Ιωάννης Μ. Παναγιωτόπουλος

 

Ο Ιωάννης Μ. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στα 1901 στο Αιτωλικό. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1923 υπηρέτησε στη Μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει:

§  Ποιητικές συλλογές: «Το βιβλίο της Μιράντας», 1924, «Λυρικά σχέδια», 1933, «Αλκυόνη», 1950, «Ο κύκλος των ζωδίων», 1952.

§  Πεζά: «Χανς κι άλλα πεζά», 1925, «Χειρόγραφα της μοναξιάς», λυρικά πεζογραφήματα, 1943, «Οι δυο κι η νύχτα», μυθιστόρημα, 1944 «Αστροφεγγιά», μυθιστόρημα, 1945, «Χαμοζωή», χρονικό του παλιού καιρού, 1945, «Αιχμάλωτοι», μυθιστόρημα, 1951, «Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά», πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος, 1956, «Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια», διηγήματα, 1957, «Ανθρώπινη δίψα», διηγήματα, 1960.

§  Κριτικά: «Το ποιητικό έργο του Κ. Παλαμά», ομιλία, 1921, «Τα πρόσωπα και τα κείμενα»: Α’ Δρόμοι παράλληλοι, 1943, Β’ Ανήσυχα χρόνια (η νεοελληνική πεζογραφία του μεσοπόλεμου), 1943, Γ’ Κωστής Παλαμάς, Κρατικό – Έπαθλο Παλαμά, 1944, Δ’ Κ. Π. Καβάφης, 1946, Ε’ Ο λυρικός λόγος, 1949, Στ’ Τα ελληνικά και τα ξένα, 1956.

§  Δοκίμια: «Ομιλίες της γυμνής ψυχής», 1946, «Ο στοχασμός και ο λόγος», 1954.

§  Ταξίδια: «Μορφές της ελληνικής γης», 1937, «Ελληνικοί ορίζοντες», α’ έκδοση 1940, β’ έκδοση συμπληρωμένη 1959, «Σκαραβαίος ο ιερός, η Αίγυπτος», 1950, «Ευρώπη – δώδεκα κεφάλαια λυρικής γεωγραφίας», 1953, «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», ομιλία, 1953, «Πολιτείες της Ανατολής», 1954, «Ο κόσμος της Κίνας και μια ματιά στη Ρωσία», 1961, «Η Κύπρος», 1961, «Η Αφρική αφυπνίζεται», 1963. «Στοιχεία ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας», α’ έκδοση 1936, β’ έκδοση βελτιωμένη 1938.

 

Πέθανε το 1982.

 

 

ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ

 

Μια ιστορία και τούτη – από τον πόλεμο που άρχισε στα σαράντα, μέσα στο χειμώνα, μέσα στο χιόνι. Απάνου στην Πίνδο, το μεγάλο βουνό, και στ’ άλλα βουνά, ίσαμε τ’ άξενα σπλάχνα της Αρβανιτιάς. Με καρδιά και με πίστη τον πολέμησε τούτον τον πόλεμο ο λαός. Στο τέλος, τον έχασε. Κι άρχισε η τραγωδία, που έχει τ’ όνομα «Κατοχή». Η πείνα, ο θάνατος της κάθε στιγμής. Ο καταδιωγμός, ο αφανισμός, το κυνήγι του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Κι ανάμεσα στ’ άλλα, να μη μείνει σε τούτη την πλάση – και στο δικό μας τον τόπο Οβριός ζωντανός. Τους ξεσπίτωναν, τους ανέβαζαν στα καμιόνια, τους έστελναν μακριά, κανένας δεν ήξερε πια, αν ζουν, αν πεθαίνουν. Και το βέβαιο ήταν πως πέθαιναν. Κι έλαχε, μια φορά, ώρα περασμένη, σε μικρή πολιτεία ελληνική, ένας γείτονας, Ίνο τον έλεγαν, Οβριός, να χτυπήσει την πόρτα χήρας γυναίκας, της Μαρουδιάς και να ζητήσει καταφυγή.

- Άνοιξε, της είπε, για μια νύχτα μονάχα, κι αύριο χαράματα φεύγω.

Άνοιξε την πόρτα, είδε τον άνθρωπο η Μαρουδιά να τρέμει από νύχια σε κορφή, τα δόντια του να χτυπούν καθώς μοναχικού στρατοκόπου στο καταχείμωνο.

Μπήκε ο Ίνο, έκλεισε πίσω του την πόρτα, σωριάστηκε, άδειο σακούλι, στην αντρομίδα.

- Αφήσαμε τα σπίτια μας, τ’ αγαθά μας, μηδέ λαγούμια να σκάψουμε δεν προφταίνουμε να χαθούμε από το πρόσωπο της γης.

Ήταν ήσυχος γείτονας ο Ίνο, κακό ανθρώπου δεν είχε κάμει.

Ήρθε κι ο γιος, ο Λευτέρης, δεκάξι χρονώ, δεν ήξερε τι να πράξει η Μαρουδιά.

- Μάνα, της είπε, ο τόπος ολόγυρα γέμισε παγάνες, δε θ’ αφήσουν Οβριό για Οβριό.

Ο Ίνο καθόταν στην αντρομίδα, τους κοίταζε καθώς το δαρμένο σκυλί.

- Καλά, τους είπε, ας φεύγω!

Και δε σάλευε, μόνο τους κοίταζε με τόσο φόβο, με τόση θλίψη, που ανθρώπου καρδιά τη ματιά του να την αντικρίσει δεν το μπορούσε. Έρημος και μόνος ήταν ο Ίνο και φτωχοζούσε από λιγοστή πραμάτεια και να που τώρα θα έπρεπε να πάει στο καλό του, μέσα στη νύχτα, να πέσει στα χέρια της παγάνας.

- Μάνα, είπε ο γιος, ο Λευτέρης, δε βαστάει η καρδιά μου να τον αφήσω. Δος του να φάει, δος του να πιει, ρίξε και στη σοφίτα ένα στρωμάτσο.

Έφερε την τάβλα η μάνα, την έβαλε καταμεσής, έκοψε το ψωμί, έφερε και μια γαβάθα μ’ ελιές κι ένα κομμάτι τυρί, κάθισαν σταυροπόδι κι οι τρεις ολογύρα. Κι η νύχτα να βαθαίνει συλλογισμένη. Έρημοι δρόμοι, να μη ακούγεται φωνή, να μην ακούγεται τίποτα. Απόφαγαν, ήπιαν κι ένα ποτήρι κρασί, να στυλωθούν, ανέβασαν το στρωμάτσο στη σοφίτα, ξάπλωσε ο Ίνος, έσβησαν και τη λάμπα και κάθισαν όλοι, μέσα στο σκοτάδι, με τα μάτια ολάνοιχτα, να βολοδέρνουν με το ’να με τ’ άλλο. Όπου, περασμένα μεσάνυχτα, πάταγος πολύς σιμώνει στην πόρτα. Ήταν η παγάνα – και το καμιόνι. Άρχισαν να φωνάζουν και να χτυπούν, να σπάσουν την πόρτα. Σηκώνεται η Μαρουδιά, τι να κάμει; ανοίγει, σηκώνεται κι ο Λευτέρης. Ο Ρωμιός, ο σπιούνος, σπορά του διαβόλου, προβαίνει πρώτος. Τον ακολουθούν δυο στρατιώτες με το πιστόλι στο χέρι.

- Μαζώνουμε τους Οβριούς, να ξεβρομίσει ο τόπος! Αν ήρθε κανένας εδώ, να ζητήσει βοήθεια, να μας το πείτε. Δεν έχετε να πάθετε τίποτα!

Κοίταζαν μέσα ξεσκαλίζοντας τη Μαρουδιά, το Λευτέρη, τα πάντα.

- Τι λέτε, χριστιανοί μου, παλαβώσαμε μαθές να βάλουμε την πανούκλα στο σπίτι; αποκρίθηκε η Μαρουδιά θαρρετά;

Ο σπιούνος κοίταξε το Λευτέρη:

- Ώστε δεν υπάρχει εδώ Οβριός; Καλά, θα το ιδούμε. Κι άρχισε να γυροφέρνει τη ματιά στην κάμαρη, καθώς το σκυλί που οσμίζεται κυνήγι. Οι στρατιώτες τον παρακολουθούσαν με το πιστόλι στο χέρι. Άνοιξε την πόρτα του μαγεριού, γύρισε πίσω. Βρίσκει το παραπορτάκι στο βάθος.

- Κι εκεί πέρα, τι είναι;

- Η αποθήκη, αποκρίνεται η Μαρουδιά, κι ήταν η καρδιά της να σπάσει. «Χριστέ μου, βόηθα με!» παρακαλούσε από μέσα της, «βόηθα με να σταθώ, να ξετελέψω τούτο το πράμα!».

- Η αποθήκη!

Κι έκαμε ένα βήμα μπροστά. Όπου εκείνη τη στιγμή, τη δύσκολη, ο Λευτέρης τρελαίνεται. Απλώνει τα χέρια να τον εμποδίσει.

- Πίσω! του φωνάζει. Μάνα δε σε γέννησε σένα; Σπλάχνος δεν έχεις για το συντοπίτη, το γείτονα;

Οι στρατιώτες κοιτάζουν. Κι ανοίγει ξαφνικά το παραπορτάκι και στο κατώφλι, σαν από άλλους κόσμους φερμένος, όρθιος, ασάλευτος, ήσυχος, με τα μάτια χαμένα, με τα χείλη αποφασισμένα για ζωή και για θάνατο, τυλιγμένο στο βρόμικο μποξαδάκι του, παρουσιάζεται ο Ίνο. Οι στρατιώτες κατεβάζουν τα πιστόλια, χαμογελούν ευχαριστημένοι.

- Πάμε! μουρμουρίζει ο Ίνο – μόλις που ακούγεται.

- Έλα και συ! φωνάζει ο σπιούνος στο Λευτέρη.

Η Μαρουδιά δεν ξέρει πια τίποτα, δεν καταλαβαίνει πια τίποτα.

- Έλα και συ! φωνάζει ο σπιούνος και πάλι. Φωνάζουν οργισμένοι κι οι στρατιώτες και προβαίνουν στη μέση της κάμαρας και τον αρπάζουν τον Ίνο και τον αρπάζουν και το Λευτέρη, μισόγυμνο, αλαλιασμένο, και τους φορτώνουν στο καμιόνι και φεύγουν.

 

Η Μαρουδιά είναι πεσμένη κατάχαμα. Μαζώνονται οι γειτόνοι. Η νύχτα είναι κρύα, ουδέτερη, μια νύχτα χωρίς συμπόνια. Κι όσο μαζώνονται οι γειτόνοι, τόσο πιο άδειο, πιο μοναξιασμένο γίνεται το σπίτι. Κανένας άλλος δεν υπάρχει εκεί παρά η οργάνια της γυναίκας, που έχει χάσει τον άντρα από κακή αρρώστια, που χάνει τώρα και το μοναχογιό.

- Μην κάνεις έτσι, κυρά μου, όπου και να ’ναι το παιδί θα γυρίσει. Αφού τον έπιασαν τον Οβριό, ξεθύμαναν πια, το παιδί θα τ’ αφήσουν.

Με τούτα πάσκιζε να την παρηγορήσει ο γείτονας ο τσαγκάρης. Η Μαρουδιά στύλωνε τη ματιά πότε δω, πότε κει και μήτε που έδειχνε, αν άκουγε τίποτα. Και τι ν’ ακούσει; Τι την ένοιαζε, τι φλυαρούσε ο ένας κι ο άλλος, αφού ο Λευτέρης δεν έλεγε να φανεί; Έτσι την πέρασε κείνη τη νύχτα, κατάχαμα, βουβή, ασάλευτη, μήτε νερού σταλαματιά να μη βάλει στο στόμα της, ανάμεσα στις γειτόνισσες, δυο τρεις, που είχαν απομείνει ίσαμε το τέλος σιμά της, να παραστέκουν στον πόνο της και να σιγοθρηνούν και κείνες. Κι έπεσε μέσα στην κάμαρη το ψυχρό φως της αυγής κι η μέρα προχώρησε και το πήρε απόφαση η Μαρουδιά να πάει να προσπέσει όπου μπορέσει, για να της δώσουν πίσω το γιο. Έμαθε, πως όσους συμμαζώνουν τους βάζουν στα σύρματα, έξω από τη μικρή πολιτεία, για μια νύχτα, για δυο, καμιά φορά και για βδομάδα ολάκερη, κι ύστερα τους φορτώνουν και πάλι στα καμιόνια και τους πάνε στα ξένα, να δουλεύουν, μ’ ένα κομμάτι ψωμί, με μια κούπα νερό, σκλάβοι αλευτέρωτοι να δουλεύουν.

Σηκώθηκε, πήρε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και τυρί κι ένα σακάκι, έφυγε μισόγυμνο το παιδί, τα ’χωσε σ’ ένα ταγάρι, περπάτησε ώρα πολλή, έφτασε σε σκοπιά αρματωμένη, να την αντικρίζεις και να σου πιάνεται η ψυχή. Στρατιώτης αλύγιστος, καθώς χυμένος στο σίδερο, κι αγέλαστος κι αμίλητος, φρουρούσε εκεί. Άρχιζαν τα σύρματα. Μεγάλος τόπος άδειος, μηδέ χορτάρι να μη φυτρώνει, κι άλλα σύρματα ύστερα κι ολόγυρα σκοπιές κι ένα σωρό στρατιώτες, χτισμένοι και τούτοι στο σίδερο, και μια παράγκα στο βάθος, ολόισια, μακρόστενη και κάπου να μαυρίζει λαός, ανθρωποσύναξη. Τη γλώσσα δεν ήξερε να πει στο φρουρό το ζήτημά της. Και μήτε κείνος, απ’ όσα κι αν του ’λεγε στη δική της τη γλώσσα, θα καταλάβαινε τίποτα. Συμμάζωξε λοιπόν τη δύναμη στα μάτια της και σύρθηκε χάμου και του άγγιξε τα πόδια παρακαλεστικά και θέλησε με νοήματα να του δώσει να νιώσει πως έχασε το γιο της και τον γυρεύει. Έμεινε ώρα πολλή πεσμένη στην κρύα τη γης με την καρδιά γεμάτη αναφιλητά κι ο στρατιώτης να κοιτάζει μπροστά, να μη λέει να λυγίσει, μονάχα να ξεστομίσει βαριές κουβέντες, μπορεί και βρισιές. Η Μαρουδιά ήταν ολότελα χαμένη. Ώσπου να και φανερώνεται ο σπιούνος, λες και τον ξέβρασε η Κόλαση. Έρχεται χαμογελαστός, καλοντυμένος, καλοφαγωμένος.

- Τι θέλεις εσύ εκεί πέρα; φωνάζει. Σηκώνεται η γυναίκα, πηγαίνει σιμά του· αυτός είναι συντοπίτης, είναι δικός της, να του μιλήσει, να του κλαφτεί, να νιώσει τον πόνο της.

- Μην κάνεις έτσι, κυρά μου, της αποκρίνεται ο σπιούνος. Εμείς ξεκαθαρίζουμε τον τόπο από τη χολέρα τους Οβριούς.

- Εμείς δεν είμαστε Οβριοί, αφέντη μου, δικοί σας είμαστε, Χριστιανοί. Τι το θέλετε το παιδί το Λευτέρη;

- Και ποιο είναι το παιδί; λέει ο σπιούνος.

- Ο Λευτέρης είναι το παιδί. Δεν το πήρατε από το σπίτι τη νύχτα μαζί με τον Ίνο τον Οβριό;

- Διακόσιους μαζέψαμε τη νύχτα και θες, κυρά μου, να θυμάμαι;

Και χαμογέλασε του φρουρού κι ήταν πολύ ευχαριστημένος ο σπιούνος.

- Καλά, το παιδί δεν το θυμάσαι, τον Ίνο τον Οβριό δεν τον θυμάσαι; Τον γυρεύατε από σπίτι σε σπίτι.

- Και συ τον έκρυβες, ε; Δίνε του τώρα, μη σε πιάσουν και σένα, αποκρίνεται θυμωμένος ο σπιούνος.

- Να με πιάσουν, χίλιες φορές να με πιάσουν, πες μου, πού να το πω, για να με πιάσουν, να πάω σιμά στο παιδί το Λευτέρη. Σκύλας γέννημα, μάνα δεν ξέρεις τι θα πει;

Κι έπεσε χάμου και χτυπιόταν. Ο σπιούνος, αντί να θυμώσει πιο πολύ, έδειξε πως τη συμπονούσε τη Μαρουδιά.

- Έλα, πάμε, της είπε.

Άρχισαν να γυροφέρνουν το σύρμα. Έλιωναν τα πόδια της Μαρουδιάς. Ο σπιούνος περπατούσε με το κεφάλι ψηλά, καλοντυμένος, καλοφαγωμένος. Δούλευε για την καινούρια τάξη του κόσμου. Στο δρόμο της έλεγε:

- Οι Οβριοί είναι το σαράκι, που μας ροκάνισε τόσα χρόνια. Καταραμένοι από το Χριστό, που τον σταύρωσαν. Αντίχριστοι, σπορά του διαόλου. Οι Οβριοί είναι σκύλας γεννήματα, όχι εγώ, που πασκίζω για το σωστό, και το δίκιο. Κι άλλη φορά, κυρά μου, να τη συμμαζώνεις τη γλώσσα σου, μη σου λάχει συμφορά μεγαλύτερη.

- Μάνα πονεμένη είμαι, παιδί μου. Αν είπα κι ένα λόγο παραπανίσιο, συχώρα με. Είσαι παντρεμένος, γιε μου, έχεις παιδιά;

Ο σπιούνος κοίταζε πέρα.

- Αν έχεις παιδιά, τον ξέρεις τον πόνο τους.

Ο σπιούνος και πάλι δε μιλούσε. Πέρασαν κι άλλη σκοπιά, ύστερα άλλη. Έφτασαν σε μια πόρτα μεγάλη, με πολλούς στρατιώτες. Ο σπιούνος είπε:

- Στάσου παράμερα. Περίμενε, θα ’ρθω.

Βρήκε κάπου μια πέτρα, η μέρα ήταν μελαγχολική, κάθισε ν’ ανασάνει και να προσμένει. Οι ώρες περνούσαν, ο σπιούνος δεν έλεγε να φανεί. Η γυναίκα άρχισε ν’ απελπίζεται. Ήταν και νηστική, μήτε νερό δεν είχε βάλει στο στόμα της, ο κόσμος ήταν μια σφεντόνα που γύριζε, γύριζε, κάπου να πέσει, να γίνει κομμάτια και κείνη μαζί του. Τέλος, κάποιος της έγνεψε. Μέσ’ απ’ το σύρμα. Είδε το σπιούνο, σε μεγάλη απόσταση. Συμμάζωξε τη δύναμή της, πήγε σιμά. Ο σπιούνος από μέσα, η Μαρουδιά απόξω.

- Κιντυνεύω το κεφάλι μου, της είπε. Πώς τον λένε το γιο σου;

- Λευτέρη τον λένε, Λευτέρη Γιαννακά.

- Καλά, περίμενε.

Περίμενε και περίμενε. Χιλιάδες χρόνια. Τέλος, έρχεται ο σπιούνος, με το παιδί. Μισόγυμνο, αλαλιασμένο, καθώς το πήραν τη νύχτα.

- Γιε μου, του φωνάζει. Λευτέρη μου, σπλάχνο μου.

Το παιδί το παίρνουν τα κλάματα.

- Μην κάνετε έτσι, λέει ο σπιούνος. Εδώ συμμαζώνουν τους Οβριούς. Το απομεσήμερο θα πάει στην ανάκριση. Το βράδυ θα ’ναι στο σπίτι.

- Το βράδυ θα ’μαι στο σπίτι, λέει ο Λευτέρης. Έτσι καθώς το είχε ακουστά να λέει ο σπιούνος. Άνοιξε η Μαρουδιά το ταγάρι, να περάσει μέσ’ απ’ το σύρμα το ψωμί, το τυρί, το σακάκι, είχαν μελανιάσει τα χέρια, τα χείλη του Λευτέρη από την ψύχρα, δεν μπόρεσε τίποτα.

- Άφησέ τα, από το σύρμα δε γίνεται, θα ’ρθω να τα πάρω και του τα δίνω. Έλα τώρα, Λευτέρη, πήγαινε μαζί με τους άλλους. Το βράδυ θα ’σαι στο σπίτι, είπε ο σπιούνος και το χτύπησε στον ώμο φιλικά το παιδί.

- Άμποτε να δώσει ο Θεός, αποκρίθηκε η Μαρουδιά και στο πρόσωπό της άστραψε, για λίγο, μαλακό φως.

- Γεια σου, μάνα, λέει το παιδί. Και στύλωσε τα μάτια του σ’ εκείνο το φως. Ύστερα, έστριψε τη ράχη και χάθηκε στο μάκρος, σιγά σιγά. Η μάνα, χωρίς να νιώσει γιατί, χωρίς να ξέρει γιατί, στάθηκε ώρα πολλή να το κοιτάζει, να κοιτάζει τη ράχη του, που σβηνόταν στο μάκρος. Ήρθε ο σπιούνος, πήρε το ταγάρι, «άντε λοιπόν στο καλό σου, κυρα-Μαρουδιά, ο Λευτέρης το βράδυ θα ’ναι στο σπίτι.» Έφυγε η κυρα-Μαρουδιά, πήγε στο σπίτι, έσφαξε ένα κοτόπουλο, έστρωσε το τραπέζι, έβαλε κι ένα μπουκάλι κρασί, ας ήταν πια ως εδώ το κακό, δίκιο είχε ο άνθρωπος, τους Οβριούς συμμάζωναν, ας παν στα κομμάτια, μόνο να τον αφήσουν γρήγορα το Λευτέρη, ο καιρός γέρνει στη βροχή, μη λάχει και τον πετύχει στο δρόμο. Ήρθαν κι οι γειτόνισσες, να προσμένουν κι εκείνες. Έπιασε να νυχτώνει, άνοιγε την πόρτα η Μαρουδιά, κοίταζε πέρα, ησυχία δεν είχε.

- Αύριο πρωί πρωί θα ’ναι δω, ξεθαρρεύτηκε να πει μια γειτόνισσα.

- Απόψε θα ’ρθει μου το βεβαίωσαν, είπε με πείσμα η Μαρουδιά. Τέντωνε τ’ αφτί καθώς το σκυλί το λαγωνικό ν’ ακούσει ανθρώπου περπατησιά να σιμώνει. Δεν άκουγε τίποτα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο, η πιατέλα με το κοτόπουλο, του άρεσε τόσο του Λευτέρη, η μπουκάλα με το κρασί, το φρέσκο ψωμί, το τυρί. Άστραψε στο φεγγίτη, η μπόρα ερχόταν, το σκοτάδι γινόταν βαθύ, γεμάτο θλίψη και πανικό. Κι ο Λευτέρης πουθενά να φανεί. Τότε βόγκηξε η μάνα κι έβγαλε μεγάλη φωνή, να σειστεί το σπίτι συθέμελα, τόσο που ανατρόμαξαν κι οι γειτόνισσες και βάλθηκαν να θρηνούν, απελπισμένες κι εκείνες.

- Σκύλας γέννημα!

Είχε το σπιούνο στο νου της. Το κοτόπουλο πρόσμενε στην πιατέλα του θλιβερό, παγωμένο. Άκουσαν το ρολόι της εκκλησιάς να σημαίνει μεσάνυχτα. Η βροχή είχε ξεσπάσει, ένα νερό θυμωμένο, που έκαμε ποτάμι το δρόμο. Την άκουγαν να χτυπάει τα παράθυρα, να κυλιέται στο λούκι, σιμά στο κατώφλι, να μεγαλώνει τη μοναξιά του ανθρώπου, μια βροχή γεμάτη ψυχή. Οι γυναίκες καθισμένες σταυροπόδι κατάχαμα θρηνολογούσαν και καρτερούσαν. Ύστερα, η βροχή καταλάγιασε, λάλησαν οι πετεινοί, μια γειτόνισσα σηκώθηκε και συμμάζωξε το τραπέζι.

- Θα πάω στα σύρματα, είπε η Μαρουδιά, να ιδώ γιατί δεν το ’στειλαν το παιδί.

Σηκώθηκε, πήρε και πάλι το δρόμο, μέσα στη λάσπη. Τύλιξε το κοτόπουλο σε μια εφημερίδα και το ψωμί και το τυρί, να το πάει στο παιδί. Έφτασε στα σύρματα. Ο ουρανός ήταν καθάριος. Ο ήλιος έλαμπε παντού, χρυσός. Πήρε να γυροφέρνει τον τόπο, αναζητώντας τη χτεσινή κοσμοσύναξη και το σπιούνο, που την είχε αποκοιμίσει με τα ψέματά του, να του βγάλει τα μάτια. Δεν είδε τίποτα. Απόβροχο και γαλήνη. Μονάχα οι φρουροί, μπροστά στις σκοπιές τους, συλλογισμένοι κι ασάλευτοι, κοίταζαν πέρα, λες κι είχαν ένα σπίτι και τούτοι και πάσκιζαν μέσ’ από τον πάταγο του πολέμου να το θυμηθούν. Τόση ησυχία, τόση απουσία – όλο τούτο είχε μια γεύση θανάτου. Η Μαρουδιά ένιωσε να τρέμουν τα σπλάχνα της, άλλο δεν ήθελε παρά να πεθάνει, να μη συλλογιέται. Στάθηκε να κοιτάζει κι εκείνη, μη λάχει και ξεχωρίσει σχήμα ανθρώπου μέσα στο ατέλειωτο άδειο διάστημα. Η μεγάλη πόρτα ήταν σιμά. Έβλεπε τους στρατιωτικούς να μπαίνουν, να βγαίνουν, να χτυπούν τα τακούνια, να χαιρετιούνται, να χάνουνται, να ’ρχουνται, χωρίς να κυματίζει στο πρόσωπό τους είτε συμπόνια είτε στοχασμός είτε τίποτε άλλο. Το απόβροχο περπατούσε στα κόκαλά της, σεργιάνιζε στην καρδιά της, όλο καταλαγιασμένο νερό μεταμορφωμένο σε πηχτή λασπουριά. Κίνησε να φύγει, σαν είδε το σπιούνο να ’ρχεται καταπάνου της, με το καλύτερό του χαμόγελο.

- Ήρθε διαταγή, της είπε, να τους πάνε στην Αθήνα, στο Χαϊδάρι. Θα γίνει εκεί η ανάκριση. Κάλλιο έτσι, θα ιδεί ο Λευτέρης και την Αθήνα. Λευτέρης Γιαννακάς, είπες. Δε θ’ αργήσει πολύ, αύριο μεθαύριο θα ’ναι εδώ.

- Και τους πήρανε; ρώτησε, με κομμένη ανάσα, η Μαρουδιά.

- Ναι, αποκρίθηκε ο σπιούνος, απόψε τη νύχτα. Ήρθαν τα καμιόνια, τους πήρανε. Χριστιανούς, Οβριούς, σιμώνει μεσημέρι, και κοίταξε το ρολόι του, τώρα θα βρίσκουνται στην Αθήνα, στο Χαϊδάρι.

- Τον είδες το Λευτέρη, το γιο μου; είπε η Μαρουδιά.

- Τον είδα νωρίς. Πες χαιρετίσματα στη μάνα μου, έτσι μου είπε, και να μην έχει την έγνοια μου. Σε μια δυο μέρες θα είμαι σιμά της.

- Και πού το ήξερε να το πει το παιδί, πόσες μέρες θα λείψει;

- Εγώ ο ίδιος τους το ’πα. Μ’ έβαλε ο διοικητής να τους το πω. Σε μια δυο μέρες, ας πούμε πέντε, σε μια βδομάδα. Έτσι τους είπα.

Τα φίδια της έζωσαν τη Μαρουδιά.

- Ανάκριση είναι αυτή, δεν είναι νερό να το πιεις, είπε και πάλι ο άνθρωπος. Διακόσιοι νομάτοι. Από τούτα δω τα χωριά. Βάλε κι από τους τόπους τους άλλους, χιλιάδες λαός, κι όλους να τους πηγαίνουν στο Χαϊδάρι!

 

Κι έφυγε. Και τον χώνεψε η μεγάλη πόρτα. Κάθισε τότε και συλλογίστηκε η Μαρουδιά: «Τούτος ο άνθρωπος είναι ψεύτης. Άτιμος είναι και φονιάς και ψεύτης. Τουλάχιστο να λέει την αλήθεια, πως τους πήγαν στην Αθήνα, στο Χαϊδάρι;» Γύρισε στο σπίτι, με το γεμάτο ταγάρι, άνοιξε το φορτσέρι, έβγαλε τα πατρογονικά της γιορντάνια, τα τύλιξε σ’ ένα μαντήλι, ανέβηκε στο σπίτι του Καραβέλα. Ήταν ο μόνος που είχε στον τόπο λεφτά.

- Χάνω το παιδί μου, του είπε. Κράτησέ τα αμανάτι και δος μου να πάω στην Αθήνα.

Ο Καραβέλας τα κοίταξε, τα ξανακοίταξε, τα ζύγιασε την απαλάμη.

- Τι τα κοιτάζεις; του είπε η Μαρουδιά. Ατόφιο χρυσάφι.

- Αφού είναι για το παιδί…

Έβγαλε μια φούχτα χαρτιά από ένα συρτάρι.

- Ένα μήνα διορία. Ή μου τα φέρνεις διπλά ή κρατάω τα γιορντάνια.

- Δος μου να πάω στο παιδί μου, και ναν τα φέρω διπλά και τρίδιπλα. Να βρω το παιδί μου και να ρογιαστώ στη δούλεψή σου για μια ζωή, Καραβέλα, του είπε η Μαρουδιά.

- Πάντα σου αράθυμη ήσουν, που να σε πάρει ο κόρακας, αποκρίθηκε ο Καραβέλας. Και τι ξέρεις εσύ από Αθήνα, έρμη γυναίκα;

- Όλα τα μαθαίνει ο άνθρωπος, Καραβέλα. Ίσαμε τώρα έκλαψα, βόγκηξα, έσκουξα, χτυπήθηκα, δυο μερόνυχτα έχω να βάλω στο στόμα μου μπουκιά, να πιω νερό. Εσύ κοιμόσουν στο γιατάκι σου σαν αγάς. Τώρα θα παλέψω με Θεούς και δαιμόνους να βρω το παιδί μου. Λοιπόν, θα πάω και στην Αθήνα, και στην άκρη του κόσμου. Εσύ τον πόνο του παιδιού δεν τον ξέρεις. Γεια σου και καλή αντάμωση, Καραβέλα!

Πήγε στον αστυνόμο, ζήτησε την άδεια να πάει στην Αθήνα.

- Και πώς θα πας; τη ρώτησε συλλογισμένος ο αστυνόμος.

- Πώς θα πάω; Όπως πάνε κι άλλοι, του αποκρίνεται η Μαρουδιά. Και με τα πόδια μπορεί. Μ’ ό,τι λάχει.

- Και τι θα κάμεις στην Αθήνα; τη ρώτησε και πάλι συλλογισμένος ο αστυνόμος. Εκεί πεθαίνουν σαν τα κοτσύφια οι άνθρωποι. Σαν τα κοτσύφια στην παγωνιά.

- Αν είναι, θα πεθάνω κι εγώ. Τι να την κάμω τέτοια ζωή;

- Κι αν τον αφήσουν στο αναμεταξύ το Λευτέρη;

- Ας τον αφήσουν κι ας κακοπάθω!

- Τι τον ήθελες να τον βάλεις στο σπίτι εκείνον τον Ίνο; Δεν το είχες μάθει, πως τους κυνηγούσαν τους Οβριούς, να τους στείλουν μακριά να δουλέψουν;

- Άνθρωπος δεν είναι κι ο Ίνο; Και τι να δουλέψει ο Ίνο, στα πόδια του δεν μπορεί να σταθεί. Και σάμπως είχαμε τους πολλούς Οβριούς εδώ πέρα; Είπα να φυλάξουμε κι έναν για δείγμα.

- Όρεξη έχεις για χωρατά, λέει ο αστυνόμος.

- Τόση όρεξη να ’χουν και τούτοι, που μας παιδεύουν σαν το Χριστό τον αφέντη, είπε η Μαρουδιά.

Και πέρασε τέτοια φρίκη στο πρόσωπό της, που τα πάντα αλλιώτεψαν από τα φρύδια ίσαμε το πηγούνι. Ο αστυνόμος την ήξερε και τη συμπονούσε τη Μαρουδιά. Άναντρη γυναίκα και κράτησε την τιμή της αμόλευτη κι ανάθρεψε με το αίμα της καρδιάς της το γιο.

Πήρε την άδεια, έφυγε. Βρήκε ένα σαράβαλο φορτηγό, γεμάτο κούτσουρα, για την Αθήνα. Ακριβοπλήρωσε, την πήραν μαζί τους. Πέρασαν τον κάμπο, είδε τα σύρματα από μακριά, έπιασαν τα βουνά, εδώ να πέσει εκεί να πέσει το φορτηγό. Είχαν ανοίξει τόπο ανάμεσα στα ξύλα, έβαλαν και μια κουρελού, της έδωσαν και μια παλιά νιτσεράδα, μη λάχει και βρέξει. Μπροστά στον οδηγό ήταν άλλοι δυο καθισμένοι. Ήταν κι ένας άλλος σκαρφαλωμένος, ψηλά στο σωρό.

- Κατά πού πέφτει η Αθήνα; είχε ρωτήσει η Μαρουδιά.

Της έδειξαν, κατά το νοτιά, τα μεγάλα βουνά. Στύλωσε τα μάτια της κατά το νοτιά, να ιδεί καμιά φορά την Αθήνα. Το σαράβαλο πάθαινε συγκοπή κάθε τόσο. Τους άφηνε στις πλαγιές, στις λαγκαδιές, σε φτωχά ερημωμένα χωριά. Η Μαρουδιά καρτερούσε ώρες ολάκερες να το διορθώσουν όπως όπως, να ξεκινήσουν και πάλι. Κι ο οδηγός κι οι άλλοι τη συμπόνεσαν και την καμάρωναν με τη γενναία καρδιά. Τη δεύτερη μέρα, προς το βράδυ, μπήκαν στη Λειβαδιά. Την Τρίτη στην Αθήνα. Ο οδηγός είχε στην Αθήνα αδερφή παντρεμένη.

- Θα ’ρθεις μαζί μου, είπε στη Μαρουδιά. Η αδερφή μου έχει τόπο στο σπίτι της. Άμαθη γυναίκα, πού να πας και πού να σταθείς!

Η αδερφή άκουσε την ιστορία της, την πήραν τα δάκρυα. Μονάχα η γυναίκα νιώθει τη γυναίκα.

- Θα πάμε μαζί στο Χαϊδάρι, της είπε.

Η Μαρουδιά ήταν αποκαμωμένη. Έβαλε στο στόμα της μια μπουκιά, την πήρε ο ύπνος. Είδε το γιο το Λευτέρη, μέσα σ’ ένα καράβι, ν’ αρμενίζει σε μεγάλη θάλασσα. Και τα κύματα να το χτυπούν το καράβι κι ανάμεσ’ από τους άσπρους αφρούς να προβαίνουν θυμωμένα σκυλόψαρα με ολάνοιχτο στόμα. Τέτοιο ήταν το όνειρο και στέναζε και βογκούσε η Μαρουδιά και στριφογύριζε, καθώς οι κολασμένες ψυχές, στο κρεβάτι της. Έδωσε ο Θεός και ξημέρωσε. Το σπίτι ήταν χτισμένο ψηλά, στην ανηφοριά του Φιλοπάππου. Όπου κάνει να κοιτάξει από το παράθυρο η Μαρουδιά κι αντικρίζει το πέλαγο, τα σπίτια με τους μεγάλους δρόμους και τις εκκλησιές και σαστίζει ο νους της.

- Μιλλιούνια κόσμος, της λέει η αδερφή του οδηγού, η Ευτέρπη.

Σφίγγεται η καρδιά της, να συλλογιέται πως το πήραν και το ’ριξαν το παιδί της μέσα σε τούτο το χάος. Ο άντρας της Ευτέρπης ήταν παπουτσής. Είχε το μαγαζί σιμά στο σπίτι. Ο αδερφός της ξύπνησε πρωί.

- Με το άλλο ταξίδι θα σε πάρω, είπε της Μαρουδιάς. Μακάρι να ’χεις βρει και το γιο να πάμε μαζί.

Ήταν οι άνθρωποι πολύ καλοί. Η Ευτέρπη είχε, δεν είχε πατήσει τα τριάντα πέντε, μα δεν της έδινες παραπάνου από τριάντα. Το κορμί της θρεμμένο και το πρόσωπό της είχε μια νοστιμιά, που πιπέριζε. Ήξερε και κάποιο στρατιώτη, Φριτς τ’ όνομά του, στο Χαϊδάρι κι έβγαινε καμιά φορά μαζί του σεργιάνι. Ο τσαγκάρης ήταν πολύ αφοσιωμένος στην τσαγκαρική του. Είχε πέσει πολλή δουλειά, συμμάζωνε τα λάστιχ’ από τ’ αυτοκίνητα, να βάζει σόλες, λοιπόν πού να καθίσει να ψιλολογήσει το ’να και τ’ άλλο της Ευτέρπης!

Πήρε η Ευτέρπη τη Μαρουδιά, πήγε στο Χαϊδάρι. Στάθηκαν στη μεγάλη αυλόθυρα, σιμά στη σκοπιά, να καρτερούνε το Φριτς. Ήξερε την ώρα του η Ευτέρπη. Στο αναμεταξύ ένας άλλος στρατιώτης τη σίμωσε την Ευτέρπη, να της χαϊδέψει το μάγουλο. Άπλωσε και στο κόρφο της άγαρμπο χέρι και πήγε να πεθάνει από ντροπή κι από φόβο η Μαρουδιά. Τέλος, ήρθε ο Φριτς. Τσάτρα-πάτρα η Ευτέρπη του ξήγησε την υπόθεση. Ο Φριτς ήταν ένα καλό παιδί, ζεστό και γελούμενο. Κρεμούσε από τα πόδια τους «κρατουμένους» και τους έδερνε με συρματόσκοινο. Ή τους ξεκλείδωνε τις μασέλες με μια γροθιά. Κατά τ’ άλλα, ήταν ένα πολύ καλό παιδί. Αγαπούσε τη μουσική, τα βιβλία και τα ωραία κορίτσια. Κι ολοένα γελούσε. Έφυγε, πήγε να ιδεί τους καταλόγους να ψάξει για το Λευτέρη. Έκαμε ώρα πολλή να γυρίσει. Τίποτα, τίποτα! ο Λευτέρης Γιαννακάς ήταν άγνωστο πρόσωπο στο Χαϊδάρι. Φαίνεται, πως τους έστειλαν απευθείας στη Γερμανία.

- Μα το παιδί μου είναι Ρωμιός, Χριστιανός, είπε η Μαρουδιά συντριμμένη.

Ο Φριτς τους έδωσε να καταλάβουν, πως στέλνουν τους Χριστιανούς στη Γερμανία, να δουλέψουν στις φάμπρικες. Ακόμα μπορεί και να τον σκότωσαν, αν ήταν το φταίξιμό του πολύ βαρύ. Αυτό δεν το είπε στη Μαρουδιά. Μόνο στην Ευτέρπη. Βέβαια τους περνούν από δίκη κι αν είναι το φταίξιμό τους βαρύ, πολύ βαρύ, τους δικάζουν σε θάνατο.

Κι αν τον πήγαν στις φυλακές της Βουλιαγμένης; αναρωτήθηκε η Ευτέρπη. Δεν τους πηγαίνουν δα και όλους όσους πιάνουνε στο Χαϊδάρι.

Πήρε τη Μαρουδιά, περπάτησαν, περπάτησαν, έφτασαν στην οδό Βουλιαγμένης, στις φυλακές. Χτύπησαν την πόρτα, τους άνοιξε κάποιος ρωμιός, σπιούνος και τούτος. Τον παρακάλεσαν να ρωτήσει, να μάθει. Έλειψε ώρα πολλή ο ρωμιός, δεν έμαθε τίποτα.

- Μπορεί να τον πήγαν στο Χαϊδάρι, τους είπε.

- Όχι, δεν τον πήγαν, ερχόμαστε από κει.

- Τότε θα είναι στου Αβέρωφ.

Πήραν και πάλι τα πόδια τους, έφτασαν στις φυλακές του Αβέρωφ, τις έδιωξαν κι από κει. Δυο έρμες γυναίκες, έλιωσαν στα πόδια τους να βολοδέρνουν στην τρομαγμένη Αθήνα, ίσαμε τ’ απομεσήμερο. Η Ευτέρπη ήταν πολύ καλόκαρδος άνθρωπος και την είχε αληθινά συμπονέσει τη Μαρουδιά. Κάποτες έφτασαν στο σπίτι, ξεθεωμένες από την κούραση, απελπισμένες. Ο τσαγκάρης τις περίμενε νηστικός.

- Και τώρα, τι θ’ απογίνει; είπε η Μαρουδιά.

- Θα περιμένεις καθώς τόσες άλλες, αποκρίθηκε φιλοσοφικά ο τσαγκάρης. Πόλεμος είναι, δεν είναι παιγνίδι. Βγαίνεις από το σπίτι σου και δεν το ξέρεις, αν θα γυρίσεις. Έχε την ελπίδα στου στο Θεό και περίμενε.

Η Ευτέρπη έστρωνε στο αναμεταξύ το τραπέζι. Τι απόγινε ο Λευτέρης; αναρωτιόταν η Μαρουδιά. Πού βρισκόταν, πού κακοπάθαινε ο Λευτέρης; Ένας κόμπος της έφραζε το λαιμό, μήτε να φάει μήτε να πιει. Ήταν κι η Ευτέρπη συλλογισμένη. Τέλος, ο τσαγκάρης βρήκε τη λύση:

- Να πάτε στο Βουρλοπόταμο, στην καφετζού, τη Σμυρνιά, θάματα κάνει με τους χαμένους.

Η Ευτέρπη άρχισε τότε να διηγιέται στη Μαρουδιά το πώς και το τι κι αποφάσισαν να σηκωθούν την άλλη μέρα πρωί, να πάνε στο Βουρλοπόταμο. Μακρύς ο δρόμος, να φουσκαλιάζουν του ανθρώπου τα πόδια. Κάπου πέτυχαν ένα γκαζοζέν, ανέβηκαν, έφτασαν στο Παλιό Φάληρο, πήραν τον ανήφορο για το Βουρλοπόταμο. Μπροστά στην πόρτα της καφετζούς της Σμυρνιάς ήταν πολύς συμμαζωμένος κόσμος, μικρά παιδιά και γυναίκες, οι πιο πολλές μαυροφορεμένες. Μια λυπητερή λιτανεία, αμίλητη, έτσι που να ραγίζεται η καρδιά του ανθρώπου. Στη μέσα κάμαρη, σε παχιά μαξιλάρια ανάμεσα στα μαγικά σύνεργά της, καθόταν σταυροπόδι μια κρεατωμένη γυναίκα, μισόκοπη, με πολλά βραχιόλια στα χέρια της. Το στόμα της, φουσκωμένο και μαλλιασμένο, ήταν το στόμα του Θεού. Έριχνε και τα χαρτιά η Σμυρνιά. Ήξερε ένα σωρό ξόρκια, έδινε και βότανα για την πάσαν αρρώστια. Και να προσμένει λαός και λαός ν’ ακούσει το λόγο της, ένας συφοριασμένος, κατατρεγμένος λαός, ορφανός από γονιό, από γιο. Ήρθε κάποτε και της Μαρουδιάς η σειρά και πέρασε μέσα – με την Ευτέρπη. Η γυναίκα έριξε μια πολύπειρη ματιά στην Ευτέρπη, ύστερα πήρε παράμερα τη Μαρουδιά.

- Το παιδί μου, πού βρίσκεται το παιδί μου; ρώτησε αγκομαχώντας η Μαρουδιά κι ήταν βέβαιη πια, πως θα ’παιρνε τη σωστή απόκριση.

Η γυναίκα έβρασε τον καφέ, κοίταξε τις φουσκαλίδες προσεχτικά, ύστερα τον έδωσε στη Μαρουδιά να τον πιει, τέλος αναποδογύρισε το φλιτζάνι, απόμεινε συλλογισμένη ώρα πολλή να ξεσκαλίζει τα κατακάθια.

- Σε τόπο μακρινό, γεμάτο συννεφιά και βροχή βρίσκεται το παιδί σου, της είπε.

- Είναι γερό, θα γυρίσει, τη ρώτησε και πάλι αγκομαχώντας η Μαρουδιά. Και ποιος είναι ο τόπος, κυρά μου;

- Τ’ όνομά του δεν το γνωρίζω, είπε με πολύ επίσημο τρόπο η κρεατωμένη γυναίκα και στύλωσε ξανά τη ματιά της στην Ευτέρπη – και μάλιστα στο φουσκωμένο της κόρφο, που έκανε τα χέρια τ’ αρσενικά να μερμηδιάζουν, έτσι που ήταν θρεμμένος και στρογγυλός και κρουστός.

- Και θ’ αργήσει πολύ να γυρίσει;

- Όχι, δε θ’ αργήσει. Σε τρία, σε τέσσερα τέρμενα θα ‘ν’ εδώ, μόνο να υπομονέψεις λιγάκι, πόλεμος είναι τούτος, άλλοι χάνουν τον άνθρωπό τους και μήτε φωνή δεν ακούγεται. Εσένα το παιδί θα γυρίσει, να, κοίτα τούτα δω τα σημάδια, γρήγορο γυρισμό θέλουν να πουν. Σε τρία, σε τέσσερα τέρμενα, αυτό είναι όλο.

Τώρα πήρε παράμερα την Ευτέρπη.

- Σε περιμένω αύριο το βραδάκι, της είπε. Για το καλό σου. Έχω πολλά να σου πω.

- Και σαν τι έχεις να μου πεις, αφού δε με ξέρεις, μήτε και τι καπνό φουμάρω, ρώτησε η Ευτέρπη.

- Σε περιμένω αύριο το βραδάκι, της είπε ξανά η γυναίκα, χωρίς να προσέξει την απόκριση της Ευτέρπης. Τι δουλειά κάνει, κυρά μου, ο άντρας σου; Παντρεμένη σε βλέπω, φοράς δαχτυλίδι.

Η Ευτέρπη λίγο έλειψε να τα χάσει.

- Τσαγκάρης, της είπε υποταχτικά.

- Έχεις παιδιά;

- Όχι, δεν έκαμα.

- Κι είσαι χρόνια πολλά παντρεμένη;

- Είμαι καμπόσα;

- Και δεν έχεις κάμει παιδιά; Τέτοια μορφιά, τέτοιο πρόσωπο, και δεν έχεις κάμει παιδιά; Έλα να σε μάθω, πώς τα κάνουν τα παιδιά, προκομμένη μου! της είπε περιγελαστικά η γυναίκα.

- Την τέχνη θα μου μάθεις; Την ξέρω.

- Μπορεί και να μην την ξέρεις, κι ας το καυχιέσαι. Έχω τρόπους εγώ, που δεν μπορεί να τους χωρέσει ο νους.

Κι άπλωσε το χέρι, να την χαϊδέψει, καθώς ο στρατιώτης στο Χαϊδάρι. Κι ήταν η ματιά της γεμάτη αγάπη και καλοσύνη.

Κανένας δεν έμαθε ποτέ, αν ξαναπήγε η Ευτέρπη σε κείνο το σπίτι. Μα το βέβαιο είναι, πως πήγε.

 

Ύστερ’ από λίγο ήρθε ο οδηγός, ο αδερφός της, και την πήρε παρηγορημένη τη Μαρουδιά. Κι άρχισε ο καιρός να διπλώνεται στον καιρό κι η Μαρουδιά να οσμίζεται καθώς το λαγωνικό τον αγέρα και να προσμένει. Τρία, τέσσερα τέρμενα, αυτό ήταν όλο. Μα πόσο μπορεί να βαστάξει το τέρμενο; Οι γειτόνισσες έλεγαν μια βδομάδα, το πιο σωστό ένα μήνα. Μα ένας γείτονας, άνθρωπος που ήξερε από τέτοια, είπε πως το τέρμενο βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Και κατά την περίσταση άλλοτε το κονταίνει κι άλλοτε το μακραίνει και πότε το κάνει βδομάδα και πότε το κάνει ολάκερη χρονιά ο Θεός. Και καταπώς φαίνεται, τούτα τα τέρμενα ήταν χρονιές.

- Να φας τη γλώσσα σου, που είναι χρονιές, του αποκρινόταν η Μαρουδιά, καθώς τον άκουγε να ξεστομίζει τούτα τα λόγια.

Κι ωστόσο, έκλεισε η πρώτη χρονιά κι ο γιος μήτε φωνή μήτε ακρόαση. Στέρεψαν τα μάτια της Μαρουδιάς, το πρόσωπό της σταφίδιασε, άρχισαν τα συλλοϊκά της να σαλεύουν. Σαν πόσο μπορεί να προσμένει ο μαύρος ο άνθρωπος, σαν λάχει κι είναι χήρα γυναίκα κι έχει χαμένο το μοναχογιό; Ύστερα έμαθαν, πως τους πηγαίνουν στις φάμπρικες τους Οβριούς, στους ξένους τόπους και τους βάζουν να δουλεύουν νυχτόημερα ίσαμε που να λιώσουν στα πόδια τους. Τέλος, τους κάνουν σαπούνι.

- Καλά να τους κάνουν, τέτοιοι που είναι! είπε η Μαρουδιά, τόσο τους είχε μισήσει, που έγιναν αφορμή να χάσει το γιο το Λευτέρη. Εκείνος ο Ίνο, εκείνο το κάθαρμα, τα έφταιξε όλα!

- Και τους Χριστιανούς τι τους κάμουν; ρωτούσε απελπισμένη.

Και ποιος να της δώσει απόκριση; Έλαχε κιόλας να γίνει μεγάλος σαματάς στον περίγυρα τόπο. Άρχισε να πολεμάει το αντάρτικο και να πληθαίνει μέρα τη μέρα. Να κατεβαίνει στον κάμπο, ν’ αρπάζει ζωοθροφές από τα καμιόνια του στρατού, που περνούσαν φορτωμένα νύχτα και μέρα. Έκαμε γιουρούσι και στο στρατόπεδο, πάτησε τα σύρματα, σκότωσε τους βαρδιανούς και λευτέρωσε κάμποσους «κρατούμενους». Τότε πια λύσσαξαν οι εχθροί και παραφύλαξαν στη δημοσιά κι έπιασαν όσους χωριανούς συναπάντησαν, ανθρώπους φαμελίτες, καλοσυνάτους, καμιά πενηνταριά, και τους έβαλαν να σκάψουν το λάκκο τους και τους κρέμασαν σε σύδεντρο, από τα κλαριά, κι απλώθηκε ο θρήνος πολύς σε καλύβι και σπίτι. Και μέσα σ’ εκείνη τη φουσκοθαλασσιά του θανάτου απολησμονήθηκε το παιδί ο Λευτέρης και κανείς πια δεν έπαιρνε απάνου του τον κόπο και την ευθύνη να ρωτήσει για δαύτο. Κι ένιωσε λιγότερο κι η Μαρουδιά τον πόνο της, αν γινόταν να λιγοστέψει. Έτσι, ίσαμε που τέλειωσε πια ο πόλεμος.

Έφυγε ο εχτρός, νικημένος. Κι αυτό έγινε, χωρίς καλά καλά να το νιώσει ψυχή. Ήταν μια νύχτα φθινοπωρινή, που άφησαν τους «κρατούμενους» να πάνε στα σπίτια τους – κι εκείνοι πια να μην το πιστεύουν. Πήραν και το σπιούνο και τον έριξαν σε βαθύ ξεροπήγαδο, να σπάσουν τα κόκαλά του. Άχρηστος ήταν πια ο σπιούνος, λοιπόν τον έριξαν στο ξεροπήγαδο, σώριασαν και τις πέτρες, όσες βρήκαν, απάνου του και πέθανε άθλια ο άθλιος! Ύστερα, έφυγαν οι στρατιώτες. Ήρθαν και τους πήραν τα καμιόνια, που έπαιρναν τους «κρατούμενους», και τους πήγαν στο τρένο. Και το τρένο ξεκίνησε – και μήτε που το ’νιωσε, μήτε που το ’μαθε κανείς, πώς και πότε τους πήρε το τρένο, πώς και πότε άδειασε το στρατόπεδο κι απόμειναν τα σύρματα μέσα σε πολλή μοναξιά. Τέλος, χτύπησαν οι καμπάνες, γέμισαν τα μπαλκόνια σημαίες, ξεχύθηκε ο κόσμος στους δρόμους, έβγαλε κι ο δήμαρχος ένα λόγο κι αναγάλλιασαν οι καρδιές.

Πέρασε και κάμποσος καιρός ίσαμε που να γονατίσει ολότελα ο εχτρός, και στους άλλους τόπους και στο δικό του. Και τότε άρχισαν να κατηφορίζουν όσοι γλίτωσαν, άρρωστοι, σακατεμένοι, χλωμοί, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, με μια μεγάλη θημωνιά θλίψη μέσα τους. Κι η Μαρουδιά πήρε ανάσα και συλλογίστηκε, πως, όπου να ’ταν, θα γύριζε κι ο Λευτέρης – κι ας ήταν και χειρότερα από δαύτους, όπως κι αν ήταν.

- Ας έρθει κι ας είναι και μισός! Ας έρθει κι ας είναι όχι άνθρωπος, ιδέα ανθρώπου!

Η Μαρουδιά θα τον ξαναγεννούσε, θα τον κανάκευε, θα τον μεγάλωνε, θα τον ανάσταινε άλλη μια φορά, καθώς τον ανάστησε από την κούνια και τον έκαμε άντρα. Και βάλθηκε να γυροφέρνει τον τόπο το σιμοτινό, όπου μάθαινε άνθρωπο λυτρωμένο, και να πασκίζει να μάθει για το παιδί.

- Μην τον είδατε το Λευτέρη; Μαυροδεμένος ήταν και λυγερός κι αψηλός, πρώτο μπόι, και τα μάτια του έκαιγαν καθώς τ’ άστρα της νύχτας.

Έτσι ρωτούσε – να το τραγουδεί το χαμένο το παιδί.

- Όχι, κυρά μου, δεν τον είδαμε!

Κι ύστερα πήγαινε αλλού και ρωτούσε:

- Το Λευτέρη το Γιαννακά, μην τον είδατε;

- Όχι, κυρά μου, κανένα Λευτέρη Γιαννακά δεν είδαμε. Εκεί πέρα έχανε το σκυλί τον αφέντη του, χιλιάδες και χιλιάδες λαός.

Άφησε το σπίτι έρμο και σκότεινο. Έβαλε το ταγάρι με το ψωμί παραμάσκαλα, η Μαρουδιά η θλιμμένη κι έγινε ο στρατοκόπος της ερημιάς, ο ζητιάνος της πολιτείας. Ώσπου κάποτε κάπου, σε βουνίσιο χωριό, σε πλαγιά γυμνή κι απότομη, έμαθε πως έφτασε άνθρωπος, μ’ ένα χέρι, μ’ ένα πόδι, με λιγοστό φως, ένας άνθρωπος, που είχε πολλά κι ήξερε για τους πάντες και τα πάντα. Οβριός το γένος. Οβριός και να γλιτώσει από το στόμα του Χάρου, πολύ αλλόκοτο ήταν τούτο το πράμα! Πήγε, από πόρτα, να τον ανακαλύψει η Μαρουδιά. Τον βρήκε να κονεύει σε θλιβερό χαμόγι.

- Άνθρωπέ μου, του είπε, όποιος κι αν είσαι, θανάτωσα το γιο μου, το Λευτέρη Γιαννακά, για ένα δικό σας. Μην έλαχε κι έμαθες τίποτα για το έρμο παιδί;

Κάθισε, κυρά μου, της είπε ο άνθρωπος κι έσπρωξε μπροστά της σκαμνί χαμηλό στο χαμόγι. Και τι τον έχεις εσύ αυτόν το Λευτέρη το Γιαννακά – πώς τον είπες;

- Μάνα του είμαι, που να μην ήμουν, η βαριόμοιρη! Τόπο, μου είπαν, πως πέρασες πολύ, και βουνά και λαγκάδια, και πως έζησες ανάμεσα σε λαούς και λαούς και πως έφτασες στην άκρη στο θάνατο και πάλι γύρισες πίσω κι έχεις για τους πάντες και για τα πάντα να μολογάς, λοιπόν ξεσκάλισε, καθώς με πυρωμένο δαυλί, τη θύμησή σου και πες μου, αν το συναπάντησες πουθενά το παιδί, το Λευτέρη το Γιαννακά.

Και την πήραν ποτάμι τα δάκρυα, καθώς την έπαιρναν την πάσα στιγμή. Ο άνθρωπος έκλεισε τα μάτια, χαμένος μέσα στους διαλογισμούς του.

- Ήταν ένα παιδί μαυροδέματο, ξερακιανό και ψηλό, με μια ελιά στη ραχιά;

- Ναι, με μια ελιά στη ραχιά!

- Και πού την είδες εσύ την ελιά;

- Πού την είδα, στο μπάνιο! Μας έριχναν μαζί, σε μεγάλη χαβούζα χιλιάδες λαό να πλυθούμε. Κι όλο έκλαιγε το παιδί, από φόβο κι ορφάνια.

Έσπασαν τα φυλλοκάρδια της Μαρουδιάς. Έπεσε από το σκαμνί στο γούπατο, τον έπιασε τον άνθρωπο από το ένα του πόδι το γερό, το άλλο ήταν στρογγυλό και νεκρό, από ξύλο, θυμήσου, του φώναξε, κάνε το έλεος και θυμήσου τι απόγινε το παιδί!

Σώπασε και πάλι ο άνθρωπος, τ’ όνομά του Χαΐμης, να περπατήσει μέσα στην πονεμένη του θύμηση.

- Ήμαστε στο Μόναχο, είπε.

- Και τι είναι τούτο το Μόναχο; ρώτησε η βαριόμοιρη η Μαρουδιά.

- Στη Γερμανία, στον πέρα κόσμο. Μας έβαλαν να δουλεύουμε σε φάμπρικα, ήταν εκεί κι ο Λευτέρης, σιμά μου. Δουλεύαμε στις λαμαρίνες, στη φάμπρικα. Μ’ ένα κομμάτι ψωμί, με λίγη γουρουνίσια γλίνα, με δυο βρασμένες πατάτες. Κάθε βδομάδα μας πηγαίνανε στη ζυγαριά. Να ιδούν, αν σουρώσαμε και πόσο, αν μπορούσαμε να δουλέψουμε άλλο. Κι εμείς σουρώναμε και βαστάγαμε. Δουλεύαμε, σουρώναμε και βαστάγαμε! Καμιά φορά μας έδερναν κιόλας, με καμουτσί, με συρματόσχοινο, έπεφτε ξύλο αλύπητο.

- Τον έδερναν και το Λευτέρη με συρματόσχοινο;

Ο άνθρωπος έκλεισε το στόμα του, συλλογίστηκε. Ύστερα είπε:

- Όχι, δεν τον έδερναν το Λευτέρη! Ο Λευτέρης ήταν καλός, δεν έβγαζε από τα χείλη του τσιμουδιά, μόνο έκλαιγε. Όλοι τον αγαπούσαμε το Λευτέρη, το θυμούμαι καλά.

- Και πόσο δουλέψατε εκεί πέρα, στις λαμαρίνες, καταπώς λες;

- Κανένας δε λογάριαζε τον καιρό. Δεν ξέραμε τι μέρα είναι, τι μήνας είναι. Μόνο σουρώναμε.

- Σούρωνε κι ο Λευτέρης; ρώτησε πάλι με φρίκη και σπαραγμό η Μαρουδιά. Ο άνθρωπος έκλεισε και πάλι τα μάτια και συλλογίστηκε. Κι είπε:

- Όχι, δε σούρωνε ο Λευτέρης.

- Και τι απόγινε; Πού βρίσκεται τώρα, ξαναρώτησε.

- Όσους σούρωναν, τους έπαιρναν, τους πήγαιναν στο Νταχάου, σιμά στο Μόναχο.

- Κι εκεί τι τους έκαναν;

- Δεν ξέρω, είπε ο Χαΐμης με μεγάλη απόφαση.

- Σε πήγαν και σένα;

- Όχι, μια νύχτα που χτυπούσαν την πολιτεία οι Αμερικάνοι, κι ήταν θρήνος πολύς κι οδυρμός, και σκοτάδι, και χειμώνας βαθύς, το σκάσαμε καμιά δεκαριά. Το πώς το σκάσαμε και το τι πάθαμε και το πώς απόμεινα σακάτης, ανθρώπου νους των αδυνάτων αδύνατο να το χωρέσει. Φώναξα και το Λευτέρη να ’ρθει μαζί μας. Μα τη στερνή στιγμή, παιδί πράμα ήταν, λύθηκαν οι αρμοί του, απόμεινε. Κι όχι πως έπαθε τίποτα. Μόνο που δεν μπόρεσε να ’ρθει μαζί μας.

- Κι αν το πήγανε εκεί που είπες;

- Στο Νταχάου;

- Ναι, αποκρίθηκε η Μαρουδιά. Και πάσκισε να το σφηνώσει στη θύμησή της τ’ όνομα τούτο το σημαδιακό και τ’ αλλόκοτο.

- Όχι, δεν το πιστεύω! είπε και πάλι ο Χαΐμης με μεγάλη απόφαση.

Η Μαρουδιά σύρθηκε σιμότερά του, να τον χαϊδεύει στο πρόσωπο, στο άκουρο γένι, το πρόωρα ασπρισμένο, κακοπαθημένο και κείνο:

- Κάτι ξέρεις εσύ για τούτον τον τόπο και δεν το λες. Τόπος μαρτυρίου θα είναι!

- Άλλα δεν ξέρω, είπε ο Χαΐμης. Ζούσε μονάχος στο θλιβερό του χαμόγι. Σηκώθηκε, πήγε στη στάμνα, να βάλει σ’ ένα ποτήρι νερό. Σηκώθηκε να τον βοηθήσει κι η Μαρουδιά.

- Ας βλέπουμε κάνε τον ήλιο, είπε. Έτσι είναι ο μαύρος ο άνθρωπος: να βλέπει τον ήλιο!

- Λοιπόν, το σκοτώσανε ή δεν το σκοτώσανε το παιδί; ξαναρώτησε η Μαρουδιά. Κι αν δεν το σκοτώσανε, γιατί δε γυρίζει;

- Άλλα δεν ξέρω. Ολοένα γυρίζουν. Μπορεί να γυρίσει και το παιδί. Βάλε σίδερο στην καρδιά σου. Μπορεί να γυρίσει. Λαός και λαός περιμένει. Αυτό είναι το χρέος σου. Να περιμένεις και συ.

- Και πώς τον λένε τούτον τον τόπο;

- Νταχάου τον λένε.

 

Έφυγε η Μαρουδιά κι άλλο δε συλλογιόταν παρά τούτο και μόνο: Νταχάου. Αυτό της έδωσε ο Οβριός ο σακάτης, μια λέξη, Νταχάου, κι ήταν βέβαιη πια, πως εκεί το πήγαν, εκεί μπορεί και να το σκότωσαν το παιδί. Κι άρχισε και πάλι να γυροφέρνει να μάθει τι τόπος ήταν αυτό το Νταχάου. Πολλοί το διάβαζαν στις φημερίδες κι ανατρίχιαζαν και κοβόταν η ανάσα τους, τέτοια κόλαση ήταν. Και περνούσαν οι καιροί κι από το παιδί το Λευτέρη μήτε φωνή μήτε ακρόαση. Δεν άφησε άνθρωπο να μην τον ρωτήσει, να μην τον ξεσκαλίσει, όλη η αγάπη της έγινε αγωνία κι όλη η αγωνία της ένα κορμί πονεμένο, να τ’ αγγίζεις και να στάζει αίμα κι ιδρώτα.

Αν το πήρανε το παιδί με τον Ίνο, μην το προσμένεις, της είπε κάποιος. Μαζί με τους Οβριούς πήγαν χαμένοι και πολλοί Χριστιανοί. Ποιος να καθίσει να καθαρίσει την ήρα από το σιτάρι, της είπε.

Ύστερα ξεστόμισε και τούτος τον ίδιο λόγο: Νταχάου, αυτό το σκιάχτρο με τη μεγάλη σιδερένια κοιλιά, με το άδειο κεφάλι, με τα χίλια δόντια, με τα χίλια νύχια, αυτό το τέρας το αποτρόπαιο, που ανέβαινε από την Κόλαση και στυλωνόταν καταμεσής στη ζωή της, στον ύπνο της και στον ξύπνο της και στην πάσα στιγμή της. Κι έτσι το πήρε απόφαση η Μαρουδιά, πως ήταν χαμένο το παιδί ο Λευτέρης και το ’βαλε πια σκοπό να μισέψει, να πάει να προσκυνήσει τον τάφο του στην άκρη του κόσμου. Και τότε σοφίστηκε τούτο το πράμα: να μάθει τι απόγινε ο Ίνο ο Οβριός, να μάθει την τύχη του, που ήταν και του γιου του Λευτέρη η τύχη. Κι έβαλε να της γράψουν αναφορές στις συναγωγές, όπου και πάλι συμμαζώχτηκαν οι λιγοστοί, που είχαν γλιτώσει τον κατατρεγμό, και να ρωτήσουν για τον Ίνο το φτωχονοικοκύρη. Κι ύστερα από καιρούς και καιρούς της ήρθε χαρτί με τυπωμένα γράμματα, με σφραγίδες κι έλεγε για τον Ίνο το χαρτί, πως βρήκε το θάνατο τον πικρό στο Νταχάου. Και το σκιάχτρο μεγάλωσε και πλήθυνε μέσα της· και στένεψε η γης και δεν απόμεινε παρά τούτο το κατατόπι, η ζωή κι ο χαμός του Λευτέρη. Και τότε σοφίστηκε κι άλλο πράμα: να πουλήσει τ’ αμπέλι το πατρογονικό, να συμμαζέψει το διάφορο και να ξεκινήσει για τη μεγάλη ξενιτιά, για τον πέρα κόσμο. Ανατρίχιασαν όσοι τ’ άκουσαν, την έρμη γυναίκα, την άπραγη και την άμαθη, ν’ αφήσει τον τόπο της και να πλανηθεί ανοδήγητη, στους άγνωστους δρόμους. Μα και κανένας δεν έβαλε στο νου του να την αντισκόψει. Τόσο ήταν το πάθος της. Μόνε ο γείτονας ο Γερανής της είπε μια μέρα:

- Άμα ετοιμαστείς, να μου το πεις. Θα βρούμε άνθρωπο να σε πάει στη Θεσσαλονίκη. Εκεί να κονέψεις στην αδερφή μου τη συνονόματή σου, τη Μαρουδιά, που έχει το λοχαγό. Θα σου δώσω κι από το χέρι μου γραφή να σε βολέψει σιμά σε φοιτητή, που γυρίζει στις σπουδές του, στους ξένους τόπους.

 

Ήταν ο μήνας Σεπτέμβρης. Άρχισε να δροσίζει, να μικραίνουν οι μέρες, να μεγαλώνουν οι νύχτες. Πούλησε το βιος της, τ’ αμπέλι η Μαρουδιά, συμμάζωξε το διάφορο, έγραψε κι ο Γερανής στην αδελφή του τη συνονόματή της, έκαμε το σταυρό της, έσκυψε να προσκυνήσει το χώμα του τόπου της, στάθηκε με το χέρι αντήλιο κατά την ανατολή, ύστερα κοίταξε το νοτιά, το βοριά, άπλωσε τη ματιά της χαϊδευτική στα χωράφια, στα λιοστάσια, στ’ αμπέλια – κι ο λαός ολόγυρά της να στέκεται αμίλητος και τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι. Ύστερα μπήκε στ’ αυτοκίνητο η Μαρουδιά, να πάει στο σταθμό να πάρει το τρένο. Κι ολοένα να κοιτάζει τον τόπο που άφηνε και να ραγίζει η καρδιά της. Έκαμε ταξίδι πολύ, έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Έδωσε τη σύσταση, που της είχε γραμμένη σ’ ένα κομμάτι χαρτί ο Γερανής, χτύπησε την πόρτα του λοχαγού. Είχε κι ένα καλάθι, να φιλέψει τη λοχαγίνα, να της θυμίσει τον τόπο της. Η λοχαγίνα ήταν γυναίκα καλοστεκούμενη, με διπλό προγούλι, με γκρίζα μαλλιά, ο γιος της τέλειωνε το πειραματικό, η κόρη της δούλευε στην Τράπεζα, λοιπόν ο λοχαγός την είχε καλά, να μπαίνει και δεύτερος μισθός στο σπίτι κι ήταν πολύ ήσυχα μέσα κει, σιμά στην εκκλησιά των Αγίων Αποστόλων, με τα κόκκινα τουβλάκια, με τα κεντίδια. Άνοιξε την καρδιά της στη λοχαγίνα η Μαρουδιά, να πει για το γιο το Λευτέρη, τόσα χρόνια και το χαμένο παιδί να διαφεντεύει τα πάντα μέσα σε κείνη τη μάνα. Ο λοχαγός ήταν βαρύς και λιγομίλητος, καθώς ταιριάζει σε άνθρωπο του πολέμου. Η Μαρουδιά αναθυμόταν τον πικρό καιρό, το σπίτι στην Αθήνα, την παρδαλή την Ευτέρπη, μα είχε τόση νοστιμιά η ανεπρόκοπη, λες κι ήταν το πρόσωπό της και το κορμί της ολάκερο καμωμένο από χιλιάδες φιλιά, να τη συλλογιέται ο άντρας και να στενάζει, αναθυμόταν τη θλίψη της πολιτείας και το γυναικομάνι, που καρτερούσε βοήθεια από την πολυμήχανη Σμυρνιά. Κι εδώ πέρα να είναι ήσυχα όλα. Ο λοχαγός, βαριεστημένος, ρωτούσε να μάθει και δεν έδειχνε, πως τούτο το πράμα τον ένοιαζε και πολύ. Άλλος ένας χαμένος! Τόσοι χαμένοι – τι τα θέλεις και ζητάς ψύλλους στ’ άχερα! Ύστερα είπαν για το φοιτητή, αν βρισκόταν κανένας να φεύγει για πέρα.

- Κάθε μέρα το τρένο μερμηγκιάζει από πλήθος λαό, αποκρίθηκε ο λοχαγός. Άσε να ψάξω, να ρωτήσω και θα σου πω.

Έψαξε, ρώτησε, ανακάλυψε κάποιο φοιτητή, συγγενικό του παιδί, που θα ’φευγε σε μια βδομάδα. Η Μαρουδιά είχε βγαλμένα τα χαρτιά της, ας είναι καλά ο Γερανής, ήταν έτοιμη. Και καθώς το είπε ο λοχαγός, σε μια βδομάδα ξεκίνησαν ο φοιτητής, η Μαρουδιά κι ένα πλήθος λαός· κι ήταν θόρυβος πολύ και καημός κι αναγάλλια μέσα στο τρένο, τα νέα παιδιά, αγόρια, κορίτσια, που έφευγαν κι οι γονιοί ν’ απομένουν με σταυρωμένα τα χέρια, με μιαν ερμιά στην καρδιά τους, μεγαλουσιάνοι και χωριάτες, και μάνες που ήρθαν από τους κάμπους και τα βουνά να ξεπροβοδήσουν τα νέα παιδιά. Κι ήρθε η νύχτα και το τρένο ν’ αφήνει πίσω του τη στερνή πολιτεία και να χάνεται στον άδειο κάμπο με τα λιγοστά νυσταγμένα φωτάκια και τα πρόσχαρα αγόρια και τα κορίτσια να τα ’χουν όλα πια λησμονήσει και τίποτες άλλο να μη συλλογιούνται πάρεξ την καινούργια ζωή που τα πρόσμενε. Κι η Μαρουδιά, συμμαζωμένη σιμά στο φοιτητή, αλαλιασμένη, παραλοϊσμένη, να τα νιώθει ολόγυρά της τούτα τα νιάτα, να έτσι καθώς του Λευτέρη, ζωντανά και γλυκά, κι η καρδιά της να πάει να σπάσει. Άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι χωράτευαν, άλλοι λαγοκοιμόντουσαν, ίσαμε που μπήκαν στο τρένο οι Σέρβοι.

- Αυτοί είναι οι Σέρβοι, της είπε ο φοιτητής.

Η Μαρουδιά τους κοίταξε:

- Άνθρωποι είναι και τούτοι. Καθώς εμείς, είπε η Μαρουδιά.

Ο φοιτητής την έβαλε σιμά στο παράθυρο.

- Τούτα τα φώτα είναι η Ελλάδα, της είπε. Είδες πως χάνονται μέσα στη νύχτα; Τώρα βρισκόμαστε σε ξένο τόπο.

Άνοιξε το καλάθι του, της έδωσε ψωμί και χοιρομέρι – σπιτίσιο και το ψωμί και το χοιρομέρι. Άνοιξε και κείνη το μπογαλάκι της.

- Πας για το παιδί σου, κυρά; τη ρώτησε κάποιος.

- Ναι, πάω για το παιδί μου, είπε η Μαρουδιά και την πήραν ποτάμι τα δάκρυα.

- Πάει για το παιδί της, είπε κι ο φοιτητής κι έκαμε νόημα να την αφήσουν ήσυχη τη γυναίκα. Έγειρε, ακούμπησε το κεφάλι της στο νυχτωμένο παράθυρο, να την πάρει ο ύπνος. Το κορμί της πονούσε από αγωνία και κούραση. Έγειρα κι οι άλλοι, όπου ο καθένας βρισκόταν. Κι ήρθε η νύχτα με τα αιώνια άστρα της τα μακρινά, η πρώτη νύχτα του ταξιδιού στους ξένους τόπους. Η Μαρουδιά αναρωτιόταν, αν υπάρχει, αν δεν υπάρχει, τόσο της φαινόταν παραμύθι απίστευτο όλο τούτο. Όλη της η ύπαρξη ήταν συμμαζωμένη σε μια λέξη, βαριά, φαρμακερή, μαγική, γεμάτη τρόμο και κόλαση.

- Καημένη πατρίδα! Καημένη και κατακαημένη πατρίδα!

Έφτασαν σε μια μεγάλη βροχερή πολιτεία, με δρόμους φαρδιούς, με γκρεμισμένες εκκλησιές, με σπίτια βαριά συλλογισμένα, με χιλιάδες ανθρώπους να σπρώχνουνται, κι ολόγυρά τους να μην κοιτάζουν. Ο φοιτητής την πήρε μαζί του, στην κάμαρή του. Ήταν ένα καλότατο παιδί, που κάπως της θύμιζε το Λευτέρη. Μα πόσο ξένα της ήταν όλα: και το σπίτι το πολυκαιρινό και το φοιτητικό καμαράκι, κι η μεγάλη θερμάστρα στη γωνιά, η πήλινη, με τη φουσκωμένη κοιλιά, να τη γεμίζεις και χορτασμούς να μην έχει και να φτάνει κατάψηλα, ίσαμε το μελαγχολικό ταβάνι. Στα παράθυρα ανθούσαν γεράνια, άσπρα και κόκκινα. Κι ήταν μια παρηγοριά αυτά τα γεράνια. Ο φοιτητής άνοιξε το δισάκι του, να κόψουν το στερνό ψωμί της πατρίδας. Έβγαλε και τυρί και χοιρομέρι και μήλα κόκκινα, καθώς τα μάγουλα κόρης. Έκαμαν το σταυρό τους, έφαγαν, ήπιαν και φράθηκαν, Ο φοιτητής της έδωσε το κρεβάτι του. Δεν το ’θελε, να τον ξεσπιτώσει το φοιτητή, μα κείνος δεν έπαιρνε από λόγια. Έστρωσε μια αντρομίδα κατάχαμα, να πλαγιάσει, να ξαποστάσει. Το πρωί έπεσε στην πολιτεία ο ήλιος χαρούμενος. Ζωντάνεψαν τα παλιά κεραμίδια, πήρε βαθύν ανασασμό κι η πέτρα η μαύρη, γυάλισαν οι δρόμοι, άστραψαν οι στερνές βροχοσταλίδες στις δεντροστοιχίες και στα περιβόλια. Να παίρνεις ανάσα και να συλλογιέσαι, τι χάρισμα είναι η ζωή, το φως του ήλιου, περίλαμπρος. Κι απάνου σε τούτα της είπε ο φοιτητής:

- Δεν είναι μακριά από δω!

Μήτε τ’ όνομα, ποιο δεν ήταν μακριά από κει, μήτε άλλοτε τίποτες είπε. Ράγισαν τα φυλλοκάρδια της ν’ ακούσει τούτο το λόγο, έλιωσαν τα πόδια της. Έφτανε η μεγάλη στιγμή. Ακολούθησε το φοιτητή, καθώς θ’ ακολουθούσε το θάνατο, στους τόπους της νύχτας. Και να ’ναι τόσο γλυκιά, τόσο καλοσυνάτη η μέρα, με ήλιο πολύ, με καθάριο γαλανό ουρανό, καθώς της πατρίδας! Βγήκαν από την πολιτεία, έπεσαν στα χωράφια, στα λιβάδια με τα γελάδια, σε μια πλάση πασίχαρη. Τα πάντα είναι ήσυχα, σιωπηλά, οι δρόμοι με τις μεγάλες δεντροστοιχίες, τα σπίτια της εξοχής, τα υποστατικά, οι ξωμάχοι που πορεύονται, χωρίς να νοιάζονται για το τι έγινε, για το τι μέλλεται ακόμα να γίνει σε τούτον τον κόσμο. Και τα παιδιά, με τα τριανταφυλλένια μάγουλα, με τα γαλάζια μάτια, με τα ξανθά μαλλιά, να  παίζουν ανάμεσα στις φλαμουριές, στις φτελιές, στα κοπάδια τις χήνες και στα γελάδια. Άφησαν πίσω τους, μέσα στον ήλιο της την πολιτεία, σίμωναν τώρα σε μιαν άλλη, γεμάτη σπίτια, γεμάτη φάμπρικες, ο φοιτητής δε μιλούσε, η Μαρουδιά δεν ήξερε πού βρισκόταν, ήταν χαμένη ολότελα, να τη σέρνεις καταπώς σου βολεί και κείνη να υποτάζεται, καθώς το φύλλο στον άνεμο. Κατέβηκαν από τ’ αμάξι, στάθηκαν, κοίταξαν πέρα. Ο φοιτητής την πήρε από το χέρι:

- Τώρα, της είπε, θα περπατήσουμε, καθώς περπατούσαν και κείνοι.

Δρόμος ανάμεσα σε μεγάλες δεντροστοιχίες ξετυλιγόταν μπροστά τους. Ήσυχος, μοναξιασμένος, φαρδύς και μακρύς. Κάπου ένα σταυροδρόμι. Εκεί ανοιγόταν παραδρομάκι καταφρονεμένο, συλλογισμένο, γυμνό. Πήραν το παραδρομάκι. Σε λίγο συναπάντησαν μεγάλη, κατάψηλη σκοπιά, γυμνή και τούτη, παρατημένη, γδαρμένη, ερειπωμένη, σαν ένα σώμα πεθαμένο, ξεκοιλιασμένο, αφανισμένο από τα σκουλήκια. Κι έπειτα έναν τοίχο, ξεγδαρμένο και τούτον και τρυπημένον από μικροσκοπικούς φεγγίτες. Κι έπειτα μιαν άλλη σκοπιά. Το παραδρομάκι, κι οι σκοπιές, κι οι φεγγίτες μύριζαν θάνατο. Εκεί μέσα, πίσω και κάτου από τους φεγγίτες, σε καμαράκια που δεν ήταν καμωμένα για να σκεπάσουν ανθρώπους, τους έσπρωχναν, τους αμπάρωναν, συντροφιές, συντροφιές, για μέρες πολλές, έτσι που μήτε να μπορούν να ξαπλώσουν, μήτε το γόνατο να λυγίσουν, καθώς ήταν ο ένας στριμωγμένος σιμά στον άλλο, κατάσαρκα. Η Μαρουδιά μονάχα κοίταζε πια. Δεν ένιωθε, αν είχαν όλα τούτα καμιά σημασία, αν είχαν καμιά σχέση με το γιο της.

- Εδώ είναι το Νταχάου! της είπε ο φοιτητής.

- Τούτος ο τοίχος;

- Τούτος ο τοίχος! Και τ’ άλλα, που θέλουν πολύ κουράγιο, για να μπορέσει ανθρώπου μάτι να τ’ αντικρίσει.

- Μη σε νοιάζει για το κουράγιο. Πήγαινέ με μονάχα, να ιδώ τον τόπο, να χορτάσουν τα μάτια μου θάνατο.

Τα λόγια έβγαιναν από τα χείλη της ξεκομμένα, λαχανιασμένα, σαν από μοναχά τους, τόσο δεν ήταν βέβαιη η Μαρουδιά, πως μιλούσε η ίδια την ώρα εκείνη. Κι η σιωπή, η τρομερή σιωπή, ολοένα και πιο πολύ να βαθαίνει. Έφτασαν στο έμπα της κόλασης. Είδαν δρόμο στρωμένο, γυαλιστερό κι ανοιχτό, και τόπο δεντρόφυτο και γεμάτο λουλούδια και γης πασπαλισμένη με ψιλό χαλίκι κατάμαυρο. Μια πόρτα μεγάλη, κι ένα στρατιώτη καλοντυμένο, φρεσκοξυρισμένο, να στέκει στη σκοπιά του ασάλευτος. Ύστερα ένα άγαλμα, σκούρο, από χαλκό, πλασμένο με τη φρίκη, που αναδίνει όλος ο τόπος. Ήταν ο άνθρωπος, ο ένας από την άπειρη θάλασσα των ανθρώπων, που βρήκαν το θάνατο εκεί μέσα. Ένας άνθρωπος λιγνός, όλος κόκαλα, με φαρδιά σερνάμενα παπούτσια, με φαρδιά σερνάμενα πανταλόνια, μ’ ένα τραγικά γελοίο σακάκι, με ξουρισμένο κεφάλι, με σκαμμένα μάγουλα, με μάτια περίτρομα και θλιμμένα. Όλη η φτώχεια, όλη η πείνα, όλη η γύμνια, όλη η μοναξιά, όλος ο πόνος του κόσμου τούτου ήταν σκαλισμένος σε κείνο το άγαλμα, που λες και ρωτούσε: «Τι έφταιξα;» Προσπέρασαν τ’ άγαλμα, μπήκαν στο «κρεματόριο», ένα χτίριο χαμηλό, με ψηλή καμινάδα, ραγισμένη, κατάμαυρη. Τα χωρίσματα ήταν από τσιμέντο και σίδερο. Ο φοιτητής διάβαζε τις επιγραφές, που είχαν κρεμάσει οι Αμερικανοί: «αίθουσα για γδύσιμο», «αίθουσα λουτρού», «αίθουσα θανάτου». Η στερνή τούτη ήταν τρύπια στο δάπεδο και στην οροφή – να βγαίνει το γκάζι να τους σκοτώνει. Αφού τους σκότωναν, τους έβαζαν απάνου σε σιδερένια κρεβάτια και τους έριχναν μέσα στους φούρνους, σπρώχνοντάς τους με μερικά σιδερένια ραβδιά. Όλα τούτα τα σύνεργα τα δαιμονικά τα είχαν αφημένα εκεί οι Αμερικανοί, και τα κρεβάτια και τα ραβδιά, να περνάει ο καθένας, να συλλογιέται και να ντρέπεται, που τον έπλασε άνθρωπο ο Θεός. «Παναγίτσα μου», παρακαλιόταν η Μαρουδιά, «δος μου τη δύναμη να το βαστάξω!» Βάλθηκε να κοιτάζει, για ώρα πολλή, τα στόματα τ’ άδεια, των φούρνων. «Θεέ μου, εδώ τον έβαλαν, εδώ τον έκαψαν το Λευτέρη;» Τα πόδια της ρίζωσαν, να μη σαλεύουν, να μη σαλεύουν τα μάτια της, έβλεπε το παιδί στο σιδερένιο κρεβάτι, έβγαλε μεγάλη φωνή: «Λευτέρη, παιδί μου!» κι έπεσε χάμου, ουρλιάζοντας. Σίμωσε, τη σήκωσε, την πήρε μαζί του ο φοιτητής. Κάθισαν κάπου να πάρουν ανάσα. «Πήγαινέ με παντού», του είπε η Μαρουδιά. «Παρακάλεσέ τους να μ’ αφήσουν να κείτουμαι δω χάμου, σιμά στο Λευτέρη!» Είδαν και το άλλο κρεματόριο, το μικρότερο. Τα καμαράκια για την «απολύμανση», με τις σιδερένιες πόρτες. Τους «τάφους των αγνώστων», χιλιάδων και χιλιάδων αγνώστων. Τους λάκκους της στάχτης. Τους τόπους, όπου σκότωναν όσους δεν πρόφταιναν να πνίξουν με το γκάζι. Σε κείνους τους τόπους είδαν δέντρο μεγάλο, όπου έστηναν τους μελλοθάνατους και τους τουφέκιζαν. Κι αλλού όχτος μικρός χωματένιος. Εκεί τους έσφαζαν, με το μαχαίρι, καθώς τα τραγιά. Και πίσω από τον όχτο χαντάκι, να τρέχει το αίμα. Και τούτο το χαντάκι ήταν γεμάτο λουλούδια, κατακόκκινα, να θυμίζουν το αίμα. «Μπορεί και να το ’σφαξαν σε τούτο τον όχτο το παιδί το Λευτέρη», συλλογίστηκε η Μαρουδιά. Κι άπλωσε το χέρι τρεμάμενο κι έκοψε κατακόκκινο λουλούδι, το λουλούδι της φρίκης, και το ’βαλε στον κόρφο της, να το πάρει στην πατρίδα. Και κείνη την ώρα κάποια γαλήνη έπεσε μέσα της. Τόσοι νεκροί, να μην μπορεί να τους μετρήσει ο νους του ανθρώπου. Ο γιος της δεν ήταν ασυντρόφευτος, ο Λευτέρης. «Εδώ να μείνω, να ’ρχουμαι κάθε μέρα σε τούτον τον όχτο, να κοιτάζω τα λουλούδια ν’ ανθίζουν», πήρε να συλλογιστεί η Μαρουδιά.

Μα δεν ξανάρθε. Ο φοιτητής πολύ επιδέξια την έκαμε να το νιώσει, πως διάφορο κανένα δε θα ’χε από τούτη την πράξη. Της βρήκε σύντροφο, έναν εμπορευόμενο, που γύριζε στην πατρίδα. Κι έφυγε, με το λουλούδι το κόκκινο στα χέρια, η Μαρουδιά, τυλιγμένο προσεχτικά σε λαδόχαρτο. Και το ’βαλε το λουλούδι ψηλά στα κονίσματα, ανάμεσα στους συλλογισμένους αγίους, τόση αγιοσύνη που είχε και κείνο, από θλίψη πολλή κι ανυπόφερτη.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA