«Το Βουγγάρι»

 

     Ώσπου να μάθουμε πως οι Γερμανοί είχαν κρεμάσει τον άντρα της, κατέφθασε η ίδια απ’ τη Φλώρινα με τη μικρή στην αγκαλιά και μες στα μαύρα. Γέμισε ξαφνικά το σπίτι θρήνους και σκληρές περιγραφές. Ήταν βλάχα κι έλεγε πολλά, χωρίς να παίρνει ανάσα, όπως μιλούν όλες οι ρουμανόβλαχες. Μας είπε γενικά κι ύστερα λεπτομέρειες πώς τον έπιασαν, πώς τον πέρασαν αμέσως στρατοδικείο και πώς τον κρέμασαν στο χώρο της μεγάλης στρατώνας την άλλη μέρα πρωί πρωί μαζί με άλλους δέκα.

     Χτύπησε η πόρτα τους την αυγή και σηκώθηκε αυτός ν’ ανοίξει. Βρισκόταν μάλιστα σε κάποια διέγερση, αλλά δε φόρεσε τίποτε περισσότερο, γιατί νόμιζε πως θα ’ναι ο βοηθός του απ’ το ηλεκτρικό εργοστάσιο, όπου την προηγούμενη είχε παρουσιαστεί μια μυστήρια βλάβη. Όμως σε μερικά δευτερόλεπτα ξαναμπήκε στο δωμάτιο κατάχλωμος, αναζητώντας το πανταλόνι και το σακάκι. Στην πόρτα της κάμαρας στεκόταν ένας Γερμαναράς με κράνος και πέταλο στο στήθος κι ένα δικό μας καθίκι διερμηνέας. Αυτή ούτε που πρόλαβε να σηκωθεί, μισόγυμνη καθώς ήταν στο κρεβάτι. Της έδωσε ένα παγωμένο φιλί και πήγε μαζί τους.

     Το άλλο πρωινό σαν έμαθε τα φριχτά μαντάτα, έτρεξε έξαλλη κι έβρισε χυδαία το Γερμανό διοικητή, έναν παγερό ταγματάρχη. Ο διερμηνέας δεν πρόφταινε να μεταφράζει κατακόκκινος. Στο τέλος ο διοικητής είπε μόνο αυτό: «Σύμφωνα με τους κανονισμούς έπρεπε να κρεμάσω κι εσένα, αλλά έχεις μικρό παιδί και δε θέλω». Και βγήκε από το γραφείο του μαύρος απ’ το κακό του.

     Δεν την άφηναν να ζυγώσει, κι αυτή κατέφυγε στο σπίτι των τριών κοριτσιών, που ήταν απέναντι στο μεγάλο στρατώνα. Το σπίτι ήταν ισόγειο, χωματένιο, δε φαινόταν καλά η κρεμάλα. Σαν βράδιασε σκαρφάλωσε μαζί με τα κορίτσια πάνω στην ψηλή κορομηλιά κι αποκεί τον έβλεπε θαμπά μέσα στο φεγγαρόφωτο. Ήταν ψηλός και ξανθός κι απάνω στην κρεμάλα φάνταζε ακόμα ψηλότερος, ξεχωρίζοντας από όλους τους άλλους. Τον είχαν δεύτερο στη σειρά· πρώτος ήταν ο βοηθός του. Έμεινε εκεί ως το πρωί, μοναχή της. Το δέντρο κολλούσε, ήταν άρρωστο. Μαύρισαν τα χέρια της και τα μούτρα της απ’ την κόλλα. Σκοποί με εφ’ όπλου λόγχη πηγαινοέρχονταν. Δεν την άφησαν ούτε την άλλη μέρα να ζυγώσει. Τα ίσια ξανθά μαλλιά του ανέμιζαν στον άνεμο τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τέλος τον έθαψε σχεδόν κρυφά. Μονάχα τα κορίτσια τόλμησαν και πήγαν.

     Νιώθαμε βαριά ευθύνη για όλα αυτά και αρκετή κούραση, για να λέμε την αλήθεια. Είχαμε κάνει εμείς το συνοικέσιο αυτό, που εκτός απ’ το τραγικό του τέλος είχε περάσει κι από πολλές άλλες δύσκολες φάσεις. Το κορίτσι ήταν ιδιαίτερα άτυχο. Το τελευταίο καλοκαίρι πριν απ’ τον πόλεμο παραθερίζαμε, όπως συνήθως στη Φλώρινα και την καλέσαμε να περάσει μερικές μέρες κοντά μας. Οπωσδήποτε είχαμε και τη σκέψη να επιχειρήσουμε το προξενιό μια και γνωρίζαμε κι αυτήν, που είχε πάρει να παραμεγαλώνει, αλλά και τον μακαρίτη, που καθόταν απέναντί μας και δούλευε μηχανικός στο εργοστάσιο ηλεκτρισμού. Ήταν φρόνιμος άνθρωπος και μελαγχολικός. Είχε χωρίσει πρόσφατα με την πρώτη του γυναίκα, που αποδείχτηκε μεγάλη πόρνη, μολονότι αυτός είχε ξεραθεί σαν μπακαλιάρος για να την χορτάσει. Τον άκουσα μια μέρα που απαριθμούσε στον πατέρα μου τις προσπάθειές του και κρύφτηκα απ’ τη ντροπή μου. Το παιδί τους, ένα αγόρι μεγαλούτσικο, το είχε πάρει αυτή μαζί της στην πρωτεύουσα και το ’βαλε σ’ ένα χριστιανικό οικοτροφείο, πληρώνοντας ακριβά μετά την επισημοποίηση της δουλειάς της. Λέγαν πως ήταν πολύ όμορφη. Όλα αυτά, κι άλλα ακόμα, έκαμναν συμπαθή τον μακαρίτη κι οι δήθεν κρυφές σχέσεις που διατηρούσε με τη μικρότερη από τις τρεις γειτονοπούλες διόλου δε βαραίναν, μια και φαινόταν καθαρά πως δεν έτρεφε σοβαρούς σκοπούς για κείνη την πεταχτούλα. Ζυγιάζοντας τα πράγματα οι δικοί μου, που ήταν κι αυτοί ένα νεαρό ζευγάρι, αποφάσισαν και του μίλησαν. Κι όταν μετά από κάποιο δισταγμό δέχτηκε, επακολούθησε η πρόσκληση προς την ανύποπτη ακόμη κόρη. Μόλις την είδε να κατεβαίνει απ’ το τραίνο, ψηλή και μελαχρινή, ψιθύρισε στον πατέρα μου: «Τώρα αλλάζουν τα πράγματα». Απ’ αυτό καταλάβαμε πως δεν είχε πάρει την υπόθεση και τόσο στα ζεστά μέχρι τότε.

     Δυο τρεις μέρες μετά τον ερχομό της, κι αφού γνωρίστηκαν κάπως και γλυκάθηκαν, οργανώσαμε μια μακρινή εκδρομή σ’ ένα πανηγύρι των Αγίων Πάντων, που γινόταν μέσα στα όρη και στα βουνά κοντά στα σερβικά σύνορα. Δε θυμάμαι τίποτε άλλο απ’ το πρώτο αντίκρισμα της τοποθεσίας παρά δέντρα πολλά και την πρωινή δροσιά του βουνού να πλανιέται. Οι πιο πολλές γυναίκες, κατεβασμένες απ’ τα γύρω ορεινά χωριά, φορούσαν τις ντόπιες φορεσιές, με τις κεντητές ποδιές και τα χρωματιστά τσεμπέρια. Στ’ αυτιά τους είχαν περασμένα σαν σκουλαρίκια κάτι χηνίτικα φουσκωτά πούπουλα, απ’ το μέσα στρώμα του στήθους της χήνας, και που άκουσα να τα λένε «πούφκες». Οι άντρες φορούσαν τα καλά τους, τα γαμπριάτικα. Σκούρα και μάλλινα, φυσικά. Τώρα, όταν βλέπω καμιά φορά πίνακες καλών λαϊκών ζωγράφων της κεντρώας Ευρώπης, εκείνο κυρίως το πανηγύρι θυμάμαι.

     Στο ξωκλήσι δε μείναμε πολύ· άλλωστε ήταν γεμάτο λαό. Στρωθήκαμε γρήγορα κάτω απ’ τα δέντρα κι αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για το γλεντάκι, που τελικά δεν έγινε γιατί ο ένας τραβούσε αποδώ κι ο άλλος αποκεί. Μαζί μας, εκτός απ’ το ζευγάρι που προξενεύαμε, είχαμε κι άλλα πρόσωπα για να καλύψουμε κάπως το πράγμα, να δημιουργήσουμε κατάλληλη ατμόσφαιρα, αλλά και να εξυπηρετήσουμε κι άλλες ανάγκες. Πρώτα πρώτα είχαμε μια πολύ άσχημη γεροντοκόρη δασκάλα, που ερχόταν κάθε χρόνο στη Φλώρινα για να κάμνει, λέει, ντοματοθεραπεία με τις φημισμένες ντομάτες του τόπου. Ήταν ιδιαίτερα σιχαμερή κατά την ώρα της θεραπείας, όταν μ’ εκείνες τις αχειλάρες και τις δοντάρες της προσπαθούσε να φάει το εσωτερικό μόνο απ’ τις σαρκώδεις ντομάτες, αποφεύγοντας το δύσπεπτο φλούδι. Έτρωγε, φυσικά, κοφίνια ολόκληρα. Εντούτοις κάθε χρόνο γινόταν φριχτότερη στην όψη, μα ομολογουμένως καλύτερη στην καρδιά. Ίσως με τον καιρό να πρόκοπτε σε σοφία και να διαισθανόταν καθαρότερα ότι οι ντομάτες, ακόμα και της Φλώρινας, δεν είναι, δυστυχώς, το μεγάλο όπλο για την υγεία και την ομορφιά σ’ αυτόν τον κόσμο. Πάντως, εκείνη τη μέρα αυτή ήταν η πιο πιστή και πειθαρχική ακόλουθός μας. Όλοι οι άλλοι είχαν τους ιδιαίτερους σκοπούς τους. Μα, μόνο με τη δασκάλα δεν μπορούσε, βέβαια, να γίνει γλέντι. Η άλλη ύπαρξη, που είχαμε μαζί μας, ήταν η κόρη της σπιτονοικοκυράς, ομορφούλα αυτή και τρελά ερωτευμένη μ’ έναν κουρέα της κεντρικής πλατείας. Η μάνα της, μια στρίγγλα βλάχα, που όλο μουρμούριζε, αντιδρούσε λυσσαλέα, δεν τους άφηνε σε χλωρό κλαρί, και τα παιδιά δεν μπορούσαν να χορταστούνε. Είχαν επινοήσει του κόσμου τα κόλπα για να μπορούν να λεν καμιά κουβέντα πότε πότε, αλλά και πάλι οι καλοθελητάδες τα πρόφταιναν. Όταν περνούσε εκείνος από μπροστά της με το μαντίλι στη μύτη, αυτό σήμαινε: «Θέλω οπωσδήποτε να σε μιλήσω». Εκείνη τότε έπρεπε να βρει τρόπο να προχωρήσει προς το συμφωνημένο σημείο. Το ίδιο έκαμνε κι αυτή, όταν ήθελε να του πει κάτι το επείγον. Περνούσε δήθεν αδιάφορη έξω απ’ το κουρείο, που η πόρτα του έφραζε μ’ εκείνο το παραπέτασμα από χρωματιστές χάντρες, και κρατώντας επιδεικτικά το μαντιλάκι στη μύτη σιγάνευε κάπως το βήμα. Οπότε αυτός με μια δικαιολογία παρατούσε τον πελάτη στη μέση κι έτρεχε δυο τρία μαγαζιά πιο κει, σ’ ένα εργαστήριο που κάμνανε λουκούμια και όπου ήξερε ότι αυτή θα τον περίμενε. Το τι λουκούμια τρώγανε στο σπίτι τους, ήταν άλλο πράμα. Είχε πείσει τους πάντες ότι τρελαίνεται για το γλύκισμα αυτό. Κι όλοι αυτοί οι παιδεμοί για να μπορέσουν να πουν, συνήθως, μόνο μια καλημέρα και ν’ ανταλλάξουν μια χειραψία τρυφερή. Ήταν τόσο σύντομες οι συναντήσεις αυτές, ώστε πολλές φορές, όταν ο κουρέας γύριζε στο μαγαζί του, οι χάντρες εξακολουθούσαν να κουνιούνται και να χτυπούν απ’ το ζωηρό παραμέρισμα που τις είχε κάνει βγαίνοντας. Όταν πηγαίναμε εμείς το καλοκαίρι, τα λουκούμια κάπως περιορίζονταν. Πήγαινα εγώ τα ραβασάκια κι έπαιρνα τις εντολές του. Το προηγούμενο απόγευμα, μόλις αποσπάσαμε τη συγκατάθεση της παμπόνηρης γριάς, πήγα τρέχοντας στον κουρέα να του πω, πως την άλλη μέρα θα είμαστε στο πανηγύρι. Δεν είχαμε καλά καλά στρώσει κι ο μικροκαμωμένος κουρέας εμφανίστηκε. Φαίνεται, είχε πάει πολύ πιο μπροστά από μας, απ’ τα βαθιά χαράματα.

     Παρόλη την πρωινή δροσιά, η ζέστη γρήγορα πήρε ν’ ανεβαίνει κι οι άντρες άρχισαν να πίνουν μπρούσικο κρασί με τσούσκες ξιδάτες. Τα τζιτζίκια είχανε λυσσάξει κι οι σφήκες, καθώς πετούσαμε τις καρπουζόφλουδες και άλλα γλυκά, μαζεύονταν κατά σμήνη. Είχε αρχίσει κιόλας η φθορά της εκδρομής, που είναι πάντοτε καλές μόνο μέχρι το μεσημέρι. Κάποια στιγμή ακούστηκε μεγάλη φασαρία πίσω απ’ την εκκλησιά. Δυο μεθυσμένοι γύφτοι μαχαιρώθηκαν. Τρέξαμε προς τα κει, μα δεν μπορούσαμε να βγάλουμε άκρη. Οι γύφτοι ήταν πάρα πολλοί και φώναξαν όλοι μαζωμένοι. Χτυπήθηκαν για τα μάτια μιας κατσιβέλας, που τώρα θρηνούσε παράμερα. Ήταν πολύ απαίσια, όμως σε λίγες μέρες πληροφορηθήκαμε απ’ τις εφημερίδες πως επρόκειτο περί καλλονής. Παρόλο το κακό παράδειγμα, οι δικοί μας ερωτευμένοι καθόλου δεν πτοήθηκαν. Ίσα ίσα, βρήκαν ευκαιρία για μια βόλτα, που όμως κράτησε πάρα πολύ, κι ο κουρέας με τη δικιά του ξάπλωσαν λίγο πιο πέρα, πίσω από ένα πουρνάρι, σκεπάζοντας τα κεφάλια τους με μια διπλή εφημερίδα σαν τσαντήρι. Κάτω απ’ την εφημερίδα ακούγονταν διαρκώς γελάκια, αναστεναγμοί και φιλιά ίδια με γερά ξεταπώματα μπουκαλιών με παλιό κρασί. Η δασκάλα βρέθηκε τότε σε δύσκολη θέση. Φοβήθηκε για μια στιγμή μήπως μας δημιουργήσει κανένα ζήτημα. Τι να την κάνουμε; Είχαμε φροντίσει και γι’ αυτήν, αλλά κανένας δεν την είχε θελήσει. Στο τέλος αποκαμωμένη σκεπάστηκε κατά τον ίδιο τρόπο με μια εφημερίδα κι έκανε πως κοιμάται. Μα, αυτό δε βάσταξε πολύ. Έβγαλε ξαφνικά μια τσιρίδα και πετάχτηκε. Την είχε τσιμπήσει μια σφήκα στο δεξί μάγουλο. Οι ερωτευμένοι διέκοψαν τα φιλιά τους για να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Αμμωνία, φυσικά, μαζί μας δεν είχαμε. Χρειάστηκε να κατουρήσω εγώ, που το κάτουρό μου ήταν, λέει, ακόμα αγνό, να κάνουμε λάσπη και να της την κολλήσουμε στο πρησμένο μούτρο. Αυτό ήταν γιατροσόφι του κουρέα. Για να την παρηγορήσουμε της λέγαμε σε τόνο στοργικό ότι οι σφήκες στα γλυκά πηγαίνουν κι όχι στα πικρά, οπότε αυτή το πίστεψε κι άρχισε να κάνει νάζια σαν καμιά μπεμπέκα. Δεν ξέραμε πώς να συγκρατήσουμε τα γέλια μας. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως οι σφήκες κανέναν άλλον δεν πείραξαν. Δεν πιστεύω όμως να το είχε κάνει επίτηδες η υστερική δασκάλα. Μας χάλασε όλο το κέφι. Λίγο αργότερα, εμένα με κυνήγησε ένα κριάρι, μα προτού προλάβει να με κουτουλήσει, εγώ έπεσα, και το κριάρι διάβηκε θριαμβευτικά από πάνω μου. Επίσης διαδόθηκε ότι πιάσανε έναν κατάσκοπο.  

     Τελικά, μόλις που προλάβαμε το λεωφορείο, γιατί το νεότευκτο ζευγάρι άργησε πάρα πολύ και μας έπρηξε το τσιγέρι. Πού πήγαν και τι κάνανε τόσες ώρες, ένας θεός το ξέρει. Πάντως, εγώ τους είχα δει ν’ αγκαλιάζονται προτού καλά καλά μπούνε στο δάσος. «Καλά κρασιά» είχε πει τότε ο πατέρας μου κι αποδείχτηκε προφήτης. Στο γυρισμό αυτή σιγοτραγουδούσε παθητικά τραγούδια και τον κοίταζε λιγωμένη στα μάτια, ενώ αυτός γελούσε με το παραμικρό σαν να τον γαργαλούσαν. Τότε μόλις αρχίσαμε κάπως ν’ ανησυχούμε.

     Ο σεμνός κουρέας δε γύρισε μαζί μας για να μην εκθέσει την αγαπημένη του. Παρ’ όλες τις λεπτότητες όμως, η συνάντησή τους αυτή έμελλε να είναι η τελευταία, γιατί σε λίγες μέρες ένα γεγονός αναπάντεχο τα αναποδογύρισε όλα.

     Χτύπησε πρωί πρωί η εξώπορτα του σπιτιού που μέναμε. Η κόρη της νοικοκυράς άνοιξε με τις νυχτικιές να δει ποιος είναι. Ήταν ένας μεσόκοπος ομογενής που ζητούσε κάποιους γείτονες. Η κόρη γύρεψε μια στιγμή συγγνώμη, έριξε κάτι απάνω της, και οδήγησε ευγενικά τον Αμερικάνο ως εκεί απ’ όπου φαινόταν το σπίτι που ήθελε. Αυτός, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πήγαινε για γαμπρός στο σπίτι αυτό. Μόλις όμως αντίκρισε την κοπέλα που του προξενεύανε, με πρησμένα απ’ τον ύπνο μάτια και αρκετά μεγαλούτσικη, είπε «νο,νο!» μέσα του κι έπεσαν τα φτερά του. Αντίθετα, το μυαλό του είχε κολλήσει στην κόρη της νοικοκυράς μας. Αυτή μάλιστα! Του είχε φανεί πολύ όμορφη και φρέσκια, κι ας είχε μόλις σηκωθεί απ’ τον ύπνο. Έπρεπε να βγει η δασκάλα και του ’λεγα εγώ. Πραγματικά, η υποψήφια νύφη στάθηκε πολύ άτυχη, η σύγκριση ήταν συντριπτική. Τον Αμερικάνο τον είχε δασκαλέψει η πονήρω η μάνα του να πάει να δει τη νύφη ξαφνικά και πρωί πρωί, γιατί τότε, λέει, οι γυναίκες φαίνονται αν είναι αληθινά νέες και όμορφες. Έβαλε λυτούς και δεμένους να μάθει για τη δικιά μας, και καθώς αυτή είχε απελπιστεί πια με το άκαμπτο συγγενολόγι της, αλλά και με τον μπαρμπέρη, δέχτηκε τελικά τις προτάσεις του και σε λίγο γίνονταν οι αρραβώνες. Ο καημένος ο κουρέας έφερνε πια το μαντιλάκι μόνο στα μάτια κι αλίμονο όχι συνθηματικά. Φεύγοντας τους αφήσαμε στα πρόθυρα του γάμου. Ο Αμερικάνος βιαζόταν φοβερά, το εστιατόριο βρισκόταν σε ξένα χέρια. Άλλωστε δεν έβλεπε το λόγο να κάθεται εδώ, εφόσον ο σκοπός του είχε επιτύχει.

     Κατά τον Σεπτέμβρη έφυγαν παντρεμένοι για την Αμερική και λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, κατέφθασαν και τα πρώτα νέα. Η κοπέλα περνούσε ζωή χαρισάμενη. Πράγματα ανήκουστα έγραφε στο γράμμα. Δεν έπινε ποτέ νερό από τη βρύση παρά μόνο από μπουκάλια, δεν έπλενε κάλτσες, κιλότες και γενικά εσώρουχα παρά τα πετούσε μόλις λερώνονταν· ούτε και μαντιλάκια έπλενε ποτέ. Αυτά εξάλλου και να ’θελε να τα πλύνει, δεν μπορούσε γιατί ήταν χάρτινα. Τη μακαρίζαμε για την τύχη της. Πολύ τη θυμηθήκαμε στην Κατοχή και ιδίως μετά την απελευθέρωση, που άρχισαν να έρχονται τα δέματα αποκεί πέρα. Είχαμε χάσει όμως τη σύστασή της, ούτε κι αυτή μας ξανάγραψε. Τώρα που σκέφτομαι τη σιωπή, δεν το θεωρώ αυτό καθόλου καλό σημάδι.

     Η δικιά μας προσκαλεσμένη σε καναδυό μέρες μετά το πανηγύρι έφυγε απ’ τη Φλώρινα, δηλώνοντας με τόλμη που μας ξάφνισε, πως τον μηχανικό τον θέλει και πως πια στο χέρι μας είναι να μιλήσουμε και να πείσουμε τους δικούς της. Τα ίδια περίπου μας είπε κι ο μηχανικός και φάνηκε πως ήταν συνεννοημένοι.

     Πάντως, αυτός σαν άνδρας εξακολούθησε να πηγαίνει δίπλα στις τρεις αδερφές, που ήταν ψυχικάρες και στην πραγματικότητα μόνο δύο. Την άλλη, τη μεγαλύτερη, είχε καταφέρει ο ίδιος να την παντρέψει εξαναγκάζοντας ένα βαθμοφόρο μορφονιό, που την είχε αφήσει έγκυο, να τη στεφανωθεί. Το τι είχε τραβήξει όμως για ένα διάστημα εκείνο το κορίτσι δε λέγεται. Την είχαν κλείσει σ’ ένα ανήλιο δωματιάκι όπου την έβριζαν και τη χτυπούσαν συνεχώς. Μάνα δεν είχε, αλλά είχε μια φοβερή μπάμπω, που δεν ήξερε λέξη ελληνικά. Αυτή ακόμα και τώρα, μολονότι κατάκοιτη, καταπίεζε βαριά τα άλλα δυο κορίτσια, σε σημείο που πήγαιναν και άναβαν κεριά στην εκκλησιά για να πεθάνει το ταχύτερο. Της το έλεγαν μάλιστα σαν νέο για να τη σκάσουν. Δεν ήταν αυτές σαν τη μεγάλη που την είχε πληρώσει. Καθώς το σπίτι τους βρισκόταν απέναντι στο μεγάλο στρατώνα, τα κορίτσια, θέλοντας και μη, γνωρίζονταν κάθε τόσο και με κανένα φαντάρο. Κακά τα ψέματα· όπου υπάρχουν στρατώνες, η άμυνα δεν είναι εύκολη. Οι νέοι άντρες είναι ακαταμάχητοι κι όταν επιθυμούν κάτι πολύ, τίποτε δεν τους σταματάει. Όλη μέρα κάνοντας ασκήσεις, κοιτάζανε ακούραστα προς το χαμηλό σπιτάκι. Κάθε φορά που διαπερνούσαν με τις ξιφολόγχες τους αχυρένιους ανθρώπους, τους κρεμασμένους στη σειρά, βγάζαν κωμικές κραυγές και στρέφονταν προς τα κορίτσια. Αυτές πάλι, αφού έκαμναν πρωί πρωί με πυρωμένο σίδερο τα μακριά μαλλιά τους μπούκλες σαν λουκάνικα – πράγμα για το οποίο ο κόσμος λογοπαίζοντας τις ονόμαζε «Λουκανίκες» – σκαρφάλωναν απάνω στην κορομηλιά για να βλέπουν τις ασκήσεις των παλικαριών, αλλά και για να γλιτώνουν απ’ τη γριά και το γέρο πατέρα τους, που μετά το πάθημα της πρώτης, δεν τις άφηναν να στέκονται πολύ πολύ στην πόρτα. Μέσα στο πηγάδι, που ήταν κάτω ακριβώς απ’ τα κλαδιά της φουντωτής κορομηλιάς και όπου κατεβάζαμε καρπούζια, πεπόνια και αγγούρια για να κρυώσουν, καθρεφτίζονταν συχνά, κι ας ήταν μεσημέρι, το φεγγάρι σε διάφορες φάσεις του. Πάντως, δεν ήταν αλήθεια αυτό που έλεγε η γειτονιά, πως δε φορούσαν τίποτε από κάτω. Η μόνη αλήθεια σχετικά ήταν πως οι Λουκανίκες είχαν παρανοήσει στους στίχους ενός τραγουδιού της εποχής κι αντί να λεν·

«Δεν έχεις τίποτε, μα έχεις κάτι,

                                          και από κάτι είσαι ολόκληρη γεμάτη…»

αυτές έλεγαν· και από κάτω είσαι ολόκληρη γεμάτη. Τι να τις κάνεις; Μήπως ήξεραν καλά ελληνικά;

     Το βράδυ τα παλικαράκια ξαναμμένα δώσ’ του και κόβαν βόλτες έξω απ’ το καλυβάκι, μολονότι ο δρόμος είχε μια πιθαμή σκόνη και ήταν ναρκοθετημένος με πλατιές βουνιές απ’ τα γελάδια. Μα, η γλυκιά επιθυμία που έκοβε τα μέλη και το αδύνατο λαμπιόνι του Δήμου τα ’δειχναν όλα αυτά παραμυθένια. Τα παιδιά τις πετούσαν λόγια πειραχτικά ή αινιγματικά, κι αυτές μ’ ένα στόμα απαντούσαν. Ήταν κοινωνικώς πολύ μορφωμένες. Κάπου κάπου καμιά παρέα σκάλωνε για να συζητήσει βαθύτερα την απάντηση.

     Έτσι είχε ξεπλανέψει κι ο βαθμοφόρος τη μεγάλη. Της ζήτησε κορόμηλα και πιάσανε κουβέντα. Ως τότε μόνο φαντάροι την καταδέχονταν κι αυτή συγκινήθηκε ιδιαίτερα από τα γαλόνια. Ακόμα κι η γριά έπαψε να γρυλίζει και περιποιούνταν με αρκετή προθυμία τον καπετάνιο. Το σπίτι τους ήταν ταπεινό, πολύ φτωχικό, όμως εκείνος δεν ξεκολλούσε. Άφηνε, βέβαια, να εννοηθεί πως αυτός ήταν πλούσιος στο χωριό του, πράγμα που δεν ήταν ψέμα. Το χειρότερο απ’ όλα στο σπίτι των κοριτσιών ήταν το αποχωρητήριο. Τη νύχτα πήγαιναν στο απέναντι χωράφι που συνόρευε με το στρατώνα. Οι σκοποί πίσω απ’ τα σύρματα ψιθύριζαν λόγια λαγνείας μες στο σκοτάδι. Καμιά φορά έκαμναν λάθος, οπότε γινόταν άγριος σαματάς. Τη μέρα πήγαιναν στο στάβλο, όπου ήταν το αιώνιο γουρούνι και το παχνί της αγελάδας. Μια φορά, που μ’ έμπασαν εκεί μέσα να κάνω τα κακά μου, κατατρόμαξα σαν ένιωσα μια θερμή ανάσα από πίσω μου. Ήταν το γουρούνι, που στα μισοσκότεινα καταβρόχθιζε ό,τι μπορούσε. Αργότερα, όταν πίεζαν το νεαρό να πάρει την ξεπλανεμένη κόρη, αυτός, ανάμεσα στα άλλα επιχειρήματα που αράδιασε, ήταν και το αποχωρητήριό τους. Ίσως τον είχε τρομάξει κι αυτόν το γουρούνι, που μακάρι και να τον δάγκωνε. Όμως κάτι τέτοια στο μακαρίτη δεν περνούσαν. Αφού έμαθε τη ρίζα του και τη φύτρα του, σηκώθηκε, πήγε στο χωριό του και τα είπε όλα στον πατέρα του προκομμένου, ένα νοικοκύρη του παλιού καιρού, που κατασυγχύστηκε, όταν πληροφορήθηκε τα κατορθώματα του κανακάρη του και τον υποχρέωσε να την πάρει το ταχύτερο, απειλώντας τον με αποκλήρωση. Αδιάφορο τώρα, αν από τότε που την πήραν στο σπιτικό τους, την είχανε χειρότερα κι από δούλα και την έδερναν όλοι μαζί. Το γεγονός αυτό είχε αποφασιστική σημασία και στη ζωή του μακαρίτη. Χωρίς να το καταλάβει είχε υπογράψει το νέο στεφανοχάρτι του.

     Γυρνώντας στη Σαλονίκη βάλαμε μπρος το προξενιό. Η κοπέλα φαινόταν ιδιαίτερα ανήσυχη και μας πίεζε. Υποθέσαμε πως είναι γερά τσιμπημένη μαζί του. Εμένα μ’ έστελνε αρκετά συχνά τη νύχτα σε μια γριά μάγισσα να παίρνω κάτι γεμάτα μπουκάλια, που της τα ’δινα απ’ το παραθύρι για να μην τα δει η μάνα της, μια φοβερή καμπουρίτσα. Αργότερα έμαθα πως είχε γκαστρωθεί κι αυτή και ήθελε με κάθε τρόπο να το ρίξει.

     Στις αρχές του Οχτώβρη, λίγο μετά το γράμμα της Αμερικάνας, μια δροσερή βραδιά με μπουμπουνητά και βροχή με το κουμάρι, έγιναν οι αρραβώνες, όπου πήγαμε σύσσωμοι. Η βροχή θεωρήθηκε σημάδι αφθονίας κι όλοι προλέγανε ευτυχισμένη ζωή και πολλούς απογόνους. Ήρθαν και τα προκομμένα τ’ αδέρφια της, έξι τον αριθμό, που όμως καθόλου δε νοιάζονταν για την αδερφή τους. Οι ίδιοι έμοιαζαν αρκετά σοβαροί, όμως οι γυναίκες τους ήταν μία και μία. Ο γάμος ορίστηκε για το Νοέμβρη, αλλά με την κήρυξη του πολέμου ο γαμπρός πήγε φαντάρος κι η κοπέλα έπεσε σε απόγνωση.

     Οι βομβαρδισμοί ερήμωσαν σχεδόν τη γειτονιά, που είχε μόνο τουρκόσπιτα. Άλλοι θυμήθηκαν τα χωριά τους κι άλλοι μετακόμισαν σε συνοικίες, όπου υπήρχαν σπίτια με πολλές πλάκες μπετόν. Εμείς καταφύγαμε στην Αθήνα, στη χοντρή γιαγιά, σ’ ένα γκρεμούλικο σπίτι κοντά στους Αέρηδες. Είχαμε χάσει, φυσικά, την προστατευομένη μας. Όμως καθώς πήγαινα πασχαλιάτικα σε ώρα συναγερμού το ψητό στο φούρνο κι έσκαζαν απάνω τ’ αντιαεροπορικά, ενώ στο ταψί βροντολογούσαν οι πατάτες, είδα μπροστά μου την κόρη της Σαλονίκης να κοιτάει τα νούμερα ενός άλλου δρόμου. Έκλαιγε, όταν την οδήγησα στο σπίτι μας. Είχε κιόλας ένα μωρό, ένα κοριτσάκι. Το είχε γεννήσει πριν λίγο καιρό κρυφά στην Αθήνα και κανένας απ’ τους δικούς της δεν το ’ξερε. Μετρήσαμε νοερά τους μήνες· σίγουρα ήταν προϊόν εκείνης της μακρινής πια εκδρομής. Μαύρη απελπισία κι αυτήν κι εμάς μας περιτύλιγε. Άλλοι ήταν εδώ κι άλλοι εκεί κι ούτε ήμασταν βέβαιοι αν ζούνε.  

     Όταν τέλος πάντων ήρθαν οι Γερμανοί, άρχισε κι ο διαλυμένος στρατός να καταφθάνει κατά μάζες. Πολλές γυναίκες, που είχαν άντρες ή παιδιά στον πόλεμο, πήγαιναν καθημερινά και καρτερούσαν στο σταθμό του Ρέντη, όπου οι μεθοδικοί εχθροί επέτρεπαν να ξεφορτώνουν τα εμπορικά τρένα τους φαντάρους. Οι γυναικούλες κουβαλούσαν και ρούχα πολιτικά μαζί τους, πανταλόνια και πουκάμισα. Είχε βγει η φήμη πως οι Γερμανοί νευρίαζαν ιδιαίτερα σαν έβλεπαν στο κέντρο της Αθήνας τους φαντάρους με τις ελληνικές στολές και απειλούσαν να τους μαζέψουν σε στρατόπεδα. Τα τρένα αυτά δεν είχαν, φυσικά, ορισμένο δρομολόγιο, συνήθως όμως κατέφθαναν στην Αθήνα το απογευματάκι. Οι εμπορικές αμαξοστοιχίες, όσες επέτρεπαν οι αρχές κατοχής, ανέβαιναν μέχρι τη Θήβα ή τη Λειβαδιά – πιο πάνω οι μεγάλες γέφυρες ήταν ανατιναγμένες – κι αποκεί φορτώνοντας στρατό, που μέχρι τότε πεζοπορούσε, τον έφερναν σιγά σιγά στην Αθήνα. Κάθε απομεσήμερο, με αρχηγό τη γιαγιά μου, ξεκινούσε ένα κοπάδι γυναίκες απ’ τη γειτονιά, με πανταλόνια και πουκάμισα ριγμένα στο μπράτσο, με μπαρδάκια γεμάτα νερό στο άλλο χέρι ή με δίχτυα που είχαν φαγητά και τρόφιμα. Πήγαιναν να υποδεχτούν τους γυμνούς και τους διψασμένους, να τους προλάβουν, μόλις πατήσουν το πόδι τους στο χώμα. Η κοπέλα έτρεχε κι αυτή μαζί τους, αν και δεν υπήρχε σχεδόν καμιά ελπίδα. Μας άφηνε το μωρό και πήγαινε. Εννοείται πως τα ρούχα και ιδίως τα φαγητά σπάνια γυρνούσαν πίσω. Όλο και ξεφύτρωνε κάποιος γνωστός ή λυπόντουσαν κανένα ταλαιπωρημένο παλικάρι και του τα ’διναν. Ήταν κι αυτό μια ανακούφιση, μια ελπίδα ανταμοιβής απ’ το Θεό που είχε χαμηλώσει και τα ’βλεπε εκείνες τις μέρες όλα. Όμως κανένας απ’ τη γειτονιά δεν έλεγε να φανεί κι οι γυναικούλες πήγαν στη Γοργοεπήκοο κι έψαλαν όλες μαζί μια παράκληση με κλάματα και λόγια σαστισμένα.

     Το άλλο σούρουπο ακριβώς εμφανίστηκε ένας απ’ τη γειτονιά, που ήτανε γνωστός σαν τοιούτος. Γι’ αυτόν, βέβαια, καμιά γυναίκα δεν είχε παρακαλέσει την Παναγία, ζούσε άλλωστε παντέρημος αποφεύγοντας τους συγγενείς του. Όμως η Γοργοεπήκοος είχε βρει τρόπο να κάνει την υπόδειξη της. Είχε κλέψει ένα άλογο, μας εξήγησε απλά, γι’ αυτό έφτασε πρώτος. Ο πολύς στρατός είναι στο δρόμο κι έρχεται χωρίς να τον πειράζει κανένας. Οι γυναικούλες έκαναν το σταυρό τους και κάπως γαλήνεψαν. Μα, αργά το βράδυ, δυο στεναχωρεμένα παλικάρια έφεραν απέναντι, στο σπίτι του τυφλού, την είδηση πως ο γαμπρός του είχε σκοτωθεί στην οπισθοχώρηση. Χάλασε ο κόσμος απ’ τις τσιρίδες κι η γειτονιά πανικοβλήθηκε. Ο σκοτωμός είχε γίνει την τελευταία στιγμή, τότε που όλοι νόμιζαν πως οι σκοτωμοί τουλάχιστο είχαν πάψει. Κανένας δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα.

     Το άλλο πρωί πολλές γυναικούλες ξεκίνησαν με φούρια για το σταθμό του Ρέντη. Μαζί τους έφυγε και η κοπελιά. Σε λίγο όμως εμφανίστηκε ήσυχα ήσυχα ο μικρότερος γιος της Θοδωρούλας, όπως ακριβώς κι εκείνη το υπολόγιζε. Είχε ιδιωτικό εικονοστάσιο στην αυλή της, υπόλειμμα απ’ την παλιά εκκλησία της Κυράς, και από μέρες έλεγε πως η Παναγία τής είχε πει, πρώτα να περιμένει τον μικρότερο και μετά τον πιο μεγάλο. Στην πραγματικότητα ο μικρότερος ήταν πολύ πιο έξυπνος και σβέλτος απ’ τον πρωτότοκο, που δουλειά του ήταν να πουλά άμφια στους παπάδες. Η Θοδωρούλα, που τα μικρά παιδιά της πρόφτασαν το νέο, βγήκε στην εξώπορτα και γονάτισε μπροστά στο γιο της. Δόξα τω Θεώ, είχε εξασφαλίσει τον ένα. Σε λίγη ώρα, φωνές υψώθηκαν απ’ το σπίτι της Πολυξένης· ο άντρας της ανέβαινε βαριά τα σκαλιά. Μα, οι γειτόνισσες που τρέξανε να μπουν, βρήκαν κιόλας σφαλιχτή την πόρτα. Ο άντρας της Πολυξένης, ένας γεροδεμένος τύπος, δε χαμπάριαζε από ευγένειες. «Χαρά στην Πολυξένη», σχολίασαν οι πιο καλόκαρδες. «Καλύτερα κι από νύφη θα περάσει». Ως το βράδυ είχαν γυρίσει τουλάχιστο οι μισοί άντρες της γειτονιάς, κι αργά τη νύχτα έγινε κι ο πρώτος ξυλοδαρμός, που τον άκουσε όλη η γειτονιά με σιωπηλή απόλαυση. Ο άντρας της Δημητρούλας την έδερνε άγρια, γιατί απ’ τη σαστιμάρα της έτρεξε απ’ τις πρώτες και παράδωσε το πιστόλι του στους Γερμανούς, που μόλις είχαν έρθει έβγαλαν θανάσιμες διαταγές για τα όπλα.

     Ο κυρ-Μάνθος, ο προστάτης των μοναχικών γυναικών σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, είχε συγκεντρώσει στο πεζούλι της αυλής αρκετούς απ’ τους νεοφερμένους και τους διηγιόταν για την τρομερή έλλειψη τροφίμων, που είχε κιόλας παρουσιαστεί στην αγορά. Απ’ τις καύτρες των τσιγάρων, που λαμπυρίζανε ζωηρά σε κάθε τράβηγμα, καταλάβαινες πως οι νεοφερμένοι κατέχονταν από μεγάλη αγωνία. Ο κυρ-Μάνθος έλεγε πως στο εστιατόριο όπου δούλευε, τα λαχανικά δεν τα καθάριζαν πια καθόλου, μα τα έριχναν στις κατσαρόλες έτσι με τα φλούδια και τα σάπια για να μην έχουνε καθόλου φύρα. Άλλωστε δεν υπήρχε φόβος να χάσουν τους πελάτες· κάθε μεσημέρι γίνονταν σκοτωμός για μια καρέκλα. Ο κυρ-Μάνθος βλέποντας όλον εκείνο τον κόσμο να καταβροχθίζει τα σκουπιδένια φαγιά, σερβίριζε και μαζί με τις παραγγελίες κραύγαζε κάθε τόσο: «Φάτε, γουρούνια, φάτε!» Κανένας δεν παρεξηγιόταν, ούτε και γελούσε όμως. Ο κυρ-Μάνθος έλεγε μια μεγάλη αλήθεια. Και συγχρόνως έκαμνε την καρδιά των νεοφερμένων περιβόλι. Κι όμως ο κυρ-Μάνθος αυτός, σαν έκλεισε το εστιατόριο, πέθανε από την πείνα, ενώ πολλοί απ’ τους νεοφερμένους πολεμιστές αποδείχτηκαν άφταστοι μαυραγορίτες. «Ο θάνατός σου – η ζωή μου», πέταξε κατάμουτρα στον πεινασμένο κυρ-Μάνθο ένας απ’ αυτούς μετά από λίγον καιρό.

     Η κοπέλα, ακούγοντας μέσα στο σκοτεινό καμαράκι τις παραστατικές αφηγήσεις του κυρ-Μάνθου, έσφιγγε το μικρό στην αγκαλιά και σιγοσπάραζε απ’ το κλάμα. Δεν ήταν μόνο η ερημιά, αλλά και η πείνα που την απειλούσε. Την άλλη μέρα δεν πήγε στο σταθμό, ούτε και την παράλλη. Ήταν περιττό να ξεγελάει ακόμα τον εαυτό της.

     Ως το τέλος της εβδομάδας είχαν γυρίσει όλα τα παλικάρια. Η μόνη απώλεια που είχε η γειτονιά ήταν ο γαμπρός του τυφλού. Του έκαναν ένα μνημόσυνο στη Γοργοεπήκοο, που κατά βάθος ήταν δοξολογία για τις μηδαμινές απώλειες. Το άλλο βράδυ οι τοιούτοι της γειτονιάς έδωσαν το πρώτο πάρτι τους, αφού όλη μέρα έβγαζαν ένα ένα τα γένια τους με τσιμπιδάκια. «Μα, δεν ξέρετε πώς πονάει, πώς πονάει!» έλεγαν, κουνώντας πάνω κάτω τα κουλά τους. Μόλις πήρε να σουρουπώνει, πολύς ένδοξος και αρειμάνιος κόσμος συνέρευσε. «Τας ηδονάς θήρευε τας μετά δόξης», έλεγαν οι αρχαίοι, που σίγουρα θα ευλογούσαν τη σύναξη εκ των κάτω, μια κι επάνω σ’ ένα νεκροταφείο τους, όπως έδειξαν τώρα οι ανασκαφές, γινόταν εκείνο το ξεφάντωμα. Ακούγοντας μες στο σκοτάδι τον εύθυμο θόρυβο, νομίσαμε για μια στιγμή πως είχε ξαναγυρίσει η προπολεμική εποχή και νιώσαμε ευγνωμοσύνη για τους κατατρεγμένους. Όμως ο σχεδόν ενοχλητικός καημός της ζαρωμένης σε μια γωνιά κοπέλας δε μας άφηνε να χαρούμε.

     Κάποτε έφτασε ένα μήνυμα πως ο μηχανικός ήταν καλά και βρισκόταν στη Φλώρινα. Άρπαξε την άλλη μέρα το μωρό κι έφυγε μέσω Χαλκίδας μ’ ένα καΐκι για πάνω. Ήταν ανατιναγμένες οι γραμμές κι η θάλασσα έβραζε από αδέσποτες νάρκες. Όμως αυτή δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο· έπρεπε να στεφανωθεί, προτού τα πληροφορηθούν όλα οι δικοί της. Πέρασε αρκετός καιρός ώσπου να μάθουμε ότι το τόλμημά της επέτυχε. Αλλά, τι τα θέλεις, ο μακαρίτης βγήκε πολύ ζωηρός, ανακατεύτηκε γρήγορα σε οργανώσεις και οι εχθροί, ξεμοναχιασμένους καθώς τους βρήκαν στη μαύρη εκείνη επαρχία, τους τσάκισαν παραδειγματικά. Αντί να τη χαρούμε νυφούλα, την είχαμε τώρα μπροστά μας μες στα μαύρα κρέπια.

     Ήμουν μικρός, όμως υπόφερνα από τότε για όλα σχεδόν τα πράγματα. Οι διηγήσεις της χήρας για την κρεμάλα μου είχαν σφίξει το λαιμό. Πήρα στην αγκαλιά το κοριτσάκι και βγήκα στην ταράτσα. Ήθελα να κάνω τις βαθιές εισπνοές μου, που, όπως δίδασκε ο Ηλίας Πέτρου, ισοδυναμούσε η καθεμιά τους με μια μπριζόλα χοιρινή. Σε άλλη περίπτωση, θα μας είχαν φέρει μπριζόλες αληθινές απ’ τη Φλώρινα, αλλά τώρα δε συζητούσε κανένας αυτή την παράλειψη. Ανάμεσα σε δυο εισπνοές, ρώτησα το νήπιο δείχνοντας το φεγγάρι: «Τι είναι αυτό, τζουτζουκάκι μου, τι είναι αυτό;» Άπλωσε γελαστό το χεράκι του και μου είπε τσεβδά: «Βουγγάρι». Από τότε, προς μεγάλη ανησυχία της μάνας του, το μικρό βαφτίστηκε «Βουγγάρι» κι έτσι το ξέραμε πια. Παραποιήσαμε μάλιστα κι ένα γνωστό δίστιχο και το τραγουδούσαμε σε ήχο δικό μας:

    «Ήλιος και φεγγάρι

                                                     παντρεύουν το Βουγγάρι…»

Σε λίγες μέρες το πήρε και ξαναγύρισαν στη Φλώρινα. Εκεί υπήρχε βέβαια η φοβερή σκιά της κρεμάλας, αλλά υπήρχε και ψωμί. Θα έκαμνε, όπως παλιότερα, τη ράφτρα.

     Πέρασε δυστυχίες βαριές. Καταφρονήθηκε πολύ, ράβοντας τραχιές Δυτικομακεδόνισσες, που δεν της έλεγαν καλό λόγο. Μόνο οι Λουκανίκες την παραστέκονταν, που μολονότι σλαβόφωνες αποδείχτηκαν αγνές Ελληνοπούλες όσο λίγες. Είχαν εκπαιδευθεί για καλά απ’ τους φαντάρους μας. Κάθε φορά που κατέβαιναν, το Βουγγάρι ήταν πιο όμορφο και πιο στρογγυλεμένο. Στο τέλος ξεπετάχτηκε ένας ξανθός κορίτσαρος να λωλαίνεται ο νους του ανθρώπου. Ως και οι θείοι είχαν πάρει να συγκινούνται κι έπαψαν να βλέπουν στο πρόσωπό του το όνειδος της σπουδαίας τους οικογένειας. Η ομορφιά επιβάλλεται στους πάντες, κακά τα ψέματα.

     Πέρσι παντρέψαμε και το Βουγγάρι. Ο γάμος έγινε στον Άγιο Δημήτρη, την πολύπαθη εκκλησιά μας. Ήρθε κόσμος πολύς, με ασυνήθιστη προθυμία για γάμο. Είχες την εντύπωση πως γιορτάζεται κάποιο γεγονός νικηφόρο. Ο γαμπρός, ένα θαρρετό παλικάρι από χωριό, έμοιαζε συγκλονιστικά του πατέρα της. Οι μεγαλόσχημοι και αναλλοίωτοι θείοι ήταν όλοι παρόντες, όπως στον αρραβώνα της μάνας της. Κοίταζαν κορδωμένοι το δροσερό και απλό σόι του γαμπρού, σιγοψιθυρίζοντας κάθε τόσο. Η μάνα της μ’ ένα άσπρο μαντίλι στον ώμο για να σπάνει τη μαυρίλα της χηρείας της σκούπιζε τα μάτια της πίσω από μια κολόνα. Καθώς η στέψη προχωρούσε, συγκινηθήκαμε αναπολώντας τα παλιά. Το Βουγγάρι έλαμπε από ομορφιά και αθωότητα. Σκεφτόμουν, πως όταν την ωριμάσει ο άντρας της, θα πρέπει να της διηγηθώ σε τόνο ευτράπελο τα όσα έγιναν σε κείνη την εκδρομή για να ξέρει. Κοιτάζοντας τους ορειχάλκινους πολυελαίους, θυμήθηκα ξαφνικά τον πατέρα της μαζί με τους άλλους δέκα. Ο πιο μεγάλος μάλιστα πολυέλαιος, αυτός που κρεμόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, κουνιόταν ελαφρά ελαφρά σαν να ευλογούσε.

     Και πράγματι, πάνω στους εννιά μήνες απ’ το γάμο, και διόλου λιγότερο, το Βουγγάρι όχι απλώς γέννησε, μα έκανε δίδυμα, αγόρι και κορίτσι. Δυο ξανθά ζωηρά παιδιά, όλο υγεία.

     Οι ευλογίες του πατέρα της πιάσανε για καλά τόπο.

 

Από τη συλλογή Η μόνη κληρονομιά (1974)

    

  

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA