Γεράσιμος Γρηγόρης

Ο Γεράσιμος Γρηγόρης γεννήθηκε το 1907 στη Λευκάδα, ένα από τα εφτά νησιά του Ιονίου πελάγους, και εκεί μεγάλωσε. Αφού τελείωσε τα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του, έφυγε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εσπούδασε κλασσική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, ακολουθώντας συγχρόνως και μαθήματα ζωγραφικής σε ελεύθερες σχολές. Πρωτοεμφανίστηκε στα περιοδικά της εποχής με πεζά και στίχους. Συνεργάζεται έκτοτε στα ελληνικά έντυπα και ιδιαίτερα στα προοδευτικά περιοδικά με ποικίλη συνεργασία . δεν τύπωσε σε βιβλίο τα ποιήματά του γιατί τον τραβούσε πιο πολύ η πεζογραφία. Το 1939 έβγαλε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο: «Πορεία μες τη νύχτα», το 1958 κυκλοφόρησε «Η πολιτεία ξέσκεπη», που πήρε βραβείο διηγήματος επιτροπής απονομής κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, και το 1963 ο τρίτος τόμος διηγημάτων του, με τίτλο: «Πέρα από την όχθη». Ο Γ. Γρηγόρης πέθανε το 1985.

 

ΤΟ ΤΡΕΛΟ ΠΑΙΔΙ

Ο Σταύρο-Χάρακας κατηφορίζει από το λόφο ξέγνοιαστος και αναμαλλιάρης. Κάπου-κάπου ανοίγει διάπλατα τα δυο του χέρια και πηδάει χωρίς λόγο. Ο Σταύρο-Χάρακας παραμιλάει. Τινάζεται δω κι εκεί, θέλει να μοιάσει με τα χελιδόνια και με τα ζαρκάδια.

Ο Σταύρο-Χάρακας κατηφορίζει από το λόφο σαν ανάλαφρη πνοή κ’ είναι μεθυσμένος από τους χυμούς της άνοιξης. Ας τον είπανε τρελό παιδί, αχαΐρευτο ας τον είπαν. Έχει καλή καρδιά ο Σταυράκης. Αγαπάει όλο τον κόσμο. Άστρα και βουνά. Πρώτα κι αρχής τη μάνα του αγαπάει και ας την παιδεύει. Όλους τους καλούς ανθρώπους ύστερα αγαπάει και τα ζώα ακόμα, και τα κίτρινα άνθη των σπάρτων και τα πράσινα χαλίκια και τα μικρά βατράχια… Όλα.

Μα έχει κι αυτός τις έγνοιες του και τους μικρούς καημούς του κι ας τον είπαν παλαβό.

Μπαίνει τώρα στον κάμπο με τα σπαρτά. Κοιτάζει πέρα αφαιρεμένος σιγοτραγουδώντας. Ψηλά έχει σηκωμένο το κεφάλι πάνω στο στρογγυλό λαιμό. Τα μαλλιά του πέφτουν ίσια σαν φτερά κοράκου. Ένα άτολμο χνούδι φυτρώνει στο απάνω χείλι του, στο πρόσωπό του το ωχρό. Μακρύ μαντό ξεθωριασμένο, φαρδομάνικο, σκεπάζει το λιγνό του σώμα. Βαδίζει αργά σύρριζα στο χαντάκι όπου θρασομανάει η βλάστηση. Σιγομιλάει με τα ζουζούνια και τους χρυσοκάνθαρους, που χώνονται στις βυσσινόχρωμες ξανθισμένες αγριαγκινάρες. Σεγοντάρει τις έγνοιες του  με τη θροϊκή συμφωνία των σταχυών.

Πέρα στο δρόμο μια γυναίκα, καβάλα σε γαϊδούρι, περνά. Τον βλέπει και σταματάει. Σαν να τον περιμένει.

Είναι η θεια Καλή του Δημουλά. Τον γνωρίζουν οι γυναίκες της περιοχής και τα κορίτσια τον αγαπούν, γιατί ξέρει όμορφα στιχάκια και παραμύθια ο Σταύρο-Χάρακας κι όμορφα τα λέει.

― Σταυράκη… Έλα…

Είναι ανήσυχη, πολύ σεκλετισμένη, η θειά Καλή.

― Γιατί;

― Άχ, καημένε  μου Σταυράκη, αγόρι μου, τούτο το κακό δε θα τελέψει ποτέ να ιδούμε ανέσα; Δε θα ξεκουμπιστούν να πάνε στα τσακίσματα;

― Εγώ λέω δε θ’ αργήσουν, θειά Καλή. Δεν είδες χτες τα σιδερένια τα πουλιά πως βουτούσαν;    

― Τι να το κάνεις, με τούτα που τραβάμε πάλι; Ώχ, γυιέ μου, κάτι θα ’γινε πάλι κι ήρθε σήμερα η Κομαντατούρα στο χωριό και πήρε εφτά για ανάκριση. Και το Νικόλα το γαμπρό μου πήρε. Τι θα γίνει, Θεέ μου!... Πέρνα, καλέ μου Σταύρο, από το Συνεργείο, πέρνα και πες το στους ανθρώπους να ’χουν το νου τους. Στάσου… Να, πάρε κι αυτό το καλάθι. Για τον κύριο Γκόνο τον πιστάτη είναι. Κάτι φράουλες είναι. Του τις στέλνει ο κουμπάρος του ο Λύτρας, πες του…

Ο Μαγιάτικος ήλιο καίει πιο πολύ σήμερα. Άχνη ψιλού ιδρώτα ανεβάζει στο δέρμα, στα ρουθούνια μυρουδιά πατημένου τριφυλλιού. Στο γόνα νιώθεις την τσόχα να κεντάει πιο πολύ.

Ο Σταυρο-Χάρακας κόβει το μονοπάτι για το Συνεργείο Οδοποιίας. Δούλευε πρώτα εκεί νερουλάς, μα ο εργολάβος τον έδιωξε γιατί με τα στιχάκια και τα παραμύθια του έκανε τους εργάτες να χασομερούν και να χαζεύουν. Μα κάπου-κάπου αυτός τους επισκέπτεται κρυφά περαστικός. Προχτές πήγε και τους μοίρασε μούσμουλα… Βαδίζει γρήγορα, μα στήνει κι όλας κάποτε τ’ αφτί του, ψάχνει τον ουρανό μήπως φανούν τα σιδερένια πουλιά…

 Το Συνεργείο έχει προχωρήσει πέρα απ’ τις παράγκες, έχει πάρει φόρα σήμερα. Ζορίζεται η δουλειά.

― Πρέπει να τελέψει το κομμάτι πριν το μεσημέρι. Σάββατο, σκόλη σήμερα, παραμονή Λαζάρου. Το απόγεμα θα ’ρθει ο μεγάλος να επιθεωρήσει, ο Κολονέλος. Θα ’ρθει και το καμιόνι με τις πανιότες[1], θα ’ρθουνε και τα μεροκάματα «με το τσουβάλι».

― Άντε… Άντε!...

 

 

Απάνω στο σωρό των χαλικιών ο Γκόνος ο πιστάτης φέρνει βόλτα τη ματιά του πίσω απ’ τα μαύρα του γυαλιά και κάπου-κάπου αμολάει ένα τσιριχτό ξερό παράγγελμα: «Άντε, Άντε…».

Τα αραμπαδάκια στριγγλίζουν, αγράσωτα όπως είναι, οι περούνες χώνονται στους σωρούς των χαλικιών, ντιντινίζοντας μεταλλικά. Καθώς χτυπιέται το στουρνάρι με το ατσάλι σπίθες τινάζονται μα δεν φαίνονται στον ήλιο. Χύνονται κροταλίζοντας τα «σκούρα», τα «σύντριμμα» αποπάνω, κι ο άμμος ύστερα σκορπιέται με το φτυάρι. Πίσω καταφτάνει ο οδοστρωτήρας αγκομαχώντας, ένα θεριό αδυσώπητο και αργό όλα να τα σιάξει.

― Άντε, Κωνσταντάρα! Η μηχανή σε πήρε… πάλι πλαταγιάζει η καμτσικιά του Γκόνου.

― Κι εσένα ο διάολος… μουρμουρίζει εκείνος που τον είπαν Κωνσταντάρα, χωρίς ν’ αλλάξει το ρυθμό του. Μια σταγόνα ιδρώτα μόνο ταλαντεύεται λίγο στην άκρη της μύτης του, τρέμει ιριδίζοντας και –τσαφ- πέφτει στο φτυάρι του, μια βουλίτσα μαύρη. Ο άλλος δίπλα του, ο σωτήρας «διαστρωτής», τόνε σκουντάει: «Άντε, Κωνσταντάρα» κοροϊδεύει και γελάει χουχουλίζοντας πνιχτά.

― Πάψε τώρα, μην αρχίσει πάλι και του πω καμιά κουβέντα…

― Άστονε μωρέ. Δεν ακούει αυτός. Βλέπει μόνο… Και πού στ’ ανάθεμα τα βλέπει όλα μ’ ένα μάτι! Φαντάσου να ’χε και τα δυο… Που λες στην Άφρικα οι μαύροι δουλεύουν με καμτσίκι. Είχα ένα θείο εκεί, που δούλευε στα ρύζια. Να, έτσι στέκεται αποπάνω τους ο επιστάτης, ο λευκός, με το καμτσίκι… Που λες, μια μέρα, ο επιστάτης, που ήταν κι αυτός μ’ ένα μάτι, είχε δουλειά να λείψει για λίγο. Κοίτα τώρα να δεις τι έξυπνοι που ’ναι οι λευκοί και τι ζωντόβολα κείνοι οι μαύροι. Τους φωνάζει, λοιπόν, ο λευκός, και τους λέει: «Εγώ θα φύγω για λίγο. Μα δε θα λείψετε από το μάτι μου. Όποιος κάνει πως σταματάει θα βλαστημήσει την ώρα που γεννήθηκε»… και φλιτς τραβάει το γυάλινο το μάτι του και το ακουμπάει πάνω σ’ ένα πάσσαλο…

― Α στο διάολο… γελάει ο Κωνσταντάρας.

― …Ναι, μα κι οι μαύροι είχαν τον έξυπνό τους. Σαν μείναν μόνοι, σηκώνεται ο έξυπνος μαύρος, παίρνει ένα κονσερβοκούτι και -φαπ- σκεπάζει το μάτι…

― Άντε… Άντε, Σωτήρ-αχμάκη[2], παρλαπίπα! Ακούγεται πάλι του Γκόνου η σκληριξιά.

―  Καλά ντε… μουρμουρίζει ο Σωτήρας σκύβοντας. Άσε τα ζοριλίκια μην αρπάξω τον κουβά και…

― Βρε συ… τον κόβει ο Κωνσταντάρας κοιτάζοντας λοξά, σκυφτά. Κοίτα κει, πίσω από τη μηχανή.

― Ο Σταύρο-Χάρακας δεν είναι;

― Ναι, Ναι. Πού στ’ ανάθεμα ξεφύτρωσε; Κι ακόμα δεν το πήρε μυρουδιά ο Γκόνος.

― Με το γέρο Θανάση μιλάει. Κάτι του βάζει μέσ’ στη σκούφια. Κρατάει ένα καλάθι. Κοίτα, σαν τη γουστέρα γλιστράει.

― Πουν’ τος, πουν’ τος; Χάθηκε;

― Στο χαντάκι θα βούλιαξε…

Μα να τος, που σε λίγο φύτρωνε δίπλα τους πίσω από το ανάχωμα ο Σταύρο-Χάρακας.

― Βρε, Σταυράκη!

― Που γυρνάς βρε;

Του μιλάν λοξά δίχως να σηκώνουνε κεφάλι.

― Άσχημα νέα… τους κάνει αυτός. Απ’ το χωριό η Κομαντατούρα πήρε πολλούς. Μου το ’πε η θειά Καλή του Δημουλά. Και το γαμπρό της πήρε το Νικόλα. Πάρτε και σεις ετούτα… Φεύγω…

Τον βλέπουν αποχαυνωμένοι να τους αφήνει δυο χούφτες φράουλες απάνω στα χαλίκια και να φεύγει… Μα η φωνή του Γκόνου τον καρφώνει.

―Εεε… Του διαβόλου μύξα, εσύ εκεί πέρα τι γυρεύεις, Σταύρο-Χάρακα!..

― Δεν είναι τίποτα, κυρ-Αχιλλέα μου. (Σηκώνει το καλάθι ο Σταυράκης). Δούλεψα στις φραουλιές και μου δώσανε τούτα. Φύλαξα και για σένα τα περισσότερα.

― Κλεμμένα, ε;… Και πάει κατά πάνω του.

― Όχι, σου λέω αλήθεια. Δούλεψα. Να σου πω την αλήθεια; Ο Κουμπάρος σου ο Λύτρας σου τα στέλνει.

Του δίνει το καλάθι τεντώνοντας το χέρι και παίρνει δρόμο πηλαλώντας κατά τα σπαρτά.

Στέκεται ο Γκόνος λίγο με το καλάθι κρεμασμένο στο χέρι, μ’ ένα μορφασμό στα χείλη. Ύστερα υψώνει το μπαστούνι φοβερίζοντας:

― Άντε, κακομοίρη μου, αν σε ξαναπιάσω, θα σου ξεβιδώσω εγώ τ’ αφτιά, να σου τα δώσω να παίζεις αμάδες. Άντε…

Πάλι μέσ’ στον κάμπο μόνος βαδίζει ο Σταύρο-Χάρακας, μα είναι τώρα κατάφορτη η ψυχή του από έγνοιες.

Αριστερά, κάτω λάμπει η θάλασσα, σπιθίζει γαλανή στον ήλιο. Δεξιά το κωνικό βουνό με το ερημοκλήσι του Προφήτη Ηλία επάνω του, ξεκορφισμένο, σα λευκή ψυχή που ανέβηκε να φτάσει το Θεό. Το χωριό του στην πλαγιά και το νεκροταφείο πιο πέρα με τα σκούρα ασάλευτά του κυπαρίσσια. Κοντοστέκεται συλλογισμένο το παιδί.

Είναι ένας μικρός τάφος εκεί πάνω εκεί πάνω πνιγμένος στις δρακοντιές και στ’ αγριομάραθα. Κι από κάτω, μεσ’ το χώμα, κοιμάται η μικρή του ξαδελφούλα, η Λευτερίτσα. Πώς μπορεί, αλήθεια, να κοιμάται μέσ’ στο χώμα; Και πως γίνεται, Θε μου, να μην υπάρχουν πια κείνα τα μάγουλα τα αγγελικά, κείνα τα μάτια που ‘ταν σαν ζεμπούλια πρωινά; Ακόμα ηχεί στ΄ αφτιά του το γάργαρο γέλιο της σαν να την βλέπει εμπρός του ακόμα να τον κοιτάει κατάματα, να του μιλάει έτσι θαρρετά και ξέγνοιαστα, που να τον κάνει να ντρέπεται, να στέκεται σαν άπραγος και σα χαζός μπροστά της κι ας την περνούσε δύο χρόνια. Τη θυμάται σαν πρωτόρθε στο χωριό με τη μάνα της, φεύγοντας από της πόλης την ανέχεια· τέτοια εποχή ακριβώς πριν ένα χρόνο, τέτοια εποχή, που μέστωναν τα στάχυα, ήρθε απ’ την πόλη, όπως τόσος κοσμάκης, που παίρνει σβάρνα τα χωράφια και τα χωριά, κουβαλώντας πράματα που δεν μασσιούνται, ρούχα κι έπιπλα, να βρει μ’ αυτά βοσκή να φάει― κοσμάκης που παίρνει μπάλα τα χωριά σαν τα μαντρωμένα γίδια, όταν τ’ αμολάνε ξάφνου σε λιβάδι. Ήρθαν μάνα και κόρη κ’ έμειναν στο φτωχικό τους·  και το φτωχόσπιτο της Χαράκαινας πλούτισε από χαρά κι από γλυκιές έγνοιες. Δούλευαν όλοι στα χωράφια και στους κήπους, θέριζαν οι γυναίκες, κουβαλούσαν τα παιδιά στο μύλο το κριθάρι και το στάρι, τρώγανε φρέσκο, αχνιστό το άγιο ψωμί, με στόμα λαίμαργο, με μάτια σπιθοβόλα, τρώγαν ο ένας τη χαρά του αλλουνού, χόρταιναν γέλιο και παιγνίδι.

Τι ευτυχισμένος που ήταν να ’χει μια τέτοια συντροφιά, μιαν αδερφούλα τόσο γλυκιά και όμορφη να ’χει. Τώρα δεν νιώθει πια ερημιά, σκουντιές και ορφάνια― γιατί κι οι δυο ήταν ορφανοί. Τώρα δεν ήταν μόνος του, δεν ήταν ορφανός. Μαζί της γνώρισε τα κατατόπια του χωριού του. Τα χωράφια, οι ρεματιές, τα δέντρα, οι λόφοι πήραν μαζί της άλλην όψη. Ακόμα και τα μίζερα όλα ομόρφαιναν μαζί της, σαν να τ’ άγγιζε μιας μάγισσας η βέργα. Κοντά της έμαθε σκοπούς καινούργιους κι άγνωστα στιχάκια… Σ’ αυτήν την καρυδιά εκεί πέρα, μη δεν πέρασαν ώρες πετροβολώντας τα κλαδιά να ρίξουν τα μεστά καρύδια; Μη δεν είχε στο κεφάλι ένα σημάδι από μια πετριά της Λευτερίτσας; Να, κει δα, λίγο πιο πάνω από το μέτωπο, σφραγίστηκε η δύναμη της ξαδελφούλας του, κι ίσως αυτό θε να ’ναι η αιτία που δεν την βγάζει από το νου του. Πόνεσε τότε, μα δεν έκλαψε. Και κείνη τον κανάκευε να μην πονάει. Ακόμη νιώθει στο μελίγγι του τη ζέστα από το στήθος της, τα μπράτσα της, στεφάνι γύρω στο κεφάλι του. Στέκεται η καρυδιά ασάλευτη κι αμίλητη εκεί πέρα, μα κείνη έφυγε, Θε μου, για πάντα σαν αέρας, σαν κατάχνια πρωινή για πάντα, διαλύθηκε σαν όνειρο…

Δάκρυα τινάζονταν από τα μάτια του παιδιού, καθώς κοιτάζει απάνω στα σκοτεινά σύδεντρα του νεκροταφείου. Εκεί, μια ανταριασμένη μέρα του φθινοπώρου, την πήγαν τεντωμένη, κέρινη να τη ρίξουνε στο χώμα. Γιατί γιατρειά δεν βρέθηκε καμιά, δυο μέρες που κράτησε η αρρώστια της, γιατροί δεν βρέθηκαν, φάρμακα δεν υπήρχαν, τίποτα δεν ξέραν να της κάμουν.

Οι άνθρωποι πεθαίνουν εύκολα σήμερα, σκοτώνονται, φεύγουν άλλοι γυμνοί κι άλλοι ξυπόλυτοι και άλλοι πεινασμένοι, γιατί είναι τούτοι οι ξένοι εδώ με τις βαριές αρβύλες με τα φουσκωμένα στήθη και τα σιδερένια τα σουραύλια κάτω απ’ τη μασχάλη, που όλα δικά τους τα ‘χουν πάρει…

― Λευτερίτσα, αδερφούλα μου… μουρμουρίζει ο Σταύρο-Χάρακας. Τα χόρτα σ’ έπνιξαν και σβήσανε τα γράμματα από το σανιδένιο το σταυρό σου. Μα εγώ θα σου φέρω ένα γερό σταυρό, με φρέσκα γράμματα άσβηστα. Η Λαμπρή που μας έρχεται μη σε βρει έτσι καταφρονεμένη. Θα δεις, θα δεις, Λευτερίτσα…

Είχε από μέρες μαστορέψει ένα σταυρό από χοντρά κλωνάρια καρυδιάς, όπως είχε δει κάποτε στης πόλης το νεκροταφείο έναν παρόμοιο, αλλά πέτρινο σταυρό σκαλισμένον, που δεν παράλλαζε από δέντρινο κλωνάρι με τους ρόζους και με τα σκασίματά του. Κι απάνω στον καρυδένιο το σταυρό χάραξε τ’ όνομά της: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» όπως του το ’χε καθαρογράψει σ’ ένα χαρτάκι με την ορθογραφία του ο Σωτήρας, που ’ξερε γράμματα περισσότερα απ’ αυτόν. Και τον είχε κρύψει το σταυρό κάτω στο ρεματάκι, μέσα στις βατομουριές, ώσπου να βρει μια ευκαιρία να πάει να τόνε στήσει.

Δεν είχε ακόμα σφυρίξει μεσημέρι και στο Συνεργείο σταμάτησε άξαφνα η δουλειά. Κάτι το έκτακτο είχε γίνει. Μια ταραχή. Τι να συμβαίνει;… Ήρθε το καμιόνι πριν από την ώρα του και κατέβασε πέρα στις παράγκες το απόσπασμα. Ο λοχίας ο Τζούλιο, ο καραμπινιέρος, που ’ξερε τα ελληνικά σαν Πειραιώτης, ένας γερμανός αξιωματικός και άλλοι τρεις με πολυβόλα παραμάσχαλα. Καλέσανε το Γιάννη, το μηχανοδηγό, άλλους δύο εργάτες, και ζητούσαν το Σωτήρα.

― Σωτήριος Λεονταρίδης… Που είναι ο Σωτήρας;

― Μη δα ξέρω; Λέει ο Κωνσταντάρας.

Ο Γκόνος ο επιστάτης ήτανε σαστισμένος.

― Κοντά σου δε δούλευε, μωρέ;

― Ναι, μα δεν κατάλαβα. Μπορεί να πήγε προς νερού του ο άνθρωπος… ξέρω γω;

Ψάξαν, φωνάξαν, άφαντος ο Σωτήρας.

― Τα πράματα είναι μπερδεμένα. Πρόσεξε, μπόση… λέει στο Γκόνο ο καραμπινιέρος. Ποιο ήτανε κείνο το παιδί, που πέρασε απ’ εδώ πρωτύτερα;

― Ένα παλιόπαιδο, καμαράντ. Δούλευε δω νερουλάς, μα το ’διωξα από μέρες τώρα. Παλαβό σου λέω.

Ο λοχίας κάτι μιλάει με τον αξιωματικό, που πίνει τσίπουρο με σατζίκι για μεζέ.

― Να βρεθεί αυτός ο Σωτήρας και το παιδί που το λες παλαβό. Αλλιώτικα άσχημα την έχετε και συ κι ο εργολάβος… λέει ο Τζούλιο.

Ο Γκόνος βάζει και βγάζει τα γυαλιά του τρομαγμένος. Χτυπάει τις τσέπες του, στριφογυρίζει.

― Ανάθεμα το γονιό τους! Θα με κάψουν δίχως λάδι.

Ο αξιωματικός πίνει μια γουλιά, κρατάει ένα τίναγμα του λόξυγκα και κάνει μιαν ερώτηση. Ο Γιάννης ο μηχανοδηγός στέκεται όρθιος μπροστά του με τα χοντρά του λερωμένα αδέξια κρεμασμένα…

Η ώρα περνάει, δεν βγαίνει τίποτε. Το απόσπασμα φεύγει, οι άλλοι πέφτουν πάλι στη δουλειά. Ο Γκόνος γκρινιάζει ολοένα.

― Ανάθεμα το γονιό σας, μεγαλοβδομαδιάτικα, μου το διαλύσατε. Κι έχω ορισμένη προθεσμία να παραδώσω τη δουλειά.

Την Τρίτη πάλι περνάει το καμιόνι, μα δε στέκεται, δεν κατεβαίνουν. Ο Τζούλιο ρωτάει από πάνω το Γκόνο, αν φάνηκε ο Σταύρος Ιακώβου Χάρακας.

― Που να φανεί, καμαράντ… Με την τρέλα βρίσκεις λογαριασμό;

Κάλεσαν πάλι το Γιάννη το μηχανοδηγό για τη Διοίκηση. Εκείνος διαμαρτύρεται.

― Αυτά θα ’χουμε τώρα; Τι με θέλουν εμένα; Κάθε λίγο και λιγάκι― άψε-σβήσε― χασομέρια. Και μου θέλουν τη Μεγάλη Πέμπτη παράδοση ολόκληρα χιλιόμετρα!

Παρακαλάει και ο Γκόνος. Η δουλειά είναι βιαστική, τους κόβουνται τα χέρια, άμα σταματήσει η μηχανή. Δεν έχουν άλλον οδηγό.

― Καλά, καλά…

Φεύγουν. Δεν έχουν τώρα καιρό. Θα ξανάρθουν αύριο.

Πέμπτη, πρωί-πρωί, είναι θρονιασμένο το απόσπασμα, και ενισχυμένο τώρα, πάλι στις παράγκες. Διαβάζουν τον κατάλογο: δώδεκα ονόματα.

Τα πράματα αγρίεψαν. Κάθε κίνηση, κάθε ήχος έχει σταματήσει, μα τα νεύρα είναι τεντωμένα, ανάστατα κ’ είναι οι ψυχές πολύ θορυβημένες.

― Ζαβά την έχουμε σήμερα, λέει ωχρός ο μπάρμπα Νικήτας.

― Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα… κάνει ένα πικραμένο χωρατό ο Διονύσης ο ψηλός.

Αραδιάζονται κι οι δώδεκα φάτσα στην παράγκα στο χαντάκι. Δεν μιλάει κανείς.

Φαίνεται θα ’ναι πολύ νόστιμο, πολύ ευφραντικό το τσίπουρο με σατζίκι για να δείχνει έτσι ευτυχισμένος καθώς το πίνει, ο «Κάπταιν».

«Μπορούμε να καπνίσουμε τσιγάρο». Δίνει εντολή.

Μια μικρή κίνηση στη γραμμή των εργατών. Χέρια ανταλλάζουν τσιγαρόχαρτο, χύμα καπνό για στρίψιμο τσιγάρου.

Κι ο καπνός είναι ένα δυναμωτικό στις δύσκολες στιγμές. Στηλώνει την καρδιά.

Ήρεμος είναι ο κάμπος. Σφυρίζουν οι κορυδαλλοί ψηλά στο γαλανό ουρανό. Πόσο όμορφος είναι ο πρωινός ήλιος, άμα μπορείς κάτω από το χάδι του να περπατάς ξέγνοιαστος και αδέσμευτος μέσ’ στα τριφύλλια.

Κανένας δε μιλάει, κάτι σαν να περιμένουν.

Και να, το δεύτερο καμιόνι φτάνει σε λίγο. Πηδούνε σιδερόφρακτοι ένας, δύο, τρεις… Να, κι ένα κουρελάκι πέφτει, σα σπουργίτι με σπασμένα τα φτερούγια.

― Ά…

Ο Σταύρο-Χάρακας με δεμένα τα χέρια «προσάγεται». Μια ταραχή στη γραμμή των εργατών, καθώς βλέπουν κατάπληκτοι το «τρελό παιδί» να ’χει πάρει ξαφνικά τέτοιαν αξία, να προχωράει έτσι τραγικά όμορφο και σοβαρό.

― Βρε διάβολε, τι έκανες; Πού γυρνούσες; τον ρωτάει σκυφτός ο Γκόνος.

Σηκώνει τα μεγάλα μελαγχολικά του μάτια το αγόρι, με σιγανή φωνή, σβησμένη, παρακαλάει:

― Κυρ Αχιλλέα, πες τους ν’ αφήσουνε. Εμένα τι με θέλουν;

― Α, δεν ξέρω… λέει αμέτοχος εκείνος. Όπως τα κατάφερες, βγάλτα πέρα μόνος σου… Και τινάζει τις παλάμες του, σηκώνοντας τους ώμους.

― Έλα δω πουλάκι μου εσύ… λέει ο Τζούλιο χαμογελώντας. Πού γυρνούσες;

― Η τρέλα στα βουνά δεν πάει… προλαβαίνει ο Γκόνος να γυρίσει το πράμα στο αστείο.

― Τη δουλειά σου εσύ μπόση, λέει ο Τζούλιο αυστηρά. Κι η τραβηγμένη γκριμάτσα του, η θολή ματιά του, δείχνει πως ήτανε κι αυτός πολύ πιωμένος… Λοιπόν πού ήσουν;

― Πουθενά.

― Δεν σε πιστεύω. Κάπου θα ’σουν. Λέγε…

― Ε, τότε ήμουνα… Ξέρω κι εγώ; Παντού ήμουνα.

Ο Τζούλιο γυρίζει έκπληκτος τάχα…

― Βλέπετε, τι έξυπνος τρελός;… Μα «από τρελό και από μικρό θα μάθεις την αλήθεια». Αφού λοιπόν ήσουν παντού, θα ξέρεις και που βρίσκεται ο φίλος σου ο Σωτήρας. Έλα, πουλάκι μου, πες μας…

― Αυτό δεν το ξέρω.

― Με το καλό εσύ δεν θα πεις. Θα κλάψεις πρώτα.

Ο αξιωματικός δίνει εντολή να τόνε ψάξουν…

Ένα κομμάτι κρίθινο ψωμί, μια μαργαρίτα ξεραμένη, δυο ποταμοχάλικα αυγουλάτα, το ’να κόκκινο τ’ άλλο πράσινο, τρία κλωνάρια δεντρολίβανο, ψαρεύονται μεσ’ από τις φαρδιές τσέπες της πατατούκας του κι αραδιάζονται πάνω στο τραπέζι του λοχαγού. Εκείνος περιεργάζεται απορημένος όλα τούτα τα μυστηριώδη πραγματάκια. Πάει να βγάλει ζουμί και συμπέρασμα.

― Τίποτ’ άλλο;…

Α, να. Εδώ στο τσεπάκι του παντελονιού του και κάτι άλλο, πιο σημαντικό, βρίσκει τώρα ο Τζούλιο. Ένα μικρό-μικρό χαρτάκι χιλιοδιπλωμένο, κοψίδι από χαρτί πακέτου. Με προσοχή το ξεδιπλώνει. Δεν είναι μεγαλύτερο απ’ ένα τσιγαρόχαρτο. Διαβάζει δυνατά με τα βλέφαρά του θριαμβευτικά ανοιγμένα: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»…

Κοιτάζουν μ’ ανοιχτό το στόμα σα χαμένοι οι άλλοι εργάτες.

― Μπράβοοο!... Μπραβίσιμος, καμαράντ Σταύρος Χάρακας… κάνει ο Τζούλιο χαμογελώντας.

― Τι είναι αυτό, πουλάκι μου; Δεν θα μας πεις;

― Ένα κορίτσι πεθαμένο… κάνει με σιγανή φωνή.

― Και από τι πέθανε;

― Από σας! απότομα απαντά το παλικάρι.

Ο Τζούλιο γελάει τώρα με την καρδιά του.

― Ώστε, εμείς σας πεθάναμε την Ελευθερία σας!... Είδατε; Δε σας είπα εγώ, ένας σοφός τρελός! Μα εσύ είσαι σπουδαίος παιδί μου.

Κι απότομα παίρνοντας ύφος σοβαρό, γυρνά στο λοχαγό και του εξηγεί. Του δίνει το χαρτί. Εκείνος πετιέται πάνω, σαν τιναγμένος από ελατήριο. Ουρλιάζοντας χτυπάει με το καμτσίκι το παιδί, όπου τύχει. Πέφτουν οι καμτσικιές κούφιες στην πατατούκα, στο κεφάλι σφυριχτές…

«Να γδυθεί και να δεθεί στο δέντρο», διατάζει αφροκοπώντας…

Πως ξεφλουδίζεις ένα πορτοκάλι, χοντρόφλουδο, και δεν μένει παρά σαν ένα καρυδάκι το από μέσα; Έτσι είχε απομείνει το τρυφερό λιγνό κορμάκι του παιδιού. Έλαμψε κάτω απ’ τον ήλιο μελιχρό και κέρινο σαν του βγάλανε τη βαριά του πατατούκα, σαν τραβήχτηκε ως τη μέση του, το κουρελιασμένο, αλατζαδένιο του πουκάμισο.

«Να τον δέσετε στο δέντρο! Όρθιον…»

 Μια δίδυμη ελιά είναι εκεί πέρα που οι δυο κορμοί της βγαίνουν απ’ τη γη λοξοί καμπυλωτοί σε σχήμα «ύψιλον». Δε βολεύεται να τον δέσουνε στον ένα της κορμό. Κι από τους δυο πρέπει.

Και να, όρθιο το κορμί ανάμεσα στην ελιά― τεντωμένα τα χέρια απλώνονται και δένονται στους κορμούς, δεξιά― ζερβά.

Μια παγωμένη μουγγαμάρα σφίγγει των ανθρώπων την καρδιά να βλέπουν θαμπωμένα τούτην την εικόνα. Δεν ήτανε πια αστεία ετούτα, ούτε συνηθισμένα πράματα ήτανε.

Ανατριχιάζουν οι αραδιασμένοι εργάτες, σαν να τους χτύπησε η φτερούγα του θανάτου― ένα ολοζώντανο μυστήριο, μια εικόνα που τρομάζουν και να την συλλογιστούν. Γιατί τα μάτια του παιδιού, όπως βλέπουν πέρα, μοιάζουν σαν να μην είναι από τον κόσμο τούτο. Σημαδεμένο έχει το μέτωπο απ’ τις καμτσικιές και αίμα ζεστό σταζοβολάει από το μεσόφρυδό του και απ’ την κορφή του αφτιού του. Περίτρομοι, ασάλευτοι οι εργάτες τον κοιτούν. Και μόνο μια μικρούλα κίνηση σπάζει δειλά τούτο το θανατερό μαρμάρωμα.

Ο γερο-Νικήτας σηκώνει το δεξί του χέρι να σφουγγίσει ένα δάκρυ που κατρακυλάει προς τα’ ανοιχτό του στόμα, να κάνει ένα μικρό σταυρό στο στήθος του. Του Διονύση έχει σβήσει το τσιγάρο μεσ’ στα δάχτυλα, χωρίς αυτός να νιώσει το κάψιμο…

Ο λοχαγός φωνάζει το λοχία. Του βάζει ρακί στο ποτήρι, τσουγκρίζει μαζί του «πρόζιτ» κι ύστερα του δίνει το καμτσίκι.

Σκουπίζει εκείνος τα χείλη του με την παλάμη, χτυπάει στις μπότες το καμτσίκι και στέκεται αγριωπός μπρος στον μικρό δεσμώτη.

― Λέγε!.. Που είναι ο αμίκος σου ο Σωτήρας;

Καμιά απάντηση.

― Λέγε…

Εκείνος τίποτα. Κοιτάζει πέρα αόριστα σαν να μην ακούει, σαν να μην έχει αισθήσεις.

Δύο καμτσικιές κατάστηθες τόνε τινάζουν δυο φορές και το κεφάλι γέρνει με βουβή οδύνη στο δεξί τον ώμο… Ένα σάλεμα πόνου κυματίζει την αραδαριά των εργατών στου χαντακιού τα χείλη…

Ο λοχαγός κοιτάζει το ρολόι του. Πρέπει να φύγει. Δίνει εντολές να συνεχίσει η ανάκριση. Να κρατηθεί ο Κωνσταντάρας, ο τάδε, ο τάδε― έξη ονόματα για απόψε. Οι άλλοι στη δουλειά τους.

Βάζει το τελευταίο του ποτήρι κι είν’ έτοιμος να φύγει.

Μα να, κάτι φωνές τον σταματούν. Γυρίζουν όλοι τα κεφάλια.

Πέρα απ’ τον άσπρο δρόμο μια γυναίκα έρχεται. Ντυμένη μέσ’ στα μαύρα, τρέχει σχεδόν, σουρομαδώντας, σκούζοντας, έρχεται βιαστική. Είναι η μάνα. Η μαύρη μάνα του Σταυράκη.

Δε λογαριάζει αυτή κανένα. Τίποτ’ άλλο δεν βλέπει απ’ τη λαχτάρα του παιδιού της. Φόβο δεν έχει αυτή. Δρασκελάει ανάμεσα στους άνδρες, μεγάλη κι ακατάλυτη. Ξαναμμένη κι αλλόφρενη, με μάγουλα πνιγμένα στον ιδρώτα και στα δάκρυα τ’ αλμυρά σηκώνει ψηλά τα χέρια.

― Αδικητάδες!... κράζει. Το παιδί μου! Σαν τον αφέντη το Χριστό μου το σταυρώσατε… Το παιδί μου…

Πέφτει στα πόδια του μικρού μάρτυρα, σφίγγει στην αγκαλιά της τις λιγνές του γάμπες με το κεφάλι γυρισμένο κατά τον ανθό του, με το μάτι ψάχνει να βρει τη ματιά του σπλάχνου της, που τώρα έχει το κεφάλι κρεμασμένο σαν πουλιού, βουλιαγμένο μέσ’ στο στήθος.

Της μάνας ο πνιχτός θρήνος βαραίνει τον αέρα ένα γύρω, απάνω απ’ τα κεφάλια εχθρών και φιλών τρικυμίζει ο πνιγμένος θρήνος. Κι η άγρια ζόρη του βασανιστή λυγάει, ξεφτίζει. Να τος, σα μεθυσμένος, ντροπιασμένος, ταλαντεύεται ο Τζούλιο. Κι ο λοχαγός κοιτώντας πάλι το ρολόι του, βλαστημώντας παίρνει δρόμο τινάζοντας πάνω απ’ τον ώμο την παλάμη του.

Σούρουπο, κοντόβραδο. Τ’ ανάρια λίγα σύννεφα αργοταξιδεύουνε στο γκρίζον ουρανό κι είναι σαν μπρούτζινα κ’ είναι κόκκινα πολύ απ’ τις στερνές ανταύγειες του ήλιου πόχει δύσει.

Η θεια Καλή κι η Ελπινίκη η ανεψιά της και η Λευκή μια συγχωριανή τους, κάθονται περίφοβες στου μονοπατιού την άκρη και κάπου κάπου σηκώνονται να ιδούν κάτω στη δημοσιά, να ιδούνε πέρασαν; Οι… «ανάθεμα τους», φύγαν δε φύγαν;… Όλη μέρα αλωνίζανε τους δρόμους, τα χωριά και πιάνανε στην τύχη και ξετάζαν τον καθένα κι αλλιά όπου πάρει η «ώρα η κακή». Είχε βγάλει διαταγή ο Διοικητής, κανένας ανεξέταστος να μην κυκλοφορήσει, κανένας έξω απ’ το σπίτι του να μη σαλέψει, μόλις δύσει ο ήλιος. Γιατί πρωί-πρωί με τα γλυκοχαράματα είχαν έρθει σαν άγγελοι ουρανοκατέβατοι τ’ ατσάλινα πουλιά κι είχανε κάνει στάχτη του διαβόλου τη σοδειά κάτω στο λιμάνι. Σήμερα ως το μεσημέρι φλέγονταν οι γερμανικές αποθήκες της βενζίνας, οι βρόντοι τράνταζαν τη γη κι οι τούφες του καπνού μπουκώναν τον ορίζοντα.

― Υπομονή κοπέλες μου… λέει η θεια Καλή. Όπου να ’ναι η άσπρη μέρα δε θ’ αργήσει, όπου να ’ναι θα ’ρθουν οι δικοί μας.

― Πες μας, θειά Καλή― κάνει η Λευκή― κι αυτοί που ’ναι πιασμένοι, τι θ’ απογίνουν; Μην τους σκοτώσουν τρέμω. Κι είναι πιασμένος ο Δημήτρης ο αρραβωνιαστικός μου. Παναγιά μου, τι θα γίνει;

― Θα γλυτώσουν όλοι. Να, χθες δεν τόλμησαν να τους χτυπήσουν. Τι θαρρείς, ψυχή έχουν κι αυτοί, φοβούνται τώρα. Δεν τους είδες πως είναι τρομαγμένοι, κίτρινοι;

― Αλήθεια; Τι απέγινε, θειά Καλή, ο Σταύρος της Χαράκαινας;…

― Τον πήρε η μάνα του, τον γλίτωσε. Μα αυτός έφυγε πάλι, χάθηκε, λέει. Κ’ η μαύρη τον ψάχνει πάλι, κλαίει και δέρνεται. Ποιος ξέρει τι απόγινε; Κι ακούστε, βρε κορίτσια μου, ένα πράμα παράξενο. Θεού χτύπημα, Θεού σημάδι είναι τούτο; Τον είδανε, λέει, χθες βράδυ, ν’ ανηφορίζει στην πλαγιά προς το νεκροταφείο μ’ ένα σταυρό στον ώμο!

― Α…

― Ναι, ναι, μ’ ένα σταυρό στον ώμο. Κι ούτε κανένας τόλμησε να πάει να ιδεί, να τον περιμαζέψει. Σημαδιακό πράγμα τέτοιες μέρες, Θεέ μου…

Σταυροκοπιέται η γυναίκα και οι κοπέλες το ίδιο…

Κι άξαφνα στηλαφτιάζονται.

―Άκου, άκου!...

Κι αληθινά. Ο βόγκος στον ουρανό από πάνω τους δυναμώνει κι ακούγεται σε λίγο το πρώτο τράνταγμα κάτω στο λιμάνι.

Ναι, βομβαρδίζουν πάλι. Σφίγγονται οι γυναίκες μεταξύ τους, αγκαλιάζονται με αισθήματα ανάμικτα τρομάρας και χαράς. Στον σκούρον ουρανό σκάζουν κατά γραμμής οι κόκκινες εκρήξεις κ’ οι βρόντοι υπόκωφοι, απανωτοί πυκνώνουν κάτω στο λιμάνι. Κοντανασαίνουν οι γυναίκες και μεσ’ στα στήθη τους χτυπάνε με τα απόηχα των εκρήξεων οι καρδιές στους. Και να, στην ώρα τούτη απάνω, κάτι που δεν το πρόσμεναν, κάτι που τους φέρνει ανατριχίλα ξαφνική.

― Γυναίκες, μη φοβάστε… (μια φωνή από πάνω τους).

Τινάζονται μ’ ένα ξεφωνητό, γυρνούν να δούνε. «Μνήσθητί μου, Κύριε!». Φάντασμα είναι; Ξωτικό άλλου κόσμου; Όχι, όχι… Ο Σταυράκης είν’ αποπάνω τους, γαλήνιος, γελαστός― είναι κει ολοζώντανος, μεγάλος, μεσ’ στο φόντο του ουρανού, που αστραποβολάει από τις φλόγες των εκρήξεων.

― Μη φοβάστε… ξαναλέει. Χριστός Ανέστη. Όπου να ‘ναι τέλεψαν τα βάσανά μας.

Τα χάνουν οι γυναίκες μια στιγμή, θαμπώνονται. «Φόβος κ’ έκσταση» τις κατέχει, μα συνέρχονται, γελούν και κλαίνε, πέφτουν στα γόνατα, τον αγκαλιάζουνε, τον παίρνουνε μαζί τους.

― Ζεις; Ζεις;

― Πού γυρνούσες, βρε παλιόπαιδο… τόνε μαλώνει η θειά Καλή και τον πασπατεύει με τα δάχτυλα.

― Έκαμα εκείνο πόπρεπε να κάμω. Χριστός Ανέστη!... ξαναλέει κ’ είναι σαν αλλοπαρμένος.

― Αληθώς Ανέστη, αγόρι μου…

Και τον φιλούν και τον φιλούν απανωτά και κλαίνε και κλαίνε από χαρά, σαν να ’ταν ο ίδιος ο Χριστός αναστημένος.

 

 

 


[1] Πανιότες: κουραμάνες του ιταλικού στρατού (pane = ψωμί)