις τα μέρη αυτά, ως απρόσιτα, κατέφυγον χιλιάδες καταδιωκομένων Ελλήνων, ιδίως κατά την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως.

Ολίγες άλλως τε ώρες επάνω από το ανήλιον αυτό ρέμα είναι τα Μεγάλα Βραγγιανά, εις τα οποία κατέφυγαν αρκετοί φυγάδες λόγιοι της Κωνσταντι­νουπόλεως και έκτισαν μίαν περίφημον εκκλησίαν υπό το συμβολικώτατον όνομα Αγία Παρασκευή, και όπου εξηκολούθησαν την καλλιέργειαν των γραμμά­των, συνέγραψαν, εδίδαξαν, εδημιούργησαν σοφούς μαθητάς, όπως τον Ευγένιον, τον Γόρδιον και απείρους άλλους, οι οποίοι μετά ταύτα ίδρυσαν Σχολάς εις τα Ιωάννινα, την Σμύρνην, την Θεσσαλίαν και εις άλλα μέρη παρασκευάσαντες το Εικοσιένα.

Προ ημερών επεσκέφθημεν μία ομάς το μέρος αυτό το άγριον, ως άλλοι Δελφοί, και οπόθεν, κατά τον Σάθαν θαρρώ, έρρεε φως ανά πάντα τον Ελληνισμόν.

Εις την είσοδον της Αγίας Παρασκευής, όπου εμαθήτευσαν δεκάδες γνωστών Αρματολών και Κλεφτών, μεταξύ των οποίων και ο περίφημος Δίπλας, υπάρχει ο τάφος του Γόρδιου και εντός του ναού η κάρα του ανθρώπου αυτού, ο οποίος προ διακοσίων ετών προέ­βλεπε την σύστασιν ενός σπιθαμιαίου Ελληνικού Κρά­τους, απελπιστικώς πνιγομένου μεταξύ του φεσίου της Ανατολής και του καπέλλου της Δύσεως.

Ολίγον παρακάτω είναι το μοσχοβριθές χωριό Μύριση, με μίαν παλαιοτάτην πολύτιμον εκκλησίαν και με παραδόσεις ότι την έκτισαν κάποιοι Άρχοντες αποσυρθέντες εκεί με τους θησαυρούς των, και τας οποίας παραδόσεις βοηθούν τα ερείπια κάποιου μεγά­λου σπιτιού με υπόγεια και λαγούμια, οδηγούντα προς τα ποτάμια. Ο συγχωριανός μου κ. Οικονόμου, πολύτιμος συνεργάτης του κ. Πολίτου εις τας λαογραφικάς ερεύνας του, μου έλεγεν, ότι η εκκλησία αυτή εκτίσθη από Χριστιανούς, κατά τους χρόνους της Εικονομαχίας φυγόντας την καταστροφήν των εικονοκλαστών.

Αρκετόν λοιπόν μέρος των θησαυρών αυτών ετοποθέτησεν η λαϊκή παράδοσις εις τα σπλάγχνα των Στοιχειών, τα οποία περιφέρονται εις τα μέρη εκείνα υπό τα ερείπια και τα σπήλαια που εστέγασαν άρ­χοντας και κλέφτας Τουρκομάχους, όπως τον Λιακατάν, τον Κατσαντώνην, τον Τσόγκαν, τον Μπουκουβάλαν κλπ.

Κατ’ άλλην όμως ερμηνείαν της παραδόσεως, οι θησαυροί ευρίσκονται εις τα σπλάγχνα των Στοιχειών, διότι τρώγουν χώμα που περιέχει τον χρυσόν, ο οποίος «λαμπικάρεται και δένεται με τον καιρό» στα σπλάγ­χνα των, κατά την φράσιν ενός γέρου εργάτου του δρόμου «που ήκουσεν αυτήν την ιστορίαν από χρυσι­κούς της Βενετίας»...

Αλλά διά ποίον λόγον το Στοιχειό τρώγει χώμα; Η παράδοσις λέγει, ότι άμα το φίδι εγέλασε την Εύαν ο θεός το κατεδίωκε και αυτό κρύβεται υπό την Γην, και τρώγει σπυρί σπυρί το χώμα, φοβούμενον μήπως σωθή και δεν έχη πού να κρυβή.

Κατ’ άλλην παράδοσιν, κρύβεται εις την Γην και τρώγει φιλάργυρα το χώμα, διότι φοβείται τον Ιανουάριον διά τον εξής λόγον: Άμα ο Θεός έπλασε τον κόσμον τον παρέδωκεν εις δώδεκα βασιλείς, τους Ιανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον, Απρίλιον και λοιπούς μήνας. Αλλ’ αυτοί διοικούσαν όλοι μαζί, και ενώ δεν επρόφθαναν να φυτρώσουν τα λουλούδια ήρχετο ο Ιανουάριος με τους πάγους του και τα έψηνε. Τότε τα πλάσματα του Θεού εφώναξαν, ο Πλάστης ήκουσε τας κραυγάς των και ήλθεν ανάμεσα των, όπου ενήργησε δημοψήφισμα, του οποίου το αποτέ­λεσμα υπήρξεν υπέρ του Μαΐου.

Ετοποθέτησε λοιπόν ο Θεός τον Μάιον ισόβιον βα­σιλέα, η Γη εγέμισε χορτάρια, λουλούδια και γεννήματα, ο κόσμος εστοίχειωσεν από ευδαιμονίαν και το φίδι επαλάβωσεν, ώστε να ζητήση εις γάμον την κόρην του Μαΐου, απειλήσαν ότι διαφορετικά θα τσιμ­πήση τον βασιλέα και θα τον φαρμακώση. Ο Μάιος περιέπεσεν εις συλλογήν μεγάλην και δεν εύρισκε διέξοδον. Τότε επαρουσιάσθη σωτήριος ο Ιανουάριος, ο οποίος τον συνεβούλευσε να ορίση την ημέραν του γάμου και τα περαιτέρω τα αναλαμβάνει αυτός. Πραγματικώς έγιναν όσα είπε και, άμα ενεφανίσθη το φίδι, που έγινε Στοιχειό από την πολλήν ευτυχίαν, επήρε το σκήπτρον ο Ιανουάριος και αμέσως εξαπελύθησαν παγετοί και βροχαί, ώστε το φίδι να τρυπώνη ακόμη άμα μυρίζεται τον μήνα των πάγων. Διότι έκτοτε, κατά την παράδοσιν, απεφασίσθη να διοικούν εκ περιτροπής όλοι οι μήνες, επειδή η απόλυτος ευ­τυχία, την οποίαν είδον τα πλάσματα του Θεού επί της βασιλείας του Μαΐου, είναι κακός σύμβουλος των ανθρώπων και των ζώων, όπως απέδειξεν η διαγωγή του Στοιχειού.

Αφήνω τώρα τους μύθους και έρχομαι εις ένα γε­γονός. Τα Στοιχειά είναι περιζήτητα διά μίαν ωοειδή πέτραν, την οποίαν, ως επί το πλείστον, φέρουν εις τον λαιμόν και η οποία λέγεται παντζέχρι. Πίνουν απ’ αυτό ολίγα θρύμματα οι δηλητηριαζόμενοι από φίδια και θεραπεύονται. Είναι πράγματι αποτελεσματικώτατον το φάρμακον. Ακόμη προχθές το είδαμεν όλοι στο Μοναστηράκι των Αγράφων, όπου εσώθη ένας άνθρωπος.

Εις τον κατασκευαζόμενον δρόμον Αγράφων κάθε εργάτης φέρει μαζί του παντζέχρι, διότι τα φίδια είναι άφθονα, απαντώμενα υπό κάθε μεγάλην πέτραν. Διήλθομεν τον δρόμον ανάμεσα από σκοτωμένα φίδια, τα οποία οι εργάται αναρτούν δεξιά και αριστερά επάνω εις τα δένδρα, ως ένδοξα τρόπαια της διαβά­σεως των ή μάλλον της δυναμίτιδος, βοηθεία της όποιας ανοίγεται η βραχώδης πλευρά του ποταμού Αγραφιώτη.

 

 

Η ΑΡΚΟΥΔΑ

 

Ιδού και ένα δημιούργημα της πεθεράς.

Η Αρκούδα.

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μια πεθερά που βα­σάνιζε τη νύφη της. Ο ελληνικός λαός δεν παραδέ­χεται καθόλου πως υπάρχει πεθερά κακή για τον γαμ­βρό της. «Ίσια ίσια γι’ αυτόν γεννάει κι ο κόκορας της πεθεράς αυγό».

Αν ιδής μάλιστα εις ένα σπίτι πεθερά, λέγει ο λαός, κοίταξε πως είναι σκουπισμένη η σκάλα, για να καταλάβης αν είναι πεθερά του ανδρός ή της γυναικός του. Αν είναι πεθερά του γαμβρού, τουτέστι μητέρα της νύφης, η σκάλα είναι κακοσαρωμένη. Από φόβο μήπως χαλάση τον πρωινόν ύπνο του γαμβρού και της κόρης της, ίσια, που εγγίζει τη σκούπα στα σανίδια. Αν είναι όμως μητέρα του γαμβρού, τότε χτυπάει τόσο δυνατά για να ξυπνήση τη νύφη της, ώστε κάνει τη σκάλα καθρέφτη.

Η λαϊκή κακογλωσσιά δεν δέχεται γεράματα της γυναικείας φιλαρεσκείας. Θα έχετε ακούσει, βέβαια, πως ρώτησαν μια φορά κάποια πεθερά αν θέλη μέλι ή γαμβρό και εκείνη απήντησε:

- Που έχω ’γω, παιδιά μου, δόντια για μέλι...

Η πεθερά λοιπόν, που εβασάνιζε τη νύφη της, έδωκε σ’ αυτήν ένα πρωί μαύρα μαλλιά για να πάη στη βρύση να τα πλύνη όσο το δυνατό να γίνουν άσπρα.

- Μπορεί, μάνα, τα μαύρα μαλλιά να γίνουν ά­σπρα;…

-Μπορεί και παραμπορεί… Η άξια γυναίκα ό,τι δε θέλει δεν μπορεί.....

Η νύφη πήρε τα μαύρα μαλλιά και πήγε στη βρύση. Έπλυνε, ξέβγανε αλλά τα μαλλιά έβγαιναν πάντα μαύρα. Έφτασε το βράδυ κι η νύφη απόκαμε:

-Τώρα, είπε, τι να κάμω;.... Όπου κι αν είναι θα κουβαληθή ο Ιούδας εδώ και θα με γέψη... Λυπήσου με, Παναγιά μου, κάνε με έν’ αγρίμι να την πνίξω άμα έρθη να με βασανίση....

Η Παναγία την εψυχοπόνεσε και την έκαμε αρ­κούδα.

-Τώρα, Παναγιά μου, είπε και σου την σιγυρίζω...

Παραμέρισε σε μια κουφάλα και περίμενε την πε­θερά της. Εκείνη ήρθε και καθώς δεν είδε τη νύφη της δίπλα στα κανάλια, πήρε ένα ξύλο κι άρχισε να ψάχνη δεξιά και αριστερά στα πλατάνια. Την ώρα όμως που η Αρκούδα ήταν έτοιμη να της ριχθή και να την σχίση, εκείνη επρόλαβε και φώναξε:

-Αχ ετούτο τ’ αγρίμι έφαγε τη νυφούλα μου. ..

Κι έβαλε τέτοια κλάματα, ώστε η Αρκούδα είδε ή θάρρεψε πως την επονούσε στ’ αλήθεια. Και έτσι δεν την επήραξε, αλλά έφυγε στα βουνά».

Η παράδοσις είναι Ηπειρωτική. Θαύμα αβρότητος προς την πεθεράν εις τους μύθους του, εις τας παροιμίας του, εις τα τραγούδια του ο λαός αυτός. Ηπειρω­τικοί είναι και αυτοί οι στίχοι:

 

Κι η σκύλα πεθερά σου

θέλει μαχαίρωμα

μες το ξημέρωμα!...

 

Έως τώρα την Αρκούδα την εγνωρίζαμε από τους πρώην συμμάχους μας και από τα δημοτικά τραγούδια:

 

Κι όπ’ εύρης λάφια σκότωσ’ τα

κι αρκούδια ημέρωσέ τα

κι όπ’ εύρης και τον άνδρα μου

ρίξε και σκότωσέ τον,

μη τον βαρέσης σε πλευρό

κι αργήση να πεθάνη.

 

Ποιος είδε τον Αμάραντο

σε τι γκρεμνό φυτρώνει,

Τον τρων τα ’λάφια και ψοφούν

τ’ αρκούδια κι ημερεύουν.

 

Συντρόφοι μη μ’ αφήσετε

σε τούτον έρμο τόπο,

εδώ ’ν’ αγρίμια να με φαν

κι αρκούδια να με σχίσουν,

εδώ ’ναι φίδια με φτερά

με δεκοχτώ κεφάλια.

 

Με τας νέας όμως επαρχίας εγίναμε πλούσιοι αρκουδοπαραγωγοί. Τα Ηπειρωτικά όπως και τα Μακεδονικά ορεινά δάση κρύβουν αρκετόν πλήθος. Εν­νοείται, ότι καμμίαν αξίαν δεν προσθέτουν εις την γουνοπαραγωγήν μας, διότι η άσπρη αρκούδα, της οποίας έχει αξίαν το δέρμα, είναι σπάνιον φαινόμενον εις την Βαλκανικήν. Πού και πότε να ξεκόψη καμμία από την Ρωσσίαν.

Έχομεν λοιπόν μόνον το βάσανόν των, βάσανον της βλαστήσεως, εν μέρει της στάνης, αλλά μέγα βάσανον για τα μελισσομάντρια, διότι το μέλι είναι η μεγάλη αδυναμία της και το μελισσοτρύγισμα το κύριον ταλάν της. Ως και η Αλεπού ακόμη της ανεγνώρισε αυτήν την ειδικότητά της.

Μια φορά είχαν κάμει συντροφιά για να χαλούν μελίσσια. Η Αλεπού είχε τη βάρδια κι η Αρκούδα το χάλασμα της κυψέλης. Έτρωγεν όσο ήθελε και όταν έφευγε, έπαιρνε μαζί της ένα κομμάτι για κείνην αλλά μετ’ ολίγον η Αλεπού επίστεψεν, ότι μπορεί να χαλάση και μόνη της μελίσσια.

Επήρε λοιπόν τα Αλεπόπουλα, τα έβαλε στα κα­ραούλια (σκοπούς) και διηυθύνθη μόνη της στο μελισσομάντρι. Αλλά συνηθισμένη από τα κοτέτσια, ήρχισε ν’ αναποδογυρίζη ένα ένα τα μελίσσια· πετάχτηκαν σύννεφα οι μέλισσες, της έζωσαν το κορμί της ως την ουρά και δεν είδε από ποια πόρτα έφυγε. Άμα έφθασε στα παιδιά της είπε:

- Πάμε, παιδιά μου, δεν είμαστε για μεγάλες δου­λειές εμείς σαν την Αρκούδα. Είμαστε μόνον για καραούλια καλοί....

Για ποια μεγάλη δουλειά δεν είναι άξια η Αρ­κούδα; Δαμάζει θηρία, σκαρφαλώνει στα πλέον υψηλά δένδρα για να φάη καρπούς, πετροβολά με θαυμασίαν δεξιότητα και μόνον μίαν αδυναμίαν της ευρήκαν οι βοσκοί του Ζαγορίου, όπως μου έλεγαν: Τη φωτιά.

Άμα ιδή δαυλί, φεύγει σαν η Αλεπού τα μελίσσια. Αν οι βοσκοί δεν έχουν αναμμένη φωτιά τσακμακίζουν τα στουρνάρια τους και την προγγούν με τις σπίθες! Πώς αυτό το παντοδύναμο και άτρομο ζώο επήρε με τόσο φόβο τη φωτιά; Να της θυμίζη το σπίτι της, τουτέστι την πεθερά της;

 

 

ΤΟ ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΟ

 

Οι προγονοπαθείς ιστορικοί και η λαϊκή παράδοσις διεφώνησαν και επί του πώς εκτίσθη το Σούλι. Οι πρώτοι εστρώθησαν ν’ αποδείξουν ότι οι πάπποι των Μποτσαραίων και των Τζαβελαίων είναι οι Σελλοί του Ομήρου, μερικοί δε ότι το Σούλι είναι το Σόλιον του Θουκυδίδου. Η λαϊκή όμως παράδοσις, ασεβούσα προς τα κονιοβριθή γένια των σοφών, λέγει τα εξής:

«Άμα οι παλιοί τα ’βαλαν με τον Αγαρηνό και πή­ραν τα βουνά, ο Θεός φώτισε τ’ αγριογούρουνα κι άνοιξαν πηγάδια στο Κακοσούλι που ήταν ως τότε άνυδρο κ.λ.π.»

Άμα ιδή κανείς το κοντυλογραμμένο εκείνο δρε­πάνι που λέγεται Κακοσούλι, τρυπημένο ακριβώς στην κόψι του από πλήθος (λέγουν εκατόν πενήντα) πηγά­δια, κοιτάζοντα σαν μεγάλα μυστηριώδη μάτια το Ιόνιον, την Πίνδον και την Αιτωλίαν, είναι αδύνατον να πιστέψη πως νους ανθρώπου ήτο δυνατόν ποτέ να σκεφθή πως υπάρχει νερό εκεί επάνω.

Όταν, κατόπιν τριών τεσσάρων ημερών πορείας ή μάλλον σκαρφαλώματος, επατήσαμεν τα σιωπηλά εκείνα ερείπια ένα δειλινό του προπέρσινου Οκτωβρίου, ο λο­χαγός κ. Τάκης Μπότσαρης ύψωσε την σημαία επάνω στην Κιάφα, μα μια μικρή σημαία που κέντησε για μας μία δασκαλίτσα του Ζαλόγγου, ο Σουλιώτης Παπά Καραβίδας, σύρων τον χορόν, έψαλε το Χριστός ανέστη, οι εύζωνοι έκαμαν τρις πυρά ομαδόν και ο ερημίτης τσοπάνης της Κιάφας Κώστας Ντόκας ήρχισε να μας διηγήται την παράδοσι του πώς τ’ αγριο­γούρουνα έσκαψαν τα πηγάδια, το πώς το νερό ήτον τόσον αψύ, ώστε εθέριευαν τα Σουλιωτόπουλα και ότι οι Τούρκοι δεν άφηναν πλέον να κτισθή το Σούλι εκ νέου, από φόβον μήπως το νερό ξαναγεννήση Μποτσαραίους, Δαγκλήοες, Μαλαμαίους, Δράκους, Τζαβελαίους και Σαμουήλ, μου ήλθαν στο νου κάποιοι στίχοι του Καρντούτσι, στίχοι που εκείνη την ώρα θα έλεγε κανείς πως ο ποιητής του «Βοδιού» τους έχει γράψει για τα ζώα αυτά, που το ρύγχος των ωσφράνθη και ανέ­συρε το νερό που θα ανέστηνε μια φυλή.

«Ημείς ξέρουμε πόσα μυστήρια κρύβει η γη....»

Και μήπως έχη η γη στους κόρφους της τίποτε κρυφό από το γουρούνι; Ο Κριμώντ ντε λα Ρενιέρ το ωνόμασε εγκυκλοπαιδικό ζώο. Βολβοί που δε σπάζουν ποτέ τον φλοιόν της γης, ζωικοί και φυτικοί διάβολοι που δεν βλέπουν ποτέ τον ήλιον, ριζάρια, σκαθάρια, σπόροι, σαυρόκοσμος, ό,τι τέλος κρύβεται στο χώμα το σημαδεύει η όσφρησίς του, ως να το έχη φυτέψει μό­νον του προ ολίγης ώρας. Αλλοίμονον στους τόπους όπου ζη, αν δεν είχεν αυτό το οσφρητικόν ταλάν. Έ­πρεπε να αναποδογυρίζη όλην την Γην για να συνάξη την τροφήν του. Αλλά την τρυπά ως να φυτεύη δέν­δρα, σκάβον όπου είναι βέβαιον ότι θα συλλάβη την λείαν του.

Η Ακαρνανία είναι ίσως ο ελληνικός παράδεισός του. Βελάνια άφθονα, δασότοποι απέραγοι, βρυσονέρια για να λούζεται και κυνηγοί που δεν το πολυενοχλούν αφ’ ότου συνέβησαν μεταξύ αυτών και των αγριοχοίρων μερικαί παρεξηγήσεις. Συνέβη δηλαδή, αντί να σκοτώσουν οι κυνηγοί τα αγριογούρουνα, να σχίσουν εκείνα τους πρώτους, και έκτοτε αι σχέσεις διεκόπη­σαν σχεδόν έως πέρυσιν, οπότε επαναληφθέντος του πειράματος έσχισαν εκ νέου δύο χωρικούς στην Αμ­βρακία.

Λέγουν, ότι και κατάκαρδα να πάρουν τα βόλια ένα αγριογούρουνο, θα κρατηθή στην ζωή όσο να αποπειραθή εκδίκησιν. Γι’ αυτό οι κυνηγοί σκαρφαλώνουν στα δέντρα, τα οποία όμως ο Θεός δεν εφύτεψε σ’ όλα τα περάσματα των αγριογουρουνιών, ώστε οι παγανισταί των να είναι πάντοτε εκτός κινδύνου.

Διηγούνται για ένα βοσκό, ότι περιμένων επάνω σ’ αγριαπιδιά το πέρασμα αγριοχοίρου, είδε ταυτοχρόνως ένα λύκον να έρχεται από την αντίθετον διεύθυνσιν του γουρουνιού. Υπολογίσας εις την μανίαν της εκδικήσεως τούτου, επροτίμησε να πυροβολήση αυτό πρώτον και να αφήση τον εχθρόν της στάνης του εις την τύχην των χαυλιοδόντων του αγριόχοιρου. Η κυνηγετική παράδοσις λέγει, ότι το πείραμα επέτυχε διότι το κτυπηθέν γουρούνι έπεσε σαν βέλος επάνω στον λύκο και τον έκαμε δυο κομμάτια.

Διηγούνται ωσαύτως, ότι πέρυσι στην Ακαρνανία τετραπέρατος βοσκός εστερέωσε ένα ντουφέκι επάνω σε διχάλαν δένδρου με διεύθυνσι προς το μονοπάτι από το οποίον επερνούσε συχνά ένα αγριογούρουνο και αφού έδεσεν από την σκανδάλην κάμποσα αραποσίτια, τα ετοποθέτησεν απέναντι του στομίου της κάννης εις απόστασιν ολίγων μέτρων. Περνών μετ’ ολίγον ο αγριόχοιρος το μονοπάτι, έπεσεν επάνω στον καρπόν που του αρέσει πολύ, έσκυψε και τον άρπαξε, ο σπάγγος με τον οποίον ήταν δεμένα τα αραποσίτια έσυρε την σκανδάλην και η σφαίρα τον επήρε στο μέτωπον. Επειδή η κυνηγετική παράδοσις έχει πολλάς υπερβολάς, σημειώνω ότι το κατόρθωμα είναι προπέρσινο, γνωστό σ’ όλη την Ακαρνανία μαζί με τ’ όνομα του ευφυούς Ξηρομερίτου βοσκού.

Τέλος ο αγριόχοιρος είναι τρομερός Πάρις, απάγων συχνά τας ωραίας Ελένας των ημέρων κοπαδιών. Οι χοιροβοσκοί όμως ουδέποτε ανησυχούν, διότι γνωρί­ζουν ότι τα θηλυκά αγαπούν τους γενναίους και ότι αφού περάσουν οι πρώτοι έρωτες, αι απιστήσασαι θα επιστρέψουν στα καλύβια των και μάλιστα, αν είναι η εποχή των σπαρτών, καλοθρεμμένες, διότι, φαίνεται, ότι ο Αγριόχοιρος είναι ακούραστος κουβαρντάς, γλεντών τα μελίμηνά του εις διαρκή ταξίδια ανά τα χωράφια.

 

 

Η ΑΛΕΠΟΥ

 

Άμα περνά ύποπτα μέρη, μαζεύει τα πόδια της και τα κάνει ένα. Ο λόγος είναι ο εξής: Άμα βαδίζη και με τα τέσσαρα, είναι εκτεθειμένη εις τέσσαρας κινδύ­νους. Κάνει λοιπόν τα τέσσαρα ένα, άρα και τους κινδύνους της τους περιορίζει εις ένα. Την πονηρία όμως αυτήν την πληρώνει κάποτε πολύ ακριβά. Πέφτει και με τα τέσσαρα στην παγίδα. Εντεύθεν η παροιμία: «Η πονηρή Αλεπού πιάνεται και από τα τέσσαρα».

Οσφραίνεται την παγίδα όσον κανένα άλλο από τ’ αγρίμια. Χώμα νεοσκαμμένο, πατημένο απ’ άνθρωπο, σκεπασμένο από κλαδιά, είναι ύποπτα σημεία. Οι χω­ρικοί γνωρίζουν τόσον πολύ την φιλυποψίαν της, ώστε εξαιρετικώς γι’ αυτήν μεταχειρίζονται παγίδα πάντοτε παλιά, διότι αν είναι καινούργια και από την μυρω­διά του σιδήρου υποπτεύεται.

Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται την μεγάλη πονηρία της ως εξής: Στήνουν ένα κομματάκι πανί δίπλα στην καλύβα των αρνιών, και τούτο είναι αρκετό να την κάμη να νοιαστή πως κάτι της μαγειρεύουν. Παρόμοια σχεδόν φοβίζουν οι γεωργοί την Κίσσα. Δένουν μία κλωστή γύρω στα χωράφια. Το παμπόνηρο πουλί υποπτεύεται παγίδα και δεν ξαναζυγώνει πλέον.

Άμα θέλη να κλέψη κανένα αρνί, παίρνει από κοντά τον τσοπάνη, τον πηγαίνει ως τη στάνη και τον παρα­μονεύει ως που να κοιμηθή. Αν συναντήση κοπάδι αρνιών στο δρόμο, ξεκόβει ενώ προσποιείται πως δεν μπορεί να το πιάση, το κυνηγά απ’ εδώ, το κυνηγά απ’ εκεί, ως που να του δώση δρόμο προς τον λόγγο, οπού πλέον το σιγυρίζει εν πάση ανέσει.

Ποτέ δεν κάνει αδικαιολόγητη ζημία. Κάθε κότα που πνίγει την μεταφέρει στη φωλιά της κι έπειτα γυρίζει να πνίξη άλλη. Αν τύχη και την υποπτευθούν, αν μεν έχη καιρό φεύγει, ειδεμή γυρίζει τα μά­τια της προς το βάθος του κοτετσιού, διότι γνωρίζει πως η λάμψις των θα την προδώση.

Αν οι κότες είναι σκαρφαλωμένες επάνω σε δέν­δρο, κάθεται από κάτω και της ρίχνει ματιές. Κοινή ιδέα ότι έχει μαγνήτη στα μάτια της.

Άμα καταδιώκεται από σκυλί την ουρά της την έχει διπλωμένη. Αν το σκυλί την ζυγώση πολύ, την πετάει δεξιά ή αριστερά. Το σκυλί στρέφει, διότι νο­μίζει ότι επήρε διεύθυνσιν προς τα εκεί. Αλλ’ η Α­λεπού έχει ήδη κάνει αντίθετη στροφή. Όσο να γυρίση και καλοφτιασθή το σκυλί, αυτή έχει κέρδισε 10-15 βήματα. Κι έχει ο Θεός γι’ αργότερα.

Την παρέστησαν ως άεργη. Σε κάποιο μάλιστα τραγούδι, που αριθμούνται τα μεγάλα παράξενα του κόσμου, υπάρχει και ο εξής στίχος:

 

...Ποιος είδε

και τον λαγό με ταμπουρά

την Αλεπού με ρόκα.

 

Λέγουν ακόμη - την ιδέαν αυτήν υπεστήριξε ο Henri Coupin - ότι ούτε την φωλιά της δεν φτιάνει μόνη της και ότι άμα ο Ασβός σκάψη την ιδικήν του του την παίρνει με τον εξής τρόπον. Επειδή γνωρίζει ότι εκείνος είναι το καθαρώτερο αγρίμι, πηγαίνει και λερώνει τη φωλιά του. Ο Ασβός την εγκαταλείπει και εγκαθίσταται αυτή, αφού προηγουμένως την τε­λειοποιήση, άνοιξη τουτέστι πολλάς οπάς· φθάνει έως τας 20 ώστε να μη κινδυνεύη να αποκλεισθή. Κάθε έξοδος απολήγει εις τουφωτά μέρη, ώστε να μη φαί­νεται.

Κανείς όμως δεν της ηρνήθη επιμέλειαν και σοφίαν εις την ανατροφήν των παιδιών της. Είναι ο ειση­γητής της υποδειγματικής διδασκαλίας. Πηγαίνει στη φωλιά της ποντίκια ζωντανά, κότες, λαγούς, ακρίδες και εξασκεί τα παιδιά της επί μήνας πώς παραμονεύουν το θήραμα, πώς το σκοτώνουν, πώς το μεταφέρουν κ.λ.π. Άμα τελειώση η σχολική διδασκαλία, αρχίζει την επιτόπιον δι’ εκδρομών στα κοτέτσια, στις στά­νες, στα περιβόλια, όπου δείχνει στ’ αλεπόπουλα πώς να περνούν τα μονοπάτια, πώς ν’ αποφεύγουν τα ύποπτα μέρη, πώς να πιάνουν τον λαγό, πώς να παρα­μονεύουν τον αμπελουργό, πώς να γελούν τον τσοπάνη.

Πιστοποιητικόν της παιδαγωγικής της ευσυνειδη­σίας είναι και ο εξής μύθος:

Μια Αλεπού κάθονταν μια φορά και ραχάτευε σ’ ένα βουνό:

- Τι κάνομε εδώ, μάνα; την ρωτούσαν τα παιδιά της.

- Ζεσταινόμαστε, παιδιά μου, τους είπε.

- Μα πού είναι η φωτιά;

- Στ’ από πέρα βουνό.... δεν την βλέπετε;

Τότε ένα από τα παιδιά της πήδηξε και φώναξε:

- Νερό μάνα, νερό μάνα, νερό μάνα, νερό και μ’ έκαψε μια σπίθα απ’ τη φωτιά!!!

-Α... Μπράβο παιδί μου, εσύ ξεσκόλισες... Άιντε τώρα στη δουλειά σου.

Το καλοκαίρι μωραίνεται σχεδόν εντελώς. Τόσον τα χάνει, ώστε μπαίνει κάποτε άφοβα στα χωριά. Ευτυχώς γι’ αυτήν δεν έχει καμμίαν αξίαν, διότι είναι μαδημένη πλέον.

Το δέρμα της ελληνικής Αλεπούς δεν είναι από τα εκλεκτότερα. Μόλα ταύτα έχει τόσον πλήθος η Ελλάς, ώστε μαζί με την Βίδρα της και το Κουνάβι της, το οποίον είναι εις μερικάς επαρχίας πολύ εκλεκτό, υπολογίζεται ότι εις το παγκόσμιον ετήσιον γουναρεμπόριον, το οποίον ανέρχεται εις τριακόσια πεντήκοντα εκατομμύρια φράγκα, αντιπροσωπεύεται με 5-7 εκατομμύρια.

Επιστημονική καλλιέργεια του πλούτου αυτού, με βελτίωσιν της ράτσας, θα ήτο όχι ευκαταφρόνητον εισόδημα διά τον τόπον μας.

Οι χωρικοί δεν λησμονούν εύκολα την καταστροφή που κάνει στα κοτέτσια τους. Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι την πιάσουν την τιμωρούν πολύ σκληρά. Την γδέρνουν ζωντανή. Αντέχει στο μαρτύριο αυτό και μάλιστα ζη πολλάς ώρας μετά το γδάρσιμο.

Ο ελληνικός λαός την θέλει τόσον ευθηνή, ώστε να έχη φκιάσει φαιδρούς μύθους κι απάνω στα βασανιστήριά της.

Μια φορά λέγουν ότι εκεί που έγδερναν μια Αλε­πού ζωντανή, την ρώτησαν:

- Ε! πως τα περνάς;

- Κακά και ψυχρά, αλλά δόξα να ‘χει ο θεός λι­γώτερο βασανίζομαι από το σώγαμπρο.....

Μια φορά πάλι έπεσε στον Ασπροπόταμο. Άμα είδε τους όχτους του που ήταν δεξιά και αριστερά σαν μαχαίρια και ότι συνεπώς ήτο μάταιον να προσ­παθήση να βγη, εστρογγυλοκάθησε και είπε:

- Ξέρω πως στη θάλασσα θα τελειώσω, αλλά βα­ριέμαι τα κλωθογυρίσματα του ποταμιού...

Στην Ακαρνανίαν ευρήκαν την εξής μέθοδο για να την πιάνουν. Κόβουν ένα νεροκολόκυθο επάνω επάνω τόσον ώστε να μπορή να περάση μέσα το κεφάλι της.

Στο βάθος της νεροκολοκύθας βάζουν λίπος χοίρου. Η Αλεπού το μυρίζεται, βυθίζει τη μούρη της και άμα φθάση στον πυθμένα, τ’ αυτιά της που επιέσθησαν για να χωρέση μέσα ανοίγουν και μένει με το νεροκολόκυθο στο πρόσωπο ωσάν να φορή προσωπίδα.

Παροιμία για την μεγάλη αγάπη που βασιλεύει μεταξύ των συγγάμβρων:

«Μια Αλεπού τρώγει σαράντα μπατζανάκηδες».

 

 

Ο ΛΥΚΟΣ

 

Η παράδοσις: Άμα ο Χριστός έπλασε τα πρόβατα και βγήκε στα βουνά να τα βοσκήση, τόσο χάρηκεν η ψυχή του, που έκοψε ένα ξύλο, το έφκιασε μια μεγάλη φλογέρα κι άρχισε να λαλή. Άκουσε ο Σατανάς τα λαλήματα και τα βελάσματα, πήγε κοντά, είδε τα πρόβατα και μαύρισε η ψυχή του.

- Τι παράμορφα πλάσματα είναι τούτα που ’καμε ο Χριστός! είπε. Κι ο νους του πήγε πως να του τα χαλάση. Παραμέρισε στο λόγγο, έκοψε μία αγριαπιδιά κι άρχισε να φκιάνη τον Λύκο. Γι’ αυτό που ’ναι φκιασμένο απ’ αγριαπιδιά δεν λυγίζει καθόλου αυτό το πλάσμα του Σατανά. Μα άμα τον απόφκιασε το Λύκο και πήγε να τον στήση, είδε πως δεν μπορούσε να σταθή στα ποδάρια του το έργο του. Αφού είδε και αποείδε πως δεν θα στυλώση τον Λύκο, πήγε στο Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε.

- Αφέντη, θέλησα κι εγώ να κάμω ένα πλάσμα σαν τα δικά σου, μα γιατί δεν στέκει στα πόδια του; Αξίωσέ με να το ιδώ όρθιο και θα προσκυνώ τ’ ό­νομά σου.

Ο Χριστός του είπε:

- Πήγαινε να του φωνάξης: Σήκω έργο μου και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.

Ο Σατανάς γνοιάστηκε.

Κι αν το πρόσταξε ο Χριστός να με φάη; είπε.

Πήγε γρήγορα, έκανε ένα λάκκο κοντά στο λύκο, κρύφτηκε μέσα κι αφήνοντας έξω το ένα ποδάρι του μόνο φώναξε:

-Σήκω έργο μου, και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός. Ο Λύκος πήδησεν επάνω, άρπαξε το ποδάρι του Σατανά και το έφαγε. Γι’ αυτό λένε ότι ο αρχιδαίμονας είναι κουτσός.

Η πονηρία του: Επειδή γνωρίζει ότι η οσμή του χτυπά τα προβατόσκυλα, άμα πηγαίνη στη στάνη βα­δίζει από το μέρος που έχει αντίθετο τον αέρα. Αν έχη ρέμα χώνει το ρύγχος του στο νερό. Αν είναι μέρα ποτέ δεν βαδίζει σε γυμνό τόπο. Προτιμά πάν­τοτε τ’ απόσκια, για να μη διακρίνεται εύκολα. Αν είναι συμμορία χωρίζονται εις δύο μπουλού­κια. Οι μεν πηγαίνουν από το μέρος που φυσά, ώστε να μη τους αντιληφθούν τα σκυλιά και τους πάρουν από κοντά. Άμα κατ’ αυτόν τον τρόπον απομακρυν­θούν τα σκυλιά, ορμούν οι άλλοι στο κοπάδι και σφάζουν. Πόσα;

Πιστεύουν, ότι άμα μπη στο κοπάδι σφάζει κάθε Λύκος έως 99. Άμα φθάση τα 100 λέγουν ότι σκά­ζει. Η αλήθεια είναι ότι ένας Λύκος σφάζει όσα προφθάση. Να χορτάση δεν υπάρχει φόβος. Μήπως τρώγη κρέας; Ανοίγει μια φλέβα στο λαιμό και πίνει το αίμα. Γι’ αυτό λέγουν: Άμα έχη ένας Λύκος, έχουν εκατό κοράκια. Άμα έχουν εκατό κοράκια δεν έχει ένας Λύκος,

«Μπήκε ο Λύκος στο κοπάδι, αλλοιά πώχει το ένα». Βεβαιωμένο πράγμα είναι, ότι αν σ’ ένα κοπάδι είναι πεταμένα ένα ή λίγα πρόβατα κανενός συμμορίτη, εκείνα θα πρωτοπάρη ο Χάρος. Ο λόγος είναι ο εξής.

Κάθε μπουλούκι είναι σαν από ιδιαιτέρα πάστα φκια­σμένο. Αν σμίξετε πέντε μπουλούκια, θα έχετε μεν ένα μεγάλο κοπάδι, αλλά με την πρώτη ταραχή σχί­ζονται κατά μπουλούκια, όπως όταν ήταν χωρισμένα. Αν λοιπόν στο κοπάδι είναι ένα μοναχό πρόβατο θα ξεκόψη και ίσως γλυτώσουν τα άλλα από τα σκυλιά, τα οποία, ως μυαλωμένα, θα τρέξουν να γλυτώσουν τα περισσότερα, αλλά το ένα σπάνιον να σωθή.

Επειδή με το αίμα ενός προβάτου δεν μπορεί βέ­βαια να χορτάση, ούτε επί τόπου είναι εύκολον να το καταπιή, αναγκάζεται να το παίρνη μαζί του, και ιδού πως. Αν μεν είναι μικρό το πετά στην πλάτη του και φεύγει, σαν να έχη επανωφόρι ριγμένο στους ώμους του. Αν είναι μεγάλο το δαγκάνει από το αυτί, το ζώνει με την ουρά του στη μέση και τοιουτοτρόπως πηγαίνουν αλαμπράτσο.

Αν είναι άλογο, το πιάνει από τ’ αδύνατα μέλη του σώματός του. Αν είναι βόδι, πηδά στο λαιμό του και με την ουρά του το διευθύνει όπου θέλει σαν καβαλάρης με το καμτσίκι του. Αν είναι μουλάρι πιάνει τη στράτα και κάνει τον πεθαμένο. Το μουλάρι, κατά την περιέργειά του, πηγαίνει να τον μυρίση και άμα πλη­σιάση την μύτη του τ’ αρπάζει απ’ αυτή και το σκά­ζει. Αν είναι δυνατό το μουλάρι τον σηκώνει επάνω και τον βροντά κάτω σαν χταπόδι. Οι μουλαροτρόφοι, για να σώσουν την υπόληψιν της ράτσας των, λέγουν ότι ο Λύκος τρώγει προηγουμένως άμμο για να βαρύνη και γι’ αυτό ως επί το πολύ δεν μπορούν να τον σηκώσουν τα μουλάρια.

Αλλοίμονο, αν έκοβαν όλοι οι Λύκοι, λέγει μια πα­ροιμία. Κόβει μόνον ο Μονιάς. Τι είναι ο Μονιάς; Το μεγαλύτερο παιδί των ο Λύκος και η Λύκαινα το χωρίζουν άμα γεννηθή. Το τρέφουν και το εκπαιδεύουν ιδιαιτέρως. Εις αυτό εμπιστεύονται όλην την τέχνην την οποίαν του διδάσκουν με την επιμέλειαν της Αλεπούς. Κουβαλούν πρόβατα και γίδια ζωντανά στην φωλιά του Μονιά χάριν της υποδειγματικής του διδασκαλίας. Μεθ’ ο οδηγείται στα κοπάδια, προς τελειοποίησιν των σπουδών του.

Όρος απαράβατος: Από κοπάδια που είναι γύρω από την φωλιά του ποτέ δεν κλέβει ο Λύκος. Επι­θυμεί να μην ευρίσκεται εις παρεξηγήσεις με τους γειτόνους του, τουλάχιστον εφ’ όσον έχει τα μικρά του εις κατάστασιν ανηλικότητος.

Αφ’ ότου έρχεται ο Αγγλικός στόλος στον Αστακό, η πεδινή Ακαρνανία ησύχασε. Αι προβολαί των ηλεκτρικών εφόβισαν τον Λύκο πολύ, ώστε να φύγη. Άλ­λοτε τον είχε τρομάξει η λοκομοτίβα του σιδηροδρό­μου Κρυονερίου - Αγρινίου τόσον, ώστε έφυγαν όλοι και επέρασαν εις τους ορεινούς δήμους της Ακαρνανίας. Ο μακαρίτης ο Τρικούπης εμαυρίσθη τότε εξαιρετι­κώς από τους ποιμένας, διότι «του διαβόλου το σιδη­ρικό έριψε τους λύκους μέσα στη στάνη τους».

Η επικήρυξις του Λύκου είναι από τα κυριώτερα ποιμενικά έθιμα. Αν δεν απατώμαι, μόνον εις την Ελλάδα δεν είναι επικεκηρυγμένοι οι Λύκοι. Εις όλα τα άλλα κράτη ζη η νομοθεσία του Σόλωνος, του πρώτου επικηρύξαντος τους Λύκους. Εις τον περυσινόν Γαλλικόν προϋπολογισμόν της Γεωργίας βλέπομεν την εξής κλίμακα αμοιβών.

Λύκαινα εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν          75 φράγκα

Λύκος                                           50      »

Λυκόπουλο                                              20      »

Λύκος που έφαγε άνθρωπο                100     »

Ο νόμος του 1882 έχει διπλασίας τιμάς έφερε δε ως αποτέλεσμα, όπως βλέπομεν εις το ίδιον τεύχος του περυσινού προϋπολογισμού, ότι από 1336 Λύκους, που ηρίθμει τότε η Γαλλία, σήμερον, δηλαδή πέρυσιν, έμειναν μόνον 72.

Ζη επίσης η πρόληψις την οποίαν αναφέρει ο Βιρ­γίλιος, ότι αν σε ιδή ο Λύκος «χαβώνεσαι», τουτέστι μένεις άλαλος.

Αι καταστροφαί που κάνει στην Ελλάδα υπολογί­ζονται εις εκατοντάδας χιλιάδων. Γι’ αυτό ο σκοτώνων ή ο συλλαμβάνων Λύκον ανεπικήρυκτον ακόμη τον περιφέρει στα χωριά και παίρνει δώρα. Αν ο Λύκος είναι ζωντανός του γίνεται μεγάλη διαπόμπευσις. Τον γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι, με μάσιο, με ντέλφια και σφυρίγματα.

Ο Γύφτος δεν έχει πρόβατα κι απ’ αυτόν το βρί­σκει ο Λύκος. Το δέρμα του είναι για νταούλια και για ντέλφια.

Κάποτε δίκαζαν ένα Λύκο, λέγει ο μύθος. Ο Γύ­φτος εφώναξε περισσότερο από τους άλλους εναντίον του. Και ο Λύκος, που δεν μιλούσε εφ’ όσον τον κα­τηγορούσαν οι άλλοι, βλέποντας τον Γύφτο να κόβε­ται εναντίον του εγύρισε και του είπε:

- Καλά μωρέ Γύφτε, όλου του κόσμου του ’χω κά­μει ζημιά, αλλ’ εσένα τ’ αμόνι σώφαγα, πανάθεμά σε παληόγυφτε...

Όταν άλλη μια φορά τον κατηγόρησαν τα ζώα ότι τρώγει πρόβατα και γίδια απήντησε:

- Εγώ μωρέ πειράζω τα γιδοπρόβατα; Αμ’ αν εγώ έτρωγα πράματα θα γύριζα χειμώνα καιρός γυ­μνός; Δεν θάφκιανα με τα μαλλιά τους μία κάπα να μη με δέρνη η βροχή;

Κάποτε η Αλεπού έστειλε και του εζήτησε λίγα μαλλιά γιατί δεν της έφθαναν τα δικά της να αποσώση τον αργαλειό της. Ο Λύκος κατάλαβε τι του ζητούσε και της γύρισε ένα κομμάτι κρέας:

    Πέστε της, είπε, άμα τελειώση τα δικά της υφά­δια να βάλη κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες για μένα...

 

 

ΤΟ ΤΣΑΚΑΛΙ

 

Εκείνος που παρωμοίασε τους πολιτικούς της Ελ­λάδος με τσακάλια έκαμε μίαν μεγάλην αδικίαν εις βάρος των επιτηδειοτέρων τετραπόδων του λόγγου. Το τσακάλι ημπορεί να σφάξη μίαν νύκτα εκατόν και πλέον πρόβατα. Ίσως δεν υπάρχει άλλο καταστρεπτικώτερον ζώον. Διότι ο λύκος, ο οποίος ωσαύτως είναι φοβερός χασάπης, δεν φθάνει τα εκατόν. Η παράδοσις λέγει ότι, άμα περάση τα 99, σκάζει ο ατυχής. Αλλά και διακόσια να κόψη το τσακάλι, είναι αδύνατον να το εννοήση ο τσοπάνης. Τον λύκον, μάλιστα. Αυτός είναι πολυθόρυβος, μουρντάρης, όπως οι πολιτικοί. Το τσακάλι όμως άμα κινήση διά να κάμη επιχείρησιν, πρώτα θα επισκεφθή τον τσοπάνην θα εξετάση αν κοιμάται, πού είναι τα σκυλιά, πού τα κοπάδια, προσχεδιάζει τα πάντα, υποπτεύεται όλα τα ενδεχόμενα και τότε αρχίζει την σφαγήν. Σφάζει εκα­τόν και περισσότερα. Αλλά μόνον τα σφάζει ή τα πνίγει, δίχως ούτε το αίμα να ροφά, όπως ο λύκος. Κάνει καταστροφήν, χωρίς να μένη να γευθή τους καρπούς του. Φως φανερόν λοιπόν, ότι υπήρξε πολύ ατυχής η παρομοίωσίς του με τους πολιτικούς. Διότι επί πλέον είναι σπάνιον πράγμα να πιασθή το τσακάλι. Είναι τόσον επιτήδειον, ώστε το πρωί ούτε ντορόν (ίχνη) δεν αφήνει.

Πέρυσι, μολαταύτα, συνελήφθη ένα κατά τρόπον κωμικώτατον. Επήγεν εις την στάνην διά να κατοπτεύση τον τσοπάνην. Αλλ’ εκεί εμυρίσθη γάλα, το οποίον του αρέσει. Ατυχώς όμως το γάλα ήτο εις ένα ξύλινον δοχείον, στενόν επάνω και πλατύ κάτω· έχωσε λοιπόν την μούρην του εντός και, εφ’ όσον έπινε το γάλα, τόσον επροχώρει προς τον πυθμένα, πιεζομέ­νων των αυτιών του, τα οποία όμως, μόλις έφθασαν εις το πλατύ μέρος του δοχείου, επανέλαβον την προτέραν των θέσιν. Άμα λοιπόν έπιε το γάλα και ηθέ­λησε ν’ αποσυρθή, ανεκάλυψεν ότι τα αυτιά του δεν ωπισθοχωρούσαν πλέον. Άρχισε τότε να περιφέρεται προσωπιδοφόρον και να κτυπά δεξιά και αριστερά, ώστε να κατατρομάξη τον τσοπάνην, ο οποίος ενόμιζεν ότι πρόκειται περί διαβόλου. Μετά πολλούς όμως δισταγμούς, αντελήφθη περί τίνος επρόκειτο και συν­έλαβε τον επισκέπτην, τον οποίον και έφερε στο χω­ριό προσωπιδοφορεμένον.

Το τι έτράβηξεν ο ατυχής δεν λέγεται. Αποφεύγω την περιγραφήν των βασάνων του, διότι πρόκειται περί αληθινού ιεροεξεταστικού μαρτυρίου. Ποίος να τους εμποδίση; Ελάμβανον οι χωρικοί εκδίκησιν διά προαιώνια μίση, διά καταστροφάς ατελειώτους, διά ζημίας χιλιάδων δραχμών.

Υποθέτω ότι πονηρότερα μάτια δεν έπλασεν ο Θεός. Μικρά, σπιθωτά, αστραποκίνητα, τέλειοι διάβο­λοι, Τα βλαχόσκυλα, τα βαρυκίνητα και απονήρευτα, δεν καταφθάνουν να προφυλάξουν τα πρόβατα από τα τσακάλια. Διότι έχουν τόσα τερτίπια, ώστε οι βοσκοί να τα θεωρούν πολυμηχανώτερα από την αλεπούν. Φαντασθήτε ότι, όταν γίνωνται κοπάδι διά να κάμουν καμμίαν επίθεσιν - λέγεται ότι έχουν και αρχηγόν ονόματι καπλάνην, είδος λύκου με νύχια σπιθαμιαία - διαιρούνται εις δύο μέρη, εκ των οποίων το ένα κάμνει ψευδεπίθεσιν με τον σκοπόν ν’ αποπλανήση τα σκυλιά, να τα παρασύρη μακράν του κοπαδιού, και τοιουτοτρόπως η άλλη φάλαγξ επιτεθή ανέτως κατά των προβάτων. Οι βοσκοί γνωρίζουν την τέχνην των τσακαλιών και πάντοτε υποπτεύονται την επιδρομήν των από το αντίθετον μέρος των εικονικών εμφανίσεών των.

Άμα διασκορπίζωνται και χάνωνται, επιτυγχάνουν πάλιν την συνάντησίν των με ουρλιάσματα, εκ των οποίων οι πιστικοί εννοούν ότι πρόκειται περί γενικής προσ­κλήσεως προς έφοδον. Αλλ’ είναι εντελώς ανίσχυροι απέναντι των, διότι αλλού ουρλιάζονται και αλλού κάνουν τα θαύματά των! Λέγουν τόσα οι βοσκοί εις δόξαν της πονηρίας των, ώστε μερικά να τα θεωρούν μυθικά. Λέγουν, λόγου χάριν, ότι, ενώ μέρος των τσα­καλιών είναι περί την στάνην ετοιμαζόμενα προς έφο­δον, άλλο τάγμα ουρλιάζει εις μακρυνήν απόστασιν διά να καθησυχάση τους βοσκούς και τους βάλη εις τον ύπνον.

Τα ουρλιάσματα των είναι κάποτε προγνωστικά του καιρού. Άμα, λόγου χάριν, ουρλιάζωνται αποβραδίς, οι βοσκοί περιμένουν την επομένην βροχήν. Υπάρχουν και τσακάλια έχοντα την πονηρίαν της φυλής των και την παλληκαριάν του λύκου. Είναι τα λυκοτσάκαλα, μίγματα τσακαλιών και λύκων.

Αυτά είναι τα μάλλον επικίνδυνα, διότι άμα ορμή­σουν στο κοπάδι δεν εννοούν να φύγουν με κανένα τρόπον. Όπως, ως επί το πλείστον, αι έφοδοί των είναι νυκτεριναί, ο ατυχής τσοπάνης δυσκολεύεται να πυ­ροβολήση, διότι το πιθανώτερον είναι να σκοτώση τα πρόβατα του. Του απομένει λοιπόν ως μόνον μέσον η φωνή, η κραυγή, το πρόγκημα, οι πυροβολισμοί στον αέρα. Αλλ’ ενώ τα γνήσια τσακάλια φεύγουν μόλις ακούσουν φωνήν ή μάλλον παραμερίζουν διά να επιτεθούν αργότερον, ο λυκοτσάκαλος έχει την επιμονήν του λύκου, ο οποίος καλόν είναι να μην αποφασίση έφοδον· άπαξ πηδήση, τίποτε δεν τον αναχαιτίζει. Αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν νταής. Δεν κάνει τον παλληκαράν, μάλιστα έχει και κάποια ιπποτικά έθιμα, - ένα των οποίων είναι να μην πειράζη τα γειτονικά μαντριά - αλλ’ άμα κατά λάθος γίνη καμμία παρεξήγησις και πατήση το μαντρί, τότε πλέον δεν φεύγει χωρίς γενναίαν μερίδα.

Αλλά τα κατ’ αυτόν θα τα διηγηθώμεν εις την ιδικήν του ιστορίαν, η οποία θα είναι η μεγαλυτέρα με­ταξύ των παραλλήλων βίων των εξαιρετικών φυσιογνω­μιών του Βουνού και του Λόγγου.

Διάφοροι όμως συμπεθερολογικαί απροσεξίαι της φυλής των εισάγουν εις την ράτσαν των έξεις μικροπρεπείς. Διότι όχι μόνον με τα τσακάλια συμπεθερεύει, αλλά και με τα σκυλιά, το χείριστον δε πάν­των και με την αλεπούν.

Μολαταύτα ο λυκοτσάκαλος δεν εξευτελίζει πολύ το γένος των λύκων. Και παλληκαράς είναι και έξυπνος, όπως τα βέρα τσακάλια, τα οποία, επαναλαμ­βάνω, είναι μεγάλη αδικία να συγχέωνται με τους πολιτικούς.

«Η ζημιά εδώ και ο τσάκαλος στο χωριό», λέγει μία παροιμία. Ποία ελληνική πονηρία ημπορεί να καυχηθή διά τόσην επιτηδειότητα;

 

 

Ο ΕΣΒΟΣ

 

Η Ζωολογία νομίζω τον ονομάζει Ασβόν. Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν έχη Ασβόν του χαρίζω ένα τον οποίον τρέφω από μηνός με κίνδυνον να μη πάρω πλέον ψήφον από τους χωρικούς μου. Διότι πρώτον το τετράποδον αυτό, το οποίον είναι ένα εύμορφον μίγμα αγριόχοιρου και αλεπούς, είναι κυριολεκτικώς «χαμός» διά τα σπαρτά.

- Καλύτερα να πέσουν στα χωράφια μας δυο βόδια παρά ένας Έσβος! μου έλεγαν προ ήμερων οι γειτόνοι μου γεωργοί.

Τα δίκαια αυτά παράπονά των κατά της περιθάλ­ψεως ενός καταστροφέως των σπαρτών, μου ενθυμί­ζουν ένα από τα συγκινητικότερα δώδεκα επαναστα­τικά αιτήματα των Γερμανών χωρικών του 15ου αιώ­νος κατά των τσιφλικούχων. Παραπονούμενοι διότι τοις απηγορεύετο η καταδίωξις των αγριμιών, τα οποία ανήκον εις την κυνηγετικήν κυριότητα των χωροδεσποτών, έλεγαν: «Υποφέρομεν βλέποντες τα σπαρτά μας, τα οποία ο Θεός μεγαλώνει διά το κα­λόν των ανθρώπων, να τα τρώγουν ανωφελώς αγρίμια δίχως κανένα λόγον και ημείς να είμεθα σιωπηλοί θεαταί τούτου, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του Θεού και του πλησίον.»

Δυστυχώς εις την Ελλάδα η κυνηγετική νομοθε­σία είναι ακόμη φεουδαλιστική. Εκ των έως τώρα σημειωμάτων μου περί του αετού, της κίσσας, του μελισ­σοφάγου, του συκοφαγά, λαμβάνει κανείς οπωσδήποτε μίαν ιδέαν της διαρκούς μάχης του χωρικού απέναντι των αγριμιών, τα οποία είναι ολόκληρον πλήθος, όπως θα ιδήτε εις την σειράν αυτήν του «Λόγγου και του Βουνού» και το οποίον πλήθος ενώ σακατεύει την γεωργίαν, μόλα ταύτα ο χωρικός το μάχεται μόνον με τα πρωτογενή δόκανα, του προνομίου του κυνηγίου ανήκοντος μόνον εις τους ευπόρους.

Μετά τα σημειώματα αυτά, θα ομιλήσωμεν διά μα­κρών περί των νέων τάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας απέναντι του μεγάλου αυτού ζητήματος, το οποίον απασχολεί σήμερον μεγάλους αγροτικούς συγ­γραφείς βλέποντας εις την σύγχρονον κυνηγετικήν νομοθεσίαν τον ζωντανώτερον φεουδαλισμόν, αφού συμ­βαίνει το μοναδικόν αυτό, να τρέφωμεν ημείς το κυ­νήγι με τα σιτάρια μας, με τα σταφύλια μας, με τα μελίσσια μας, με τους κήπους μας, με τον ιδρώτα μας και να το τρώγουν οι πλούσιοι, δίχως ημείς να έχωμεν το ανθρώπινον δικαίωμα της αμύνης κατά των κατα­στροφέων μας αυτών.

Επιστρέφω εις τον Έσβον, ο οποίος μου έδωκεν αφορμήν εις την αρθρογραφίαν αυτήν. Ο ιδικός μου Έσβος διατρέχει και ένα άλλον κίνδυνον, ο οποίος δεν οφείλεται εις το μίσος των χωρικών κατά των αγριμιών, αλλά εις μίαν ισχυράν λαϊκήν πρόληψιν. Το δέρμα του είναι πολύτιμον ως προφυλακτικόν κατά της βα­σκανίας. Γνωρίζετε εξ άλλων λαογραφικών μελετών ότι η βασκανία, «το κακό μάτι», είναι ο φόβος και ο τρόμος των χωρικών της Ελλάδος. Τρέμουν τους ανθρώπους εις τους οποίους διάφοροι συμπτώσεις απέδωκαν την φήμην του «κακού ματιού». Προχθές μου έλεγε κάποιος γεωργός, ότι τα σπαρτά του ήταν περί­φημα έως την ώρα που επέρασε απ’ εκεί το «κακό μάτι» ενός χωριανού του. Του έρριψε χολέραν εις τα σπαρτά του, τα κλήματά του, εις τις ροδακινιές του και δεν κατώρθωσε να την σταματήση ούτε με αγιασμούς, ούτε με εξορκισμούς.

Προφυλακτικήν δύναμιν κατά της βασκανίας έχουν το δόντι του αγριόχοιρου, το κεχριμπάρι, το σκόρδο, αι τρίχες του λύκου και της αρκούδας και το δέρμα του Έσβου. Διά τούτο όταν προ μηνός έφεραν εις το καφενείον τον Έσβον, η πρώτη σκέψις των χωρικών ήτο να διαμελίσουν το δέρμα του. Ενώ λοιπόν ηπειλείτο ο πτωχός από ένα τοιούτον άγριον θάνατον, τον εζήτησα με την πρόφασιν ότι έχομεν χρέος να τον χαρίσωμεν εις τον Ζωολογικόν Κήπον και έκτοτε τον δια­τρέφω εγκάθειρκτον εις ένα πρώην δημαρχικόν γραφείον, δίχως καμμίαν πρόθεσιν να συμβολίσω την ανάλογον πολυφαγικήν δύναμιν των αγροτικών δημάρχων.

Το βέβαιον είναι ότι έχει ευμορφιάν. Η κεφαλή του, επιμήκης ως του χοίρου, είναι ασπρόμαυρη, με κάτι μικρά εξυπνότατα μάτια. Το δέρμα του τριχωτόν, ως το της αλεπούς, με την οποίαν ομοιάζει και εις τα πόδια. Δεν είναι ακόμη ενός έτους και έχει ανάστημα μεγάλου λαγού. Τρώγει ψωμί όλων των ειδών και προτιμά το σιταρίσιο. Παίρνει εύκολα θάρρος - έφαγε μόλις τον έφεραν εις το καφενείον - και κοιμάται πολύ, τόσον πολύ, ώστε πολλάκις τον εξυπνώ να του δώσω τροφήν.

Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν τον χρειάζεται, ευ­χαρίστως τον δωρώ εις όποιον τον ζητήση, κατά προτίμησιν πάντοτε εις την νεοσύστατον Εταιρείαν των Ζωοφίλων. Μέχρις Αγρινίου, το οποίον απέχει εντεύθεν 22 ώρας, τον στέλλω ελεύθερον παντός τέλους, όχι όμως και ασφαλισμένον εκ των εν τω μεταξύ χω­ρικών, οι οποίοι, όπως είπα, θεωρούν το δέρμα του πολύτιμον κατά της βασκανίας, το δε κρέας του φάρμακον κατά διαφόρων ζωικών ασθενειών. Μήπως τον χρειάζεται κανείς συνάδελφος διά να μη τον πιάνη κακό μάτι;

 

 

ΑΓΡΙΟΓΑΤΑ

 

Επικηρύσσει η Κυβέρνησις τους ληστάς, αι χωρι­κοί τους λύκους και τους αετούς, και κανείς δεν εσκέφθη να επικηρύξη την τίγριν αυτήν του ελληνικού λόγγου. Αν τα πτηνά είναι χρήσιμα διά τα σπαρτά, τα οποία σώζουν από τα επιβλαβή έντομα, η αγριόγατα είναι ασφαλώς ο μεγαλύτερος εχθρός της ελλη­νικής γεωργίας. Ζη, ως επί το πλείστον, με πουλιά. Και όσα αφήνει αυτή τα ξεπαστρεύουν τα φίδια. Ευ­τυχώς ο Θεός ηθέλησε και έβαλεν εις εμπόλεμον κα­τάστασιν αυτά τα δύο κακοποιά πλάσματα του λόγγου.

Η φιδολογική τέχνη της αγριόγατας είναι θαύμα θαυμάτων πονηρίας. Άμα βλέπη φίδι του δίνει την ουράν της. Εκείνο παλεύει να την δαγκάση, και αφού τοιουτοτρόπως του απασχολήση την προσοχήν με την ουράν της, ορμά και το κτυπά με το νύχι της κατακέφαλα. Εάν το φίδι προφθάση και δεθή γύρω από το σώμα της η αγριόγατα είναι χαμένη. Αλλ’ έχει τόσην τέχνην, ώστε η μάχη θα απολήξη εις βάρος του φιδιού.

Βέβαιος όμως νικητής κατά του φιδιού είναι μόνον ο σκαντζόχοιρος. Πιάνει το άκρον της ουράς του φιδιού και αποσύρει αμέσως την μούρην του εις το ακαν­θώδες κάλυμμά του. Επειδή δε το φίδι, πιασμένον από την ουράν δεν ημπορεί να φύγη, στρέφει και κτυπά τον σκαντζόχοιρον ή μάλλον τ’ αγκάθια του.

Όσον δε πληγώνεται τόσον ερεθίζεται και εξακολου­θεί να κτυπά, μέχρις ότου επιτέλους κατακομματιασθή επάνω στα βελόνια του σκαντζοχοίρου.

Πιστεύω εις την ευφυίαν αυτήν του σκαντζόχοιρου, διότι η λαϊκή ζωολογία - εξ ονόματος της οποίας ομιλώ εις τα σημειώματα αυτά - διηγείται μεγαλύ­τερα τεχνάσματά του. Εις την ιδικήν του ιστορίαν, - είναι το μόνον ζώον, το, οποίον εξακο­λουθεί να φέρη ακόμη τον τίτλον του Ρήγα - ανέ­φερα το πώς ο σκατζόχοιρος κλέβει τα περιβόλια. Μαζεύει εις ένα μέρος, σταφύλια, αχλάδια, σύκα, κυ­λίεται επάνω των, ώστε να εμπηχθούν εις τα βελόνια του, και τοιουτοτρόπως μεταβάλλεται εις οπωροπωλείον. Κατά μίαν ποιητικήν παράδοσιν, την συγκομιδήν αυτήν την φέρει εις την ερωμένην του:

 

Φέρνει σταφύλι κόκκινο

κυδώνι μυρωδάτο

αχλάδι κατακίτρινο

ροδάκινο μοσχάτο.

 

Αλλ’ οι χωρικοί, οι οποίοι έπαυσαν πλέον να είναι ποιηταί, διηγούνται ότι ο κατ’ αυτόν τον τρόπον οπωροσκεπαζόμενος σκαντζόχοιρος δεν έχει ούτε ερωμέ­νην ούτε εις ποιητικάς δωρεάς καταγίνεται. Έχει μαζί του ένα σύντροφον, ο οποίος κρυμμένος παρα­πλεύρως του, συλλαμβάνει τα πουλιά, που ρίπτονται επάνω του διά τα σταφύλια και τα σύκα.

Επιστρέφω εις την αγριόγαταν. Η μόνη τέχνη της και το μόνον αγαθοποιόν έργον της είναι η φιδοφαγία. Αλλ’ υποθέτω, ότι κάποιος αταβισμός ενεργεί διά να μισούμεν περισσότερον τα φίδια από την αγριόγαταν. Εννοώ το πάθημα της Εύας. Λόγος άλλος διά να αποκλίνωμεν υπέρ της αγριόγατας δεν βλέπω να υπάρχη. Διότι και κανενός είδους καταστροφή δεν υπάρχει άγνωστος εις την μικράν αυτήν τίγριν. Κυ­νηγά τους λαγούς, τα πουλιά, τα ψάρια, ρημάζει τους ορνιθώνας και τα μελισσομάντρια - σκοτώνει τις μέ­λισσες - επί πλέον δε έχομεν εδώ ένα ατυχή χωρικόν κυριολεκτικώς πετσοκομμένον από τα νύχια της.

Πλάσμα πονηρότερον και κακουργότερον δεν υπο­θέτω να έπεσεν από τα χέρια του Θεού. Η λαϊκή γλώσσα έχει πρόχειρον την φράσιν «παραμονεύει σαν αγριόγατα». Το συνηθέστερον «παραμόνεμα» της αγριόγατας είναι το εξής: Μία αγριόγατα κυνηγά τον λαγόν. Η άλλη πιάνει το «καρτέρι» και εκεί λουφά­ζει, σχεδόν γίνεται ένα με το χώμα. Ο λαγός, όταν καταδιώκεται, είναι στραβός από τον φόβον του. Άμα λοιπόν πέση στο καρτέρι, σωτηρίαν δεν έχει. Τα νύ­χια της αγριόγατας θα γαντζωθούν στον λαιμόν του.

Τα πουλιά πάλιν τα καταδιώκει ως εξής: Πιάνει μίαν κορυφήν δένδρου και παρακολουθεί απ’ εκεί τας διευθύνσεις των. Επειδή κατά την άνοιξιν τα πουλιά πηγαινοέρχονται στα δένδρα φέροντα τροφήν στα μικρά των, εκ των κινήσεων αυτών ανακαλύπτει την φωλιάν των και, άμα σουρουπώση, αρχίζει την δενδροπεριοδείαν. Εάν γνωρίζετε τον εχθρόν αυτόν των πουλιών, ο εαρινός λόγγος την νύκτα θα σας φαίνεται ατελείωτον θέατρον δραμάτων μητρικής στοργής.

Όλαι εκείναι αι φωναί των πουλιών, τας οποίας ανύποπτος διαβάτης ημπορεί να υποθέση ως τραγού­δια, είναι κραυγαί βοηθείας. Εάν ζήτε εις την εξοχήν, δεν έχετε παρά να δοκιμάσετε ως εξής τα μαρτύρια των πουλιών: Να πάρετε μίαν γάταν και να την δέ­σετε εις ένα κήπον. Αμέσως θά την κυκλώσουν ως σύννεφα χιλιάδες πουλιών. Ένα να την ιδή, θα μαζεύση η φωνή του όλα τα πουλιά του χωριού. Όλον το κάτω μέρος του τόξου του πολυμυθικού «Γεφυριού του Μανώλη» είναι κατάστικτον από φωλιές πετροχελιδονιών. Εις το άκρον, γεφυριού υπάρχει ένα χάνι, όπου θ’ ακούσετε χιλιόρρυθμον την παράδοσιν του στοιχειωμένου γεφυριού. Είχα κοιμηθή εκεί προπέρυσι, αφού επί ώρας ήκουσα την παράδοσιν της εύμορφης Πρωτομαστόρισσας, η οποία εξυπνά την νύκτα «με τη ρόκκα της όπως της επήραν τον ίσκιο» και φωνάζει για τον άνδρα της. Κατά τα μεσάνυχτα η ως τάφος σιωπηλή ρεμματιά εγέμισεν από μίαν χιλιόστομον ακατάληπτον κραυγήν.

- Δεν είναι η Πρωτομαστόρισσα… μου είπεν ο Χα­τζής. Είναι η αγριόγατα. Έρχεται για τα πετροχελίδονα...

Ο Χατζής μου περιέγραψε ζωγραφικώτατα το πλάσμα αυτό της αγριότητος.

- Δύο μερών να είναι τα παιδιά της, μου είπεν, ενώ είναι ακόμη θεόστραβα, σηκώνουν τις τρίχες των άμα νοιώσουν άνθρωπον γύρω των και λες πως θα πηδήσουν επάνω σου· ο Θεός να φυλάη.

Ο σιωπηλός λόγγος στοιχειώνει τον Φεβρουάριον από τον ερωτικόν σάλαγον των αγριόγατων. Δίχως άλλο, η νεραϊδολογική λαϊκή μυθολογία οφείλεται εις τους έρωτάς των, οι οποίοι γεμίζουν τα σπήλαια, τα δένδρα και τα ρέμματα με κραυγάς, εις το άκουσμα των οποίων είναι αδύνατον να μη σας έλθη ο νους εις διαβόλους και νεράιδες.

Μετά τας διαφόρους αυτάς διηγήσεις του Χατζή, τον συνεβούλευσα να τουφεκίζη άμα ακούη τα πετροχελίδονα να σκούζουν. Αλλ’ ο μπαρμπα-Κολιός την εποχήν εκείνην δεν ήτο εις ευχαριστοτέραν θέσιν των πετροχελιδονιών. Είχε τρία κορίτσια εύμορφα και εκατόν φυγοδίκους επιμένοντας διά της κουμπούρας να γίνουν γαμβροί του. Ήτο λοιπόν πάνοπλος αυτός και τα κορίτσια του, τα οποία είχεν εφοδιάσει με διά­φορα μαχαίρια, όπως μη «υφίσταται δικαιολογία περί βίας», καθώς έλεγεν. Άμα ήκουσα αυτά τα πράγματα, διέκοψα το κήρυγμα της ζωοφιλίας, διότι θα ωμοίαζα με εκείνον, ο οποίος επήγαινε να ανάψη το τσιμπούκι του από τα καιόμενα γένια του γείτονός του.

 

 

Η ΝΥΦΙΤΣΑ

 

Ιδού και ο τρόμος των κοριτσιών. Περιέρχεται την νύκτα τα σπίτια και κατακόβει τα υφάδια των αργαλειών, χώνεται εις τα φορτσέρια και σχίζει τα φο­ρέματα, αναποδογυρίζει τους γίκους και πριονίζει τα υφάσματα, ημπορεί, τέλος εις μίαν νύκτα να κάμη κουρέλια όλην την προίκα ενός κοριτσιού. Ήτο λοι­πόν επόμενον να πλεχθή ολόκληρος ιστορία επάνω εις το ξανθοκόκκινον αυτό τετράποδον - είναι περίπου σαν μεγάλο ποντίκι - το οποίον αφθονεί εις τα σπίτια και τους κήπους των χωρικών.

Κατά την ιστορίαν αυτήν, η Νυφίτσα - η οποία εις πολλά μέρη συγχέεται με την Βερβέραν - ήτο μελλόνυμφος. Όταν ήλθεν η παραμονή του γάμου της, η αδελφή, της έκλεψε την προίκα της και την άφησε δίχως «ράμμα στο βελόνι». Έκτοτε η ατυχής αναζη­τεί μέσα στα σπίτια τα εργόχειρά της και όπου εύρη γίκον νομίζει ότι είναι ο ιδικός της. Στρώνεται λοιπόν και τον λιανίζει με τα δόντια της, έκτος αν εύρη πα­ρέκει καμιά ρόκαν, οπότε κάθεται και γνέθει διά να συμπληρώση την προίκα της.

Διότι, κατά την παράδοσιν, η Νυφίτσα ήτο τόσον εργατική, ώστε δεν άφηνεν ούτε ώραν δίχως να δουλεύει είτε εις τον αργαλειόν της είτε εις την ρόκαν της. Άλλως τε τα κορίτσια φρονούν, ότι η ρόκα, την οποίαν τοποθετούν παρά τον γίκον των, είναι μία ομολογία προς την Νυφίτσαν, ότι η προίκα είναι ιδική της και τοιουτοτρόπως δεν έχει λόγον να θυμώση.

Πολλά βράδια η Νυφίτσα παρουσιάζεται εις τα νυχτέρια των κοριτσιών. Περιφέρεται δίπλα των ως να αναζητή κάτι. Το θάρρος αυτό το έχει πάρει εκ του ότι ποτέ δεν την πειράζουν. Τουναντίον μάλιστα ούτε γυρίζουν μάτια προς αυτήν. Εξακολουθούν την εργασίαν των και, ως να μη την αντελήφθησαν τάχα, ομιλούν διά την Νυφίτσαν:

- Καλή και άξια κοπέλλα που ’ναι η Νυφίτσα... Έφκιασε την προίκα της και ακόμη δουλεύει... Είπαν ένα λόγο, πως την επάνω Κυριακήν η Νυφίτσα παν­τρεύεται...

Άμα η Νυφίτσα φύγη, ώστε να μην ακούη, τότε πλέον αρχίζει από τα κορίτσια η διακωμώδησις των γάμων της.

 

Πέντε πόντικοι

και δεκοχτώ νυφίτσες

γάμον έκαναν

μ’ ένα κλωνί σιτάρι

και το ήλιαζαν

στης βατσινιάς το φύλλο

το γοργοάλεθαν

στου σφονδυλιού την πλάκα

σκνίπα ζύμωνε

κουνούπι ανεβατίζει

κι ο σκαντζόχοιρος

κοντοσυμπάει το φούρνο·

σπίθα πήδησε

του καίει το ποδαράκι

τρέχει ο μπάκακας

με το νερό στο στόμα,

τρέχει ο ψύλλος

με πάτερο στον ώμο

- Πού να τόνε θάψωμε,

πού να τόνε πάμε

- Στην κυρά την Παναγιά

πόχει ανώγια και κατώγια,

κι εκατό σανίδια.

 

Στους υπερλάμπρους στίχους του «Multiple Splendeur» τραγουδεί ο Βεράρεν τους πρωτοπλάστους, που «μη γνωρίζοντες τίποτε, ανεκάλυπταν την οδύνην, το κακόν, την ηδονήν, το καλόν.» Τα μάτια των και ο εγκέφαλος των επνίγοντο από νέα δράματα και εντυπώσεις. Ενώ λοιπόν «κατετρώγαν την χαράν ως μίαν άπειρον λείαν», ήρχιζαν να ονομάζουν τα πράγ­ματα «με προχείρους κραυγάς», αι οποίαι αργότερον έγιναν λέξεις, άλλαι διστακτικαί «βαφόμεναι με χί­λια χρώματα», και άλλαι πίπτουσαι και αγειρόμεναι «σταθεραί και καθαραί» πέριξ της ιδέας, ψάλλουσαι την ειλικρινή και θείαν έκπληξιν των αυτιών, των μα­τιών, των χεριών, των ρωθώνων, εμπρός στους καρ­πούς, στα λουλούδια, στα νερά και στους λόγγους. Έκτοτε, λέγει, επέρασε καιρός επάνω στα πρώτα αυτά ψελλίσματα της ανθρωπίνης ψυχής, βασιλείς και λαοί διεσταυρώθησαν στις θάλασσες, στα βουνά και στους κάμπους, οι οποίοι έρριψαν προς την ηχώ τας διαφόρους λέξεις των, το πλήθος ολόκληρον ωσαύτως ειργάσθη επάνω εις την γλώσσαν· αλλ’ όμως ζουν ακόμη αι πρώται εντυπώσεις των αφελών ανθρώπων εμπρός εις το πλήθος των φαινομένων της Γης και του Ουρανού.

Αι πρώται αύται εντυπώσεις νομίζω ότι αποτελούν, κατά το πλείστον, τας λαϊκάς παραδόσεις. Όσον ευμορφότεραι είναι, τόσον ωραιότερα μας αποκαλύπτεται η ψυχή των ανθρώπων, οι οποίοι μας εγέννησαν.

Οι άνθρωποι δε οι οποίοι αγωνίζονται ηλιθίως ν’ α­νακαλύψουν ποίας αρχαίας δοξασίας λείψανον είναι αυτή η παράδοσις και πόσον η άλλη σχετίζεται με την δείνα σελίδα της αρχαίας Μυθολογίας, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να μας είναι μισητοί μέχρι θανάτου. Διότι ζητούν να ευρίσκη έλεος υπό τον ήλιον η ύπαρξίς μας μόνον αν εις τας διηγήσεις του παππού μας και της γιαγιάς μας ζουν αι γνώμαι και τα συναισθήματα του Ξενοφώντος και του Θουκυδίδου.

Εις την παράδοσιν της Νυφίτσας ανακαλύπτω μίαν ψυχήν γεμάτην ευμορφιάν. Ένα μικρόν καταστρεπτικόν ζώον το ετύλιξε με μετάξια και στολίδια. Έβλεπα προχθές εις ένα κήπον πλήθος από μικρές κούκλες επάνω στις ροδακινιές. Τι νομίζετε ότι συμβαίνει; Τας φκιάνουν και τας δένουν εκεί οι χωρικοί διά να γλυτώσουν τα ροδάκινα των από την Νυφίτσαν. Άμα η ροδακινιά δεν έχη κούκλαν, η Νυφίτσα έχει διάθεσιν να ρίψη κάτω όλα τα ροδάκινα. Άμα βλέπη κούκλαν, ίσως διότι της αρέσουν περισσότερον τα κόκκινα κουρέλια, αφήνει εις την ησυχίαν των τα ροδάκινα και επιτίθεται εναντίον της.

Η παράδοσις λέγει, ότι το μίσος αυτό οφείλεται εις το ότι η Νυφίτσα είχε προίκα και ένα κήπον με ροδακινιές, μηλιές, αχλαδιές, και την κούκλαν την παίρνει διά την αδελφήν της, η οποία εσφετερίσθη μαζί με την προίκα της και τον κήπον της.

Βλέπετε ότι ο εξωραϊσμός του μικρού αυτού δαί­μονος επροχώρησε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε να μην αφήνεται αδικαιολόγητος καμμία κακή διάθεσίς του. Τι θα ωφελούσεν αν παρουσιάζετο ως ένα ον καταστροφής; Τίποτε απολύτως. Τουλάχιστον με την παράδοσιν αυτήν και τα κορίτσια σώζουν την προίκα των - αφού η Νυφίτσα, όπως σας είπα, άμα ευρίσκη ρόκαν δίπλα εις τον γίκον, ασχολείται με αυτήν - και οι κηπουροί τα ροδάκινά των, επί πλέον δε και ημείς γευόμεθα μίαν ωραίαν ιστορίαν, η οποία, όπως όλαι αι ελληνικαί παραδόσεις, αποκαλύπτει μίαν ψυχήν πλημμυρισμένην από συναίσθημα εξαιρετικής ευμορφιάς.

Εις τον κάμπον του Ωροπού, όπως και εις άλλους πολύ ομαλούς κάμπους, οι Ευρυτάνες ποιμένες τα πρόβατά των, τα οποία εδώ επάνω είναι γεμάτα κου­δούνια και κύπρια, τα «ξαρματώνουν» εντελώς, διότι ο «κάμπος είναι ζαλερός και τρώει το γλεντερό κο­πάδι.» Υποθέτω ότι, επειδή είναι πολύ επίπεδος ο κάμπος, τα βαριά κουδούνια, κάμπτοντα νυχθημερόν τα κεφάλια των κοπαδιών, επιφέρουν εγκεφαλικήν υπεραιμίαν, πράγμα το οποίον εδώ εις τα ορεινά δεν συμβαίνει λόγω των εδαφικών ανωμαλιών.

Ήθελα να μάθω κατά τι θα ωφελούσε περισσότερον τους πατριώτας μου κτηνοτρόφους η ερμηνεία αυτή, την οποίαν πιθανόν και να μη εδέχοντο. Σώζουν λοι­πόν αυτοί τα πρόβατα των ερμηνεύοντες, όπως σας είπα το φαινόμενον, εγώ δε εις την διήγησιν της πα­ραδόσεως, όπως και της Νυφίτσας την διήγησιν, γυ­ρίζω χρόνια πίσω και κουβεντιάζω με τον παππού, με τη γιαγιά μου και με τον προσπαππού μου και θερα­πεύομαι από την ευμορφιάν της φαντασίας. Έκτος πλέον αν ο κ. Σκιάς και ο κ. Γαρδίκας επιμένουν ότι συνδιαλέγομαι με τον Αριστογείτονα και με την κυρίαν Πεισιστράτου.

 

 

ΤΟ ΚΟΥΝΑΒΙ

 

Ενώ έχει το μαλακώτερον δέρμα, τόσον, ώστε να τυλίγη τους λαιμούς των γυναικών, και ενώ ζη ως επί το πλείστον με μέλι, έχει μολαταύ­τα την σκληροτέραν ψυχήν. Εάν πιασθή εις δόκανον, θα γυρίση και θα κόψη με το στόμα του το πόδι του, πράγμα το οποίον ούτε η αλεπού, ούτε ο λύκος έχουν την ωμότητα να επιχειρήσουν.

Δύσκολον λοιπόν πράγμα να ευρεθή εις δόκανον κουνάβι, διότι αφ’ ενός μεν αν πιασθή θα κόψη το πόδι του, αφ’ ετέρου δε δεν είναι και έξυπνον όσον η αλεπού, ώστε να μετέρχεται τα τεχνάσματά της, τα οποία πολλάκις την χαντακώνουν.

Αυτή, λόγου χάριν, ως λίαν πονηρή, γνωρίζει την μέθοδον του δοκάνου και άμα εισέρχεται εις αμπέλια ή πλησιάζη ορνιθώνας ενώνει τα πόδια της, ώστε να τα κάνη ένα, προς τον σκοπόν να μη απλώνεται εις ευρύν χώρον και πατήση επάνω εις κανένα δόκανον. Αλλ’ όπως περπατεί ή μάλλον όπως πηδά και με τα τέσσαρα μαζί, συμβαίνει να πέση επάνω εις δόκανον και τότε πιάνεται και με τα τέσσαρα. Εντεύθεν η παροιμία «η πονηρή αλεπού πιάνεται και από τα τέσσαρα». Το κουνάβι, μη επαγγελλόμενον ευφυίαν, περιπατεί και με τα τέσσαρα πόδια του ανοιχτά, πιά­νεται επομένως από το ένα, γυρίζει τότε και τρώγει το συλληφθέν πόδι του και αφήνει υγείαν εις το δό­κανον και εις κανέν υπόλειμμα του ποδιού του.

Οι κουναβοκυνηγοί λοιπόν παρητήθησαν προ πολλού της διά του δοκάνου μεθόδου και το κυνηγούν ως εξής. Εάν είναι χειμών ακολουθούν τα ίχνη του επάνω στα χιόνια και τοιουτοτρόπως ευρίσκουν τη φωλιά του, η οποία θα είναι ή εις την κουφάλαν κα­νενός δένδρου ή εις καμμίαν σπηλιάν. Οι κυνηγοί γνωρίζοντες ότι πάντοτε η φωλιά των κουναβιών θα έχη δύο εξόδους, τοποθετούν εις το στόμιον της μιας εξόδου σάκκον ανοικτόν προς τα χείλη του στομίου και κατόπιν πηγαίνουν από την άλλην οπήν και το καπνίζουν με αναμμένα πανιά διά να το προγκήσουν. Εκείνο πηδά να φύγη και πέφτει μέσα εις το σακκί. Επειδή δε, όπως είπα, δεν είναι πολύ έξυπνον, παρα­σύρεται πολλάκις εις τα κόλπα των κυνηγών, το προχειρότερον των οποίων είναι η τοποθέτησις κρέατος εις μέρη επικίνδυνα διά την ασφάλειάν του. Δεν είναι καθόλου φιλύποπτον, όπως η αλεπού, η οποία όταν εμυρίσθη κάποτε τοιαύτην ετοιμασίαν εις μέρος ύποπτον, ελοξοδρόμησε και είπεν:

-Ωχ αδελφέ! πρέπει να μου βάλετε και κρασί... Γεύμα δίχως κρασί δεν κάνει η αλεπού...

Πολλάκις το κουνάβι καταδιωκόμενον χώνεται εις μίαν κουφάλαν, η οποία πιθανόν να μη έχη άλλην έξοδον, και σκαλώνει εις το υψηλότερον μέρος της, ώστε να μη ημπορούν να το τουφεκίσουν οι κυνηγοί. Τότε ανάβουν υπό την κουφάλαν άχυρα και τα κου­νάβια πίπτουν κάτω μεθυσμένα, σχεδόν αναίσθητα. Επίσης οι κυνηγοί γνωρίζουν, ότι άμα τον χειμώνα είναι μεγάλη λιακάδα, τα κουνάβια πηγαίνουν στις φωλιές των νυφιτσών, αι οποίαι έχουν την ποιητικήν ιδιοτροπίαν να της πλέκουν εις τας υψηλοτέρας κορυφάς των ελατιών. Τα κουνάβια όμως τας διώχνουν για να ηλιασθούν αυτά, οι δε κυνηγοί, οι οποίοι ηξεύρουν την αγάπην των αυτήν προς την θαλπωρήν των νυφιτσοφωλιών, πολλάκις έτυχε να τουφεκίσουν νυφίτσες για κουνάβια, τουτέστι μπούφους για αηδόνια. Μόλα ταύτα οι πρωτόπειροι κουναβολόγοι (έμποροι κουνα­βιών) την παθαίνουν κάποτε και αγοράζουν νυφιτσοδέρματα ως μικροκουνάβια. Λέγεται δε ότι έγινε τόση κατάχρησις της πονηρίας αυτής εκ μέρους των χωρικών, ώστε να δημιουργηθή πλέον τάξις ειδικών κουναβολόγων.

Ωσαύτως έχει αναπτυχθή τάξις ειδικών σκύλων. Τα κουναβόσκυλα αυτά όχι μόνον δεν κυνηγούν τί­ποτε άλλο, αλλά και άμα ανακαλύψουν κουνάβι το καταδιώκουν έως ότου το αναβιβάσουν εις κανέν δέν­δρον και αφού καταλάβουν το μέρος ώστε να το βλέ­πουν ότι είναι επάνω, γαυγίζουν, ειδοποιούντα τον κυνηγόν. Πολλά κουναβόσκυλα συλλαμβάνουν τα κου­νάβια εις το πήδημα των από τα δένδρα, αλλά, ως να γνωρίζουν πόσον πολύτιμον είναι το τρίχωμά των, τα αρπάζουν τεχνικά διά να μη τα μαδήσουν.

Το κουνάβι όπως και η αλεπού μαδά μέχρις απογυμνώσεως την άνοιξιν η οποία είναι και η εποχή των ερώτων των. Εις αυτήν δε την εποχήν αποκουτιαίνεται ώστε να ημπορούν να το πιάσουν και τα μικρά παιδιά. Λέγει ο μύθος ότι ένα κουνάβι παρεπονείτο εις την αλεπού κατά του Θεού, διότι νερουλιάζει τόσον τα μυαλά των την άνοιξιν. Η αλεπού, εν τη πανσοφία της, συνέστησεν εις το κουνάβι να ευλογή τον Ύψιστον, διότι αν τούς παίρνη τα μυαλά τούς παίρνει ταυτο­χρόνως κατά την άνοιξιν και το τρίχωμά των, πράγμα το οποίον τα απαλλάσσει από τα μαρτύρια του κυνη­γίου, διότι δεν έχουν καμμίαν αξίαν άμα είναι μαδημένον το δέρμα των.

- Μπα! είπε το κουνάβι, για τα μαλλιά μας μας κυνηγούν;

- Άμ γιατί σε κυνηγούν, θαρρείς; του απήντησε η αλεπού. Για να σε βάλουν δημογέροντα;

Και τοιουτοτρόπως περνούν τα μελίμηνά των θεία συνάρσει εν πλήρει ησυχία.

 

 

Η ΒΙΔΡΑ

 

Φαίνεται ότι ο Νώε δεν έκαμε το μόνον σφάλμα να πάρη εις την κιβωτόν τον κόρακα. Η παράδοσις - η οποία εδώ, προκειμένου περί Νώε, επαναλαμβάνω ότι είναι νωπή ως τελευταία ώρα εφημερίδων - μας πληροφορεί ότι έκαμε και άλλα λάθη. Επήρε μαζί του και την Βίδραν, η οποία «του έκαμε γηράματα», και ιδού πώς: Αφού υψώθη ολίγον η κιβωτός, η Βίδρα επετέθη κατά των εν αυτή ποντικών. Ο Νώε την επέπληξεν, αλλ’ αυτή επανέλαβε την επίθεσίν της. Τότε ο Νώε εθύμωσε και την επέταξεν έξω. Αλλά, ενώ ενόμιζεν ότι επνίγη, την βλέπει μετ’ ολίγον να τρώγη τα ψάρια.

Ήρχισε να φοβήται τότε μήπως εξολοθρεύση εντε­λώς την γενεάν των ψαριών και ηναγκάσθη να την πάρη πάλιν εις το πλοίον του. Αλλά πάλιν του ερρήμαζε τα ποντίκια, πάλιν την έρριψεν εις την θάλασ­σαν, την επανέφερε, την έρριψε διά τρίτην φοράν, και η φασαρία αυτή, η οποία διήρκεσε καθ’ όλον τον πλουν, τόσον εκούρασε τον Νώε, ώστε, κατά τον εκ Κερασσόβου άνευ τέλους μυθολόγον κ. Ι. Τσιώκον εξ αίτιας της εμέθυσε τόσον δυνατά κατά την αποβίβασιν και έγιναν όσα έγιναν.

Εάν πραγματικώς επήρε μαζί του την Βίδραν ο Νώε, δεν έχω κανένα δισταγμόν να πιστεύσω ότι τον εβασάνισε πολύ. Ο Αχελώος είναι σχεδόν κατοικία Βιδρών, και όμως σπάνιον πράγμα να κτυπήσωμεν μίαν τον χρόνον (το δέρμα της φθάνει εις 20 δραχμάς). Η στερεά και τα νερά τής είναι εξ ίσου οικεία. Άμα την στριμώξετε εις μίαν σπηλιάν, θα πηδήση εις το ποτάμι. Αν εκεί δεν αισθάνεται τον εαυτόν της εν ασφαλεία, θα τρυπώση εις όποιαν σπηλιάν εύρη καλυτέραν. Εις μεν την ξηράν τρώει ποντίκια, φίδια, καβούρια, εις δε τα νερά ευφραίνεται λογής λογής ψά­ρια, ιδίως τα τετράπαχα και κουτά μπριάνια, διότι η πονηρά πέστροφα κατορθώνει και της διαφεύγει.

Απίστευτα πράγματα λέγονται διά την ευφυίαν της Βίδρας. Λέγεται ότι, διά να κυνηγήση τα ψάρια αποτελεσματικώς, παίρνει και σύντροφον, όπως οι αετοί. Η μία Βίδρα πιάνει τα στενά κανάλια των ποταμών και τοποθετεί το στόμα της ως καλαμωτήν, ενώ η άλλη τα κυνήγα από πίσω και τα «σουδιάζει» προς την στενήν διάβασιν.

Η πονηρία της όμως είναι πολλάκις επικίνδυνος δι’ αυτήν όσον και της αλεπούς, της οποίας είναι πρωτεξαδέλφη. Οι κυνηγοί, γνωρίζοντες ότι τρέφει ιδιαιτέραν αδυναμίαν προς τα ψάρια, παίρνουν ψαροκόκαλα και τα πετούν στα σπήλαια διά να νομίση ότι και άλλη Βίδρα έφαγε εκεί ψάρια, άρα ότι είναι κα­λός σταθμός διά ψάρευμα. Αλλά αντί ψαριών δέχεται εκεί σκάγια, πολλάκις δε υπό τα ψαροκόκκαλα κρύ­πτεται δόκανον, διά του οποίου επιδιώκεται ως επί τα πλείστον η σύλληψίς της.

Προτιμάται άλλως τε το δόκανον, όχι μόνον ως ευκολωτέρα μέθοδος, αλλά και χάριν της μεγαλυτέρας αξίας του δέρματος της, το οποίον εις ωρισμένον μέ­ρος έχει, κατά την παράδοσιν, μίαν πολύτιμον ουσίαν ονόματι «μόσχον», με την οποίαν, κατά τους χωρι­κούς, κατασκευάζεται ένα φάρμακον χρήσιμον διά τας πληγάς, διά τας λιποθυμίας, ακόμη και διά την παράτασιν της ζωής των ετοιμοθάνατων. Πιστεύεται δε γενικώς, ότι άμα τουφεκισθή, χάνει τον «μόσχον».

Τα κυνήγι της είναι αποτελεσματικώτερον άμα θο­λώνουν τα ποτάμια. Τότε η Βίδρα αποσύρεται προς τας πηγάς, διά να ψαρέψη εις τα καθαρά νερά.

Ολίγας ώρας κάτω από τα χωριό μου πηγάζει ο μισός Αχελώος από την περίφημον Μαρδάχαν, την πολυύμνητον από ξένους και ιδικούς μας.

Λέγεται ότι τα καταγάλαζα νερά της προέρχονται από την λίμνην των Ιωαννίνων και υπογείως εκείθεν φθάνουν εις τα κράσπεδα των Απεραντιακών βουνών όπου και εκβάλλουν παρά τας όχθας του Αχελώου. Τα νερά αυτά, τα οποία, κατά τον Γαζή, θαρρώ, είναι ο Αχέρων ποταμός, είναι χειμώνα καλοκαίρι τόσον γαλάζια, ώστε εις ευρύν κύκλον να γαλαζώνουν και τα νερά του Αχελώου άμα θολώνη.

Η Βίδρα λοιπόν αποσύρεται εις τοιούτου είδους λι­μάνια, αλλά φαίνεται ότι έκαμε τόσην κατάχρησιν των μερών αυτών, ώστε να γίνη γνωστόν εις τους κυ­νηγούς. Φαίνεται όμως ότι και αυτή αντελήφθη τούτο, διότι επί δύο τρεις ημέρας που εμείναμεν κάποτε εις την Μορδάχαν, οι περίοικοι κυνηγοί και ψαράδες μας εβεβαίωσαν,ότι έχουν ένα χρόνον να ιδούν Βίδραν εις τα γειτονικά νερά. Ηρκέσθημεν λοιπόν εις ολίγα ψάρια και αντί Βίδρας, είδαμεν ένα κασκέτο από δέρμα της επί της κεφαλής του μυθολόγου κ. Τσιώκου...

Εις την απορίαν περί του πως ένα τόσον εύμορφον δέρμα δεν έχει όσην αξίαν και ένα κουνάβι, ο εκ Κερασσόβου συνάδελφος μου διηγήθη ότι το τιμολόγιον συνέταξεν ο ίδιος ο Νώε, ως φύλλον ποιότητος, λαβών υπ’ όψιν του τας εν τη κιβωτώ παρεκτροπάς των ζώων, αναλόγως των οποίων ώρισε και τας τιμάς. Η Αλεπού, είπεν, έφαγε μίαν κόταν του Νώε και τόσον τον εθύμωσε, ώστε την ετιμολόγησεν εκατό δραχμάς. Αλλά προσέπεσεν, έκλαψεν, ικέτευσε και ο Νώε την ελυπήθη. Το κουνάβι όμως του έφαγε δύο μελίσσια και, επειδή έχει σκληράν ψυχή,- έγραψα περί αυτού ότι άμα πιασθή εις το δόκανον τρώγει το πόδι του και φεύγει - δεν ηθέλησε να προσπέση εις τον Νώε και διά τούτο έμεινε με την μεγάλην τιμωρίαν να αξίζη το δέρμα του ακριβώτερον από όλα. Η Βίδρα; Η Βίδρα τον εθύμωσε περισσότερον από όλα, αλλ’ ηναγκάσθη ο Νώε να συνθηκολογήση. Άμα ήκουσε το τιμολόγιον επήδησεν από την κιβωτόν και του είπεν:

- Ή μου κατεβάζεις το τιμολόγιον, ή δεν σου αφήνω άλλη πέστροφα.

Λέγεται δε ότι ο Νώε, τρελλαινόμενος για τις πέ­στροφες, συγκατετέθη και εδέχθη τους όρους της Βίδρας, υποσχεθείσης ότι δεν θα καταδιώκη την πέστροφαν μέχρις εξολοθρεύσεως.

 

 

ΤΟ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΟ

 

Μια φορά το ποντίκι πήγε στη Θάλασσα και της είπε:

-Έρχομαι να σε πάρω γυναίκα. Με κυνηγάει όλος ο κόσμος και θέλω να πιαστώ από μεγάλο σόι. Μου είπαν πως εσύ είσαι το δυνατώτερο στοιχειό…

-Εγώ, ποντίκι μου, είμαι δυνατό στοιχειό; είπ’ η Θάλασσα, Βλέπω εγώ Θεού πρόσωπο άμα πεισμώσ’ ο άνεμος; Με βάζει αυτό το θηρίο και χορεύω στο ταψί...

-Ώστε ο άνεμος είναι το δυνατώτερο στοιχειό;...

-Άμ’ ποιος άλλος είναι; είπεν η Θάλασσα.

Το ποντίκι έφυγε και πήγε στον Άνεμο.

-Άνεμε, του λέει, έμαθα πως είσαι το δυνατώ­τερο στοιχειό...

-Ποιος σου το είπε! Εγώ, παιδί μου, δυνατό στοι­χειό; Ξερριζώνω τίποτε παλιόδενδρα, πνίγω κανένα καΐκι κι άμα αγγίξω το βουνό σπάζω τα μούτρα μου και γυρίζω πίσω...

Το ποντίκι πήγε στο βουνό.

-Βουνό, του είπε, έμαθα πως είσαι το δυνατώτερο στοιχειό.

-Εγώ δύναμι, παιδί μου; Ξέρω αν θα ’μαι ορθό σε λίγη ώρα ή θα κυλίσω στο ποτάμι;... Ορίζω ζωή εγώ απ’ το Κρυφοπόντικο, που μου σκάβει το κορμί νύχτα μέρα;...

Το ποντίκι είδε πως το Κρυφοπόντικο ήταν αλήθεια το δυνατώτερο στοιχειό κι επήγε και το πήρε γυναίκα.

Αν εκάνατε τον κόπον να διαβάσετε μίαν ανατο­μική περιγραγή του Τυφλοπόντικου, θα επιστεύατε τον ελληνικόν μύθον ως σοφόν νατουραλιστήν.

Μόνον σάλπιγγες δεν έδωσεν ο Θεός στον υπόγειον αυτόν σατανάν για να αποτελή πλήρη λόχον του Μηχανικού. Τρυπητήρια, αξινάρια, σφήνες, λοστούς, πριόνια, ό,τι τέλος κοφτερόν εργαλείον γνωρίζετε, τα έδωκεν ο Θεός στην σκοτεινήν αυτήν ζωήν, η οποία κατά τον Εττιντζέρο, τον συγγραφέα των «Ζώων του Κόσμου» απαντάται μόνον στην Ελλάδα, στην Ουγγαρίαν, στην Μολδαυίαν, στην Ρωσσίαν και στην Μι­κράν Ασίαν. Από τας «Εικόνας του βίου των Ζώων» των κ. κ. Κουρτίδου και Τσίληθρα αποσπώμεν γραμμάς αφορώσας τα πόδια του και το ρύγχος του.

Εάν εύρη κατάλληλον θέσιν διατρυπά το έδαφος διά του οξέος άκρου της κεφαλής του, το οποίον ως σφήν εισδύει εντός του εδάφους. Συγχρόνως διά των προσθίων αυτού ποδών, τα οποία διευθύνονται προς τα πλάγια του σώματος και προς τα έξω, παραλαμ­βάνει το χώμα και ταχέως το ωθεί προς τα οπίσω. Οι οπίσθιοι δε πόδες παραλαμβάνουσι το απορριφθέν χώμα και ρίπτουσιν αυτό όπισθεν του σώματος. Όταν το έδαφος δεν είναι πολύ συμπαγές, εντός λεπτού δύνα­ται ο ασπάλαξ να εξαφανισθή εντός της γης. Ο ασπάλαξ όπως δύναται να εισδύη εντός της γης κέκτηται κεφαλήν απολήγουσαν εις ρύγχος οξύ ως σφήν, εις δε τους προσθίους πόδας φέρει μακροτάτους και οξείς πτυοειδείς όνυχας. Όπως δε παραμερίζη το χώμα και ρίπτη αυτό οπίσω έχει ισχυρότατα τα πρόσθια άκρα... Αδύνατον θα ήτο εις τον ασπάλακα να σκάπτη αν έμελλεν η κόνις να εισέρχεται εντός των οφθαλ­μών και εντός των ακουστικών πόρων του. Αλλά τούτο είναι αδύνατον, διότι οι οφθαλμοί αυτού είναι μικροί ως μικρόταται υάλιναι χάνδραι. Όχι δε μόνον κλείονται ασφαλώς διά των βλεφάρων, αλλά και αποσύρονται βαθέως εντός της κόγχης, τούτου δε γενομένου συγκυρτούνται αι τρίχες του μετώπου και των παρειών υπεράνω των οφθαλμών, ούτως ώστε ούτοι μένουσιν εντελώς κεκλεισμένοι. Επίσης εξαίρετος είναι η κατασκευή του εξωτερικού του ωτός.

Τι είχε κατά νουν ο Ύψιστος όταν έπλαθε το συνεργείον αυτό, το οποίον είναι ικανόν εις μίαν ώραν να ανοίξη στοάς και υπονόμους, θαύματα εργασίας, ταχύτητος, πονηρίας, καταστροφής; οι νατουραλισταί διηρέθησαν εις υπερασπιστάς του και διώκτας του. Τι δύσκολο να κάμης το οικονομικό μπαλάντζο ενός ζώου!

Προ ημερών κάποιος Ιταλός επέμενεν, ότι η Κίσσα προσφέρει μεγάλας υπηρεσίας στην πατρίδα του, διότι στην κλεπτομανίαν της οφείλονται πλείστα δάση κα­ρυδιών. Το πουλί αυτό, που όπως σας έλεγα προπέρυσιν, έφτασε να κλέβη και την κιμωλίαν των χωρικών κα­φενείων, φαίνεται ότι δεν προφθάνει να θυμάται πού κρύβει τα κλοπιμαία του. Χώνει λοιπόν καρύδια στα χωράφια, τα οποία φυτρώνουν, πράγμα το οποίον αν είναι αληθές εξαίρει την Κίσσαν εν Ελλάδι εις ευεργέτην των ορεινών πληθυσμών, ων η τεμπελιά εδημιούργησε την πρόληψιν, ότι «άμα φυτέψης καρυδιάν και φθάση ίσα με το μπόι σου θα πεθάνης».

Το Τυφλοπόντικο λοιπόν κατά τους μεν δεν είναι εχθρός της Γεωργίας, αλλά πολύτιμος φίλος, διότι τρέφεται με σκουλήκια, σκαθάρια, σαλιγκάρια, βατράχια και ποντίκια. Οι άλλοι όμως επιμένουν ότι είναι οργή Κυρίου για τα σπαρτά. Αφήνετε τον κήπον καταπράσινον το βράδυ και το πρωί τον βλέπετε κατακίτρινον, πανιασμένον, κέρινον. Οι υποστηρικταί του λέγουν ότι δεν κόβει τα σπαρτά για να τα φάγη (τουναντίον μάλι­στα του έδωσαν χλόην και δεν την επείραξε) αλλά κα­ταστρέφει διότι σκάβει από τους κήπους εις αναζήτησιν ερπετών και εντόμων.

Είτε οι μεν είτε οι δε έχουν δίκηο, μεγαλύτερον εχθρό δεν έχει η χωρική γυναίκα. Απροστάτευτος στον αγώνα της εναντίον του Νέρωνος αυτού, ο οποίος σ’ ένα βράδυ σωριάζει νεκρόν ό,τι εφύτεψε κι ανέστησε επί μήνας, καταφεύγει στο Ευχολόγιον, στα ξόρκια, στο άγιασμα του κήπου, τουτέστι στο θάψιμο ενός μπου­καλιού νερού αγιασμένου ανάμεσα στις βραγιές κ.λ.π. Ποιος να της γνωρίση την πατ φωσφατέ;

Χίλιοι Σύλλογοι Κυριών υπάρχουν στας Αθήνας, υπάρχει και Ένωσις Ελληνίδων με τμήμα διαδόσεως των Ελληνικών χορών, αλλά μία οργάνωσις προς συνδρομήν Ελληνικού κήπου, τουτέστι της Ελλη­νικής υγείας, της Ελληνικής αισθητικής, της Ελλη­νικής ψυχής, της πηγής των χορών, των θρύλων, των τραγουδιών των Ευζώνων της Αετορράχης και του Πετσόβου, μια τέτοια οργάνωσις, η οποία θα ήτο εθνική εργασία αξία να απασχολήση και μίαν Βασίλισσαν, όπως απασχολεί αλλού Κράτη, Βουλάς, Συγ­γραφείς, Συνέδρια διεθνή και τοπικά, Ακαδημίας, αι οποίαι βραβεύουν με μεγάλα βραβεία ό,τι είναι δυνατόν να καλυτερεύση την τύχην της Χωρικής προς την οποίαν πάσα βοήθεια είναι η καλυτέρα εργασία προς βελτίωσιν των ηθικών, πνευματικών και φυσικών συν­θηκών των εργατικών τάξεων, τέτοια λοιπόν οργάνωσις ουδέποτε ουδένα απησχόλησεν εις τον πολυάσχολον αυτόν τόπον.

Αντί ν’ αρχίσωμεν από τον Κήπον, τον μεγάλον αυτόν παράγοντα της φυσικής αισθητικής και πνευματικής καλλιέργειας της φυλής μας, και έπειτα προχωρούντες προς την Αύλήν, τον ορνιθώνα, το Μελισσομάντρι, τον Σταύλο, τον Αργαλειό να φκιάσωμε την πλουσία και καθαρή νοικοκυρά, την καλοσυγυρισμένη σύζυγον, την δασκάλα μητέρα, επιάσαμε την κορυφή του χωριού κι εστήσαμεν ένα Σχολείο, το οποίον και αν γίνη ποτέ Σχολείο της προκοπής, το να ελπίζωμεν δι’ αυτού την ανάστασιν του αγροτικού κόσμου είναι ωσάν να αναμένωμεν από μίαν πηγήν δύο δραμιών νερού το καθάρισμα μιάς λιμνοθαλάσσης όση η Ελλάς.

 

 

ΤΟ ΛΑΦΙ

 

Εις το περυσινόν Γεωργικόν Συνέδριον, το οποίον έγινεν εις την Μαδρίτην, κάποιος ενθυμήθη τους λόγους του Σατωβριάνδου:

- Προπορεύονται τα δάση, ακολουθεί ο άνθρωπος και έπεται η ερήμωσις.

Έχω την ιδέαν, ότι αν θέλετε να μάθετε πόσον επροχώρησεν εις ένα τόπον ο άνθρωπος, πόσον δηλαδή το δείνα μέρος είναι πυκνοκατοικημένον, άρα δασοπετσοκομμένον, ημπορείτε να ερωτήσητε:

- Έχετε λάφια;

Όπου επάτησεν ο άνθρωπος το Λάφι έφυγε, Σοφώτερον των Γεωργικών Συνεδρίων ενόησεν, ότι το δάσος αργά ή γρήγορα θα ανήκη εις την ιστορίαν αφού εισήλθεν ο άνθρωπος και ελάσπωσε την παρθενίαν του.

Η Ευρυτανία είναι ασφαλώς η πυκνοτέρα δασική επαρχία της Ελλάδος. Δάσος όπως ο Κελαινιάς (επει­δή είναι κατάμαυρον από την πολλήν πυκνότητά του, έχει το ομηρικόν αυτό όνομα Κελαινός = Κελαινιάς), όπως η Τσούκα της Γρανίτσας, όπως τα των Δολόπων, τα των Αγράφων, της Στεφανιάδος είναι σπάνια φαι­νόμενα εις την Ελλάδα. Μόλα ταύτα ούτε ένα Λάφι δεν βλέπομεν, όχι ημείς οι κυνηγοί, αλλ’ ούτε οι δα­σόβιοι ποιμένες της Ευρυτανίας.

Έχομεν όμως ένα πλήθος ονομασιών «Λαφοπατησιά», « Λαφοπήδημα», «Λαφοδιάσελο» και αφθόνους παρα­δόσεις, ότι τα μέρη μας προ εβδομήκοντα ετών ήσαν λιβάδια Ελαφιών. Αυτό άλλως τε αποδεικνύεται και εκ του πλήθους των ελαφοκεράτων που έχει κάθε σπίτι μεταξύ των διαφόρων βοτάνων, που να «βρίσκωνται κι αγύρευτα να ’ναι» όπως λέγουν οι γερόντισσες.

Το Λαφοκέρατο είναι το μάλλον εν χρήσει αλεξικέραυνον κατά των φιδιών. Άμα σπίτι ή στάνη νοιώση φίδια εις την περιοχήν της, καίει ολίγον ελαφοκέρατο κι εκείνα εξαφανίζονται, πράγμα το οποίον δεν το κατορθώνομεν διαφορετικά, με όλα τα «μαντολογήματα» που κάνομεν και πρώτον των οποίων είναι το από πρωίας μέχρις εσπέρας κτύπημα των ταψιών κατά την ημέραν του αγίου Μάρκου, ειδικού προστάτου μας από τα φίδια.

Λέγουν ότι τα φίδια φεύγουν άμα μυρίσουν λαφοκέρατο, διότι τα λάφια τα μάχονται πολύ. Αλλά ποίος ημπορεί να το διαβεβαιώση αυτό από ημάς τους κατοικούντας την χώραν, η οποία άλλοτε ήτο βασί­λειον των "Ελαφιών;

Ημείς Λάφι δεν βλέπομεν, όπως είπα. Ακούομεν μόνον παραδόσεις, μύθους και τραγούδια άφθονα γύρω από τα Λάφια και τα αρκούδια που αφθονούσαν άλλοτε και τώρα εξηφανίσθησαν και αυτά. Προ ολίγων ετών εσκότωσαν εις ένα μελισσομάντρι γειτονικού χωριού μίαν αρκούδαν και έμεινε θαύμα θαυμάτων. Εις ένα θαυμάσιον Ευρυτανικόν τραγούδι μια γυναίκα συμβουλεύει τον εραστήν της να φονεύση τον άνδρα της·

 

Για πάρε δίπλα, τα βουνά,

δίπλα τα κορφοβούνια

κι όπ’ εύρης λάφια σκότωσ’ τα

κι αρκούδια ημέρωσέ τα

κι όπ’ εύρης και τον άντρα μου

ρίξε και σκότωσε τον·

μην τον βαρέσης στο πλευρό

κι αργήση να πεθάνη.

 

Αλλά το θρυλικόν πλέον αυτό ζώον έχει μίαν συγκινητικήν σελίδα εις την ιστορίαν της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδος. Με αυτό εσυμβόλισαν οι Έλληνες την Ελλάδα και τα παθήματά της. Η πνιγείσα επανάστασις του Λάμπρου Κατσώνη θα έχετε ακούσει ότι ετραγουδήθη με αυτούς τους ωραίους στίχους, εις τους οποίους η Ελλάς συμβολίζεται με την Λαφίνα και η οργανωθείσα από την Αικατερίνην της Ρωσσίας απόπειρα του Κατσώνη παρουσιάζεται ως «λαφομόσκι (μοσχάρι ελαφιού).

 

Με γέλασε μια χαραυγή

τ’ άστρι και το φεγγάρι

και βγήκα νύχτα στα βουνά,

νύχτα στα κορφοβούνια

κι ακούω τα πεύκα που βροντούν

και τις οξυές που τρίξουν

κι ακούω τα λάφια που βοσκάν

μι όλα τα λαφομούσκια·

και μια λαφίνα ταπεινή

δεν πάει μαζί με τ’ άλλα,

όλο τ’ απόσκια περπατεί

και τα ζερβά γυρίζει

κι όπ’ εύρη γάργαρο νερό

θολώνει και το πίνει.

Ο Ήλιος την απάντησε,

στέκει και τη ρωτάει!

- Τι έχεις Λαφίνα ταπεινή

και τα ζερβά γυρίζεις

κι όπ’ εύρης γάργαρο νερό

θολώνει και το πίνεις!

- Ήλιε μου σα με ρώτησες

να σου το μαρτυρήσω.

Δώδεκα χρόνους έκαμα

στέρφη χωρίς μοσχάρι,

κι από τους δώδεκα κι εμπρός

απόχτησα μοσχάρι

κι ο κυνηγός τ’ απάντησε

ρίχνει και το σκοτώνει,

ανάθεμά σου κυνηγέ

και συ και το καλό σου

που μ’ έκανες κι ορφάνεψα

κι από παιδιά κι απ’ άντρα.

 

Ιδού και άλλο, όπου ο Έλλην συμβολίζεται με λάφι, ο κλέφτης με ζαρκάδι και οι Τούρκοι με σκυλιά.

 

Πέρα εκεί στον Όλυμπο

και στα κοντοέλατα

βόσκει ένας γερόλαφος

κι όλο κλαιν τα μάτια του,

βγάζει δάκρυα γαλάζια

κι όλο καταγάλαζα.

Ζάρκαδος εδιάβαινε

στέκει τον ρωτάει:

- Τ’ έχεις βρε γερόλαφε

κι όλο κλαιν τα μάτια σου;

- Μπήκαν σκύλοι στο χωριό

κι όλο κλαιν τα μάτια μου

- Γω τα παίρνω τα σκυλιά

και τα πάγω στα βουνά.

Ως το γιόμα το καλό

σκότωσαν το ζάρκαδο

κι ως το δειλινό

πιάσανε τον έλαφο.

 

Και αφού σκότωσαν το ζάρκαδο (τον κλέφτη) τραγούδι συνεχίζει τα βάσανα του Έλληνος:

 

Δυο παιδιά Ρωμιόπουλα

και Γρεβενιτόπουλα

χήρα Τούρκα δούλευαν

με βουβαλοζεύγαρα,

όλη μέρα στη δουλειά

και το βράδυ στο σκιντιό.

- Βρε παιδιά Ρωμιόπουλα

γίνετε Τουρκόπουλα

να χαρήτε την Τουρκιά

και τα γρίβα τ’ άλογα,

- Γίνεσαι κυρά Ρωμηά

να χαρής την Παναγιά

να χαρής και τη Λαμπρά

με τα κόκκινα τ’ αυγά.

 

Αδύνατον να φαντασθήτε πόσα συμβολικά τρα­γούδια της Επαναστάσεως γύρω από τα Λάφια έχει η δημοτική ποίησις, η άγνωστος ακόμη κατά 80 τοις 0/0 και την οποίαν τώρα εγγίζω εις την λαγαρήν και άφθονον πηγήν της, εις τους Αγραφιώτας Σκηνίτας. Τι είναι οι ξανθοί αυτοί άνθρωποι; Καταρράκται στίχου, ρυθμού, ήχου, θρύλου, μύθου, παραδό­σεως.

Ο τμηματάρχης της Γεωργίας αγαπητός κ. Χασιώτης - θαρρώ δε και ο σεβαστός κ. Γαβριηλίδης - έχουν δίκαιον επιμένοντες ότι οι σκηνίται Σαρακα­τσάνοι είναι οι καταλαγαρώτεροι Έλληνες. Τους πα­ρακολουθώ δύο μήνας εις τα Ευρυτανικά βουνά και δεν χορταίνω την ομορφιάν των τραγουδιών των, της διηγήσεώς των, της φυσιογνωμίας των, της χειρονο­μίας των. Αλλ’ αρχίζουν και αυτοί να ολιγοστεύουν, υποκύψαντες εις την ολεθρίαν αντικτηνοτροφικήν πολιτικήν του Ελληνικού Κράτους.

Η τωρινή Κυβέρνησις αγωνίζεται ένα τεράστιον αγώνα να σώση την ράτσαν αυτήν, η οποία έδωκεν εις την Τουρκοκρατουμένην Ελλάδα τον Κατσαντώνην, τον Λεπενιώτην, τον Στουρνάραν, τον Χασιώτην, τον Λιακατάν, τον Τσιόγκαν, τον Δίπλαν και χίλιους άλλους Τουρκομάχους, επί πλέον δε διέσωσε την ελληνικήν κτηνοτροφίαν κατά το Εικοσιένα. Διαφορετικά οι Σαρακατσάνοι θα ήσαν μετ’ ολίγον γνω­στοί εκ της παραδόσεως, όπως και τα Λάφια, με τα οποία έχει να κάμη το πολύτροπον τραγούδι των.

Μου διηγούντο, ότι πέρυσι που επλήγωσαν ένα στα πλάγια του Κόζιακα το έβλεπαν επί τρεις ημέρας που έζησε, να κλαίη, να χύνη δάκρυα «σαν κορόμηλα». Οι πολύπαθοι Έλληνες δεν ημπορούσαν να συμβολίσουν τον εαυτόν τους με ζώον άλλο από το Λάφι, το οποίον μέσα από όλας τας διηγήσεις και τα τραγούδια παρουσιάζεται ως ένα ποίημα πόνου.

 

 

ΤΟ ΖΑΡΚΑΔΙ

 

Υποθέτω ότι είναι από τα συγκινητικότερα ποιή­ματα της μητρικής στοργής ο περυσινός θάνατος μιας Ζαρκάδας, όπως τον διηγούνται πολλοί κυνηγοί. Εί­χαν παγάνα παρά τον Αχελώον δι’ αγριογούρουνα. Απροόπτως όμως ενεφανίσθη μία Ζαρκάδα με το παιδί της. Οι κυνηγοί επυροβόλησαν την Ζαρκάδα, η οποία προηγείτο ολίγα βήματα, αλλ’ απέτυχον. Αμέ­σως μετ’ αυτήν ήρχετο το μικρό της, το οποίον επυροβόλησαν και ελάβωσαν. Εκείνο εβέλαξε και η ατυχής μητέρα του, η οποία ήτο εκτός βολής πλέον, εγύρισε βελάζουσα και αυτή διά να ιδή την τύχην του μικρού της. Οι κυνηγοί την επυροβόλησαν και η κακή της τύχη δεν ηθέλησε να τελείωση το βάσανόν της. Αντί να την σκοτώσουν, την επλήγωσαν εις τα πόδια. Όταν την μετέφεραν εις την ακροποταμιάν, η Ζαρκάδα έπεσεν επάνω στο παιδί της και έκανε σαν άνθρωπος.

Και οι κυνηγοί, οι οποίοι γνωρίζετε τι θηριώδεις ψυχάς έχουν, ενθυμούνται ακόμη με συγκίνησιν το δράμα αυτό.

Εννοείται όμως ότι τούτο δεν τους εμποδίζει κα­θόλου να τα κυνηγούν συστηματικώς. Διότι κατ’ εξοχήν τα Ζαρκάδια, ως απονήρευτα, αγνοούν ολότελα να προφυλάσσωνται και προ παντός συχνάζουν εις μέρη καλοπάτητα.

Η γειτονική επαρχία Βάλτου είναι κυριολεκτικώς η χώρα των Ζαρκαδιών. Πρώτον διότι είναι τόπος ήμερος - εννοώ τα χώματά του και τα δένδρα του - και δεύτερον διότι είναι τόσον πυκνά δασωμένος, ώστε να ημπορήτε να περπατήτε δέκα ώρας υπό δένδρα. Ευτυχώς οι συμπατριώται του κ. υπουργού των Ναυτικών Ν, Στράτου, δεν ομοιάζουν, τους άλλους αγριανθρώπους της Ελλάδος. Ποτέ δεν ενθυμούμαι πυρκαϊάν εις τον Βάλτον.

Μία κακή γλώσσα μου έλεγεν άλλοτε, ότι οι Βαλ­τινοί τα χρειάζονται τα δάση διά τον εαυτόν τους» επειδή οπωσδήποτε ευρίσκονται εις συχνοτέρας δοσο­ληψίας με την Δικαιοσύνην. Αλλ’ οφείλομεν να ομολογήσωμεν, ότι τώρα δεν υπάρχει ο λόγος αυτός, διότι ο κατ’ εξοχήν τόπος των φυγοδίκων έγινεν επί Βενι­ζέλου κυριολεκτικώς λάδι. Και πρέπει να σημειωθή ότι επαρουσιάσθησαν μόνοι των εις τας Αρχάς, χωρίς καμμίαν επέμβασιν της εξουσίας. Τώρα εις τα άλλοτε φυγοδικοβριθή δάση μόνον βοσκούς και κυνηγούς θα απαντήσετε.

Εντόπιοι κυνηγοί, φημιζόμενοι διά τας εκδρομάς των, είναι οι κ. κ. Καραγιάννης πρώην βουλευτής, Σ. Πετίνης, Σ, Στράτος, Χαβίνης και μερικοί άλλοι. Άλ­λοτε επεσκέπτετο τους δρυμώνας του Βάλτου και ο αγαπητός κ. Σπήλιος Χαραμής. Αλλά τώρα έχομεν καιρόν να τον ιδούμε.

Τα Ζαρκάδια του Βάλτου έχουν και εις τας Αθήνας ένα αντιπρόσωπόν των, τον Κίτσον του κ. Μπενάκη, ο οποίος συλληφθείς μικρός, εχαρίσθη εις τον φίλτα­τον κ. Περικλή Καραπάνον, παρά του οποίου μετεβιβάσθη εις τον τωρινόν κύριόν του.

Ημερεύουν ευκολώτατα και είναι πολύ απονήρευτα, σχεδόν μέχρις ηλιθιότητος. Έχουν ένα βάδισμα ή μάλλον ένα πήδημα ρυθμικόν, μαθηματικώς υπολογισμένον από τους κυνηγούς, διά να τα τουφεκίζουν επιτυχώς. Είναι το ζώον της ταχύτητος και τα δημο­τικά τραγούδια δανείζονται απ’ αυτό εικόνας γληγοράδας και σβελτωσύνης:

 

Ποιος είν’ αξιός και γλήγορος

να τρέξη σαν ζαρκάδι

Τριών μερών περπάτημα

τρεις ώρες να το κάμη;...

 

Το φθινόπωρον αρχίζουν ν’ αλλάζουν χρώμα και μέχρι της ανοίξεως γίνονται κατακάστανα. Άμα όμως ανοιξιάση, αρχίζουν και παίρνουν το καφεκόκκινον χρώμα τους και όσον προχωρεί η θερινή εποχή και θρέφονται, τόσον περισσότερον κοκκινίζουν. Η ουρά τους μόλα ταύτα εις το κάτωθεν μέρος είναι άσπρη, εξ ου και η λαϊκή ευχή «ν’ ασπρίση, να γεράση σαν του ζαρκαδιού την ουρά».

Λέγεται ότι τα Ζαρκάδια τρελλαίνονται άγνωστον τι χόρτον τρώγοντα. Προ ετών ένα Ζαρκάδι εποδοτσάκισεν ένα κυνηγόν μόλις το ετουφέκισε. Τον επήρε στα πόδια και οσάκις τον επλησίαζε επηδούσε να τον σκοτώση. Εκείνος ανέβη εις ένα δένδρον και το Ζαρ­κάδι από κάτω εκουτρούσε τον κορμόν. Επί τέλους έφυγε και, όταν μετά ημέρας ευρέθη νεκρόν, τότε αντελήφθησαν ότι η παραφροσύνη του ωφείλετο εις το ότι τα σκάγια είχαν χωθή στα ριζαύτια του και διέσεισαν τον εγκέφαλόν του.

Τα καταδιώκουν μανιωδώς οι λύκοι, ανακαλύψαντες, φαίνεται, ότι έχουν νόστιμον κρέας. Αλλ’ αυτά φεύγουν ως αστραπή, και μόνον αν πιασθούν τα εύμορφα ξύλα της κεφαλής των από τίποτε κλαδιά, κατορθώνουν και τα συλλαμβάνουν οι λύκοι. Αλλ’ ούτε πέντε άνθρωποι δεν ημπορούν να κρατήσουν ένα Ζαρ­κάδι. Είναι τόσον πολυδύναμα, ώστε οι λύκοι προσ­παθούν να τ’ αρπάξουν από κρίσιμα μέλη του σώματός των διά να τα δαμάσουν. Πολλά Ζαρκάδια όμως συγυρίζουν ένα λύκον και λέγεται ότι ευρήκαν λύκους νεκρούς με ίχνη κτυπημάτων από ξύλα Ζαρκαδιών.

Άμα ημερεύουν τα Ζαρκάδια είναι ανοικονόμητα. Δεν ορίζετε κήπον, κλήματα, δένδρα, σπίτι, κουζίναν. Πρέπει να είσθε πάντοτε κλειδωμένοι. Δι’ αυτό και τα χαρίζομεν ευχαρίστως άμα οικονομούμεν κα­νένα. Αλλ’ υποθέτω ότι και ο κ. Μπενάκης θα έχη βαρεθή ήδη τον Κίτσον, διότι, όπως είπα, είναι με­γάλο βάσανον, το οποίον δεν γνωρίζω και τι σκοπόν έχει. Να θρέφω μίαν πέρδικα, ένα κόσσυφον, μάλι­στα. Μίαν αλεπού ακόμη προτιμότερον. Τουλάχιστον θα με διασκεδάζη με τας πονηρίας της. Αλλά ένα ηλίθιον πλάσμα, όσον εύμορφον και αν είναι, υποθέτω ότι μόνον εις την κατσαρόλαν είναι χρησιμώτερον. Και μάλιστα άμα είναι από τον Βάλτον, όπου, κατά τους ιστορικούς, έστελλεν ο Λούκουλλος και επρομηθεύετο τ’ αρνιά του, ούτε λόγος είναι να γίνεται, ότι δεν έχει άλλην χρησιμότητα.

Όσον διά τον μητρικόν πόνον, ο οποίος εστοίχισεν εις την ατυχή ζαρκάδαν ένα εκούσιον θάνατον, νομίζω ότι θα ήτο το μόνον που θα εδικαιολόγει κάποιαν παράτασιν της απαγορεύσεως του κυνηγίου κατά τους εαρινούς μήνας. Αλλά μαζί με τα αβλαβή ζαρκάδια θα επροστατεύοντο και ένα πλήθος επι­βλαβών ζώων, όπως οι λαγοί, τ’ αγριογούρουνα, οι έσβοι, οι αετοί, οι λύκοι, τα τσακάλια και τόσαι άλ­λαι μάστιγες της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Αν αι Κυρίαι της Εταιρείας των Ζωόφιλων έχουν αντίθετον γνώμην, ας καταργήσουν τα γουναρικά, διά να σωθούν τα ατυχή κουνάβια, τα πλέον ακίνδυνα ζώα.

 

 

ΤΟ ΑΓΡΙΟΓΙΔΙ

 

Τα αγριόγιδα είναι τα αφθονώτερον προικισμένα ζώα με πολεμικήν τέχνην. Μόνον τ’ αγριάλογα έχουν τελειότερα συστήματα αμύνης κατά των λύκων. Άμα λόγου χάριν η λακνιά (το κοπάδι των αγριαλόγων) αντιληφθή επιδρομήν λύκων, αμέσως σχηματίζει κύκλον πέριξ των μικρών αλόγων και κατ’ αυτόν τον τρόπον αμύνεται θαυμάσια διά των όπλων της κατά ολοκλήρου φάλαγγος λύκων.

Η πολεμική τέχνη των αγριογιδιών είναι περισ­σότερον αρχέγονος. Έχουν την τακτικήν ατάκτων σωμάτων και ίσως ο ελληνικός αρματολισμός χρεωστεί εις αυτά πολλάς μεθόδους του. Τα περίφημον καραούλι, η τοποθέτησις δηλαδή σκοπών εις υψηλά σημεία, η βάρδια, όπως λέγεται σήμερον, είναι μέχρις απίστευτου βαθμού ωργανωμένη εις την φυλήν των αγριογιδιών. Και τρία ακόμη αγριόγιδα αν αποτελούν το κοπάδι, το ένα θ’ αναλάβη τα καθή­κοντα του σκοπού, διά να βοσκήσουν τα άλλα εν ασφαλεία.

Η βάρδια των αγριογιδιών σφυρίζει όπως και η των κλεφτών. Και έχει όλα τα είδη των σφυριγ­μάτων, όπως το κλέφτικο καραούλι. Άλλο είδος σφυ­ρίγματος εάν επέρχεται λύκος, άλλο εάν αντιληφθή κυνηγούς και άλλο αν πλησιάζουν ομόφυλοι εχθροί. Διότι και τα αγριόγιδα ευρίσκονται μεταξύ των εις εμ­πόλεμον κατάστασιν κατά τους μήνας του κεροφορήματος, τουτέστι της ερωτικής εποχής των, όπως άλλως τε και τα ήμερα γίδια, πρόβατα, άλογα και γελάδια.

Αν οι ποιμένες δεν φαντασιοκοπούν, οι Τρωικοί πόλεμοι δι’ ωραίας Ελένας είναι συχνοί μεταξύ αγριογιδιών. Εκείνο το οποίον δύναμαι να βεβαιώσω είναι, ότι όχι σπανίως, αυτήν την εποχήν κατά την οποίαν ανοίγει το κεροφόρημα, ευρίσκουν εις τους γκρεμούς σκοτωμένα αγριόγιδα, τα οποία βέβαια είναι θύματα εσωτερικών διαμαχών του κράτους των.

Να ειπή κανείς ότι εσκοτώθηκαν εις διαμφισβητήσεις βοσκησίμων περιφερειών είναι ολίγον τολμηρόν, διότι η ελληνική γη έχει λαύρον, μεράντσαν, φυλλορριάν και κοντοέλατα διά να βοσκήσουν εκατομμύρια αγριογιδιών.

Εάν λοιπόν δεν ήλθον εις χείρας επί συζητήσεων των κακώς κειμένων, περί της αποστολής ή μη λόγου χάριν των Κρητών βουλευτών, ασφαλώς τα μάτια κάποιας ωραίας Ελένης εμπνέουν τους αλληλοσπαραγμούς αυτούς, οι οποίοι κοκκινίζουν τα άσπρα βουνά των Αγράφων, όπως άλλως τε συμβαίνει και εις τα άλλα γίδια και πρόβατα. Αλλά περί των τραγικών αυτών ερώτων θα ομιλήσωμεν όταν έλθη η σειρά των προβάτων και των γιδιών.

Τίποτε ίσως δεν αφθονεί περισσότερον εις την Ευρυτανίαν, όσον τα αγριόγιδα. Προχθές μου έδειχναν από την στάνην του Μαλαμούλη ένα δάσος από οξυές, εις το οποίον είναι ολόκληρα κοπάδια. Αλλά τα βουνά των Αγράφων είναι τόσον κακοπάτητα, ώστε δεν συμ­βουλεύω κανένα Αθηναίον κυνηγόν να επιχειρήση εκδρομήν.

Οι Σαρακατσάνοι σκηνίται ενθυμούνται συχνά τον κ. Σκουλούδην, ο οποίος τους τιμά με πολλήν αγάπην, επισκεπτόμενος τα περί τον Ωρωπόν, Λειβαδιάν, Θήβας και Ξηρόμερον χειμερινά μαντριά των. Εδώ θα εχόρταινε κυνήγι· αλλ’ ατυχώς, μόνον εάν ο Καμπέρος ήθελε τολμήσει ταξίδια έως εδώ με το αεροπλάνον του, θα ήτο εύκολον εις τον επιφανή κυνηγόν και επιφανέστερον διπλωμάτην να ευρύνη έως τα Άγραφα τας κυνηγετικάς εκδρομάς του.

Οι εντόπιοι κυνηγοί, μολονότι καλοί σκοπευταί, είναι μικροεπιχειρηματίαι αρκούμενοι εις λαγούς, μπεκάτσες, πέρδικες, και πότε πότε ανταμώνονται διά μεγάλας επιχειρήσεις, αι οποίαι όμως κατά προτίμησιν στρέφονται προς τα ζαρκάδια και τα αγριογούρουνα, που διαιτώνται εις κλειστούς δασώδεις τόπους γύρω από τα χωριά.

Κρέας αγριογιδιού έχομεν ένα έτος να ιδούμε, διότι το κυνήγι του απαιτεί τέχνην μεγάλην.

Ο μακαρίτης Κρυστάλλης είχε καιρόν που έλειπεν από τα βουνά, όταν εις τον περίφημον «Αετόν» του εζητούσε να ραχατεύη στα κρόκαρα του Μετσόβου και να

 

τρώη τυρί λαφιού

και γάλα απ’ αγριογίδι

 

Άλλως τε ήτο ποιητής, και μεταξύ ποιήσεως και αγριογιδιών υπάρχει πολλή απόστασις πεζή, τόσον πεζή, ώστε κάποτε πρέπει να βγάλετε και τα παπού­τσια σας διά να περάσετε ένα γκρεμόν.

Τα «σύρματα» αυτά, όπως λέγονται τα δυσκολοπάτητα μονοπάτια των γκρεμών, είναι οι μόνοι δρόμοι, από τους οποίους περνούν και τ’ αγριογίδια. Και μόνον χάρις εις αυτά τρώγουν κάποτε εδώ κανένα αγριογίδι όχι από συστηματικούς κυνηγούς, αλλά από τσοπάνηδες, οι οποίοι καταλαμβάνουν τα «σύρματα» και καιροφυλακτούν τας διαβάσεις των κοπαδιών.

Προ ολίγων ετών ενθυμούμαι ότι έφεραν αγριογίδια σκοτωμένα, οι πωληταί των δε επέμεναν ότι κατώρθωσαν να τα σκοτώσουν κατά τον εξής τρόπον:

Ετοποθέτησαν εις τα «σύρματα» σανίδια επαλειμ­μένα με σαπούνι, και αφού «εμπήκαν παγάνα» στο δάσος, εξηνάγκασαν τα αγριογίδια να περάσουν επά­νω από τα σανίδια και να γλυστρήσουν κάτω στον γκρεμόν, όπου και έγιναν θρύμματα. Όλοι όμως ήκουσαν υπόπτως τα παραμύθια αυτά, πιστεύοντες μάλλον ότι επρόκειτο περί θυμάτων εμφυλίου σπαραγμού. Μολαταύτα οι πωληταί επέμεναν· και ίσως μετεχειρίσθησαν το ψεύδος αυτό διά να δικαιολογήσουν το πώς τα αγριογίδια ήσαν σχεδόν θρυμματισμένα. Οι πονηροί όμως χωρικοί τους ερωτούσαν:

- Από πού έχετε αγοράσει το σαπούνι;

Και ο διαρκώς φιλοσοφών καφετζής του χωρίου απήντησεν υπερασπιζόμενος τάχα τους κυνηγούς.

- Βρε παιδιά, τι σας μέλει το σαπούνι τι ποιότης είναι; Αγοράζετε το κρέας για να το φάτε ή για μπουγάδα;

Η πατροπαράδοτος ζωολογία, η μυθολογική και ανεκδοτολογική, εξ ονόματος της οποίας ομιλούμεν εις τα σημειώματα αυτά, έχει και μίαν εξήγησιν περί του πώς γίνονται τα αγριογίδια. Άμα το ήμερο κα­τσίκι γεννηθή και δεν το πάρη μάτι ανθρώπου επί ένα έτος, τότε εκείνο αγριεύει, «στοιχειώνει» και παίρνει τα βουνά.

Αλλ’ υπάρχει και άλλη παράδοσις, ότι τα έκαμεν ο διάβολος, θέλων να μιμηθή τον Χριστόν, ο οποίος έκαμε τα πρόβατα. Όσα γίδια ημέρευσαν το χρεω­στούν εις τον Χριστόν, ο οποίος τα εσφράγισεν εις τα γόνατα και από τότε κατώρθωσαν να γονατίζουν - ο διάβολος τα έστησε μονοκόμματα, μη κατορθώσας να επιτύχη τους αρμούς των - το πρώτον δε εγονάτισαν να προσκυνήσουν τον ευεργέτην των, ο οποίος τα εσφράγισε. Τα αγριόγιδα όμως, ενώ εδέχθησαν την ευεργεσίαν αυτήν, δεν ήκουσαν τον Χριστόν να μένουν με τον άνθρωπον, αλλά επήραν τα βουνά και τα ρέ­ματα, όπου και ο δημιουργός των ο Διάβολος, ο οποίος και πίνει το γάλα των.

 

 

Ο ΛΑΓΟΣ

 

Μία παροιμία λέγει.· «Ο Θεός κάνει φτωχούς, αλλ’ άμοιρους δεν κάνει». Ο Λαγός θα ήτο ένα αξιοδάκρυτον άμοιρον πλάσμα, αν ο Θεός δεν είχεν ως πρόγραμμα την αρχήν που μας παρουσιάζει η ανω­τέρω παροιμία. Έρχεται εποχή όπου τα χορτάρια ξηραίνονται, η δροσιά χάνεται, η χέρσα γη γίνεται, καψάλα, το χαμόκλαδο σκληραίνεται, σταχτιάζει, «νοσαίνει» κατά την ποιμενικήν γλωσσαν. Τότε πλέον δουλεύει η χαντζάρα εις τα ημερόδενδρα, και, το θλιβερώτερον, εις τα έλατα, διότι, ατυχώς, καμμία Κυβέρνησις δεν εσκέφθη να διασώση την τριφυλλοκαλλιέργειαν και την βαμβακοφυτείαν, πράγμα το οποίον θα έσωζεν αφ’ ενός μεν την κτηνοτροφίαν και αφ’ ετέ­ρου τα δάση.

Πρέπει να χρεωστούμεν άπειρον ευγνωμοσύνην εις την τωρινήν Κυβέρνησιν, η οποία αφιέρωσε τόσην προσοχήν εις την βαμβακοφυτείαν. Ο πρώην υπουρ­γός κ. Ζωγράφος μου έλεγε προ μηνός, ότι μετ’ ολίγα έτη ημπορούμεν να υπολογίζωμεν εις ετήσιον κέρ­δος εκατόν εκατομμυρίων εκ του βάμβακος. Αλλά το μεγαλύτερον κέρδος πρέπει να το βλέπωμεν εις την υπηρεσίαν την οποίαν θα προσφέρη η βαμβακοφυτεία εις τον κτηνοτροφικόν και δασικόν πλούτον της Ελλάδος. Διότι θα γνωρίζετε, υποθέτω, πόσον θρε­πτική και γαλακτοφόρος τροφή είναι ο βαμβακόσπορος. Εκατόν δράμια, ήτοι τρία λεπτά την ημέραν, είναι αρκετά να «στοιχειώσουν» μίαν προβατίναν και μόνον ένα μήνα αν την θρέψητε κατά την χειμερινήν εποχήν.

Επί του παρόντος, ελλείψει βαμβακοσπόρου, κλαρίζομεν τα δάση. Ποίος όμως να κλαρίση διά τον ατυχή λαγόν; Τα άλλα αγρίμια ορμούν εις τα σπαρτά και εις τα καρποκλάδια και τα ρημάζουν. Και η οσία πέρδικα ακόμη αφήνει κατά μέρος την εντροπήν και κατέρχεται εις τ’ αμπέλια. Είναι εποχή όπου ο χωρι­κός ξελαρυγγιάζεται προγκών και ξεχεριάζεται πετροβολών. Τα περιβόλια γίνονται «μαύρος γιαλός» από το στρώμα των σταφυλορρογών. Τα καλαμπόκια ξετινάζονται μέχρι κόκκου. Τα σύκα σχίζονται και σκάπτονται και μόνον τα φλούδια μας αφήνουν οι συ­κοφάγοι, τα κοσσύφια και οι κίσσες. Ο λαγός όμως; Όπου και να σταθή, θα εύρη και ένα εχθρόν.

Δεν υπάρχει κανέν ζώον και έντομον, το οποίον να μη τον φοβίζη. Είναι άλλως τε η προσφιλής τροφή των ανθρώπων, των αετών, των αγριόγατων, των τσα­καλιών, ακόμη και των φιδιών, τα οποία τον μάχονται αποτελεσματικώτερα από τα άλλα ζώα. Πώς νο­μίζετε ότι τον θανατώνουν; Κουλουριάζονται εις το σώμα του ως βραχιόλια, τον σφίγγουν δυνατά και τον σκάζουν.

Αλλά ο Θεός δεν κάνει άμοιρους. Παρά τον λαγόν έπλασε και τον πτωχόν άνθρωπον. Τα χωράφια του φτωχού, λέγει μία παροιμία, όσο κι αν καρπίσουν, μια φορά τον μύλο θα γυρίσουν. Επειδή λοιπόν τα σπαρτά του φτωχού είναι ασθενικά, αραιά, χαμηλόκαρπα, «αγανά», ο λαγός ανεκάλυψεν, ότι εκεί μόνον είναι α­σφαλής, διότι, αν τα σιτάρια ή τα καλαμπόκια είναι δασιά, υψηλά «στοιχειωμένα» του είναι αδύνατον να «καραουλίζη», τουτέστι να εποπτεύη τα πέριξ του, διότι έχει πάρει τόσον τρόμον ο ατυχής, ώστε, όταν τρώγη, «αλλού είναι τα μάτια του, αλλού τ’ αυτιά του κι’ αλλού το στόμα του». Ο Ελληνικός Λαός επεγραμμάτισεν έξοχα την δυστυχίαν του αυτήν. Ερωτά εις κάποιους στίχους, ποιος είδε ψάρι στο βουνό, καλόγηρο χολάτο (μελαγχολικόν), κουνούπι με σαμάρι, ψύλλο με μουστάκια, ποιος τούτο ποιος εκείνο

 

και το λαγό με ταμπουρά, την αλεπού με ρόκα;

 

Όταν προγκίση ο Λαγός από τον τόπον του, ημπο­ρεί και ν’ απομακρυνθή εις δύο ωρών απόστασιν. Αλλ’ ο φόβος δεν τον αφήνει να μείνη εκεί. Επι­στρέφει την ιδίαν ημέραν εις την πατρίδα του. Τόσον τον τρομάζει ο άγνωστος τόπος, ώστε του κόσμου τα χορτάρια ν’ απαντήση θα γυρίση εις τα χώματα, τα οποία έχει συνηθίσει. Τόσον δε είναι βέβαιον τούτο, ώστε οι κυνηγοί λέγουν: «Ξέρω ένα λαγό στο δείνα μέρος». Τον τουφεκίζουν, τον ξανατουφεκίζουν, φεύ­γει, χάνεται εις άλλους λόγγους - πολλάκις στρεφογυρίζει εις τα λημέρια του καθ’ όλην την διάρκειαν του κυνηγίου - αλλά το βράδυ θα έλθη εις την φωλιάν του.

Αν ερωτάτε και διά την κοινωνικότητά του, ίσως δεν υπάρχει ζώον αποφεύγον τόσον πολύ την παρέαν.

Όταν ομιλούν περί διαλύσεως συντροφιάς ή οικογεγενείας, έχουν πρόχειρον την φράσιν «Σκόρπισαν σαν του λαγού τα παιδιά», τουτέστι δεν έμειναν δύο μαζί. Άλλως τε η μοναξιά συνοδεύει τον Λαγόν από την γέννησίν του. Άμα η λαγίνα γεννήση, σκορπίζει τα παιδιά της σε πυκνές τούφες, ούτως ώστε, αν ανακαλυφθή η μία φωλιά της, να γλυτώση την άλλην. Η σοφία της μητρικής στοργής είναι ακόμη μεγαλυτέρα εις τον τρόπον, με τον οποίον τα βυζαίνει. Δεν πλησι­άζει την φωλιάν της περπατητά, αλλά, άμα φθάση εις ολίγων μέτρων απόστασιν, πηδά εις την τούφαν, ώστε να μην αφήνη γύρω ίχνη, από τα οποία εν τοιαύτη πε­ριπτώσει θα ωδηγούντο τα κυνηγετικά σκυλιά.

Λέγουν ότι ημερεύει εύκολα. Εις τας Αθήνας μά­λιστα η κ. Αθηνά Μανωλίδου είχε πολλά έτη ένα Ευρυτάνα λαγόν τόσον ήμερον, ώστε ν’ ακούη εις τ’ όνο­μά του, να πηδά εις τα γόνατα, ν’ αρπάζη από τα χέρια λουκούμια, μπισκότα, ο οποίος ανέτρεψε τέλος όλας τας ιδιότητας της φυλής του. Εγώ, επί πολλά έτη αγωνισθείς να ημερεύσω μικρά λαγόπουλα, έγινα ευεργέτης των συγχωριανών μου γάτων, οι οποίοι εκαλοπέρασαν πολλά καλοκαίρια εξ αφορμής της μανίας αυτής.

Μοιραίως καταφθάνει ο σχετικός μύθος. Διατί τα σκυλιά και οι γάτοι μάχονται τόσον τους λαγούς; Εις παλαιάν εποχήν τα ζώα είχον κάμει σύλλογον, το καταστατικόν του οποίου δημοσιεύομεν εις την ιστορίαν του γαϊδάρου. Επειδή όμως κατά τινα συνεδρίασιν παρέστη ανάγκη νερού, άγνωστον αν διά τον ρήτορα ή άλλον, ο Πρόεδρος διέταξε τον λαγόν να πεταχθή στη βρύση και να φέρη το ζητηθέν νερόν.

- Κύριε Πρόεδρε, είπεν ο λαγός, δεν έχω σανδάλια. Είμαι ξυπόλητος.

Τότε ο Πρόεδρος, στραφείς προς τον σκύλον, τον διέταξε να δώση αυτός τα υποδήματά του. Πραγματικώς ο σκύλος εξεποδήθη και παρέδωκεν εις τον λαγόν τα σανδάλια του. Αλλ’ έλύθη η συνεδρίασις και ο λαγός δεν επέστρεψεν. Εβεβαιώθη δε αργότερον ότι ο λαγός το έσκασε διά παντός. Έγινε φοβερός πά­ταγος, επερώτησις εις την Βουλήν, αι εφημερίδες εδημοσίευσαν άρθρα και η υπόθεσις έλαβεν επί τέλους δικαστικόν δρόμον. Ο λαγός εδικάσθη ερήμην και ο σκύλος, παραλαβών την εκδοθείσαν τελεσίδικον απόφασιν την παρέδωκεν εις την γάταν, η οποία διηύθυνε το αρχείον του συλλόγου.

Αλλά και ο σύλλογος των ζώων φαίνεται πως επήγαινεν όπως όλοι οι Ελληνικοί σύλλογοι. Οι πον­τικοί, εισελθόντες εις το αρχείον, έφαγαν την απόφασιν, και έκτοτε ο μεν σκύλος καταδιώκει τον λαγόν, του όποιου τα ίχνη, κατά την παράδοσιν, ανακαλύπτει ευκόλως, διότι αναγνωρίζει τα σανδάλια του, η δε γάτα κυνηγά τους ποντικούς. Πολλάκις όμως κυνηγά και αυτή η ιδία τον λαγόν, όπως και ο σκύλος εξ άλλου καταδιώκει την γάταν, πνέων μένεα διά την ανεπάρκειαν, την οποίαν έδειξεν ως αρχειοφύλαξ του συλλόγου.

Αλλ’ αφήνω τους μύθους, διά να σας πληροφορήσω ότι ο λαγός κακομαγειρεύεται εις τας Αθήνας. Το μαγείρευμά του είναι η τέχνη των τεχνών. Λάδια, ξίδια, σκόρδα, κρεμμύδια, δαφνόκλαδα, κανέλλα, πρέπει να είναι υπολογισμένα μέχρι κόκκου. Λέγεται ότι η αλεπού, παρακολουθήσασα κάποτε μακρόθεν το μαγείρευμα του λαγού, είπε:

    Να σε πάρη η οργή του Θεού! Τη ζημία που δεν κάνεις ζωντανός την κάνεις πεθαμένος.

 

 

ΤΟ ΟΡΝΙΟ

 

Δίχως άλλο καμμία ευρωπαϊκή πόλις δεν είναι δυ­νατόν να έχη την υπηρεσίαν καθαριότητος, την οποίαν έχουν τα βουνά. Επειδή, ως επί το πλείστον είναι κακοπάτητα και το χειρότερο ακόμη τα διάφορα ζώα, είτε ήμερα είτε άγρια, ευρίσκονται εις κατάστα­σιν διαρκούς εμφυλίου πολέμου - αυτούς τους μήνας μάλιστα οι οποίοι είναι ερωτική εποχή των προβάτων σκοτώνονται καθημερινώς κριάρια αλληλομαχόμενα διά τας Ιουλιέτας των κοπαδιών των - τα όρνια εκτελούν μεγάλην κοινωνικήν αποστολήν, καθαρίζοντα αμέσως τα βουνά από τους νεκρούς μαχητάς του Έ­ρωτος.

Μία ποιμενική παράδοσις βεβαιοί, ότι τα όρνια ανέλαβον την εργασίαν ταύτην κατά διαταγήν αγίου ανθρώπου, του Αθανασίου, του εξομολογητού, ιδιαιτέ­ρου προστάτου των προβάτων.

Ο άγιος Αθανάσιος διήρχετο κάποτε τα βουνά κηρύσσων τον λόγον του Θεού και εξομολογών τους αμαρτωλούς. Άμα έφθασεν εις μίαν κορυφήν της Ευρυτανίας, η οποία αποτελεί το σύνορον Θεσσα­λίας, Ηπείρου και Στερεάς, επλησίασε μίαν στάνην όπου απέκρυψε την ιδιότητά του και προσποιηθείς τον στρατοκόπον εζήτησε από τους ποιμένας ολίγον γάλα.

Εδώ η παράδοσις είναι φανερά αντιποιμενική, διότι διηγείται ότι οι ποιμένες δεν του έδωκαν γάλα, πράγμα το οποίον είναι αντίθετον προς τα ποιμενικά έθιμα, όπως ημπορούν να βεβαιώσουν όλοι όσοι έτυχαν να περάσουν από στάνην. Τόσον το θεωρούν υποχρέωσίν των να περιποιηθούν διαβάτας, ώστε και μακράν της στρούγγας των αν περάσητε, θα σας καλέσουν εις τα κονάκια των, τα οποία άλλως τε υποβάλλονται εις ειδικήν φορολογίαν όπως «απαντούν τα έξοδα» της φιλοξενίας.

Εις μίαν μελέτην περί των Σαρακατσάνων (σκηνιτών) την οποίαν γράφω, παραθέτω φορολογικούς κατα­λόγους τσελιγγάτων, εις τους οποίους η πρώτη μερίς είναι τα «μουσαφιρλίκια». Κατά δέκα λεπτά φορολογεί ο τσέλιγγας έκαστον πρόβατον των υπ’ αυτόν σκηνιτών διά την φιλοξενίαν των διαβατών.

Η παράδοσις μόλα ταύτα επιμένει ότι εις τον Άγιον Αθανάσιον δεν έδωσαν ούτε γάλα. Εκείνος λοιπόν ύψωσε τας χείρας του προς τον Θεόν και κατηράσθη την στάνην, ζητήσας να γίνουν τα πρόβατα όρνια. Αμέσως τα κοπάδια έγιναν φτερωτά και οι ποιμένες έμειναν με της γκλίτσες ξηρές.

- Εσείς δε αθώα πλάσματα του Θεού, είπεν ο Άγιος, να περιπλανάσθε εις τα βουνά και να τα κα­θαρίζετε από πάσαν ακαθαρσίαν.

Τα όρνια τότε πήραν τα βουνά και επεδόθησαν εις το ανατεθέν έργον των. Μερικά όμως έμειναν εκεί κοντά στο μανδρί των, όπου και σήμερον περιπλανώνται γύρω από τα ερείπια της στάνης, αναζητούντα τους πιστικούς των και τα σκυλιά.

Προχθές το βράδυ πέρασα εις την «Αφορεσμένην» - είναι το όνομα της κατηραμένης στάνης - και έμεινα εκεί δύο τρεις ώρας.

Να ιδήτε, μου έλεγαν πέντε εξ Σαρακατσαναίοι που με συνώδευαν, να ιδήτε ότι άμα βλέπουν άσπρη κάππα, που φορούμε ημείς οι βλάχοι, δεν φεύγουν γιατί θαρρούν πως είμαστε οι δικοί των οι τσοπά­νηδες.

Πραγματικώς τα όρνια δεν παρεμέρισαν και επεράσαμε ανάμεσα των δίχως να διακόψουν την βοσκήν των. Εκάθησα εις τα ερείπια της στάνης και μου ήλθεν ο πειρασμός να τουφεκίσω το ορνεοκοπάδι, επει­δή το κόκαλό των γίνεται λαμπρά φλογέρα.

- Μη τα ντουφεκάς, τα καημένα... Κρίμα... θάρρεψαν γιατί είδαν εμάς...

Αλλ’ εκείνα, ως αντελήφθην, δεν εκινούντο, διότι είχον προ ολίγου πέσει επάνω εις ένα γκρεμισμένο άλογο από το οποίον μόνον τα κόκαλά του είχον αφήσει. Όταν μετ’ ολίγον μας έπιασε η βροχή και απεσύρθημεν κάτω από ένα έλατον, αυτά επήγαν απέναντι μας εις ένα κέδρον και έμειναν εκεί ως πρόβατα.

Οι Σαρακατσάνοι μού επέμειναν, ότι εκεί ήταν ο «σταλός των» όταν ήσαν πρόβατα και επήγαν κατά συνήθειαν, την οποίαν έχουν τα πρόβατα την μεσημβρίαν να λημεριάζουν υπό παχύσκια δένδρα.

Όταν ο καιρός αναπήρε, συνεκεντρώθησαν εκεί πολλοί Σαρακατσάνοι και είδα πως ήτο αδιάσειστος η πεποίθησίς των, ότι όρνια προ του αφορισμού δεν υπήρχον και ότι ο δημιουργός των είναι ο Άγιος Αθανάσιος. Ίσως έκτοτε οι Σαρακατσάνοι να έγιναν τόσον φιλόξενοι. Αλλά τα όρνια μένουν όρνια και καθαρίζουν τα βουνά με ηλεχτρικήν ταχύτητα. Μόλις γκρεμισθούν ή ψοφήσουν πρόβατα, άλογα, μουλάρια, κ.λ.π. επιπίπτουν τα όρνια και τα καθαρίζουν αυτοστιγμεί.

Φαίνεται δε ότι παρομοίας υπηρεσίας προσέφεραν και κατά το Εικοσιένα. Οι βοσκοί ερευνούν επιμόνως τα σπήλαια όπου κάνουν τις φωλιές των με την ιδέαν ότι θα εύρουν χρυσαφικά, ιδίως δακτυλίδια, τα οποία μετέφερον εκεί τα όρνια μαζί με τα χέρια των νεκρών κλεφτών που ήρπαζον από τα πεδία των μαχών. Ένας Σαρακατσάνος μου έδειξε χρυσό δακτυλίδι που ευρήκε μέσα εις μίαν ορνιοφωλιάν μαζί με σκελετούς αν­θρωπίνων χεριών.

Ελησμόνησα να σημειώσω παραπάνω, ότι υπάρχουν και όρνια, τα οποία δεν τρώγουν μόνον το κρέας, άλλοι ροφούν και τα κόκαλα, εντεύθεν δε και ειδική ονο­μασία των «κοκαλιάδες». Οι κοκαλιάδες αρπάζουν τα κόκαλα και αφού προχωρήσουν πολύ υψηλά να πε­τούν απ’ εκεί επάνω εις πετρώδη μέρη διά να σπάσουν. Καταβαίνουν έπειτα και επιδίδονται εις την απορρόφησιν των μεδουλιών των.

Οι κλέφτες του Εικοσιένα όμως ήσαν υπερήφανοι, ώστε να μη θέλουν να φαίνωνται ότι τρώγουν τα κορμιά των τα όρνια όπως τα ψοφίμια. (Οι κλέφτες τους από φυσικόν θάνατον αποθνήσκοντας ονομάζουν ψοφίμια και ηύχοντο διά τον εαυτόν των να τελειώ­σουν ως σφαγάδια, τουτέστι να σκοτωθούν εις τον πόλεμον). Η υπερηφάνειά των λοιπόν δεν τους επέ­τρεπε να νομίζουν ότι θα γίνουν βορά των όρνιων, αλλά των σταυραετών, προς τους οποίους και απευ­θύνονται τα επιθανάτια τραγούδια των:

 

Φάγε - ν - αητέ μ’ τα νειάτα μου,

φάγε την αντρειά μου,

να κάμης πήχυ το φτερό και

σπιθαμή το νύχι.

 

Ίσως είναι η ποιητικωτέρα διάθεσις των πολεμιστών του Εικοσιένα το να θέλουν να μετενσαρκωθούν μέσα στις σπαθωτές φτερούγες των αητών που χαίρονται τα ύψη και δέρνουν βροντερά τον αιθέρα, όπως τα πολύηχα άρματά των. Ένα αρματολικό τραγούδι λέγει:

 

Το πώς βροντάει ο σταυραετός

όντας αργοκινάει,

έτσ’ όντας συναρίζεται

κι ο γλεντερός ο Κλέφτης.

 

Ήτο δυνατόν ο «γλεντερός κλέφτης» να παραδεχθή, ότι τα νειάτα του τρέφουν τα όρνια, τα δυσκί­νητα, τα πεζότατα, τα ταπεινά αυτά ζώα; Ημείς εδώ όταν πρόκειται να επιπλήξωμεν κανένα ως βραδυκίνητον, ως μπουνταλάν, ως άχθος αρούρης, έχομεν πρόχειρον την φράσιν.

- Όρνιο της Καράβας!

Καράβα δε ονομάζεται η σειρά των κορυφών της Οξιάς όπου περιπλανώνται τα θύματα του αφορισμού του Αγίου Αθανασίου, καθαρίζοντα τους γκρεμούς από τα ψοφίμια δίχως αστυιατρικήν υπηρεσίαν, την οποίαν έχουν οι Αθηναίοι, που εκτελούν παρομοίαν υπηρεσίαν εις πολλά Αθηναϊκά ξενοδοχεία… Κατά τούτο τα όρνια διαφέρουν μερικών Αθηναίων, οι οποίοι πληρώνουν αστυιάτρους, πληρώνουν εφημερί­δας διά να διαβάζουν τα «απόζοντα» εξ ακαθαρσίας ξενοδοχεία και έπειτα πηγαίνουν και τρώγουν εις τα ίδια ξενοδοχεία.

 

 

Ο ΑΕΤΟΣ

 

Πώς ο παμπόνηρος αετός κατώρθωσε να γελάση την Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν, την Δημοτικήν ποίησιν και τον συνάδελφον κ. Σίμον, ότι είναι ο μάλλον υπερήφανος πολίτης του πτερωτού κόσμου; Όλαι σχεδόν αι λεηλατικαί επιχειρήσεις του αποτελούν την ανωτέραν μορφήν της ζωικής πονηρίας. Διά την καταδίωξιν του λαγού έχει την εξής μέθοδον: Καταρτί­ζει εταιρείαν, η οποία μοιράζει τους ρόλους της κατά το κυνηγετικόν σύστημα. Οι μεν εκτελούν καθήκον­τα λαγωνικών οι δε κυνηγών. Τα λαγωνικά εισέρχον­ται εις το δάσος και γαυγίζουν, οι δε κυνηγοί κατα­λαμβάνουν τας υψηλοτέρας θέσεις του δάσους, τα λε­γόμενα καρτέρια, οπόθεν ο ατυχής λαγός έχει την συνήθειαν να διέρχεται όταν καταδιώκεται.

Η συνήθειά του αύτη δεν είναι εντελώς ηλιθία. Το μόνον προφυλακτικόν όπλον του είναι η ακοή του. Διά να κατορθώνη λοιπόν να πληροφορήται τι του γίνε­ται, μόλις αντιληφθή ότι ευρίσκεται υπό καταδίωξιν διευθύνεται προς τα καρτέρια. Εκεί τον περιμένουν οι αετοί - όπως άλλως τε και οι κυνηγοί - και τον αρπάζουν με τα νύχια των. Η μόνη διαφορά την οποίαν έχουν από τους κυνηγούς είναι, ότι οι τελευταίοι μετα­χειρίζονται όπλα. Ποιος έκλεψε το σύστημα από τον άλλον, αυτό είναι ζήτημα της ιστορίας του κυνηγίου. Υπάρχουν όμως και λαγοί, οι οποίοι αφού απέκτησαν πικράν πείραν, κινδυνεύσαντες πολλάκις εις τα καρτέρια, εγκατέλειψαν την τακτικήν αυτήν και άμα ακούουν γαυγίσματα κρύβονται εις τις τούφες, πράγμα το οποίον δεν το κάνουν όταν αντιληφθούν κυνηγε­τικά σκυλιά, διότι γνωρίζουν, ότι αυτά τους «παίρνουν τον ντορόν των» δηλαδή μυρίζονται τα ίχνη των. Διά τους αετούς όμως είναι βέβαιοι, ότι στερούνται της οσφραντικής δυνάμεως και άμα τους ακούουν χώνον­ται εις τις τούφες. Εντεύθεν και ο σχετικός μύθος:

Κάποιος λαγός καταδιωκόμενος από αετόν, διηγεί­ται ο εν λόγω μύθος, ηθέλησε να κρυβή εις μίαν τούφαν, όπου, κατά κακήν του τύχην, έτυχε να ευρίσκεται και μία χελώνα. Ο λαγός εζάρωσεν υπό την τούφαν και έγινε ένα με το χώμα. Τότε εις την χελώναν ήλθε το κέφι να ερωτοτροπήση μαζί του. Ματαίως ο δυσ­τυχής λαγός προσεπάθησε να της παραστήση, ότι η διαγωγή της ήτο άτοπος, ότι θα κατηγορούντο επί παρανόμω συνοικισμώ κ.τ.λ. Η χελώνα επέμενε.

Τότε ο λαγός είδεν ότι πάσα αντίστασις ήτο όχι μόνον μάταιος κόπος, αλλά και επικίνδυνος, διότι εκινδύνευε να τους ακούση ο αετός, αναστέναξε και είπε:

- Για το χατήρι του αετού πέρνα και συ την ώρα σου, μωρή χελώνα.

Διά πολλούς κτηνοτροφικούς ορεινούς πληθυ­σμούς ο αετός είναι βάσανον, όσον και ο λύκος. Επέρχονται κατά τα κοπάδια και ρημάζουν τα πρόβατα. Τα μεν μικρά τα σηκώνουν με τα νύχια τους, διά τα μεγάλα δε πρόβατα, όπως και τα δαμάλια, άλογα και τραγιά έχουν την εξής μέθοδον: Κάθονται εις τον σβέρκον του θύματος, βυθίζουν τα νύχια τους εις τον λαιμόν του, φέρουν τα φτερά τους ως χάμουρα εις τα μάτια του, τα κλείνουν ώστε να μη βλέπουν καθόλου και έπειτα αρχίζουν να κτυπούν το μέτωπόν του με το ράμφος των. Εκείνο παραλογίζει από τους πόνους και ορμά να φύγη. Αλλ’ όπως είναι θεόστραβον, γλυστρά εις κανένα γκρεμόν και γίνεται κομμάτια.

Τότε ο αετός κάθεται και κολατσίζει την λείαν του. Λέγω κολατσίζει, διότι είναι αχόρταγον ζώον.

Προ ολίγων ετών εγκατεστάθησαν εις ένα γκρεμόν του χωριού μας ζεύγη αετών και μας εσήκωναν κάθε μέρα δεκαπέντε είκοσι αρνιά. Οι χωριανοί συνήλθαν και τους επεκήρυξαν προς πέντε πρόβατα τον έναν.. Όποιος, δηλαδή, σκοτώσει έναν αετόν να παίρνη ως αμοιβήν πέντε πρόβατα. Πέντε εξ νέοι ανέλαβον το έργον του Ηρακλέους. Έκαμαν εταιρείαν και αφού επήγαν επάνω από το γκρεμόν, εκρέμασαν ένα διά κλήρου με δαυλιά στα χέρια να βάλη φωτιά στις φωλιές των. Την πρώτην ημέραν η από­πειρα απέτυχεν. Οι αετοί έτυχε να γυρίζουν εκείνην την ώραν και επέπεσαν ως θηρία επάνω εις τον πυρπολητήν, τον οποίον ετρόμαξαν να σώσουν οι σύντρο­φοι του.

Την άλλην εβδομάδα ο κρεμασθείς κατώρθωσε να ρίψη φωτιά μέσα εις τις φωλιές που ήσαν γεμάτες μικρά πουλιά. Οι αετοί έφθασαν αφού πλέον ήρχισαν να καίωνται αι φωλιές των.

Οι παρευρεθέντες περιγράφουν ένα σπαρακτικόν θέαμα. Ετουφέκιζαν απ’ επάνω τους αετούς, αλλ’ εκείνοι ωρμούσαν εις την φωτιάν διά να σώσουν τα μικρά των, και άλλοι εκαίοντο μαζί τους, άλλοι εκαψαλί­ζοντο και έπεφταν δίχως πτερά κάτω στους βράχους. Όσοι εγλύτωσαν έφυγαν και δεν εξαναγύρισαν στα μέρη μας. Από τότε είμεθα πλέον ήσυχοι. Όσο για φλογέρες - το φτερό του αετού γίνεται η γλυκυτέρα φλογέρα - έχομεν υλικά από την εποχήν εκείνην. Πέρυσι μόνον μας επεσκέφθησαν δύο τρεις, εσήκωσαν κάμποσα αρνιά, και το τελευταίο θύμα των ήτο ένα σκυλί του κυνηγιού. Το ήρπασαν ενώ εκυνηγούσεν ένα λαγόν. Να το εξέλαβον για λαγό, ή να το ετιμώρησαν διότι επενέβαινεν εις τα καθήκοντά των;

Επειδή πιθανόν να υπάρξουν και ζωόφιλοι κυρίαι, αι οποίαι ίσως συγκινηθούν από το άγριον χάλασμα των φωλεών, σημειώνομεν και την γνώμην την οποίαν έχουν οι αετοί περί γυναικών. Τρεις σταυραετοί καθόντανε, λέγει ένα τραγούδι, και έκλαιγαν «τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους». Ο ένας έκλαιγε πως μέθυσε, ο δεύτερος πως εχήρευσε. Τότε ο τρίτος εγύρισε και τους είπεν:

 

Τι κλαις εσύ που μέθυσες,

ταχειά θα ξεμεθύσης.

Τι κλαις εσύ που χήρεψες,

άλλη γυναίκα παίρνεις.

 

Τουτέστι η γυναίκα του έλειπεν ή αρνί το ίδιο πράγμα είναι.

 

 

ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ

 

Αφού οι γυναίκες είναι πουλιά, φυσικά οι άνδρες έπρεπε να φιγουράρουν ως Γεράκια στα Δημοτικά τραγούδια. Αλλ’ ενώ προ παντός το πουλί αυτό κα­ταδιώκει την πέρδικα, η οποία κατ’ εξοχήν αντιπροσωπεύει την εύμορφην γυναίκα, η φιλαυτία των ανδρών εδιάλεξε τον αετό ως σύμβολον του γυναικοκυνηγιού.

 

Και στης Μαρίας την ποδιά

σφάζονται παλληκάρια.

Εγύρισε κι εκοίταξε της

Αϊ-Θυμιάς τον κάμπο

κι είδα ’ν’ Αετό που πήγαινε

μια Πέρδικα στα νύχια,

Ο Αετός κοιμήΘηκε

κι η πέρδικα του φεύγει.

… … … … …

Νύχια μου και νυχάκια μου

και νυχοποδαράκια μου

την πέρδικα που πιάσατε

να μη τηνέ χαλάσετε.

 

Είναι καιρός να αποκατασταθή η αλήθεια και η αξιοπρέπεια των εραστών. Διότι, πιστεύσατέ το, όχι μόνον αληθές δεν είναι, ότι ο Αετός ασχολείται εις καταδίωξιν περδίκων, περιστερών και τρυγονιών, με τα οποία συμβολίζονται οι γυναίκες, αλλ’ ούτε αξιοπρεπές είναι να αυτοπαρομοιάζωνται οι άνδρες εις τας ερωτικάς των επιδρομάς μ’ ένα πουλί δόλιο, παμπόνηρο και άνευ γούστου.

ΤΙ θέλετε και δεν τρώει; Λαγούς, κατσίκια, αρνιά, χελώνες, φίδια, άλογα, δαμάλια. Γαντζώνει τα νύχια του στ’ αυτιά ενός βοδιού, όπως σας έλεγα άλλοτε, του φέρνει στα μάτια τα φτερά του ως χάμουρα, του τα κλείνει εντελώς και έπειτα το ραμφίζει στο μέτωπο, έως ότου εκείνο, φεύγον παλαβωμένο από τον πόνο, πέση και σκοτωθή από κανένα γκρεμνό. Άλλως τε περί γυναικός έχει την ιδέαν, ότι είναι το προχειρότερον πράγμα. Ενθυμείσθε στο τραγούδι των τριών Αετών πως παρηγορεί «ο τρίτος ο καλύτερος τους δύο άλλους.

 

Εσύ πουλί που μέθυσες,

ταχειά θα ξεμεθύσης.

Κι εσύ πουλί που χήρεψες,

άλλη γυναίκα παίρνεις.

 

Το Γεράκι όμως είναι ποίημα του αιθέρος. Φτερό γληγορώτερο, μάτι διαβολικώτερο, μετεωρισμό ωραιότερο, ορμήν ευθυτέραν δεν πολυείδεν ο ουρανός. Αφού σφενδονισθή στα ύψη, καρφώνεται εκεί σαν μαύρο άστρο. Τι κάνει; Σημαδεύει το θύμα του. Ο Λαός λέγει «την ζυγάρισε σαν Γεράκι». Η επιτυχία του Γερακιού είναι σ’ αυτό το ζυγάρισμα. Σημάδεψε τον στόχον του; Η ιστορία ενός πουλιού ετελείωσε. Πέφτει σαν βόλι επάνω του και είτε πέρδικα είναι είτε περιστέρι, κρέμεται πλέον στα νύχια του. Πρό­φθασε να παραμερίση το πουλί; Το Γεράκι είναι στη γη σκοτωμένο. Αλλά μόλον ότι βεβαιούν, ότι πολλά Γεράκια ευρέθηκαν σκοτωμένα, σπάνιον μόλα ταύτα πράγμα ν’ αποτύχη στο ζύγιασμά του.

Πολλοί νατουραλισταί λέγουν πως το Γεράκι ένεκα της ορμής του αυτής είναι διστακτικό να κυνηγά πουλιά στρωμένα στη γη. Κατ’ αυτούς το ρήμαγμα των ορνιθιών το κάνει ο πρωτεξάδελφός του, το Ξεφτέρι, το οποίον μάλιστα η φύσις, μισούσα φαίνεται τις κότες, το έκαμε σταχτί ώστε να μη διακρίνεται όταν πλησιάζη τις αυλές και τα κοτέτσια.

Αλλά, παρ’ όλην την συμπάθειαν, την οποίαν φυσικόν είναι να έχη κανείς για το τολμηρό αυτό πουλί, δεν είναι δυνατόν παρά να βλέπη κάποιαν υπερβολήν εις τον διάσημον γερμανόν νατουραλιστήν Νάουμαν, προσπαθούντα να αθωώση το Γεράκι απέναντι των ορνιθοτρόφων. Τουλάχιστον το ελληνικόν Γεράκι δεν είναι καθόλου ανεύθυνον για την κατάστασιν των αγροτικών ορνιθώνων. Δεν έχει βέβαια την μερίδα της Αλεπούς και του αλησμόνητου αποσπασματάρχου, αλλά πάντως θα είναι αρκετή η ζημιά που κάνει, ώστε να αναγκάζη τους χωρικούς να τα επικηρύσσουν συχνά.

Ή λοιπόν στη Γερμανία τα Γεράκια έχουν πολύ προαχθή, ή οι Γάλλοι έχουν δίκαιον λέγοντες, ότι ακόμη και την Γεωργικήν Χημείαν που έπιασαν στα χέρια τους οι Γερμανοί την εγέμισαν με ρωμαντι­σμόν, δίχως βέβαια να αρνούνται με τούτο ότι την προήγαγον και θετικώς. Και φαίνεται ότι έχουν δί­καιον οι Γάλλοι. Ο Νάουμαν βεβαιοί, ότι το τόσον άξιο και τολμηρό Γεράκι, άμα παραμερίση στον λόγγο να γευματίση καμιά πέρδικα ή κανένα τρυ­γόνι, φθάνουν κάτι πουλιά παρασιτικά, πουλιά που τα συγυρίζει η κλώσα, και του παίρνουν την τροφή του. Μόλις, λέγει, το πλησιάσουν, παράτα ό,τι έχει, αφήνει μια φωνή «κιαχ κιαχ» και σηκώνεται στον ουρανό.

Άλλος πάλιν νατουραλιστής, ο Παλλάς, σημειώνει ότι τα Γεράκια καταδιώκουν τα παπιά κολυμβώντας και ότι πολλάκις βουτούν στη θάλασσα και δεν ξανα­γυρίζουν. Τα ελληνικά Γεράκια δεν απεφάσισαν ακόμη να γίνουν θαλασινή Δύναμις. Ίσως περιμένουν να ιδούν τα αποτελέσματα της Τουρκίας και τότε να σκεφθούν αν είναι φρόνιμον ν’ απομακρύνεται κανείς από τα ήσυχα κοτέτσια.

 

 

ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

 

Ο Νώε απέστειλε τον κόρακα διά να εξετάση αν τα ύδατα απεσύρθησαν· ο κόραξ επέπεσε κατά των πτωμάτων και εξέχασε να γυρίση· ο Νώε τον κατηράσθη κλπ. Όλα αυτά τα πράγματα συνέβησαν εις τον Δήμον Αργιθέας, την ιδιαιτέραν πατρίδα του αγαπητού συναδέλφου κ. Αλεξανδρή. Οι γειτόνοι μου συγχωριανοί του πρώην υπουργού της Παιδείας επιμένουν, ότι η κιβωτός του Νώε προσήραξεν εις την κορυφήν του ιδικού των βουνού, το οποίον έκτοτε λέγεται Καράβα. Όταν προ ήμερων εγύριζα τα πλάγια, της Καράβας, η οποία είναι μία εκ των κορυφών της ζωγραφισμένης οξιάς, ένας Σαρακατσάνος μου έδειξεν αιχμηράν κορυφήν εις την οποίαν, κατά τους Αργιθεάτας, υπάρχει ακόμη η κρικέλα εις την οποίαν προσέδεσεν ο Νώε την κιβωτόν του. Ηρώτησα τον Σαρακατσάνον, αν πραγματικώς υπάρχη καμμία κρικέλα.

-Δεν βαρυέσαι... μου είπε. Τον άφηνε τον Νώε ν’ αράξη εδώ ο.....

Και μου ανέφερε το όνομα ενός δικολάβου, κατά της απληστίας του οποίου εμαίνετο. Έπειτα μου είπεν, ότι, συζητών κάποτε με τους Αργιθεάτας περί κρικέλας, τους εθύμωσε, διότι τους είπε ότι, αν υπάρ­χη τοιούτον σιδηρικόν, ο Νώε το ετοποθέτησεν εκεί δι’ άλλους λόγους (θα σας είναι ίσως γνωστόν ότι τα Μοναστήρια έχουν κρικέλαν διά να δένουν τους τρελούς) και ότι ορθόν είναι να μείνη αχρησιμοποί­ητος...

Η Παλαιά Διαθήκη λέγει, ότι ο Νώε κατηράσθη τον Κόρακα να τρώγη διαρκώς πτώματα. Η παράδοσις - η οποία εδώ, προκειμένου περί του Νώε, ομιλεί ως περί χθεσινού γεγονότος - βεβαιοί, ότι τον κατη­ράσθη να τρυπά κατ’ έτος ο λαιμός του και άμα γηράσκη να κυρτώνη τόσον το άνω μέρος του ράμφους του, ώστε να κλειδώνη το κάτω, και τοιουτοτρόπως ν’ αποθνήσκη από ασιτίαν. Μου επιτρέπεται να βεβαι­ώσω εκ μέρους ανθρώπων, οι οποίοι είδον νεκρούς κό­ρακας, ότι πραγματικώς το ράμφος των εις άλλους μεν έχει τοιαύτην τάσιν, εις άλλους δε ήτο εντελώς κλειδωμένον. Αλλ ο αγγελιοφόρος του Νώε ζη τόσον πολύ, ώστε υποθέτω ότι ευχαρίστως θα εδέχοντο οι άνθρωποι το οικτρόν τέλος του, αν τους εχαρίζετο η μακροζωία του· θα έχετε ακούσει την ευχήν «κορακοζώητος». Ωσαύτως, όταν ομιλούν περί γερόντων, εις τους οποί­ους αναφαίνονται συμπτώματα νεότητος, έχουν πρόχειρον την φράσιν «ξαναπούλιασε σαν κοράκι».

Πώς «ξαναπουλιάζει», τουτέστι γίνεται πάλιν πουλί, ο κόρακας; Άμα φθάση εις ωρισμένον σημείον της ηλικίας του, το πτέρωμά του αρχίζει να πίπτη και σιγά σιγά μαδά όλος και μένει ωσάν να εβγήκε εκείνην την στιγμήν από το αυγό.

Ιδού τώρα το έξοχον μέρος της κοινωνίας των κο­ράκων. Ο ούτω γυμνωθείς κόραξ πιάνει μίαν σπηλιάν και εκεί, έως ότου αναπτερωθή, τρέφεται από τα άλλα κοράκια. Εις την ιδικήν μας κοινωνίαν και ένα πτερόν να χάση ο άνθρωπος, του επιτίθενται οι άλλοι και τον τρώγουν. Εις την πολιτείαν των κοράκων δέκα πολίται ασχολούνται εις την διατροφήν ενός ανίσχυρου ομοφύλου των.

Αλλά η αλληλεγγύη προχωρεί και πέραν του ση­μείου τούτου εις το κράτος των κοράκων. Άμα ένα κοράκι μυρισθή τροφήν εις ένα γκρεμόν, περιφέρεται πρώτον εις τα ύψη κράζον τους συναδέλφους του και τότε κατέρχεται διά να φάγη. Πρέπει λοιπόν να αποκαλυπτώμεθα άμα βλέπωμεν κοράκια.

Είναι βεβαίως κακούργα ζώα. Ενώ λόγου χάριν έπρεπε ν’ αρκούνται εις την λείαν, την οποίαν τους στέλλει ο θάνατος στα βουνά, μόλις τους γυαλίση μάτι ζώου και αντιλαμβάνονται βολικά τα πράγματα, ορμούν και το «ξεματιάζουν». Και μήπως τουλάχι­στον στρώνονται να φάγουν το κρέας του θύματος των; Ξεματιάζουν, παίρνουν τα μάτια ως μεζέν και τραβούν πάρα πέρα διά να κάμουν και άλλα ζώα Οιδίποδας.

Αλλά όλην αυτήν την κακουργίαν των μου φαίνε­ται ότι την αντισταθμίζει η μεταξύ των αλληλοβοή­θεια, «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», λέγει η παροιμία. - «Ποιος σου το έβγαλε το μάτι;» λέγει μία άλλη παροιμία - «Ο αδελφός μου» - «Γι’ αυτά είναι και τόσο βαθειά βγαλμένο».

Βλέπετε πόση διαφορά υπάρχει μεταξύ ανθρώπων και κοράκων, οι οποίοι, μόλα ταύτα, ουδέποτε απεπειράθησαν να διορθώσουν τον κόσμον όπως οι άν­θρωποι. Άγνωστον αν εις την αγαθότητα αυτήν του κόρακος προς τους ομοφύλους του οφείλεται και η ισχυρά λαϊκή πρόληψις ότι η χολή του κόρακος - ιδίως του νυχτοκόρακος - είναι δραστικόν φάρμακον κατά της επιληψίας και κατά πάσης νόσου οφειλο­μένης εις «διαβολικήν συνέργειαν». Πιθανόν να πρό­κειται και περί θεραπείας διά της ομοιοπαθητικής μεθόδου. Επειδή δηλαδή η επιληψία θεωρείται «αρρώστεια του διαβόλου», ίσως αποδίδουν θεραπευτικήν δύναμιν εις την χολήν του κόρακος, επειδή και αυ­τός είναι έργον του Διαβόλου και κατά λάθος τον επήρεν εις την κιβωτόν του ο Νώε.

Εκ των υστέρων όμως αποδεικνύεται, ότι το λάθος του Νώε να πάρη τον Κόρακα εις την κιβωτόν είναι το μικρότερον. Κακούργον μεν ζώον, αλλά εις τον κύκλον της φυλής του ειρηνικόν, βοηθητικόν, πονετικόν, διερχόμενον αδιάφορον επάνω εις τας πολεμικάς προκηρύξεις των σοφών ανθρώπων.

 

 

Η ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΑ

 

Εξαδέλφη της διαβόητου κλέφτρας Κίσσας, ωσαύ­τως εξαδέλφη της διαβόητου λωποδυτρίας Κουρούνας, παρομοίως της ρημάχτρας Καρακάξας. Εκ τοιούτων επιφανών οικογενειών έλκουσα το γένος, ανήλθε μια φοράν τον θρόνον των πουλιών, κλέψασα από το κάθε πουλί ένα φτερό. Αλλά μετ’ ολίγον τα πουλιά αντελήφθησαν την κλοπήν και την καθήρεσαν, αφού προηγουμένως την εμάδησαν. Έκτοτε, συνηθισμένη, φαί­νεται, από τα πούπουλα του θρόνου, περνά τον περισ­σότερον καιρόν της επάνω στις πλάτες των προβά­των. Εκείνα την δέχονται ως πολύτιμον φίλον, διότι τους τρώγει τα τσιμπούρια που είναι επάνω τους. Την ευεργεσίαν τους όμως αυτήν την πληρώνουν πολύ ακριβά. Μεταφέρει μικρόβια επιδημίας από το ένα στο άλλο κοπάδι.

 

 

Η ΚΙΣΣΑ

 

 

Από τα καφενεία του χωριού λείπει αυτό το κα­λοκαίρι ένα ανυπόφορον βάσανο: Η Κίσσα. Είναι ένα πουλί ολίγον μεγαλύτερον από τον κόσσυφαν, αλλά καταπλούμιστο, ίσως από τα ευμορφότερα πουλιά των Ευρυτανικών λόγγων, μαζί με την πέρδικαν, τον τσα­λαπετεινόν (Αγριοκόκορα) και τον συκοφάγον. Αλλ’ όσον αγρίμια είναι τα άλλα πουλιά, τόσον ευκολοημέρευτος είναι η Κίσσα.

Οι ολίγοι φοιτηταί που έρχονται εδώ τους καλο­καιρινούς μήνας, περνούν τον καιρόν των ημερεύοντες Κίσσες. Αυτό το πουλί έχει τας κυριωτέρας αρετάς της ελληνικής κοινωνικής ζωής. Του αρέσει η κου­βέντα, λέγει λίγες λέξεις, μιμείται πολύ, σφυρίζει έξο­χα, τρελαίνεται για κομπολόγι, έχει έρωτα στα τρα­πουλόχαρτα και κλέβει όσο δεν φαντάζεσθε.

Εάν τύχη να περάσετε κανένα λόγγον θα νομίσε­τε ότι κάπου δίπλα σας είναι βλάχοι. Προγκά όπως οι βοσκοί, κάνει θαυμάσια τον ήχον του αργαλειού, γαυγίζει όπως τα σκυλιά, χαχανίζει και σφυρίζει θαυμάσια. οι κυνηγοί την έχουν χάρον στα κυνήγια των. Σφυρίζει όπως αυτοί και γελά τα σκυλιά των.

Μία την οποίαν είχεν ημερεύσει προ ετών κάποιος φοιτητής, και ήκουεν εις το όνομα Λίζα, είχε καταντήσει πληγή των καφενείων και των σπιτιών. Άμα έβλεπε να παίζουν τα χαρτιά - εδώ δε η πρέφα αρχί­ζει από το πρωί και τελειώνει το βράδυ - η Λίζα θα άφηνε τις περιοδείες της ανά το σπίτι και θα εστρώνετο δίπλα εις την πρέφαν διά να κλέβη χαρτιά και κιμωλίαν.

Ιδιαιτέραν προτίμησιν έδειχνε στις φιγούρες και τα νίκελ. Επειδή όμως το είχεν αντιληφθή ότι την ανεκάλυψαν ως κλέπτριαν, εφρόντιζε να κλωτσά τα χαρτιά και να τα ρίχνη κάτω από τα τραπέζια, άμα ήνοιγε καμμία φιλονεικία ζωηρά μεταξύ των παιζόντων, διότι τότε ήτο βεβαία ότι δεν την παρακολουθούσαν.

Άμα τα εσήκωνε αργότερον από κάτω, διά να τα μεταφέρη στη φωλιά της, ποτέ δεν τα έπαιρνε με το ράμφος της διά να μη την βλέπωμεν. Τα ετρύπωνε από τα πτερά της και αφού επήγαινε κάμποσον δρόμο περπατώντας, τότε τα ήρπαζε με το ράμφος της και επετούσε. Άμα την εβλέπαμε να φεύγη από το καφενείον περπατητά είμεθα βέβαιοι ότι κάτι λα­θρεμπόριο έχει κάτω από τις φτερούγες της.

Όταν κάποτε ανεκαλύψαμεν την κρυψώνα, της, εγίναμεν κύριοι δύο περίπου δραχμών εις νίκελ, δύο πακέτων καπνού, μιας τράπουλας από φιγούρες, μιας χαλκομανίας και αφθόνου «πέτρου» - είδος λαζανιών τα οποία φκιάνουν με αυγά, γάλα και βούτυρον.

Εγνώριζε σχεδόν όλους τους τακτικούς πελάτας των τριών τεσσάρων καφενείων του χωριού μας. Εγνώριζεν ωσαύτως τον χασάπην, ο οποίος την εφιλοδώρει κάποτε ολίγο πλεμόνι, και τον οποίον άμα δεν έσφαζε τον έπαιρνε από κοντά. Εκείνος την έδιωχνε και της έλεγεν:

- Ε! καλά τώρα φεύγα!.,. Μου ’δωκες την παραγ­γελία να σου κρατήσω κρέας άμα σφάξω....

Άμα έβγαινε στο χωριό από τα χωράφια του ένας γέρος με μεγάλο κόκκινο κομπολόγι τον υπεδέχετο και τον συνώδευε στο καφενείο. Ήταν μεγάλη χαρά της ν’ ακούη το παίξιμο του κομπολογιού.

Ώρες ολόκληρες εκάθητο δίπλα του για να χαί­ρεται το κομπολόγι. Κάποτε είπαμε του γέρου και άφησε σ’ ένα κάθισμα το κομπολόγι του. Η Λίζα εκοίταξεν όλους και άμα είδε πως κανείς δεν την πα­ρακολουθεί, έσυρε το κομπολόγι κρυφά κρυφά και τα ετρύπωσε κάτω από τον μπεζαχτάν του καφετζή. Έπειτα έφυγε, ίσως για να μην αποδοθή εις αυτήν η κλοπή. .

Αλλ’ όταν επέστρεψε και δεν ευρήκεν εκεί τα κο­μπολόγι έβαλε κάτι κραυγάς, ως να επέπληττεν ημάς τους άλλους διότι την εκλέψαμεν. Επί τέλους ο γέρος ήρχισε να παίζη πάλι το κομπολόγι του και τότε η Λίζα ησύχασε, σκεφθείσα ίσως ότι το επήρε εκείνος εις τον οποίον ανήκε το κλοπιμαίον.

Διά τους χωρικούς είναι μεγάλη πληγή, διότι ρη­μάζει τα καλαμπόκια και τα σταφύλια. Η Λίζα ευρήκε οικτρόν θάνατον μέσα εις καλαμπόκι από ένα γέρον ο οποίος δεν την διέκρινεν ότι ήτο η ήμερη Κίσσα, με όλα τα λοφία και τα βροντζαλίδια, με τα οποία την είχαμε στολισμένην.

Ευτυχώς εσχάτως ανεκαλύφθη και το φόβητρον της Κίσσας από τους χωρικούς. Απηυθύνθησαν στην πολλήν εξυπνάδα της διά να την φοβίσουν και να μην πατά στα καλαμπόκια. Περιτριγυρίζουν το χωράφι με μίαν χονδρήν κλωστήν και η Κίσσα, η οποία δεν φο­βείται τίποτε άλλο, άμα βλέπει τα ακίνδυνα αυτά ράμματα, επάνω από τα οποία διέρχονται ανύποπτα τα άλλα πουλιά, αυτή υποπτεύεται ότι κάποια μεγά­λη παγίς είναι στημένη και φεύγει.

- Α, εδώ είναι δάκτυλος! Όλα κι όλα, έμενα δεν με γελάτε!...

Μήπως, αγαπητέ Ζαχαρία,* δεν είναι ελληνικωτάτη και αυτή η ευφυία της, η οποία την βάζει να υποπτεύεται δακτύλους διά να μένη θεονήστικη;

(*) Σημ. του εκδ. - Απευθύνεται εις τον λογογράφον κ. Ζαχαρ. Παπαντωνίου.

 

 

Ο ΝΥΧΤΟΚΟΚΟΡΑΣ

 

Η χολή του πιστεύεται ότι είναι το αποτελεσματικό φάρμακο κατά της επιληψίας. Επειδή όμως τον καταδιώκουν μόνον γι’ αυτόν τον λόγο, ο Νυχτοκόκορας φροντίζει ν’ απορρίπτη την χολή του πριν πέση στα χέρια του κυνηγού. Στην Ακαρνανίαν όμως πι­στεύουν πως αν του φωνάξης την ώρα που τον πυροβολείς: «Κράτα Νυκτοκόρακα τη χολή σου» δεν την πετά, κατ’ άλλους μεν γιατί συμπονεί τον άρρωστο, κατ’ άλλους δε γιατί φοβάται μήπως τον βασανίσουν.

 

 

Ο ΜΠΟΥΦΟΣ

 

Η Κίσσα, όπως σας είπα προχθές, μένει νηστική από την πολλήν εξυπνάδα της. Ο Μπούφος καλο­περνά εξ αιτίας της πολλής βλακείας του. Πιάνει τα κούτσουρα και ραχατεύει από πρωίας μέχρι νυκτός Επειδή όμως κοιμάται με ανοικτόν το στόμα, η γλώσσα του γεμίζει πτερωτά έντομα. Τα μικρά πουλιά βλέπουν την εύκολον αυτήν λείαν και χύνονται βια­στικά εις το στόμα του Μπούφου, ο οποίος εκείθεν τα διευθύνει εις το στομάχι του.

Εντεύθεν προκειμένου περί εντελώς εκτάκτων τυχηρών καθιερώθη και η φράσις «του έπεσε σαν του Μπούφου το πουλί». Αλλ’ αυτή είναι η πρόχειρος λα­ϊκή αντίληψις περί Μπούφου. Κατά την γνώμην όμως πονηρών χωρικών, ο Μπούφος επαγγέλλεται τον ηλίθιον. Η ηλιθιότης του δε αύτη είναι βιοποριστική τέχνη. Κατ’ αυτούς δεν κοιμάται με το στόμα ανοι­κτόν από συνήθειαν, αλλά από πονηρίαν. Επίσης η δειλία του είναι επιτηδευμένη.

Έχει παρατηρηθή, ότι άμα τον κυνηγούν τα μικρά πουλιά φεύγει κι ακόμη φεύγει. Προ ημερών εβλέπομεν να τον κυνηγά ένα σμήνος χελιδονιών, κατά τρόπον αξιολύπητον, Τον ετσιμπούσαν στο κεφάλι, του εμαδούσαν τα φτερά, εφαίνοντο διατεθειμένα να τον απογυμνώσουν. Και αυτός έφευγε με όλην του την δύναμιν.

Τι νομίζετε ότι συμβαίνει; Τους δίδει θάρρος να τον πλησιάζουν διά να τα χάφτη. Άλλα πουλιά, που είναι εξυπνότερα αποφεύγουν να επιδεικνύουν παλληκαρισμόν κατά της προσποιητής δειλίας του. Υπάρ­χει μάλιστα και ο σχετικός μύθος. Επήγε κάποτε ο Μπούφος στα αλώνια να βοσκήση αποσίταρα. Αλλ’ επειδή δεν ευρήκεν εκεί τις σταρίθρες, εθεώρησε καλόν να παρουσιασθή υπό ψευδώνυμον και είπε εις τις σταρίθρες ότι είναι «Τσιουπλητάρα» - ένα πουλί δηλαδή που ζη με μερμήγκια.

- Μπα, κυρα-Τσιουπλητάρα, του είπαν οι σταρί­θρες, υποκρινόμεναι ότι δεν τον γνωρίζουν, κόπιασε να φας μερμήγκια. Ο Μπούφος έσκυψε και ήρχισε να τσιμπά μερμήγκια. Αλλά επειδή ήτο ασυνήθιστος εις αυτήν την εργασίαν, την έπαθε και εσκάλωσεν ένα στο λαιμό του. Ήρχισε λοιπόν να φωνάζη εις βοήθειαν, διότι εκείνο τον ετσιμπούσε.

- Χτύπα το κεφάλι σου από κάτω, του είπαν οι σταρίθρες. Χτύπα το και θα βγη.

Ο Μπούφος έβαλεν εις ενέργειαν την μέθοδον και κτυπών το κεφάλι του εφώναζε:

- Βρε διαβολοκέφαλο, εσύ μοναχά για τυχηρά είσαι... τι ήθελες να πας για ψιλοδουλειές…

Η τέχνη της Τσιουπλητάρας είναι θαύμα μυρμηκολογίας. Άμα ιδή δένδρον γηραλέον, αναρριχάται κυκλοτερώς εις τον κορμόν του, κτυπώσα με το ράμφος της τον φλοιόν του. Όπου καταλάβη ασθενικόν μέρος υποπτεύεται μερμηγκοφωλιάν και επιδίδεται εις την διάρρηξιν του φλοιού, διά να συναντήση την προσφιλή τροφήν της. Λέγεται ότι ο Καραϊσκάκης, ο θαυμάσιος αυτός παροιμιολόγος, παρωμοίασε την γυναίκα προς την τσιουπλητάραν.

- Σαν την τσιουπλητάρα ψάχνει και η γυναίκα τον άντρα να του βρη τις αδυναμίες του....

Ο Μπούφος ηθέλησε να μιμηθή προχείρως μίαν τόσον λεπτήν τέχνην. Και έκτοτε φαίνεται ότι επήρε το όνομα του ηλιθίου, ενώ ο ατυχής είναι εξυπνότερος από πολλούς επαγγελλομένους τον έξυπνον. Τουλάχιστον εις τα σημειώματα αυτά θα ιδήτε ότι τα εξυ­πνότερα ζώα πιάνονται ευκολώτερα. Μάλιστα «η πο­νηρή αλεπού πιάνεται από τα τέσσαρα».

Επί του παρόντος ζητούμεν αναθεώρησιν της λαϊ­κής αποφάσεως, η οποία κατεδίκασε το όνομα του ατυχούς Μπούφου να περιφέρεται επί ηλιθίων αν­θρώπων.

Επί τέλους έχει και μίαν χρησιμότητα η ζωή του Μπούφου. Άμα λαλήση από βραδύς θα βρέξη την επομένην. Διά τους βοσκούς είναι το αξιοπιστότεραν βαρόμετρον. Ποίος ηλίθιος είναι εις θέσιν να εκτελέση τοιαύτην κοινωνικήν υπηρεσίαν;

 

 

Ο ΚΟΥΚΟΣ

 

Ιδού ένα προνομιούχον πλάσμα του Θεού. Κορφολογεί την άνοιξιν, το τραγούδι, τον έρωτα, δίχως να τον βαρύνη καμιά πεζή υποχρέωσις. Ακόμη και τ’ αυγά του άλλοι τα κλώθουν, τα ξεκλώθουν, βγάζουν τα πουλιά του, τα ταΐζουν, τα ποτίζουν.

Ποιοι να είναι οι προλετάριοι αυτοί, οι υποχρεωμέ­νοι να διεκπεραιώνουν και τους έρωτας του Κούκου; Ο Ζίντ εις την θαυμασίαν του μελέτην περί του «Κοινωνικού Παρασιτισμού» λέγει μόνον, ότι ο Κούκος πετά τα αυγά του εις τας φωλεάς των άλλων πουλιών και αφήνει εις αυτά την φροντίδα των πε­ραιτέρω. Οι χωρικοί λέγουν ότι τα υπηρετικά αυτά όντα είναι οι ζάκες, κάτι μικρά σταχτιά πουλιά.

Ένα βράδυ εις την βρύσιν του χωριού εβλέπαμε δύο ζάκες να ταΐζουν ένα μεγάλο πουλί. Φαντασθήτε πως βλέπετε τον κ. Πώπ, π.χ. να βάζη τροφήν εις το στόμα του κ. Καλαποθάκη. Εκεί λοιπόν στη βρύση είδα και επίστευσα τα προνόμια του Κούκου.

Η λαϊκή φαντασία, η οποία αφορμήν θέλει διά να πλάση ατέλειωτους ιστορίας, εδημιούργησεν εις δόξαν του Κούκου ένα ολόκληρον χάρτην προνομίων. Πρώτα πρώτα, αδύνατον να πείσετε χωρικόν ότι δεν ταξιδεύει έφιππος. Το άλογό του είναι ένα μεγάλο άσπρο πουλί, το οποίον δεν είναι γνωστόν με άλλο όνομα παρά ως «Κουκάλογο».

Τον Μάρτιον έρχεται εις τα μέρη μας ολίγας ημέ­ρας ενωρίτερον του Κούκου, και η παράδοσις θέλει ότι το στέλλει ο αφέντης του ο Κούκος, διά να εξέτα­ση αν ήλθεν η άνοιξις στα βουνά. Το «Κουκάλογο» περιπλανάται ολίγας ημέρας εις τα πλάγια και έπει­τα επιστρέφει διά να μεταφέρη τον καβαλάρη του.

Ποτέ ο Κούκος δεν κάθεται όπου κι όπου διά να τραγουδήση την άνοιξιν. Έχει ωρισμένους λόφους και ωρισμένα δένδρα, ακόμη και ωρισμένους κλάδους κατά τους χωρικούς. Εις ένα λόφον αντίκρυ από το σπίτι μου ήταν ένα γηραλέο πουρνάρι, εις το οποίον ήρχιζε στερεοτύπως το λάλημα του "την ημέραν του Ευαγγελισμού. Κάποτε ο βορρηάς έσπασε το πουρνάρι και έκτοτε ο Κούκος δεν ενεφανίσθη εις τον λόφον, μολονότι γύρω του είναι και άλλα πουρνάρια.

Λέγουν ακόμη ότι είναι τόσον υπερήφανος, ώστε μίαν φοράν να τον αποδοκιμάσουν εις ένα μέρος δεν ξαναπατά πλέον. Κάποιος γεωργός μου έλεγεν, ότι δίπλα από το καλύβι του ήρχετο χρόνια και χρόνια ένας Κούκος και τον «εχαιρέτιζε πρωί πρωί». Αλλά μίαν φοράν τον επετροβόλησε και έκτοτε δεν ενεφανίσθη πλέον.

- Και γιατί τον επετροβόλησες; τον ηρώτησα.

- Μου κόμπωνε τα παιδιά μου.

Γενική πρόληψις υπάρχει, ότι άμα ακούσης τον Κούκον πρωί πρωί νηστικός θα «κομπωθής», θα αισθανθής δηλαδή εις τον λαιμόν σου στενοχωρίαν η οποία θεωρείται ως «αναποδιά». Διά τον λόγον αυτόν και οι χωρικοί και οι κυνηγοί την άνοιξιν φροντίζουν να μην ακούσουν τον Κούκον νηστικοί.

Τόσον η λαϊκή παράδοσις θεωρεί τον Κούκον ως θεόθεν προνομιούχον, ώστε να παραδέχεται ακόμη ότι ο Δημιουργός και ιδιαιτέραν τροφήν εδημιούργησε δι’ αυτόν. Ένα μικρόν φυτόν, το οποίον φυτρώνει και σταφυλιάζει τον Απρίλιον, είναι γνωστόν υπό το όνομα «Σταφύλι του Κούκου».

-Μα είδατε να τρώγη από αυτό το σταφύλι ο Κούκος; ερωτούσα κάποτε ένα τζοπάνην.

-Ακούς! τον βλέπομε.,. Σάμπως τρώει τίποτε άλλο;…

Δύσκολον πράγμα να πείσης τον χωρικόν, ότι ο Κούκος είναι αδικαιολόγητος χασομέρης, επιβλα­βής εις την κοινωνίαν των πουλιών, όσον ο κεφαλαιού­χος ο τρώγων τους τόκους δίχως να εργάζεται. Διά την ατυχή τρυγόναν, μάλιστα. Αυτή είναι «τεμπέλα». Δεν επιμελείται την γένναν της όπως πρέπει, αλλά στρώνει λίγα ξυλάκια, τα οποία είναι η όλη φωλιά της.

- Μα αυτή επί τέλους, - έλεγα εις τον φιλόσοφον μυλωνάν του χωριού, ο οποίος σχολιάζει τα κακώς κείμενα εις το Βασίλειον των ζώων και μας παρηγο­ρεί δι’ όλα τα ανάποδα της σημερινής κοινωνικής συνθέσεως - μα αυτή επί τέλους κάνει μια φωλιά, κλώ­θει μόνη της τα αυγά της και τραγουδάει την άνοιξι...

- Δεν σου λέγω όχι... Κι αυτή και το αηδόνι τρα­γουδούν, αλλά αυτά πρέπει να δουλεύουν κιόλα…

- Κι ο Κούκος γιατί να μη δουλεύη;

- Γιατί αυτός φέρνει την Άνοιξι. Το παν είναι ποιος θα κάμη την αρχή... Να ’ξερες πως πηδάει η καρδιά μας άμα τον ακούμε, εμείς η τσαπατουριά... (οι εργα­ζόμενοι με το τσαπί).

Αλήθεια τι Ευαγγέλιον καλωσύνης καιρού, αλη­θινή σάλπιγξ Θεού είναι το λάλημα του Κούκου εις τα μέρη μας. Άνθρωποι, βόδια, άλογα, αλέτρια, χύ­νονται εις τον κάμπον και ξεκλειδώνουν την Γην. Η φωνή του ταράσσει την σιωπηλήν ερημίαν εις το τέλος περίπου της παλαιάς συγκομιδής. Είναι η επαγ­γελία της νέας εσοδείας των χωραφιών, ο μακρυνός ήχος των ερχομένων από τα χειμαδιά προβάτων με τα γαλακτερά μαστάρια και τα άφθονα μαλλιά.

Το νυχτολάλημα του Κούκου είναι κακός οιωνός διά τους ληστάς. Άμα τον ακούσουν οι χωρικοί ερωτούν το πρωί ποίοι λησταί εξεμπερδεύθηκαν. Η ληστρική Μούσα εις πολλά τραγούδια εξορκίζει τους Κούκους να μη λαλήσουν την νύκτα διά να μη συμβή κανένα δυστύχημα και σκοτωθή ο Λύγκος η ο Τσουλής. Ει­δοποιούνται επομένως και οι ληστογράφοι ν’ αρχίσουν ένα μυθιστόρημα ως εξής:

«Την νύκτα της 20ής Μαρτίου ελάλουν συνεχώς οι Κούκοι»…

 

 

Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ

 

Η Κουκουβάγια ήταν υπηρέτρια σ’ ένα αρχοντικό σπίτι. Το κορίτσι του αφέντη της ήταν πολύ παράξενο πλάσμα. Λουλούδια να του έδιναν δεν τα δέχονταν, αν ο υπηρέτης που τα μάζευε δεν φορούσε γάντια. Μαζί με την Κουκουβάγια υπηρετούσε και ένας αρά­πης, τον οποίον ωσαύτως η αρχοντοπούλα εβασάνιζε με τις παραξενιές της. Όσο εμεγάλωνε, τόσο εγίνονταν μεγαλύτερο το βάσανο.

Ένα πρωί ο αράπης σύναζε στον κήπο λουλούδια. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μπήκε η αρχοντοπούλα. Φαίνεται θα ήταν άνοιξις, θα λαλούσαν τ’ αηδόνια στα δένδρα, νερά στ’ αυλάκια και λοιπά, με τα οποία γαρνίρουν οι ποιηταί τας κρισίμους αυτάς συναντή­σεις. Εκείνο το οποίον αναφέρει η παράδοσις είναι ότι, ενώ η Κουκουβάγια εκρυφοκοίταζεν από το παρά­θυρο για να δη τι θα τραβήξη ο αράπης από την ιδιότροπην αρχοντοπούλαν, βλέπει να τον αγκαλιάζη και να τον φιλή, χωρίς ο αράπης να έχη γάντια στα χείλη. Άμα η Κουκουβάγια είδε το πλάσμα που εσιχαίνονταν όλα τα πράγματα, κολλημένο στα χείλια του αράπη, εγύρισε κατά τον ουρανό και είπε:

- Θεέ μου, κλείσε μου τα μάτια μου να μη βλέπω τα παράξενα του κόσμου!!!...

Ο Θεός την ελυπήθηκε κι άκουσε την δέησίν της. Αλλά φαίνεται ότι τότε όλα τα παράξενα εγίνονταν την ημέραν, και δι’ αυτό ο Θεός της αφήκε τα μάτια για την νύχτα.

Ο ελληνικός λαός, προκειμένου περί ανομοίων πραγμάτων, λέγει: « Αλλού τα μάτια η Πέρδικα κι αλλού η Κουκουβάγια». Η παροιμία αυτή έχει περίπου την σημασίαν του: βάζει κι’ η κοσκινού τον άνδρα της με τους πραματευτάδες. Αλλ’ ο ελληνι­κός λαός είναι μόνον ποιητής εις τας αντιλήψεις του περί των ζώων. Αγαπά ένα ζώον εάν είναι εύμορφο, εάν λαλή εύμορφα, εάν ζη εύμορφα έστω και εις βά­ρος του. Η Πέρδικα λ.χ. είναι κάποτε συμφορά των γεννημάτων και των σταφυλών. Μ’ όλην την καταδί­ωξιν την οποίαν κάνει εις τους σπόρους των ζιζανίων, είναι ζήτημα αν εις μερικούς τόπους το γεωργικό μπαλάντζο έχει ενεργητικόν η παθητικόν. Μ’ όλα ταύτα ο λαός τραγουδεί και το πώς ακόμη ρημάζει τ’ αμπέλια:

 

- Πού ’ουν Πέρδικα γραμμένη

κι ήρθες το πρωί βρεμένη;

- Ήμουν πέρα στην πλαγιά

στις δροσές και τα χορτάρια

- Τ’ έτρωγες πέρα στα πλάγια;

- Έτρωγα το Μάη τριφύλλι

και τον Αύγουστον σταφύλι...

 

Διότι η Κουκουβάγια ζη εις τους ίσκιους και στα σκοτάδια κι έχει άσχημα μάτια, είναι το κατηραμένο πουλί για τον ελληνικόν λαόν. Έχετε ακούσει τον λαϊκό αφορισμό «Κουκουβάγιες να λαλήσουν στο σπίτι του». Η κατάρα αυτή, η οποία σημαίνει θάνατο, ξε­παστρεμό, ρήμαγμα, είναι η καλυτέρα ευχή, την οποίαν έπρεπε να ζητή ο γεωργός. Διότι περισσότε­ρον ευεργετικόν συνεργάτην του αγρότου δεν έπλασεν ο Θεός.

Άμα βραδυάση κι αρχίση η άνοδος προς τα σπαρτά του υπογείου εκείνου κόσμου της καταστροφής, ο οποίος λέγεται ποντικοί, σκαραμπαίοι κ.λ.π. οι Κου­κουβάγιες πιάνουν ένα δένδρο και παραμονεύουν. Ίσως σε μία τέτοια ώρα τις είδεν ο Μπωντελαίρ:

Τα μάτια τους τρυπούν το πυκνότερο σκότος σε μεγάλην απόστασιν. Μόλις λοιπόν ξεμυτίση ο ποντικός ή ο σκάραβος, τους πηρουνίζουν ωσάν να τους έχουν εμπρός στο πιάτο των. Το ετήσιον γεύμα μιας Κουκουβάγιας εις ποντικούς μόνον λογαριάζεται από 2 - 2½ χιλιάδας κομμάτια. Ανάλογος είναι η εκ σκαράβων γαρνιτούρα του κυρίου φαγητού της.

Ερεύνης γενομένης εις τα στομάχια 210 Κουκου­βαγιών ευρέθησαν:

48 ποντίκια

296 αγριοπόντικα και νεροπόντικα

33 αραχνοπόντικα

48 τυφλοπόντικα

18 μικρά πουλιά και μέγας αριθμός σκαθαριών.

Καιρούς τώρα Βουλή και Τύπος σκοτώνονται για το ζήτημα της αγροτικής ασφαλείας. Και όμως τον άμισθον αυτόν νυκτερινόν αγροφύλακα, ο οποίος σώζει εκατομμύρια ολόκληρα από την φυτικήν μας ζωήν, ακόμη κανείς δεν εσκέφθη να τον προστατεύση, τουτέστι ν’ ανοίξη τα μάτια του ελληνικού λαού.

Εις άλλους τόπους οι γεωργοί φκιάνουν επίτηδες παραθυράκια στις στέγες των αχυρώνων των για να μπαίνη η Κουκουβάγια. Εδώ ούτε στους χωρικούς της Αττικής, της κατ’ εξοχήν ποντικοπαθούς χώρας, της ως κόσκινον τρυπημένης από τα τυφλοπόντικα και αγριοπόντικα, δεν είναι γνωστή η χρησιμότης της Κουκουβάγιας. Λέγουν, ότι η Γεωργική Εταιρεία ετοι­μάζει πίνακας των ωφελίμων πουλιών. Ατυχώς η προστασία της Κουκουβάγιας είναι έργον ανώτερον ενός πίνακος. Έχει φορτωθή τόσην λαϊκήν αντιπάθειαν, λόγω των θρήνων και της ασχήμιας της, ώστε πρέπει να γίνη συστηματική προπαγάνδα, με διαλέξεις λαϊκάς, βιβλία, με φυλλάδια, με αποδείξεις για να ξαναγίνη όπως ήταν άλλοτε ιερό πουλί. Διαφορετικά «οι παρά­ξενοι Θεοί» του Μπωντελαίρ, βλέποντες τας εικόνας των στα σχολεία του Χαλανδρίου και τους γεωργούς να τους κυνηγούν γύρω από το Αγροκήπιον της Γε­ωργικής Εταιρείας, είναι φόβος μήπως ξαναπαρακαλέσουν τον Θεόν να τους αποκλείση πλέον τα μάτια για να μη βλέπουν και άλλα παράξενα, μεγαλύτερα από εκείνα που έκανε στον κήπο η αρχοντοπούλα με τον Αράπη......

 

 

ΤΟ ΧΑΡΟΠΟΥΛΙ

 

Θα ξαναγεννηθούν μια μέρα

τα χωράφια καθαρισμένα

από τις πλάνες των, τις τρομάρες των

και τις τρέλλες των;

Βεράρεν

 

Πλάνη, τρομάρα, τρέλλα είναι η παράδοσις του Χαροπουλιού, είναι όμως μία μοιραία δημιουργία της ελληνικής ψυχής. Εκείνοι που τόσον συχνά αφορί­ζουν την παράδοσιν αυτήν αν θελήσουν να εξετάσουν προσεκτικότερα όσον λαογραφικόν υλικόν έχει συγκεντρωθή, θα ιδούν τα εξής. Ότι διά λόγους των οποίων η εξέτασις είναι έξω από την συλλεκτικήν αυτήν εργασίαν, ο ελληνικός λαός είτε ως άνθρωπος είτε ως έθνος ηυτύχησε, δυστύχησεν, εχάρη, έκλαυσε, εσκέφθη, ευθύμησε, εφιλοσόφησε, στα πουλιά πρωτομίλησε, εκείνα ένοιωσε ως φίλους του, ως συντρόφους, ως αδελφούς του. Πουλιά του φέρουν το μήνυμα την 29 Μαΐου του 1453, πουλιά τον καλούν στα βουνά το 1821, πουλιά τον χαίρονται αρματολό, πουλιά παρα­στέκουν στον αγώνα του, τον τραγουδούν, τον κλαίουν, τον μοιρολογούν. Με τι εμπιστοσύνην τα καλεί.

 

Εσείς πουλιά του κάμπου

και της Ρούμελης

για χαμηλώστε λίγο

να γράψω στα φτερά σας

γράμμα και γραφή.

 

Και πώς τα βλέπει γύρω του να τον συμπονούν, σαν ιδικόν των άνθρωπον.

 

Κι ένα πουλί του τόπου του

παρακαλούσε τ’ άλλα.

-Πουλιά μου να τ’ αφήσετε

τα μάτια και το χέρι,

να γράψη γράμμα και γραφή

στη δόλια του τη μάνα.

 

Πώς λοιπόν ήτο δυνατόν να μην υπάρχη και ένα πουλί, το οποίον να του προαναγγέλλη τον θάνατον του και να κλαίη γύρω από το σπίτι του άμα φθάση «η μαύρη ώρα»; Το πουλί αυτό, το Χαροπούλι, είναι η ψυχή ενός πεθαμένου, η οποία ακούει εκεί που βρίσκεται τίνος ήλθεν η ώρα και έρχεται το σπίτι του να κλάψη. Αν προφθάση κανείς να το σκοτώση, λέγουν πως ο Χάρος εμποδίζεται.

Είδαν άνθρωποι με τα μάτια τους ένα σπουδασμένο παιδί (την τραγική του ιστορία την διηγήθη εις ένα θαυμάσιο διήγημα του ο Ζ. Παπαντωνίου) να παλαίβη με το Χάρο εις ένα βουνό της Ευρυτανίας. Έξαφνα τη νύχτα ακούει σ’ ένα δέντρο το Χαροπούλι. Η παράδοσις ξυπνά τόσον δυνατά μέσα σ’ εκείνο το άμοιρο παιδί, που έζησε με βιβλία και με φως, ώστε ζητεί όπλον να πυροβολήση το πουλί. Τα σβυσμένα νεκρικά χέρια του επήραν τόση δύναμι, ώστε να κινηθούν ορ­μητικά για να πάρουν ντουφέκι.

Υπάρχει Χαροπούλι; Πλήθος χωρικών το έχει ακούσει, αλλά κανείς δεν το είδε, και όσοι λέγουν ότι το είδαν, το παριστούν τόσο διαφορετικά, ώστε στο μόνον που συμφωνούν είναι η φωνή του. Ότι ακούεται κάποτε μια «στριγγιά» φωνή στους λόγγους και τα χωριά είναι αλήθεια. Αλλά πώς τότε, θα πη κανείς( δεν υπάρχει Χαροπούλι και υπάρχει η φωνή του; Χωρικοί παραμερισμένοι λίγο από την πρόληψη, βοσκοί νυκτόβιοι, που θα σας φανή παράξενον αν τους ακούσετε να λέγουν ότι οι Νεράιδες και οι Διάβολοι υπάρχουν μόνον στα παραμύθια, λέγουν ότι το πουλί με την στριγγιά φωνή είναι η Κουκουβάγια.

Ο Υπουργός λοιπόν ή η Εταιρεία που θα κάμη τον λαόν να αγαπήση την Κουκουβάγια, δεν θα αποδώση μόνον εις την γεωργίαν ένα ευεργετικό πουλί, το οποίον, όπως σας έλεγα προ ημερών, σώζει την Ελλάδα από καταστροφάς εκατομμυρίων και το οποίον αλλού τόσον καλά το εγνώρισεν ο γεωργός, ώστε να του δώση θέσιν στο σπίτι του, αλλά θα απαλλάξη και την ελληνικήν ψυχήν από μίαν παράδοσιν, η οττοία κατήντησεν αληθινή τυραννία του αγροτικού κόσμου. Λέγουν πως εχάθησαν άνθρωποι από την υποβολήν του θανάτου, με την οποίαν εγέμισε την ψυχήν των η φωνή του Χαροπουλιού.

Φαντασθήτε τι τρομερόν πράγμα είναι να πεθαίνουν άνθρωποι από την φωνήν ενός πουλιού, το οποίον έρ­χεται να κάμη ένα καλό στο σπίτι, αν είναι, ως δεν αμφιβάλλω, η Κουκουβάγια. Αν λοιπόν ποτέ καμμία Εταιρεία ή το Κράτος αποφασίση να αναστήση εις την λαϊκήν αγάπη το ιερό πουλί της Αθηνάς, το πρώτο που έχει να κάμη είναι να κάψη ότι έχει γραφή για το αθώο αυτό πουλί, εις βάρος του οποίου ωργίασαν τόσοι συγγραφικοί υστερισμοί.

 

 

ΤΟ ΛΕΛΕΚΙ

 

Στ’ «Ανοιχτά Μυστικά», του ο Φωτιάδης έχει λαμπρούς στίχους για την βραδινή στράτα του χωριού:

 

Με το χαμηλοπέταμα

του λέλεκα το βράδυ

την ώρα π’ αργοκίνητο

γυρίζει το κοπάδι...

 

Ποιος όμως θα ζωγραφίση την πρωινή στράτα του χωραφιού; Εμπρός ο ζευγίτης, πίσω τα βόδια, παραπίσω η γυναίκα με τα τσαπιά, τη χύτρα, τα πανέ­ρια κι’ απ’ επάνω τους τα Λελέκια, άσπρο σύννεφο στη γαλάζια καταχνιά της αυγής. Άμα φθάσουν στο χωράφι, η γυναίκα θα στήση το προσωρινό νοικοκυριό σ’ ένα δένδρο από κάτω, ο γεωργός θα ζέψη τα βόδια του κι άμα εκείνα ξεκινήσουν και τ’ αλέτρι αρχίση να ξεκλειδώνη την Γην, κοπάδι τα Λελέκια θα έρχωνται από πίσω, μαζεύοντα κάμπιες, σκουλήκια, σκαραμπαίους, σκορπιούς, ό,τι τέλος βλαβερόν ερπετόν ή έντομον ανασύρεται με το υνί, από τους κόλπους της αρούρης. Όταν τελείωση η σπορά, ο γεωργός ίσως θα λείπη πότε πότε, αλλά το Λελέκι θα είναι πάντα εκεί από το πρωί, καταδιώκον φίδια, ακρίδες, σαύρες βατράχια, κάθε πληγή της βλαστήσεως. Θαρρεί κανείς ότι τα νύχια του και το ράμφος του εβάφησαν άλικα μέσα εις τας καθημερινάς μάχας, που δίνει με τους εχθρούς της χλωρίδος. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιες σταλιές αιμάτων οφείλονται και εις δράματα ερώτων. Μεγάλη ποιητική αφέλεια, ότι τα πουλιά έχουν μόνον τα βάσανα που τους αποδίδει το λαϊκό δίστιχο:

 

Και τα πουλιά που ’ναι πουλιά

κι αυτείνα έχουνε πάθια,

Παν να βοσκήσουν τον καρπό

και τα τσιμπούν τ’ αγκάθια.

 

Το πουλί τουλάχιστον αυτό που ζη όλην την ημέραν εντός της φυτικής ζωής, όπου οι γάμοι των υπέ­ρων και των στημόνων γίνονται δίχως όρκους και υπο­σχέσεις αιωνίας πίστεως, είτε διότι κουρνιάζει επά­νω στις καμινάδες των σπιτιών και πιστεύει αληθινά όλα όσα λέγουν οι άνθρωποι, είτε διότι από τα κα­μπαναριά, εις τα οποία αναπαύεται κάποτε, ακούει την χριστιανικήν επιταγήν «και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω», έχει τας αυτάς με ημάς ιδέας περί συζυγικής ζωής. Λέγουν μάλιστα, ότι η γυναίκα του τρομοκρατείται από την ζήλειαν του, ότι παραμονεύει την διαγωγήν της και ότι δεν της συγ­χωρεί κανένα παρατράγουδο. Αλλά φαίνεται, ότι η μοναδική δύναμις την οποίαν έχει να δαμάζη τα φίδια» δεν είναι όση χρειάζεται για να κυβερνήση μίαν γυ­ναίκα, άμα την εγγίση ο πειρασμός. Και γι’ αυτό πολλάκις, μ’ όλην την αυστηρότητα με την οποίαν την παρακολουθεί, μ’ όλην του ακόμη την αντίληψιν, που του δίδουν οι γεωργοί, κατά τους οποίους μαντεύει το μέρος όπου κρύβεται το σκουλήκι, δεν κατορθώνει να προλαμβάνη πάντοτε την σωτηρίαν της συζυγικής του τιμής. Εις όλας τας πόλεις που ζη το πουλί αυτό, έχουν να σας διηγηθούν ερωτικά μακελέματα λελε­κιών κοπιαρισμένα επάνω στα περίφημα ελληνικά δράματα τιμής, προσθέτουν μόνον τούτο το ιδιαίτερον μερικοί: Ότι προηγουμένως γίνεται συμβούλιον το οποίον εξετάζει, ακούει τα καθέκαστα και μετά ταύτα εκδίδει την απόφασίν του εν πλήρει συνειδήσει. Η διαφορά δηλαδή μεταξύ ανθρώπων και λελεκιών έγ­κειται, εις το ότι εις εκείνα μεν το συμβούλιον προηγείται, εις ημάς δε έπεται, συγκροτούμενον εις το Κακουργιοδικείον, με πρόεδρον τον προϊστάμενον των ενόρκων. Φαίνεται όμως, ότι ο θεσμός των συμβουλίων τα οποία ημείς έχομεν εισαγάγει εσχάτως, είναι το κυριώτερον στοιχείον του πολιτεύματος των λελεκιών. Άμα, λόγου χάριν, φθάση η 6η Αυγούστου, ημέρα της αναχωρήσεώς των, πάλιν εις συμβούλιον ανατί­θεται η εξαίρεσις από το ταξίδι των γέρων και ανα­πήρων λελεκιών, τα οποία και σκοτώνονται από την Συνέλευσιν. Ορθόν όμως είναι να πληροφορηθούν οι συνάδελφοι βουλευταί, όσοι συλλέγουν στοιχεία κατά του θεσμού των συμβουλίων, ότι και εις το Κράτος των Λελεκιών, όπου λειτουργεί εκ γενετής των το αποκεντρωτικόν αυτό σύστημα, η επιτυχία του είναι υπό μεγάλην αμφισβήτησιν. Λέγουν, επί παραδείγματι, ότι στη Λαμία, εις παλαιάν εποχήν, κάποιος χασομέρης έβαλεν από περιέργειαν στη φωλιά Λελεκιών ένα αυγό χηναριού. Η Λελεκίνα το έκλωσε μαζί με τα δικά της και άμα το εξεκόλαψε και το Λελέκι είδε το μικρό χηνάρι την κατήγγελεν επί κλεψιγα­μία. Συνεκροτήθη το αρμόδιον συμβούλιον, ηρεύνησε την υπόθεσιν και εξέδωκεν απόφασιν θανάτου, η οποία και εξετελέσθη υπό τα όμματα πολλών ανθρώπων. - Ο Θεός και η ψυχή τους. - Οι άνθρωποι, βλέπετε, δεν νομίζουν αρκετά τα ερωτικά δράματα που γράφουν αυτοί και άμα τα μαχαίρια τα εδικά των έχουν κεσάτια, βάζουν τα ράμφη των Λελεκιών να δώσουν παρομοίας παραστάσεις.

Αλλ’ ενώ τόσα κοινά σημεία έχομεν με τα Λελέκια, είναι ζήτημα αν άλλος λαός τα κατεδίωξε σκληρότερα. Άμα η Παλαιά Ελλάς ηλευθερώθη, τα άφθονα Λε­λέκια της απετραβήχθησαν στην Ηπειροθεσσαλίαν. Άμα προσηρτήθη και εκείνη τα πολλά έφυγαν μαζί με τους Τούρκους. Λέγουν ότι είναι φιλότουρκα πουλιά. Αυτό είναι ακριβές. Όχι μόνον τας τουρκικάς πόλεις αγαπούν και προτιμούν, αλλά και τας συνοικίας, ακό­μη και τα Τουρκικά σπίτια, αν είναι μικτή η συνοι­κία. Έχουν τεραστίαν μνήμην και θυμούνται εις ποιο σπίτι βρήκαν ευσπλαγχνίαν και πού θηριωδίαν. Μίαν ή δυο εβδομάδας αφού έπεσαν τα Γιάννενα, η πρώτη επιτροπή των Τούρκων που έγινε και το πρώτο πα­ράπονο που έκαμε ήτο για τους πυροβολισμούς κατά των Λελεκιών. Όταν τα βράδυα ο Χότζας εκαλούσε τους πιστούς εις δέησιν από το ύψος του τζαμιού και τα Λελέκια τον συνώδευαν από τις στέγες με τα πένθιμα εκείνα κτυπήματα του ράμφους των, εφαίνοντο σαν να έκαναν ένα παράπονο στον Αλλάχ!.

- Έφυγες, Αλλάχ, από το Μεσολόγγι, πήγαμε στην Άρτα, ήρθαμε στα Γιάννενα... Από εδώ όμως, Αλλάχ, πολύ μακρυά μας έφυγες... Πού να σε φτάσουμε!

 

 

Ο ΚΟΣΣΥΦΑΣ

                                               

Πολλοί πιστεύουν πως στους μεγάλους λόγγους είναι τα καλύτερα πουλιά.. Αλλοίμονον, αν έλειπεν από αυτά ο Κόσσυφας. Ο λόγγος θα ήταν ένα πανη­γύρι αρχοντοχωριατών μουγγών. Χρώματα άλλο τί­ποτε. Υπάρχουν μάλιστα μερικά ως λ.χ. η τριγκλιτάρα (δρυκολάπτης), ο τσαλαπετεινός (έποψ) και ο συκοφαγάς που είναι σαν πολύχρωμοι εφημερίδες. Αν όμως πρόκειται να ανοίξουν το στόμα των, να εύχεσθε να μην είσθε εκεί. Ό,τι κωμικόν ημπορούσε να φκιάση εις φωνήν ο Ύψιστος το έδωκεν εις τα λαρύγ­για των.

Εν μέσω αυτών των γελοιογραφιών ζη ο σκέτος Κόσσυφας, αυστηρός, σοβαρός, μαύρος ως έβενος, με το κατακίτρινον ράμφος του, ως να κρατή κεχριμπαρένια πίπα. Η σύντροφος του δεν έχει ούτε τη μαυ­ρίλα των φτερών του, ούτε το χρυσάφι του ράμφους του. Αντιστρόφως από ό,τι έκαμεν, ως επί το πλείστον, για τ’ ανθρώπινα πλάσματα ο Θεός, όσην ευμορφιάν είχε να δώση εις στιλπνότητα, φωνήν και σουλούπι, την εχάρισε μονοπωλιακώς εις τον αρσενικόν Κόσσυφαν.

Ό,τι είναι η μυγδαλιά εις τον φυτικόν κόσμον, είναι αυτός εις τον φτερωτόν. Το λάλημα του θα πρωτοχαιρετίση την Άνοιξιν και τον Έρωτα ένα δυο μήνες ενωρίτερα από τον Κούκον και τ’ Αηδόνι. Πρωτολαλεί, πρωτοζευγαρώνεται, πρωτοφωλιάζει. Το λάλημά του είναι ολόκληρο καφεαμάν. Κανένα πουλί δεν έχει τόσον ανατολικόν μοτίβο. Να τον έχη επηρεάση το αχβαχικόν ελληνικόν τραγούδι;

Όλοι οι νατουραλισταί τον δέχονται ως ανυποφόρως μίμον. Ό,τι τραγούδι ακούση, προσπαθεί να το μάθη, φθάνει δεν φθάνει το λαρύγγι του. Μου συνέβη προπέρυσι να ιδώ ένα Κόσσυφαν συναγωνιζόμενον με ένα υπενωμοτάρχην. «Μια Σμυρνιά στο παραθύρι» ο αστυνομεύων περιπαθής υπενωμοτάρχης. «Μια Σμυρ­νιά στο παραθύρι» και ο Κόσσυφας. «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα» εκείνος από το μπαλκόνι της αστυνομίας, «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα» και τούτος από το κλουβί του. Ηναγκάσθην να τον απομακρύνω εις τα βάθη του κήπου, εκ φόβου μήπως του ανοίξη η όρεξις να ασχοληθή και με θεατρικάς επιθεωρήσεις.

Πότε αυτό το πουλί, το οποίον δεν παύει το τρα­γούδι, βρίσκει καιρόν να κτίση εκείνο το θαύμα της υπομονής, της τέχνης, της ψιλοδουλειάς, που είναι η φωλιά του; Ποτέ, ποτέ δεν μπορεί να πιστεύση κανείς, ότι ένα ράμφος είναι δυνατόν να λεπτουργήση το καταστρόγγυλο εκείνο πήλινο τάσι, το καλοδεμένο απέξω με πολυτρίχια και ρίζες, το γαρνιρισμένο επά­νω με χαλικάκια, το γαλακτωμένο μέσα από καθαρό χώμα και στρωμένο με φρύγανα, χνούδια, αφρούς σαμαχιών και φτερών.

Τι περίεργον φαινόμενον η τέχνη που έχουν οι φωλιές των περισσοτέρων ωδικών πτηνών! Μερικά αηδόνια υφαίνουν την ιδικήν τους κρεμαστή από ένα κλωνάρι σαν κούνια, η δε ποταμίδα (υπολαΐς) ενώνει ενός κλαδιού δυο κατεβατά φύλλα και τα ράβει κάτω κάτω, κατά τρόπον που θα εζήλευε και χέρι γυμνασμένο στο βελόνι. Φαίνεται ότι συμβαίνει και με τα εκλεκτά πουλιά ό,τι λέγει ο Πλούταρχος διά τους εκλεκτούς ανθρώπους «ουδέν είδος παιδείας ατιμάζουσι». Τραγουδισταί θαυμάσιοι, τεχνίται φίνοι, νυκοκυραίοι τετραγωνικοί, γονείς στοργικότατοι, άκακα, μεγαλόψυχα, πάντοτε καλόκαρδα.

Κάμετε τον κόπον να διαβάσετε αυτήν την αφήγησιν, που κάνει αυτός ο τότε λοχαγός Μανωλίδης εις τον μακαρίτην Μαρουδήν, γράψαντα αρκετά πράγ­ματα για τα πουλιά.

«Ότε διέμενον προ ετών εις Καρπενησίον ένεκα υπηρεσίας, είχον Κόσσυφον εν κλωβίω. Ημέραν τινά παιδίον χωρικού με παρεκάλεσε καθ’ οδόν να αγορά­σω μικρόν τι πτηνόν, το οποίον ακόμη ήτο άνευ πτερών. Ένεκα δε των παρακλήσεων του παιδιού και διότι ελυπήθην το ατυχές αυτό πτηνόν, το ηγόρασα. Άλλ’ επειδή δεν είχον πού να το βάλω, το έθεσα εντός του κλωβίου, εις το οποίον είχον τον Κόσσυφαν. Ενώ δε περιέμενον να ίδω αυτόν ανησυχούντα, ως συνήθως συμβαίνει εις τα πτηνά όταν θέτωσιν εις το κλωβίον αυτών έτερον πτηνόν, παρετήρησα μετ’ εκπλήξεως, ότι ούτος τουναντίον ηυχαριστήθη, επλησίασε το μικρόν, το εθώπευε και δεν ήξευρε τίνι τρόπω να εκδήλωση την χαράν του διά την παρουσίαν αυτού. Επειδή δε επί τη ευκαιρία ταύτη του έθεσα και τροφήν, ήτις, ως γνωστόν, συνίσταται εκ κρέατος, αμέσως έλαβεν εκ τούτων μερικά τεμάχια και έδωκεν εις το μικρόν ορφανόν, το οποίον τα έφα­γε μετ’ ευχαριστήσεως, διότι επείνα. Εξηκολούθησε δε και κατόπιν να το τρέφη μετά στοργής, μέχρις ου το μικρόν πτηνόν ήρχισε να τρώγη μόνον. Αφού δε εμεγάλωσε και επτερώθη, διέκρινα ότι ήτο αηδών, η οποία έζησεν επί πολύν καιρόν μετά του ευεργέτου και θετού πατρός της εν άκρα αγάπη και αρμονία, ήδον δε αμφότερα ως εάν απετέλουν μουσικήν συμφωνίαν».

Αφού τα μικρά του φτερώσουν και τα απογυμνάση στο πέταγμα - λέγουν ότι τα γυμνάζει μια δυο εβδομάδες - αρχίζει νέα βάσανα, τουτέστι μπαίνει στους δεύτε­ρους ερωτάς του, οι οποίοι τελειώνουν Ιούνιον, Ιούλιον. Τότε πλέον γίνεται η πληγή του κήπου και του αμπελιού. Οι ερευνηταί του ακανθώδους ζητήμα­τος, το οποίον λέγεται «ωφέλιμα και επιβλαβή πτηνά» ισχυρίζονται, ότι πρόκειται περί δικαίας αποζημιώσεως. Διότι καθ’ όλον τον χειμώνα παστρεύει την γην από έντομα, τα οποία λόγω της σκληρότητος του ράμφους του μόνον αυτός δύναται να συγυρίση. Αλλ’ οι γεωργοί, οι οποίοι δεν γνωρίζουν πολλά πράγ­ματα από την γεωργικήν εντομολογίαν, δεν βλέπουν κατά τι τους ωφελεί αυτή η συνδρομή, την οποίαν τους δίδει, προστατεύων τα σύκα και τα σταφύλια από τα έντομα για να τα καταπιή ο ίδιος.

Διότι πρέπει να γνωρίζετε, ότι έρχεται χρονιά, που ο περιπαθής αυτός ασκητής μαζί με τον άλλον εκεί­νον σατανάν, ο οποίος λέγεται συκοφαγάς, αφήνει στα αμπέλια και στους κήπους μόνον συκόφλουδες και τσάμπουρα. Αλλά και τότε είναι χαρά Θεού ως θέα­μα. Ενώ εκείνη η αθλία κίσσα και τα άλλα σταφυλοχαρή πουλιά φαίνονται ως να βγήκαν από το πα­τητήρι, αυτός είναι ο ίδιος αξιοπρεπής κύριος, τσελε­πής, μαυρογυαλίζων σαν ατσάλι και με την κεχριμπαρένια πίπα του κατακάθαρη. Όλα κι’ όλα, αλλ’ εννοεί να πάρη το μπάνιο του κάθε μέρα.

 

 

Τ’ ΑΗΔΟΝΙ

 

Κλαίει ή τραγουδεί τ’ αηδόνι;

Αρκετοί κλασικοπαθείς νατουραλισταί, ακούοντες το λάλημα του με τα αυτιά των στουμπωμένα από την θλιβεράν εκείνην διήγησιν της Μυθολογίας των αρχαίων, επιμένουν, ότι «εις το άσμα του προδίδεται μελαγχολική τις ανησυχία, ζηλοτυπία, κατήφεια και ρεμβασμός». Η σύγχρονος όμως λαϊκή Μυθολογία μας πληροφορεί, ότι τ’ Αηδόνι τραγουδεί από την εξής αφορμήν:

Ένα βράδυ του Απριλίου επήγε αποσταμένο να κοιμηθή επάνω σε μία φράχτη. Άμα το πήρε ο ύπνος, πήδησαν τα βάτα, οι αγράμπελες και τ’ αγιόκλημα, το τύλιξαν με τα βλαστάρια τους από εδώ, το τύλι­ξαν από εκεί όσο που σφιχτόδεσαν φτερά του και πόδια του κατά τρόπον, ώστε ν’ αγωνισθή μερόνυχτα για να ελευθερωθή. Εκεί λοιπόν που προσπαθούσε να ξεδεθή ωρκίσθη:

«Να ξετυλιχθώ αυτή τη φορά, μωρέ Απρίλη, κι’ αν σε ξαναπιστέψω για φίλο και κλείσω μάτι σε νύχτα δική σου, να μην είμαι αηδόνι!!....»

Έχετε ακούσει «πρωτοξύπνημα» αηδονιού; Δεν ηξεύρω αν εκεί είναι ο κόμπος, τουτέστιν ο «μέγας αριθμός των ήχων», όπου ναυαγούν αι προσπάθειαι της απομιμήσεως του αηδονιού, του οποίου, μολονότι επήραν όλες τις νότες, την σειράν των, την έντασίν των, όμως «κόμη δεν κατώρθωσαν σχεδόν τίποτε όπως λέγουν οι συνθέται. Αλλ’ αν προσέξετε το «πρωτοξύπνημα» θα δεχθήτε πως εις ένα τέτοιο άκουσμα, η λαϊκή φαντασία, γόνιμος σαν την άνοιξη, έκαμε αυτήν την εικόνα του σπάργους του Απριλιού, ο οποίος εντός ολίγων ωρών εχύμησεν από το φράχτη και έδεσε με τα βλαστάρια του τις φτερούγες του κοιμωμένου αηδονιού. Έχει τόση χαρούμενη ταραχή εκείνο το σαν φως γρήγορο λάλημα του, ώστε νομίζετε, ότι από κάποιο κίνδυνο πηδά αυτή η λαλιά του ξαφνίσματος, η οποία σιγά σιγά γίνεται φωνή νίκης, θριάμβου, χαράς ευτυχίας.

Δεν είναι όμως περίεργον πράγμα, ότι το λάλημα ένας και του αυτού πουλιού για τούτον μεν τον λαόν είναι ελεγείον, για τον άλλον δε τραγούδι; Εδώ εμπνέει ένα τραγικόν μύθον κι’ εκεί μίαν υπέρχαρον διήγησιν; Αν οι άνθρωποι παθαίνουν μίαν τόσην ακουστικήν παρανόησιν, ασφαλώς έπρεπε προ πολλού καιρού να έχουν κόψει τ’ αυτιά των. Αλλ’ οι νατουραλισταί επε­νέβησαν ενωρίς και μας επληροφόρησαν τα εξής πράγ­ματα, σώζοντα οπωσδήποτε την αξιοπρέπειαν των αυτιών μας.

Πρώτον ότι τ’ αηδόνια, όπως και πολλά άλλα πουλιά, έχουν διαλέκτους και ιδιώματα όσα η γη χώ­ματα. Αν συμβαίνη και δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους μερικών πουλιών τα τραγούδια, τούτο γίνεται, διότι όταν αποδημούν, συγχρωτίζονται, είτε ως συνταξιδιώται είτε ως προσωρινοί γείτοτες, οπότε και αλληλοκλέβονται αγρίως εις τας συνθέσεις των. Και άλλα μεν κρατούν το κομμάτι που τους φαίνεται καλύτερο, άλλα διορθώνουν το ιδικόν των όσον που το χαλούν ως το φόντο, και μερικά κάνουν συλλογήν κομματιών, ως ο σπίνος π.χ. του οποίου εμέτρησαν δε­καεννέα τραγούδια.

Άλλοι ρωμαντικώτεροι νατουραλισταί βεβαιούν, ότι το τραγούδι πολλών πουλιών δεν διαφέρει μόνον κατά τόπους, αλλά και κατά εποχάς, ή μάλλον κατά την ψυχολογικήν των κατάστασιν. Αλλοιώς, κατ’ αυτούς, τραγουδούν τ’ αηδόνια άμα πρωτοαγαπιώνται, αλλοιώς όταν αρχίζη η εργασία της επωάσεως, οπότε πλέον καλμάρουν τα πρώτα αισθήματα, αλλ’ αλλοιώς όταν γίνωνται γονείς κι έχουν πλέον την φροντίδα της συν­τηρήσεως του σπιτιού, οπότε πλέον η φωνή των παίρνει όλην την μητρικήν τρυφερότητα.

Άμα τα μικρά των φτερουγιάσουν, τότε τ’ Αηδόνια κάνουν για κάμποσον καιρόν όλον τον μουσικόν τους κύκλον από το Άλφα. Είναι τόση, λέγουν, η ευσυνει­δησία την οποίαν δείχνουν εις την ωδικήν εκπαίδευσιν των παιδιών των, ώστε επί ημέρας τα κρατούν γύρω τους, τους λαλούν, τα βάζουν να λαλήσουν κι εκείνα, τους φορμάρουν τις φωνές, διορθώνουν τα λάθη των κλπ.

Ίσως εις αυτούς πρέπει να αποδοθή και η αρκετά διαδεδομένη παράδοσις, ότι τ’ αηδόνι τραγουδεί για να παρηγορή την σύντροφόν του όταν εκείνη επωάζη. Ευρίσκεται και σ’ αρκετά μέρη της Ελλάδος η παράδοσις αυτή μαζί με πλήθος συναφών διηγήσεων, μία των οποίων είναι, ότι αν σκοτώσετε αρσενικό αηδόνι τον Απρίλη, θ’ ακούσητε άλλο παράμερα από την φωλιά του σκο­τωμένου να παρηγορή την επωάζουσαν σύζυγον. Αλλά τότε τι θα μείνη ως ανακάλυψις ημών των ανθρώπων, αν στ’ αηδόνια οφείλεται το έθιμον να παρηγορούν οι φίλοι τας απαραμυθήτους χήρας; Αλλ’ επί τέλους το να παρηγορή εν αηδόνι την χήραν ενός άλλου αηδονιού, έρχεται κάπως φυσικόν.

Οι άνθρωποι όμως δεν εστάθησαν εδώ. Εζήτησαν την επέμβασιν του αηδονιού και εις τους ιδικούς των έρωτας. Στα δημοτικά τραγούδια θα το απαντήσητε συχνά να μεταβιβάζη μηνύματα ερωτευμένων, και πολλάκις μάλιστα καλούμενον να προσφέρη πολύ δυ­σκόλους υπηρεσίας!

 

Δεν λαλείς καημένο αηδόνι

την αυγούλα με δροσιά

να ξυπνήσης τον αφέντη

να φιλήση την κυρά...

 

Ορθόν όμως είναι να σημειωθή, ότι υπάρχουν και Αηδόνια τα οποία δεν λαλούν καθόλου, τα λεγόμενα μπουφαηδόνια, τα οποία μάλιστα στην Κέρκυραν τα κάνουν πιλάφι, και ότι συνεπώς έργον φρονήσεως θα είναι να μην εμπιστεύωνται απολύτως στ’ Αηδόνια οι ενδιαφερόμενοι ως ανωτέρω, αλλά να έχουν και στο σπίτι κανένα ξυπνητήρι.

Εν κοντολογία, τ’ Αηδόνι είναι ένα ευτυχισμένο πουλί, εις το οποίον ο ελληνικός λαός έδωκε προνομιούχον θέσιν εις τον Έρωτα. Κοινή γνώμη ότι μόνον με καρδιές τρέφεται, ωσαύτως με καρδιές αηδονιών δυνάμωναν την ψυχή τους τα Βασιλόπουλα που έπαιρ­ναν τον δρόμο για το παλάτι της Πεντάμορφης κλπ.

Διότι έχει εξαιρετικό λαρύγγι, έχει, βλέπετε, και εξαιρετικήν ψυχήν. Έχετε όμως ακούσει ποτέ αν ένα αηδόνι σκοτώνεται για λόγους ερωτικούς; Κανείς λαός δεν έφθασε μέχρι τοιαύτης υπερβολής χάριν του αηδονιού.

Ο λαγός μόλα ταύτα, εκείνο δηλαδή το πλάσμα στο οποίον ο Θεός έδωκε μόνον δειλίαν, αν ακούση ερωτικό κράξιμο κλείνει τα μάτια του και δεν χαμπερίζει κανένα κίνδυνον. Οι κυνηγοί, οι οποίοι εκμεταλλεύονται αυτήν την ερωτοπάθειάν του διά της γνωστής μεθόδου της καβουρομάννας, βεβαιούν, ότι πολλάκις ούτε με την πρώτη ούτε με την δεύτερη τουφεκιά υποχωρεί εφ’ όσον ακούει το τεχνητό κράξιμο. Και όμως ο ηρωισμός του αυτός εις την κατ’ εξοχήν χώραν της ερωτοπαθείας δεν του εξασφαλίζει ούτε ένα αίσθημα επιεικείας, τουλάχιστον κατά τους μήνας του έρωτος του. Ίσα ίσα τότε τον συγυρίζουν καλύτερα με φρέσκα κρεμμυδάκια και με καινούργια δαφνόφυλλα. Το έχει, φαίνεται, η μοίρα του έρωτος, άμα πέφτη στα χέρια των ανθρώπων να γίνεται σονέτο ή εξαίρετο στυφάδο.

 

 

Η ΚΥΡΙΑΡΙΝΑ

 

Έχει και ο λόγγος μίαν βασίλισσαν. Ονομάζεται Κυριαρίνα, και είναι περίπου oμοία με την τρυγόναν. Η ιστορία της, η οποία είναι τραγική, όπως όλων των εκπτώτων Μεγαλειοτήτων, λέγει ότι είχε δυο μεγαλυτέρας αδελφάς. Η μία ελέγετο Μήλω και η άλλη Ρόιδω. Ήσαν και αι δύο εύμορφαι, ως μαρτυρούν και τα ονόματά των, αλλ’ η Κυριαρίνα, η οποία ωνομάζετο τότε Χρυσοφεγγαράτη, ήτο ηλιογέννητη, κατά την παράδοσιν. Κάθε πρωί αι αδελφαί της ελούζοντο, εχτενίζοντο, εστολίζοντο και ερωτούσαν τον Ήλιον:

 

Ήλιε μ’ Ήλιε μ’

και Κύρη μου

Απ’ τη Μήλω και απ’ τη Ρόιδω

ποια ’ναι ωμορφότερη;

 

Ο Ήλιος απαντούσε:

 

Είν’ κι Μήλω

είν’ κι η Ρόιδω·

σαν τη Χρυσοφεγγαράτη

άλλη μια δεν είναι.

 

Η απάντησις αύτη, την οποίαν ελάμβανον καθημε­ρινώς από τον Ήλιον, επόμενον ήτο να καλλιεργήση την ζήλειαν. Και ένα πρωί η ζήλεια είχε τραγικήν την εκδήλωσιν. Ενώ αι τρεις αδελφαί ευρίσκοντο εις τον λόγγον μαζεύουσαι ξύλα, έσπρωξαν την Χρυ­σοφεγγαράτην εις ένα γκρεμόν, όπου έπρεπε να γίνη κομμάτια. Το άλλο πρωί ηρώτησαν πάλιν τον Ήλιον, αλλ’ εκείνος έδωκε την ιδίαν απάντησιν. Η έκπληξίς των όμως δεν διήρκεσε πολύ. Η φήμη διελάλει, ότι ένα Βασιλόπουλο, όπως εκυνηγούσεν εις τον λόγγον, συνήντησε μίαν πεντάμορμην και την έκαμε γυναίκα του. Αι αδελφαί της έπεσαν να πεθάνουν. Επί τέλους μετεμορφώθησαν εις επαίτιδας, εισήλθον εις τα Ανά­κτορα και εφόνευσαν την αδελφήν των, εις ώραν κατά την οποίαν απουσίαζεν ο Βασιλεύς. Εις τον τάφον της Χρυσοφεγγαράτης εφύτρωσε μία κυδωνιά, η οποία έκαμε μόνον ένα κυδώνι. Από το κυδώνι εκείνο, όταν το έσχισεν ο περιβολάρης, επήδησεν η Κυριαρίνα πουλί πλέον, αλλά φέρον όλα τα σημεία της μεγαλειότητος και της ευμορφιάς. Εκάθησεν εις αντικρυνόν δένδρον και ετραγούδησε:

 

Περιβολά, περιβολά,

σύρε να ’πης του Βασιληά

να λυή να δένη το παιδί

να το ποτίζη γάλα.

 

Κι αν δεν του πης, περιβολά,

να ξεραθη τ’ αμπέλι

και το κλαρί που στέκομαι

να ξεραθή να πέση.

 

Ο περιβολάρης δεν έδωκε προσοχήν και την επομένην είδε το αμπέλι του ξηρόν. Έκτοτε η Κυρια­ρίνα γυρίζει στα αμπέλια και παρακαλεί τους αμ­πελουργούς να διαβιβάσουν εις τον άνδρα της την παράκλησίν της διά το ορφανό παιδί της. Το λάλημα της είναι τόσον πένθιμον, ώστε «φέρει χειμώνα».

Γενικώς, άμα ακούωμεν Κυριαρίναν, αναμένομεν να χειμάση δυνατά. Εις παλαιοτέραν εποχήν, που η παράδοσις ετυρανούσε τον κόσμον, οι αμπελουργοί ετρόμαζαν την εμφάνιαιν Κυριαρίνας στ’ αμπέλια των. Άμα ήρχιζε να λαλή, επειδή επίστευον ότι απηυθύνετο εις αυτούς, απήντων επανειλημμένως: «Ορίστε το χρυσό πουλί».

Αλλ’ η παράδοσις της Κυριαρίνας εγήρασε πολύ και μόνον τ’ όνομά της, μερικά σειρήτια εις το μέτωπόν της - ίχνη βασιλικού στέμματος - και το πέν­θιμον άσμα της μας υπενθυμίζουν την ένδοξον και τραγικήν ιστορίαν της.

Αλλ’ η ζωή της είναι ακόμη τραγικωτέρα διά τας ταπεινώσεις, τας οποίας υπέστη εις τον λόγγον. Ως και ο Καλογιάννος, ένα πουλί ίσα με καρύδι, εσκέφθη να την ζητήση εις γάμον. Τόσον όμως εθύμωσεν η ατυχήσασα βασίλισσα διά την ύβριν αυτήν, ώστε είναι το μόνον πουλί που καταδιώκει, κατά τους χωρικούς. Εκείνος όμως εξακολουθεί να την αγαπά και άμα εις τον λόγγον ή στα αμπέλια ακούουν οι χωρικοί λαλήματα Κυριαρίνας και Καλογιάννου είναι βέβαιοι, ότι διαμείβεται ο εξής διάλογος:

 

- Πάρε με άνδρα, Κυριαρίνα.

- Τι σε θέλω, Καλογιάννε;

- Κυριαρίνα τσακνοπόδα

τ’ έχω ’γω και δε με θέλεις;

το κορμί μου κάνει γάμο

και τ’ αστήθι μου τραπέζι,

το χρυσό μου το κεφάλι

βασιληά ξυπηρετάει.

 

Η Κυριαρίνα είναι το μάλλον αξιολύπητον φαινόμενον της παρακμής της παραδόσεως. Οι αμπελουρ­γοί, οι οποίοι την έτρεμον άλλοτε, την υποδέχονται σήμερον με αγκίστρια. Άμα ιδίως χιονίζη, τραβά μαρτύρια η ατυχής. Ως πρώην Βασίλισσα, είτε διότι δεν στέκει εις την θέσιν της, είτε διότι δεν είναι συνη­θισμένη, δεν ημπορεί να σκάψη τα χιονοστρώματα και να ψάξη διά τροφήν. Τρέχει λοιπόν όπου δεν είναι χιόνια. Οι χωρικοί, γνωρίζοντες την αδυναμίαν της αυτήν, ρίπτουν εις τους κήπους άχυρα, ούτως ώστε το μέρος εκείνο να φαίνεται αχιόνιστον. Υπό τα άχυρα όμως είναι αγκίστρια με μικρά τεμάχια κρέατος. Μία βασίλισσα δεν ημπορεί να γελασθή με ψωμάκια, όπως τα μποεμικά κοσσύφια. Επίσης, ως Βασίλισσα, η οποία «πολλών ανθρώπων άστεα είδε και νόον έγνω» δεν σύρεται εις παγίδας, όπως ο εραστής της Καλο­γιάννος. Μόλα ταύτα ο θεόκουτος αυτός νέος έχει την αξίωσιν να γίνη σύζυγος μιας Βασιλίσσης.

Μόλις τον χειμώνα ανοίξωμεν τα παράθυρά μας, ορμά εις τα δωμάτια, ως να είναι στενός συγγε­νής μας. Αλλά τι να τον κάμης; Μολονότι έχει την αξίωσιν ότι «το κορμί του κάνει γάμο και τ’ αστήθι του τραπέζι», δεν ημπορεί μολαταύτα να χορτάση ούτε ένα ποντικόν. Είναι όμως παχύς, όπως κάθε ευτυχής άνθρωπος έχων μεγάλην ιδέαν διά τον εαυ­τόν του.

Ο Βαλαωρίτης τον ανακατώνει, είν’ αλήθεια, εις τα ποιήματά του και διηγείται, θαρρώ, κάποιαν παράδοσιν περί αυτού. Αλλ’ ο Βαλαωρίτης ήτο ποιητής και θα ήτο παράξενον, αν δεν συμπαθούσεν εις ένα τόσον φαντασιόπληκτον πτηνόν.

 

 

ΤΟ ΑΓΡΙΟΠΕΡΙΣΤΕΡΟ

 

Στα παραμύθια της Πεντάμορφης κι η θάλασσα κι η Γη συμπονούν τους ήρωας της Αγάπης. Η Θάλασσα τους δίνει ένα φτερό ψαριού κι η Γη ένα φτερό μερμηγκιού. Αλλά τους λόγγους που είναι σαν χτένια γύρω απ’ το Παλάτι ποιος θα τους περάση για να φέρη ή να δώση ένα μήνυμα; Τα δυο Βουνά π’ ανοίγουν και κλείνουν σαν φτερά πεταλούδας, ποιος θα τα διαβή για να φέρη τ’ αθάνατο νερό; «Τότε ο Βασιληάς των πουλιών προστάζει το Περιστέρι κ.λ,π.»

Τι μεγάλοι νατουραλισταί ήταν αυτοί που έκαμαν τα παραμύθια. Τ’ Αηδόνι φέρνει και παίρνει ερωτικά μηνύματα της γειτονιάς. Καλός μεσίτης για μικροαγάπες, για μικρονταραβέρια, για θερμοζάχαρες. Τα φτερά του δεν είναι για μεγάλα πράγματα. Για τους στρατοκόπους της αγάπης που θα περάση βουνά και γκρεμνούς και θα παλαίψη με Δράκους και Λάμιες είναι το Περιστέρι. Φτερό, νους και ψυχή του «είναι μεγάλα σαν την Αγάπη».

Φτερό. Λέγουν ότι παίρνει έως 120 μίλια την ώρα. Οι ερευνηταί του πετάγματος του εσκότωσαν ένα Περιστέρι στα περίχωρα της Νέας Υόρκης και η γούλα του (ο πρόλοβός του) ήτο ακόμη γεμάτος ρύζι το οποίον δεν ήτο δυνατόν να είχε φάγη άλλου από τους ορυζώνας της Καρολίνας.

Οι λογαριασμοί λοιπόν που έκαμαν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι διάστημα τετρακοσίων αγγλικών μιλίων το πήρε εις εξ ώρας. Ο ουρανός συμπονών και αυτός, φαίνεται, τους μνηστήρας της Πεντάμορφης, του έδωκεν όσο γαλάζιο χρώμα είχε στον αιθέρα του, ώστε να μη διακρίνεται εύκολα.

Νους. Είτε βόσκει είτε πετά, έχει τας προφυλακάς του όπως και τ’ αγριόγιδα. Αν αι προφυλακαί του ή οι κολαούζοι, όπως λέγονται, σημειώσουν την εμφάνισιν Γερακιού, αμέσως πυκνώνουν και γίνονται ένα μονοκόμματο γαλάζιο σύννεφο. Ο λόγος είναι ο εξής.

Για ν’ αρπάξη το Γεράκι ένα Περιστέρι, πρέπει πρώτα να το ζυγαριάση, τουτέστι να το σημαδέψη με το μάτι του, όπως έλεγα. Αν τα Περιστέρια είναι σκόρπια, το σημάδεμα είναι οπωσδήποτε εύκολο. Αν όμως προφθάσουν και σμίξουν, δεν κατορθώνει να πάρη στόχον. Θα πέση απάνω στο σύννεφο, εκείνο θ’ ανοίξη, και το Γεράκι θα σπάση τα στήθια του στο χώμα.

Οι κυνηγοί εξ άλλου λέγουν, ότι άμα τα ντουφεκίσης δεν μένουν πλέον δύο περιστέρια που να έχουν το ίδιο πέταμα. Αυτό που περνά τώρα έχει δέκα μι­λίων ταχύτητα, το άλλο που έρχεται πίσω έχει 60, το παραπίσω 40. Είναι τόσον δύσκολον επομένως να τους πάρη κανείς «μάτι», ώστε, αν ένας καλός κυ­νηγός με 60 τουφεκιές θα πιάση 55 κομμάτια μπε­κάτσες, είναι ζήτημα, αν με ίσον αριθμόν, σκοτώση 20 περιστέρια.

Αλλάζουν πέταγμα από τρόμο ή για να μη δώσουν «μάτι»; Πιστεύω το δεύτερον, αφού αυστηροί νατουραλισταί βεβαιούν, ότι όσα ήμερα περιστέρια είναι άσπρα δύσκολα απομακρύνονται από την αυλήν, διότι γνωρίζουν ότι το χρώμα τους δίνει στόχον στο Γεράκι.

Ψυχή. Οι κυνηγοί πιάνουν το βράδυ τις σπηλιές που έχουν τα περιστέρια τις φωλιές τους. Η σοφία με την οποίαν κατορθώνουν να μη δίνουν «μάτι» στο Γεράκι και στους κυνηγούς, δεν τους χρησιμεύει τώρα καθόλου. Τα παιδιά τους είναι μέσα στη σπηλιά και πρέπει να περάσουν να τα χαϊδέψουν, να τα φιλήσουν (φιλιώνται σαν τα περιστέρια) να τ’ αποκοιμίσουν. Αν πρόκειται να μη φθάσουν εκεί για να γλυτώσουν, το ίδιο τους είναι κι αν βρεθούν σκοτωμένα στην τσάντα του κυνηγού.

Άξιζε ή όχι ένα τέτοιο πουλί να φτερουγίζη μες στα σύννεφα των μεγάλων ηρωισμών της Αγάπης;

 

 

Η ΤΡΥΓΟΝΑ

 

Παράδοσις πανελλήνιος σχεδόν. Άμα σκοτωθή το ταίρι της δεν πίνει το νερό γάργαρο, αλλά το θολώνει πρώτα. Ωσαύτως γενική παράδοσις την οποίαν θα απαντήσετε και εις τα πεζότατα χωρία της Αττικής, ότι μένει πλέον χήρα.

Ως σύζυγος δεν είναι τύπος καλής νοικοκυράς. «Τεμπέλα σαν την Τρυγόνα» Η φωλιά της είναι ολίγα φρύγανα κακοβαλμένα απάνω στο δέντρο, ώστε με­ρικοί νατουραλισταί να λέγουν, ότι βλέπεις τον ου­ρανό ανάμεσα απ’ το νοικοκυριό της, και ότι είναι να παραξενεύεται κανείς πως δεν πέφτουν κάτω τ’ αυγά της. Μεγάλη έγνοια της όμως η δροσιά. Εννοεί να διαλέξη δέντρο που να μη την αγγίξη η ζέστη.

 

Μάνα με καλοπάντρεψες

και μ’ έδωκες στους κάμπους,

εδώ Τρυγόνες δεν λαλούν

κι οι Κούκοι δεν το λένε.

 

Αλλά μήπως λαλεί επί τέλους; Λίγη φωλιά, λίγο λάλημα, λίγο κάμπο, λίγο βουνό, λίγη ζημιά και λίγη ωφέλεια στα σπαρτά. Γερμανός φυσιολόγος εμέτρησε στη γούλα της 2500 σπόρους δηλητηριωδών φυτών.

Τουλάχιστον εκείνος ο άλλος ο χασομέρης του Λόγγου, ο Κούκος, χαίρεται την τεμπελιά του. Δεν εννοεί μισά πράγματα. Πετά τ’ αυγά του στις ξένες φω­λιές κι ας βασανίζεται ο χαμάλης λαός των άλλων πουλιών να του τα κλωσσέψη, να του βγάλη πουλιά, να του τα θρέψη. Αυτός θα πιάση το πουρνάρι και θα το γλεντήση. Και άμα το καύμα αψυώση, ώρα καλή, για τα κρύα τα νερά. Με λίγα φρύγανα συγυρίζεται κι αυτή, αλλά ποιος είδε αυτό το θαύμα της μητρι­κής αγωνίας και δεν έκαμε τον σταυρό του; Δια­λέγει το μέρος απόγωνο, παράστρατο, δυσκολοεύρετο από τα φίδια και τις χελώνες, αγκαθωτό, τουφωτό, με γυρλάντα χαλικιών, διά να χρησιμοποιούν τα παι­διά της τη μεγάλη ομοιότητα του χρώματός των με τα κεχρολίθια. Ο ελληνικός λαός ετραγούδησε την ανησυχίαν της αυτήν σε λαμπρούς στίχους.

 

Μια Πέρδικα συχνολαλεί

 συχνολαλεί και λέει

 

Το πού να φτιάσω την φωλιά

το πού να την πλουμίσω

 

να τήνε φκιάσω σε γκρεμό

φοβάμαι απ’ τον αέρα

 

να τήνε φκιάσω στο γιαλό

φοβάμαι απ’ το κύμα

 

Και πήγε και την έφκιασε

στου κοριτσιού τον κόρφο

 

κι επήγε ο νειος για το φιλί

και τη φωλιά χαλάει . . .

 

Το άπαντον της Πέρδικας απέναντι του εχθρού της είναι τα πόδια της. Τώρα είναι εδώ και ύστερα από δέκα λεπτά είναι στη κορυφή του Υμηττού. Γι’ αυτό το κυνήγι της θέλει πλεμόνια δυνατά, πόδια φτερά, καημό, πίκα. Ο Κρητικός λαός στα χαρίσματα του περδικοκυνηγού έβλεπε τα μεγάλα δώρα ενός εκλεκτού πολεμιστού, δώρα τα οποία οι μανάδες της Κρήτης ηύχοντο για τα παιδιά τους στο νανούρισμα των.

 

Ω χαρά στονε το γυιο,

τον περδικοκυνηγό.

 

Το κυνήγι όμως της τρυγόνας είναι η ανωτέρα κυ­νηγετική τέχνη. Το να την πάρης «μάτι» στο πέταγμά της, απαιτεί εντελώς ιδιαιτέραν άσκησιν. Ενώ η Πέρ­δικα και η Μπεκάτσα νομίζετε ότι κανονίζουν το πέταγμά των, ως να προσπαθούν να σου κάμουν τον καλύτερον στόχον, το τρυγόνι και τ’ αγριοπερίστερο είναι βάσανο του ματιού, του υπολογισμού, της σβελτωσύνης, της ψυχραιμίας. Γι’ αυτό όπως στ’ αγριοπερίστερα, λογαριάζουν τρεις τουφεκιές για κάθε κομμάτι.

Λέγουν ωσαύτως κυνηγοί εξ επαγγέλματος, ότι αν πηγαίνετε στο δρόμο σας άοπλοι και συναντήσετε τρυ­γόνια, είναι πιθανόν να περάσετε δίπλα τους χωρίς να σαλέψουν. Αν όμως έχετε όπλον και ετοιμασθήτε να τουφεκίσετε θα φύγουν μόλις κινηθήτε ύποπτα. Λέγουν ακόμη ότι έχει φοβερά αντοχή στην πληγή. Φεύγει με το κορμί του σπαρμένο σκάγια. Οι χωρικοί ως τόσον, άγνωστον αν από ποιητικήν διάθεσιν ή από μεγάλην γνώσιν της γυναικός, μεταχειρίζονται συχνά το όνομα του πουλιού αυτού ως βαπτιστικόν.

 

 

Η ΠΕΡΔΙΚΑ

 

Πολλούς ανθρώπους και ζώα εξιδανίκευσεν η δημο­τική ποίησις. Αλλά διά την άτυχη Πέρδικα εφάνη τόσον βάναυσος, ώστε να λυπούμαι άμα την βλέπω, ή άμα ακούω τα τραγούδια της. Τα μάτια της και τα φρύδια της, αριστουργήματα συνθέσεως φωτός και χρωμάτων, τα εχάρισεν ο δημοτικός στίχος εις χιλιάδας γυναικών. Δεν ετραγούδησε κανείς χωριάτης η βλάχος, ποιητής ή σκιτζής, την ερωμένην του, δίχως να βεβαίωση ότι είναι «περδικομάτα». Επίσης όλοι οι ερασταί ανεκάλυψαν ότι τα στήθη «εκείνης» είναι όπως της πέρδικας. Δι’ ο και η «περδικόστηθη» δίνει και παίρνει εις την Δημοτικήν Ποίησιν, όπως και η «περδικομάτα» και η «περδικοπερπατούσα». Εάν ιδήτε Πέρδικα να περπατή, θα ομολογήσετε ότι πλέον αρμονικόν, ρυθμικόν, ευφρόσυνον περπάτημα είναι αδύ­νατον να έχουν και οι άγγελοι.

Οι κυνηγοί, άμα την βλέπουν να περπατή, της σφυρίζουν όπως τα σκυλιά. Αυτή, έχουσα ίσως πεποίθησιν εις την τέχνην της να γυρίζη ανάποδα, ώστε να μη φαίνεται, στέκει ή λουφάζει ή αναποδογυρίζε­ται και ο κυνηγός σφυρίζων την πλησιάζει έως εκεί που θα του έλθη βολικά να την τουφεκίση· εάν εν­νοείται, δεν τον γελάση και χαθή από τα μάτια του, έστω και αν είναι εντελώς κατεμπρός του. Ιδίως τα περδικόπουλα έχουν τόσην επιτηδειότητα να γίνωνται ένα με το χώμα, διότι τα βοηθεί και το χρώμα των, ώστε και να τα έχετε εμπρός στα μάτια σας είναι αδύ­νατον να μη τα χάσετε. Δι’ αυτούς τους λόγους το κυνήγι της Πέρδικας είναι δύσκολον δι’ όλους τους κυνηγούς.

Ημείς έχομεν ένα χωριανόν μας μανιώδη περδικοκυνηγόν, ο οποίος όμως σπανίως επιτυγχάνει εις το προσφιλές του αυτό κυνήγι. Και τον υποδέχονται πάν­τοτε οι συνάδελφοί του με το σχετικόν τραγούδι:

 

Της Θανάσαινας ο γυιος

ο περδικοκυνηγός

όλη μέρα στο κυνήγι

και το βράδυ τρώει κρεμμύδι.

 

Η Πέρδικα κάνει τη φωλιά της εις χαμηλά ριζοσπήλια. Το τραγούδι μόλα ταύτα λέγει:

 

Απάνω στη τριανταφυλλιά

φκιάνει η πέρδικα φωλιά,

με σύρματα και με φλωριά

και με σαράντα πέντε αυγά·

κι ανατραντάχθη η πέρδικα

και πέσαν τα τριαντάφυλλα·

το μάθαν οι αρχόντισσες

και παν να τα μαζέψουν,

να φκιάσουν άνθινο νερό

να λούσουν νύμφη και γαμπρό.

 

Κλώθει συνήθως δώδεκα αυγά, μολονότι η λαϊκή ζωολογία λέγει ότι φθάνει έως τα τεσσαράκοντα πέντε. Τα αυγά της όχι μόνον τρώγονται, αλλά και τα βάζουν εις τις φωλιές της κότας, η οποία τα κλώθει όπως και τα εδικά της. Τα κοτοπερδικόπουλα όμως φεύγουν εις την ερημίαν άμα μεγαλώσουν, διά τούτο δε και φροντίζουν ενωρίς να τα κλείσουν στα κλουβιά. Αλλά και εκεί, όταν είναι, μόλις ακούσουν περδικολάλημα κτυπούν τα σύρματα μέχρις αιματώ­ματος. Οι κυνηγοί μεταχειρίζονται τα κοτοπερδικόπουλα ακριβώς δι’ αυτόν τον σκοπόν. Αφού μεγα­λώσουν ολίγον τα παίρνουν με τα κλουβιά των και τα τοποθετούν εις μέρη περδικοσύχναστα. Εκεί βά­ζουν επάνω στα κλουβιά ένα πανί κόκκινο, το οποίον, άγνωστον διά ποίον λόγον, ερεθίζει την Πέρδικα εις λάλημα αδιάκοπον. Κατ’ αυτόν τον τρόπον «μαυλίζονται» οι άλλες πέρδικες και πλησιάζουν τα κλου­βιά, όπου οι κυνηγοί τας αναμένουν, κρυμμένοι πίσω από βράχους ή κλαδιά.

Το πέταγμα της Πέρδικας είναι τόσον βροντερόν, ώστε «έσκιαξε και τον Κατσαντώνην», όπως λέγουν οι Σαρακατσάνοι. Περιττόν να σημειώσω, ότι ο Κα­τσαντώνης γεμίζει όλα τα βουνά μας με το όνομά του: «Πήδημα Κατσαντώνη», «Σπηλιά Κατσαντώνη», «Βρύση Κατσαντώνη» κ.λ,π. Είναι ένα είδος Διγενή Ακρίτα διά τα Άγραφα. Ετρόμαξε λοιπόν και τον Κατσαντώνην το πέταγμα της Πέρδικας, εις το άκου­σμα του οποίου νομίζετε ότι επελαύνει ιππικόν.

Τι τρώγει η Πέρδικα; Σχεδόν όλα τα χορταρικά. Αλλά απαραίτητος τροφή της είναι το χαλίκι, το οποίον κατά μεν την πραγματικήν λαϊκήν ζωολογίαν το τρώγει διά να διευκολύνη την χώνευσίν της, κατά δε την ποιητικήν παράδοσιν διά να λαγαρίζη η φωνή της.

Άμα το πρωί ακούω την φωνήν της, την καταλάγαρην και γλήγορην ως αστραποβόλημα, δέχομαι την παράδοσιν ότι τροχίζει τον λαιμόν της με στουρνάρια και ασπρολίθαρα. Αλλ’ ελησμόνησα να σημειώσω ότι η Πέρδικα έχει αδυναμίαν και προς τα σταφύλια. Ένα από τα άπειρα τραγούδια της λέγει:

 

- Πού ήσουν πέρδικα γραμμένη

κι ήλθες το πρωί βρεμένη:

- Ήμουνα πέρα στα πλάγια

στις δροσιές και στα χορτάρια

- Τ’ έτρωγες πέρα στα πλάγια

στις δροσιές και στα χορτάρια;

- Έτρωγα το Μάη τριφύλλι

και τον Αύγουστο σταφύλι.

 

Τα περισσότερα τραγούδια του γάμου και των αρ­ραβώνων δανείζονται εικόνες, ευμορφιές και δροσιές από την Πέρδικα. Είναι το ποιητικώτερον σύμβολον της Ευμορφιάς, της Εορτής, της Χαράς, της Δροσιάς, της Γυναίκας. Ο αετός εις κάποιους στίχους παρα­καλεί τα νύχια του:

 

Νύχια μου και νυχάκια μου,

και νυχοποδαράκια μου,

την πέρδικα που πιάσατε

να μην τηνε χαλάσετε.

 

Η Πενταγιώτισσα πάλιν παρουσιάζεται εις ένα από τα τραγούδια της ως πέρδικα, που την ήρπασε στα νύχια του ένας από τους εραστάς της, από τους πολ­λούς, που έσφάζοντο στην ποδιά της όπως τα κριάρια:

 

Ανέβηκα και κοίταξα

της Αϊ-Θυμιάς τον κάμπο

Είδα (ν) αετό που κράταγε

μια πέρδικα στα νύχια.

Κι αετός αποκοιμήθηκε

κι η πέρδικα του φεύγει.

Μέτρα σε πέτρα περπατεί

λιθάρι σε λιθάρι.

 

Μόνον άμα «σταυρώση» τον δρόμον του στρατοκό­που, τουτέστιν άμα περάση εμπρός του σταυρωτά προς την διεύθυνσίν του, είναι κακός οιωνός. Τότε «κόβει τον καλό δρόμο».

 

 

Η ΜΠΕΚΑΤΣΑ

 

Προσοχή, διότι έχετε απέναντι σας μίαν αγγλοπρεπεστάτην κυρίαν του ελληνικού Λόγγου. Πάντα τα κατ’ αυτήν είναι μέθοδος, ρυθμός, τάξις, πρωτόκολλον. Θα βγη από τα χαμόκλαρα, άμα φανή το πρώτο αστέρι κατά τους νατουραλιστάς. Το δρομολόγιόν της είναι τόσον τυπικόν, ώστε παλαιοί πρακτικοί κυνηγοί βεβαιούν, ότι το έκλεψαν μέχρι τελευταίας γραμμής και το παραθέτουν στα βιβλία των ως δελτίον τελετής. Την τάδε ώρα βγαίνει από τα χαμολόγια, την δείνα θα περάση από κει, τώρα είναι στο λόφο, ύστερα θα είναι στο ρέμα. Αν είναι υγρασία ιδέτε τα ανατολικά· αν είναι ξέρα, κατεβήτε στα όχτια, κτυπήστε εκείνη την τούφα κλπ.

Με ένα πουλί τόσον αυστηράς εθυμοτυπίας φυσικόν είναι να νταραβερίζεται κατά προτίμησιν ο κ. Σκουλούδης. Τι συνθετοποίησις, αλήθεια, ενός ανθρώπου είναι η κυνηγετική του ειδικότης! Ο κ. Ξ. λόγου χάριν, τολμηρός σιτέμπορος του Πειραιώς, είναι σπεσιαλίστ περιστεροκυνηγός. Άνθρωπος ζων μέσα εις τον ίλιγγον ενός κυματώδους εμπορίου, πως είναι δυνατόν να μην έχη ιδιαιτέραν αδυναμίαν για το πουλί, που το φτερό του είναι μια τρικυμία και το κυνήγι του ένα άθροισμα διανοητικής και ψυχικής σβελτωσύνης, τόλμης και ορμής, ό,τι τέλος πάντων πρέπει να έχουν οι άνθρωποι που ο Λυσίας, εις τον αναβαλλό­μενον που τους έψαλε (κατά Σιτοπωλών), είπε γι’ αυτούς το «ενίοτ’ ειρήνης ούσης υπό τούτων πολιορκούμεθα;»

Αφού λοιπόν το πουλί αυτό έχει τόσην τάξιν στη ζωή του, αφού το πρόγγραμμά του κατώρθωσαν να το κλέψουν οι κυνηγοί, αφού επί πλέον έχει το νοστι­μότερο κρέας από όσα τρέφει ο Λόγγος, πώς ζη ακόμα, πώς, μολονότι αυξάνονται και πληθύνονται οι ερασταί του, αυτό μόλα ταύτα έρχεται κάθε χρόνον αφθονώτερο με τα πρώτα δροσόπαγα του Οκτωβρίου;

Βεβαιωμένον λοιπόν πράγμα κατά τους νατουραλιστάς, ότι ο Θεός δεν έπλασε κανένα πλάσμα του με τόσην στοργικήν πρόνοιαν. Πρώτα πρώτα είναι διφυής ύπαρξις. Χωριστή ζωή η μύτη της, χωριστή η μπεκάτσα. Η μύτη της αναμοχλεύει την Γην για σκου­λήκια και τα μάτια της, ξένα απ’ αυτήν την ενασχόλησιν, είναι σαν δραγάταις απάνω στην φυλάχτρα τους, ανιχνεύοντα σκιάς, θορύβους, ανέμους, φύλλα, κάθε ανάσα του λόγγου. Αν αντιληφθή τον κίνδυνον μακρινόν, σπεύδει να πετάξη, κατ’ αρχάς τρικλίζουσα στον αέρα, σαν να είναι στουπί στο μεθύσι, και κα­τόπιν ευθυγραμμίζουσα το πέταγμά της σαν βέλος. Οι πολύπειροι κυνηγοί συνιστούν αναμονήν μέχρις ότου «στρώση», τουτέστι μέχρις ότου πάρη το γραμμικόν πέταγμα.

Άμα όμως ο κίνδυνος είναι πολύ κοντά της, ώστε να μην έχη καιρό να πετάξη, τότε στρώνεται απάνω στο χώμα και γίνεται ένα μ’ εκείνο. Αν τυχόν ο χρω­ματισμός της είναι ολίγον αταίριαστος, το πιθανώτερον είναι να την πάρετε για ένα λιθάρι, ή για μια τούφα ξηρών φύλλων ή για μια ριζαμιά, παρά να νομίσετε ότι εκείνο που βλέπετε είναι ζωντανό πράγμα. Κανείς δεν της ηρνήθη σοφίαν διά τον τρόπον με τον οποίον εκλέγει τα βοσκοτόπια της. Δεν πρέπει μόνον να έχουν σκουλήκια και έντομα, αλλά να μην κάνουν και καμμίαν παραφωνίαν με την τουαλέτταν της.

Ένα μόνον λησμονεί κάποτε: ότι η γη σφίγγει τη νύχτα από το γυαλοπάγι και το πρωί την βρίσκουν οι χωρικοί σαν σπαθί φρυμένην, με την μύτην της στο χώμα.

Τι της είχεν όμως γράψει η Μοίρα της! Να την ντύση ο θεός με τόσην πρόνοιαν, να της χαρίση τόσην νοημοσύνην, ώστε να χρησιμοποιή τα εις χρώματα, εις μύτη και εις μάτια δώρα της, και να της βγη από μεριά εχθρός ο Έδισσων. Αυτό το πουλί στερείται του τηλεγραφικού αισθητηρίου, όπως θα έλεγεν ο κ. Πρωθυπουργός. Αν είναι εμπρός του τηλεγραφικόν σύρμα, θα πέση απάνω του και θα σκοτωθή. Πριν ανακαλυφθή ο τηλέγραφος, εχθρούς μεγάλους είχε μόνον τους φάρους. Οι νατουραλισταί, απελπισθέντες ν’ ανακαλύψουν από πού έρχεται και πού πηγαίνει, εζήτησαν με μελετάς επί των φάρων ν’ ανακαλύψουν την προέλευσίν του και την διεύθυνσίν του. Αλλ’ επί τέλους αφού εχύθη μελάνη, όση διά την εξέλιξιν ενός πλανήτου, κατέληξαν εις την βεβαίωσιν, ότι έρχεται από παντού και πηγαίνει παντού.

Ο ελληνικός λαός πιστεύει, ότι στα σπλάγχνα του κρύβεται μαργαριτάρι. Οι κυνηγοί λέγουν, ότι είναι τα ίδια τα σπλάγχνα του μαργαριταρένια και συνιστούν να μην αφαιρούνται, κατά το μαγείρευμα, δίχως μάλιστα καθόλου να καθαρίζωνται, διότι η Μπεκάτσα άμα σηκωθή να πετάξη είναι στα ενδότερα της η ίδια όπως όταν πρωτοκάθησε να βοσκήση.

Τέλος ο σύζυγος της Μπεκάτσας, κατά τον κ. Μαυρουδήν, συλλέξαντα αρκετάς παραδόσεις περί μερικών πουλιών, είναι τρομερά ζηλότυπος, και μάλιστα όταν η σύζυγος του κλώθη τ’ αυγά της αυτός κάθεται πλα­γιασμένος δίπλα στη φωλιά.

 

 

Η ΠΕΣΤΡΟΦΑ

 

Η Πέστροφα είναι το ευμορφότερο και αφθονώτερο ψάρι των Ευρυτανικών ποταμιών. Το όνομά της το χρεωστεί εις το κυριώτερον χάρισμα που έχει. Είναι το μόνο ψάρι που ανηφορίζει τα ποτάμια (επιστρέ­φει, πέστρο­­φα).

Το πράγμα δεν είναι ολίγον παράξενον. Τα Ευρυτανικά ποτάμια, ιδίως τα των Αγράφων, δεν έχουν μόνον τας αποτομωτέρας κλίσεις, αλλά και συχνούς καταρράκτας μεγάλου ύψους. Πώς λοιπόν τους αναβαίνει η Πέστροφα; Ιδού η τέχνη της: Άμα φθάση εις τον πούντον (το κάτω μέρος του καταρράκτου), δαγκώνει την ουράν της, κουλουριάζεται και εκσφεν­δονίζεται προς τα επάνω, διατρυπώσα ως βέλος την σούδαν των νερών.

Το ψάρευμα της Πέστροφας είναι το προσφιλέστε­ρο Ευρυτανικό κυνήγι. Ο Ασπροπόταμος και τα παραπόταμά του είναι γεμάτα από το ψάρι αυτό, το νοστιμώτερον, όχι μόνον των ψαριών των γλυκών νερών, αλλά και των θαλασσινών. Το κυνήγι της είναι πολύτροπον. Ιδίως την κυνηγούν με δυναμίτιδα και ξυλοφωτιές. Ανάβουν την νύκτα ένα δέμα ξηρές βέρ­γες και με αυτές στο χέρι κατεβαίνουν εις τις όχθες των ποταμών. Οι Πέστροφες ζαλίζονται εις το πολύ φως και χοροπηδούν. Τότε βουτούν οι κυνηγοί με τα χαντζάρια στα χέρια και τις σκοτώνουν. Είναι πούν­τοι, από τους οποίους ημπορούν ν’ αποσύρουν δέκα και είκοσι οκάδες πέστροφες.

Αλλά υπάρχει και άλλος τρόπος ψαρέμματος της Πέστροφας, καταστρεπτικώτερος και της δυναμίτιδος ακόμη, δυστυχώς δε δυσκολοκαταδίωκτος, ώστε να μη ημπορώ να συστήσω κανέν μέτρον ως αποτελεσματικόν εις τον κ. Μιχαλακόπουλον. Είναι το σπλόισμα. Έστι δε το σπλόισμα πέταγμα εις τα ποτάμια αποστάγματος χλωρών καρυδοφλοιών ή χυμού γαλατσίδας (ενός κιτρίνου δηλητηριώδους λουλουδιού), το οποίον ιδιαιτέρως ονομάζεται και σπλόιμος. Και είναι τόσον δηλητηριώδη και τα δύο αυτά, ώστε αμέσως μετά το ρίψιμον να γεμίζη η επιφάνεια των ποτα­μιών από νεκρές Πέστροφες. Το σπλόισμα είναι εις μεγάλην χρήσιν εις όλα τα Αγραφιοτοχώρια και ασφαλώς εις αυτό οφείλεται η ελάττωσις της Πέστρο­φας κατά τα τελευταία έτη. Μέγα μέρος της πεστροφοκαταστροφής οφείλεται και εις την υλοτομίαν, η οποία τα «σουδιάζει», όπως λέγουν οι χωρικοί, προς την θάλασσαν. Η ξυλεία, η οποία ρίπτεται εις τα ποτάμια διά να μεταφερθή εις το Αιτωλικόν, παρά το οποίον εκβάλλει ο Ασπροπόταμος, της προγκά κατά κοπάδια προς τας εκβολάς του ποταμού, όπου την θανατώνουν τα αλμυρά νερά.

Μεγάλην επίσης καταστροφήν κάνει εις την Πέστροφαν η πλημμύρα, η οποία εσχάτως εις τα βορεινά μέρη της Ευρυτανίας έγινεν ενδημική, ένεκα της μεγάλης υλοτομίας. Την σκοτώνει, την πνίγει, την θάβει υπό την άμμον και τον χαλικιάν. Όση γλυτώνει σύρεται από την θολούραν εις τας όχθας διά να βοσκήση και εκεί, όπως είναι ζαλισμένη, την αναμένει ο διά χαντζάρας θάνατος. Διότι, επαναλαμβάνω, ότι το κυνήγι της Πέστροφας είναι μία τελεία επιστήμη εδώ.

Προχθές εκυνηγούσαμε Πέστροφες εις ένα παραπόταμον του Αχελώου. Ένας τζοπάνος, ο οποίος μας εβοηθούσε μας επληροφόρησεν ότι στη σπηλιά της γέφυρας είναι μία που περνά τις τρεις οκάδες. Επήγαμεν εκεί, όπου ο ειδικός πεστροφοκυνηγός, αφού εξηρεύνησε το έδαφος, εισήλθε διευθυνθείς προς το μέ­ρος, εις το οποίον εκρύβετο η Πέστροφα. Μετ’ ολίγας ερεύνας την ευρήκε και την ερρίζωσεν εις την σχισμάδα ενός βράχου.

Απλώνει προς τα εκεί, αλλ’ εκείνη επλατάγιζε τα νερά και εσκεπάζετο, ώστε να χάνη την ακριβή θέσιν της ο κυνηγός, ο οποίος προσεπάθει να βουτήξη τα δάκτυλά του εις τ’ αυτιά της, το μόνον μέρος από το οποίον ειμπορή να την κρατήση, διότι το άλλο σώμα της γλυστρά ωσάν χέλι. Επί τέλους εις μίαν βουτιάν των χεριών του κατώρθωσε να βυθίση τα δάκτυλά του εις τ’ αυτιά της και την ανέσυρεν επάνω σπαρταρίζουσαν, τραντάζουσαν τον νικητήν της, ώστε να νομίζωμεν ότι θα τον αναποδογυρίση. Αλλ’ εκείνος, κινδυνεύων να πέση, την εξεσφενδόνισε προς τον γιαλόν, όπου εσηκοβροντιώνταν επί ώραν, ταράσσουσα τον χαλικιάν ως αλογοποδοβολητό.

Ή αγριάνθρωποι είναι οι πεστροφοκυνηγοί, ή τους έχει κυριεύσει τόσον το πάθος - το οποίον άλλως τε απαντάται εις σχετικόν βαθμόν εις όλους τους κυνη­γούς - ώστε να μη διστάζουν προ καμμιάς αγριότητος!

Η ατυχής Πέστροφα, διά να διεκπαιραιώση τους έ­ρωτάς της, αποσύρεται κατά τον Μάρτιον από την ορμητικήν κοίτην των ποταμών εις τα ρηχά και στά­σιμα παρακλάδια, πρώτον, διότι εκεί δεν κινδυνεύουν να παρασυρθούν και πνιγούν τα ωάριά της και δεύτε­ρον, διότι είναι ζεστασιά, ευνοϊκή διά τα γόνημά της. Οι πεστροφοκυνηγοί λοιπόν δεν της χαρίζουν την ησυχίαν, ούτε εις την ηδονικήν αυτήν ώραν της ζωής της.

Επέρχονται με τα χαντζάρια και τις σκοτώνουν κατά ζεύγη, επάνω εις τις ερωτικές συνεντεύξεις των, αι οποίαι είναι και πολύωροι δυστυχώς.

Φαίνεται ότι έχουν το ατύχημα να είναι πολύ ρωμαντικαί, ίσως λόγω των πολλών ευμορφιών των Ευρυτανικών ακροποταμιών.

 

 

Τ’ ΑΓΡΙΟΜΕΛΙΣΣΙ

 

Σχεδόν οι περισσότερες σπηλιές των Ευρυτανικών οχθών του Ασπροποτάμου είναι κυψέλαι Αγριομελισσών. Παρακολουθούμεν πρωί βράδυ το θέαμα της καταδιώξεώς των. Σύννεφα πουλιών, τα οποία λέγον­ται μελισσοφάγοι, περιφέρονται αυτήν την εποχήν επάνω εις τας όχθας του ποταμού, στας σχισμάδας των οποίων είναι ριζωμένα τ’ αγριομελίσσια. Οι μελισσοφάγοι αναμένουν την πρωινήν έξοδον ή την βραδινήν επιστροφήν των μελισσών από την βοσκήν των. Η Αγριομέλισσα αλλάσσει τακτικά δρόμον, αλλά και οι μελισσοφάγοι ευρίσκονται παντού εμπρός της. Καταλαμβάνουν τα κατάλληλα σημεία της διαβάσεως των και εκεί της επιτίθενται καταστρεπτικώς.

Δύο πλάσματα του Θεού, το πρόβατον και η μέ­λισσα, έχουν τον αλτρουϊσμόν ή την παραφροσύνην τόσον ισχυράν, ώστε εκεί όπου ώρμησεν ο αρχηγός, να ακολουθούν πιστά, έστω και αν βλέπουν τον θάνατον εμπρός των. Επήδησεν ο αρχηγός των προβά­των το (γκεσέμι) εις ένα γκρεμόν; Τον ακολουθούν όλα τα πρόβατα και πρέπει να σπάση γκλίτσαις επάνω των ο τζαπάνης, διά ν’ ανακόψη το πήδημα των· Επήρε μία μέλισσα αυτόν τον δρόμον; Σχηματίζεται όπισθέν της αλυσίδα, όλο το μελίσσι και δεν πλαγιοδρομεί, χίλιοι μελισσοφάγοι να είναι παρατεταγ­μένοι δεξιά και αριστερά.

Οι μελισσουργοί γνωρίζουν την ηλιθίαν αυτήν αφοσίωσιν των μελισσών προς τον αρχηγόν των και άμα το πρωί πρόκειται να εκκινήσουν τα μελίσσια των διά την βοσκήν, θα τουφεκίσουν εις τον αέρα διά να διώξουν τους μελισσοφάγους, οι οποίοι αναμένουν γύρω από τα μελισσιμάντρια, για να πιάσουν την μελισσογραμμήν. Άμα οι μέλισσες φθάσουν εις την βοσκήν οι μελισσοφάγοι δεν ματαιοπονούν, διότι εκεί τα σμή­νος σκορπίζεται επάνω στα έλατα να βυζάξη το μάνα, την καλυτέραν δηλαδή μελισσοτροφήν, από την οποίαν γίνεται το τριγανιστό μέλι, που ονομάζεται ζαχαρόμελο.

Αλλά τα κακόμοιρα τ’ αγριομελίσσια δεν έχουν μό­νον τον μελισσοφάγον εχθρόν. Τα καταδιώκουν κατ’ εξοχήν τα κουνάβια. Αυτά είναι η μεγάλη καταστροφή των. Αναρριχώνται στις απόκρημνες φωλιές των και ρημάζουν το μέλι τους, μη αφήνοντα ούτε κηρήθρας. Κατά δεύτερον λόγον τα κυνηγά η αλεπού, άλλ’ αυτή διά πολλούς λόγους, αποφεύγει αυτάς τας επικινδύ­νους επιχειρήσεις και προτιμά τα χαμηλά κοτέτσια. Εις μίαν καταδίωξιν αγριομελισσιού έπεσεν εις το ποτάμι, όπου ιδούσα τας δεξιά και αριστερά απότο­μους όχθας, εις τας οποίας θα ήτο μάταιον να επιχει­ρήση ν’ αναρριχηθή, εστρογγυλοκάθισεν επάνω στα νερά και είπε φιλοσοφικώς:

- Ξέρω τώρα πως στο Αιτωλικό θα με βγάλη τα ποτάμι, αλλά βαρυούμαι τα κλωθογυρίσματα...

Έκτοτε ο μύθος λέγει, ότι η αλεπού μόνον αν την πάρη καμμία μεγάλη πείνα κινδυνεύει εις ηρωισμούς κατά των αγριομελισσιών, τα οποία άλλως τε την μάχονται τόσον φοβερά, ώστε πρέπει να απουσιάζουν διά να επιτεθή εις το μέλι των.

Οι άνθρωποι, τολμηρότεροι της αλεπούς, καταδιώ­κουν τα αγριομελίσσια, τα οποία εδώ εις τα μέρη μας είναι το επικερδέστερο κυνήγι, όσον σχεδόν τα κουνά­βια και τα αλεποδέρματα. Διότι πρώτον τα αγριομελίσσια, ως ευρισκόμενα πλησίον των ελατιών, κάνουν το ζαχαρόμελο, το οποίον είναι το ακριβώτερο μέλι. Δεύτερον, επειδή δεν τα τρυγούν τακτικά, όπως τα ήμερα μελίσσια, έχουν άφθονο μέλι· ημπορεί λόγου χάριν να φθάση ένα εβδομήκοντα οκάδες μέλι, από το οποίον θα βγάλη πέντε οκάδας κερί, ώστε 70 δραχ. από μέλι και άλλες 40 από κερί το όλον 110.

Άλλοτε το κυνήγι των αγριομελισσιών ήτο ανοργάνωτον, τουτέστι εγίνετο από τους τυχόντας και ένεκα τούτου ολιγώστεψαν πολύ τα αγριομελίσσια. Οι αυτοσχέδιοι αγριομελισσοκυνηγοί, ενδιαφερόμενοι μόνον πώς θα πάρουν περισσότερο μέλι, τα ερήμαζαν, ή αφήνοντες τις φωλιές των δίχως σταλιά μέλι εις ώραν χειμώνος, ή το βαρβαρώτερον ακόμη, πνίγοντες τας μελίσσας διά την ευκολωτέραν εξαγωγήν του μέλιτος. Έκαναν δηλαδή ένα έργον παρόμοιον προς το του αειμνήστου κλεφτομελισσά, το τέλος του οποίου, όπως και του ζωοκλέπτου, το οφείλομεν εις τον κ. Βενιζέλον.

Ο κλεφτομελισσάς εθανάτωνε το μελίσσι με θειάφι, ή και το έπνιγε μέσα στο νερό. Ευτυχώς τώρα τελευταία, διότι συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, τα αγριο­μελίσσια αφέθησαν εις τους εξ επαγγέλματος κυνη­γούς των. Αυτοί είναι όχι μόνον τολμηροί άνθρωποι, αλλά και τέλειοι τεχνίται. Δένονται με τριχιές και κατεβαίνουν τους γκρεμούς, όπου τα αγριομελίσσια, τα οποία πρώτα πρώτα δεν τα σκοτώνουν, αλλά τα ναρ­κώνουν προσωρινά με ισκοκαπνόν και τοιουτοτρόπως παίρνουν το μέλι ήσυχοι, αφήνοντες ανάλογον ποσό­τητα, διά να μη ψοφήση το μελίσσι από πείναν.

Τα πολύπαθα τα ζώα! Λέγει κάποιος μύθος, ότι τα ζώα διά ν’ αποφύγουν την τυραννίαν του ανθρώπου, εις του οποίου την κυριότητα ανήκον εντολή του θεού, έκαμαν συνέδριον και απεφάσισαν να παραβούν την θείαν επιταγήν. Ώρισαν λοιπόν την ημέραν της εξόδου των προς την ερημίαν και είπαν «την ημέρα εκείνη θα φύγωμε, πρώτα ο θεός». Η κότα που ήταν περισσότερον βασανισμένη από τον άνθρωπον εφώναξεν:

- Δεν έχει θεός και Ξεθεός. Ό,τι θέλει να ειπή ο θεός ημείς θα φύγωμε...

- Μάλιστα, είπαν τα σκυλιά, τα γουρούνια, τα άλογα και άλλα πολλά ζώα. Θέλει δεν θέλει ο θεός, εμείς θα φύγωμε... Δεν υποφέρεται ο παληάνθρωπος αφεντικός...

Ο Θεός ήκουσε την αυθάδη γλώσάν των και ετιμώρησε τα ασεβή διά της αιωνίου δουλείας των υπό τον άνθρωπον. Έφυγαν μόνον όσα είπαν «πρώτα με το θέλημα του Θεού».

Αλλά και αν έφυγαν τι έκαμαν; Ο άνθρωπος τα πήρε το κατόπιν, και στην ερημιά όπου εζήτησαν να κρύβουν. Μόλα ταύτα ο άνθρωπος, ως θεοσεβέστερος των ζώων, προσέχει ωσάν τα μάτια του τα αγριομε­λίσσια που κατέφυγαν εις ιερούς τόπους, τουτέστι περιοχάς εξωκκλησιών, μοναστηριών και προσκυνηταριών. Δεν τα πειράζει, διότι, κατά γενικήν λαϊκήν πεποίθησιν, εκείνα «κάνουν το κηρί του αγίου». Ωσαύ­τως δεν κρούει και τα αγριομελίσσια τα οποία είναι εις μέρη «στοιχειωμένα», διότι αυτά θρέφουν «τα στοιχειά».

Προ ετών εις μίαν όχθην του Πλατανιά, παραποτά­μου του Αχελώου, κάποιος παπάς ήθελε να παραβή την κοινήν πρόληψιν και να τρύγηση ένα αγριομελίσσι,το οποίον παλαιά παράδοσις το έφερεν ως «στοιχειωμένο». Εδέθη λοιπόν με μίαν τριχιάν και εκρεμάσθη εις την μυθικήν σπηλιάν, όπου το αγριομελίσσι εδούλευε αιώνας τόσον, ώστε να κρέμωνται τα μέλια κάτω εις τον βράχον ως ξανθός καταρράκτης. Λέγεται ότι τον μελιτώδη αυτόν καταρράκτην κάποτε ετουφέκισε με συρματοδεμένα βόλια ένας αρματολός για να τον ρίψη κάτω, αλλά έσκασε το ντουφέκι του και αντί να κοπούν τα μέλια εκόπη το χέρι του. Έκτοτε κανείς δεν επάτησε εκεί πλην του παπά, ο οποίος, αφού ήρχισε να τρυγά το μέλι, ήκουσε μίαν φωνήν.

- Σώνει άλλο τώρα.

Ο παπάς ενόμισε πως του φωνάζουν οι σύντροφοι του επάνω από τον βράχον, ενώ, κατά την παράδοσιν, του εφώναξε το στοιχειό μέσα από την σπηλιά. Εγύρισε λοιπόν και απήντησε στους συντρόφους του.

- Τώρα να πάψω, που μπήκα στο παχύ στρώμα;... Αλλά μόλις εκοίταξε προς τα επάνω για να τον ακούσουν καλύτερα, είδε δίπλα του ένα φίδι και στρέψας αμέσως το μαχαίρι, με το οποίον εμελισσουργούσε, το έκοψε εις δύο. Εκείνο όμως, το οποίον αυτός εξέλαβε για φίδι, ήταν η τριχιά που τον είχαν δεμένο. Και ο ατυχής παπάς επλήρωσε την παράδο­σιν, γκρεμισθείς κάτω κατά τρόπον, ώστε να μη ειμπορούν να τον περισυλλέξουν απ’ εκεί. Έκτοτε οι χωρικοί περνούν μακρυά από το «στοιχειωμένα μελίσσι», το οποίον τώρα γεμίζει με τα χρυσά μέλια του και τα χείλη της σπηλιάς.

 

 

Ο ΒΑΣΙΛΗΑΣ

Σημ. του εκδ. Εγράφη την 10 Ιουνίου 1914.

 

Επειδή έφθασεν η ώρα των Μποστανιών και των Καπνών, κι επειδή τον άλλο μήνα, που θα τελειώ­σουν τα Πουλιά τ’ Αγρίμια και τα Ήμερα, θα είναι πλέον αργά, ανοίγομεν σήμερον μίαν παρένθεσιν υπέρ ενός ευεργέτου της ελληνικής χλωρίδος, ο οποίος αυτήν την εποχήν θανατώνεται από χιλιάδας γυναι­κείων και ανδρικών χεριών στα περιβόλια και στα καπνοτόπια της Αττικής.

Πρόκειται περί ενός μικρού εντόμου, σχήματος και μεγέθους όσον ένα κλωνί καφέ, με κάτι σκεπάσματα των φτερών του σκληρά, κόκκινα, εντελώς άλικα, κεντημένα με επτά μαύρες πίκες. Αλλού το ονομά­ζουν «Πασχαλιά», αλλού «Παπαδίτσα», κάπου «Λαμπρούλα» και σε πολλά μέρη «Βασιληά». Στην Ακαρ­νανία μάλιστα το ρωτούν τα κορίτσια για την τύχη τους. Το βάζουν στην παλάμη τους και του τρα­γουδούν:

 

Πέτα πέτα Βασιληά

να σου δώσω έναν παρά.

 

Αν πετάξη επάνω η τύχη θα είναι καλή, αν τραβήξη πέρα, καλή και κακή, κι αν πέση, κάτω, κακή και ψυχρή. Ένας από τους πλέον λαμπρούς μας γεω­πόνους, ο κ. Μολφέτας, φρονεί ότι ο λαός του έδωκε τον τίτλον του Βασιληά, διότι «αντελήφθη ίσως ότι, όπως οι Βασιλείς των Εθνών προστατεύουσι τους υπηκόους των εκ των επιδρομών των βαρβάρων ε­χθρών, ούτω και το έντομον αυτό προστατεύει τα προϊόντα των γεωργών εκ των επιδρομών των διαφό­ρων αφίδων.»

Μου φαίνεται πως ο λαός του έδωκε το όνομα «Βασιληάς» για το ωραίο κόκκινο σαν αίμα χρώμα του κι όχι διότι αντελήφθη πως προστατεύει την βλάστησιν από την μεγάλην πληγήν της μελίγρας. Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζη ο λαός, ότι το έντομον αυτό είναι ευεργετικόν, αφού το σκοτώνει ίσα ίσα από την ιδέα ότι φέρνει τη μελίγρα; Ο υπουργός μάλιστα της Εθνικής Οικονομίας κ. Μιχαλακόπουλος εξέδωκε πέρυσι μίαν εγκύκλιον - το πράγμα αυτό θυμίζει την νοικοκυρικήν γεωργικήν πολιτικήν του Καποδίστρια - εις την οποίαν λέγει:

«Κακώς δε τινες αμαθείς γεωργοί προβαίνουσιν εις την καταστροφήν αυτού, νομίζοντες ότι τούτο είναι η αιτία της επί των φυτών παρουσίας της μελίγρας, επειδή όπου υπάρχει αύτη εμφανίζεται πολλάκις και το μικρόν τούτο έντομον και μη εννοούντες, ότι η Πασχαλίτσα, τρεφομένη εκ μελίγρας, είναι ο ισχυρότερος και δραστηριώτερος παράγων διά την καταστροφήν της μελίγρας. Καθιστώντες προς υμάς κατ’ εξοχήν γνωστήν την υπηρεσίαν, ην προσφέρει εις την γεωργίαν το περί ου πρόκειται έντομον, επικαλούμεθα την συνδρομήν υμών κλπ.».

Τόσον όμως άφθονος εδόθη η συνδρομή, ώστε αυτήν την εποχήν όλοι οι χωρικοί της Αττικής καταδιώκουν τον Βασιληά όσον ούτε την Ακρίδα. Προ ημερών μάλιστα ο Δήμαρχος κ. Μπενάκης έλαβε από τον Μα­ραθώνα εντός κουτιού μερικούς Βασιληάδες, με την παράκλησιν να πληροφορήση τους χωρικούς πώς θα πολεμήσουν το μουμούδι αυτό που φέρνει τη μελίγρα. Και ο πρώην υπουργός της Εθνικής Οικονομίας έ­στειλε τους «Βασιληάδες» στο Υπουργείο διά τα πε­ραιτέρω.

Η Μελίγρα λοιπόν εξακολουθεί να ρημάζη τους κήπους και τα χωράφια, οι χωρικοί να ρημάζουν τον «Βασιληά» και το Κράτος να ρημάζη τα απα­ρέμφατα και τους μέσους αορίστους για να συνεννοηθή με τους γεωργούς του και τους κτηνοτρόφους του. Βλέπετε ότι η μελίγρα δεν πέφτει μόνον στα σπαρτά, αλλά έπεσε και στη Βουλή, την εποχή τουλάχιστον που εψηφίζετο το Σύνταγμα...

 

 

Ο ΤΡΥΠΟΦΡΑΧΤΗΣ

 

Έχει και έναν έκπτωτο Βασιληά ο Λόγγος. Ονομάζεται τρυποφράχτης. Έχετε ιδή αυτό το φτερωτό ψίχουλο; Υποθέτω, όχι, διότι ακολουθεί το αξίωμα των σοφών μετριοτήτων, αι οποίαι προτιμούν να ακούωνται παρά να φαίνωνται. Δεν ακούεται παρά μόνον όταν τα Βάτα και η αγράμπελη σκεπάσουν πλέον την φράχτη, εις τα βάθη της οποίας ζη, γονι­μοποιεί, τραγουδεί, θορυβεί μέχρι τρίτου ουρανού. Αυτός λοιπόν ο μικρός κατάδικος της φράχτης ανήλθεν εις τον θρόνον των πουλιών ως εξής:

Όταν ο φτερωτός κόσμος πρωτοαπεφάσισε να συγκροτηθή εις πολιτείαν, ο Τρυποφράχτης, ο σπουδαίος ρήτωρ της πρώτης εκείνης Εθνοσυνελεύσεως (μόνον την νύχτα κλείνει το στόμα του) ηξίωσε να γίνη αυτός βασιλεύς του Κράτους των πουλιών. Το πράγμα επροκάλεσε πολύν θόρυβον, διότι ήτο πολύ μικρός το δέμας, τόσον μικρός, ώστε εις κάμποσα μέρη ονομά­ζεται και Τρυποκάρυδο, προσεπώνυμον τα οποίον μό­νον η Παπαδίτσα (Αιγίθαλος) του αμφισβητεί. Εις την Αττικήν λ.χ. καλούν τρυποκάρυδο την Παπαδί­τσα, την οποίαν οι Ακαρνάνες ονομάζουν Μελισσουργόν.

Ο Τρυποφράχτης λοιπόν ή το Τρυποκάρυδο επέμενεν εις την αξίωσίν του και επί τέλους κατάφερε τα άλλα πουλιά να τον δεχθούν ως τον γενναιότερον άνδρα μεταξύ των συγχρόνων του. Ένα πρωί έγινεν η στέψις και ο θρόνος των πουλιών άστραψεν από μεγαλείον γενναιότητος. Πολύν ή ολίγον καιρόν εστάθη εις αυτόν, πώς εκυβέρνησε και αν υπήρξε φίλαλλος η όχι, η παράδοσις δεν αναφέρει τίποτε.

Το μόνον γνωστόν κεφάλαιον της ιστορίας του μετά την αναγόρευσίν του είναι η ενθρόνισίς του, η οποία έγινεν ως εξής:.

Μια μέρα αι Αρχαί ειδοποιήθησαν, ότι εις τα σύ­νορα του βασιλείου ενεφανίσθη ένα πελώριο πουλί. Ήταν ο αετός, άγνωστος μέχρις εκείνης της στιγμής εις τους υπηκόους του Τρυποφράχτη, οι οποίοι φαί­νεται ότι δεν ήσαν και πολύ μεγαλοσωμότεροι του Βασιλέως των. Διότι καθώς λέγει ο μύθος, έκαμεν εις τους ιδόντας αυτόν τόσην τρομάραν ώστε όταν σπεύσαντες στην Πρωτεύουσαν παρουσιάθησαν στο Βασι­ληά τους, δεν κατώρθωσαν να διηγηθούν ποίου με­γέθους ήτο ο εμφανισθείς εχθρός. Ο Τρυποφράχτης έξω φρενών για την δειλία τους, τους επέπληξε διότι ενέσπειρον τον πανικόν, και προς καθησύχασιν του λαού του ενεφανίσθη και τους ενεψύχωσεν ως εξής:

- Μη φοβάσαι! Εδώ είμαι εγώ· κι όποιος είναι με­γαλύτερος από μένα ας κοπιάση...

- Τι λες, Βασιληά; του είπαν τα πουλιά που είδαν τον αετό. Ξέρεις πόσο μεγάλος είναι;

Ο Τρυποφράχτης ετέντωσεν ολίγο το δεξί του φτερούγι και ρώτησε: - Είναι τόσος;...

- Τι λες Βασιληά!... Είναι μεγάλος!... Εφώναξαν από κάτω τα πουλιά.

Ο Τρυποφράχτης ετέντωσε περισσότερο το δεξί του φτερούγι και ρώτησε πάλιν περιφρονητικώς:

- Αμ’ είναι και τόσος;

- Είναι μεγάλος, Βασιληά... Είναι πολύ μεγάλος, με­γάλος!!!

Ο Τρυποφράχτης απεφάσισε να ανοίξη όλη τη μία φτερούγα του και να ξαναρωτήση:

- Έχει γούστο να μου πήτε ότι είναι και τόσος!! Αλλ’ έξαφνα κάποιος ίσκιος σαν σύννεφο επέρασεν εμπρός του.

- Να τος Βασιληά· αυτός είναι! εφώναξαν τα που­λιά τρομαγμένα.

- Αυτός είναι; είπεν ο Τρυποφράχτης κοιτάζων κάτω τον ίσκιο του Αετού.

- Τώρα θα πηδήση επάνω του ο Βασιληάς μας είπαν τα πουλιά που ήξευραν πως ο αρχηγός των δεν εδέχετο κανένα παλληκαρώτερον του εαυτού του και ο οποίος εξηκολούθει να κοιτάζη αγριεμένος τον ίσκιο του αετού.

- Ξέρετε βρε καλά πως είναι αυτός;

- Αυτός, αυτός, Βασιληά, ο ίδιος! απήντησαν τα πουλιά.

Ο Τρυποφράχτης ώρμησεν από τον θρόνον του προς τα κάτω.

Τι μεγάλο μακελιό έχει να γίνη σήμερα!!! Είπαν τα πουλιά. Ας βάλη ο θεός το χέρι του!...

Μερικά έτρεξαν να τον βοηθήσουν. Άλλα πάλιν, υποπτευθέντα μήπως ο Βασιληάς των επήρε τον ίσκιο γι’ Αετό, του φώναξαν.

- Όχι κατ’ αυτού, Βασιληά... Αυτός είναι ο ίσκιος του... Ο Αετός είναι επάνω...

- Μη με κρατάτε, μωρέ!... φώναξε ο Τρυποφράχτης.

Εν τω μεταξύ έφθασε κοντά στη φράχτη του κάμπου:

- Εδώ είναι ακόμα; ρώτησε...

- Εδώ να τος... στριφογυρίζει από επάνω μας!...

- Ε! τότε φράχτη σας και φράχτη μου και οποίος γλυτώση!!!...

Κι εχώθη στα βάθη της φράχτης, η οποία έκτοτε είναι το παλάτι του. Ανεβοκαταβαίνει μέσα στις αγράμπελαις και τα βάτα, ασώπαστος εις λάλημα το οποίον έχει ένα τέτοιον τόνον θυμού, ώστε νομίζετε ότι ευ­ρίσκεται διαρκώς εις καυγάν.

Άμα όμως πηδά καμιά φορά στην κορυφή της φράκτης, ως επί το πλείστον είναι αμίλητος. Αρπάζει το έντομον, το οποίον σπανίως καταδιώκει έως εκεί και χώνεται ή μάλλον τρυπά τη φράκτη σαν βέλος και αρχίζει πάλι το καυγατζίδικο χαβά του, ο οποίος είναι σαν βροχή στον τσίγγο. Ομοιάζει με τους αν­θρώπους εκείνους οι οποίοι έξω είναι ταπεινότατοι ραγιάδες και άμα πατήσουν την πόρτα του σπιτιού των ή του γραφείου των «ποιος είδε το Θεό και δεν εφοβήθηκε».

Ποιος ξέρει τι να τραβάη εκείνη η ατυχής κυρία Τρυποφράχτου και η λοιπή οικογένεια του από τους παλληκαρισμούς του και τας διηγήσεις του!!! Ίσως, επιστρέφων από την καταδίωξιν κανενός εντόμου, η οποία, επαναλαμβάνω, σπανίως επεκτείνεται πέραν της αγραμπελοκορυφάδας, επιμένει να την πείση ότι κατεδίωκε τον Αετόν, αλλ’ ότι εκείνος τώβαλε στα πόδια και του ξέφυγεν. Η μικρότης του σώματός του, η κωμικότης της φκιασιάς του - είναι σαν να φορή το αλησμόνητο κλος σακκάκι το αυθαδέστατο ανατίναγμα του κεφαλιού του και της ουράς του, το θυμώδες λάλημά του, το νευρικό ράμφισμά του, το πηδη­χτό περιπάτημά του μέσα στη φράχτη, η ταπεινωσύνη του άμα ξεμυτίζη από τα βάτα διά τον φόβο του Αετού, το σύνολον τέλος των σκέρτσων του δεν είναι δυνατόν να το αφήση ο ελληνικός λαός αχρησιμοποίητον. Το επήρε και έκαμε τον μύθον της θρασύτητος.

Όταν όμως ποτέ το Κράτος ή καμία Εταιρεία αποφασίση να γνωρίση εις τους Έλληνας γεωργούς τους εχθρούς των και τους φίλους των, δίχως άλλο η μι­κροσκοπική αυτή ύπαρξις, που την έχει ο αγροτικός πληθυσμός ως σύμβολον της θρασυδειλίας, θα φιγουράρη εις πίνακας και βιβλία ως ένα από τα ευεργετικώτερα πουλιά του αγρού.

 

 

Ο ΣΥΚΟΦΑΓΟΣ

 

Ο Λούκουλλος των πουλιών. Ιδιαίτεροι αδυναμία του είναι τα σύκα. Προτιμά ιδίως τα ορεινά ως νοστιμώτερα. Γι’ αυτό, άμα τ’ αητονύχια και τ’ άσπρα σύκα του χωριού πάρουν όλο το χρώμα της ωριμότητος εμφανίζεται στα περιβόλια, χρυσάφι ανάμεσα από χρυσάφια. Κατακίτρινος με μόνη την ουρά του μαύρη. Η φωνή του ελεεινή. Την αντοχή του δεν την έχει κανένα πουλί. Άμα πιαστή στη θηλιά, βαστάει απαγχονισμένος ολόκληρον 24ωρον. Η φωλιά του, πλεχτή από ίνες, είναι θαύμα τέχνης. Η γυναίκα του χρυσοπράσινη σαν φύλλο συκιάς, έχει υμνηθή ως ιδεώ­δης μητέρα.

Μεταξύ όλων τα οποία διηγούνται λέγουν, ότι, αν την πλησιάσετε στη φωλιά της, δεν θα σαλέψη καθόλου. Αν πάρετε τ’ αυγά της, θα σας ακολουθήση, όπου τ’ αφήσετε θα καθήση. Αν την κλείσετε σε κλουβί μαζί με τη φωλιά της, άμα τελείωση το κλώσσημα και μεγαλώση τα παιδιά της τότε πλέον παύει να δέχεται τροφήν και πεθαίνει από την πείνα.

 

 

Η ΤΣΙΓΚΛΙΤΑΡΑ

 

Λέγουν «η γυναίκα ψάχνει τον άνδρα σαν Τσιγκλι­τάρα». Τουτέστι ψάχνει για της αδυναμίες του. Ιδού πώς ψάχνει η Τσιγκλιτάρα. Αρχίζει το δέντρο από τη ρίζα του και το στηθοσκοπεί ως την κορυφή. Όπου βρή σάπιο μέρος αρχίζει να ραμφίζη ή μάλλον να βροντά. Ο λαός πιστεύει πως χτυπά για να γελάση τα μυρμήγκια ότι θα χειμωνιάση. Εκείνα βγαίνουν για να συνάξουν την απλωμένη στον ήλιο τροφή τους και η Τσιγκλιτάρα τα αρπάζει ένα ένα. Οι νατουρα­λισταί λέγουν πως κτυπά το δένδρο για να καταλάβη που είναι κούφιο. Άμα αντιληφθή τούτο από τον ήχο, ανοίγει μια οπή, βυθίζει την ως λωρίδα γλώσσα της μέσα και τα μυρμήγκια, τα σκαθάρια και οι μυίγες κολλούν απάνω ως εις μέλι. Ως επί το πλείστον συν­εργάζονται κατά ζεύγη, της μιας εκτελούσης εκ πε­ριτροπής χρέη σκοπού παραπλεύρως της άλλης διά τον φόβον του γερακιού και της νυφίτσας.

 

 

Η ΓΙΔΟΒΥΖΑ

 

Βυζαίνει τέλος πάντων τους μαστούς των γιδιών ο Αιγοθήλας ή όχι; Ο Αριστοτέλης λέγει «όρνις ορεινός μικρώ μείζων Κοττύφου, Κόκκυγος ελάττων, ωά δύο ή τρία, το δε ήθος βλακικός, θηλάζει δε τας Αίγας ουκ οξυωπός της ημέρας». Ο Αιλιανός πάλιν γράφει... «τολμηρότατος ζώων... επίθεται ταις αιξί κατά το καρτερόν και τοις ούθασιν αυτών προσπετόμενον είτα εκμυζά το γάλα... τυφλοί τον μαστόν και αποσβέννυσιν εκείθεν την επιρροήν». Ο ελληνικός λαός ωσαύτως πιστεύει ότι η Γιδοβύζα, όπως την ονομάζει, τρέφεται από γάλα γιδιών. Οι νατουραλι­σταί όμως επιμένουν όχι. Κατ’ αυτούς η παρεξήγησις προήλθεν εκ του ότι ο Αιγοθήλας ευρίσκεται ανάμεσα από τα κοπάδια για να μαζεύη έντομα.

 

 

Η ΖΑΠΑ

 

Αυτή πλέον όχι μόνον αρμέγει τα πρόβατα, αλλά, κατά τους βοσκούς του Ζαγορίου τους κόβει και τα μαστάρια. Συχνάζει πολύ στα χειμερινά λιβάδια της Ηπείρου.

 

 

Η ΧΟΥΡΧΟΥΡΑ

 

Το λάλημα της τ’ απομιμούνται οι λησταί και το έχουν ως σύνθημα αναγνωρίσεως μεταξύ των. Δύσκολον πράγμα, βέβαια αλλά πάντως ευκολώτερον για τον εύζωνον, ο οποίος θα λησμονήση ίσως τα ξηροβόρια και τα χιονόβροχα της Αετοράχης, αλλά ποτέ το μαρτύριον να αποστηθίζη κάθε βράδυ το «Αγαμέμνων-Τρωάς» και «Ευρυβιάδης-Σαλαμίς».

 

 

Η ΖΑΧΑ

 

Ένα άσπρο πουλί, λίγο μεγαλύτερο από τον Τρυποφράχτη. Ως επί το πλείστον στη φωλιά του αφή­νει ο Κούκος τα ιδικά του αυγά. Ψέμα λοιπόν ότι διαλέγει φωλιές πουλιών που να μοιάζουν τ’ αυγά τους με τα δικά του. Φαίνεται ότι έχουν δίκηο οι Γάλλοι νατουραλισταί, οι οποίοι λέγουν ότι ο Κούκος δεν καταδέχεται να γελάση τα πουλιά να του κλώσουν τ’ αυγά του, αλλ’ ότι τα φοβερίζει.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA