Η μόνη κληρονομιά

 

     Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.

     Μιλούσαν και για τους άντρες τους καμιά φορά, τους παππούδες μου, μ’ όλον εκείνον τον εξαγνισμό που φέρνουν τα πολλά τα χρόνια κι ο θάνατος. Αν δεν ήταν τα παιδιά τους, θα ’λεγε κανείς πως σχέση ερωτική δεν είχαν αυτές με τους αντράδες τους. Κι όμως κάποιες κιτρινισμένες και σπασμένες στις άκρες φωτογραφίες, μέσα στις φτωχικές μαύρες τσάντες τους, μαζί με τρίμματα από αντίδωρο, σταυρολούλουδα και πενηνταράκια για το δίσκο της εκκλησίας, έδειχναν κάτι παλίκαρους, που θα πρέπει να ’χαν ξεσηκώσει στον καιρό τους ακατανίκητα πάθη και να ’χαν αποδώσει πολύ ερωτικά.

     Τους παππούδες μου δεν τους πρόλαβα εγώ. Ούτε με χάρηκαν ούτε κι ένιωσα ποτέ μου την ανάγκη να τους κλάψω. Είχαν πεθάνει κι οι δυο τους, αρκετά χρόνια προτού γεννηθώ. Και θάνατος που δεν τον έζησες, δε σε πονάει. Μου δώσαν τ’ όνομα του ενός, αποκλείεται όμως να πήρα και τις χάρες. και δεν είμαι καθόλου βέβαιος, αν το τίμησα ως τώρα, όπως πρέπει. Πάντως, είμαι σίγουρος πια πως το όνομα αυτό εγώ σε κανέναν άλλον δε θα το κληροδοτήσω. Εκτός κι αν βρεθεί κάποιος φίλος σπλαχνικός, που να μ’ αγάπησε πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορώ εγώ να πιστέψω, και βάλει στο αγοράκι του τ’ όνομά μου, φέρνοντας στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή την ταλαιπωρημένη όσο κι αστεία ύπαρξή μου. Αλλά ποιος θα θελήσει να διακινδυνέψει τόσο πολύ για μένα;

     Θέλω να πω πως για να σε πουν παππού, πρέπει να σε πουν πρώτα πατέρα. Κι όταν δεν έχει γίνει το δεύτερο, και τα χρόνια έχουν κάπως περάσει, αποκλείεται φυσικά ν’ ακούσεις το πρώτο. Δεν είναι όμως ούτε και τότε τα πράγματα σίγουρα. Πολλοί είναι οι πατεράδες, που δεν προφταίνουν ν’ ακούσουν τη λέξη «παππού», κι όχι λίγοι εκείνοι, που δεν ακούν ούτε τη λέξη «πατέρα» – πεθαίνουν προτού γεννηθεί το παιδί τους. Αφήνω πια εκείνους, τους πάμπολλους, που τα παιδιά τους δεν παντρεύονται ή αποδεικνύονται στείρα. Οι δικοί μου πήγαν ίσως με το παράπονο πως πεθαίνουν νέοι και δεν πρόλαβαν. Μα κι αν ζούσαν, δεν επρόκειτο ν’ ακούσουν τίποτε παραπάνω. Ο θάνατος σώζει από πολλές πίκρες.

     Απ’ όσο ξέρω, ένας προπάππος μου πέθανε από καλαγκάθι, από κακό σπυρί. Γυρνώντας ξαφνικά απ’ τα πρόβατα κατακόκκινος απ’ τον πυρετό, έπεσε στο στρώμα. Φώναξε τη νύφη του να τον κοιτάξει στην πλάτη. Η γιαγιά μου ταράχτηκε βλέποντας στη λεβέντικη πλάτη το κακό σπυρί, που το γνώριζε κι από άλλες συμφορές, δεν είπε όμως λέξη. Έτρεξε, πήρε σκόρδο, το ’κοψε κόντρα στα δυο κι έτριψε μ’ αυτό, όσο μπορούσε πιο δυνατά, το αγριεμένο σπυρί για να το κάψει. Δεν κατάφερε όμως τίποτε. Ως το πρωί ο άνθρωπος τέλειωσε κατάμαυρος απ’ τη μόλυνση.

     Για τον άλλο προπάππο μου τα κουρελάκια της μνήμης μου είναι ακόμα πιο φτωχικά. Πήγε, πάντως, κι αυτός πολύ νέος. «Τον πόνεσε ξαφνικά η κοιλιά του», είπαν. Του έβαλαν κομπρέσες, σπιρτόπανα, του έδωσαν άφθονα ζεστά να πιει, μα εκείνος σε λιγάκι πέθανε κουλουριασμένος απ’ τους πόνους. Ένας θεός ξέρει τι ακριβώς είχε. Τώρα πια κάθε διάγνωση είναι μάταιη.

     Αυτοί τουλάχιστο πέθαναν στις πατρίδες τους, έγιναν ένα με το χώμα των προγόνων τους. Μα, για τα παιδιά τους, τους παππούδες μου, τι να πει κανείς, που πέθαναν ακόμα πιο νέοι και μάλιστα στην προσφυγιά; Ο ένας πέθανε γρήγορα γρήγορα, στο δρόμο της προσφυγιάς, προτού μπορέσει να εγκαταστήσει κάπου τη φαμελιά του, από τις κακοπάθειες μα κι απ’ το μαράζι. Δεν άντεξε στον ξεριζωμό και στην κλοτσοπατινάδα της αλλοσούσουμης κοινωνίας με την οποία ξαφνικά έμπλεξαν. Είχε πουλήσει όσο όσο τα πρόβατα, κτήματα και σπίτια στην Τουρκία κι έφυγε οικογενειακώς για να ησυχάσουν απ’ τις καθημερινές λαχτάρες. Οι άνθρωποι του γκουβέρνου τους πήγαν πρώτα στο Δεδέαγατς, τους έριξαν σε κάτι σιταποθήκες και τους παράτησαν. Οι ξενηστικωμένοι εκείνοι Ελλαδίτες ήταν αδύνατο να φανταστούν με τι ξεπεσμένους αρχοντάδες είχαν να κάνουν. Αυτοί έβλεπαν μονάχα τα τουρκομερίτικα ρούχα και μουρμούριζαν. Οι δικοί μας είδαν κι απόειδαν, ναύλωσαν ένα καΐκι, φόρτωσαν τα πράγματα και φύγανε για τη Σαμοθράκη. Στο ταξίδι έκανε ένα καιρό τρομαχτικό. Τέτοιο στράψιμο και τέτοιο μπουμπουνητό δεν είχε ξαναδεί αυτός κι ας ήταν χρόνια τσέλιγκας. Το καΐκι ήταν μικρό, αμπάρι δεν είχε. Σκέπασε παιδιά και γυναίκα με την κάπα του κι αυτός απόμεινε να τον δέρνει η βροχή και το χαλάζι. Στην πατρίδα, όταν ο κατακλυσμός τον έβρισκε μακριά από τη στάνη, έστρωνε την κάπα σε πουρνάρια χαμηλά, πλάγιαζε απάνω και σκεπαζόταν με την άλλη μισή. Έτσι ούτε φόβο να τον πάρει το νερό είχε ούτε να τον κάψει αστραπή. Εδώ όμως τι να κάνει, είχε και τα παιδιά. Η Σαμοθράκη έρημος τόπος, άγονος, καλός για αγριοκάτσικα. Πού μπορούσαν αυτοί να κάνουν, που είχαν έρθει απ’ τον παράδεισο. Άρχισαν τότε να καταλαβαίνουν για καλά, τι είχαν πάθει. Ο Τούρκος δεν ήταν το μόνο θεριό. Σαν καταλάγιασε ο αέρας, με το ίδιο αυτό καΐκι τράβηξαν για την Καβάλα. Ταχτοποιήθηκαν εκεί κάπως ανθρωπινότερα. Μα, δουλειά πουθενά. Άλλωστε, τι δουλειά μπορούσε να κάνει; Όσο έβλεπε τις μπαγκανότες να σώνονται απ’ το πουγκί, σώνονταν η ψυχή του. Πήγαινε απ’ τον καφενέ στο σπίτι κι απ’ το σπίτι στον καφενέ. «Δεν είναι ζωή αυτή, γυναίκα». Το τελευταίο Πάσχα έσφαξαν για τ’ αντέτι αρνί. Πού εκείνα τα γεροδεμένα αρνιά με τις παχιές ουρές, που είχαν στην πατρίδα. Ωστόσο κοίταξε ανόρεχτα την πλάτη του αρνιού για να προμαντέψει. Μόλις την εξέτασε στο φως, μουρμούρισε κατακίτρινος: «Πολλά έχεις ακόμα να τραβήξεις, γυναίκα». Και κατέβασε απελπισμένα μια κούπα με κρασί. Με αυτή τη φράση έκλεινε αργότερα τις διηγήσεις της η γιαγιά μου, όταν εξιστορούσε τα πάθια της. «Πολλές αμαρτίες είχα», έλεγε ταπεινά. Σαν να μην έφτανε ο ξεριζωμός, οι φιάκες που κυβερνούσαν το ρωμέικο, παράδωσαν την ανατολική μεριά της Μακεδονίας στους Γερμανοβουργάρους. Η πείνα απλώθηκε πέρα για πέρα. Το καλαμποκίσιο αλεύρι, αλεσμένο μάλιστα στο χερόμυλο, πήγε μια χρυσή λίρα το κιλό. Ο παππούς πήρε να καταρρέει. Απόφευγε, φαίνεται, και να τρώει, για να ’χουν κάτι παραπάνω τα παιδιά. Βγήκε κι εκείνη η πούντα της Σαμοθράκης κι έγινε γερός συνδυασμός. Έγειρε σε λίγο ο τσέλιγκας. Και πρέπει να τέλειωσε με τρόπο φριχτό, μα την περιγραφή αυτή ποτέ μου δεν την έχω ακούσει. Κι όμως λίγον καιρό πιο ύστερα τα πράγματα πήραν ν’ αλλάζουν. Οι Βούλγαροι έγιναν μαλακότεροι και τέλος, μια ωραία πρωία, χάθηκαν μαζί με τους συμμάχους τους από προσώπου γης. Είχε γίνει ανακωχή κι οι εχθροί μας διασκορπίστηκαν νικημένοι. Η χήρα ανάπτυξε τότε όλη της τη δραστηριότητα. Αποδείχτηκε πως κάτω από κείνο το φακιόλι κρυβόταν πολλή τόλμη και εξυπνάδα. Πήρε πρώτα τα κορίτσια της και τα πήγε στη Σαλονίκη. Αφού τα ταχτοποίησε κοντά σε πατριώτες, κίνησε με τα πόδια για την απελευθερωμένη πατρίδα. Φτάνοντας, βρήκε ευτυχώς, το σπίτι απείραχτο. Μια γειτόνισσα Τουρκάλα το προστάτευε. Δούλεψε εκεί για μήνες παλικαρίσια. Συμμάζεψε το σπιτικό, έκανε σοδειά, έβγαλε πουλιά και παπιά, ετοίμασε τραχανάδες, γιουφκάδες, ρετσέλια – χαμπάρι δεν είχε για τον κόσμο ούτε και την ένοιαζε. Πάει μια μέρα ένας ξάδερφός της και της λέει: «Γρήγορα, ξαδέρφη, έρχονται οι τσέτες». Δεν τον ρώτησε τίποτα. Φόρεσε τα ρούχα της τα καλά, έβαλε στις κότες νερό, έριξε μια ματιά στο στάρι και στο καλαμπόκι, που ανέβαινε ως το ταβάνι στα κάτω δωμάτια, και τράβηξε οριστικά την πόρτα. Ούτε ένα σπυρί δεν μπόρεσε να πάρει από κείνα τα αλησμόνητα πλούτη. Ήταν σπουδαία η σοδειά τη χρονιά της Καταστροφής. Έφερε το κλειδί του σπιτιού και το ’χουμε ακόμα κρεμασμένο στον τοίχο. Έζησε χρόνια και χρόνια, χωρίς να παραδεχτεί ποτέ της την εξαθλίωση. Σαν πέθανε, δεν ξέραμε τι ηλικία να βάλουμε στο μνήμα της, δεν είχε ποτέ της κανένα χαρτί, ούτε ήξερε πότε ακριβώς γεννήθηκε. Στην Τουρκιά δεν τους γράφαν σε κανένα τεφτέρι. Θυμηθήκαμε πως μας έλεγε ότι την είχε βαφτίσει ένας Ρώσος αξιωματικός, γι’ αυτό άλλωστε την έλεγαν και Μόσχα. Εμείς, βέβαια, τα εγγόνια της, πάντοτε Μόσχω τη δηλώναμε. Ανοίξαμε βιβλία για να δούμε πότε έγινε η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, τότε που το ξανθό γένος είχε κατεβεί μέχρι τα πρόθυρα της Βασιλεύουσας. Βγήκε ένα μεγάλο νούμερο, μα αυτό θα ’ταν η αλήθεια. «Τα χρόνια της να ’χουμε», είπαμε γελαστά. Πεθαίνοντας, θυμάμαι, τραγουδούσε σπασμένα: «Ο κυρ-Βοριάς παράγγειλε σε όλα τα καράβια…». Είχαμε ανοίξει τα παράθυρα γιατί ήθελε αέρα κι έβλεπε τις άσπρες κουρτίνες που πετούσανε μες στο δωμάτιο. Όχι· αυτά τα κόκαλα ήταν για άλλα χώματα, πιο δικά μας.

     Ο δεύτερος παππούς πέθανε λίγο αργότερα απ’ τον πρώτο. Δε συνδέονταν, βέβαια, ακόμα μεταξύ τους. Αυτό συνέβη μετά θάνατο. Με χίλια βάσανα είχε καταφέρει ν’ ανοίξει γιαουρτσίδικο στη Σαλονίκη, που γρήγορα έγινε ξακουστό μια κι έφκιανε γιαούρτι καλό, θρακιώτικο. Όσο να πει όμως «Δόξα τω Θεώ», έγινε η μεγάλη πυρκαγιά του δεκαεφτά και στάχτη το γιαουρτσίδικο. Ευτυχώς, καθώς η φωτιά ήταν ακόμα μακριά, αυτός πήγε κι έσωσε τα σύνεργά του. Άρχισε να πουλάει γιαούρτι στο δρόμο. Έβγαζε τις τσανάκες σε μια γωνιά κι έτρεχε η γειτονιά με τα πιάτα να πάρει. Καμιά φορά, όταν τον έπιανε το παράπονο, πήγαινε στο ρημαγμένο μαγαζί και κάτω απ’ τη μισοκαμένη ταμπέλα πουλούσε γιαούρτι στους λιγοστούς ανθρώπους εκείνης της γειτονιάς. Αυτουνού το όνομα έχω εγώ σαν πρωτότοκος. Ήταν πολύ ωραίος αυτός και με τα σημερινά κριτήρια ωραίος. Ένας τρυφερός ταύρος. Από κείνους που δεν πιστεύεις πως θα πεθάνουνε ποτέ. Κι όμως, αφότου έγινε η πυρκαγιά, τον πήρε το μαράζι και στο τέλος τον ξεκούνησε. Ούτε κι αυτουνού το τέλος γνωρίζω καλά. Κάτι τέτοιες περιγραφές πολύ αποφεύγονται στο σπίτι. Αυτοί που τα είδαν, τα κρατάνε για τον εαυτό τους. Χρειάζεται όμως να τα παλεύουν συχνά τις μαύρες νύχτες.

     Η γυναίκα του, η άλλη γιαγιά μου, έζησε τουλάχιστο σαράντα χρόνια ακόμα κι όταν έσβησε, κι εκείνο από αμέλεια δική της, τα τέσσερα αγόρια της είχαν προ πολλού πεθάνει. Δεν το ήξερε όμως αυτό, της το είχαμε κρύψει, από αγάπη, για να μην της κάψουμε την καρδιά. Εκείνη ήξερε μόνο για τους δυο πρώτους. Κι όχι πως ήταν καμιά αδύναμη γυναικούλα, κάθε άλλο. Για τα μάτια αυτηνής της νταρντάνας είχε γίνει το φονικό στην πατρίδα. Ο παππούς είχε μαχαιρώσει έναν Τούρκο, που τη γυρόφερνε άσχημα. Αυτό ήταν, άλλωστε, η αιτία που έφυγαν άρον άρον αποκεί. Μια φορά το συζητήσαμε αυτό, όταν είχαν αρχίσει αλλεπάλληλα χτυπήματα στην οικογένεια. Πάντως, ετούτη η γιαγιά όταν χήρεψε, αντιμετώπισε την κατάσταση πολύ καλύτερα απ’ την άλλη. Στη Σαλονίκη, άλλωστε, ήταν οι Αγγλογάλλοι, δεν υπήρχε αποκλεισμός, έπεφτε χρήμα. Οπωσδήποτε όμως θα ’ταν δύσκολα και γι’ αυτούς τα πράγματα, αν δεν είχαν διασωθεί πάνω στη φευγάλα, μέσα στα πλούσια στήθια της γιαγιάς, τα κοσμήματα της προγιαγιάς, εκείνης που ο άντρας είχε πεθάνει πρόωρα από κοιλόπονο. Της τα είχε χαρίσει ένας πασάς, όταν για ένα διάστημα την είχε κάνει ευνοουμένη του. Ομολογώ πως δεν εξέτασα, αν αυτό με τον πασά έγινε πριν ή μετά τη χηρεία της. Ούτε άλλωστε και με πολυνοιάζει.

     Απ’ τα παιδιά της γιαγιάς μου πρώτος πέθανε ο δευτερότοκος, γύρω στα πενήντα του. Πήγε από φυματίωση, μα έπινε κιόλας πολύ, μη ακούοντας ούτε τους συγγενείς ούτε τους ξένους. Δεν πήγα στο νοσοκομείο ούτε στην κηδεία. Ήμουν μικρός και ήθελαν να με προφυλάξουν από τα μικρόβια. Οι μεγάλοι φαντάζονται πάντοτε πολύ τρυφερά και αγνά τα παιδικά σπλάχνα. Κι όμως ο μακαρίτης μ’ αγαπούσε ιδιαίτερα κι από νωρίς φρόντιζε να με εμποτίσει με τις ιδέες του. Εγώ τον άκουγα με προσοχή κι αυτό τον γέμιζε ενθουσιασμό. Λίγο πριν το θάνατό του με είχε πάρει στην υποδοχή του βασιλιά, όταν ο τελευταίος αυτός είχε γυρίσει ύστερα από το σκάρτο εκείνο δημοψήφισμα. Ο θείος αυτός ήταν ο μόνος βασιλόφρονας στην οικογένεια και εκτός αυτού καθαρευουσιάνος. Ως τις τελευταίες στιγμές του δεν εννοούσε να παρατήσει την καθαρεύουσα, που την είχε μάθει στο δημοτικό. «Ζωμόν εξ όρνιθος» ζητούσε στο παραμιλητό του. Τρομάξαμε να καταλάβουμε τι μήνυμα θέλει να μας αφήσει. Αλλά και στην υποδοχή εκείνη ούτε είδα ούτε κατάλαβα τίποτα. Το μόνο που μου έμεινε στη μνήμη από τις ιστορικές εκείνες στιγμές ήταν τα καλοταϊσμένα άλογα του ιππικού, που ανασηκώνοντας λιγάκι τις ουρές τους αμολούσαν κάτι ξεγυρισμένες κοπριές ακόμα και μπροστά στους επισήμους. Γυμνασμένοι οδοκαθαριστές με σκούπες και φαράσια έτρεχαν σκυφτοί και μάζευαν τις κοπριές με βιασύνη. Με τα κατουρήματα όμως δεν υπήρχε τρόπος να γίνει τίποτε. Ο θείος, βέβαια, δεν έβλεπε τις καβαλίνες, αυτός κοίταζε ψηλά, ενθουσιασμένος που είχε επιστρέψει το ίνδαλμά του.

     Κάποτε, όταν συζητούσανε ζωηρά τ’ αδέρφια για τα κομματικά, άκουσα απ’ τον μεγάλο θείο μια φράση που μου έμεινε. «Οι τελευταίοι δικοί μας βασιλιάδες ήταν ο Σεύθης κι ο Σιτάλκης», έλεγε γελώντας τρανταχτά. Ενώ ο πατέρας μου, που υποκύπτοντας στις πιέσεις του δεύτερου είχε κρυφοψηφίσει «ναι» στο δημοψήφισμα, επαναλάβαινε συνεχώς για να ικανοποιήσει και τον πρώτο: «Ωχ, τι έχουμε να πληρώσουμε τώρα σε πρίγκιπες και πριγκιπόπουλα, τι έχουμε να πληρώσουμε!» Αργότερα διαβάζοντας τον Ξενοφώντα, που ο Σεύθης ήθελε να τον κάνει γαμπρό και να του δώσει για προίκα τον τόπο μας, πολύ σταμάτησα στη φράση: «Κλέαρχος επολέμει τοις Θραξί τοις υπέρ Ελλήσποντον οικούσι και ωφέλει τους Έλληνας…» Θαρρούσα πως άκουγα τις ιαχές των προγόνων μου. Ο καημένος ο μεγάλος θείος, σε πολλά είχε δίκαιο.

     Αυτός ο θείος πέθανε πριν απ’ τον πόλεμο και μάλιστα σε κάποιο ξερονήσι. Δεν ήξερα και πολλά γι’ αυτόν, τον κρατούσαν επίμονα κάπως μακριά απ’ το σπίτι, ώσπου μια μέρα, καθώς πήγαινα σχολείο, τον είδα λίγο πιο κει από τον Άγιο Δημήτρη, στο σταυροδρόμι, αλλαγμένο και νευρικό, να μοιράζει βιαστικά κάτι χαρτιά, μαζί με μια σβέλτη γυναίκα, στους εργάτες που κατέβαιναν κατά μάζες από τις πάνω συνοικίες για τις δουλειές τους. Οι εργάτες, κάνοντας τον αδιάφορο, έπαιρναν τις προκηρύξεις και τις έβαζαν αμέσως στις τσέπες τους. «Θείε, θείε», του φώναξα, μα δε με κοίταξε καθαρά, έκανε μόνο μια χειρονομία σαν να μ’ έλεγε να απομακρυνθώ αμέσως. Στάθηκα και τον καμάρωνα μέσα στο πρωινό φως, που ήταν ακόμα χρυσότερο απ’ τη σκόνη που σήκωνε με τα γρήγορα πόδια της η αμίλητη εργατιά, ώσπου ξαφνικά τον έχασα απ’ τα μάτια μου, καθώς και τη γυναίκα. Από ένστικτο δεν είπα τίποτε ούτε στο σπίτι ούτε σε άλλον κανένα.

     Τον είδα για τελευταία φορά, όταν με τις χειροπέδες τον πέρασαν ξαφνικά απ’ το σπίτι μας. Ήταν λίγο μετά τις μεγάλες απεργίες, τότε που σκοτώθηκαν πολλοί. Ο θείος είχε πρωτοστατήσει, είχε γίνει παρανάλωμα, στο τέλος κλείστηκε μαζί με άλλους μέσα στο καπνομάγαζο. Όταν αναγκάστηκαν να παραδοθούν, ήταν στημένοι διάφοροι ειδικοί στην εξώπορτα. «Εσύ φύγε, εσύ φύγε», λέγανε, καθώς οι εργάτες έβγαιναν ένας ένας. «Εσύ έλα δω» είπαν στο θείο και τον μπαγλάρωσαν. Πάλι καλά που δε σκοτώθηκε τότε. Θυμάμαι τους τάφους φορτωμένους μαγιάτικα τριαντάφυλλα, απ’ αυτά που κάμναμε γλυκό. Κρυφά απ’ τα σπίτια μας πήγαμε μια παρέα παιδιά στο νεκροταφείο λίγη ώρα μετά τις ομαδικές κηδείες. Στεφάνια άπειρα, χειροποίητα, με τριαντάφυλλα, ζαμπάκια, παπαρούνες, σκυλάκια και κατιφέδες ήταν κρεμασμένα ή ακουμπισμένα στα δέντρα. Όλα τους είχαν συγκινητικές επιγραφές με δοξολογίες ή κατάρες. Κανένας δε μας εμπόδισε να πλησιάσουμε τους τάφους, επικρατούσε σύγχυση.

Στοίβες από πέταλα λουλουδιών ήταν ανακατεμένα με το φρέσκο χώμα. Τα τσαλαπατημένα λουλούδια μύριζαν δυνατά. Μέσα απ’ τα δέντρα, απ’ τη μεριά του τμήματος των απόρων, έφτανε μισοσβησμένο το πένθιμο εμβατήριο. Μη ξέροντας τότε τι να κάνω και τι να προσφέρω, έγειρα το σταμνί και πότισα ορισμένους τάφους με «αθάνατο νερό», που το είχα πάρει λίγο πρωτύτερα απ’ την ομώνυμη κοντινή πηγή στη Βαγγελίστρα. Αυτή τη δικαιολογία, άλλωστε, είχα χρησιμοποιήσει για να μ’ αφήσουν να βγω έξω εκείνη την κρίσιμη ώρα. Το σταμνί, που βεβαίως το ξαναγέμισα, μου φάνηκε ιδιαίτερα βαρύ ώσπου να το πάω σπίτι. Απ’ το αθάνατο αυτό νερό εγώ δεν έπινα, έπινε κάποιος άλλος, που δεν έκανε να πίνει απ’ το νερό της βρύσης. Ακόμα και σήμερα, καθώς βαδίζω αφηρημένος με τη βαριά σαν τη μνήμη μου τσάντα, συχνά κυριεύομαι απ’ την ιδέα, πως κουβαλώ όχι την τσάντα, μα το σταμνί εκείνο με το αθάνατο νερό, απ’ το οποίο εγώ ποτέ μου δεν ήπια.

     Την εποχή εκείνη τους κρατούμενους, όταν τους μετάφερναν, δεν τους πήγαιναν με αυτοκίνητο αλλά με τα πόδια. Κι επειδή ακριβώς τους πήγαιναν περπατώντας, γι’ αυτό τους φορούσαν πάντοτε χειροπέδες, έστω κι αν ήταν χρεοφειλέτες απλοί. Αν τύχαινε να βρίσκεσαι στον τόπο σου, σε αναγνώριζε κόσμος και κοσμάκης και ύστερα είχε να το λέει. Αν ο χωροφύλακας ήταν μαλακός και είχε μόνο εσένα, μπορούσες να πιάσεις με τους γνωστούς σου και κουβέντα ακόμα. Έτσι κι ο δικός μας άνθρωπος, έπεισε το χωροφύλακα να περάσουν ένα λεπτό από το σπίτι. Μέναμε τότε σε ισόγειο κι είχαμε εκείνη την ώρα επισκέπτες, κάτι γνωστές μας κυρίες. Κάποια στιγμή ανασηκώθηκε από δυο ενωμένα χέρια η κουρτίνα, κι όλοι είδαμε στο ανοιχτό παράθυρο το θείο να μας φωνάζει γελαστά: «Γεια σας, με μεταφέρουν αλλού». Και προτού προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε οτιδήποτε, η κουρτίνα έπεσε και μείναμε αποσβολωμένοι. Ασφαλώς θα ’φυγε γιατί είδε τον ξένο κόσμο. Εντούτοις σκάνδαλο μέγα δημιουργήθηκε, καθώς οι σουσουράδες εκείνες αποδείχτηκαν κορακοζώητες. Τα κόκαλα του ανθρώπου προ πολλού έχουν λιώσει, και τα κόκαλα των αντράδων τους έχουν λιώσει, ακόμα και των παιδιών τους, μα αυτές όταν συνάζονται την ορισμένη μέρα τους, εξακολουθούν να λένε: «Ακούς εκεί, ο αναρχικός, ο τεμπέλαρος!» Περιττό να πω πως ο μνημονευόμενος πέθανε σε λίγο από κάτι το στηθικό, πνευμονία ίσως. Έτσι μας είπαν. Δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια κι έτσι ο σχετικός φάκελος μπήκε στο αρχείο.

     Ο τρίτος γιος πέθανε σ’ ένα τρελάδικο του Παναμά, όπου είχε μεταναστεύσει προτού εγώ γεννηθώ. Δούλευε σαν εργάτης ή επιστάτης εκεί στη διώρυγα – δεν ήταν ξεκάθαρος στα γράμματά του. Στον Παναμά φαίνεται ότι γινόταν κακό, όλη η άφρα της οικουμένης ήταν μαζεμένη. Γεγονός, πάντως, είναι πως μας έγραψε ότι θα στείλει λεφτά να πάρουμε ένα μεγάλο σπίτι για όλη την οικογένεια, μα ξαφνικά έπαψε ν’ απαντάει. Το γράμμα εκείνο ακόμα το ’χουμε και απορώ πώς δε το κάναμε κορνίζα. Μαζί με τη χαρά, μας είχε δημιουργήσει κάποια οικογενειακή αναταραχή, γιατί ο ξενιτεμένος, καθώς είχε ξεχάσει ή αγνοούσε μερικά θέματα, έθετε σαν όρο να συγκατοικούν στο σπίτι όλοι οι συγγενείς μαζί. Ίσως όμως να ήθελε να τους συμφιλιώσει. Και φαίνεται ότι τότε έλαβε μερικά γράμματα, κρυφά σταλμένα από ορισμένους, που φοβούνταν πως τελικά θα μείνουν έξω απ’ τον πύργο αυτό της Βαβέλ. Πάντως το γράμμα του είναι η μόνη απόδειξη πως πλησιάσαμε κι εμείς κάποτε τ’ όνειρό μας να ριζώσουμε στους νέους τόπους. Καθώς μάθαμε αργότερα, την εποχή εκείνη περίπου έβαλαν τον δόλιο το θείο στο τρελοκομείο, όπου και πέθανε. Τον έθαψαν στον Παναμά, στα χώματα της διώρυγας. Ήταν πολύ όμορφος και τον κυνηγούσαν ιδιαίτερα οι γυναίκες. Εδώ, πιστεύω, πρέπει να αναζητηθεί η αιτία της τρέλας, της ερημιάς και του θανάτου του.

     Δεν πρόκειται να εξιστορήσω πώς πέθανε ο πατέρας μου. Πέθανε, βέβαια, νέος κι αυτός, αλλά ξαφνικά, πράγμα που είναι κάτι για μένα. Και ήταν απ’ όλα τ’ αδέρφια ο πιο καλά χρονολογημένος. Είχε γεννηθεί τότε που έγινε στην Τουρκία το «Χουριέτ». Ο κόσμος έξω αγκαλιασμένος τραγουδούσε «Γιασασίν Χουριέτ…» κι αυτός αγωνιζόταν να βγει στο φως: «Γουρλίδικο παιδί», είπαν όλοι.

     Τα παιδιά της γιαγιάς μου, λοιπόν, ακολουθώντας τους παππούδες και τον μπαμπά τους, πήγαν όλα από φυσικό θάνατο, με μια εξαίρεση ίσως. Και όλοι τους ανάμεσα στα πενήντα με εξήντα. Ως τα πενήντα τους ήταν όλοι μια χαρά, από γιατρούς δεν ήξεραν. Μόλις όμως καβατζάρανε τον μισό αιώνα, άρχιζε ραγδαία η φθορά. Αν μερικοί τουλάχιστο είχαν πάει από βίαιο θάνατο, θα μου έμενε κάποιο περιθώριο να πιστεύω πως είχαν πολλή ζωή ακόμα μέσα τους, μα βγήκε εκείνο το καταραμένο δυστύχημα, η δολοφονία, ο ξυλοδαρμός, τα βασανιστήρια, και τους την έκοψε απότομα. Εδώ όμως τα πράγματα είναι σαφή· όλοι τους ανάμεσα στα πενήντα με εξήντα.

     Παλιότερα, οι πρόωροι αυτοί θάνατοι είχαν συναισθηματική μόνο σημασία για μένα. Κληρονομιές δεν είχαμε για να μαλώνουμε ούτε και να χαιρόμαστε. Κάτι βυζαντινές εικόνες που υπήρχαν, ούτε ξέρω τι απέγιναν τελικά. Κι εγώ, φυσικά, τίποτε δεν πρόκειται να κληροδοτήσω. Άλλωστε, και να είχα κάτι, σε ποιον θα το άφηνα; Από την άλλη κιόλας μέρα τα βιβλία και τα χαρτιά μου θα πεταχτούνε έξω απ’ το νοικιασμένο σπίτι. Μακάρι να ξαφριστούνε και μερικά από τίποτε νεαρούς. Θέλουν να πούνε, πως όταν κλέψεις εικόνα, αυτή αμέσως γίνεται θαυματουργή. Για να την κλέψεις, πάει να πει πως πολύ την αγαπούσες. Ίσως το ίδιο να γίνεται και με τα βιβλία. Βέβαια, τα παραπάνω είναι γνώμες των παλιών ανθρώπων.

     Περπατώ στους δρόμους και κοιτώντας τα ατέλειωτα σπίτια, τα άπειρα διαμερίσματα, όλο κάτι τέτοια συλλογίζομαι: «Σε ποιον ανήκουν όλα αυτά; και πώς, τέλος πάντων, τα έχουν αποχτήσει; και ποιοι είναι αυτοί οι ευτυχισμένοι, που θα τα κληρονομήσουν;» Εγώ για διαμέρισμα, ακόμα και ημιυπόγειο, έχω πια εντελώς απελπιστεί. Θα πρέπει να βάλω δάνειο, που θα εξοφληθεί στο διπλάσιο, μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια. Μα, πού να βρω τόσα λεφτά και προπάντων τόσα χρόνια; Κι αν με διώξουν απ’ τη δουλειά ή αν πάθω κάτι, ποιος θα το εξοφλήσει; Βλέπω ξεκάθαρα πως θα το καταπιεί και πάλι η τράπεζα και τα χαρτιά μου δε θ’ αποφύγουνε τη μοίρα του πεζοδρομίου. Ονειρεύομαι καμιά φορά πως έχω κτήμα. Κτηματάκι βαθυπράσινο, όπου αναπαύεται η ψυχή. Και σχηματίζεται στο μυαλό μου η γελοία σκέψη: «Κάτι κατέχω κι εγώ απ’ αυτόν τον πλανήτη». Σίγουρα είμαι για δέσιμο.

     Πηγαίνοντας για την Κασσάνδρα σε μια ήμερη πλαγιά είναι ένα υποστατικό γεμάτο μυγδαλιές και γύρω κυπαρίσσια. Κάτω απ’ τα δέντρα βρίσκεται ένας τάφος, αγνοώ τι γράφει η ταφόπετρα – πάντοτε τη βλέπω απ’ το λεωφορείο. Όταν διαθέτεις τέτοιο τάφο έχεις ηρεμία ψυχική. Μπορείς να είσαι σίγουρος όχι μονάχα για την αθανασία της ψυχής, μα ακόμα και για τη Δευτέρα Παρουσία. Θα χρειάζονται όμως διατυπώσεις για να ταφείς στο κτήμα σου. Τα σπουδαία πράγματα δεν είναι ποτέ εύκολα. Κι ύστερα, τι κάθομαι κα συζητάω; Στεγαστικά δάνεια για αγροκτήματα δε χορηγούνται.

 

     Είχα μυριστεί την κατάσταση και τις δυσκολίες. Ταράχτηκα εντούτοις πολύ, όταν πριν από καιρό έπιασα μια ακαδημαϊκή δήθεν συζήτηση μ’ ένα φίλο γιατρό, σπουδαγμένο στα ξένα. Απέξω απέξω έφερα την κουβέντα και στην κληρονομικότητα του θανάτου. «Τι να σου πω», μου είπε. «Τ’ αγόρια κληρονομούν συνήθως την ηλικία του πατέρα τους». Βουβάθηκα. Να, λοιπόν, η κληρονομιά μου. Και τα ’λεγε αυτά, και άλλα χειρότερα, με μεγάλη πεποίθηση. Αυτουνού ο πατέρας ζει ακόμα, ένα χούφταλο.

     Έφυγα κουρελιασμένος, μολονότι δεν περίμενα πολύ διαφορετική απάντηση. Έλπιζα πως θα μου έλεγε ότι μπορεί να κληρονομήσω τις γυναίκες, που είναι σχεδόν αιωνόβιες. Ένα πλήθος πράγματα, που δεν είχα την ετοιμότητα να τα ρωτήσω, έβραζαν μέσα μου. Το μόνο που γλύκαινε απαλά, ήταν πως εγώ δε θα κληροδοτούσα σε κανέναν τη λουλουδένια αυτή ζωούλα. Τη νύχτα με συνεπήρε ο θυμός για τη σιγουριά του γιατρού, μα και για τη δικιά μου ευπιστία. Πολλά παραδείγματα ανθρώπων, που οι πατεράδες τους πέθαναν νέοι, ενώ αυτοί έζησαν πολύ, χάιδευαν τρυφερά την ψυχή μου. Σε γενικές γραμμές όμως σαν να είχε δίκαιο ο φίλος γιατρός. «Καλύτερα ν’ αρχίσω να προετοιμάζομαι», συλλογίστηκα. «Να βάζω πάντα με το νου μου το χειρότερο, για να μην πέσω έξω. Οι πρόγονοί μου πέθαναν όλοι νωρίς και ήταν και λεβέντες. Εγώ τι πρέπει να πάθω, που ούτε πρόβατα βόσκησα, ούτε αμπέλια έσκαψα, ούτε καΐκια κυβέρνησα, ούτε καν κολύμπι ξέρω;»

     Μα, δε βαριέσαι, γίνονται καμιά φορά και θαύματα.

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA