«Κυτίον θα πει κουτί»

 

     Προς τη θάλασσα μεριά ήταν η πρώτη Μοίρα και πιο μέσα μεριά, ας πούμε στο εσωτερικό, ήταν η δευτέρα Μοίρα. Κάποιοι έλεγαν ότι πιο βαθιά υπήρχε και τρίτη Μοίρα. Αυτό όμως παρέμεινε άγνωστο. Στην πρώτη Μοίρα, εκπαιδεύονταν οι οδηγοί, αλλά και τα στοιχεία, το προσωπικό, των πυροβόλων, ο αρχηγός και τα μέλη, οι πυροβολητές, αυτοί που το καθαρίζουν, το γυαλίζουν, το νταντεύουν, υπηρετούν το πυροβόλο σαν παπάδες την ώρα της βολής, βάζουν τα διάφορα νούμερα που έρχονται απ’ το παρατηρητήριο – αζιμούθια, δηλαδή κατευθύνσεις, διαθήματα, δηλαδή γωνίες, γεμίσματα, δηλαδή αποστάσεις – πάνω στα όργανα σκοπεύσεως, δίνουν τον κάλυκα στον γεμιστή, δίνουν το γέμισμα στον γεμιστή, τα σακουλάκια εκείνα της μπαρούτης – δύο, τρία, τέσσερα γεμίσματα – ανάλογα με την απόσταση του στόχου, του δίνουν ακόμα, προσφέρουν χέρι χέρι απ’ το βυτιοφόρο την οβίδα, που ξεβιδώνει ο γεμιστής όλο σεβασμό το κάλυμμά της από πάνω τού επικρουστήρα, κι αν είναι αυτό το πρώτο του, το βάζει για ενθύμιο στην τσέπη, το πάει σπίτι του και το πετάει κάποτε η μάνα του, και τέλος με το «πυρ!», που έρχεται απ’ τον αξιωματικό βολής, τραβούνε απ’ το πλάι το σχοινάκι, να κινηθεί ο μηχανισμός, να δώσει τη φωτιά στο γέμισμα, να πάει και να έρθει η οπισθοδρομούσα μάζα – αν είναι το κανόνι απ’ τα εγγλέζικα, τα μερακλίδικα – και να πετάξει αόρατη η οβίδα, αφήνοντας ωστόσο το θηκάρι της, τον κάλυκά της, καυτόν ακόμα και μυρωδάτον απ’ το γέμισμα, στα πόδια των παιδιών, που πάρα πολύ τον λιγουρεύονται για να τον παν στο σπίτι τους, να γίνει ανθοδοχείο. Και μέσα στης μπαρούτης τον αδιόρατο όμως αψύ καπνό, στον τρομερό τον κρότο των επομένων πυροβόλων, να ξεχωρίζεις μία μία τις δροσερές φωνές των νέων παλικαριών, των αρχηγών στοιχείων, που ορισμένοι είναι φίλοι σου, να ξεχωρίζεις να φωνάζουν με ζωηρότητα· «πρώτον έβαλεν!», «δεύτερον έβαλεν!», «τρίτον έβαλεν!» και ούτω καθ’ εξής. Έτσι ο άνθρωπος μπλέκεται με τον πόλεμο, όταν ανήκει μάλιστα στην πρώτη Μοίρα, όπου εκείνο που μαθαίνεις είναι να μη σε νοιάζει πού θα πάει η οβίδα σου, αλλά πώς θα πάει.

     Πάντως, αυτός ανήκε στη δεύτερη Μοίρα, που ήταν τραβηγμένη από τη θάλασσα, και όπου πλανιόταν μια ξινίλα ολοφάνερη, μια και εδώ εκπαιδευόταν, όσο να πεις εγγράμματοι, τεχνικοί βοηθοί, τοπογράφοι, γραφιάδες, ασυρματιστές και τα παρόμοια, μ’ εκπαιδευτές αξιωματικούς και υπαξιωματικούς ανάλογους, ακόμα και οπλίτες. Ο διοικητής όμως όλου του Στρατοπέδου, δηλαδή και των δύο αυτών Μοιρών, ήταν το αποκορύφωμα της ξινίλας. Και όμως παρόλο που κάθε πρωί στην αναφορά το απαίσιο αυτό μούτρο περνούσε σαν φουσκωμένος διάνος από μπροστά τους, σκορπώντας ποινές για το τίποτα, εντούτοις αυτού, του δικού μας, του άρεζε η πρωινή παράταξη, καθώς έβλεπε από την απέναντι μεριά τα παιδιά της πρώτης Μοίρας, να στέκονται κλαρίνο κι αυτά, μην τα ρίξει καμιά ποινή αυτός ο τρίχας, αλλά να στέκονται με μια προσοχή ανάλαφρη, γερτή κάπως, λυγερή, με μικρά εσωτερικά τσακίσματα, χαρές, κόλπα του νέου σώματος, που μπορεί ακόμα και μεμονωμένα μέλη του να ακινητεί ή να σαλεύει. Οι σωφεράντζες και οι άλλοι λατρευτές των κανονιών, «οι φαιδρυντές», όπως τους έλεγαν για κάτι ανάλογο στην αρχαιότητα, μέσα σε κείνη την προσοχή τους περιέκλειαν και τις  επόμενες κινήσεις τους, και τις προηγούμενες κινήσεις τους, όπως μέσα και στην παραμικρότερη κίνηση και τον τρόπο του ανθρώπου του ερωτικού, ενεργητικού ή όχι, περιέχονται όλες οι ερωτικές κατά καιρούς περιπτύξεις του και υπάρχουν κατά μία ανατριχίλα και όλες οι επόμενες.

     Πήγαινε, λοιπόν, τις ελεύθερες ώρες του στην πρώτη Μοίρα και καθόταν με φανταρίστικη αφέλεια στο Κ.Ψ.Ο. – Κέντρο Ψυχαγωγίας Οπλιτών, σημαίνει – μ’ όλο που καταλάβαινε πως τα διάφορα καρφιά – όχι αντιπαθητικά, κατ’ ανάγκη – τον παρακολουθάνε, κι ακόμα τον προκαλούνε ελαφρά. Φυσικά, σκέφτονταν γι’ αυτόν εκείνο που κυριαρχεί μόνιμα στη σκέψη τους, στο χοντρό μυαλό τους. Κατά βάθος, βέβαια, κολακεύονταν πολύ, όπως κολακεύονται πάντοτε από κάτι τέτοια, κι έτσι από κολάκευμα σε κολάκευμα έπαψαν σιγά-σιγά να τον ενοχλούν με τα ωραία βλέμματά τους. Έβγαλαν απόφαση για να ησυχάσουν: Φίλος της πρώτης Μοίρας. Και πραγματικά έτσι ήταν, καθώς στη δική του Μοίρα, τη δευτέρα Μοίρα, είχε αρκετές ενοχλήσεις απ’ τους ξινισμένους. Καθώς κοιμότανε σ’ ένα από τα πάνω κρεβάτια, έπιασε αργά μια νύχτα μες στο ολοσκότεινο «τολ» συνομιλία του λοχία με το καρφί της Μοίρας. Ο λοχίας του τον υπερασπιζόταν, το καρφί όμως επέμενε: Όχι και όχι. Στο τέλος ο λοχίας του λέει· «δεν είδες πώς άλλαξε κατατρομαγμένος κρεβάτι, μόλις ο από κάτω του έπιασε κονδυλώματα; αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι είναι αγνός, δεν ξέρει καθόλου από τέτοια». Το καρφί σώπασε, αυτό ήταν επιχείρημα που μπορούσε να το καταλάβει. «Άρπα την, Κάρφαρε», συλλογίστηκε, και στριφογύρισε στο κρεβάτι του, για να δείξει ότι τους ακούει. Από τις καύτρες των τσιγάρων τους κατάλαβε, ότι μπήκαν και οι δυο στο ίδιο στρώμα και άρχισαν τα ψιθυρίσματα. Η επαφή συνεχιζόταν. Και γιατί όχι; Ήταν αφεντικά αυτοί, μπορούσαν να κάνουν ό,τι θέλουν.

     Τις Κυριακές, που έβγαιναν όλοι έξω, κάνοντας σαν τρελοί, καθώς ήταν όλοι τους γερά χαρτζιλικωμένοι, από φτωχά όμως σπίτια προερχόμενοι, πράγμα που αποτελούσε μυστήριο, μια και δεν έπαιρναν από πουθενά επιταγές, και στο Στρατόπεδο απόμεναν μονάχα οι περίλυποι σκοποί και κάτι κακομοίρηδες, αυτός κατέβαινε στην ερημωμένη πρώτη Μοίρα και βγάζοντας τη στολή έμπαινε στη θάλασσα, τουλάχιστο για να πλύνει το σώμα του, αφού δεν ήξερε να κολυμπήσει. Αυτό τον ανακούφιζε, μα και του επέτρεπε να κάνει σχεδόν δικαιολογημένα κάτι τι γυμνός στο χώρο της πρώτης Μοίρας. Είχε συνείδηση των περιστάσεων, ήξερε πως δεν θα ξαναεισχωρήσει σε τέτοιους χώρους. Θυμάται όμως μια Κυριακή απόγευμα, που η θάλασσα πήρε να τον τραβάει άγρια, αγριόγατα, κι αυτός είχε πιαστεί επίσης άγρια απ’ το βραχάκι, που αν ξεκόλλαγε τώρα θα ήτανε στα σίγουρα πνιγμένος και ολότελα ανύπαρκτος. Εκείνο εκεί το ξαφνικό, το ασυνήθιστο, τράβηγμα προς τα βάθη δεν ήταν φυσικό φαινόμενο, έτσι το νιώθει απάνω του τώρα. Ακατανίκητο ήταν, μια θέληση πανίσχυρη, η πιο μεγάλη δύναμη που έχει αισθανθεί ως τώρα να τον ωθεί από τους ώμους, και ασφαλώς η κοντινότερη γνωστή στιγμή στο θάνατό του. Όταν κάπως χαλάρωσε το σφίξιμο, κατόρθωσε να καβαλήσει με τα γδαρμένα του ποδάρια το βραχάκι, πλημμυρισμένος από την πεποίθηση πως κατανίκησε ίσως την τρίτη Μοίρα. Κανείς δεν θα έπαιρνε είδηση. Κι αν τον βρίσκανε, κι αν αναγνώριζαν πως πνίγηκε στην πρώτη Μοίρα, μόνο εξαιτίας της αφημένης έξω στολής του θα το έκαμναν, απόλυτα στρεψόδικοι όπως είναι. Θα διέδιδαν πως αυτοκτόνησε και θα τελείωνε εκεί το πράγμα. Το περιβάλλον ήταν ξένο ολότελα, ήτανε παρατηρητής, δούρειος ίππος. Και παρόλο που είχε βαθιές μαύρες δαχτυλιές στους ώμους και στα μπράτσα του, δεν ήτανε γραφτό του να χαθεί στη θάλασσα της πρώτης Μοίρας. Στης δεύτερης Μοίρας την περιοχή, εκεί τα πάντα του έδειχναν να περιορίσει τις κινήσεις του. Αυτός όμως ήτανε στραμμένος πάντα προς εκείνους, εκεί μονάχα ζούσε το μυστήριο, και για να είναι κάπως πιο κοντά τους φρόντιζε να μπαίνει υπηρεσία σε μια σκοπιά που βρισκόταν στο μεταίχμιο, ανάμεσα στις Μοίρες. Ήταν σκοπιά με διπλή έφοδο και δεν τη θέλανε καθόλου. Μες στα σκοτάδια, αυτός ως σκοπός ακίνητος συνομιλούσε με τον περιφερόμενο στο συρματόπλεγμα σκοπό της άλλης Μοίρας. «Φίλε, του έλεγε ο σκοπός, έχε το νου σου, πάλι θα τραβήξω εδώ κοντά σου». «Τράβα ελεύθερα, του έλεγε αυτός, μόνο πες μας τι βλέπεις;». «Βλέπω το μουνί της παραλίας. Πήγαμε αγγαρεία για τα σκουπίδια. Ήμασταν στην καρότσα δυο με τρία βαρέλια. Κι ο οδηγός μπροστά, τρεις. Πίσω από κάτι χώματα, ένας άνδρας και μια γυναίκα ολόγυμνοι. Εμείς σταματήσαμε αμέσως, θαρρείς και μας περίμεναν. Τη γύρισε προς εμάς και μας λέει· για κοιτάξτε, πώς το έχει. Ο οδηγός κατέβηκε απ’ την καρότσα. Κοίταγε και τράβαγε. Εμείς απάνω, στριμωγμένοι στα βαρέλια, τραβάγαμε. Ωχ, ωχ, ωχ… Μ’ ακούς; Κι απάνω στα «ωχ, ωχ», που βγάζαμε, τους βλέπουμε να τρέχουν και να πέφτουνε στη θάλασσα. Αύριο πάλι εδώ μας φωνάζει αυτός. Αυτή βουβή. Μ’ ακούς;» «Σ’ ακούω, φίλε», έλεγε σιγανά αυτός, «πες κι άλλα, όλα πες τα. Βγάλ’ τα, βγάλ’ τα, πες τα όλα, μοναχοί είμαστε, πες τα όλα», καθώς ο νους του και το χέρι έτρεχε με σβελτάδα, σε άλλες εικόνες, ανομολόγητες, πλασμένες όμως εκ του μηδενός, μια και από εμπειρία δεν είχε καμία, όπως καταλάβαινε κι ο λοχίας του, κι αυτές οι πνιγμένες κραυγές που άκουγε εκεί κοντά του, το αντρίκιο αυτό βαριανάσεμα, ήταν γι’ αυτόν τα πρώτα καταδεχτικά κουβεντιάσματα των ανθρώπων της καρδιάς του πάνω στο θέμα. «Πες μας κι εσύ τώρα τι βλέπεις;» του λέει με τη σειρά του της πρώτης Μοίρας ο σκοπός και γέλασε, σαν να του έλεγε· «πρόσεξα, μη νομίζεις, τη φράση σου». Τα ’χασε αυτός για μια στιγμή, αλίμονο αν έλεγε τι βλέπει, θα έμενε το παιδί κατάπληκτο· «βλέπω φως του» του λέει. «Τι φως βλέπεις; τι λες;». «Βλέπω φακό, η έφοδος, κουμπώσου». Και, να, σε λίγο ήρθε κοντά η έφοδος. Ήταν εκείνη η μουστόγρια ο ανθύπας, μόνιμος ανθυπασπιστής, πλάσμα στριμμένο και ανέραστο. «Αλτ! το σύνθημα!» του λέει αυτός. «Πάφος!» του λέγει εκείνος. «Το παρασύνθημα!» «Κυτίον!» λέει ο ανθυπασπιστής. «Δεν το λες καλά, δεν θα περάσεις!». Βγάζει ο ανθύπας το χαρτάκι, το διαβάζει με το φακό. Έτσι, όπως φώτιζε αποκάτω το μούτρο του, σαν τέρας. «Κυτίον!» ξαναλέει. Τότε λέγει αυτώ· «Κυτίον θα πει Κουτί. Άκουσες ποτέ σου τέτοιο σύνθημα; Πέρνα όμως τώρα και μάθε πως Κίτιον, πόλη της Κύπρου, Κίτιον. Δεν άκουσες ποτέ σου, ο Κιτίου;». Και ταυτόχρονα να σπαρταράει μέσα του, καθώς έπιανε τον εαυτό του με το όπλο προτεταμένο να κάνει μες στα άγρια σκοτάδια μάθημα στον ανθυπασπιστή. Πάντως, τον καθυστέρησε και μάλιστα με πολύ επιτυχημένο τρόπο. «Θα σε διορθώσω αύριο στην αναφορά!» του λέγει η κομπλεξική μουστόγρια. «Θα μας τα κλάσεις!» ακούγεται μια άγρια φωνή μέσα απ’ τα σκότη και τα χάνει η μουστόγρια. «Πέρνα τώρα και τα λόγια λίγα!» του λέγει η σωφεράντζα με το αυτόματο. «Θα σας διορθώσω εγώ!». «Σου είπα τι θα μας διορθώσεις!» «Αύριο αρπάζουμε φυλάκα». «Τόσο το καλύτερο θα τα λέμε από πιο κοντά». «Ακούς, εκεί, Κυτίον!». «Της μάνας σου, ρε!». Και γυρνώντας ο της πρώτης Μοίρας του λέγει γλυκά: «Συνάδελφε, άσε τις ντροπές και πες μας τι βλέπεις». Λέγει αυτώ εκείνος· «βλέπω τους ουρανούς ανεωγμένους και τους αγγέλους αναβαίνοντας και καταβαίνοντας εν τω δεσμωτηρίω». Λέγει· «αμήν, αμήν, αμήν».

 

Από τη συλλογή επιτάφιος θρήνος (1980)           

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA