Το πρώτον ειδύλλιον

 

Από το σπίτι του δια να υπάγει στο Γυμνάσιον της Πλάκας, ένα μόνον δρόμον είχε ν’ αλλάξει.

Αυτός όμως προτιμούσε ένα στενόν σοκάκι, που δεν τον πήγαινε βέβαια συντομότερα, είχεν όμως άλλα προτερήματα. Είχεν ένα σπιτάκι και το σπιτάκι αυτό ένα παραθυράκι, και το παραθυράκι αυτό, κάθε πρωί στις 8 παρά τέταρτον που περνούσε, δύο μικρές συμμαθήτριες και πολύ φιλενάδες, που εδιάβαζαν. Είχαν επαναλήψεις.

Πότε η μία, πότε η άλλη κρατούσε το τετράδιον και άκουε την άλλην που έλεγε.

Μόλις ο φίλος μου πλησίαζε στο παραθυράκι αυτό, έσκυβε το κεφάλι του κάτω ―όλα τ’ αγόρια είναι μπούφοι― και κοίταζε τα βήματά του που κάθε τόσο ετρίκλιζαν. Την ώραν όμως που έστρεφε το στενόν, εγύριζε το κεφάλι του και έριχνε μια μονάχα βιαστική ματιά στο παραθυράκι.

Μια φορά είδε πως είχαν γυρίσει τα κεφαλάκια τους και τον κοίταζαν. Την άλλη μέρα του χαμογέλασαν. Την τρίτη μέρα του κούνησαν το τετράδιον. Έβγαλε και αυτός το καπέλο του τότε και χαιρέτησε από μακριά. Την άλλη μέρα, ύστερα απ’ τα πραξικοπήματα αυτά, άμα τον είδαν από μακριά που φάνηκε στο στενόν, τσακίστηκαν να μπουν μέσα.

Το πρωί πέρασε δειλά-δειλά, ξύνοντας σχεδόν τον τοίχο.

Αυτές όμως ήσαν δύο. Έσκυψαν και σαν κάτι ήθελαν να ειπούν· μα τραβούσε η μία την άλλη και ξεκαρδισμένες στα γέλια μπήκαν μέσα.

Θύμωσε και έκανε τρεις μέρες να περάσει.

Όταν ξεθύμωσε και πέρασε, με αδιαφορία τάχα και απάθειαν, ακούει μια φωνίτσα ―τι γλυκιά φωνίτσα που ήταν αυτή― να του λέγει:

― Γιατί τόσο σοβαρός;…

Νέο κρύψιμο και κατρακύλισμα καρέκλας πάλιν.

Ήτο Παρασκευή. Το Σάββατο, δεν πέρασε.

Τη Δευτέρα το πρωί, μόλις αντίκρυσε το στενόν, είδε πως τα κορίτσια, αντί να είναι στο παράθυρον, ήσαν στην πόρτα.

«Θάρρος, είπε μέσα του· θα περάσω και θα τις χαιρετήσω· και αν μου πουν κανένα δειλό-δειλό καλημέρα σας, θα σταθώ και θα τους μιλήσω. Δεν είναι σωστό να φοβάμαι έτσι· θα με πάρουν για κανένα κουτό».

Μόλις επλησίασεν, η μία από αυτές, η ζωηρότερη ―είναι ανάγκη να ειπώ πως ήτον μελαχρινή;― κοιτάζοντας και διορθώνοντας τάχα την ποδιά της φιλενάδας της, και σα να μιλούσε σ’ αυτήν, του λέγει:

― Τι γινήκατε πάλι, τρεις μέρες;!...

Και εξηκολούθησε να διορθώνει την ποδίτσα που δεν είχε τίποτε για διόρθωμα. Τότε λέγει κι αυτός, χωρίς να σταθεί, μες τα δόντια του:

― Τρεις μέρες δε θυμούμαι τι έγινα· τρεις νύχτες όμως εγώ το ξέρω!...

Και εξηκολούθησε τον δρόμον του, χωρίς να δει το αποτέλεσμα της εκρήξεως.

Ήτον η πρώτη εκ του συστάδην μάχη του προς το ωραίον φύλον. Για μια στιγμή το αίμα του είχε συγκεντρωθεί στο κεφάλι του, και κτυπούσαν τα μηλίγγια του. Και τόσο τα ’χασε, που δεν υπελόγισε καλά την στροφήν που θα έκανε βιαστικά στο τέλος του δρομίσκου και κτύπησε στον τοίχον.

Την άλλην ημέρα ―πώς αργούν να ξημερώσουν μερικές μέρες…― μόλις αντίκρισε το ωραίον σπιτάκι, τις είδε πάλι στο παράθυρο.

Μόλις επλησίαζεν, η μελαχρινή μπήκε μέσα ―ήτον η αράδα της άλλης, φαίνεται― η άλλη δε, ―η ξανθή, έριξ’ ένα διπλωμένον χαρτάκι και τραβήχτηκε κι αυτή μέσα γλιστερά σαν πετρόψαρον.

Ο φίλος μου έκαμε πως εσκόνταψε· σκόρπισε χάμω τα τετράδια του, και μαζεύοντάς τα, πήρε και το μυρωδάτο χαρτάκι… γυρίζει το στενό, κοιτάζει δεξιά, ζερβά, μπρος, πίσω, ψηλά, χαμηλά ―ως και χάμω κοίταξε― και, άμα βεβαιώθηκε πως δεν τον βλέπει κανείς, άνοιξε το χαρτάκι!

«Ποίαν εκ των δύο αγαπάς;»

Να, τι έλεγε το χαρτάκι.

Το τι έπαθε αυτή τη μέρα δεν λέγεται. Ο καθηγητής της Γεωγραφίας τον ηρώτησε πού είναι ο Σαρωνικός κόλπος και αυτός είπε: στην Ερυθράν.

Τα γέλια των συμμαθητών του νομίζει κανείς πως ακόμα ακούονται.

― Κρίμας στον πατέρα σου!... περιωρίσθη να του πει ο καθηγητής· και ρώτησ’ έναν άλλον. Αλλά με μια φωνή αποκρίθηκεν όλη σχεδόν η τάξις!...

«Ποίαν εκ των δύο λοιπόν;» Τον έβενον, ή το χρυσάφι; Το μυστήριον, ή την αποκάλυψιν;… τα λιγωμένα μάτια, ή τα λαχταριστά χείλη;… τις γραμμές, ή το χρώμα;… τα μεσάνυχτα ―που από το σκοτάδι δεν βλέπεις τι δρόμον να πάρεις― ή το θαμπωτικόν μεσημέρι, που απ’ το πολύ φως χάνεις πάλι το δρόμο σου;

Ερώτησε τα βιβλία του σχολείου, που είχε διαβάσει φανερά στην λάμψιν της ημέρας και στο φως της λάμπας, και δεν του είπαν τίποτε. Ερώτησε τα βιβλία  που είχε διαβάσει κρυφά τη νύχτα, όταν εκοιμούντο όλοι, με την γλυκιά βοήθεια του μικρού καντηλιού, και του είπαν πολλά και ανώφελα.

Σαν ερώτησε και την ψυχή του, του είπε με πολλήν ειλικρίνειαν:

«Και τις δυο».

Το πρωί που πέρασε και ήσαν στο παράθυρο σκυμμένες απάνω στο βιβλίο τους ―να, που ντράπηκαν κι αυτές!...― έριξε κι αυτός το διπλωμένο χαρτάκι του μέσα στην πορτίτσα τους:

«Και τις δυο».

…Την άλλην ημέρα που ξαναπέρασε… το παράθυρο ήταν κατάκλειστο, και ούτε ξανάνοιξε πια στις 8 παρά τέταρτον.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA