ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ

ΓΙΑΝΝΟΣ και ΜΑΡΩ

ΣΠΑΘΟΓΙΑΝΝΟΣ

Ο ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟΣ

ΝΕΟΙ ΘΕΟΙ

ΗΜΕΡΑI ΤΗΣ ΓΡΗΑΣ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Δυστυχώς δεν έχω καιρό να γράψω φιλολογικό Πρόλογο, όπως τον εννοούσα και τον ήθελα. Το βιβλίον αυτό ετυπώθηκε υπό διαφόρους περιστάσεις· κρύβει μέσα του ζευγαρωμένη την αμερικανική δραστηριότητα με τη ρωμαίικη αναποδιά. Για να τυπωθή το ένα τρίτο εχρειάσθηκεν ολόκληρον εξάμηνο, ενώ για τ’ άλλα δύο μόνο ολίγες ημέρες. Οι τυπογραφικές διορθώσεις του εταξείδεψαν σε χειμερινά και σε καλοκαιρινά κλίματα· επήραν την άλμη της Μεσογείου και την άλμη της Μαύρης Θάλασσας· είδαν τους ζαφειρένιους ουρανούς της Ανατολής και τους μολυβένιους της Δύσης κι έγειναν μέσα σε καραντίνες και σε σιδεροδρόμους και σε ατμόπλοια, μεταξύ των μαύρων καπνών των φουγάρων και των συριγμάτων των μηχανών και της λίμας των επιβατών και των διαφόρων ήχων της ξηράς και της θάλασσας. Είμαι υπό ατμόν, αναγνώσται μου, και ο ατμός δεν περιμένει, π’ ανάθεμά τον! Θα κλέψω όμως ολίγον καιρό, τόρα που το Α θ ή ν α ι μας σχίζει υπερήφανο τα γαλανά νερά του κόρφου της Θεσσαλονίκης και η γαλανόλευκη σημαία του στέλνει δεξιά και αριστερά αδελφικά χαιρετίσματα ’ς την Κασσάνδρα, την πολύκαρπη και τον ολόχιονον Όλυμπο, να γράψω ολίγες λέξεις γι’ αυτό και ν’ αφήσω για το μέλλον – πάντα για το μέλλον, ωιμέ! – κάθε φιλολογικό ζήτημα.

Τα διηγήματα που είν’ εδώ μέσα είνε περασμένης εποχής. Το λέγω με πόνο ψυχής και με περιφρόνησι του εαυτού μου και της εποχής μου. Ποτέ μου δεν το ήθελα ούτε τ’ ονειρευόμουν πριν, πως θα έφθανεν ώρα το πρώτο μου βιβλίο να ήνε παραγεμισμένο από παλαιές αμαρτίες μου. Γιατί τα παλαιά έργα του συγγραφέως και οι αμαρτίες του ένα είνε. Εγώ νέα ήθελα, πάντοτε νέα, με ακμή και δύναμι και τελειότητα πάντοτε, τόμο απάνου ’ς τον τόμο που να έχη ένα σκοπό, να εξυπηρετή μίαν ιδέα, ν’ αποτυπώνη πιστά και καθαρά και μεγάλα μίαν εποχή ολάκερη. Ο σημερινός έλλην καλλιτέχνης, σε όποιον κλάδο και αν ανήκη, βρίσκεται πάντα μέσα σε θησαυρόν ατελείωτο και δεν χρειάζεται παρά να σκύψη για να γεμίση τους κόρφους του. Είνε λοιπόν δίκαιο αντί ν’ αδράχνη διαμάντια και μπριλάντια να προσέχη ’ς τα ψωροχάλικα; Είνε δίκαιο αφού και ιστορία και θρησκεία και λαών αντιθέσεις και σκοτάδι δουλείας και ηρωισμοί απίστευτοι· αφού πρωτόπλαστοι ακόμη παραδόσεις κι εθίμων πολύμορφοι σωροί και τύποι και όψεις σκληροκάμωτοι κι εκφράσεις σχεδόν πέτρινοι και φερσίματα χιλιάδες και φύσις από τον Παράδεισο παρμένη, όλα κατά σωρούς σε περιτριγυρίζουν, σε προκαλούν, πετούν σχεδόν σαν χιλιόπλουμες πεταλούδες ολόγυρά σου και φωτοβολούν ’ς το νου και ’ς την καρδιά και ’ς τα νεύρα σου και σου γλυκοτραγουδούν μ’ ασύγκριτο τραγούδι Σειρήνων «πάρε μας, φωτογράφησέ μας πριν σβύσουμε· η άλλη γενεά δεν θα μας εύρη», είνε δίκαιο εμείς να γυρίζουμε πίσω ’ς τ’ άσκοπα γραψίματα του παρελθόντος και μ’ εκείνα να προβάλλουμε ’ς τους αναγνώστας; Όχι, χίλιες φορές όχι! Και όμως αυτό γίνεται. Αλλά δεν είμαστ’ εμείς οι αίτοι. Το λέγω και το κηρύττω, δεν είμαστ’ εμείς· είνε η εποχή μας. Αχ, εις εσάς τας μελλούσας γενεάς, τους μέλλοντας συγγραφείς, που όταν σας συλλογισθώ-και σας συλλογίζομαι συχνά, μα τη δυστυχία μου- ανεβαίνει το αίμα ’ς το κεφάλι μου, που σας ζηλεύω και σας μισώ συγχρόνως, ηξεύρω πώς θα σας φανούν τα ιδικά μας έργα· χειρότερα απ’ ότι φαίνονται σ’ εμάς του Μπερτολδίνου και του Γαϊδάρου οι φυλλάδες. Αλλ’ αν μας κρίνετε απ’ αυτά πολύ θα μας αδικήσετε. Δώσατέ μας την εποχή σας, την ακμή του έθνους σας, τη φιλολογική δίψα των συγχρόνων σας, τα μέσα σας, κι εβλέπατε αν δεν σας αφίναμε γραπτούς Παρθενώνας.

Αλλ’ αν όχι γιατί ανήκουν ’ς το παρελθόν, για τη γλώσσα τους όμως τα διηγήματα αυτά ήταν καλό να μείνουν ’ς τη νέκρα τους για πάντα. Είνε γλώσσα μπαλσαμωμένη· γλώσσα που κάμποσοι έξυπνοι αντί να την αφήσουν μέσα ’ς τη σεβαστή θήκη της, την εσήκωσαν, της έδωσαν ολίγη ζωή και με τα δεκανίκια ’ς τα χέρια, με της αράχνες και τη σκόνη των αιώνων, την έβαλαν μπροστά για να τους πάγη κούτσα κούτσα ’ς την εποχή του Λουκιανού και του Ξενοφώντα. Και δεν ηθέλησαν να πάγουν μόνον αυτοί, αλλά να σύρουν και ολόκληρο το Έθνος οπίσω τους. Και μας την εκόλλησαν κι εμάς, των άμοιρων, με τα σχολεία και τα βιβλία του, τ’ ανάποδα και χρειαζόμαστε πλέον για να την βγάλομε από πάνω μας, να ριχθούμε ’ς τη φωτιά, όπως ο Ηρακλής για να σωθή από το χιτώνα του Νέσσου. Από μέρους όμως προτιμώ αυτήν τη θυσία παρά τέτοια γλώσσα, που σαν στρίγγλα φοβερή έφαγε ως τα τόρα, έθαψε μέσ’ ’ς τα βρωμερά κουρέλια της κάθε καλλιτεχνικό και θηλυκό νου που ηθέλησε να την λατρέψη. Γιατ’ είνε γλώσσα που σου παγώνει τον ενθουσιασμό, σου πλαστογραφεί την ιδέα, σου κόβει τη δύναμι, σου αλλάζει το αίσθημα. Είνε καλούπι που η κακή του πάστα αλλάζει κάθε τι που θα χύσης μέσα του. Της ρίχνεις χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο· της ρίχνεις φωτιά και σου βγάζει στάχτη· της ρίχνεις αίμα και σου βγάζει λαχανόζουμο. Και αν καμμία φορά έβγαλε και λαμπρό μέταλλο πρέπει να φαντασθής πως σε καλλίτερο καλούπι το μέταλλο αυτό θα ήταν ακόμη λαμπρότερο. Εγώ ομολογώ πως πολλές φορές που έκανα τας διορθώσεις κι είδα ψευτοντυμένο, πλαστοπροσωπευμένο όλο μου το παρελθόν, επόθησα να μην τα είχα γράψη ποτέ αυτά τα έργα. Ευτυχώς ανήκουν πλέον εις το παρελθόν. Την ελπίδα μας έχομε ’ς το μέλλον· εκείνο θα δώση γλώσσα, εκείνο φιλολογία.

Θέλει δεν θέλει η εποχή μας, γρήγορα θα έρθουν τα τελειότερα έργα.

Από του ατμοπλοίου «Αθήναι» Νοέμβριος 1892

 

αρχή

Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ

 

— Δεν πααίνω σου λέω, δεν πααίνω! μου κάνει κακό!…

— Πήγαινε, καϋμένη και σήμερα… βλέπεις πως θα πάω ν’ αλέσω!…

Πρώτην φοράν, φωναί ανδρικαί και γυναικείαι εκ περιτροπής, εξήρχοντο τόσον έντονοι και τεταραγμέναι, ωσεί συγκρουόμεναι μεταξύ των, από του οικίσκου του Μελοπούλου. Από τριών ήδη μηνών ότε ετέλεσε τους γάμους του ο οικοδεσπότης, δεν αντήχει άλλο εντός αυτού παρά τραγούδια εύθυμα και γέλωτες παρατεταμένοι, τονίζοντες εις κλίμακα υπερνέφελον την ευτυχίαν του νεαρού ανδρογύνου και ψίθυροι φιλημάτων, ως εις καμμίαν φωλεάν τρυγόνων. Οι φλεγματικοί κάτοικοι του μικρού χωρίου καθ' εσπέραν, ενώ εχασμώντο τανυόμενοι ίν’ αποτινάξωσι τον κόπον της ημέρας οι άνδρες κι εθορύβουν αι γυναίκες, εις τα οικιακά έργα ασχολούμεναι ή εκλαυθμήριζον τα παιδία και υλάκτουν οι σκύλοι, ακούοντες αυτούς εκίνουν την κεφαλήν μ' έκφρασιν σοβαράς δυσπιστίας. Η χαρά εκείνη εφαίνετο εις αυτούς παρατονία, χαρά μη έχουσα την θέσιν της εκεί, μέσω της σιγηλής ερημίας του χωριδίου και του πλήθους εκείνου, του μη γνωρίζοντος άλλο από την εργασίαν, την βαρείαν εργασίαν των αγρών. Εσκέπτοντο δε ότι πολύ ταχέως θα έπαυε και την παρωμοίαζον προς την τύχην του χωριδίου των, του οποίου η ζωηρότης διαρκεί όσον και η πανήγυρίς του — επί μίαν μόνην ημέραν, κατά την πέμπτην Νοεμβρίου. Γίνεται αναστάτωσις όλων τότε χάριν του αγίου Νικολάου, μέρος της χειρός του οποίου διατηρείται ενέπαφον εν τη εκκλησία του χωριδίου· ακούονται τύμπανα και χοροί και πολλοί προσκυνηταί συνέρχονται άλλοθεν και τούτο μέχρι της νυκτός, ότε τα πάντα παύουν εις τελείαν χαλάρωσιν και ανίαν. Ούτω θα συνέβαινε, έλεγον, και εις το ανδρόγυνον ήδη· θα εβαρύνετο μόνον του αυτήν την τρελλήν ευθυμίαν, την θορυβώδη χαράν, η οποία νομίζει τις ότι δεν γίνεται παρά διά ν’ ακούηται και μόνον· θα έκυπτε δε ταχέως ο τράχηλος εις την εργασίαν και θα συνωφρυούτο το μέτωπον εις την σκέψιν, όπως συνέβη και εις αυτούς τους ιδίους άλλοτε... Και τώρα, αν ήκουον τας διαμειβομένας φωνάς, θα επίστευον ότι επηλήθευσαν αι ελπίδες των, και πολύ ταχέως μάλιστα απ’ ό,τι προσεδόκων και θα εμειδίων χαιρεκάκως. Διότι η χαρά των άλλων όσον και αν είνε ανεξάρτητος, μας κουράζει και επιθυμούμεν να παύση μίαν ώραν αρχήτερα, βιαζόμενοι να κατατάξωμεν αυτούς εις την ιδίαν με ημάς σειράν, ως η κωλοβή αλώπηξ του μύθου.

Δεν επέτυχον όμως αυτήν την ευκαιρίαν οι χωρικοί. Το χωρίδιον Τρουμπέ ήτο έρημον τώρα. Οι ευάριθμοι οικίσκοι του, εδώ κι εκεί επί χαμηλής λοφοσειράς διεσκορπισμένοι, είχον τας θύρας όλας σφαλισμένας και από τα μικρά παράθυρά των εφαίνετο εντός το σκότος και η ερημία. Εις τας αυλάς επλανώντο εν πλήρει ανέσει αι όρνιθες, ανασκαλεύουσαι το άχυρον και την κόπρον προς ανεύρεσιν τροφής κι αι πάπιαι ενήχοντο μακαρίως εις τι τέλμα παρά τους καλαμώνας, ενώ ο οικόσιτος χοίρος, σοβαρός αντιπρόσωπος του οικοδεσπότου, εγρύλλιζε περιφερόμενος ελεύθερος και ο αλέκτωρ με το αγέρωχον βάδισμά του, ανέτεινεν από καιρού εις καιρόν την κεφαλήν κι ετόνιζε την βραχνήν λαλιάν του, ωσεί θέλων να διασαλπίση εις τα πέριξ την υπεροχήν του. Οι χωρικοί έλειπον όλοι εις τας εργασίας των γυναίκες και άνδρες, μικροί και μεγάλοι, έκαστος κατά τας δυνάμεις του είχον αναλάβει τα καθημερινά, τ' αναλλοίωτα καθήκοντά των, άμα τη χαραυγή. Μόνος ο οικίσκος του Μελοπούλου διετήρει ακόμη την ζωηρότητά του· διότι από της ημέρας των γάμων εβράδυνε πάντοτε εις την εξέγερσιν, ως νωθρός εργάτης εξακολουθών την αυτήν απεργίαν και μετά την λήξιν των εορτάσιμων ημερών. Το φως της ημέρας εισέδυεν ήδη άφθονον από της ανοικτής θύρας και του παραθύρου, από του οποίου εφαίνετο η Σμάλτω εν τη σκιά, με νυσταλέους ακόμη οφθαλμούς και βεβαρυμένον το σώμα, εγείρουσα νωθρώς τας στρωμνάς μίαν μίαν από του εδάφους και αποθέτουσα διπλωμένας επί μιας ανεστραμμένης κοφίνας, χρησιμευούσης πάντοτε εις τους οίκους των χωρικών αντί στρωμνοθήκης. Ενώ δ' ενησχολείτο εις τούτο εξηκολούθει, ηρεθισμένη κάπως, σφοδράν ομιλίαν μετά του ανδρός της, ο οποίος παρά την θύραν ιστάμενος, έρραπτε την άκραν σάκκου εκ χονδροπάνου κι εψιθύριζε χωρίς να υψώση την κεφαλήν από της εργασίας του, ωσεί εις εαυτόν αποτεινόμενος:

— Πήγαινε, μωρή και σήμερα· βλέπεις πως θα πάω ν' αλέσω!...

Πλησίον αυτού καψαλός σκύλος, με ανωρθωμένον και άτακτον τρίχωμα, επέμενεν οσφραινόμενος το έδαφος μέσω σμήνους ορνίθων, αι οποίαι είχον εισπηδήσει εντός ζητούσαι διά τιτιβισμών την πρωινήν τροφήν των. Προ της θύρας ο εύρωστος ίππος του Μελοπούλου, ζευγμένος εις το κάρρον, έτρωγε την φορβήν του, ανακινών από καιρού εις καιρόν τα ώτα και τύπτων τους πόδας, ωσεί βιαζόμενος να εκκινήση. Ο Στάθης είχε φορτώσει το κάρρον του διά σάκκων σίτου της νέας εσοδείας και ητοιμάζετο ν’ αναχωρήση εις τον μύλον προς άλεσιν. Και ήτο μεν μύλος εις το χωρίδιον έξω επί υψώματος και ειργάζετο αδιακόπως ημέραν και νύκτα, αναπεπταμένας έχων, εις τον άνεμον τας φαιάς πτέρυγάς του, αλλ’ εις τον Στάθην ήρεσκε πάντοτε ό,τι ηδύνατο να συντέμνη τας αποστάσεις και να προφθάνη τον χρόνον. Συνήθιζε να προτιμά τον κέλητα αντί του ημιόνου και τον ατμόμυλον αντί του ανεμομύλου, όπου είνε τις εκτεθειμένος εις του καιρού τας ιδιοτροπίας. Διά τούτο είχεν αποφασίσει να πάγη εις Γαστούνην, όπου υπήρχεν ατμόμυλος και ήτο βέβαιος ότι θα επεράτου μίαν ώραν αρχήτερα την εργασίαν του. Έλεγε δε εις την νεαράν σύντροφόν του να συνοδεύση εις την βοσκήν τα γαλιά, τριάκοντα ζεύγη γαλιά, τα οποία είχεν αναπτύξη αρκούντως και από τα οποία ήλπιζε καλά κέρδη κατά τον ερχόμενον αύγουστον, ότε θα τα επώλει εις Ζακυνθίους ζωέμπορους.

— Δεν μπορώ σου λέω… δεν πααίνω! επέμενεν η Σμάλτω, αρνουμένη.

Ο Στάθης εξεπλήσσετο διά την τόσην επιμονήν της γυναικός του. Πρώτην φοράν τώρα την ήκουεν αντιτείνουσαν εις τους λόγους του· πρώτην φοράν την έβλεπε τόσον πείσμονα εις την ιδέαν της. Άφ ης ημέρας την εστεφανώθηι την εγνώριζε πάντοτε υπήκοον, πάντοτε ακατάβλητον εις την εργασίαν, μειλίχιον εις τους τρόπους, δειλήν εις τας ιδέας της, εκπληρούσαν τυφλώς τας επιθυμίας του, πρόθυμον να τον ανακουφίζη και να τον συνδράμη εις όλα. Και τα γαλιά αυτά ακόμη η ιδία εφρόντισε και τα ανέπτυξε και τώρα από μηνός καθ' ημέραν τα συνώδευεν ευχαρίστως εις την βοσκήν. Πώς λοιπόν τώρα ήλλαξε τόσον έξαφνα ο χαρακτήρ της, και ο ίδιος ηπόρει.

— Μα τι θες να κάμουμε ’ς το θεό σου! είπεν αίφνης, προσβλέπων αυτήν με ύφος, ενέχον εν ταυτώ ερώτησιν και οργήν.

— Πααίνω εγώ ’ς το μύλο· εψιθύρισεν η Σμάλτω δειλώς, χαμηλώνουσα την κεφαλήν.

Ο Στάθης εγέλασε βεβιασμένως. Πολύ παράδοξος του εφαίνετο η απάντησις αύτη της γυναικός του. Και όχι τώρα διότι ήτο νεόνυμφος αλλά και γραία αν ήτο πάλιν δεν επετρέπετο εις την Σμάλτω να πάγη εις τον μύλον. Αν εζήτει να πάγη εις κανένα ανεμόμυλον των πέριξ χωρίων δεν ήτο και κακόν, διότι όλοι οι μυλωθροί ήσαν γνώριμοι, άνθρωποι έντιμοι και σοβαροί και ως επί το πλείστον αι γυναίκες επήγαινον τ’ αλέσματα, των ανδρών ασχολουμένων εις άλλας βαρυτέρας εργασίας. Εις Γαστούνην όμως, εις μίαν πολιτείαν, όπου ευθύς μόλις έβλεπον αυτήν εκφορτώνουσαν τον σίτον θα εσυνάζοντο οι άνδρες πέριξ και θα την περιειργάζοντο από κεφαλής μέχρι ποδών, σχεδόν θα την έψαυον με τ' αναιδή και φαύλα βλέμματά των, όπου οι μυλωθροί ήσαν ξένοι και απόξενοι, πονηροί και αγιογδύται, ποτέ δεν επετρέπετο. Μόνον και να το συλλογισθή η Σμάλτω έπρεπε να κοκκινίση.

— Μα γιατί δεν πας με τα γαλιά; ηρώτησε πάλιν, επανερχόμενος εις την προτέραν του ιδέαν ο χωρικός.

—Φοβάμαι· εψιθύρισεν η λυγερή μετά τινος στενοχωρίας.

— Τι φοβάσαι; γιατί δεν εφοβόσουν τόσον καιρό;

Η Σμάλτω έκυψε την κεφαλήν αμηχανούσα, διότι δεν είχε τι ν’ απαντήση εις την δικαίαν ερώτησιν του ανδρός της. Και είχε μεν λόγον, ισχυρότατον μάλιστα λόγον, τον οποίον αν έλεγεν ευθύς ο Στάθης θα ηρεθίζετο, θα εζήτει συγχώρησιν διά το πείσμα του και θ' απήτει μάλιστα επιμόνως παρ' αυτής να μη πάγη πλέον εις την βοσκήν με τα γαλιά. Αλλά τον λόγον αυτόν δεν ήθελε να εκστομίση δι' όλον τον κόσμον η ΣμάΛτω.

Εγνώριζεν ότι εκείνο το οποίον εφοβείτο και ήθελε ν' αποφύγη εξηρτάτο μάλλον από αυτήν την ιδίαν παρά από τον άνδρα της κι εθεώρει περιττόν να ταράξη εις τα μύχια τον χωρικόν και να τον εμβάλη εις υποψίας. Διότι όσον και αν είνε απαίδευτος η γυνή, εις τοιαύτα ζητήματα προσπαθεί πάντοτε να προφυλάσση τον άνδρα της, πολλάκις μάλιστα μετ' εγκληματικής επιμονής ωσεί η φύσις μόνη της παρακινεί αυτήν εις τούτο.

— Να, εκεί που καθόμουν εψές ’ς την πατουλιά, βγήκ' ένα φίδι ξάφνου και μ' ετρόμαξε… έχασα όλο μου το αίμα! απήντησεν αίφνης η Σμάλτω, φοβισμένον έχουσα το πρόσωπον, ως να έβλεπε την ώραν εκείνην το φίδι προ των ποδών της.

Ο χωρικός εξερράγη ήδη εις γέλωτας, όχι βεβιασμένους πλέον αλλ’ αληθείς γέλωτας ανθρώπου ευθύμου. Τόσον απροσδόκητος εφάνη εις αυτόν ο ισχυρισμός ούτος της γυναικός του, ώστε δεν εύρεν άλλο τι πρόχειρον την ώραν εκείνην ο Στάθης παρά να καγχάση.

— Ωχ, αδερφέ! εφώναξε, για το φίδι κάνεις έτσι; Και λαμβάνων από της γης τον σάκκον, όστις είχε πέσει των χειρών του κατά την ώραν της ταραχής και από τίνος γωνίας το μαστίγιόν του, διηυθύνθη προς την θύραν υποψιθυρίζων:

— Μην ήσαι κουτή, καϋμένη!... πήγαινε κι εγώ θα γυρίσω γρήγορα.

Χωρίς δε να προσθέση τι πλέον, ανέβη επί του κάρρου και μαστίσας τον ίππον του απήλθεν.

Η Σμάλτω ήκουσε το κάρρον απομακρυνόμενον μετά πατάγου, και ησθάνθη την καρδίαν της συγκλονιζομένην μετά του εδάφους υπό τους ογκώδεις τροχούς του. Η αναχώρησις του ανδρός της κατ' εκείνην την ώραν την ετάρασσε μεγάλως και την κατέθλιβεν, ως μία παντελής εγκατάλειψις. Δεν ήτο πρώτη φορά κατά την οποίαν απεμακρύνετο ούτω της οικίας ο Στάθης· αλλά τώρα η ψυχή της είχε διεγερθή ολόκληρος υπό συλλογισμών επιφόβων και όλα τα εξελάμβανεν ως επίτηδες εναντίον αυτής διενεργούμενα. Ο Στάθης άφινεν αυτήν μόνην και απροστάτευτον επί μίαν ολόκληρον ημέραν. Την διέτασσεν επιμόνως να πάγη εις την βοσκήν των γαλιών χωρίς να ηξεύρη ότι την εξέθετεν εις κίνδυνον φοβερόν, από τον οποίον πολύ δυσκόλως λυτρούται ο άνθρωπος, διότι κύριον εχθρόν έχει τον εαυτόν του. Δεν ηδύνατο όμως να κάμη και άλλως, η Σμάλτω. Αφού ο Στάθης δεν ήτο πλέον εκεί ώφειλεν αύτη να συνοδεύση τα γαλιά· δεν έπρεπε να τ' αφήση να ψωφήσουν της πείνας! Και μετενόει ήδη διότι ετάραζε τόσον τον άνδρα της, ακαίρως επιμένουσα εις την άρνησίν της, ενώ ανεγνώριζε την ανάγκην. Έθεσεν ολίγον μελαψόν άρτον εντός μαλλίνου σακκιδίου, εκρέμασεν αυτό από του ώμου και κλειδώσασα την θύραν εξήγαγεν από του αχυρώνος τα γαλιά και ανεχώρησεν εις την βοσκήν.

—Ο αϊ Νικόλας κι ας με φυλάξη· εψιθύρισε, σταυροκοπουμένη.

Η Σμάλτω ήτο νεαρωτάτη, λυγερή, εύπλαστος το σώμα, μελαχροινή, με οσφύν εσφιγμένην ως καλαμιάς και κεφαλήν εύμορφην, ην εστόλιζον άφθονοι μαύροι βόστρυχοι και οφθαλμοί μεγάλοι, πάντοτε υγροί, ως να εψυχάλιζον εντός και ακριβείς ερμηνευταί των εσωτερικών εντυπώσεών της. Ήτο δ' εντελής καθρέπτης μιας αγροδιαίτου υπάρξεως· το άτομόν της ολόκληρον ήτο υπερβολικώς περίεργον εις τας από της φύσεως εντυπώσεις και τας υφίστατο και τας συνεκέντρου εν εαυτή όλας, όπως ο φακός τας ηλιακάς ακτίνας. Μέχρις ου υπανδρευθή, βοσκούσα καθημερινώς τα αιγοπρόβατα του πατρός της εις τα μέρη της Ριζοκαστριάς, όπου είχε κατασκηνώση η οικογένειά της, τον χειμώνα και το καλοκαίρι, το φθινόπωρον και την άνοιξιν, έβλεπεν όλας της φύσεως τας μεταβολάς και τας εδέχετο μετά χαράς, όπως δέχεται τις τας θωπείας της μητρός του. Και ότε την έτυπτε κατακέφαλα με τους όμβρους της και ότε την εδρόσιζε με τα ζωογόνα μαϊστράλια της, είτε την αφήρπαζεν εις τας καταιγίδας της είτε της εχαλάρωνε τας δυνάμεις όλας διά του λιβός της, αύτη δεν παρεπονείτο καθόλου, αναγνωρίζουσα υπομονητικώς την εξουσίαν και τα δικαιώματα της. Της ήρεσκεν επιμόνως η μάγισσα και ευμετάβολος νύμφη, την εξέπληττε και την συνεκίνει με τας ποικίλας αμφιέσεις της, υπό τας οποίας της παρουσιάζετο καθ' εκάστην και το κάλλος της, το ένθεον. Πολλάκις συνέβαιναν εν τη μικρά εκείνη λοφοσκεπάστω εκτάσει, εις διαφόρους της ημέρας ώρας, συχνάκις δε κατά την μεσημβρίαν, η φύσις πέριξ, ως το μνημείον του Μέμνωνος, ν' αναδίδη διαφόρων ειδών τόνους, ποικίλας φωνάς, αρμονικώς διακεχυμένας εν τω κενώ. Η Σμάλτω τότε, έξαλλος, ήνοιγεν υπερμέτρως τους οφθαλμούς, έτεινε τα ώτα αχόρταστος και προσεπάθει να δεχθή εν εαυτή τους ήχους εκείνους όλους και βαθμηδόν βαθμηδόν ανεδίπλου το σώμα, επιθυμούσα να εναγκαλισθή ούτως ειπείν την φύσιν, να την ενστερνισθή, παραδιδομένη εις την επήρειάν της ασυνειδήτως, όπως παραδίδεται τις εις τον έρωτα.

Η ζωή της Σμάλτως αύτη έπαυσεν αίφνης διά μιας όταν υπανδρεύθη. Ο ιερεύς όστις εστάθη προ αυτής ίνα ευλογήση τους γάμους της, έμεινε πλέον καθηλωμένος εφ’ όρου ζωής εκεί, ως τοίχος ακλόνητος και της απέκλεισε το παρελθόν. Η κληματόβεργα, καταλλήλως μετασχηματισθείσα εις στέφανον νυμφικόν, έκαμε κι επί της νεαράς βλαχοπούλας το θαύμα της όπως καθ' ημέραν και εις τόσας άλλας. Μετέφερεν αυτήν εις άλλην ζωήν, ψυχράν, σοβαράν, μεστήν πραγματικότητος ασφυκτικής, την οποίαν αύτη πριν ουδέποτ' εφαντάζετο, μέσω της χαριέσσης φύσεως εν τη οποία ανεπτύχθη. Και ο Στάθης δ' αυτός, ωσεί ζηλοτυπών προς το παρελθόν της κι επιθυμών να καταστρέψη πάσαν αυτού ανάμνησιν, αφήρεσεν απ’ αυτής την βλαχικήν ενδυμασίαν, την γραφικήν εκείνην ενδυμασίαν με τα κρόταλα και τους χρωματισμούς, την οποίαν νομίζει τις ότι οι βλάχοι επενόησαν εκ του μεγάλου πόθου των προς την φύσιν, ίνα φέρωσιν επάνω των το αποτύπωμά της πάντοτε, όπου κι αν ευρίσκωνται. Αντί δ' αυτής, αντί των κεντητών ποδιών και των πλουσίων γκιορντανίων, της έδωκε τα πενιχρά ενδύματα του χωρίου, άτινα την κατέστησαν σοβαράν μέχρι γελοιότητος.

Η Σμάλτω ήρχισεν ευθύς εξ αρχής να πλήττη και ν' ασφυκτιά μέσω της καθημερινής αναστροφής των χωρικών, όπου δεν ήκουεν άλλο παρά αμοιβαίας κακολογίας και κλαυθμηρισμούς διά τα χρέη των. Ωμοίαζε προς πτηνόν το οποίον αίφνης συνέλαβον και απέθεσαν εν κλωβώ, μέσω τεσσάρων πληκτικών κιγκλιδωμάτων, μακράν πρασίνου φυλλώματος, εκτός πάσης αναστροφής μετ' άλλων ομοίων του. Η υπομονή όμως της γυναικός είνε ανεξάντλητος. Συχνάκις καταβάλλει μέγαν ηρωισμόν ίνα μη φανή δυσανασχετούσα προς την τύχην της και δώση αφορμάς κακολογίας και προξενήση χαράν εις τους γείτονας. Βλέπει τις πολλάκις αδιάκοπον το μειδίαμα εις τα χείλη, ανεξάντλητον την ευτυχίαν εις τους οφθαλμούς της, ενώ τουναντίον εις τα χείλη επικάθηται άμετρος πικρία και θερμά δάκρυα εις τους οφθαλμούς. Έχει δ’ η γυνή την υπόκρισιν αυτήν τόσον ανεπτυγμένη όσον περισσότερον περιωρισμένη είνε κοινωνικώς. Η Σμάλτω, ενώ ήτο καταπικραμένη διά την ζωήν εις την οποίαν μετέπεσε, προσεποιείτο εν τούτοις την ευτυχισμένην, την γελαστήν, όλη πετώσα, όπως έπρεπε να είνε γυνή νεόνυμφος, ώστε έκαμνε τους γείτονας να λέγουν περί αυτής, ίνα παραστήσωσι την χαράν της, ότι εγέλων και τα παπούτσια της. Εντός όμως η καρδία της έπαλλε διά την προτέραν ανύπανδρον ζωήν και την επόθει ενθέρμως. Διό, ότε μετ' ολίγον ανεπτύχθησαν τα γαλιά διά την εξοχήν και ο Στάθης, απασχολημένος εις την καλλιέργειαν της σταφιδαμπέλου του, ανέθεσεν εις αυτήν την φροντίδα των, έγινεν έκτος εαυτής από χαράν. Και ότε τα ωδήγει εις την βοσκήν, ετόνιζε το τραγούδι των κι επήδα μεταξύ αυτών, υψηλά τον κάλαμον κρατούσα, εν μέθη και ευτυχία υπερτάτη. Από του εγγάμου βίου της τώρα μόνον ηννόει ότι συνήρχετο εις εαυτήν και ανέζη.

Αλλ' από τινων ήδη ημερών υπόνοια τις εγεννήθη εντός αυτής· η ζωή εκείνη την ετρόμαζεν. Ήρχισε να βλέπη τον οικίσκον της, ότε το εσπέρας επέστρεφε, μετά δυσπιστίας· να αισθάνεται προ του ανδρός της εντροπήν· να χαμηλώνη τους οφθαλμούς προ του βλέμματός του, να ταράσσηται εις τον εναγκαλισμόν του και να ερυθρά ως ένοχος φρικώδους ανομήματος. Δια ποίαν δ’ αιτίαν ησθάνετο όλα ταύτα, δεν ηδύνατο να εννοήση η λυγερή. Μόνον συγκεχυμένως μόλις κατελάμβανεν ότι εταράσσετο πολύ μένουσα εν τη αναπεπταμένη πεδιάδι, υπό τον γαλανόν ουρανόν, εν τη μυστηριώδει ερημία των αγρών, ακροωμένη του γλουγλουκισμού των γαλίων, του ερρύθμου κωδωνισμού ενός ποιμνίου απέναντι και των περιπαθών τόνων μιας φλογέρας.

*

Η Σμάλτω ήδη είχε φθάσει εις την οφρύν της λοφοσειράς, οπόθεν η πεδιάς ηπλούτο πέριξ, μ' ελαφρούς κυματισμούς μέχρι της θαλάσσης. Ο ήλιος είχεν υψωθή αρκετά εις τον ορίζοντα, κολυμβών μέσω αργυρού αιθέρος, πυκνοτάτου και περιέλουε τους θερισμένους αγρούς, τας πρασίνας σταφιδαμπέλους, τους βυσινίζοντας βουνούς του Χελωνάτα και τα πέριξ όλα δι’ άφθονου φωτός· τα χωρία κατέκειντο εδώ κι εκεί, με τας υπομαύρους στέγας και τους λευκοκιτρίνους τοίχους των οικίσκων των, εν αμόρφω όγκω, ως χορταριασμένα ερείπια· ποίμνια έβοσκον παντού και βοών αγέλαι και ίππων εν αδελφική συμβιώσει, ενώ ωρθούντο πλησίον αι σκιάδες των φυλάκων, με την επιμήκη εκ ξηρών χόρτων στέγην και τους λεπτούς και στρεβλούς στύλους των, ως μεγάλα καψαλά πτηνά, ορθούμενα επί των κάτισχνων ποδών των. Από πολλά μέρη ανέβαινον λευκοί καπνοί, ταχέως εξαφανιζόμενοι εκ του πολλού φωτός της ημέρας, και υπεφαίνοντο κάποτε γλώσσαι φλογών, ενώ αντήχει ο τριγμός του ξηρού χόρτου, καιομένου επί των αλωνίων. Τα βουνά προς ανατολάς εκρύπτοντο μέσω ποταμών πεπυκνωμένης ομίχλης και μόνον τ' ακροβούνια ασθενώς διεγράφοντο εις τον ορίζοντα, ως κομμένα χάρτινα συμπλέγματα όπισθεν γαλανής υάλου. Κι εν τη νεκρική εκείνη της πεδιάδος ησυχία, μόνον τα ξηρά χόρτα και τα φύλλα εψιθύριζον, κινούμενα υπό του ανέμου, όστις έπνεεν από της θαλάσσης δροσερός δροσερός.

Η Σμάλτω περιέφερε το βλέμμα πέριξ, έφ' όλων τούτων, ρεμβώδες και ήσυχον. Είτα κατέβη τον δρομίσκον προς τους αγρούς, κρατούσα μακρόν κάλαμον ανά χείρας, διά του οποίου περιώριζε τα γαλιά να μη διασπείρωνται και διά φωνής σιγηλής και διαυγούς ανακράζουσα εις ήχον τραγουδιού:

— Πίκιο, πίκιο· το γαλί, γαλί, γαλιό!... πίκιο, πίκιο· το γαλί, γαλί, γαλιό!…

Τα γαλιά επορεύοντο βάδην εμπρός, καμαρωτά καμαρωτά, προτείνοντα το στήθος και ανατείνοντα την κεφαλήν, υπό την οποίαν εκυμαίνετο το λειρίον κατακόκκινον, ως δράγματα κερασίων. Προεπορεύοντο ολίγα, σχηματίζοντα γωνίαν εμπρός εις ένα, ωσεί επί κεφαλής, είποντο άλλα εις τα πλάγια του δρόμου ραμφίζοντα εδώ κι εκεί τας θαμνώδεις ανακάνθας και τους αύλακας· άλλα επλατάγουν τα πτερά των κι εκυνηγούντο αίφνης άνευ αιτίας και άλλα ίπταντο μετά θορύβου άνω της κεφαλής των λοιπών, ερχόμενα εκ των όπισθεν προς τα εμπρός και τ' ανάπαλιν. Όλα δε από καιρού εις καιρόν, παρακινούμενα υπό της φωνής της γυναικός, απήντων δι' ενός γλουγλουκισμού διατόρου και παρατεταμένου.

Ούτω η Σμάλτω μετά των γαλίων, έφθασε μετ' ολίγον εις τον αγρόν της. Ήτο δε ούτος θερισμένος όλος, κεκαλυμμένος υπό χρυσιζούσης και στιλπνής καλαμιάς, μέσω της οποίας ανέκυπτον κάπου μαρασμώδη τινά, πρασινίζοντα φυτά· πέριξ, εις τας άκρας ή επί της τάφρου και εις τους αύλακας, ωρθούντο ακόμη στάχεις τινές, διαφυγόντες το δρέπανον των θεριστών κι εκίνουν τας απεξηραμένας κεφαλάς των, εις το ελαφρόν φύσημα του ανέμου. Εις τ' αριστερά, μικρός δρομίσκος, λευκοκίτρινος ένεκα του πεπατημένου χόρτου υπό του οποίου εκαλύπτετο, εχώριζε τον αγρόν προς άλλον παρακείμενον, εις του οποίου το μέσον ωρθούτο σκιάς αγροτική και υπό θαμνώδεις αφροξυλιάς ήχουν, από καιρού εις καιρόν, κωδωνισμοί ποιμνίου.

Η Σμάλτω μόλις έφθασεν εκεί, έστρεψεν ολίγον την κεφαλήν χωρίς να θέλη, και διά του κανθού των οφθαλμών παρετήρησε την σκιάδα. Αλλ’ ευθύς, ως να είδεν αυτήν υπερφυσικού μεγέθους και να εξέλαβε διά σκελετώδεις γαμψώνυχας δακτύλους τους εξέχοντας προς τ' άνω στύλους της και δι' ανωρθωμένην χαίτην εξηγριωμένου θηρίου την χορτώδη στέγην της, απέσυρε το βλέμμα τεταραγμένη. Δεν ήθελε καθόλου ν' αντικρύση την σκιάδα εκείνην. Από ημερών ήδη, κάτι μέσα της της έλεγε να την φοβήται· ότι το συναπάντημά των αυτό δεν ήτο καλόν και ότι πλειοτέρα μετ' αυτής εξοικείωσις δεν θα την έφερεν εις αγαθόν αποτέλεσμα. Έστρεψε λοιπόν τα νώτα προς αυτήν η λυγερή και πλησιάσασα, εκάθησε παρά την οφρύν της τάφρου. Ίνα δε αποδιώξη από της κεφαλής της πάσαν της σκιάδος ανάμνησιν, απέθηκε παρά το πλευρόν τον κάλαμον και λαβούσα από της ποδιάς της εστριμμένον μαλλίον, ήρχισε να τυλίσση αυτό περί την άτρακτον ενώ τα γαλιά έβοσκον ησύχως ανά τον αγρόν.

Κι εν τη ενασχολήσει της όμως εκείνη, έστρεφεν από καιρού εις καιρόν την κεφαλήν, προσβλέπουσα περιδεώς την σκιάδα, ως μέρος ύποπτον. Εν τη ανησύχω δ' αυτής θέσει εν τη οποία ευρίσκετο, ήρχισαν πάλιν ν' αναγεννώνται, μία προς μίαν αι αιτιάσεις της κατά του Στάθη, όστις επέμεινε να την στείλη με τα γαλιά.

Εν τη οργή της ουδέ του σίτου ηυλαβείτο, του σίτου ο οποίος θεωρείται μεταξύ των χωρικών, ως το μεγαλείτερον δώρον του Θεού και ορκίζονται εις αυτόν να τον επιθυμήσουν, φοβούμενοι την ελλειψίν του ως μέγα τι, και αυτόν ήδη κατηράτο διότι ευρέθη εις τοιαύτην ώραν. Ούδ' εαυτήν δε άφινεν έξω της κατηγορίας, αλλά εμαίνετο διότι ήκουσε τον άνδρα και όχι την καρδίαν, η οποία έπαλλεν εις τα στήθη της τόσον σφοδρώς, όπως πιστόν κυνάριον αδιακόπως υλακτεί κι εμποδίζει, τον αυθέντην του να εξέλθη του οίκου, όπου παραφυλάσσουν δολοφόνοι.

— Όχι, δεν έπρεπε νάρθω· συνεπέρανε τέλος.

Κι εξηκολούθησε τυλίσσουσα περί την άτρακτον το μαλλίον και σκεπτομένη.

Αλλ’ αίφνης, σιγά σιγά, μία ιδέα, μία επιθυμία εκόλλησεν αναπόσπαστος εις τον νουν της. Ωσεί δ’ υπείκουσα εις δύναμιν άλλην ανωτέραν εαυτής, την οποίαν δεν ηδύνατο να περιστείλη μετά αγώνα όσον οίον τε μεγάλον, εστήριξε χαμαί την αριστεράν χείρα και αναταθείσα επ' αυτής, παρετήρησεν έξω. Ήθελε να ίδη τον απέναντι αγρόν χωρίς αυτή να φωραθή υπό τινος. Αλλ' η οφρύς της τάφρου ήτο υψηλή κι αι επ' αυτής ονακάνθαι, με τα φαιά πολυδάκτυλα στελέχη και τα μεγάλα απεξηραμένα άνθη των, έφρασσον εν πυκνώ συμπλέγματι, ολόκληρον του αγρού την θέαν. Ανεκίνει την κεφαλήν, εκόλλα σχεδόν, τους οφθαλμούς εις τα μεταξύ διάκενα, προσπαθούσα να ίδη, αλλ’ αι ονακάνθαι ήσαν πυκναί και δεν διέκρινεν ειμή στενά κι επιμήκη τμήματα αγρού κιτρινίζοντα μόνον. Οι οφθαλμοί της κουρασμένοι, σχεδόν έκαιον εκ της εντάσεως· η καρδία της εβροντοκτύπα εκ της ανυπομονησίας· η περιέργειαά της, κορυφουμένη ένεκεν των εμποδίων, της έκοπτε την αναπνοήν· η χειρ της λυγερής επόνει τρυπωμένη επί των βόλων του χώματος κι έτρεμεν ελαφρώς, απηυδηκυία υπό το βάρος του σώματος, χαλαρουμένου ολονέν. Δεν απέκαμνεν όμως η Σμάλτω να παρατηρή, κατεχομένη όλη υπό της επιθυμίας ησθάνετο εντός αυτής κάτι όπερ εκινείτο ν' αναταθή διά να ορθώση το σώμα της. Αλλά συνεκράτει εαυτήν ακόμη, αναγκαζομένη υπό εντροπής τινος και φόβου, μήπως φωραθή κατασκοπεύουσα.

Η Σμάλτω ήκουεν ευκρινώς τους κωδωνίσκους των προβάτων όπισθεν των θάμνων της αφροξυλιάς, αλλ’ ήθελε να μάθη αν και ο Μήτρος, ο βοσκός αυτών, ήτο εκεί. Κατείχεν όλην της την προσοχήν αυτή η σκέψις· εβασάνιζε την ψυχήν της ολόκληρον αυτή η αμφιβολία. Καλλίτερον να ήτο και να μην ήτο πάλιν καλλίτερον, εσκέπτετο. Εις την εξηρεθισμένην αυτής διάνοιαν δύο σκέψεις ερριζοβόλουν αντίθετοι, χωρίς η μία τούτων να δύναται να υπερισχύση της άλλης. Ενώ ταυτοχρόνως η καρδία της έπαλλεν αδιάκοπα, παρακινούσα αυτήν εις τολμήματα και η ανυπομονησία εμεγαλύνετο εντός αυτής ακράτητος. Μέχρις ου η λυγερή, μη δυναμένη πλέον να κρατηθή, επήδησεν όρθια, περιφέρουσα βλέμμα ερευνητικόν άνω των ακανθών, περί την σκιάδα. Δεν εφρόντιζεν αν την ίδουν πλέον, καθόλου δεν εφρόντιζεν αυτή ήθελε να ίδη.

— Δεν ένε· είπεν αίφνης, χαμηλοφώνως.

Κι επανέπεσεν οπίσω επί των ποδών της. Έμεινε δ' εκεί, ελαφρώς πελιδνή την όψιν και πεισμωμένη, το βλέμμα κρατούσα προσηλωμένον επί ενός στάχυος, του οποίου η κεφαλή εταλαντεύετο εις το φύσημα του ανέμου. Και η Σμάλτω ήδη εύρισκεν εις την ταλάντευσιν εκείνην του στάχυος πόνον τινά αυτού, θλίψιν υποκρυπτομένην, διότι αφέθη μόνος κι έρημος εκεί και δεν ηκολούθησε την τύχην των συντρόφων του, μετά των οποίων συνεβλάστησε και ηυξήθη. Συνεδύαζε δε την τύχην του στάχυος με την ιδικήν της κι ένα παράπονον εγεννάτο εις τα στήθη της, διότι ήτο μόνη εκεί και ηρώτα εαυτήν, διατί τάχα να μην είνε και ο Μήτρος. Ήθελε να είνε βέβαια, πολύ καλλίτερον θα ήτο τούτο· θα είχε τουλάχιστον ένα γείτονα όπισθέν της, ενώ τώρα ήτο τόσον ολομόναχη εις την έκτασιν εκείνην των θερισμένων αγρών, με τα βόσκοντα ζώα! Η έλλειψις του βοσκού ήδη εφυγάδευσε την δειλίαν και τον φόβον, τον οποίον ησθάνετο πριν χωρίς να γνωρίζη την αιτίαν. Εύρισκε μάλιστα, εκ της επιθυμίας της ωθουμένη, πολύ γελοίαν εαυτήν διότι εφοβείτο την συνάντησίν της μετά του βοσκού. Τι την έμελλε τάχα τι είχε να φοβηθή; Από της παιδικής της ηλικίας, ότε με τ' άλλα βλαχόπουλα εμιμείτο την φωνήν του τέτιγος με σύριγγας εκ τσιμοκαλάμων, μέχρις ου υπανδρεύθη, διήλθε την ζωήν της, ημέραν και νύκτα, εις τους αγρούς με τόσους, βοσκούς, νέους λεβέντας και ποτέ δεν εφοβήθη τι. Δεν εύρισκε λοιπόν την αιτίαν, διά την οποίαν τώρα έπρεπε να αισθάνηται, έστω και την παραμικράν στενοχωρίαν ενώπιον του Μήτρου, ενός ασχημανθρώπου! Πάλιν δ' επανελάμβανε, βεβαιούσα εαυτήν, ότι και η απουσία του καθόλου δεν την ενδιέφερε· και πάλιν προσέθετεν ότι καλλίτερον είχε να ήτο εκεί.

— Μονάχα να μην παίξη τη φλογέρα· εψιθύρισε.

Και είχε το ύφος του διστάζοντος ενώ εξέφραζε την ευχήν της αυτήν.

Αλλά ταυτοχρόνως ηκούσθη ηδυπαθής συριγμός, ανερχόμενος εις τον γαλανόν αιθέρα. Ήτο απαλός, δροσερός δύναται κανείς να είπη, όπως το ψιθύρισμα μιας λεύκης, όταν σιγαλά σιγαλά φυσά εις τα φύλλα της το πρώτον αεράκι της αυγής. Κι εφαίνετο εις την Σμάλτω ως μία απάντησις σαρκαστική, εις την ευχήν της εκείνην κι ενόμιζεν ότι διέκρινε μεταξύ των ήχων, μίαν συρικτικήν φωνήν, η οποία της έλεγεν: «όχι, δεν θα σου κάμω την χάριν… θα την παίξω εγώ τη φλογέρα μου… θα τονίσω το καθημερινό μου το τραγούδι…». Ενώ ταυτοχρόνως διέκρινε προ αυτής μορφήν μελαψήν, απαράλλακτον την μορφήν του Μήτρου, κακόσχημον, μ' εξωγκωμένας παρειάς, χείλη οιδαλέα και πελιδνά ως στρύχνος, αγρίαν πυράν κόμην και οφθαλμούς μικκύλους, λοιδορούντας.

— Άρχεψε το φίδι! εσκέφθη η λυγερή, αδημονούσα. Και πάλιν επανήρχετο εις τας προτέρας σκέψεις της και πάλιν εδυσφόρει καθ’ εαυτής, κατά του σίτου, κατά του ανδρός της. Ότε είπεν εις αυτόν ότι είδε το φίδι εις την πατουλιά, εγέλασεν ούτος δια τον φόβον της και την είπε κουτήν. Αυτή ή ο Στάθης ήτο κουτός που δεν την ενόει; Φίδια η Σμάλτω, αληθινά φίδια, δεν εφοβείτο. Πόσας φοράς δι' απλήν διασκέδασιν, τα εκυνήγα με τ' άλλα βλαχόπουλα μαζί και τα κατέκοπτε μ' ένα κτύπημα της αγκλίτσας της! Πόσας φοράς τον χειμώνα, εύρισκε κατάστρατα της δενδρογαλιαίς και τους αστρίτες, ακίνητους εκ του πολλού ψύχους κι έθετεν αυτούς εις τον κόλπον της να τους θερμάνη, αφροντιστούσα διά τα δήγματά των. Διότι η μήτηρ της, από μικράν, είχε ποτίσει αυτήν, το φιδόχορτον, την λευκήν εκείνην, ως άλευρον κόνιν, ην επώλουν διερχόμενοι από τα γρέκια των πλάνητες φαρμακευταί και ήτις έχει την δύναμιν να κάμνη αβλαβή ως γάλα και το δριμύτερον φαρμάκι των. Αλλ' αυτό το φίδι εφοβείτο, το ανθρωπόμορφον, κατά του οποίου δεν είχε ποτισθή χόρτον, προς το οποίον δεν είχε ν' αντιτάξη ειμή πείσμονα εμμονήν εις το καθήκον, κι επί ματαίω ίσως!

— Του κάκου φροντίζω· εψιθύριζεν, αποτεθαρρημένη.

Και η Σμάλτω ήρχισε να περιλαμβάνη εις την κατάραν της και την ημέραν, κατά την οποίαν εγνωρίσθη το πρώτον μετά του Μήτρου και ν' αναπαριστά εις τον νουν της τας συναντήσεις των εκείνας. Δεν τον εφοβείτο τότε, καθόλου δεν τον εφοβείτο. Τουναντίον αυτή πρώτη επορεύετο προς τον βοσκόν και καθήμενοι οι δύω των υπό την σκιάδα, συνωμίλουν όλην την ημέραν. Όταν επείνων, εξήγον από του μαλλίνου σακκιδίου των ό,τι έκαστος συναπέφερεν από του οίκου κι εν αδελφική απλότητι, τα ήνωνον κι έτρωγον ομού. Κατά την μεσημβρίαν ενώ ο ένας εκοιμάτο ο άλλος ηγρύπνει, προσέχων τα βόσκοντα ή καθεύδοντα ζώα. Τούτο είνε σύνηθες εις τους αγραυλούντας· η διαφορά ηλικίας και φύλου δεν παρατηρείται καθόλου. Και ο Μήτρος ήθελε σύντροφον εις την ερημίαν εκείνην και ανίαν της αέργου διημερεύσεως και η Σμάλτω το ίδιον. Αντί των χειρών και των ποδών, τα οποία εκράτουν εις κουραστικήν ακινησίαν, να φλυαρή τουλάχιστον η γλώσσα και να τέρπηται η ακοή. Καθ' ημέραν ανεκοίνου ο ένας προς τον άλλον ό,τι νέον έφερεν εκ του χωρίου του, τα όνειρα τα οποία έβλεπον την νύκτα, εξηγούντες αυτά διαφοροτρόπως και συνεζήτουν τα καθ' εαυτούς όλα. Μίαν ημέραν ο Μήτρος διηγήθη εις αυτήν την ζωήν του ολόκληρον, με δύο λόγια, συντόμως και αφελώς ωσεί αποτύπωσιν πιστήν αυτής, η οποία ήτο τω όντι σύντομος και αφελής. Κατήγετο από τους Κατσαπέους, οικογένειαν βλαχοποιμένων, κατασκηνούσαν πλησίον του ιχθυοτροφείου του Κοτυχιού. Οι γονείς του αφήκαν αυτόν ορφανόν πολύ μικρόν, εις την νάκαν ακόμη· ο πατήρ του απέθανεν από τύφον πριν γεννηθή αυτός· η μήτηρ του αμέσως μετά την γέννησίν του. Τα ολίγα πρόβατα, τα οποία αφήκεν ο πατήρ του, τα έφαγε κατά το διάστημα της αναπτύξεώς του ο λύκος—τουλάχιστον τούτο είπεν εις αυτόν ο θείος του, όταν ανδρωθείς εζήτησε να τα παραλάβη. Το γρέκι και τα πενιχρά σκεύη της καλύβης του εκράτησεν άλλος θείος, εξοφλών παλαιόν χρέος του πατρός του. Ούτως ο Μήτρος ηναγκάσθη ν' απομακρυνθή εκείθεν κι εμισθώθη εις ένα κτηνοτρόφον εκ Σουλεϊμάναγα, του οποίου τώρα έβοσκε τα πρόβατα.

— Βόσκω τα πράμματα και παίζω τη φλογέρα μου· είπεν όταν ετελείωσε την διήγησίν του, απαθώς υπομειδιών, ως να έλεγε συνήθη πράγματα.

Η Σμάλτω ήτις συνεκινήθη εις την διήγησιν εκείνην του βοσκού, εχάρη ακούσασα ότι εγνώριζεν ούτος να παίζη την φλογέραν. Τον προέτρεψε να δείξη και εις αυτήν την τέχνην του και ούτος το έκαμεν ευχαρίστως. Και καθημέραν ήδη η λυγερή δεν ήθελε τίποτε άλλο παρά να τον ακούη αυλούντα. Πολλάκις, ότε ο Μήτρος ηρνείτο να πράξη τούτο, αύτη τον παρεκάλει επιμόνως και ο βοσκός υπέκυπτε κολακευόμενος διά την τέχνην του είτε χαριζόμενος εις την επιθυμίαν της. Και τον ήκουεν η Σμάλτω, ευχαρίστως τον ήκουεν, ελκυομένη εις την φωνήν, μέχρις ου ησθάνθη την καρδίαν της σπαρταρίζουσαν αορίστως. Και τότε μόνον ενόησεν ότι ο Μήτρος την εβασάνιζε με τους ήχους και μόνους της φλογέρας του και μικρόν κατά μικρόν, κατά δόσεις καθημερινάς, έχυνεν εντός αυτής ένα αίσθημα όπερ εφοβείτο περισσότερον του αράπη, τον οποίον εγνώριζεν εκ παραδόσεως, παραφυλάσσοντα με το τοπούζι εις την γωνίαν του οικίσκου της. Τόρα και εις τον ύπνον της ακόμη, έβλεπε μίαν μορφήν εσκιασμένην ως υπό νέφους, αυλούσαν ηδυπαθώς, μέχρις εκλύσεως όλων αυτής των αισθήσεων.

Ενώ τοιαύτα διελογίζετο η Σμάλτω, ο συριγμός της φλογέρας ηκούετο ακόμη μακράν, ευδιάκριτος υπό το δροσερόν φύσημα του ανέμου. Και ήτο τώρα περιπαθής και φλογερός· απετελείτο εξ όλων των τόνων, όσοι ενυπάρχουν εις την φύσιν και ηρμήνευεν όλα τα αισθήματα, όσα εμφωλεύουν εις την ανθρωπίνην καρδίαν. Εις έκαστον του συριγμού παλμόν διέκρινε τις τον ψίθυρον των σταχύων, τον τριγμόν του ιπταμένου πτηνού, τον κελαρυσμόν του ρύακος, το βέλασμα του προβάτου, το βογγητόν του δάσους, όπως κατά την αναδίφησιν λευκώματος υφ' εκάστην σελίδα ανευρίσκει νέας μορφάς και πρόσωπα και αμφιέσεις, ποικίλας της φύσεως απόψεις και χρωματισμούς. Εις εκάστην του τόνου στροφήν, εκρύπτετο και μία εκφρασις αγάπης συνάμα και παραπόνου, ευθυμίας και οργής, γέλωτος και δακρύων. Και ήτο ολόκληρος ο συριγμός μία κλίμαξ, ήτις ύψου κατά βαθμίδας ακαταλήπτους και μετέφερε τον άνθρωπον από της γης προς τον ουρανόν. Πόθεν δε προήρχετο ούτος ήτο άγνωστον. Παντού τον εύρισκε τις, όπου και αν έτεινε το ους· άνω και κάτω, εις τα χωρία πέραν, εις του βουνού τας κλιτύας, υπό τας ηλιακάς ακτίνας και εις τον ψίθυρον των φύλλων. Τον ήκουε παντού και πουθενά ωρισμένως, ωσεί η φύσις, ολόκληρος έψαλλε πέριξ.

Η Σμάλτω έμενεν εις την θέσιν της εκείνην, ανακεκλιμένη επί των ποδών και ακίνητος, το βλέμμα απλανές κρατούσα επί του στάχυος, τας χείρας χαλαρωμένας κάτω και ακροωμένη. Μέ τον πρώτον ήχον της φλογέρας η επιδερμίς της ανεσηκώθη κι αι οφρύς της συνεσπάσθησαν βιαίως· με τον δεύτερον ησθάνθη κάτι θερμόν και ψυχρόν εναλλάξ, ανακινούμενον εις την ράχιν της· με τον τρίτον ενόμισεν ότι ρευστόν τι, οξέως θερμόν, διεκλαδίσθη καθ' όλα αυτής τα μέλη κι έφθασε μέχρι των άκρων, νύσσον πάντοτε ωσεί βιαζόμενον να εκρεύση εκείθεν. Τους λοιπούς ήχους ήκουε πλέον ασυνειδήτως κι έμενεν εκεί, ως να εποτίσθη, ναρκωτικόν. Και ήτο τω όντι διά την φύσιν αυτής, την τόσον λεπτήν κι ευαίσθητον, ναρκωτικός ο αήρ εκείνος, αντί μορίων χλωροφορμίου και νικοτιανής ενέχων τους περιπαθείς ήχους της φλογέρας, τους οποίους αύτη, ως απορροφητική συσκευή εδέχετο δι' όλων των πόρων, μέχρι της ψυχής της.

— Μα δεν παύει, θεέ μου!… εψιθύρισεν αίφνης, ωσεί απαυδήσασα.

Κι επήδησεν όρθια, ανατινασσομένη ορμητικώς καθ' όλα αυτής τα μέλη, θέλουσα ν' απορρίψη την νάρκην και την εντύπωσιν, την οποίαν της επέφερεν ο τόνος της φλογέρας. Έλαβε δε τον κάλαμον και τύπτουσα εδώ κι εκεί την γην διά να συμμαζεύση δήθεν τα γαλιά, ετόνισεν ισχυρώς την πρόσκλησίν των, ουδέν άλλο σκοπούσα, παρά να καλύψη διά της φωνής της το αύλημα, και μη το ακούση πλέον.

— Πίκιο, πίκιο το γαλλί, γαλλί, γαλλιό!...

Αλλά το αύλημα εξηκολούθει αντηχούν, υπέρτερον της φωνής της και του βαναύσου γλουγλουκισμού των γαλλίων, έχον βοηθόν ακατάβλητον την ψυχράν και ξηράν πνοήν του ανέμου. Η Σμάλτω δεν ήξευρε πλέον και αυτή πώς διέκειτο και τι ήθελεν. Η καρδία της «βροντοκτύπα αδιακόπως, λέγουσα εις αυτήν να είνε άγρυπνος, ενώ η επιθυμία την ώθει εκεί, προς το αύλημα, το οποίον ηκούετο ήδη ευκρινώς ότι ήρχετο από της σκιάδος. Η λυγερή αδύνατος εις αντίστασιν καθ' εαυτής, εστράφη και παρετήρησε πάλιν την σκιάδα, να ίδη τον αυλητήν. Αλλ' άνθρωπον πουθενά δεν διέκρινε. Το ολίγον άνωθεν του εδάφους, επί του ημίσεως των στύλων πάτωμα, όπου οι βοσκοί διαμένουν την ημέραν το επάνω κρατούντες διά τας νύκτας μόνον, ήτο κενόν. Πέριξ η έκτασις του αγρού ηπλούτο έρημος και γυμνή μ' εκείνο το χρυσίζον υπό τον ήλιον χρώμα της καλαμιάς, ως ευρυτάτη μεταξουφασμένη σινδόνη. Μόνον πλησίον υπό τας θαμνώδεις αφροξυλιάς εξηκολούθουν ακουόμενοι ασθενώς οι κωδωνισμοί του ποιμνίου.

— Μα που ένε; εψιθύρισε μετά πείσματος η λυγερή, ωσεί κεντηθείσης τώρα αίφνης της περιεργείας της.

Και ανέτεινε κλίνουσα εδώ κι εκεί την κεφαλήν, ως το πουλάκι από τίνος κλαδίου κατασκοπεύον. Όμως εκείθεν ήρχοντο οι ήχοι της φλογέρας, υπό τους στύλους εκείνους και τόσον μαλακοί τώρα, ώστε ηδύνατο κανείς ν' απατηθή, νομίζων ότι ήτο φύσημα του ανέμου παίζον εις τα φύλα της ράπης. Κι εγεννήθη αίφνης εις την Σμάλτω η αμφιβολία μήπως δεν ήτο ο Μήτρος παρά άλλος τις βοσκός πέραν, εις έτερον αγρόν.

Πλην το αύλημα ηκούετο ερχόμενον από της απέναντι σκιάδος καθαρά καθαρά, ωσεί επιμένον να φανερώση την εκεί παρουσίαν του. Και η Σμάλτω εγνώριζε πολύ καλά το αύλημα εκείνο· δεν ήτο δυνατόν άλλος να παίζη τοιαύτην φλογέραν· δεν ήξευρε κανείς άλλος να δίδη εις τους ήχους της τόσην ζωήν, τόσην δροσερότητα, ώστε να γεμίζη τον αέρα πέριξ από μυρία συναισθήματα, από τόσους καϋμούς της γυναικείας καρδίας, τόσας εκφράσεις της ανθρωπινής αδυναμίας!… Αυτά δεν τα γνωρίζουν όλοι, όπως δεν ψάλλουν και όλα τα πουλάκια με την φωνήν της αηδόνος. Μόνον ο Μήτρος έχει αυτήν την χάριν.

— Αυτός θα νάνε, επανέλαβεν επιμένουσα εις τον στοχασμόν της.

Και η λυγερή ήθελε να πορευθή προς τα εκεί. Ησθάνετο την ανάγκην να ίδη αν ήτο τω όντι ο Μήτρος ο αυλών. Τούτο δε όχι διά τίποτε άλλο, παρά διά να βεβαιωθή και μόνον! Κι επανελάμβανε την σκέψιν της αυτήν, ωσεί συναισθανομένη ενοχήν και θέλουσα να δικαιολογηθή προς τον εαυτόν της. Δύο φοράς εκινήθησαν οι πόδες της προς τα εμπρός και πάλιν όμως συνεκρατείτο επιστρέφουσα επί των βημάτων της, φοβισμένη και ανήσυχος.

Αλλ' η φλογέρα εξηκολούθει τον διάτορον αυτής συριγμόν, εις την υπερτάτην βαθμίδα του πάθους. Εν μέσω της γαλήνης της φύσεως διεχύνετο ούτος, απλούς ήδη, άνευ περιστροφών, άνευ καμπών και αναπάλσεων, αφελής ως προσευχή, ως επίκλησις προς κάτι ον υπέρτατον, κατέχον όλας τας σκέψεις και όλην την ζωήν του αυλητού. Και η Σμάλτω, η οποία εννόει καλλίτερον παντός άλλου τους τόνους εκείνους και τους αντελαμβάνετο μέχρι και των ελαχίστων ψιθυρισμών, ενόμιζεν ότι ο συριγμός την προσεκάλει να σπεύση.

— Αϊ στον άνεμο! εψιθύρισεν αίφνης αποφασιστικώς.

Η λυγερή δεν ηδύνατο να κρατηθή περισσότερον. Ορθόν κρατούσα ανά χείρας τον κάλαμον, την ακοήν τεταμένην εις ύψιστον έχουσα, αργά πατούσα διά να μη προξενήση κρότον και χάση μίαν στιγμήν τον σκοπόν της φλογέρας, προυχώρησεν ασυνειδήτως προς την σκιάδα, ελκυομένη υπό του ήχου.

— Πάλι τη φλογέρα; εφώναξε κατακόκκινη προς τον Μήτρον, τον οποίον εύρε συνεσπειρωμένον όπισθεν ενός στύλου της σκιάδος.

Και ήθελε να τον επιπλήξη και να τον θωπεύση συγχρόνως διά των λόγων της τούτων να του είπη όπως παύση ν' αυλή και συνάμα να τον παρακαλέση όπως εξακολουθήση.

Ο βοσκός διέκοψε το αύλημά του, και την ητένισεν επί μικρόν εις τους οφθαλμούς, τους γλαυκούς εκείνους, από τους οποίους εξήρχετο ήδη κάτι ωσεί χαμόγελο εν ταυτώ και παράπονον.

— Α! εψιθύρισεν εκπλαγείς, ήρθες; κάτσε και θ’ αλλάξω το σκοπό μου.

Χωρίς δε να είπη τι άλλο, έφερε πάλιν την φλογέραν εις τα χείλη και ήρχισε νέον αύλημα. Η Σμάλτω ως περίεργον παιδίον, λαβόν παρά της μάμμης του την υπόσχεσιν ότι θ’ ακούση κανέν νέον παραμύθι, εκάθησε προθύμως εις μίαν πέτραν πλησίον του βοσκού, στηρίζουσα την κεφαλήν επί του απέναντι στύλου της σκιάδος.

Και τω όντι τώρα το αύλημα ήλλαξε τόνον. Δεν είχε πλέον εκείνην την θανατώδη φαγούραν της ψυχής· ήτο θωπεία παυσίπονος, ως μαϊστράλι καλοκαιρινόν, της καρδίας μαλακή μαλακή φλοξ, μη απειλούσα καταστροφήν αλλά μόνον οργασμόν, εις υψηλά αφοσιώσεως στρώματα, εις πίστιν και αυτοθυσίαν ωθούσα. Η λυγερή ηκροάζετο άφωνος κι εκστατική· ενόμιζε τώρα ότι αντελαμβάνετο όχι μόνον τους τόνους του αυλήματος αλλ’ αυτό τούτο το τραγούδι, τας ιδίας λέξεις του· διέκρινε μάλιστα καθαρά:

Δε μπορώ, Χάιδω δε μπορώ κι εσύ θέλεις παιγνίδια.

Και παρασυρομένη, ενθουσιώσα, ήρχισε να τραγουδή σιγά σιγά και αυτή, μιμουμένη διά της φωνής τους τρεμουλιαστούς τόνους του αυλήματος.

— Για με το λες; ηρώτησεν αίφνης, στραφείσα προς τον Μήτρον εν όλη τη αίγλη της μελαχρινής καλλονής της.

— Ναι· κατένευσεν ο βοσκός χωρίς να διακόψη το αύλημα.

— Κακά κάνεις.

Ω! βεβαίως, πολύ κακά έκαμνεν ο βοσκός να παίζη με τόσην τέχνην. Αλλ' έκαμνε χειρότερα η Σμάλτω, ήτις ηκροάτο ακόμη του αυλήματος, το οποίον βαθμηδόν βαθμηθόν ανυψούτο εις τόνον περιπαθείας υπερνέφελον. Όπως ο καπνός ξηρών ξύλων, ο οποίος όσον ανέρχεται εις την ατμοσφαίραν τοσούτο κυανούται και λαμπρύνεται εις μαρμαρυγήν υπό τας ηλιακάς ακτίνας, ούτω και το αύλημα καθ' όσον ενετείνετο, απεκάλυπτε μίαν προς μίαν τας ελκυστικάς και τρυφεράς στροφάς του τραγουδιού. Μετά την βαρύθυμον εκείνην και πλήρη υπερβολικής ανίας διαμαρτύρησιν του ποιητού, την οιονεί εικόνα της νωθρής ζωής των αγραυλούντων, η οποία συναντάται εις τον πρώτον στίχον, ήρχοντο ευθύς άλλαι εξομολογήσεις, μεσταί προθύμου μερίμνης ως να μετενόει ούτος κι εζήτει να καλύψη το σφάλμα του. Τόρα εκάλει την Χάιδω να παίξουν εις τα λειβάδια, όπου τα νεράκια τρέχουν διαυγή ως το δάκρυ και το γλυκοχάραγμα έρχεται με τόσα μαγικά χρώματα και ο ήλιος λάμπει χρυσότευκτος και ο αήρ διαπνέεται υπό ευωδιών και μύρων. Της ωμίλει διά το ταρναριστόν βάδισμα της πέρδικος, διά την παραδειγματικήν αφοσίωσιν της τρυγόνος, διά το εύχαρι λάλημα του λαμπρόπτιλου κρασοπούλου. Της προσέφερε την Σκούκια, την προβατίνα με τ' ωραίον καστανόλευκον τρίχωμα και τ' αργυρούν περί τον λαιμόν τσοκάνι και τον Ζάπο, τον εμπιστευμένον του σκύλον και γκιορντάνι από χάνδρας, κοκκινωτέρας των κουμάρων και ζωνάρι με δύο παφτάδες, λαμπροτέρους του αυγερινού και του αποσπερίτη. Και η λυγερή ήσθμαινεν εκ συγκινήσεως ακροωμένη ταύτα. Ενόμιζεν ότι ουχί προς πλαστήν τινα Χάιδω, την ιδανικήν αγάπην ενός βοσκού, αλλά προς αυτήν την ιδίαν, την Σμάλτω ελέγοντο ταύτα. Και δεν ήτο άγνωστος εις αυτήν ο βοσκός, ο οποίος τόσα υπίσχετο, αλλ’ ήτο αυτός ο Μήτρος, όστις ηύλει εμπρός της. Ήρχετο απεσταλμένος των γονέων της, των παιδικών της συντρόφων, της φύσεως αυτής η οποία ανθεί πέριξ των γρεκίων της, να την αποσπάση εκ της ασφυκτικής ζωής του χωρίου, της κενής ιδεών και αισθημάτων αναστροφής των χωρικών, της πενιχράς τύρβης του και την μεταφέρη εις την προτέραν. Ήρχετο να την ανακαλέση εις εαυτήν, να την ενδύση πάλιν με την πρρτέραν ενδυμασίαν της, εκείνην η οποία τόσον της ήρμοζε, να της επαναδώση τα παιδικά της αισθήματα. — Διότι καθ' όλην των την ζωήν, τι άλλο είνε οι βλάχοι παρά παιδιά;

Η λυγερή ήτο άλλη ήδη· συνεκινείτο εις την ιδέαν αυτήν και μόνην, εις την εικόνα αυτήν του βίου, την οποίαν της παρουσίαζε ζωηράν προ των ομμάτων της ο αυλητής. Όλαι αι κοιμηθείσαι αναμνήσεις της εξηγείροντο με νέαν μαγικήν περιβολήν και την συνήρπαζον. Τοιαύτην έμαθε την ζωήν, τοιαύτην την επόθει πάντοτε, μέχρι τέλους η Σμάλτω. Να τρέχη εις τα λειβάδια τ' ανθοσπαρμένα, ελευθέρα ως πεταλούδα, και να έχη προ αυτής ένα άνδρα αγαπημένον. Κι εν τη εξάψει της ήδη εφαντάζετο τον άνδρα εκείνον και δεν παρεξενεύετο καθόλου διότι ούτος δεν ωμοίαζε με τον Στάθην, τον ακάματον εις την εργασίαν και νωθρόν εν τω οίκω, αλλά με άλλον τινά του οποίου τα χαρακτηριστικά δεν διέκρινε καλώς, υπέθετεν όμως ότι ήσαν του Μήτρου.

Η Σμάλτω ενώ παρεσύρετο ούτω εις τους γοητευτικούς κόσμους της ιδίας φαντασίας, ητένιζε συγχρόνως και τον αυλητήν. Κι εύρισκεν αυτόν ήδη καθ' όλα ηλλοιωμένον. Δεν έβλεπε πλέον επ' αυτού την φοβεράν εκείνην δυσμορφίαν. Εφ' όσον τον παρετήρει καλλίτερον κατέπιπτον μία προς μίαν αι ασχημίαι του όλαι, ως πρόσθετοι και ανεφαίνετο υπερβολικώς ωραίος, αποστίλβων όλος, ως το βασιλόπουλο του μύθου, εξερχόμενον του κλιβάνου όπου άφησε τα όστρακά του. Από τους οφθαλμούς του, τους μικρούς και ψυχρούς ανεπήδα ήδη υγρότης και ζωή σπανία, καθυποτάσσουσα· αι εξωγκωμέναι εκ του φυσήματος και κόκκιναι γνάθοι του με το μόλις ανακύπτον τρίχωμα του γενείου επροκάλουν φιλήματα· την μακράν και άτακτον κόμην του κατηύγαζε χρυσούς αερώδης στέφανος, ως τας κεφαλάς των αγίων. Η στάσις του, όπως εκάθητο βαρύς κι εστρεβλωμένος, ως σάκκος πλήρης αχύρου, εφαίνετο εις την Σμάλτω στάσις αρμόζουσα εις κανένα πλούσιον και υπερήφανον υιόν αρχιποιμένος κι εν γένει ολόκληρον τον βοσκόν περιέλουεν η αύλησις και τον παρουσίαζεν εις τους οφθαλμούς της εναρμόνιον, όπως ήτο και αυτή. Η λυγερή τον αγκώνα στηρίζουσα επί του γόνατος, την κεφαλήν επί της χειρός, προσεστραμμένη ολίγον, τον έβλεπε και τον επανέβλεπεν, έκθαμβος διά την μεταβολήν εκείνην, ενώ συγχρόνως παρεδίδετο ολόκληρος εις τους συλλογισμούς της, και κατεκυριεύετο υπό της μελωδίας του αυλήματος.

Διότι τούτο, αν πριν την κατεφλόγιζεν ήδη την παρέλυεν εντελώς. Της ήρχετο να κλαύση, της ήρχετο να γελάση· ούτε να πράξη τι ούτε να συλλογισθή ήτο εις θέσιν πλέον. Ησθάνετο κλονισμόν καθ' όλα αυτής τα μέλη κι έμενεν εκεί, εντελώς άτονος, εντελώς ανήκουσα εις του αυλητού μάλλον τας ορέξεις ή εις τας ιδίας της δυνάμεις.

— Πάψε πια! ήρθρωσε τέλος βαρύθυμος.

Κι έτεινε την χείρα προς το στόμα του βοσκού, διά να του αποσπάση την φλογέραν. Αλλ' εκλελυμένη, όπως ήτο, κατά την βιαίαν της χειρός κίνησιν, κατέπεσεν εις σωρόν εις τας αγκάλας του Μήτρου.

Β’

Δύο και τρεις ημέραι παρήλθον ήδη αφ' ης η Σμάλτω έπεσεν εις τας αγκάλας του βοσκού. Πόσον δ’ υπέφερε κατά το διάστημα τούτο, μόνον αυτή εγνώριζε κι αι άγιαι εικόνες, προς τας οποίας εσύρετο γονυκλινής όλας τας ώρας της ημέρας και της νυκτός, ζητούσα συγχώρησιν, και τα συζυγικά στέφανα, τα οποία έβρεχε διά των δακρύων της, επικαλούμενη το έλεός των.

Η λυγερή έκρυπτεν ήδη εντός αυτής κάμινον ολόκληρον παθών, η οποία την εβασάνιζε και την κατέφθειρεν αδιακόπως, μετά φρικώδους και πονηράς επιμονής. Προ πάντων δ' έπασχεν η κεφαλή της, η χαριτωμένη εκείνη κεφαλή, ωσεί τιμωρουμένη διά την αφροσύνην της. Ιδέα γιγαντιαία, η ιδέα του σφάλματός της, εβάρυνεν ως μόλυβδος εντός και την έκαμνε να κύπτη, καθυποτάσσουσα αυτήν εις μετάνοιαν. Και η Σμάλτω εν τη παραζάλη της, μη έχουσα αλλού να εκσπάση την οργήν της κι εν τω πόθω της προς ευρυτέραν τροπήν των σκέψεών της, επετίθετο κατ’ αυτής και την εκτύπα διά των χειρών, επί του τοίχου πολλάκις, μετά σκληρότητος.

— Κακοκέφαλο…. εσύ τα φταις!...

Έσυρε δε την κόμην με πάθος και ήνοιγεν αιματώδεις τους οφθαλμούς και ανετριχία την κεφαλής μέχρι ποδών, αναπαριστώσα ολοζώντανην προ αυτής την εικόνα, όταν εκτός εαυτής έπιπτε σωρός εις τας αγκάλας του Μήτρου…

Αληθώς δεν διήρκεσε και πολύ η έκλυσίς της εκείνη. Εύρεν όμως καιρόν ο βοσκός να θλίψη το σώμα της εις τον κόλπον του και να κολλήση τα χείλη του εις το στόμα και τον τράχηλόν της, τον χνοώδη και καμαρωτόν ως της χήνας. Η Σμάλτω, εις την επαφήν εκείνην των χειλέων του την καίουσαν, ανετινάχθη ως να εφυσήθη αίφνης νέα ζωή εντός αυτής, κατακόκκινη εξ εντροπής, ταραγμένη διότι επροδόθη η αδυναμία της.

— Μη… άφσέ με!... εψιθύρισε προς τον Μήτρον, ο οποίος προσεπάθει να την κρατήση.

Κι έφυγε, σπεύδουσα προς το χωρίον, βλέπουσα όλα πέριξ συγκεχυμένα εκ της καταστάσεώς της αυτής.

Ότε το βλέμμα της λυγερής συνήντησεν εμπρός τον οικίσκον της, έμεινεν επί πολύ αναποφάσιστος, αν έπρεπε να εισέλθη ή όχι. Τα ημίκλειστα παράθυρά του ενόμιζεν ότι την εσάρκαζον. Η όψις του όλη, μ’ εκείνο το σοβαρόν και οιονεί εύηθες, το οποίον εκφράζουν οι πενιχροί οικίσκοι των χωρικών, την έκαμνε να πιστεύη ότι εγνώριζεν όλα τα συμβάντα εις αυτήν σήμερον και ήτο έτοιμος, μόλις ανοιγείσης της θύρας του, να τα διαλαλήση εις τα τετραπέρατα. Και όταν εισήλθεν, εύρισκεν εις τας γωνίας όλας, υπό το εικονοστάσιον, παρά την εστίαν, εις τα μικρά χρωματιστά κιβώτια, εις την ξυλίνην τράπεζαν, παντού πέριξ, τόσας αναμνήσεις ευχαρίστους, χρυσάς αναμνήσεις, τας οποίας εκατέσπειρεν από τριών ήδη μηνών καθ' ημέραν μετά του ανδρός της. Του ανδρός της, ο οποίος ακόμη δεν είχεν επιστρέψη από τον μύλον! Κι αίφνης ανησυχία κατέλαβε την Σμάλτω εις την ανάμνησιν αυτήν, φόβος την κατεκυρίευσε περί του Στάθη, περί της ζωής του, την οποίαν εφαντάζετο κινδυνεύουσαν και οίκτος άμετρος διά τον αδικημένον… Ενώ ούτος έτρεχε κοπιάζων εις τον μύλον διά να της φέρη άρτον, να τρώγη ανέτως, αυτή κατεπρόδιδε την συζυγικήν τιμήν του, παρ' άλλου εναγκαλιζομένη. Και πόθος άμετρος, αγάπη μεγάλη, κατεπλημμύρει ήδη την καρδίαν της δια τον Στάθην. Ενόμιζεν ότι εκεί όπου ήγγισαν τα χείλη του Μήτρου, τα λιπαρά και γλοιώδη ως σάπων, εκάθητο άνθραξ ανημμένος, ο οποίος την κατέκαιεν· ησθάνετο επί του σώματός της την παράφορον πίεσίν του και ανεκίνει τους ώμους κι εθρύπτετο εντός των ενδυμάτων της, θέλουσα ει δυνατόν ν' αποτινάξη τον εναγκαλισμόν εκείνον, τον άνομον. Το εγνώριζε πολύ καλά η Σμάλτω. Αφ' ης ώρας ο ιερεύς προ του βωμού ήνωσε τας χείρας των, ψάλλων το Ησαΐα χόρευε, αν και δεν εννόει τας λέξεις, εγνώριζεν ότι αύτη ήτο του Στάθη, εις αυτόν ανήκεν η ψυχή και το σώμα της, πάσα σκέψις της και πάσα υποταγή.

— Όλα! εψιθύριζεν από ώρας εις ώραν..

Η λυγερή δεν ησθάνετο καθόλου όρεξιν να φάγη. Έρριψε τα στρώματα επί του εδάφους και ηπλώθη να κοιμηθή. Αφήκεν όμως αρκετόν διά τον Στάθην χώρον και το προσκέφαλόν του, με την μεταξωτήν προσκεφαλάδαν, το ανακαλούν τόσας αναμνήσεις της πρώτης εβδομάδος του γάμου της.

Μέταξαν η Σμάλτω δεν είχεν εις την καλύβαν της, διότι ούτε χώρον ούτε καιρόν έχουν να καλλιεργήσουν αυτήν αι βλαχοπούλαι εις τα γρέκια των. Αλλά τας παραμονάς του γάμου διά να την περιποιηθή η αδελφή του Στάθη έστειλεν εις αυτήν δύο μεταξωτές προσκεφαλάδες και με αυτάς εστόλισε την πτωχήν προίκα της, αυτάς εκράτει επί του κανίστρου υψηλά, επιδεικτικώς νέος τις εκ των συμπεθέρων, εις αυτό επάνω το προσκέφαλον εκάθησεν όταν την έφεραν νύμφην κι επ' αυτού έκλινε την κεφαλήν, δειλή την πρώτην νύκτα κατά την οποίαν εκοιμάτο μετ' ανδρός. Ήδη εις την όψιν αυτού αναμνήσεις και πόθοι εγεννήθησαν και την κατεκυρίευον. Ναι, τον ηγάπα τον Στάθην· ωρέγετο ακράτητος την βάναυσον ζωήν του, το άτομόν του, το εργατικόν· ανεγνώριζεν ότι δι' αυτόν και μόνον εγεννήθη, εις αυτόν έπρεπε… Έπειτα αυτός ήτο και της τύχης της! Και υπέσχετο η λυγερή πάντοτε εις το μέλλον να του είνε αφοσιωμένη και καθόλου δούλη του, να μη θέλη τίποτε χωρίς να το θέλη αυτός. Προσετρίβετο δ’ επί του προσκεφάλου του, τείνουσα εις εναγκαλισμόν, αναζητούσα αυτόν και ποθούσα, αναπηδώσα εις τον ελάχιστον κρότον τον οποίον ήκουε τυχόν εις την αυλήν, ετοίμη ν' ανοίξη την θύραν και να τον δεχθή…

Ο ύπνος της Σμάλτως ούτω διεκόπτετο συχνάκις. Εν τη βραδεία δε και συντόμω αυτής καρώσει, εταράσσετο υπό ονείρου φρικαλέου. Έβλεπε τον άνδρα της ουχί οποίον ήθελε να τον παραστήση η φαντασία της, η εν τη ενοχή της απαλύνουσα κι εξιδανικεύουσα τον χαρακτήρα του. Τον εύρισκε τουναντίον φοβερόν, συνωφρυωμένον, συνεσφιγμένας έχοντα απειλητικώς τας πυγμάς, τας νευρώδεις και ικανάς να καταβάλουν δράκοντα, συλλαμβάνοντα αυτήν εις τας αγκάλας του Μήτρου και απηλούντα να λάβη δίκην της προδοσίας της. Και ανεπήδα τότε έντρομος όλη, ζητούσα να προφυλαχθή που. Αλλ' όπου και αν έστρεφε το βλέμμα, επί του εδάφους χαμαί ή επί της καλαμίνης και πλήρους αραχνών οροφής άνω· επί των φαιών τοίχων ή του σιτοβρώτου ερμαρίου, των ενδυμάτων και των καρφίων ακόμη και των μαγειρικών σκευών, όλα τα έβλεπε διεστραμμένα κι εμπαίζοντα τους φόβους της, ρίπτοντα κατά πρόσωπον την προδοσίαν της, διά γέλωτος σιωπηλού και παραδόξου. Υπό το φως του κανδηλίου, διέκρινεν αμυδρώς εν τω σκιόφωτι του τοίχου τα συζυγικά της στέφανα, κρεμάμενα κάτω του εικονοστασίου κι εξελάμβανεν αυτά συνωφρυωμένα υπό την λινομέταξην σκέπην των, ωσεί την απιστίαν της ελέγχοντα. Και αν πνοή ανέμου ανεκίνει τας χρωματιστάς ταινίας των, ενόμιζεν ότι ήρχοντο ως φίδια κατ' επάνω της να εκδικηθούν την ιεράν των αγνότητα. Τοσούτον δ' είχε κυριευθή υπό της ιδέας αυτής η λυγερή ώστε ανεπήδησεν έντρομος, ακούσασα αίφνης την φωνήν του ανδρός της και εις την πρώτην αυτής ορμήν, δεν εσκέφθη τι άλλο ειμή να συσπειρωθή εις μίαν γωνίαν, όπως οι Πρωτόπλαστοι μετά το αμάρτημα, ακούσαντες την φωνήν του Θεού.

— Ε, Σμάλτω· δε γροικάς, ορή! ηκούσθη πάλιν απ’ έξω η φωνή του Στάθη, ανυπόμονος.

Η λυγερή διετήρησε την θέσιν της εις την γωνίαν άφωνος και ακίνητος, συγκρατούσα την αναπνοήν της εκ του τρόμου. Αλλ' η θύρα του οικίσκου εκινείτο θορυβωδώς εκ των βιαίων λακτισμάτων του Στάθη. Και η Σμάλτω συνήλθε τέλος κι εγερθείσα ήνοιξε την θύραν, νεύουσα χαμαί την κεφαλήν, φοβουμένη μήπως διακρίνη επί του προσώπου της το σφάλμα ο Στάθης, τρέμουσα όλη, ως το φυλλοκάλαμον.

— Ε, και το φίδι; ηρώτησεν ευθύμως ούτος, μόλις εισερχόμενος.

Ω, το φίδι! Βέβαια, το είδεν η Σμάλτω και υπέμεινε την επήρειάν του παράποτε σήμερον! Το φίδι, το οποίον δεν ηξεύρει μόνον να συρίζη αλλά και να δαγκώνη, φαρμακερά να δαγκώνη, όταν εύρη ευκαιρίαν!

Με αυτάς τας σκέψεις η Σμάλτω διήρχετο τας ημέρας και τας νύκτας της. Αλλά δεν ηδύνατο να διατηρηθή επί πολύ αυτή η κατάστασίς της. Ό,τι έγεινεν, έγεινεν ήδη. Έπρεπε να προφυλάξη το μέλλον, το οποίον ωρθούτο απειλητικόν ενώπιόν της· να κάμη τον εαυτόν της εγκρατή πλέον από πάσης ξένης επιρροής. Ανεγνώριζεν όμως την αδυναμίαν της· κατενόει ότι διά να γίνη τούτο δεν έπρεπε πλέον να συναντήση εις τον δρόμον της τον Μήτρον. Αλλά πάλιν δεν ηδύνατο αύτη να κλεισθή εντός του οικίσκου της, εις τα καφάσια, ως τούρκισσα. Ήτο ανάγκη να εξέλθη εις την εργασίαν, εις τον αγρόν και εις την σταφίδα και τα γαλιά ακόμη να συντροφεύση. Ήτο εποχή κατά την οποίαν η εργασία είνε εις την ακμήν της· θέρος, τρύγος—πόλεμος!… Να εναντιωθή πάλιν εις τον άνδρα της, να φέρη τας αυτάς δυσκολίας τας οποίας έφερεν άλλοτε εθεώρει όλως απρεπές. Ανεγνώριζε το δίκαιόν του. Όλοι εις τα χωρία λαμβάνουν γυναίκας διά να τας έχουν βοηθούς κατά την επίπονον σταδιοδρομίαν του βίου των· δεν την έλαβε βέβαια ο Στάθης διά να την έχη εικόνισμα, εις τον οικίσκον του μόνον. Άλλως τε και αυτής επροσβάλλετο η φιλοτιμία να μη βοηθή τον άνδρα της, παρά να περιμένη να της φέρη ούτος τον άρτον, όπως εις τον τυφλόν.

— Τι, για ψυχικό θα μ' έχη; ανελογίσθη κοκκινίζουσα εξ εντροπής.

Αλλά και αν ήθελεν η λυγερή πάλιν δεν ηδύνατο να μείνη άεργος εις τον οικίσκον της. Διότι εις τα χωρία, όπου οι κάτοικοι μετρούνται εις τα δάκτυλα, καθένας τούτων υπόκειται καθημερινώς εις τον αυστηρόν έλεγχον των λοιπών. Ο νωθρός είτε φιλόπονος εργάτης, ο θεοσεβής είτε κουτοπόνηρος γέρων, ο φιλόχριστος ιερεύς, η καθαρά και φιλόκαλος οικοδέσποινα, η προκομμένη κόρη, η φρόνιμος γραία, όλοι γνωρίζονται μεταξύ των όπως και το καλό κρασί. Και από τα χαρίσματα τα οποία τυχόν έχει έκαστος, μορφούται εν τη μικρά κοινωνία η καλή ή κακή ιδέα, περί της μελλούσης τύχης του. Όταν δε τύχη να έλθη εξ άλλου χωρίου καμμία γυνή κι εγκατασταθή εκεί νυμφευομένη, ευθύς όλων η προσοχή και όλων η κρίσις προς αυτήν στρέφεται. Καθένας ο οποίος θα την πλησιάση και θα της ομιλήση, θα είνε διά την πτωχήν νεόφερτον ανακριτής επίφοβος, του ύφους και του χαρακτήρος, της φωνής και του βαδίσματος και αυτής της ψυχής της, μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών. Η Σμάλτω υφίστατο την δοκιμασίαν αυτήν την τριών ήδη μηνών, από της ιδίας δηλαδή νυκτός κατά την οποίαν εγκατεστάθη εις Τρουμπέ. Τόρα όμως από της ημέρας του παθήματός της η δοκιμασία έγεινε στενωτέρα. Μόλις εξήρχετο εις την θύραν του οικίσκου της ευθύς αι γυναίκες την ητένιζον περιέργως εις τους οφθαλμούς. Δεν ηδύναντο να εννοήσουν διατί έκοψεν αίφνης να συντροφεύη εις την βοσκήν τα γαλιά και ήρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ των τας παραδοξοτέρας δι' αυτήν εικασίας.

Εκτός όμως των ξένων ήρχισαν και η μήτηρ και η αδελφή του Στάθη να κρίνουν αυστηρώς την θεληματικήν αυτήν κάθειρξιν της λυγερής. Αν και αύται εκάθηντο εις άλλον οικίσκον μακράν, όμως έμαθον τα συμβαίνοντα εις την οικίαν του συγγενούς των και ήρχισαν να θλίβωνται διά τον Στάθην, ο οποίος εδέσμευσε την τύχην του νυμφευθείς μίαν φαγοκοιμήστραν. Και λόγους της έστειλαν με άλλας γυναίκας πως δεν αρκεί ότι την έσωσαν από την βλαχοκαλύβαν όπου ανετράφη, από την μπομπόταν όπου έτρωγε, και την έφεραν σε πολιτεία, από κάτω σε σπίτι να τρώγη σίτινο ψωμί, παρά ήθελε να μένη και άδουλη να μη πιάνη ούτε μισακό μετάξι!

Η Σμάλτω ήκουεν αυτά κι ετήκετο περισσότερον. Κατενόει ότι δεν ηδύνατο να ζήση πλέον ούτω μεταξύ των χωρικών κι έλαβεν απόφασιν να πάγη μόνη να συναντήση τον Μήτρον και διά παρακλήσεων είτε δι' απειλών εν ανάγκη, να τον πείση ν' αλλάξη τόπον βοσκής. Είχε πεποίθησίν ότι θα το κατώρθωνε. Διό την τρίτην ημέραν, μόλις ηγέρθη του ύπνου, ητοιμάσθη προς εκτέλεσιν του σκοπού της.

— Για πού; ηρώτησεν ο Στάθης απορών διά την αιφνιδίαν αυτήν εξέγερσιν της γυναικός του.

— Πααίνω με τα γαλιά.

— Κι αν σουρίξη το φίδι;

Η λυγερή εταράχθη εις την ανάμνησιν εκείνην, τόσον απροσδοκήτως και ασκόπως ριφθείσαν παρά του ανδρός της. Ησθάνθη αίφνης κάτι συσφίγγον την καρδίαν εις τα στήθη της, ως να εσταμάτησε διά μιας η κυκλοφορία του αίματος. Αλλά μετά μικρόν αναθαρρήσασα, ακλόνητος εις την απόφασίν της, ητένισε μετά πειστικότητος τον άνδρα της:

— Δίνω μια και του ζουπάω το κεφάλι· απήντησε.

Και θέσασα εμπρός τα γαλιά, εξήλθε του χωρίου.

Η Σμάλτω έβαινεν ήδη θαρραλέα προς τον σκοπόν της, ανυπόμονος να φθάση εις τον τόπον όπου ήλπιζε να συναντήση τον βοσκόν, πολλάκις προτρέχουσα των γαλίων, ως να ωθείτο υπό αναποδράστου ανάγκης. Ητένιζεν υψηλά τον γαλανόν αιθέρα και πέριξ τους αγρούς και τα βουνά και την θάλασσαν με βλέμμα ιλαρόν, υπερήφανον δύναται κανείς να είπη, όπως κάθε άνθρωπος έχων την ψυχήν γαλήνιον και την πεποίθησιν ότι πορεύεται να επανόρθωση αδίκημα. Προσέβλεπε δε συχνά, αφ' ης ώρας εξήλθε του χωρίου, την αγροτικήν σκιάδα του Μήτρου, θέλουσα να συνειθίση εις την όψιν της και να μη την φοβήται πλέον:

— Δεν ένε! έκραξεν αίφνης δυσθύμως.

Τω οντι, εφ' όσον επλησίαζεν εις την σκιάδα, διέκρινεν ότι ο Μήτρος και τα πρόβατα έλειπον. Όταν δ' έφθασεν εκεί δεν εύρε παρά το μάλλινον σακκίδιον του βοσκού, κρεμάμενον από ενός στύλου κι επί του πατώματος της σκιάδος το σιλάχι και την κατερρακωμένην φλοκάταν του. Η Σμάλτω εθυμώθη διότι δεν τον εύρεν εκεί, να του είπη μίαν ώραν αρχίτερα ό,τι έπρεπε να ελαφρυνθή επί τέλους. Εσκέφθη όμως ότι δεν θα ήτο και πολύ μακράν, αφού τα πράγματά του ήσαν εκεί και ήλπιζε μετ' ολίγον, όταν η θερμότης του ήλιου θα ηύξανε να προσέλθη ούτος υπό την σκιάν της καλύβας. Άλλως τε εκεί είχεν αφήσει τον άρτον του και βεβαίως, αν όχι διά τίποτε άλλο, θα ήρχετο τουλάχιστον μέχρι του δειλινού διά να φάγη. Η λυγερή δεν είχε καμμίαν ανάγκην ν' απομακρυνθή. Τα γαλιά θα εύρισκον και εκεί τροφήν όπως και αλλού, ώστε απεφάσισε να τον περιμείνη.

— Δεν κάνω κούνημα ώστε νάρθη· εσκέφθη.

Αίφνης γλουγλουκιμός θορυβώδης διέκοψε τας σκέψεις της. Η Σμάλτω στραφείσα παρετήρησεν ότι δύο γαλιά ήριζον ραμφίζοντα κάτι μέσω των ξηρών χόρτων και ότι τ' άλλα έσπευδον λαιμάργως εκεί, τείνοντα ως δόρατα τους λαιμούς και με κραυγάς, ως ν' ανεκάλυψαν αίφνης πολύτιμον τροφήν. Μετά μικρόν συνήχθησαν όλα εκεί, συσφηνούμενα το εν προς το άλλο, σχηματίζοντα ούτω πυκνόν αλώνα, με τα μαυροπράσινα πούπουλά των μαρμαίροντα υπό τας ηλιακάς ακτίνας. Συνωθούντο δε κι εγλουγλούκιζον γοερώς, θέλοντα να φθάσουν προς το κέντρον και πολλά ίπταντο υψηλά, πλαταγούντα τας πτερύγας των ωσεί περίεργα να ίδουν εκείνο το οποίον εράμφιζον οι σύντροφοί των. Και παρήγετο ούτω συνωστισμός αυτών πεισματώδης, κι έρις συνήπτετο μεταξύ των και κίνησις και βρυασμός αδιάκοπος. Κεφαλαί ωρθούντο διά μίαν στιγμήν με τα κόκκινα φύματα άνω, ως λεπροί κόνοι αγρίου αραβοσίτου, ετάζουσαι τα πέριξ περιέργως διά των μαύρων οφθαλμών των και πούπουλα εσκορπίζοντο εις τον αέρα, απομαδούμενα ενώ αντήχει η πεδιάς ολόκληρος από τον θόρυβον και τον αλαλητόν.

Η Σμάλτω παρηκολουθεί διά του βλέμματος τους διαπληκτισμούς αυτούς των γαλίων, χαμογελώσα. Εγνώριζε την συνήθειαν την οποίαν έχουν να συνάζωνται ούτω και να θορυβούν μόλις εύρουν κάτι εις τον δρόμον των· υπέθετε δε ότι και τώρα κανέν παλιοπάπουτσο είτε ράκος πανίου θα επροκάλει την έριν των.

Αίφνης όμως εκ των αλληλωθισμών και ραμφισμάτων αυτών ανεπήδησεν υπεράνω κι έπεσε προ των ποδών της μικρόν τεμάχιον καλάμου.

— Μπά· η φλογέρα του! εψιθύρισεν η λυγερή. Ήτο τω όντι η φλογέρα του Μήτρου· μικρά, χρυσίζουσα, με πέντε τρύπας, μαύρας εις τα χείλη εκ του καυτερού σιδήρου διά του οποίου ήνοιξεν αυτάς ο τεχνίτης και άλλην μίαν εις το αντίθετον μέρος. Η Σμάλτω εθαμβώθη εις την όψιν αυτής ως να ητένισεν αίφνης τον ήλιον. Κύμα αίματος συνέρρευσεν εις την καρδίαν της και την έκαμε να πάλλη βιαίως· οι κρόταφοί της έσφυζον εναγωνίως και οι μήνιγγές της επόνουν εκ της πιέσεως.

— Η φλογέρα του! επανέλαβε βραδέως.

Και ητένιζεν αυτήν με βλέμμα φοβισμένον, αισθανομένη καθ' όλον αυτής το σώμα την ανατριχίασιν εκείνην του βλέποντος προ αυτού οστούν φοβερού θηρίου. Ευθύς η φαντασία της επανέφερεν εις αυτήν την ημέραν κατά την οποίαν αναισθητούσα σχεδόν, έπεσεν εις τας αγκάλας του Μήτρου. Ανεγνώριζεν ήδη ότι αυτό το τεμάχιον της καλάμου έγεινεν η αίτια να πράξη εκείνο το ανόμημα· ότι ήτο αυτό η επικίνδυνος προαγωγός που την παρέδωκεν εις τον τυχόντα και ολίγον έλειψε να την παρασύρη εις τα έσχατα. Και η λυγερή ησθάνετο μίσος προς την φλογέραν εκείνην η οποία διά του ευγλώττου στόματός της, επιτηδειοτέρου και της πλέον γυμνασμένης μαυλιτρίας, έκαμεν αυτήν να λημονήση την προς τον άνδρα της μύχιον εκείνην αφοσίωσιν η οποία συγγεννάται και συναποθνήσκει με αυτό το σώμα της γυναικός του αγρού. Και ικανοποιείτο η αδυναμία της διότι έβλεπεν αυτήν τώρα κατακειμένην εκεί εις το χώμα, άνευ ζωής, ραμφιζομένην υπό των γαλίων, ως τεμάχιον πέπονος. Εχαίρετο αμέτρως διά την ταπείνωσίν της εκείνην και την εξουθένωσιν, εκδικουμένη ούτω τα ίδια παθήματα. Εις στιγμήν δε παραφόρου πόθου προς εκδίκησιν, ηθέλησε να συμμεθέξη και αύτη του κακού κι εβάδισε να την κατασυντρίψη υπό τους πόδας της.

— Σμάλτω! ε, Σμάλτω!… ηκούσθη φωνή περιχαρής, ανακόπτουσα αίφνης το βήμα της.

Η λυγερή στραφείσα παρετήρησε τον Μήτρον ερχόμενον από μακράν με το ποίμνιόν του. Αλλ' ουδεμίαν ησθάνθη ήδη ταραχήν εις την θέαν του. Εγνώριζεν η Σμάλτω ότι ο βοσκός δεν είχε πλέον μαζί του την φλογέραν να την παίξη όπως άλλοτε και γεμίση τον αέρα πέριξ από μύρια συναισθήματα, από τόσους καϋμούς της γυναικείας καρδίας, τόσας εκφράσεις της ανθρωπίνης αδυναμίας και την συναρπάση… Την είχεν εδώ υπό τους πόδας της, ως να είχε την γλώσσαν, αυτήν την φωνήν μιας μαγίσσης και την κατεσύντριβε.

Συγχρόνως δε με την σκέψιν της αυτήν η Σμάλτω κατέφερε με πάθος τον πόδα επί της φλογέρας και την έθραυσεν.

— Να! είπε χαιρεκάκως, ρίπτουσα τα τεμάχια αυτής προ του βοσκού.

— Μη τη φλογέρα μου· εφώναξεν ούτος με πόνον· γιατί την σπας;

— Για να μη χάση κι άλλαις· απήντησεν η Σμάλτω επισήμως.

Και θεωρούσα πάσαν παράκλησιν περιττήν πλέον, αφού κατέστρεψε το μέσον διά του οποίου την εταλάνιζεν ο βοσκός, εστράφη προς το χωρίον, συγκεκινημένη αλλ’ ήσυχος διά το μέλλον…

1888

 

ΓΙΑΝΝΟΣ και ΜΑΡΩ

«Ο Γιάννος πάει ’ς τα βουνά

κι η Μάρω πάει ’ς τους κάμπους».

— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο!…

Πολλάς ημέρας ο Γιάννος απουσίαζεν από τον πύργον των γονέων του και ουδείς ευρίσκετο να είπη τι περί αυτού, ουδέν ίχνος να ορίζη που την παρουσίαν του. Το δάσος, η πηγή, το ρυάκιον, η γιγαντιαία βαλανιδιά, η γαλανή λίμνη, η καλύβα του βοσκού, όλα τα μέρη, τα οποία τόσας φοράς τον είχον ίδη παίζοντα και είχον ακούση την φωνήν του, διετήρουν και τώρα την νεκρικήν των απάθειαν εις τας συχνάς ερωτήσεις της Μάρως. Και αυτό το πηγάδι, το οποίον με τα μεγάλα και υψηλά χείλη του ωμοίαζε προς χάσκοντα διψαλέον γίγαντα, δεν απέδωσε τι όταν έκυψε να το ερωτήση, ειμή τας ιδίας της λέξεις και τόσον διατόρους και παραμορφωμένας, ώστε ωπισθοδρόμησε με φρίκην νομίσασα ότι προήρχοντο από το φοβερό Στοιχειό. Και η Μάρω εξηκολούθει κλαίουσα απαρηγόρητα και φωνάζουσα αδιακόπως, ως ο Γκιώνης μετά τον άδικον θάνατον του αδελφού του:

— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο!…

Η Κυρά Ρήνη, η μήτηρ της, εφαίνετο αδιάφορος εις του Γιάννου την απουσίαν και της Μάρως τα δάκρυα. Όταν την ηρώτα εσήκωνε τους ώμους ψυχρώς, ως να επρόκειτο περί της κούκλας της και διά ν' απαλλαγή αυτής έλεγε πότε ότι ο Γιάννος επήγεν εις το σχολείον, πότε εις το βαλμαδιό να ίδη πως ήμελγον τας δαμάλεις και πότε εις το περιβόλι της βασιλοπούλας να κόψη χρυσόμηλα. Η Μάρω έσπευδεν, επέτα εκεί ως πτηνόν αφήσαν προ πολλού νήστεις τους νεοσσούς του. Δεν εφοβείτο ούτε την μαγευμένην βέργα του διδασκάλου, η οποία αν την ήγγιζεν ηδύνατο να την μαρμαρώση, ούτε τον πυρίπνοα ταύρον του βαλμαδιού, ούτε τον ανήμερον δράκοντα του περιβολιού προ του αδελφικού της φίλτρου. Αλλά δεν τον εύρισκε πουθενά.

— Πήγαινε, μωρή· ’ς της θειας σου της Καλής είνε! είπε τέλος η μήτηρ της βαρυνθείσα.

Η Μάρω, μετά κοπιώδη και αδιάκοπον πορείαν, διά στενών και ανηλίων δρομίσκων, εν μέσω βάτων και αγριακανθών, έφθασε τέλος και εις την θείαν της.

— Πώς ήρθες, Μάρω μου; την ηρώτησεν αύτη έκπληκτος· πώς ήρθες, πεδώ κόκορας δε λαλεί, κόττα δεν καρκαριέται;

— Ήρθα να ιδώ το Γιάννο.

— Το Γιάννο! ο Γιάννος δεν εφάνηκ' εδώ.

Η Μάρω έμεινεν άφωνος, ακίνητος εις την θέσιν της ως απολιθωθείσα. Δεν εφάνη εκεί ο Γιάννος! Λοιπόν η μήτηρ της την επερίπαιζεν, αστειεύετο με το αδελφικόν της φίλτρον, με τον πόνον της! Και την έστειλε να κάμη τόσον δρόμον, να υποφέρη άδικα των αδίκων, απλώς διά να γελάση!...

Η Μάρω, χάσασα και την τελευταίαν της ελπίδα, επέστρεφε προς τον πύργον, με οφθαλμούς ερυθρούς εκ των δακρύων, πρόσωπον κατεσχισμένον υπό των κλάδων, ενδύματα κατερρακωμένα ως γραίας ατσιγγάνας και πόδας πρισμένους εκ των δρόμων.

Μετά μικρόν διέκρινε μακράν επί υψηλού βουνού τον πύργον όμοιον με γιγαντώδη κοχλίαν ατμομηχανής. Ήτο τετράγωνον παλαιόν οικοδόμημα με παράθυρα μικρά, θύρας δρυίνους, μαρμαρίνας ελικοειδείς κλίμακας και μακρούς διαδρόμους. Αυλή ευρεία, λιθόστρωτος, με μαρμαρίνας βρύσεις, παριστώσας δράκοντας και γοργόνας ετοίμους να ορμήσουν κατά τίνος, ήτο εις τα έμπροσθεν αυτού, όπισθεν δε και εις τα πλάγια σύσκιος κήπος και πέραν παρθένον, σχεδόν αδιέξοδον δάσος. Τα τείχη του πύργου είχον σχασθή άνωθεν έως κάτω, ως υπό κεραυνού· πολλά δωμάτια ήσαν ακατοίκητα, πολλαί θύραι άνευ φύλλων, πολλά παράθυρα άνευ θριγκών, ταλαντευόμενα πενθίμως εις το κενόν. Το σαράκι υπέσκαπτε νυχθημερόν τα ξύλα του, οι ποντικοί τα θεμέλιά του, η βροχή τα κονιάματά του. Ολόκληρος ο πύργος ήτο σιωπηλός και ψυχρός· έκλινεν εις την φθοράν, όπως παν ό,τι αφεθή εις την τύχην του.

Η Μάρω ανέβη την κλίμακα χωρίς ν' απαντήση ψυχήν ζώσαν, εισήλθε εις το δωμάτιόν της και πεσούσα επί του πατώματος κατάκοπος, άρχισε να θρηνή ως νεκρόν τον αδελφόν της:

— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο!…

*

Ο Γιάννος ήτο δεκαέξ ετών παλληκάρι. Η μήτηρ του, η Ζαχάρω, τον αφήκε πολύ μικρόν, εις τα σπάργανα ακόμη όταν απέθανεν. Ο πατήρ του την αντικατέστησε μετά μικρόν διά της Κυρά Ρήνης η οποία και αυτή εκ του πρώτου της γάμου είχεν αποκτήσει την Μάρω. Τα δύο παιδία, ομήλικα, έφαγον της ιδίας τροφού το γάλα, εναναρίσθησαν εις την ιδίαν αγκάλην, εκοιμήθησαν εις το ίδιον λίκνον, το εν παρά το άλλο κι εντός του ιδίου δωματίου μαζί, έκαμον τα πρώτα σφαλερά βήματά των και ήρθρωσαν τας πρώτας, άνευ εννοίας και άνευ σκοπού, λέξεις των. Όταν ηύξησαν είχον τα αυτά παιγνίδια, τας αυτάς χαράς, τας αυτάς τέρψεις, ως δύο δενδράκια αυξάνοντα επί του αυτού τόπου, το εν πλησίον του άλλου, πίνοντα το ίδιον νερό και υφιστάμενα τας αυτάς ατμοσφαιρικάς μεταβολάς.

Η πρώτη λύπη του Γιάννου ήτο όταν έχασε τον πατέρα του, δεκαετής. Αλλά τα δάκρυά του εχύνοντο και τότε μαζί με τα δάκρυα της Μάρως· οι στεναγμοί του, οι πόνοι του, αι δεήσεις του συνωδεύοντο υπ' αυτής. Όταν έχη κανείς τοιούτον πιστόν και αχώριστον φίλον, ευρίσκεται δε εις την ηλικίαν εκείνην κατά την οποίαν και η θλίψις είνε της στιγμής, ως μία ρυτίς επί της επιφανείας λίμνης, τα πάντα δύναται να λησμονήση. Εξηκολούθησε λοιπόν ο αυτός βίος διά τα δύο παιδία, δίδυμα αδελφάκια, παχουλά, ροδοκόκκινα, υγιέστατα. Έτρεχον από την αυγήν έως το βράδυ εις τα πέριξ του πύργου, ανερριχώντο εις τους κλάδους των δένδρων διά να φθάνουν τας φωλεάς των πτηνών, εσύροντο εις τας αναδενδράδας να συλλέγουν τα υπόξυνα βατόμουρα, έπιπτον από της μιάς άκρας της λίμνης κι εξήρχοντο εις την άλλην, παίζοντα τα μικρά σωματάκια των με το νερόν κι επέστρεφον την νύκτα εις τον πύργον γελαστά, χαρούμενα, η Μάρω κατάφορτος μ' ερυθρά εκ τρικοκκίων περιδέραια, ως φιλάρεσκος γύφτισσα και ο Γιάννος στολισμένος με άνθη, ως μαϊόπαιδον.

Δεκαέξ χρόνοι είχον παρέλθει ούτω, αγνοί παιδικοί χρόνοι, δίχως πονηρίαν καμμίαν, δίχως κανέν αίσθημα άλλο από την αγάπην. Μόνον μικρά χαιρεκακία ανεφαίνετο ενίοτε μεταξύ των, όταν ο ένας ετρύπα την χείρα του διά της ακάνθης ή ο άλλος έπιπτεν από του λίθου, όπου ήθελε να σταθή με το ένα πόδι διά να κάμη τον πετρίτην… Αίφνης όμως μίαν αυγήν, ενώ η Μάρω ηγείρετο του ύπνου, χαρούμενη, διότι θα επήγαινον, ως είχον συμφωνήσει μετά του Γιάννου εις τους καλαμώνας να συλλάβουν τριποκάρυδα, δεν εύρεν αυτόν πλησίον της· παντού ηρεύνησεν αλλά ματαίως. Και τώρα εντός του μικρού δωματίου των, εις την κλίνην, εις τα καθίσματα, εις τας γωνίας, εις όλα τα έπιπλα αυτού διαβλέπουσα τον Γιάννο, πάντα τον Γιάννο, εις τον ελάχιστον θρουν νομίζουσα ότι ακούει το πάτημά του, ότι διακρίνει την φωνήν του, στενάζει απαρηγόρητα, ως ο Ιακώβ προ των αιμόφυρτων ενδυμάτων του Ιωσήφ. Πόσα έχασε με τον χαυμόν αυτού! Αμέσως οι παιδικοί της χρόνοι εξηφανίσθησαν και σκότος βαθύ βασιλεύει εις την ψυχήν της. Και όμως η Κυρά Ρήνη γελά διά τούτο· τι ελαφρή καρδιά! χάνει κανείς ένα πετεινάρι και κάμνει τ' αδύνατα δυνατά διά να το εύρη και λυπείται και στενοχωρείται και όχι ένα άνθρωπον εκεί, ένα παλληκάρι... Αλλά την γνωρίζει καλά την μητέρα της· πάντα κακή, πάντα αδιάφορος εφέρθη προς τον Γιάννο από τα μικρά του χρόνια ακόμη. Όχι, άλλη μητρυιά δεν εφέρθη ποτέ τόσον σκληρή εις τον προγονόν της!... Ούτως εσκέπτετο η Μάρω θλιβομένη διά την απώλειαν του Γιάννου και διά την τόσην αδιαφορίαν της μητρός της. Περιέφερε το δακρυσμένον της βλέμμα εν τω δωματίω, άτονον ήδη και ηλίθιον και από καιρού εις καιρόν εψιθύριζε με παράπονον:

— Πάει αυτός, πάει τώρα αυτός!...

Αίφνης το βλέμμα της εσταμάτησεν εις γωνίαν τινά, όπου από μικράς οπής του πατώματος εισέδυσε στενή ακτίς φωτός. Επορεύθη αργά εκεί, εκ περιεργίας μάλλον παρά εξ ελπίδος, έπεσε πρηνής κι εκόλλησεν εις την οπήν τον οφθαλμόν της. Κάτωθέν της διέκρινε βαθύ και στενόν δωμάτιον, πλήρες αραχνών, με τοίχους μαύρους εκ της υγρασίας κι έδαφος άνισον και ολισθηρόν. Μικρά λυχνία χωματίνη, έρριπτε πενιχρόν φως εμπρός λευκού τινος πτυχωτού όγκου, ωσεί ανδρεικέλου κυρτωμένου· επί του γυμνού εδάφους εσύροντο εδώ κι εκεί πλανώμενα βρωμερά ερπετά, των οποίων αι σκιαί εμεγεθύνοντο ή εσμικρύνοντο κατά τας κινήσεις των. Πλησίον της λυχνίας δύο ποντικοί εκύλιον διαμφισβητούντες τεμάχιον κριθίνου άρτου, ενώ τρίτος ηγωνίζετο ν' αναρριχηθή επί σταμνίου μικρού· υψούτο εις τους οπίσθιους πόδας, συνελάμβανε το σταμνίον διά των εμπροσθίων και ητοιμάζετο να πηδήση αλλ’ ευθύς ωλίσθαινε ή ανετρέπετο προς τα οπίσω ύπτιος. Μίαν φοράν εν τη μεγάλη αυτού ορμή συμπαρέσυρε και το σταμνίον από του οποίου έτρεξε το νερόν εις αύλακα μέχρι του λευκού όγκου όστις εκινήθη παραμερίσας. Η Μάρω, ήτις προσείχεν εκεί, ωπισθοδρόμησεν ιδούσα την κίνησιν εκείνην, τρέμουσα ως το φυλλοκάλαμον.

— Ο Γιάννος, ο Γιάννος! εψιθύρισε φρικιώσα.

Τω όντι, αφ' ης ημέρας εξηφανίσθη ο Γιάννος, εκεί διήγε τας ημέρας και τας νύκτας του, θύμα της καλλίστης μορφής και της αγνότητος της ψυχής του. Εν τω νοσηρώ εκείνω δωματίω, με ολίγον φως ερχόμενον από τίνος φεγγίτου την ημέραν, με ολιγώτερον την νύκτα, με μαύρον ψωμί, με το ψύχος και τας στερήσεις, γονυπετή και αλυσσίδετον προσεπάθει η Κυρά Ρήνη να παρασύρη αυτόν εις τας παραλόγους επιθυμίας της. Πολλάκις της ημέρας κατερχομένη εις το δωμάτιον παρεκάλει, ηπείλει, έλεγεν ό,τι αι αισχραί επιθυμίαι της υπηγόρευον, επεδείκνυε στήθη καλλίμαστα και ροδοκόκκινα, βραχίονας ευπαγείς και λευκούς, μηρούς και κνήμας εξαισίου πλαστικότητος, προσπαθούσα διά των θελγήτρων της να τον σύρη εις εαυτήν. Η επιμονή του νέου εξήπτε τας ορμάς της· το πρόσωπόν της εκοκκίνιζε, τα χείλη της έφρισσον εξ ηδονής, οι οφθαλμοί της ηκτινοβόλουν εξ επιθυμίας, τα μέλη της όλα εσπαρτάριζον κι έπιπτεν επ' αυτού μετά λύσσης, μουγκρίζουσα και κολλούσα φλογερά φιλήματα επί των ρόδινων παρειών και του ευτόρνου τραχήλου του. Αλλ' ούτος εν τη λυπηρά εκείνη στάσει του, εντροπαλός, συνεσταλμένος, έστρεφε τους οφθαλμούς από της καλλίστης εκείνης γυναικός μετ' αηδίας κι εξέσχιζε διά των ονύχων τας παρειάς του να εξαλείψη, ως θανατηφόρον φαρμάκι, τα καυτερά των φιλημάτων της.

Εις τοιαύτην δοκιμασίαν είχεν υποβληθή και σήμερον, προ μικρού μόλις. Ο Γιάννος είχεν εξέλθει και τώρα νικητής εκ της πάλης, η αθωότης του είχε θριαμβεύσει αλλ’ έκυπτε την κεφαλήν περίλυπος εις το στήθος. Εις το πρόσωπον εκείνης, την οποίαν αυτός εθεώρει μητέρα κι εγνώρισεν ως μητέρα, έβλεπε την εξαχρείωσιν και την αληθινήν του κόσμου κατάστασιν. Αφ' ης ώρας εγνώρισε την ζωήν έως προ μικρού, ενόμιζεν ότι ο κόσμος ήτο γεμάτος με άνθη μοσχοβολούντα και άνθη τέρποντα διά ποικίλων χρωμάτων τους οφθαλμούς· με δένδρα κάμνοντα καρπόν και δένδρα φιλοξενούντα εις τους κλάδους των περιχαρή και κελαδούντα πουλάκια· με νερά και βρύσεις μουρμουριζούσας απαύστως· με προβατάκια και κατσικάκια και δαμαλάκια αθώα, με αγρούς και πεταλούδας και άστρα. Εντός αυτών έζησε και ανετράφη και αυτά εγνώρισεν όλα δε αυτά τα ήξευρεν ουδέν, άλλο αγωνιζόμενα κι επιθυμούντα ειμή να παραγάγουν κάτι καλόν, κάτι ωφέλιμον προς δημιουργίαν και λειτουργίαν του συνόλου. Ήδη όμως εγνώρισε την πλάνην του· εις τα ψηλά βουνά εμφωλεύουν αετοί κατασπαράσσοντες τ' αδύνατα ζώα· εις τας πρασιάς έρπουν φίδια φαρμακερά, ενεδρεύοντα τον διαβάτην και μεταξύ των ανθρώπων διεφθαρμέναι ψυχαί, πνίγουσαι την αθωότητα. Ο Γιάννος έτρεμε μήπως και η ιδική του αθωότης πνιγή επί τέλους υπό της μητρός του την διαφθοράν. Ημέραν καθ' ημέραν ησθάνετο το θάρρος του ελαττούμενον προέβλεπεν ήδη το μέλλον φρικιών· θα ηγωνίζετο, θα ηγωνίζετο αλλ’ επί τέλους θα υπέκυπτεν!

— Γιάννο! καϋμένε Γιάννο! ηκούσθη πάλιν υποτρέμουσα η φωνή της Μάρως, επανελθούσης εις την οπήν.

Ο Γιάννος ανεπήδησεν εις την φωνήν και λησμονήσας ότι ήτο δεμένος ηθέλησε να σηκωθή. Αλλ' επανέπεσε πάλιν και ο κρότος των αλύσεων αντήχησε πενθίμως εν τω δωματίω και η απήχησις έπληξε την καρδίαν της Μάρως, ως να έπεσαν επ' αυτής…

— Γιάννο, δεμένος είσαι; είπεν η Μάρω θλιβερά.

— Ναι, απήντησεν ούτος, προσηλών το βλέμμα εις την οροφήν, οπόθεν ήρχετο η φωνή.

— Γιατί; ποιος σ' έδεσε;

— Η μάνα μας.

— Η μάνα μας!… και γιατί;

Ο Γιάννος έκλινε την κεφαλήν εις το στήθος χωρίς να είπη λέξιν.

— Γιατί, Γιάννο μ', δεν ακούς; γιατί; επανέλαβεν η Μάρω επιμόνως.

— Δεν είν' ανάγκη να μάθης, δεν κάνει είπεν ο Γιάννος κινών αρνητικώς την κεφαλήν· αν μπορής βγάλε με από δω.

Κι εξηκολούθησαν ούτω τα δύο παιδία, συνομιλούντα επί πολύ και ανταλλάσσοντα τας ιδέας των περί της απολυτρώσεως του Γιάννου. Δεν επρόκειτο περί απολυτρώσεως μόνον αλλά φυγής, φυγής τελείας αυτού και εκείνης, μακράν, όσον ήτο δυνατόν μακρύτερον της μητρός των. Μετά μικρόν τα δύο παιδία κατέστρωσαν το σχέδιόν των. Η Μάρω θα παρεκάλει επιμόνως την μητέρα της να της δώση τον Γιάννο να παίξη ολίγον, εκεί δε εις την αυλήν, θα της ήρπαζε κάτι ο Γιάννος κι επιτηδείως μικρόν κατά μικρόν, θ' απεμακρύνοντο των βλεμμάτων της μητρός των.

— Τώρα να σε ιδώ, να σε ιδώ πολύ, είπεν η Μάρω περιπαθώς.

— Κι εγώ.

Και η Μάρω ητένιζεν αυτόν τρυφερώς, περιλαμβάνουσα αυτόν ολόκληρον εντός του βλέμματός της, μη κινουμένη καθόλου, τρέμουσα μήπως τον χάση… Μετ’ ολίγον ο οφθαλμός της εσπαρτάρισε, τα εν τω δωματίω της παρεστάθησαν αμυδρά, συγκεχυμένα, κάτι ωσεί κινουμένη άμμος και τέλος ο οφθαλμός, εκλείσθη κουρασθείς. Μικρόν κατά μικρόν κάρωσίς τις κατέλαβε τα μέλη της και απεκοιμήθη εκεί.

*

Την επομένην ημέραν τω όντι η Κυρά Ρήνη, καμφθείσα υπό των δακρύων και των παρακλήσεων της Μάρως, απέλυσε τον Γιάννο της φυλακής του και του επέτρεψε να παίξη μαζί της εις την αυλήν. Τα δύο παιδία ερρίφθησαν εις τας αγκάλας το εν του άλλου μετά θέρμης.

— Γιάννο μου, σ' επεθύμησα.

— Κι εγώ, Μάρω μου…

Δεν ετόλμησαν όμως να ειπούν περισσότερα. Πλησίον αυτών, επί χαμηλού σκαμνιού καταχρύσου, στηρίζουσα τα νώτα επί μιας στήλης του πύργου, εκάθητο η Κυρά Ρήνη, στρίφουσα μέταξαν εις μεγάλην αργυράν άτρακτον την οποίαν εκόσμει προς τα κάτω λευκότατον, εξ οδόντος δράκοντος, σφοντήλι.

Η Κυρά Ρήνη, αθάνατος κι αιωνία όσον η παράδοσις, εύρωστος, ροδοκόκκινη, πλήρης υγείας και νεότητος ωμοίαζε προς καρπόν εν τη αναπτύξει του, όταν οι χυμοί κυκλοφορούν εντός του διακόπως πολλαπλασιαζόμενοι μέχρις αποσχάσεως του φλοιού. Γεμάτη ανημέρων παθών, ποικίλων επιθυμιών, μη έχουσα ουδέν τρυφερόν αίσθημα και προικισμένη διά της μαγείας είχε καταντήσει ο φόβος και ο τρόμος του κόσμου. Το όνομά της ήκουον οι άνθρωποι ανατριχιάζοντες, ως το όνομα του διαβόλου. Τον πρώτον άνδρα της εμαρμάρωσεν εν τη ιδιοτροπία της μίαν ημέραν, περάσασα εις τον δάκτυλόν του ένα μαγευμένο δακτυλίδι. Όταν έλαβε τον δεύτερον, τον πατέρα του Γιάννου, διά να γελάση ολίγον, αφήρεσε το δακτυλίδι από τον πρώτον, τον έφερεν εις την ζωήν και παροργίσσασα τους δύο άνδρας τους έκαμε ν' αλληλοσφαγούν προ των οφθαλμών της. Εκαλείτο παρ' όλων Μάγισσα του Βουνού και υπήρχεν ιδέα ότι αν εχάνετο θα εχάνετο μαζί και ο κόσμος· λύμη αυτού φοβερά αλλ’ αναγκαία. Τα στοιχειά κι αι ασθένειαι ήσαν υπό την εξουσίαν της και ηδύνατο να τας διαθέση, κατά βούλησιν· η κατάρα της ήτο ισχυροτέρα μητρικής κατάρας· η θελησίς της νόμος της δημιουργίας. Εγνώριζε πού φυτρώνει το σιδερόχορτον προ του οποίου τα κλείθρα τήκονται ως κηρός, πού έχει την φωλεάν του ο τυφλίτης και εις ποίον μέρος της γης καταφεύγει ο υδράργυρος όταν πέση χαμαί. Εσημάδευε των άστρων την πορείαν· την τρυφεροφεγγιά, την ηλιόκρισι και την χάση της σελήνης· ώριζε την επίδρασιν αυτής επί των φυτών κι επί των ζώων· εκανόνιζε την πορείαν των πλοίων, την πτήσιν των πτηνών, των φαρμακερών φιδιών τας διαθέσεις και των βοτάνων την επιρροήν επί των πληγών. Όταν ήθελε να κάμη μεγάλην τινά επιχείρησιν ή και απλώς να διασκεδάση εκτύπα τρις τας παλάμας κι εφώναζε:

— Κυράδες μικρές, Κυράδες τρανές, ελάτε ’ς την κυρά σας τη μεγαλείτερη.

Κι ευθύς συνέρρεον περί αυτήν οι Νεράιδες της θαλάσσης, οι Λάμιες των λιμνών, οι Τσατσούλες των βουνών, όλα τα πνεύματα των δασών και των ερήμων, αι Μοίραι, γελώσαι, τραγουδούσαι και πρόθυμοι να την υπηρετήσουν. Η Κυρά, Ρήνη ήτο η κραταιά βασίλισσα του παντός, έχουσα εις χείρας της τας τύχας του κόσμου. Από καιρού όμως εφαίνετο μη θέλουσα να χρησιμοποίηση την δύναμίν της. Όλη της η προσοχή, όλη της η φροντίς περιεστρέφετο εις τον έρωτά της, εις την επιμονήν του Γιάννου, ήτις την εβασάνιζε και την παρέλυε. Και τώρα, ενώ έστριφε την μέταξαν, παρετήρει αδιακόπως τα δύο παιδία, προσέχουσα και εις τας ελαχίστας κινήσεις και εις τους απλουστέρους λόγους των:

— Κύτταξε· θα σε βγάλω να παίξης με τη Μάρω, είπεν εις τον Γιάννο όταν επήγε να τον απολύση· μα μην της ειπής λόγο γιατί φίδι που σ' έφαγε!

Και ο Γιάννος ηναγκάσθη να κρατήση τα πλημμυρίζοντα τους οφθαλμούς του δάκρυα και τα παράπονα τα καταθλίβοντα δυνατά την ψυχήν του. Εγνώριζεν ότι ο αγών τον οποίον είχεν αναλάβει ήτο άνισος και ότι έπρεπε τα πάντα να μετέλθη εάν ήθελε να εξέλθη νικητής. Αλλ' όμως όσον και αν προσεπάθει δεν ηδύνατο ν' αποδιώξη της κεφαλής του τας θλιβεράς σκέψεις. Παρετήρει τον πατρικόν πύργον, τας μεγάλας κλίμακας, αι οποίαι προσετρίβησαν υπό τους πόδας των γονέων του, τα δωμάτια τα οποία άλλοτε κατείχεν η μήτηρ του, η καλή εκείνη και αγία γυνή, κατεχόμενα ήδη υπό της Κυρά Ρήνης, την κακίαν διαδεχθείσαν την αρετήν εκεί. Έβλεπε τα γιγάντεια δένδρα, του κήπου, υπό την σκιάν των οποίων τόσας φοράς μετά της Μάρως ανεπαύθη, την λίμνην, το δάσος… Δεκαέξ χρόνοι, όλοι κι όλοι, παρήρχοντο έμπροσθέν του, φαιδροί άλλοτε, πένθιμοι τώρα, ως νεκροί προσφιλείς εντός των σαββάνων των. Και όμως όλα αυτά ηναγκάζετο να τα αφήση, να ρίψη μακράν τα καλλίτερα του χρόνια, και να πάγη ποιος ξεύρει εις ποίον τόπον! Αλλ' έπρεπε να φύγη διά να προφυλάξη τον εαυτόν τον όπως φεύγει τις των διεφθαρμένων κοινωνιών, ζητών την αγνότητα επί υψηλών κι ερημικών βράχων… Κι ενώ ταύτα εσκέπτετο συνέψαλλε μετά της Μάρως, ασυνειδήτως το παλαιόν παιδικόν των τραγούδι:

— Κάθι — καθικλούλα,

κάθετ' η Μαρούλα

και κεντάει μαντήλι

με χρυσό κοντύλι!

Και η Μάρω προσέθετε:

— Και περνάει ο Γιάννος

και της δίνει μήλο,

μήλο δαγκωμένο

κι άλλο φιλημένο!...

— Α! όχι φιλημένο, δεν πάει φιλημένο!… είπεν η Μάρω, γελώσα τον αθώον παιδικόν της γέλωτα.

Η Μάρω και εις την θέσιν της αυτήν, την κρισιμωτάτην διά την ζωήν της, ήτο χαρούμενη. Και τούτο όχι από ελαφρότητά τινα συνήθη εις την ηλικίαν της· τουναντίον αύτη ήτο κόρη σοβαρά και εμβριθής, χαρακτήρος τολμηρού και αποφασιστικού. Αλλά δεν έκαμνε τας σκέψεις του Γιάννου. Της ήρκεσεν ότι έμαθε πως ο Γιάννος υπέφερεν εκεί, πως κάτι σπουδαίον έπασχεν από την μητέρα της και την εμίσησεν ευθύς. Αφού ο Γιάννος ήθελε να φύγουν, αφού της είπεν ότι η αθωότης ρυπαίνεται μένουσα εις την διαφθοράν, δεν ήτο ανάγκη να ακούση τίποτε άλλο. Τω όντι, καλόν θα ήτο να έμενον εις τον πύργον των, εκεί να περάσουν όλην των την ζωήν, εντός της περιοχής εκείνης, ως εις Παράδεισον, αλλά ήτο αδύνατον πλέον· ή φυγή ή θάνατος, έλεγεν ο Γιάννος… Και η Μάρω εσκέφθη να τον ακολουθήση· άπαξ δε λαβούσα την απόφασίν της ήτο εύθυμος και διότι ήτο υπό τα αυστηρά βλέμματα της μητρός της και προ πάντων διότι αυτή ήτο, ούτως ειπείν, η κλίμαξ διά της οποίας ο Γιάννος θα εσώζετο.

Διό επανελάμβανε γελώσα και πηδώσα προ του αδελφού της, ενώ η πλούσια κόμη της εκυματούτο εις τον άνεμον.

— Και περνάει ο Γιάννος

και της δίνει μήλο,

μήλο δαγκωμένο

κι άλλο φιλημένο!…

Αίφνης ο Γιάννος της ήρπασεν από χαμαί την χρυσήν κτέναν των μαλλιών της η οποία της έπεσεν όταν επήδα.

— Δος μου την, Γιάννο μ', δος μου την είπεν αύτη, τείνουσα τας χείρας.

— Όχι, δε ’ς τη δίνω· είπεν ούτος, φεύγων προ αυτής.

— Δος μου την.

— Αν με πιάσης…

Ο Γιάννος και η Μάρω άρχισαν ήδη διαγράφοντες κύκλους, κατ' αρχάς μεν στενούς, έπειτα ευρύτερους περί την αυλήν, του μεν φεύγοντος της δε διωκούσης με απλωμένας χείρας. Ο Γιάννος έκαμνε τινάς βηματισμούς κι έπειτα ίστατο, αναμένων την Μάρω η οποία έφθανεν ασθμαίνουσα, άπλωνε τας χείρας, βεβαία ότι τον συνέλαβε πλέον αλλ' ούτος τότε δι' επιτηδείων ελιγμών έκλινεν, ωρθούτο, έτρεχεν, ίστατο και η Μάρω συνελάμβανεν αντ' αυτού το κενόν.

— Έλα, καϋμένε, μη με παιδεύης· είπεν η Μάρω κλαυθμηρώς και ωσεί απαυδήσασα.

— Να το· είπεν ο Γιάννος, ιστάμενος και τείνων προς αυτήν την κτέναν.

Η Μάρω ώρμησε μετά βίας επ' αυτού, και συνέλαβεν εντός των βραχιόνων της τον Γιάννο, εκφέρουσα φωνάς θριάμβου. Αλλά την ιδίαν στιγμήν ούτος ολισθήσας, ως χέλι από τας χείρας της, έφυγε μακράν, κρυβείς όπισθεν των μεγάλων δένδρων του κήπου. Η Μάρω απεφάσισε να καταδιώξη αυτόν και εκεί.

— Μην πάτε μακρυά· εφώναξεν αίφνης αυστηρώς από της θέσεως της η Κυρά Ρήνη.

Τα παιδία έμειναν εις την θέσιν των, όπου ευρέθησαν έκαστον, φρικιώντα από κεφαλής μέχρι ποδών. Αλλά μετά μικρόν συνελθόντα εξηκολούθησαν τα παιγνίδια των εντός του κήπου ήδη.

— Δόσε μου τα χτένια μου—δος μου τα μπερτσέμνια μου! εφώναζεν η Μάρω.

— Έλα, πιάσε με· επανέλεγεν ο Γιάννος.

Κι εκρύπτετο όπισθεν του κορμού ενός δένδρου και όταν η Μάρω τον ανεκάλυπτεν υπεχώρει εις έτερον, απώτερον, πάντοτε προχωρών εις τα ενδότερα του κήπου, από αποστάσεως εις απόστασιν διά να μη τον χάνη από τους οφθαλμούς της η κόρη, η οποία τον κατεδίωκε πάντοτε φωνάζουσα.

— Δόσε μου τα χτένια μου,—δος μου τα μπερτσέμνια μου!…

*

Η Κυρά Ρήνη ήκουσεν από του καθίσματός της, συγκεχυμένας εκ της αποστάσεως, τας φωνάς των παιδιών. Από ώρας ήδη είχε σώσει την μέταξαν της τουλούπας της χωρίς και αυτή να το εννοήση και σταυρώασα επί των γονάτων τας χείρας έμεινε με την κεφαλήν ορθίαν εις τα εμπρός, το βλέμμα έχουσα προσηλωμένον μακράν, εις την κορυφήν κυπαρίσσου την οποίαν ο ήλιος εχρύσωνε διά του φωτός του. Δύο στρουθοί, ωσεί περιενδυμένοι χρυσόν διαφανή πέπλον και αυτοί, ετέλουν εκεί τους έρωτάς των· ο στρουθός περιεστρέφετο αδιαλείπτως πέριξ της θηλείας συντρόφου του, τσιμπών αυτήν ενίοτε, κλινών εδώ και εκεί την κεφαλήν, ωσεί να της δείξη ότι ελιγόνετο, κτυπώμενος άλλοτε διά των πτερών του, ωσεί να της αποδείξη ότι χάριν αυτής δύναται και να σκοτωθή, τιτιβίζων πάντοτε, θέλων να εκφράση εις την γλώσσαν του τα μεγάλα και υψηλά αισθήματα τα οποία επλημμύριζον την μικράν του καρδίαν. Πόσον καλά ηξεύρουν ν’ αγαπούν τα πουλάκια!… Και η Κυρά Ρήνη ήρχισε ν' αναπολή τους ιδικούς της έρωτας· το καθαρό νερό το οποίον έτρεχε φλοισβίζον παρά τους πόδας της, η πυκνή πρασινάδα του κήπου, ο καταγάλανος ουρανός, ο χλιαρός αήρ, ο ερχόμενος πλήρης μεθυστικών αρωμάτων από του δάσους, ο θαλπερός ήλιος, υπεβοήθουν κι επέτεινον της φαντασίας της τας ορμάς. Α! τι λαμπρά θα ήτο και αυτή εντός της περιοχής εκείνης, εντός της γαλήνης, και της απολαύσεως, αγαπώσα και αγαπωμένη υπό του Γιάννου! Να έχη την αθώαν εκείνην ύπαρξιν πάντοτε πλησίον της· να αισθάνεται το μικρόν εκείνο ωοειδές προσωπάκι, το περιστεφόμενον υπό κόμης λεπτής και ξανθής, εφαπτόμενον των παρειών της, να βλέπη τα ροδαλά μικρά μικρά χείλη εκείνα προσκολλώμενα επί των φρισσόντων ιδικών της, αυτή μέλισσα, εκείνος άνθος, εκείνος μικρό μπουμπουκάκι· ν' ατενίζη τους καστανούς εκείνους, τους πλήρεις παρθενικής αίγλης οφθαλμούς, να θλίβη το σώμα της εις την μικράν εκείνην αγκάλην την αγνήν, ως μυχός θυσιαστηρίου· να προστρίβηται, αυτή σπαρταρίζουσα, επί των απαλών εκείνου μελών κι εν σπασμωδική συσφίγξει να λυγώνεται μετ' αυτού την ηδονήν και μέθην, είτε εις το βάθος μαλακής κλίνη, είτε εις γωνίαν σκοτεινού θαλάμου, είτε παρά την ρίζαν γηραιάς βαλανιδιάς, είτε επί των μοσχοβολούντων ανθέων του κήπου. Αλήθεια θα ήτο να τρελλαίνεται κανείς!...

Και η Κυρά Ρήνη εφρικία από κεφαλής μέχρι ποδών, σκεπτομένη ταύτα ενώ το αίμα ανήρχετο πλημμυρίζον διά του τραχήλου εις το πρόσωπον, απειλούν να πηδήση άφθονον από των οφθαλμών. Εφ' όσον εσκέπτετο την αγνότητα του Γιάννου τοσούτον αι επιθυμίαι της ακράτητοι εξεγείροντο και ήθελε πάση θυσία να τον απολαύση.

— Δεν θα μου γλυτώσης, εψιθύρισε.

Και βεβαία περί της νίκης της, εσηκώθη να επαναφέρη τον Γιάννον εις την φυλακήν και να επαναλάβη τας επιθέσεις της.

Τότε παρετήρησεν ότι τα παιδία έλειπον. Ηκροάσθη, αλλά καμμία φωνή δεν ηκούετο. Επροχώρησε προς τον κήπον, κράζουσα επανειλημμένως· αλλά και τότε καμμία απάντησις. Υπέθεσε προς στιγμήν ότι ίσως τα παιδία έκαμνον, τρέχοντα, τον γύρον του δάσους και θα επέστρεφον από του άλλου μέρους, οπόθεν ηκούετο τω όντι μικρόν γαύγισμα. Διηυθύνθη λοιπόν προς τα εκεί, ακόμη περισσότερον τώρα ανυπόμονος να ίδη τον Γιάννο, ωθουμένη μάλλον εξ επιθυμίας προς αυτόν ή από μητρικού φίλτρου προς την Μάρω, έκραξε κι εκεί αλλά καμμία απάντησις· και του σκύλου το γαύγισμα είχε παύσει:

— Τι διάβολο έγειναν; εψιθύρισεν εν αγανακτήσει, σταθείσα.

Αίφνης ιδέα τις διήλθε του νου της. Τάχα δεν εδραπέτευσαν μαζί τα παιδία, φεύγοντα την σκληρότητά της; Τάχα ο Γιάννος δεν ανεκοίνωσεν εις την Μάρω τα διατρέξαντα, ένα, ένα, και το παιγνίδι των και η αρπαγή της κτένας και το κυνήγι των ήσαν προσποίησις διά ν' απομακρυνθούν επιτηδειότερον αυτής; Αλλά πού τόσον μικρά παιδία να σκεφθούν τοιούτον τι· δεν ήτο δυνατόν! Αυτά ακόμη καλά καλά δεν εβγήκαν από τ' αυγό και θα έχουν τόσην πονηρίαν!… Η Κυρά Ρήνη βραδυπορούσα επέστρεφεν εις τον πύργον, μη θέλουσα κατ' ουδένα λόγον να πιστεύση εις την φυγήν των παιδίων· ήτο βεβαία μάλιστα, κάτι έλεγεν εις αυτήν ότι θα τα εύρισκεν εκεί επιστρέφουσα… Αλλ' η περί φυγής ιδέα εδέσποζε πάλιν του νοός της και όσον ήθελε να την αποδιώξη τόσον επέστρεφεν εκείνη επιμόνως. Ούτω δε, αβεβαία και αμφιταλαντευομένη έφθασεν εις τον πύργον. Τα παιδία δεν ήσαν και πάλιν εκεί. Τότε ετράπη προς αναζήτησίν των.

Η Κυρά Ρήνη ηρεύνησεν εντός του κήπου, εις τας λόχμας και τας αναδενδράδας, εδώ κι εκεί μετά ζέσεως, ως ιχνηλάτης κύων κατά την αρχήν του κυνηγίου, φωνάζουσα ονομαστί τα παιδία. Αλλά δεν τα ήκουε πουθενά και η υποψία ήρχισε να την κυριεύη. Ηρεύνησε μόλα ταύτα παντού, ακαταπόνητος, απόφασιν έχουσα και αν τω όντι έφυγον να τα καταδίώξη και εις τα πέρατα του κόσμου. Ούτω δε διήλθε το δάσος και μετ' ολίγον έφθασεν εις το αντίθετον άκρον όπου εξετείνετο ατέρμων πεδιάς, λεία και γυμνή, όπου το βλέμμα ηδύνατο να εκταθή μακράν άνευ εμποδίου. Η Κυρά Ρήνη διέκρινε τότε μακράν δύο παιδία, έχοντα εις χείρας τα σάνδαλά των και φεύγοντα τα εν παρά το άλλο προτροπάδην.

— Μωρέ! γυρίστε πίσω καταραμένα! εφώναξε λυσσαλέα.

Αλλά τα παιδία εις την φωνήν ετάχυνον έτι περισσότερον το βήμα, ως πρόβατα εις την ωρυγήν λύκου.

— Αν μου γλυτώστε, να μη με ειπούν μάνας γέννα! είπε τρέμουσα εκ του θυμού.

Και μένεα πνέουσα, ανέστρεψε και έδεσε περί την οσφύν το έμπροσθεν μέρος της εσθήτος της, έρριψε μακράν τα σάνδαλά της διά να είνε ελευθέρα και ώρμησε προς καταδίωξιν των παιδιών. Οι γυμνοί μέχρι γόνατος πόδες της έτυπτον την κεφαλήν της εκ του πολλού τάχους, επί δε του εδάφους άφινον βαθείς τους τύπους των πελμάτων της· το στήθος της επρόβαλλεν εμπρός πλατύ κι εξωγκωμένον· η χονδρά κεφαλή της, ορθία επί του νευρώδους τραχήλου της, έκλινε μικρόν προς τα οπίσω, όλον της δε το σώμα ωμοίαζε κένταυρον ορμώντα προς μάχην. Η πολύπτυχος εσθής της επλατάγει θορυβωδώς εις τον άνεμον· το εκ ριγωτού αλατζά βρακίον της, πλατύ και κοντόν, εφούσκωνεν εκ των όπισθεν· αι μεταξωταί ευρείαι χειρίδες της ανεστρέφοντο προς τα οπίσω, αφίνουσαι γυμνόν τον πήχυν και μέρος του βραχίονος· αι τρίχες της κόμης της περιεστρέφοντο, συνεπυκνούντο, άλλαι ωρθωμέναι, άλλαι τεταμέναι, όλαι εις κίνησιν ωσεί προσπαθούσαι δι' όλων των μέσων ν’ αποσπασθούν της κεφαλής. Η Κυρά Ρήνη εξημμένη εκ της οργής και του δρόμου, κάθιδρως, κατακόκκινη, με το πρόσωπον παραμορφωμένον έτρεχεν ακόμη ουχί πλέον κυρία εαυτής αλλ’ ενδίδουσα εις εσωτερικήν τινα δύναμιν, σπασμώδη κίνησιν νεύρων και μυών, ως ροκέτα εις την ώθησιν της πυρίτιδος. Δεν εγνώριζε και αυτή πού διηυθύνετο πλέον· δεν εσυλλογίζετο τίποτε· δεν ήκουεν ειμή συγκεχυμένους τινάς βόμβους, δεν έβλεπεν ειμή από καιρού εις καιρόν σπινθήρας, μόλις εμφανιζομένους και σβύνοντας εις το κενόν. Οι μυκτήρες της διεστέλλοντο σπασμωδικώς, το στήθος ανεβοκατέβαινεν ασθμαίνον, το στόμα της έχασκε. Μετά μικρόν την κατέλαβε σκοτοδίνη ως τον χορεύσαντα επί πολλάς ώρας καρτσιλαμάν και προσκρούσασα επί τίνος χόρτου, εκυλίσθη μετά δούπου χαμαί.

Τα παιδία εν τούτοις έφευγον μετά τάχους. Από καιρού εις καιρόν έστρεφον προς τα οπίσω την κεφαλήν και ως να έβλεπον φοβερόν δράκοντα απειλούντα να εκμυζήση το αίμα των, έτεινον όσον ηδύναντο τους μικρούς των πόδας και κατέβαλλον όλας των τας δυνάμεις. Ούτω δε ότε μετά μικρόν η Κυρά Ρήνη συνήλθε τα διέκρινε πολύ μακράν απ’ αυτής. Επεθύμει ν' αρχίση πάλιν την καταδίωξιν αλλά δεν ηδύνατο σχεδόν ούτε να κινήση τα μέλη της. Εστάθη λοιπόν ασθμαίνουσα και αμηχανούσα. Αλλ’ όχι, δεν έπρεπε, να τ' αφήση να της διαφύγουν! έπρεπε πάσα θυσία να τα βάλη πάλιν εις τας χείρας της· να την κάμη την πομπιομένη τη Μάρω, που άφινε την μάνα τας, εκείνην που την εγέννησε, χάριν του Γιάννου, να την κάμη για τ' αλάτι. Ή μήπως της επόνεσε κι εκείνης το δόντι γι’ αυτόν και ηθέλησε να της τον πάρη… Ω, τρομάρα της· το ψάρι θα της ψήση ’ς τα χείλη!…

Κι εκείνον τον Γιάννο τον αχάριστον, εις τον οποίον επρόσφερε τον παράδεισον και αυτός τον ηρνήθη, θα τον κάμη να το μετανοήση πικρά· θα υποκύψη εις τας επιθυμίας της για το πείσμα, για να σκάση ο διάβολος κι έπειτα ξεύρει τι θα του κάμη!…

Ούτως εσκέπτετο η Κυρά Ρήνη. Εις τας αισχράς επιθυμίας της προσετίθετο τώρα και η δίψα της εκδικήσεως και το μίσος προς την ιδίαν της θυγατέρα, την οποίαν εν τη εξαχρειώσει της δεν εδίσταζε να θεωρή ομοίαν της. Αλλ’ η αμηχανία της εκορυφούτο μη ευρίσκουσα το μέσον διά του οποίου θα συνελάμβανε τα παιδία. Αίφνης όμως ησθάνθη εις τας χείρας της την μαγευμένην άτρακτον, παλαιόν δώρον της μητρός της, την οποίαν εν τη σπουδή της είχε λάβει μαζί· και οι οφθαλμοί της ανέλαμψαν θριαμβευτικώς· τυχηρό κι αυτό θαρρείς και ήτο φώτισις Θεού!…

— Ξακληριές και μαυρίλες! εψιθύρισε μετά θυμού. Και σταθείσα περιέστρεψεν εις χείρας την άτρακτον και την έρριψεν είτα μεθ' όλης της δυνάμεώς της. Η άτρακτος υψώθη βοΐζουσα, διέγραψεν ευρύ τόξον, διήλθεν άνω των παιδιών κι έπεσεν εμπρός αυτών με κτύπον ξηρόν και πένθιμον, ως θραυσθείσης χορδής.

Ευθύς γαλανή λίμνη πλατεία, τρικυμιώδης ηνοίγη προ των παιδιών, φθάνουσα σχεδόν τους πόδας των. Άνωθεν της ίπταντο γιγάντια όρνεα, κρώζοντα γοερώς και κτυπώντα παταγωδώς τας μεγάλας, ως ιστία πλοίου, πτέρυγάς των. Δεξιά και αριστερά υψούντο βουνά πετρώδη, φαλακρά και απότομα, εις την αντιπέραν δε όχθην ηπλούτο εκτεταμένη έρημος επί της οποίας εχόρευον όλοι οι άνεμοι, εγείροντες βουνούς πελωρίους άμμου.

Τα παιδία προ του ανελπίστου τούτου εμποδίου οπισθοδρόμησαν έκπληκτα, στρέφοντα αλλού την κεφαλήν. Αλλ’ είδον πάλιν την μητέρα των ήτις ήρχετο, βραδέως, φωνάζουσα με χαμόγελο διά να τα ελκύση καλλίτερον:

— Ελάτε, μωρέ· ελάτε πίσω και δε σας πειράζω! Τα παιδία ίσταντο φοβισμένα και αμφιρρέποντα.

Παρετήρουν έμπροσθεν την φοβεράν λίμνην, τ' άγρια πτηνά κατασπαρασσόμενα μεταξύ των, τα φαλακρά βουνά και την θυελλώδη και απέραντον έκτασιν, εικόνα πιστήν του βίου όστις τα επερίμενεν· όπισθεν δε την ομαλήν πεδιάδα, την καταπράσινον χλόην, τας συσκίους του δάσους εκτάσεις, σιωπηλάς και γαληνίους και πέραν διά μέσου των δένδρων διέκρινον τους φαιούς τοίχους και την μαυρισμένην στέγην του πατρικού πύργου. Τι να προτιμήσουν; εκείθεν πάλη αδιάκοπος, εδώθεν ηρεμία και γαλήνη!…Ο Γιάννος συνεκινήθη προ των δύο τούτων εικόνων, διαφόρων φάσεων ζωής πολυκυμάντου κι έκλινεν ήδη να πιστεύση εις τους λόγους της Κυρά Ρήνης η οποία επροχώρει πάντοτε, γελώσα κι επαναλέγουσα:

— Ελάτε πίσω και δε σας πειράζω.

— Μην την πιστεύσης· θα σε σφάξη, Γιάννο μου! εφώναξεν η Μάρω, ήτις ενόησε τον αδελφόν της κλονιζόμενον.

Ο Γιάννος εις τους λόγους της Μάρως συνήλθεν ευθύς· ανεμνήσθη όλα τα προ μικρού παθήματά του, την εξαχρείωσιν της Κυρά Ρήνης και λαμβάνων την χείρα της Μάρως επήδησε μετ' αυτής εις την λίμνην.

— Να τε!… εφώναξεν η μάγισσα, εν αγανακτήσει, φασκελόνουσα αυτά με τας δύο χείρας της.

Κι επέστρεψεν εις τον πύργον, δαγκώνουσα τα χείλη εκ πείσματος, διότι κατήντησε να νικηθή από δύο παιδία. Αλλ’ όχι, δεν θα μείνη ως εκεί, δεν θα της ξεφύγουν. Αυτή ημπορεί και από μακράν ακόμη να στείλη την εκδίκησίν της. Διά τούτο ίσα ίσα εγεννήθη από μάγισσαν και αδίκως, εις τα χαμένα δεν ωνομάσθη αυτή παρ όλων Μάγισσα του βουνού. Τόρα θα δείξη την δύναμίν της και θα κάμη να το εννοήση καθένας, ότι αυτή δεν παίζεται εύκολα.

Ούτως εσκέπτετο η Κυρά Ρήνη ενώ ανήρχετο την κλίμακα του πύργου της. Μετά πολλάς περιστροφάς εισήλθεν εντός δωματίου, στρογγυλού, υψηλού, κειμένου επί της στέγης. Εις το μέσον του δωματίου επί υψηλής, δίκην παλαιού θυσιαστηρίου εστίας, έκαιεν ολίγον πυρ, ρίπτον ερυθράς λάμψεις επί των πέριξ αντικειμένων. Από των τοίχων εκρέμαντο κατά τάξιν σάκκοι δερμάτινοι παλαιωμένοι, κατασκονισμένοι, όπερ εδείκνυεν ότι από πολλού ήσαν εν αχρηστία, κι εξ αυτών προέκυπτον φυλλάριά τινα ακανθώδη, μαραμένα, ερυθρωπά, υποκίτρινα, άλλα λεπτά και στιλπνά, άλλα ταινιώδη, λογχοειδή, συλλογή όλων των ειδών του φυτικού βασιλείου. Από της χαμηλής οροφής, κατάμαυρης ως οροφής χωρικού μαγειρίου, εκρέμαντο φιδοπουκάμισα, ταλαντευόμενα υπό της πυράς, ταριχευμένοι γυπαετοί, κόρακες, ράμφη περιστερών, δάγκωνες καρκίνων, πόδες σκορπιών, οδόντες κάπρων και κεφαλαί δενδρογαλιάς και ανηλιάγου· επί δε του πατώματος, φύρδην μίγδην εις τας γωνίας, ήσαν ανερριμένα πολύχρωμα ράκη πανίων, τρυπημένα υποδήματα, αντιπροσωπεύοντα τας διαφόρους ηλικίας του ανθρώπου από παιδίου μέχρι γέροντος, όστρακα χελώνης και παντοειδή άλλα σκεύη της μαγγανείας και του διαβόλου.

Η Κυρά Ρήνη εισελθούσα εν τω δωματίω, έρριψε βλέμμα εταστικόν εις όλα εκείνα τα μαγικά ανεμομαζώματα. Έπειτα ήλθε κι εστάθη προ της εστίας.

— Ο Ανάποδος 'ς τα χιόνια και τ' αλάτι ’ς τη φωτιά! εψιθύρισεν επιβλητικώς.

Και λαβούσα από ρυπαρού μαλλίνου σακκουλίου ολίγον άλας, όπερ είχε δανεισθή επί τρεις ημέρας κατά σειράν μετά την δύσιν του ηλίου πάντοτε, το έρριψεν επί της πυράς. Η πυρά έτριξεν επανειλημμένως, σπινθήρες τίνες ανερριπίσθησαν κι ευθύς λαμπραί κυανέρυθροι φλόγες ανήλθον μέχρι της οροφής. Συγχρόνως όλα τ' άψυχα εκείνα πράγματα, τ' απαρτίζοντα τον πλούτον του δωματίου, ως να επέπνευσε ζωή τις επάνω τους, ήρχισαν να κινούνται, προξενούντα διαβολικόν θόρυβον.

Η Κυρά Ρήνη με οφθαλμούς υπερμέτρως ανοικτούς, αναπνοήν διακοπτομένην, χείλη κινούμενα, έτοιμα να εκφέρουν βλασφημίας και κατάρας, απεκλειστικόν αυτών προσόν, παρετήρει κύπτουσα ανυπομόνως τας φλόγας, αίτινες εκοκκίνιζον φοβερώς το πρόσωπον της, το μαραμένον ήδη. Διότι η δύναμις εκείνη, ήτις έφερεν αυτήν εις τον κόσμον—και τοιαύτη δεν ήτο βεβαίως η φύσις—ίσως θέλουσα να δώση ακριβή εικόνα της μαύρης ψυχής της, έκαμεν ώστε μόλις εισήρχετο εις το δωμάτιον εκείνο και ήρχιζε τας μαγγανείας της, να μεταβάλληται εις ξεδοντιάραν και κάτισχνον γραίαν με χείλη πρισμένα και μελανίζοντα, οφθαλμούς κοίλους και γαλάζους, κόμην ψαράν και αγρίαν ως χαίτην χοίρου, με σώμα κυρτωμένον, όνυχας γαμψούς, εις αληθή και φοβεράν στρίγγλαν. Τούτο όμως δεν την ετάρασσε, ούτε την ημπόδιζεν από το έργον της. Εγνώριζε καλώς ότι μόλις εξερχομένη εκείθεν εγίνετο πάλιν η ωραία και θελκτική μάγισσα, ως ο δράκοντας του μύθου, όστις πλησιάζων εις τον μαγευμένον καθρέπτην εκιτρίνιζεν ως το θειαφοκέρι, έτρεμεν, εκινδύνευε να χάση την ζωήν του, αλλά μόλις απεμακρύνετο εκείθεν, ανελάμβανε τας δυνάμεις του όλας.

— Να χαθήτε, βρωμοχόρταρα! είπε τέλος μετ' αγανακτήσεως, πτύουσα την πυράν.

Η μάγισσα ύψωσεν επί μικρόν την κεφαλήν, έκλινε προς τα οπίσω το σώμα, έτεινε τας χείρας διά ν' αποσείση απ’ αυτής την κούρασιν και είτα εστύλωσε πάλιν εις την πυράν τους οφθαλμούς, ως βιβλιοδίφης επί παλαιού παπύρου. Ευθύς η μορφή της εφαιδρύνθη. Διά μέσου των φλογών διέκρινεν ήδη τον Γιάννο και την Μάρω, τα δύο αθώα πλάσματα, πλανώμενα διά μέσου ερεβώδους σκότους επί ερήμου και αμμώδους πεδιάδος.

— Α, ’ς τανάθεμα! εφώναξε θριαμβευτικώς.

Και καθήσασα επί υψηλού εδράνου, εν μέσω των σκευών και τας διαβολικής εκείνης σωρείας των μαγκανευμάτων, ητοιμάσθη να καταδιώξη κατά την θλιβεράν περιπλάνησίν των τα δύο εκείνα πλάσματα, απ’ εκεί, ως στρατάρχης διευθύνων την μάχην από του καταλύματος του.

*

Τω όντι ο Γιάννος και η Μάρω καταμόναχα, επλανώντο εν απογνώσει, ως πρόβατα αποχωρισθέντα της κοπής των, επί της αμμώδους πεδιάδος. Επί ώρας ολοκλήρους επάλαισαν με τα μαύρα κύματα της λίμνης, άτινα τα εκύλιον αδιακόπως, ως κολοκύνθας και τ' απώθουν επιμόνως προς την ξηράν, ως να ήθελον και αυτά να εξυπηρετήσουν τας ορέξεις της Κυρά Ρήνης. Τα πτηνά άνωθέν των έφρασσον τον ορίζοντα αλληλοσφαττόμενα και τα πούπουλα και το αίμα των κατερρύπαινε τα παιδία· οι βροντώδεις κρωγμοί των τα επάγωνον, η βοή της λίμνης τα κατετρόμαζεν, τ' αεικίνητα νερά τα κατεζάλιζον. Όταν δ' εξήλθον της λίμνης, δεν ήξευρον και αυτά πώς εσώθησαν.

— Εγώ τον είδα· ήταν ένας γέρος με μακρυά άσπρα γένεια και μεγάλα μάτια· αυτός μας έβγαλε· έλεγεν η Μάρω περί του σωτήρος των.

— Μπορεί να ήταν και γέρος· εμέ μου φάνηκε πως ήταν σύγνεφο και μέσ' απ’ αυτό εβγήκε ένα χέρι· προσέθετεν ο Γιάννος, όστις εν αγνοία του εταύτιζε τον σωτήρα των προς τους πτερωτούς αγγέλους των εικονογράφων.

— Κι εμένα δε με θυμάσθε; ηκούσθη αίφνης φωνή αδύνατη πλησίον των.

— Η θειά μας· είπον τα παιδία μετά χαράς.

Τω όντι ήτο η θεία των, η Κυρά Καλή. Η Κυρά Καλή, ολίγον τι μικροτέρα της Κυρά Ρήνης διέφερεν αυτής, όσον ο σίτος από την ήραν. Αθάνατος και αυτή κι αιωνία αλλά κάτισχνος, με πρόσωπον κίτρινον και ζαρωμένον, ως μαραμένον μήλον, σεμνή ως μοναχή, είχεν αποσυρθή του κόσμου, ζώσα εντός ανηλίου κι ερημικής κοιλάδος, καταμόναχη, εκτός μικράς στακτερής σκύλας της Ωμορφούλας και δύο παγωνίων. Ήτο μάγισσα και αυτή αλλά κατωτέρα της αδελφής της. Πάντοτε όμως εφρόντιζε να κάμνη το καλόν διά τούτο και την ωνόμαζον όλοι Καλήν μάγισσαν. Από την χαμηλήν καλύβαν της, την καπνισμένην, εγλύκαινε της γεροντοκόρης τον ύπνον, του ορφανού την ζωήν, του ψυχορραγούντος τας τελευταίας στιγμάς· ενεθάρρυνε τον καταπονεμένον από τας καταδρομάς της τύχης, τον απηλπισμένον ένεκεν ατυχούς έρωτος· αντήμειβε την τιμήν και την ειλικρίνειαν, κάμνουσα να την αναγνωρίζουν όλοι·· επροστάτευε τον πτωχόν γεωργόν και τον κατάχρεων ποιμένα· εχειραγώγει κι επανέφερεν εις τους κόλπους των οικογενειών των τους ανδρειωμένους, όσοι επλανώντο αναζητούντες το Αθάνατο νερό, ή τον Μαγεμένον Καθρέπτην, τον οποίον φυλάσσουν αγρυπνούντες κάτωθεν χρυσομηλιάς σαράντα δράκοντες, ή την Μαγεμένων Κασέλα, ήτις πετά εις τα ύψη σάν πουλάκι· συνεβούλευε την λύσιν διαφόρων αινιγμάτων εις τα βασιλόπουλα, όσα είτε από κακήν των τύχην είτε από μονομανίαν επροτίμων ή να χάσουν την ζωήν των ή να πάρουν γυναίκα την ωραίαν και πλουσίαν αινιγματοθέτιδα· έδιδε κατά την ημέραν του Αϊ-Γιανιού του Ριζακάρη καλόν ριζικόν εις της λυγερές, έκαμνε ν' ανθίζη πάλιν υπό το προσκέφαλόν των η ψημένη αγριαγκινάρα κι έστελλεν όνειρα σύμφωνα με τους πόθους των, όταν έτρωγον την αρμυροκουλούραν. Αν δε κατέφευγε μέχρις αυτής καμμία παραπονουμένη διά την εγκατάλειψιν του εραστού της, έστελλεν ευθύς τα παγώνια με τα χρυσά κανατάκιά των κι έφερον από τους νεροκράτες την πρωτομαγιάτικη δροσιά, τον δημώδη τούτον κεστόν της Αφροδίτης και την έλουζεν, ως μήτηρ, αποκαθιστώσα αυτήν τόσον ερασμίαν ώστε να σφάζωνται παλληκάρια δι' ένα και μόνον βλέμμα της. Ουδέποτε εσκέφθη να κάμη κακόν ούτε πουλάκι δεν ήθελε να βλάψη. Έκλειεν όλον τον κόσμον εις την καρδίαν της, όλους τους ανθρώπους και ήτο η μόνη χαρά της να τους βλέπη πάντοτε ευτυχείς. Διά τούτο η μεγάλη ψυχή της δεν ηδύνατο καθόλου ν' ανεχθή την Κυρά Ρήνην και την απέφευγεν όσον της ήτο δυνατόν. Αφ' ότου η Μάρω επήγεν εις την καλύβαν της αναζητούσα τον Γιάννο, ευθύς η Κυρά Καλή εμάντευσε τους σκοπούς της αδελφής της. Και τώρα όταν είδε τα παιδία κινδυνεύοντα εις την λίμνην, έρμαιον ασπλάγχνου μητρός, έσπευσε να τα σώση και τα σφίγγει ήδη εις την αγκάλην της, ως όρνις υπό τας πτέρυγάς της τους νεοσσούς.

— Κακόμοιρα παιδιά μου! κακόμοιρα παιδιά μου! έλεγε κλαίουσα μαζί των.

— Σώσε μας, θειακούλα μου· πάρε μας μαζί σου.

Ήθελαν να τα πάρη μαζί της τα πτωχά. Αλλά δεν ήτο δυνατόν· ποίος ηδύνατο ν' αντιστρατευθή εις τας επιθυμίας της Κυρά Ρήνης; Η Κυρά Καλή εγνώριζε πολύ καλά, ότι λαμβάνουσα αυτά υπό την προστασίαν της, αντί να τα ωφελήση, εξήγειρε περισσότερον την οργήν της αδελφής της εναντίον των. Αλλ’ εκτός τούτου εκινδύνευε και αυτή η ιδία. Μίαν φοράν ότε ηθέλησε να κάμη κάτι εναντίον των επιθυμιών της Κυρά Ρήνης, αυτή ανεστάτωσε το Σύμπαν και ολίγον έλειψε ν' αποσπάση όλην την κοιλάδα και να την ρίψη μαζί με την καλύβαν της και μ' αυτήν την ιδίαν εις τα βάθη της θαλάσσης.

— Όχι, παιδιά μου· δεν μπορώ να σας πάρω, είπεν εις τα παιδία μετά λύπης.

— Τι να γενούμε, πού να πάμε; εψιθύρισαν αυτά κλαίοντα.

— Εμπρός· όποιος πηγαίνει εμπρός ποτέ δε χάνει.

— Ποιος θα μας βοηθήση, ποιος θα μας σώση;…

— Εκείνος… όταν έρθη καιρός…

Και η Κυρά Καλή ύψωσε τον δάκτυλον εις τον ουρανόν. Τα παιδία νομίζοντα ότι θα έβλεπον κάποιον προστάτην, ύψωσαν μετ' ελπίδος τους οφθαλμούς εις τον ζοφερόν αιθέρα, αλλά τίποτε δεν διέκρινον. Και όταν τους εχαμήλωσαν, δεν ήτο μαζί των ούτε η Κυρά Καλή.

— Όλοι μας αφίνουν, εψιθύρισαν μετά πικρίας. Και αλληλοκρατούμενα ήρχισαν πάλιν τον θλιβερόν των δρόμον. Το σκότος πυκνόν και αδιαχώρητον έπιπτεν επ' αυτών και τα επολιόρκει πανταχόθεν· τα παιδία εντός αυτού ούτε τον δάκτυλόν των δεν ηδύναντο να διακρίνουν· εβάδιζον σιωπηλά, μήπως τρομάζουν κι εκ της ιδίας των φωνής, προσκόπτοντα ανά πάν βήμα, μαζευόμενα το εν παρά το άλλο, ως ορτύκια εντός των ονακανθών κάτω από την αναπνοήν του σκύλου. Εδώ συνεπλέκοντο εις τας ίνας αιγοκλήματος, σκληρού και νευρώδους, καλύπτοντος διά πυκνού δικτύου την γην εκεί αιμάτονον τας χείρας των εις τα χαμόκλαδα· αλλού εκτύπον τα μέτωπά των εις κλάδους και κορμούς δένδρων προαιωνίων, σκληρούς ως σιδηρόξυλον.

— Μάρω μου, πού πάμε; ηρώτα ο Γιάννος από καιρού εις καιρόν εν αποθαρρύνσει.

— Εμπρός· έλεγεν αύτη, κρύπτουσα απ’ εκείνου την συγκίνησιν και τον κρύον φόβον της.

Ούτω εξηκολούθησαν πλανώμενα επί πολύ εις το σκότος το μαύρον όσον και η τύχη των. Ότε δε διέκρινον εις τον ορίζοντα το γλυκοχάραγμα της ημέρας, ανέπνευσαν ελευθέρως ως να εσώθησαν από του κινδύνου. Έστρεψαν και παρετήρησαν μετά φόβου τα σκοτεινά και ανήλια μέρη άτινα διήλθον κι εξηκολούθησαν πάλιν τον δρόμον των σπεύδοντα προς το φως, ωσεί διά να το προφθάσουν.

— Πεινάω· είπε μετ' ολίγον ο Γιάννος κλαυθμηρώς.

— Κι εγώ, μα πού ψωμί; απήντησεν η Μάρω άπελπις· ψυχή ζωντανή δε φαίνεται πουθενά!

Και τα παιδία παρετήρησαν το μέρος όπου ευρίσκοντο, εδώ κι εκεί μετά φρίκης. Απελπισία· η τύχη των δεν ήλλαξε καθ' όλου, αλλά μάλλον εδεινώθη, διότι το φως της ημέρας έκαμνε τώρα καταφανή την πένθιμον έκτασιν, εις την οποίαν επλανώντο. Η ατμόσφαιρα ήτο βεβαρυμένη υπό μολυβδοχρόων νεφών ούτε πτηνόν ηκούετο κελαδούν, ούτε δένδρον εφαίνετο πουθενά, ούτε ρύαξ, επότιζε την ατέρμονα έκτασιν, ούτε χόρτον επρασίνιζε. Τέλματα μόνον, πλήρη βρωμερών αναθυμιάσεων εξετείνοντο υποπράσινα, πού δε και πού εφαίνοντο λάκκοι, μικροί και μεγάλοι, σχηματισθέντες εκ των πελμάτων όλων των ειδών του ζωικού βασιλείου, τα οποία διήλθον εκείθεν κατά την προαιωνίαν εποχήν, ότε και ο ουρανός ήτο τόσον χαμηλά, ώστε να τον γλείφουν τα βώδια. Όλα εκείνα τα ίχνη από του μικροτάτου, του ποντικού, μέχρι του μεγίστου, του βουβάλου, ήσαν γεμάτα νερού διαυγούς, ως το δάκρυ. Μακράν τριγύρω, ο ουρανός εφαίνετο εφαπτόμενος με την γην, όπερ απήλπιζε τα δυο παιδία, πιστεύοντα ότι και αυτός τα κατεδίωκε αποχωρίζων αυτά του λοιπού κόσμου. Εν τούτοις έχοντα όπισθεν αυτών την απειλήν και έμπροσθεν την δυστυχίαν, επροχώρουν πάντοτε θραύοντα διά των γυμνών ποδών των τα βρωμερά τέλματα και τρέποντα εις φυγήν σμήνη ελειογενών παρασίτων… Αίφνης η Μάρω εστάθη και ητένισε μειδιώσα τον αδελφόν της.

— Τι γελάς; ηρώτησεν ούτος, απορών.

— Μάντεψε.

— Πού ξέρω 'γώ· μάγο μ' έκαμες;

— Εγώ το ξέρω.

Κι εναγκαλισθείσα εφίλησεν αυτόν τρυφερώς. Η Μάρω ενθυμήθη ότι κατά την πρωίαν της ημέρας, καθ' ην εδραπέτευσαν αύτη ήλλαξε τα ενδύματά της, και η Κυρά Ρήνη έβαλεν εις τον κόλπον της τεμάχιον μικρού άρτου, διά ν' απομακρύνη απ’ αυτής την βασκανίαν. Αλήθεια, ήτο μικρό, πολύ μικρό· μέσα εις την τόση πείνα όπου είχαν, ποιος να φάγη να γιατρευθή και ποιος να φάγη να 'γειάνη; αλλ’ από τίποτε, καλό κι' αυτό… Και η Μάρω έβαλε την χείρα εις τον κόλπον της και το εξήγαγε μετά χαράς.

— Δικό σου, Γιάννο μου· είπε, προσφέρουσα αυτό εις τον αδελφόν της.

— Ψωμί; α, όχι· είνε δικό σου.

— Εγώ δεν πεινάω.

— Καϋμένη! είπεν ο Γιάννος με λύπην, ατενίζων αυτήν εις τους οφθαλμούς· μη λες ψέμματα, γιατί μας ακούει ο Θεός.

Η Μάρω εχαμήλωσε την κεφαλήν υπό το εταστικόν βλέμμα του αδελφού της. Αλλά ο Γιάννος είχε μεγαλειτέραν ανάγκην να φάγη· οι οφθαλμοί του είχον βαθύνει από την νηστείαν τόσον ημερών. Αυτή ενήστευε μόνον αφ' ότου έφυγαν από τον πύργον, ενώ ο Γιάννος ενήστευε και πρότερον εις την φυλακήν· πού ηδύνατο αυτός να φάγη το ξερό και μαύρο ψωμί της Κυρά Ρήνης· τα δόντια του αντί να το κόψουν εκονίζοντο επάνω του σαν μαχαίρι εις τ' ακόνι… Η φυλακή, η υγρά εκείνη φυλακή, αποτρόπαιος και μεγάλη βδέλλα, του είχε ροφήσει το αίμα· το πρόσωπόν του ήτο κίτρινον σαν το κερί· τώρα ο δρόμος και αι συγκινήσεις τον κατεκούρασαν ναι, ο Γιάννος είχε μεγαλειτέραν ανάγκην να φάγη!…

Ούτως εσκέπτετο η Μάρω, προσπαθούσα να τον πείση να δεχθή αυτός το μικρόν εκείνο τεμάχιον του άρτου, το μόλις αρκετόν δι' ένα ποντικόν. Αλλ’ ο Γιάννος ηρνείτο επιμόνως· έπρεπε να το φάγη η Μάρω· αυτός ήτο άνδρας, δεν είχεν ανάγκην· ηδύνατο να βαστάση μήνα όλόκληρον!… Τέλος συνεφώνησαν και μοιράσαντες το τεμάχιον του άρτου έφαγον αυτό και οι δύω.

— Μάρω μου, διψάω· είπε μετά μικρόν ο Γιάννος.

— Κι εγώ, Γιάννο μου· μα πού νερό;

— Θα πιω από δω· είπε δεικνύων ένα λάκκον.

— Όχι, δεν βλέπεις;

Και η Μάρω έδειξε μεγάλην κατάμαυρην πλάκα, κειμένην κατάχαμα πλησίον αυτών. Επ' αυτής ήσαν χαραγμέναι με μεγάλα ευανάγνωστα στοιχεία λέξεις τινές, απαγορεύουσαι ρητώς την πόσιν του νερού των λάκκων. Αν παρέβαινε τις, έλεγον, την συμβουλήν αυτήν θα μετεμορφούτο ευθύς εις ζώον, όμοιον προς εκείνο από του οποίου το ίχνος θα έπινε.

— Άμα πιης, εχαθήκαμε· προσέθηκεν η Μάρω.

Ο Γιάννος παρετήρησεν επί μικρόν βλοσσυρώς την πλάκα εκείνην, την φέρουσαν την φοβεράν και αδιάγραπτον εκείνην ρήτραν και του ήρχετο να την κατασυντρίψη, να εκσπάση εις αυτήν όλην του την οργήν. Συνεκράτησεν όμως την δίψαν του κι εξηκολούθησε την πορείαν μετά της αδελφής του, ως δύο φυγάδες, ων η πατρίς υπήχθη εις την δουλείαν, δύσθυμοι περί του παρόντος, απέλπιδες περί του μέλλοντος. Και η δίψα κατεκυρίευε τον Γιάννο· αφόρητος δίψα, ήτις τον έκαμνε να πιστεύη ότι είχε κάμινον εντός του. Ωρθούτο επί των ποδών του, ατενίζων μακράν πέριξ, μη πού διακρίνη καμμίαν πηγήν, κανένα ρύακα, καμμίαν σταγόνα νερού, αγνήν και ακίνδυνον να βρέξη τα φλέγοντα χείλη του, παρετήρει αγωνιών τα σύννεφα άτινα διήρχοντο άνωθέν του σοβαρά, μη ρίπτοντα ούτε μίαν σταγόνα, ενώ εφαίνοντο φουσκωμένα και κατάμαυρα, πλήρη υετού.

— Δεν βαστάω, Μάρω μου, έσκασα· είπε τέλος.

— Τι θα κάμης;

— Θα πιω.

Και πριν η Μάρω σκεφθή να τον εμποδίση, ώρμησεν, ως ο Τάνταλος κι εκόλλησε τα χείλη του εις μικρόν λάκκον, φέροντα τον τύπον αρνοπατήματος...

*

Η Μάρω είχεν ήδη αναλάβει μόνη της τον αγώνα. Πλάσμα αδύνατον, μεμονωμένον εντελώς, εξακολουθεί εν τούτοις πορευομένη προς τα εμπρός, όπερ ήτο εξ αρχής το σύνθημά των, όπου έτεινον ακράτητοι αι ψυχαί των, σύρουσα όπισθεν τον αδελφόν της.

Ευθύς μόλις ο Γιάννος ερρόφησε την πρώτην σταγόνα του νερού, η φοβερά ρήτρα της πλακός επηλήθευσεν. Ο Γιάννος μετεμορφώθη εις αρνίον, άλλά και ούτω ήτο ωραιότατος· το μικρόν προσωπάκι του εξέφραζε πιστώς και τώρα την ειλικρίνειαν του χαρακτήρος του· οι κατάμαυροι ως ελαίαι οφθαλμοί του απέδιδον την αγνότητα της ψυχής του πλήρη· ποτέ η αθωότης δεν αντεπροσωπεύθη τόσον επιτυχώς όσον εν τη μεταμορφώσει εκείνη. Η Μάρω κλαίουσα έδεσε διά της ερυθράς μεταξίνης ζώνης της τον λαιμόν του και ο Γιάννος την ακολούθει ήδη πιστώς κι ευπειθώς εν τη αδιεξόδω και ατελευτήτω εκείνη πορεία.

Μετά μικρόν η Μάρω ήρχισε ν' ανησυχή. Η ημέρα σιγά σιγά ολιγόστευε και μετ' ολίγον η νύξ θα κατέβαινε, μαύρη και απειλητική. Τι θα εγίνετο εάν έμενε μίαν ολόκληρον νύκτα εν μέσω της ελώδους εκείνης ερήμου, των δηλητηριωδών αναθυμιάσεων; πώς θα επεριπάτει εν τη σκοτία εκείνη, άνευ ουδενός ερείσματος κι έχουσα τον Γιάννο εις τοιαύτην αξιοθρήνητον κατάστασιν;…

Η Μάρω εσκέπτετο πάντα ταύτα καταπίνουσα τα δάκρυά της και καταρωμένη εξ όλης ψυχής την Κυρά Ρήνη, την αναθεματισμένην Κυρά Ρήνη η οποία ήτο η μόνη πρόξενος των τόσων των κακουχιών. Έστρεφε το βλέμμα πέριξ αναζητούσα μέρος τι, μικράν τινα κατοικίαν, καμμίαν καλύβην ερημικήν, αλλά τίποτε· ούτε δένδρον, ούτε χαμόκλαδον διέκρινεν!…

Αίφνης όμως, προς τ' αριστερά, είδε πράγμα τι υψηλόν και φαιόν, ακίνητον, συγχεόμενον με την τεφράν όψιν του ορίζοντος. Η Μάρω άνευ δισταγμού έσπευσεν εκεί όσον ηδύνατο ταχύτερον, εκ φόβου μήπως την καταλάβη το σκότος.

— Γιατί δεν πάμ' εμπρός, Μάρω μου; ηρώτησεν ο Γιάννος, εννοήσας την λοξοδρόμησιν.

— Όλα κουράζονται 'ς το δρόμο τους και γυρεύουν ανάπαυσι· είπεν η Μάρω έμφροντις· ποιος ξεύρει τι μας βρίσκει αύριο;

Εφ' όσον η Μάρω προυχώρει, διέκρινε καθαρώτερον εν μέσω συσκίου κήπου, υψηλόν πύργον. Ευθύς ανεθάρρησε κι ενεψυχώθη. Ας εύρη τουλάχιστον μίαν στέγην υπό την οποίαν να κλείση τα μάτια της μίαν νύκτα· ας εύρη ανθρώπους με τους οποίους να συνομιλήση, πυράν, παρά την οποίαν να θερμανθή και αύριον έχει ο Θεός…

Ούτως εσκέπτετο η Μάρω πλησιάζουσα εις τον πύργον· τα κουρασμένα μέλη της είχον τόσην ανάγκην αναπαύσεως, ώστε και η τρώγλη του λαγωού θα της εφαίνετο ευάρεστος. Εις την αυλήν διέκρινε πολλούς χωρικούς, άλλους ορθίους, άλλους καθημένους πέριξ μεγάλης πυράς και συνομιλούντας θορυβωδώς.

— Ελεήστε μια χριστιανή, είπεν η Μάρω παρακλητικώς, σταθείσα προ του μεγάλου πυλώνος του κήπου.

— Έμπα μέσα κόρη μου, έμπα μέσα· της εφώναξεν ευθύς παχουλός χωρικός μ' εύθυμον κι ερυθράν όψιν· μπάσε και τ' αρνάκι σου.

Η Μάρω εισήλθεν εις την αυλήν του πύργου σύρουσα και τον Γιάννον οπίσω της. Οι χωρικοί εκάλεσαν αυτήν πλησίον των και της έδωσαν άρτον και τεμάχια κρέατος, άτινα είχον απομείνη εκ του προσφάτου δείπνου των. Όλοι εκ συμφώνου παρετήρουν το παρθενικόν πρόσωπον της κόρης κι έβαλλον αναφωνήσεις θαυμασμού, αίτινες επείραζον τόσον τας πλησίον χωρικάς, ώστε ήρχισαν να την εχθρεύωνται.

— Και τ' αρνί, Βασίλη, δεν βλέπεις και τ' αρνί; είπε μία χωρική εις τον πλησίον σύντροφόν της.

— Ώμορφο πράμμα, εψιθύρισεν ούτος, θωπεύσας τον Γιάννο.

—Ε, μωρέ, για το σουβλί! εφώναξεν άλλος, φέρων την χείρα του υπό την ουράν του Γιάννου, ως κάμνουν οι κρεοπώλαι διά να εκτιμήσουν το πάχος των αρνίων.

— Και ξέρει κάτι τραγούδια!… επρόσθεσεν άσεμνον γραΐδιον, δήθεν χαριτολογούν.

Η Μάρω βαρυνθείσα ν' ακούη τους πειρακτικούς εκείνους λόγους απεμακρύνθη των χωρικών και καθήσασα εις μίαν άκραν της αυλής, επί τίνων καυσοξύλων, ήρχισε να μοιράζηται μετά του Γιάννου το φαγητόν.

— Να σου ειπώ, κόρη μου· δεν νυστάζεις; ηρώτησεν αυτήν μετ' ολίγον πλησιάσας ο γέρων χωρικός· οι κότες εκούρνιασαν, το κρασί εσώθηκε, η φωτιά εσβύσθηκε κι εμείς θα πλαγιάσωμε· τι θες να κάνης;

— Να κοιμηθώ.

— Καλά· δέσε τ' αρνάκι σου ’ς το παλούκι κι έμπα μέσα.

Αλλ’ η Μάρω ήθελε να πάρη μαζί της και τον Γιάννο· δεν ήθελε να τον αφήση έξω και μάλιστα καταμόναχον. Ο γέρων χωρικός όμως δεν επέτρεπε τοιούτον τι· αρνί μέσα εις τον πύργον, πού ηκούσθη ποτέ! έπειτα κλέφτες με κλέφτες δεν επάτησαν ποτέ εκεί. Αν όμως δεν θέλη, δεν την εβίαζε και κανείς· ηδύνατο να πάρη το αρνάκι της και να πάη από εκεί που ήλθε.

Ο χωρικός ωμίλει αυστηρώς, αλλά δεν είχε και άδικον. Η Μάρω ωμολόγησε τούτο καθ' εαυτήν, αλλά ν' αφήση τον Γιάννο μοναχόν! Και μόνη η υπόθεσις την εβασάνιζε. Καλλίτερα επροτίμα να φύγη, να διανυκτερεύση μαζί του έξω, εις την ερημιά, παρά να τον αφήση μόνον.

— Δεν πειράζει. Μάρω μου· πήγαινε μέσα· είπεν ο Γιάννος εννοήσας τας σκέψεις της.

— Μα να σ' αφήσω μοναχόν;…

— Δεν πειράζει· κι εγώ θα κοιμηθώ……

Ο Γιάννος ελυπείτο την αδελφήν του κι ήθελε πολύ να την αφήση να κοιμηθή· μία νύκτα ήτο, όπως περάση ας περάση και αυτός. Ευθύς όμως άμα έμεινε μόνος, η δειλία ήρχισε να τον κυριεύη. Περιέστρεφεν ανησύχως το βλέμμα εδώ κι εκεί, ως ο διερχόμενος δύσφημόν τινα θέσιν, συχναζομένην υπό δαιμόνων και φαντασμάτων· τα φρίσσοντα φύλλα των δένδρων, το γαύγισμα του σκύλου, ο βραχνός κρωγμός της κουκουβάγιας, το μονότονον τραγούδι του σάρακος, κάθε τι, διήγειρεν εις την ψυχήν του φόβον και απελπισίαν. Δεν ήξευρε διατί, αλλ’ ενόμιζεν ότι ο πύργος εκείνος δεν ήτο άξιος εμπιστοσύνης· το κόκκινον αυτού χρώμα, τα οδοντωτά τείχη του, ο πρωτοφανής ρυθμός του, με εσοχάς κι εξοχάς, με κύκλους και τρίγωνα άτακτα, του εφαίνετο ως μνημείον αφιερωμένον εις θηριώδη τινά και κακούργον ύπαρξιν. Όλα τα πέριξ, ει και βωβά, ωμίλουν εις εκείνον ευγλώττως ότι εκεί ήτο ο Πύργος της Κατάρας, διά τον οποίον συχνά του ωμίλει η Κυρά Ρήνη.

Εσκέφθη τους ανθρώπους, τους όποιους συνήντησε μόλις εισήλθεν εις την αυλήν, αγρίους, ως ληστάς, με μακράς γενειάδας και παχείς μύστακας, με φουστανέλλας καταλερωμένας από κηλίδας αίματος· τας γυναίκας, ασέμνους και διεφθαρμένας· τα παιδία, ημίγυμνα και κατεσκληκότα, ως γυφτόπουλα… Εσυλλογίσθη έπειτα τους λόγους, τους οποίους είπον περί αυτού, τ' αχόρταγα βλέμματα, τα οποία του έρριπτον, και στοχασθείς ότι έπεσεν εις οδόντας λύκων ήρχισε να περιστρέφηται ανησύχως, ν' ατενίζη αδιακόπως τ' άστρα, ανυπόμονος να τα ίδη τρεμοσβύνοντα… Ούτω διήλθεν όλην την νύκτα και μόλις καθησύχασεν, όταν ήκουσε το εωθινόν λάλημα των πετεινών κι είδεν εις τον ορίζοντα τας πρώτας λάμψεις της ημέρας.

— Πάει κι αυτό· εψιθύρισε μετά χαράς.

Κι έστρεψε την κεφαλήν προς τον πύργον, όπου όλοι ήσαν επί ποδός. Αι γυναίκες με την άτακτον ενδυμασίαν των, ως ήσαν από της κλίνης, με τα μάλλινα χρωματιστά μεσωφόρια και τον λευκόν των κεφαλόδεσμον, ησχολούντο εις διαφόρους οικιακάς υπηρεσίας· οι άνδρες και τα παιδία επηγαινοήρχοντο εις την αυλήν. Εις μίαν γωνίαν ήναπτον πυράν, θέτοντες άνωθεν υψηλής πυρωστιάς μεγάλον λέβητα, πλήρη νερού· άλλοι εκαθάριζον οξείας αρπάγας, άλλοι εκομβόδεναν σχοινιά κι ένας βλοσσυρός και δασύτριχος χωρικός ηκόνιζε θορυβωδώς επί του μασακίου του χονδράν μάχαιραν.

Ο Γιάννος παρηκολούθει τας κινήσεις των εκείνας περιέργως· εφαίνοντο ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι δεν έκαμνον τίποτε άλλο παρά ητοιμάζοντο πυρετωδώς εις ευωχίαν· εφαίνετο ότι όλη των η ζωή ούτω διήρχετο. Αλλ’ ο Γιάννος δεν έβλεπε κανένα ζώον εις την αυλήν· ποίον θα ήτο το θύμα των; Μήπως εγίνοντο δι' αυτόν όλαι εκείναι αι ετοιμασίαι; Και ποίος να τον εμποδίση, από ποίον να εύρη προστασίαν! Όλοι εκεί μέσα ήσαν λησταί και η Μάρω εκοιμάτο ακόμη… Και ο Γιάννος υπό τοιούτων σκέψεων καταληφθείς ήρχισε να κραυγάζη μ' όλην την δύναμιν των πνευμόνων του:

Βράζουν βράζουν τα κακάβια

και τροχούνε τα μαχαίρια

για του Γιάννου το κεφάλι·

Μάρω μου!...

Αλλ’ η Μάρω δεν ήκουε. Μετά τόσας κακουχίας και ψυχικάς συγκινήσεις, ευρούσα στέγην φιλικήν και μαλακήν κλίνην, απεκοιμήθη βαθέως, μόλις έκλεισε τους οφθαλμούς. Ο Γιάννος ανυπομονών έβλεπεν ήδη το νερό ανερχόμενον εις ατμούς πυκνούς εκ του λέβητος· ήκουε τον απαίσιον κοχλασμόν του, αντίκρυζεν από τινος κλάδου μωρέας ανηρτημένην την αρπάγην απειλητικήν, την μάχαιραν με την λευκήν κόψιν και την κυρτήν μαύρην ράχιν της και τον σφαγέα αναρτώντα από του τραχήλου του την ποδιάν. Ενόησεν ότι όλα ήσαν έτοιμα, ότι η κρίσιμος ώρα εσήμανε κι επανέλαβαν εντονώτερον τας φωνάς του:

— Βράζουν βράζουν τα κακάβια

και τροχούνε τα μαχαίρια,

για του Γιάννου το κεφάλι.

Μάρω μου!….

Αίφνης η πλησίον θύρα του πύργου ηνοίχθη. Η Μάρω ήκουσεν ήδη τας φωνάς του και πηδήσασα έντρομος της κλίνης της έδραμε προς αυτόν.

— Τι έχεις, Γιάννο μου;

— Να φύγωμε!

— Ναι, τώρα θα φύγωμε…

— Τόρα αμέσως! δεν βλέπεις;

Η Μάρω στραφείσα είδε τας ετοιμασίας των χωρικών κι ενόησε τον κίνδυνον. Έλυσε τον Γιάννον από του πάλου και χωρίς να χάνωσι καιρόν εξήλθον του πύργου, από του αντιθέτου μέρους της αυλής.

*

Εις την πεδιάδα το ψύχος ήτο δριμύ· ο ουρανός βαρύς και κατάμαυρος· η γη υγρά, ωσεί ουδέποτε ακτίνες ηλιακαί έπεσον επ' αυτής· ο αήρ, επιπνέων αδιακόπως μετέβαλλε την επιφάνειάν της εις σκληρόν κρύσταλλον.

Η Μάρω και ο Γιάννος, φοβούμενοι ήδη τους ενοίκους του πύργου, έφευγον μετά τάχους. Οι γυμνοί πόδες της Μάρως, κατέρυθροι και πρησμένοι εκ του ψύχους συνέτριβον μετά πατάγου ξηρού την κρύσταλλον κι αιματώνοντο· αι μικραί χείρες της, πρησμέναι και κατέρυθροι και αύται, τεθειμέναι εις το στήθος της αντί να θερμανθούν εκεί, μετέδιδον την ψυχρότητά των, κι επόνουν ως να ετρυπώντο διά μυρίων βελονών. Ο Γιάννος ηκολούθει τρέμων σύσσωμος.

— Κρυώνεις, Γιάννο μου; ηρώτησεν η Μάρω, κύπτουσα προς αυτόν φιλοστόργως.

— Ναι, πολύ· είπεν ούτος τουρτουρίζων.

— Και δεν επήρα το σεγούνι μου.

Τω όντι η Μάρω εκ της βίας είχε λησμονήσει εις τον πύργον το κεντητόν σεγούνι της και ήτο μόνον με την μακράν υποκαμίσαν της, μεταξωτήν και χρυσοκέντητον εις τα άκρα και περί τον τράχηλον, οπόθεν προέκυπτεν ως αφρός γάλακτος από καρδάρας, ο χαριτωμένος κόλπος της.

— Μα συ, πώς κάνεις εσύ; είπεν ο Γιάννος εν απορία.

— Εγώ; δεν κρυόνω· δεν βλέπεις; φωτιές πετάνε τα χέρια μου.

Κι έβαλλεν οξύν και παραπονετικόν γέλωτα, ωσεί και αυτή να ενέπαιζε την κατάστασίν της.

Εν τούτοις ο ουρανός εγένετο σκοτεινότερος, ο ορίζων πυκνότερος, η ατμοσφαίρα βαρυτάτη· ήλιος δεν εφαίνετο πουθενά. Χιών ήρχισε να πίπτη κατ' αρχάς αραιά, ως μικρά πούπουλα εκ του στήθους αγριόχηνων, διερχομένων τα ύψη, έπειτα όμως πυκνοτάτη, περιστρεφομένη άνω και κάτω και κύκλω, και τέλος πίπτουσα χαμαί, ελαφρά ελαφρά, ωσεί εντρεπομένη, αυτή παρθένος αγνή του ουρανού, την γηραιάν γην, εις την οποίαν ήρχετο να ζητήση φιλοξενίαν… Αι ψεκάδες έπιπτον άφθονοι επί των τριχών του Γιάννου κι επί της χαριτωμένης κόμης και των λεπτών ενδυμάτων της Μάρως, ήτις ωμοίαζε με νύμφην ην ερράντιζεν ο ουρανός με άνθη αμυγδαλής. Κατ' αρχάς ανεκίνει με χάριν το λιγυρόν σώμα και την ωραίαν κεφαλήν της, ίνα αποτινάσση την χιόνα· αλλά μετά μικρόν κουρασθείσα και κατατρυχομένη υπό του ψύχους, την αφήκε να προσκολλάται επάνω της ελευθέρως.

— Τι φοβερό! τι φοβερό πράγμα! όλοι μας ελησμόνησαν εψιθύρισεν ο Γιάννος κλαυθμηρώς.

— Όχι και ο Θεός, Γιάννο μου· είπεν η Μάρω με γλυκείαν φωνήν.

Και κύψασα, εφίλησεν αυτόν τρυφερώς, ως μήτηρ το μεμψίμοιρον τέκνον της.

— Μα πού είν' ο Θεός; όπου πάμε ’ς του λύκου το στόμα πέφτουμε· πού πάμε, κανείς δεν ξέρει.

— Πάντα εμπρός· επανέλαβεν αύτη θαρραλέως.

Κι εξηκολούθησαν ακόμη την πορείαν των, απειλούμενοι να καλυφθώσιν υπό της χιόνος, να συντριβώσιν υπό των χιονοστιβάδων ή ν' αποτελέσουν μέρος αυτών.

— Ετελείωσε· δεν μπορώ να περπατήσω· είπεν αίφνης ο Γιάννος, ιστάμενος.

Τω όντι δεν ηδύνατο να κάμη βήμα προς τα πρόσω.

Οι λεπτοί και οξείς πόδες του εβυθίζοντο ευκολώτερον εις την χιόνα· η κοιλία του ήγγιζεν αυτήν· από ώρας ήδη επεριπάτει πηδών, ως πεδικλωμένος, αλλά τώρα του ήτο αδύνατον και να κινηθή.

— Θα σε πάρω εγώ· είπεν η Μάρω μη χάνουσα κι εν τη κρισίμω εκείνη ώρα το θάρρος της· ας είνε καλά η μάννα μας.

— Ω! η μάννα μας, η μάννα μας! εψιθύρισεν ο Γιάννος εξασθενημένος.

Και αφέθη εις τας αγκάλας της αδελφής του, κλείσας τους οφθαλμούς. Η Μάρω έθεσεν αυτόν δίπλα επί των ώμων της, ως ποιμενίς το αποκαμόν θρεφτάρι της κι επροχώρησεν ούτω αρκετόν διάστημα. Ανέπνεε τον ψυχρόν εκείνον αέρα, όστις ωλίσθαινεν εις τους πνεύμονάς της, ως κρύο φίδι φαρμακερό· ησθάνετο πόνους δυνατούς εις την μύτη και τα ώτα και είχε τας χείρας και τους πόδας σχεδόν αναισθήτους.

Αίφνης απέναντί της, προς το βάθος του ορίζοντος διά μέσου της χιόνος διέκρινε υψηλόν γέροντα, κρατούντα αγροτικήν βακτηρίαν κι ερχόμενον βραδέως προς αυτήν. Η Μάρω ευθύς ανεγνώρισε τον σωτήρα των εκείνον όστις τα έσωσεν από τα λυσσαλέα κύματα της λίμνης. Αυτός βέβαια δεν ήτο κοινός άνθρωπος· θα ήτο κάποια ανωτέρα δύναμις ήτις, ως της έλεγεν άλλοτε ο πατήρ της, είνε παντού και πάντοτε και βοηθεί τους πτωχούς και τους καταδυναστευομένους· θα ήτο εκείνος όστις έστελλε το ελαφάκι με τα χρυσά κέρατα κι έφερε την αγαθήν εκείνην κόρην, την Μαρούλα, την συνώνυμόν της εις τον οικίσκον της μητρός της από τον Παράδεισον· εκείνος όστις ετιμώρησε παραδειγματικώς την φθονεράν μητέρα, ήτις εφαρμάκευσε την θυγατέρα της, την Θεοχάριστη κι εβράβευσε την μητρικήν αγάπην της Αυγούλας, εμφανισθείς εις το μυλαύλακο, ως παπάς και αναστήσας τα τρία κατεσφαγμένα τέκνα της… Ναι, αυτός ήτο· όλα το εμαρτύρουν· η ενδυμασία του, η άσπιλος και λευκοτέρα της χιόνος· η μεγάλη κεφαλή του, η μεγαλοπρεπώς καθημένη επί των ώμων του, ως πύργος υάλινος επί υψηλής ακρωρείας· η κόμη του η ψαρά και υπερήφανος· οι μεγάλοι και λαμπροί οφθαλμοί του, το πρόσωπόν του το γαλήνιον… Ναι, δεν ήτο άλλος!... Και η Μάρω ηθέλησε να σπεύση προς αυτόν, να τεθή υπό την προστασίαν του. Αλλ’ ο ψυχρός αήρ είχε καταστήσει δύσκαμπτα ως κόκκαλον τα λεπτά και πλήρη χιόνος ενδύματα της· οι πόδες και αι χείρες της είχον γίνει από ερυθρών λευκότατοι, η κεφαλή της επόνει σφοδρότατα. Έκαμεν εντούτοις ολίγα βήματα κι έπεσε τέλος χαμαί μετά του αδελφού της.

— Γιάννο! καϋμένε, Γιάννο! εψιθύρισεν ασθενώς.

Ηθέλησε να εγερθή πάλιν να ίδη τον γέροντα, αλλά μόλις η κεφαλή της υψώθη μικρόν και κατέπεσεν ευθύς. Νάρκη τις την κατέλαβε, τα μέλη της απεσκληρύνθησαν· έμεινεν ολίγη θερμότης εις την καρδίαν, αλλά μικρόν κατά μικρόν απεψύγη και αυτή, ως αποσβέννυται η θρυαλλίς παγέντος του περί αυτήν ελαίου….

*

— Να το όφελός σας· έτσι χάνονται οι κουτοί!

Η Κυρά Ρήνη διά μέσου των φλογών, είδε και την τελευταίαν φάσιν της ζωής του Γιάννου και της Μάρως. Αφ' ης ώρας τα είδε κινδυνεύοντα εις την λίμνην δεν τ' αφήκε καθόλου διά των οφθαλμών της. Αν και ήτο τόσον μακράν αυτών, εν τούτοις διά των μαγγανειών και των εξορκισμών της τα έκαμνε να την ενθυμώνται ανά πάν βήμα, να αισθάνωνται την οργήν της αδιαλείπτως πλησίον των. Ναι, τοις έστειλε τα λυσσαλέα κύματα της λίμνης, το μαύρο σκοτάδι του δάσους· τ' απεπλάνησεν εις την μιασματικήν πεδιάδα, τα έρριψεν εις τον φοβερόν πύργον, όπου ολίγον έλειψε να εύρουν τον θάνατον αντί της φιλοξενίας, και τέλος έστειλεν εις αυτά την χιόνα και τον παγερόν άνεμον όστις τα εξήπλωσε και τα δύο νεκρά… Τόρα τι λέγουν; είνε ή δεν είνε αυτή η Μάγισσα του Βουνού; Εκείνα τα παντοδαπά εντός του δωματίου της συμφύρματα, τα μαζευθέντα και από τα τέσσαρα πέρατα του κόσμου εκεί, την υπακούουν τυφλώς και δύνανται να αναστατώσουν το Παν; ξεύρει ή δεν ξεύρει αυτή να εκδικηθή; Όποιος θέλει ας δοκιμάση πάλιν!… Και θριαμβεύουσα, με οφθαλμούς λάμποντας εξ υπερηφανείας, ανήγειρε το σώμα της από της εστίας κι εγέλασεν ισχυρώς!

— Να τα όφελός σας· έτσι χάνονται οι κουτοί! εψιθύρισε.

Έκλινε δε πάλιν την κεφαλήν άνωθεν της πυράς περιέργως. Ως ήτο αχόρταγος εις τας αισχράς επιθυμίας της, ήτο και εις την εκδίκησίν της· ασελγής Πρίαπος εις την ηδονήν και Ζευς κεραυνοβόλος εις την οργήν της. Ήθελε να τα ίδη ακόμη τα παιδία, να χαρή εις την θλιβεράν θέσιν των, να τα ίδη σιγά σιγά καλυπτόμενα υπό της χιόνος, ήτις να υψωθή εις πυραμίδα περιφανή, αιώνιον της ισχύος της μαρτύριον. Κι έχαιρε τώρα και ανεκινείτο κι εχοροπήδα ευτυχής διότι το κατώρθωσεν.

Αίφνης όμως ερρίφθη προς τα οπίσω έντρομος, λυσσαλέα, στυλωμένους κρατούσα επί της πυράς μεγάλους, κατακόκκινους οφθαλμούς. Αχ ναι· ο υψηλός και λευκοφορεμένος γέρων, ον η Μάρω κατά την τελευταίαν της στιγμήν διέκρινε μακράν εις τον ορίζοντα, ήδη είχε πλησιάσει κι εσάλευε γαληνιαίως τα χείλη κι εκίνει τας χείρας άνω των αθώων νεκρών. Κι έξαφνα είδεν η κακή Κυρά την λευκήν χιόνα να λαμποκοπά και να καταυγάζεται και όλην εκείνην την έρημον να μεταβάλλεται κατ' ολίγον εις απέραντον θάλασσαν φωτός. Κι είδε τον γέροντα με υψωμένας τας χείρας, με ορθίαν κεφαλήν να ψηλώνη, να ψηλώνη πάντοτε, να μεγαλύνεται εις σύνδεσμον άρρηκτον της γης και του ουρανού. Και μαζί μ' αυτόν, υπό τους πόδας του απ’ αυτά τα χιονισμένα μνήματα των παιδίων, είδε δύο άστρα μεγάλα, φεγγοβόλα με γλυκύ πρασινωπόν φως ν' αναβαίνουν συγκρατητά εις το στερέωμα, με άρρητον γαλήνην και θειότητα.

— Έχουν προστάτη, έχουν δυνατόν προστάτη! εψιθύρισεν η Κυρά Ρήνη, δάκνουσα τα χείλη εκ πείσματος· μα κι' αυτού εγώ θα σας χωρίσω.

Και λαβούσα κλάδον κουμαριάς με κόκκινα και απεξηραμμένα φύλλα, τον έρριψε με ορμήν επί της πυράς.

— Ανεμοζάλη ’ς τη στερηά και λίβας ’ς τα πελάγη· είπε μετά θυμού.

Η πυρά κατέφαγεν ευθύς τον κλάδον της κουμαριάς· τα ξηρά φύλλα έτριζον απαισίως, ως κόκκαλα αρνίου εις το στόμα λύκου· αι φλόγες ανεπήδησαν συρίζουσαι εις τα ύψη, ωσεί θέλουσαι να καταφάγουν την οροφήν.

Η Κυρά Ρήνη παρετήρησε μετά χαράς ότι η εντολή της εισηκούσθη. Άνεμος σφοδρός είχεν εγερθή εις την πεδιάδα, περιστρέφων διαβολικώς την χιόνα και υψών αυτήν εις τα νέφη, ως τα φύλλα και τους λίθους του δάσους, όταν χορεύουν οι Νεράιδες. Τα δύο άστρα εν τω αιθέρι απωθούντο εδώ κι εκεί, καταβάλλοντα μεγάλον αγώνα, όπως μη αποχωρισθούν. Αλλ’ ο άνεμος επετίθετο μετά λύσσης· τ' απώθει, τα παρέσυρεν εν τη ορμή του, τα εστριφογύριζεν εις ζαλόεσσαν δίνην και τέλος τα έρριψε μακράν, πολύ μακράν το εν του άλλου.

— Ο Γιάννος πάει ’ς τα βουνά κι η Μάρω πάει ’ς τους κάμπους! ανέκραξε η μάγισσα περιχαρής· αυτού σας θέλω αναθεματισμένα!

*

Ο Γιάννος κι η Μάρω έφθασαν, όπου επόθουν αι ψυχαί των. Λαμπρυνθέντες περισσότερον εκ της τελευταίας δοκιμασίας φεγγοβολούν ήδη εν τη γαλήνη του ουρανού, άστρα μεταξύ αστέρων, ψυχαί αγναί και μεγάλαι, ίσως μεταξύ άλλων ομοίων των. Εύγλωττοι μάρτυρες του θείου ελέους, ακολουθούν πιστώς τον χαραχθέντα υπό του Πλάστου δρόμον των και δις του έτους καθ' ωρισμένην νύκτα του θέρους και του χειμώνος, προσεγγίζουν το εν το άλλο, φιλούνται αδελφικώς, υπερήφανα δια την νίκην των και αποχωρίζονται ανταλλάσσοντα την τροχιάν των.

Οι γεωργοί, τους οποίους οδηγούν εις την σποράν και εις τους όποιους εκμυστηρεύονται τους θείους νόμους του στερεώματος και οι βοσκοί, τους οποίους συντροφεύουν εις το νυκτοσκάρισμα, ομολογούν την αγαθότητά των και μεταδίδουν από γενεάς εις γενεάν ότι η αθωότης είνε αιωνία…

 

αρχή

 

ΣΠΑΘΟΓΙΑΝΝΟΣ

 

— Έλα, η μάνα μου· τ' άρματα και την ευχή σου.

— Γιουρούσι πάλι;

— Ναι· τώρα, που τους χαμπαρίζομε πια!… Τα δελφίνια μας οι Σπετσονυδριώτες, στον έκαμαν τον Τοπάλη, που 'ς την Αλεξάνδρια πήρε το φύσημά του· τα προιάρια του Γιουσούφ τάστειλαν 'ς τ' ανέμου τη μάνα· ο Κιουτάγιας έπεσε 'ς τα μαύρα πανιά… Μωρέ τι τραβάνε!…

— Αλήθεια!…

Και το ρυτιδωμένον πρόσωπον της γραίας Μαλάμως, ανακαλούσης εις την μνήμην της τον πρόσφατον θρίαμβον των Ελλήνων ναυτών, ανεζωογονήθη· οι οφθαλμοί της ανέλαμψαν υγροί και το υψηλόν σώμα της, το οποίον εστήριζε διά των αγκώνων κατ' εκείνην την ώραν, καθημένη επί του κατωφλίου του χαμηλού οικίσκου της, ανωρθώθη υπερήφανον κι ευθυτενές προ του Ζάχου.

Ούτε η Μαλάμω όμως, ούτε ο υιός της είχον άδικον να χαίρουν ούτω και να υπερηφανεύωνται. Το Μεσολόγγι δευτέραν φοράν ήδη επιέζετο υπό του εχθρού. Πολυάριθμος τουρκικός στρατός περιέκλειεν αυτό από ξηράς και θαλάσσης και μικρόν κατά μικρόν συνέσφιγγε τας τάξεις του, ως οι ψαράδες την γεροβολιά, απειλών να καταβάλη τον κυριώτερον προμαχώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο Κιουταχής με τον υψηλόν τίτλον Ρούμελης Βαλεσσί, κατεσκήνου προ των τειχών του από του Μαΐου του 1825, απόφασιν έχων να μην οπισθοδρομήση άπρακτος· ο Τοπάλ πασάς παρέπλεεν επιδεικνύων τα μεγάλα πλοία του εις τους πολιορκουμένους και πολλά προιάρια του Γιουσούφ, πασά των Πατρών, διέσχιζον την λιμνοθάλασσαν, μεταφέροντα στρατιώτας επί των τεναγονήσων.

Η κρισιμωτέρα στιγμή άγγιζε διά το Μεσολόγγι. Η λοιπή Ελλάς ητένιζεν εις αυτό με αγωνίαν. Οι φιλέλληνες επερίμενον ν' ακούσουν με φρίκην απ’ ώρας εις ώραν την πτώσιν του. Το θράσος το οποίον εδείκνυον οι πολιορκούμενοι, απορρίπτοντες τας περί παραδόσεως προτάσεις του Κιουταχή και στέλλοντες φιάλας ρουμίου διά τους σημαιοφόρους του, εννόει καθένας ότι δεν ήσαν παρά οι τελευταίοι σπασμοί ψυχομαχούντος. Και όμως μόνη η εμφάνισις του ελληνικού στολίσκου ήρκεσε ν' αλλάξη διόλου τα πράγματα. Ο Τοπάλ πασάς, με την πρώτην προσβολήν ετράπη εις φυγήν· τα προιάρια του Γιουσούφ κι αι κανονιοφόροι συνελήφθησαν, αι τεναγόνησοι ηλώθησαν και ο Κιουταχής περιήλθεν εις δυσχερή θέσιν, απομείνας άνευ ζωοτροφιών και πολεμεφοδίων.

— Και λες θα κάμετε γιουρούσι; ηρώτησε πάλιν η Μαλάμω τον υιόν της.

— Ναι· απόψε θα πλέξη το μουσχάρι 'ς το αίμα· έχει να γένη ένας θεός το ξέρει… Οι καπεταναρέοι γροικήθηκαν με τον Καραϊσκάκη και θα πέση μαζή μας 'ς το χορό... Έλα, πώχεις τάρματα;

Ο Ζάχος εν βία διεσκέλισε το κατώφλιον και εισήλθε πρώτος εις τον οικίσκον.

Τα παλληκάρια σπανίως απεχωρίζοντο των όπλων των. Αλλ’ ο Ζάχος προ της επαναστάσεως είχε χρηματίσει κλέφτης και οι κλέφτες καθ' όλην την ζωήν των δύο μόνον πράγματα εφρόντιζον μετά ζήλου: τον τσαμπάν και τα τσαπράζια των. Ενώ η λέρα τους έτρωγε το κορμί, τα μακρυά μαλλιά των, στίλβοντα από του μυελού βοείων οστών, εχύνοντο αρειμανίως επί των ωμοπλατών, τα δε τσαπράζια εκρέμαντο φεγγοβολούντα επί της μαύρης ενδυμασίας των. Προ πάντων δ' έκαμνον τούτο όταν επρόκειτο να μετρηθούν με τον εχθρόν, ωσεί μη θέλοντες κατά την μάχην όπου παίζεται η ζωή του ανθρώπου μυριάκις, αν ασκοτώνοντο να εμφανισθούν προ του Χάρου, όστις είνε αδάμαστον παλληκάρι και αυτός κι έχει άρματα λαμπρά, λεροί αυτοί και ακάθαρτοι. Όθεν ο Ζάχος μόλις εγνώρισεν ότι θα μετείχε της νυκτερινής εξόδου, πιστός εις την κλεφτικήν συνήθειαν, έσπευσεν ευθύς, αν όχι να λουσθή—διότι το νερό δεν ήτο άφθονον εις την πολιορκουμένην πόλιν —να καθαρίση τουλάχιστον τάρματά του και τα παρέδωσεν εις την μητέρα του μέχρι της ωρισμένης ώρας.

Η Μαλάμω είδε τας ετοιμασίας αυτάς του υιού της κι εμάντευσεν ευθύς μ' ένα της καρδίας κλονισμόν ότι ούτος θα επήγαινεν εις κάτι παράτολμον. Μ' ένα μόνον κλονισμόν, εκείνον τον επιφερόμενον αίφνης εις την μητρικήν καρδίαν πάσης γυναικός, έστω και Σουλιωτοπούλας, επί κινδύνω του παιδιού της· αλλ’ όχι άλλον. Ευθύς η καρδία ανέλαβε πάλιν τον τακτικόν της παλμόν, τον ήσυχον, τον αδιάφορον και εις τα φρικωδέστερα γεγονότα, όπως έπρεπεν εις μίαν Σουλιωτοπούλαν και γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Ώς τοιαύτη δε ούτε να ερωτήση ηθέλησε, ούτε τι και πώς να μάθη, αλλά με κρυφόν θυμόν πλανώσα εις προσφιλές της όνειρον τον νουν, επερίμενεν. Ήδη δ' εισελθούσα όπισθεν του Ζάχου, έλαβε προθύμως το γιαταγάνι, λαμποκοπούν επί του αμαυρού τοίχου και το επέρασεν εις τον ώμον του. Έπειτα ενώ διά της δεξιάς χειρός έδιδεν εις αυτόν το καρυοφύλλι, διά της αριστεράς εναγκαλισθείσα τον έσφιξε σπασμωδικώς εις τον κόλπον της.

— Κύτταξε, να μην ξεχνάς τον Ταχίρ Γιάτση! του είπε με τρέμουσαν αλλ’ αυστηράν φωνήν.

Ο Ζάχος συνωφρυώθη και δεν είπε τίποτε. Η Μαλάμω έσφιξε πάλιν αυτόν επί της καρδίας της, προσβλέπουσα με βλέμμα παρακλητικόν την Παναγίαν μικρού εικονισματίου, εις μίαν γωνίαν του οικίσκου ανηρτημένου και τον ώθησε προς την θύραν.

— Μα για στάσου, στάσου! εφώναξεν αίφνης, μειδιώσα.

— Τ' ένε; ηρώτησεν ο Ζάχος, ιστάμενος.

— Δέσε καλά το πόσι σου, καϋμένε!

Η Μαλάμω επλησίασε και αφήρεσεν από της κεφαλής του Ζάχου το πόσι του, δεμένον ατάκτως άνω του φεσίου, εδίπλωσεν αυτό επιμελώς επί του γόνατος και το έδεσε πάλιν δις και τρις γύρω, προσέχουσα να μη προβάλη καμμία πτυχή κι έρριψεν οπίσω επί των ωμοπλατών τας δύο χρυσοκεντήτους και θυσανοφόρους άκρας του. Τον ητένισε πάλιν, διευθέτησε τας αλύσσους του κιουστεκίου του, το αργυρούν χαϊμαλί του στήθους του· της σαβατλίτικες παλάσκες της μέσης του· τους τοκάδες και τ' αλύσια του ασημοσογιά κι έστρωσε τας πτυχάς της λερής φουστανέλλας του. Μικρόν κατά μικρόν μήτηρ και υιός εβυθίζοντο εις το σκιόφως της εσπέρας εντός του οικίσκου, χωρίς να το εννοούν και αυτοί. Ο Ζάχος ήθελε να φύγη και πάλιν εθρύπτετο προς τας μητρικάς εκείνας θωπείας, ως μικρός χαϊδεμένος.

— Άσε με δα και δε θα πάω σε γάμο· είπε τέλος, χαμογελών προς αυτήν.

— Κι ο πόλεμος γάμος ένε· πήγαινε, λεβέντη μου. Και τον ώθησεν έξω, ρίψασα προς αυτόν φωτεινόν βλέμμα απ’ εκείνα τα σπάνια που εκφράζουν συγχρόνως ευχήν και προσδοκίαν, φόβον μέγαν και θάρρος ακατάβλητον, ανδρικήν ρώμην και θείαν θέλησιν.

*

Η Μαλάμω ήτο Σουλιωτοπούλα, γυνή—παλληκάρι. Κόρη πριν είχε φάγει με την φούκτα την πυρίτιδα ως οι Μποτσαραίοι και Τζαβελαίοι, ο Πούλιο Δράκος και ο Τζίμα Ζέρβας πάρα το πλευρόν των οποίων επολέμει πάντοτε, υπερασπιζόμενη τους βράχους της πατρίδος της. Κι έπειτα ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου, του εξακουστού κλέφτη της Ρούμελης, από τα παράβολά του κατορθώματα, από τους τρομακτικούς κινδύνους του, από τας σφοδράς συγκινήσεις εις τας οποίας την υπέβαλον καθ' ημέραν τα πάντοτ' έκτακτα και πάντοτε μεγάλα επιχειρήματά του, είχε τραχύνει την ψυχήν της ώστε να μη δέχεται τίποτ' επάνω της, μέγα είτε μικρόν, όπως ο αιθέρας καλοτροχισμένου σπαθίου. Από την ρόκα ήρπαζε το καρυοφύλλι και από τ' αδράχτι το γιαταγάνι, μεθ' όσης ευκολίας δόκιμος μουσικός αλλάζει τον ταμπουρά με την φλογέραν. Το αίμα δεν την εφόβιζε καθόλου· οι βόγγοι και οι δαρμοί των πληγομένων δεν την συνεκίνουν· τα πτώματα, αν ήσαν εχθρών, ήσαν σεβαστά μόνον καθό ακίνδυνα πλέον κι έτοιμα διά την φθοράν· αν ήσαν φίλων, ήσαν άξια θρήνων και τιμητικής ταφής.

Αφ' ενός η καταγωγή και αφ' ετέρου ο έγγαμος βίος, ο άνδρας εις τον οποίον εδόθη η Μαλάμω από τους συμπατριώτας της, παρά τα έθιμα, ως γέρας της ανδρείας του και της υπηρεσίας ην προσέφερεν άλλοτε κατά τους στενούς καιρούς της πατρίδος των, την έκαμον ώστε να μορφώση αυστηράς και μεγάλας ιδέας περί πατρίδος και τιμής και οικογενειακών παραδόσεων. Τ' όνομα προ παντός άλλου και τα πάντα διά τ' όνομα.

Ταύρκο με Τούρκο δεν ήθελε να ίδη ποτέ εμπρός της. Τον πόλεμον εθεώρει ως κάτι αναγκαίον, απαραίτητον κι έβλεπε τους άνδρας αναχωρούντας διά την μάχην άνευ της παραμικράς συγκινήσεως, ως να ήξευρεν ότι πηγαίνουν εις γάμον.

Και όμως τώρα, ότε απεχαιρέτα τον Ζάχον, μόνη η υπερηφάνεια συνεκράτει τους λυγμούς και τα δάκρυα, τα οποία, δεν ήθελε να ίδουν ούτε οι άψυχοι τοίχοι του οικίσκου της. Ορθία εις την θύραν της, με τον αγκώνα επί της παραστάδος κι έπ' αυτού την κεφαλήν, ατάκτως τυλιγμένην εις την άσπρην μπόλια της, παρηκολούθει διά του βλέμματος τον υιόν, όστις με υπόπτερον βήμα ανεπήδα τα χαλάσματα, σπεύδων προς τους συντρόφους του. Γύρω ηπλούντο αι σκιαί της νυκτός, προσδίδουσαι φανταστικήν όλως όψιν εις τας κατηρειπωμένας οικίας, εις τους ημικρημνισμένους τοίχους, εις τους σωρούς των χωμάτων και των ξύλων και των κεράμων, εις τους οποίους είχον μεταβάλει την πόλιν αι βόμβαι του εχθρού. Σιγή κι ερημία εβασίλευε πέριξ κι επάνω, εις τον σκοτεινόν ουρανόν. Μόνον, κατά σπάνια διαλείμματα ηκούοντο κάπου δειλοί ψίθυροι κι εφαίνοντο σκιαί ολισθαίνουσαι ανά τα χαλάσματα, προς τον φωτεινόν ναΐσκον του αγίου Σπυρίδωνος. Ήσαν αι γυναίκες, αι αδελφαί κι αι κόραι κι αι μητέρες των πολιορκουμένων, αίτινες επήγαινον με δάκρυα πύρινα και στηθοκτυπήματα, ν' αναθέσουν εις τον πολιούχον άγιον τας πολυτίμους ζωάς των ανδρών της εξόδου.

Η Μαλάμω δεν συνηκολούθει εις τον ναόν. Έμενεν, εκεί, τηρούσα, την αγαλματώδη στάσιν της προ της θύρας και ατενίζουσα μακράν, ως να διέκρινεν ακόμη μέσα εις το σκότος τον υιόν της. Αίφνης όμως συνέσπασε τας οφρύς κι εν σπουδή εισήλθεν εις τον οικίσκον κι έκλεισε θορυβωδώς την θύραν όπισθέν της. Τ' αναπηδήσαντα από τους οφθαλμούς της δύο δάκρυα δεν τα είδε κανείς, κανείς, ουδέ το σκότος, διότι ευθύς αι χειρίδες της τα εξήλειψαν. Διά σταθεράς χειρός ήναψε μικρόν κηρίον, ενέπηξεν αυτό επί του εδάφους, προ του εικονισματίου της και γονυπετήσασα ητένισεν αυτό ευλαβώς. Εις αυτήν την Σουλιώτισαν Παναγίαν, την οποίαν έσωσεν ημίκαυστον φεύγουσα εκ της Ρενιάσας κατά την πανωλεθρίαν του 1803, ενεπιστεύετο τον Ζάχον της. Δεν εζήτει μόνον να τον φυλάξη κατά την συμπλοκήν αλλά προ παντός να του χαρίση το ακατάβλητον των βράχων του Σουλίου, την ισχύν των εις τας κλεισωρείας των πνεόντων ανέμων, την ορμήν του χυνομένου προ των ποδών του Αχέροντος, διά να καταβάλη τον Ταχίρ Γιάτσην. Αυτός ήτο ο πόθος της. Διότι ο Ζάχος δεν επήγαινε μόνον να πολεμήση, αλλ’ είχε να εκπληρώση συγχρόνως και άλλην ιεράν και απαραίτητον εντολήν.

Ότε η Μαλάμω έλεγεν εις αυτόν να μη λησμονή τον Ταχίρ Γιάτση, δεν ωμίλει ως μήτηρ αλλ' ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Ωμοίαζε προς τον γέροντα εκείνον βασιλέα του μύθου, ο οποίος αφού είδε τον ένα μετά τον άλλον πολλούς υιούς του πορευομένους εις συνάντησιν του δράκου, του λυμαινομένου την χώραν του και μη επιστρέφοντας, ηναγκάζετο να ίδη και τον τελευταίον, τον μικρότερον κι ευμορφότερον, αναχωρούντα διά τον άφευκτον όλεθρον. Και ήτο τω όντι ο Ταχίρ Γιάτσης δράκος ακατάβλητος κι εξολοθρευτής της οικογενείας της Μαλάμως. Πρώτον πρώτον εφόνευσε τον άνδρα της διά να λάβη το περίφημον καρυοφύλλι του.

Τα καρυοφύλλι τούτο ήτο παλαιότατον και πολυτελές. Το ημισεληνοειδές κοντάκι του περιέβαλλε στενή αργυρά λωρίς· επί της μιάς αυτού πλευράς εφέρετο χρυσούν καρυόφυλλον, λεπτοτάτης εργασίας, κι επί της άλλης πλαξ αργυρά, αναγράφουσα το ιερόν σύμβολον και την αγέρωχον διαμαρτύρησιν του κλέφτου κατά του τυράννου του:

Πασά μου έχω το σπαθί,

Βεζύρι το ντουφέκι·

Κάλλιο να ζω με τα θεριά

Παρά να ζω με τούρκους.

Ο λύκος του, μαλαμοκαπνισμένος, παρίστανε κεφαλήν εχίδνης, με το δέρμα φολιδωτόν και οφθαλμούς πυριφλεγείς, αντικατεστημένους δι' ερυθρών πετραδίων· όταν έφερε και τον πυρόλιθον, εφαίνετο με γλώσσαν προτεταμένην και στόμα ολάνοικτον, έτοιμος να καταπνίξη τον έχθρόν. Η κάννα του ενός και ημίσεος μέτρου μακρά, βαθμηδόν προς τα εμπρός παχυνομένη, εζώνετο ισχυρώς μετά του κοντακίου δι' απτά παφηλίων καταχρύσων, επί των οποίων επιτήδειος τεχνίτης είχε σκαλισμένους τους πολέμους του φοβερού Στρατιώτου Κορκονδύλου Κλαδά κατά των Τούρκων κι εν αλληλουχία τας τεσσαράκοντα νίκας του δράκου της Κρόιας Γεωργίου του Καστριώτου.

Δεν ήτο όμως ονομαστόν τόσον διά την πολυτέλειάν του παρά διότι υπήρξεν όπλον του διασήμου αρματολού Σταθόγιαννου, ακμάσαντος κατά το 1687 μετά του Σουμίλα και Βαλαωρίτη, εις τας χείρας του οποίου έλαβε και το πρώτον βάπτισμα του πυρός. Εφημίζετο ακόμη και διά την βροντώδη φωνήν του διά της οποίας, ελέγετο εκ παραδόσεως, ότι ο αρματολός έτρεψεν εις φυγήν τεσσαράκοντα Γκέκιδες παρά την Κατούναν. Ήτο διά τούτο ο φθόνος των εχθρών και το καύχημα της οικογενείας ολοκλήρου.

Επί εκατόν και πλέον έτη μετέβαινεν από πατέρα εις υιόν, ως ιερά οικογενειακή παράδοσις, εξακολουθούν να τρέφεται με πυρίτιδα και σφαίρας και να στέλλη αδιακόπως τον εμφωλεύοντα εις τα στήθη του Χάρον αμείλικτον εις τους εχθρούς. Ούτω έφθασε μέχρι του Γιώργου Σπαθόγιαννου, ο οποίος το έφρερεν εντίμως, μέχρις ου ο Τόσκης, ενεδρεύσας παρά το Μαργαρίτι το ήρπασεν αφού ήρπασε και την ζωήν του.

Αλλ’ η τιμή της οικογενείας απήτει πάση θυσία να επανακτηθή το καριοφύλλι εκείνο. Αδιάκοπος και πεισματώδης αγών ήρχισε μεταξύ του Ταχίρ Γιάτση και της οικογενείας της Μαλάμως. Τέσσαροι υιοί της, ο ένας μετά τον άλλον, έτρεχον με τους κλέφτας ανά τα Άγραφα, αναζητούντες και συγκρουόμενοι μετά του Τόσκη. Αλλά ο ένας μετά τον άλλον εύρισκον όλοι τον θάνατον υπ' αυτού. Αι συμφοραί αύται έπληξαν καιρίως την μητρικήν καρδίαν της Μαλάμως, αλλά δεν κατέβαλον την υπερηφάνειάν της. Ήδη πληροφορηθείσα ότι ούτος ήτο προ των τειχών της πόλεως, έστελλε τον τελευταίον υιόν της να συγκρουσθή μετ' εκείνου. Κι ενώ τώρα γονυπετής εδέετο παρά την εικόνα και βυθισμένη εις το σκιόφως μόλις διέκρινε, την γαλήνιον μορφήν της Παρθένου, διελογίζετο μετ' ανατριχίλας αλλά και αποφάσεως σταθεράς, εάν ο Ζάχος εφονεύετο, εις άλλην έξοδον αυτή η ιδία να σηκώση την ποδιάν, να ζωσθή τα όπλα και να πάγη να συγκρουσθή μετ' εκείνου. Τι να κάμη; Αν δεν πάρη οπίσω, το καρυοφύλλι ν' αποθάνη τουλάχιστον και αυτή, και ο Ταχίρ Γιάτσης να το φέρη, επαξίως πλέον, αφού κατρώθωσε να εξολοθρεύση ολόκληρον την οικογένειαν του Σπαθόγιαννου…

*

Εν τούτοις ο Ζάχος μ' ελαφρόν και γοργόν βήμα, το σύνηθες εις τους κλέφτας, ηναγκασμένους να περιπατούν από λιθάρι σε λιθάρι ανά τα βουνά, διήλθε τους στενούς και πλήρεις χαλασμάτων δρομίσκους κι έφθασε προ της πλατείας των Καλυβοσπίτων. Η νυξ είχεν επέλθει προ πολλού σκοτεινή και ασέληνος. Η φρουρά υπό τον Ραζικότσικαν ηγρύπνει παρά τους γεωτοίχους και τους προμαχώνας. Όλοι, οπλίται και λαός, κατείχοντο υπό ανησύχου ανυπομονησίας. Ο γηραιός μαχητής Νότης Μπότσαρης, ακούραστος μετέβαινεν εναλλάξ από τούτους εις εκείνους, διά των συμπαθητικών λόγων του τους μεν ενθαρρύνων τους δε καθησυχάζων, και είτα επέστρεφε παρά το εκκλησίδιον της Αγίας Παρασκευής, όπου όρθιοι συνεσκέπτοντο περί της εξόδου ο Όσκος, ο Μακρής, ο Στουρνάρης, ο Βέικος, ο Κοντογιάννης και ο Λιακατάς.

Από της ημέρας του θριάμβου των Ελλήνων ναυτών η χαρά και το θάρρος των πολιορκουμένων δεν είχον όρια. Η εγκατάλειψις του Κιουταχή υπό του Τοπάλ πασσά και τα ονόματα του Μιαούλη, του Ανδρούτσου και του Αποστόλη, τα οποία εφέροντο μετά θαυμασμού και λατρείας ανά τα στόματα των πολιτών και των παλληκαρίων, εξήγειρον πολύ το φιλότιμον των οπλαρχηγών και περίστασιν εζήτουν ν' αναδειχθούν και αυτοί. Ο Καραϊσκάκης είχε πλησίον το στρατόπεδόν του. Συνεννοηθέντες μετ' αυτού απεφάσισαν εκείνην την νύκτα να επιπέσουν συγχρόνως κατά του αλβανικού στρατοπέδου και να επιφέρουν την τελείαν αυτού αποσύνθεσιν.

Ήδη η συμφωνηθείσα ώρα επλησίαζε. Τα διακόσια επίλεκτα παλληκάρια, τα προωρισμένα διά την έξοδον, είχον διέλθει την τάφρον κι έκειντο πρηνή, με το καρυοφύλλι εις την χείρα και το γιαταγάνι εις τους οδόντας, εις μακράν γραμμήν κάτω του υψηλού προχώματος των εχθρών, αντίπεραν της τάπιας του Μακρή. Από την ποικίλην αυτών ενδυμασίαν και τα καλύμματα της κεφαλής· από την διάταξιν των τσαπραζίων των, διεκρίνετο ενός εκάστου ο χαρακτήρ, η καταγωγή και ο ταϊφάς εις τον οποίον ανήκε. Το βλέμμα των, το οξύ και αλύγιστον και το ήθος των το αρρενωπόν, αι πληγαί και αι ρυτίδες εφανέρωνον ότι ήσαν οι άλλοτε λογάδες του Νικοτσάρα, μετά των οποίων ανήλθε και κατήλθε την Μακεδονίαν ακαταγώνιστος· του Γιάννη Σταθά οι φοβεροί καταδρομείς, δι' ων εκαθάριζε τα πελάγη από παντός τουρκικού σκάφους και οι ένθερμοι σύντροφοι εις το πατριωτικόν κίνημα του Μπλαχάβα. Λείψανα άλλης εποχής και άλλων συμβάντων, αφού επότισαν την δούλην γην μ' αίμα εχθρικόν και εις κάθε ράχην ήγειραν κιβούρι συντρόφου ή καπετάνου εξακουστού, τώρα έτρεχον ανάμικτοι με αδόκιμους επαναστάτας ν’ αποδώσουν την ελευθερίαν εις τους δούλους αδελφούς των. Εν μέσω του ποικίλου στρατού της επαναστάσεως, ούτοι ωμοίαζον προς θραύσματα αγγείου αρχαίας ελληνικής τέχνης, ανάμικτα με χάλικας της συγχρόνου αγγειοπλαστικής. Δεν απέβαλον όμως καθ' όλου τον ζήλον και την καρτερίαν των· ήσαν οι ίδιοι πάντοτε, φοβεροί και ακαταγώνιστοι.

— Φωτιά 'ς τον Αϊ Σημιό, καπετάνοι· είπε τις πλησιάσας ησύχως.

— Ναι φωτιά… κι άλλη φωτιά! επανέλαβον πολλοί εν σιγή.

Τω όντι εις μίαν ράχην του Ζυγού, όστις ηπλούτο σκοτεινός εξ ανατολών προς δυσμάς, κι έφρασσεν όλον τον αρκτικόν ορίζοντα από του βάθους της πεδιάδος μέχρι των άστρων, ανέλαμψαν αίφνης τρεις υψηλαί πυραί και ταυτοχρόνως αντήχησαν τρείς εκπυρσοκροτήσεις. Ήτο το σύνθημα το οποίον ανέμενον οι οπλαρχηγοί. Ο Καραϊσκάκης ειδοποιεί αυτούς ότι ήτο εκεί κι έπιπτεν ήδη κατά του εχθρού.

Ο Καραϊσκάκης δεν ήτο πλέον ο άξεστος κλέφτης, ο ζητών αρματολίκια εν τω βρασμώ της επαναστάσεως, και υβρίζων την κυβέρνησιν της πατρίδος του.

Το προ ενός έτους πάθημα του εις Αιτωλικόν είχε μεταβάλει αυτόν καθ' ολοκληρίαν. Από διαβόλου, ως έλεγεν ο ίδιος, είχε γείνη άγγελος, εκδικητής της δεινοπαθούσης χώρας, υπέρμαχος της ελευθερίας ολοκλήρου λαού. Ήδη ο Μάρκος Μπότσαρης εκοιμάτο εν τω τάφω· ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος είχε δολοφονηθή· του Κολοκοτρώνη ο αστήρ είχε θαμβωθή εκ της κακολογίας και αδέξιοι κυβερνήται διηύθυνον την επανάστασιν. Ενώ ο Μπραήμης εδήου από άκρου εις άκρον τον Μωρηάν και ο Κιουταχής την Ρούμελην, ο Καραϊσκάκης μόνος διεπλάσσετο φιλόπατρις και φιλόδοξος και, ως ο μαγνήτης τα ψήγματα του σιδήρου, το όνομά του είλκυε περί αυτόν θαυμαστάς και ήρωας, ετοίμους να τον ακολουθήσουν και εις τον Άδην. Τόρα έφερε μαζί του προς ανακούφισιν της κακοπαθούσης πόλεως στρατιάν εκλεκτήν, τον Βάσον με τους Μαυροβουνιώτας, τον Καρατάσσον με τους Μακεδόνας, τον Χατζηπέτρον με τους Ασπροποταμίτες, το Αρχοντόπουλον με τους Μωραΐτες και τον Χατζηχρίστον με το ιππικόν του. Κι ευθύς πριν ολόκληρος η φρουρά διακρίνη τας πυράς, αλαλαγμός και θόρυβος ασυνήθης ηκούσθη από του εχθρικού στρατοπέδου· πολλαί ταυτόχρονοι εκπυρσοκροτήσεις αντήχησαν, κλονίσασαι την γην· ηκούσθησαν φωναί απελπιστικαί, οι δε εντός των προχωμάτων ησθάνθησαν ωσεί σάλον απομεμακρυσμένης θαλάσσης πλησιάζοντα προς αυτούς. Τα παλληκάρια παρετήρησαν το εν το άλλο ωσεί συνεννοούμενα· μειδίαμα σαρκαστικόν ανεφάνη επί των χειλέων των, φανερώνον την περιφρόνησιν την οποίαν ησθάνοντο προς τους εχθρούς το δε βλέμμα των, το πλήρες θριάμβου, επρόδιδε την χαράν και την αγάπην ην έτρεφον προς τους έξωθεν ερχομένους αδελφούς των.

— Χτυπούν σαν μανιωμένοι λύκοι.

— Και οι τούρκοι φεύγουν σαν αρνιά.

— Φόβο που τον έχουν!

— Και θυμό οι δικοί μας!…

Τα παλληκάρια ήρχισαν ν' ανησυχούν τώρα. Έσφιγγον τα όπλα των σπασμωδικώς, έστριφον τους μύστακας των αρειμανίως και ανυπόμονοι ωλίσθαινον βήμα προς βήμα εις τα προχώματα του εχθρού. Ο έξω θόρυβος της συμπλοκής ήρχισε να γαλβανίζη τας ψυχάς των· εστενοχωρούντο να μένουν άχρηστοι εκεί, ενώ ο Χάρος διέτρεχε το εχθρικόν στρατόπεδον με ταχύτητα ανεμοστροβίλου, σύρων όπισθεν του Μαύρου του σωρείαν πικραμένων ψυχών και οι αδελφοποιτοί των επήδων εν μέσω του τόσου φόνου φοβεροί. Δεν έλεγον όμως κανέν παράπονον.

Είιχον διδαχθή μαζί με την πολεμικήν τέχνην και την πειθαρχίαν εις τους ταϊφάδες, τας μόνας τότε στρατιωτικάς σχολάς, του γερω Δίπλα, του Μπουκουβάλα, του Ζίδρου, του Μιλιόνη, των εν αγνοία τούτων εκτελεστών της Παραδρομής του Φωκά και άξιων διαδόχων του Διγενή Ακρίτα. Εν πολέμω κι εν ειρήνη είχον την τακτικήν των, ζηλεμμένην τακτικήν κι εσέβοντο τους καπετάνους, τους οποίους αυτοί οι ίδιοι ανηγόρευον, εκτιμώντες την αξίαν και υπεροχήν των.

— Έτοιμοι, παιδιά; ηρώτησεν αίφνης, σιγά πλησιάζων προς αυτούς ο Μακρής.

— Έτοιμοι, καπετάνε.

— Εμπρός!…

Και συγχρόνως με την φωνήν ως δι' ελατηρίου επήδησαν όρθια τα παλληκάρια, ετίναξαν με τας κεφαλάς τους δασείς τσαμπάδες των, εκίνησαν με το σώμα εις κλαγγήν τα τσαπράζια των, ωσεί φοβεράν προειδοποίησιν προς τους εχθρούς, εσταυροκοπήθησαν κι ευρέθησαν αίφνης όρθια μετά του γιγαντώδους αρχηγού των επί του εχθρικού προχώματος, ανήμεροι άγγελοι του φόνου και του ολέθρου.

*

Όπως δύο μεγάλοι ποταμοί, τείνοντες να συναντηθώσι, κατατρώγουν και παρασύρουν το προ αυτών χώμα, ούτω οι δύο στρατοί, οι έξωθεν ερχόμενοι και οι εκ της πόλεως, κατέστρεφον παν εμπόδιον κι επροχώρουν. Όπως δε, αφού συναντηθούν, αναμιγνύουν εν αφρώδει παφλασμώ τα θολά νερά των και τρέπονται προς τα εμπρός μετά μεγαλειτέρας ορμής, ούτω και ούτοι συναντώμενοι αντήλασσον το προσυμφωνηθέν σύνθημα κι έβαινον αδελφωμένοι και περιχαρείς κατά του εχθρού.

— Δαδί· εφώναζεν ο ένας, κρατών υψηλά το γιαταγάνι.

— Τσικούρι· απήντα ο άλλος.

Και τα χείλη εσταυρώνοντο εις αδελφικόν φίλημα, ενώ η χειρ κατέσφαζε τον πλησίον αλλόφυλον.

Συνέβαινεν εκεί ένα κράμα αγάπης και μίσους. Η έκφρασις του αγνοτέρου αισθήματος συνέπιπτε με την εκδήλωσιν αδιαλλάκτου έχθρας· η τρυφερωτέρα εκτέλεσις συνωδεύετο με θανατηφόρον κτύπημα. Η Πατρίς εν τη δόξη και τω μεγαλείω της συνεδύαζε το φίλημα και το αίμα.

Οι εχθροί είχον εγερθή του ύπνου έντρομοι και διεσκορπίσθησαν ατάκτως εδώ κι εκεί, ως άχυρα εις το φύσημα του ανέμου. Πολλοί έδραξαν τα όπλα ν' αντεπεξέλθουν προς τον κίνδυνον αλλά το σκότος της νυκτός κι η εκ του ύπνου σύγχυσις, έκαμνον αυτούς να μη βλέπουν ότι έσφαζον τους ομοφύλους των. Εις τας αναλαμπάς των πιστολών αι οποίαι ηπλούντο ημισεληνοειδείς διά μίαν στιγμήν διεκρίνοντο λάρυγγες κατακομμένοι, κορμοί διχοτομημένοι, κεφαλαί οικτρώς ποδοκυλούμεναι και μορφάζουσαι κατά γης, βραχίονες και πόδες αδρανείς, χείρες συσφίγγουσαι μεταξύ ψυχρών δακτύλων την λαβήν αιματοβαμμένης μαχαίρας ή καπνιζούσης ακόμη πιστόλας, σώματα υπό τον αυτόματον των νεύρων οργασμόν ακέφαλα βαδίζοντα και κρημνιζόμενα αίφνης, οφθαλμοί ανοικτοί, εκπεπληγμένοι, ακίνητοι, όψεις χίλιαι κατακίτρινοι κι αιμοστάλακτοι. Κι εν μέσω τούτων των οικτρών χαλασμάτων λαμπρού στρατοπέδου, διεκρίνοντο τα παλληκάρια υπό ποικίλας ενδυμασίας και σώματα και όψεις και οπλισμούς αλλ’ υπό ενός αισθήματος, του μίσους κι ενός πόθου, της ελευθερίας συναντώμενα, να πηδούν καθ' ομίλους είτε μοναχά παντού εις τα προχώματα, να εισέρχωνται εις τας σκηνάς, να κατατρέχουν τους φεύγοντας, ν' ανακαλύπτουν τους κρυπτομένους, να συμπλέκονται με τους ανθισταμένους και πολλάκις να συγκυλίωνται με τους εχθρούς των κατά γης και να γρονθοκοπούνται και να μαλλιοτραβούνται και να κλωτσούνται μέχρις ου ξεψυχήσουν. Και οι οπλαρχηγοί μεταξύ των, εδώ ο υψηλόκορμος Μακρής και ο Λιακατάς ο κάλεσος, εκεί ο Βάσος, ο χαλκοπρόσωπος, παρέκει ο Χατζηπέτρος με την ασύγκριτη λεβεντιά του, πέραν το λαμπρό Αρχοντόπουλο με τα ζηλεμμένα νιάτα και την ολοφάνερη αρχοντιά του, αλλού ο Καρατάσος ο υπερήφανος, όλοι χρυσοφορεμένοι και αρματοστόλιστοι εφαίνοντο να τρέχουν παντού, δίδοντες το παράδειγμα της αφοβίας και της καταστροφής. Κι εμπρός όλων τούτων ο Αρχηγός με την ξηράν του όψιν και τον κόκκινον ντουλαμά του και τους μακρούς, αγριωπούς μύστακάς του, πλήρης θυμού κι έχθρας η οποία ανεπήδα εις πλημμύραν φωτός από τους μαύρους οφθαλμούς του, διεκρίνετο ανεμοταράττων και καταπλήττων τα εχθρικά πλήθη. Αντί ξίφους ή πιστόλας έφερε μόνον εις την δεξιάν βαρύ απελατίκι, το φοβερόν όπλον των παλαιών Απελατών, και το έσφιγγεν εις την νευρώδη δεξιάν του και το κατέφερεν εδώ κι εκεί με ταχύτητα αστραπής και αποτέλεσμα βρέμοντος κεραυνού. Έκαστον κτύπημα ήνοιγε κι ένα τάφον. Αν ήτο εκεί ο Διγενής θα ωμολόγει ότι ευρέθη ο ίσος του.

Από των προπόδων του Ζυγού μέχρι των τειχών και της λιμνοθαλάσσης πέραν ολόκληρος η πεδιάς είχε μεταβληθή εις Κόλασιν. Βοή και θόρυβος παντού· φωναί απειλητικαί και φωναί χαίρουσαι και φωναί παρακαλούσαι· γλώσσαι, οικτρώς μουρμουρίζουσαι υπό το κτύπημα και στεναγμοί και βόγγοι και θρήνοι και «ράι! ράι, καπετάνε! » από χιλίων στομάτων αντηχούν. Ο αδιάκοπος και ξηρός κρότος των λύκων των όπλων αντήχει ως ξηροί κάλαμοι να εκαίοντο πλησίον. Εν μέσω του σκότους εφαίνοντο οι σπινθήρες των πυρολίθων πλανώμενοι και διεκδικούντες την πληθύν και το φέγγος προς τα ιλαρά άστρα τ' ουρανού. Ο λεπτός μεταλλικός ήχος τον οποίον παρήγαν τα γιαταγάνια πίπτοντα επί των κοκκάλων και ο βαρύς βρόντος των πυροβόλων, συνεμίγνυντο εις συμφωνίαν αγρίας μουσικής.

Ο Ζάχος διεκρίνετο μεταξύ των πρώτων εις την συμπλοκήν. Κενώσας το καρυοφύλλι του, το εκρέμασεν εις τον ώμον και φέρων εις την δεξιάν χείρα το γιαταγάνι εις δε την αριστεράν προτεταμένην ασημοπιστόλαν επροχώρει εν μέσω του εχθρού, κτυπών πανταχού και σφάζων. Μεταξύ των παλαιοτέρων κλεφτών αναφέρονται πολλοί οι οποίοι, άθυμοι πάντοτε και μελαγχολικοί ανελάμβαναν ευθύς την ευθυμίαν και την χάριν των μόλις ωσφραίνοντο πυρίτιδα και ήκουον σφαίραν συρίζουσαν πλησίον των. Ο Οδυσσεύς ηδυνήθη προσδεδεμένος εις τον ιστόν της νηός του ν' ακούση ατάραχος το άσμα των Σειρήνων. Ο κλέφτης όμως εις την ποδοβολήν μάχης και την όσφρανσιν πυρίτιδος δεν ηδύνατο να συγκρατήση τον εαυτόν του· αν ήτο εις φυλακήν ετρύπα τους τοίχους, κατέθραυεν αν ειχε σίδηρα κι έτρεχεν εκεί. Μόλις δ' έφθανεν εμεθύετο, παρεφέρετο, εκτύπα εδώ κι εκεί ως τυφλός, φωνάζων εις τους εχθρούς διά να τους γνωστοποιήση την παρουσίαν του, συρίζων και δεν απεσύρετο ειμή διά της βίας παρά των συντρόφων του. Ο Ζάχος ήτο τοιούτος κατά τον χαρακτήρα. Οι γεροντότεροι έλεγον περί αυτού ότι και αν δεν ήτο γνωστός ως εγγονός του αρματολού Σπαθόγιαννου, αυτή μόνη η έξις του ήρκει να τον φανερώση. Ο καπνός της μάχης τον εμέθυεν· η θέα του εχθρού εξήγειρεν εις την ψυχήν του άγρια ένστικτα μη ικανοποιούμενα ειμή δι' αίματος πολλού· η συμπλοκή είχε δι' αυτόν απαράμιλλα θέλγητρα και τον παρέσυρεν, ως η θάλασσα τον κολυμβητήν. Ο Ζάχος και τώρα ούτω παρασυρθείς υπό του πάθους του είχε λησμονήσει όλους και τον εαυτόν του και της μητρός του τους λόγους. Εκτύπα τον εχθρόν κι εξεστόμιζε πότε φοβεράς βλασφημίας και χονδράς ύβρεις, χειροτέρας από της γιαταγανιές του, πότε εσύριζε διατόρως ως δήθεν εις κοπάδι δειλών προβάτων και πότε ετραγωδούσε ερωτικά δίστιχα:

Τ' έχουνε τα ματάκια σου π' όταν με βλέπουν κλαίνε

Κι' αν έχουνε παράπονο γιατί δε μου το λένε…

Αίφνης εστάθη ακροώμενος. Εν μέσω του τόσου κτύπου και θορύβου, μεταξύ μύριων εκπυρσοκροτήσεων, η εξησκημένη ακοή του κλέφτου διέκρινε μακράν, προς αριστερά, μίαν εκπυρσοκρότησιν διαφέρουσαν κατά πολύ των άλλων. Ευθύς ανετριχίασεν όλος· αι δασώδεις ούλαι οφρύς του συνεπυκνώθησαν· το μέτωπόν του εσκυθρώπασεν, ο δε κατάμαυρος και μακρύς τσαμπάς του συνεστράφη επί των ωμοπλατών, ως χαίτη λέοντος πληγέντος καιρίως. Εγνώριζε πολύ καλά τον ήχον του όπλου εκείνου. Τον είχεν ακούσει άλλοτε, ότε μαζί με τον τελευταίον αδελφόν του, εις τον ταϊφάν του Τσόγκα ευρισκόμενος, συνεκρούσθη προς τους τουρκαλβανούς.

— Ακούς; εκείνο ένε το καρυοφύλλι του παπού· μην το ξεχνάς! του εσύστησεν ούτος πριν φονευθή από τον Ταχίρ Γιάτση.

Το ήκουε πάλιν τώρα μετά δέκα έτη, και ανεγνώριζε τον ήχον, αν και δεν εγνώριζε το όπλον ειμή κατά παράδοσιν. Κι ευθύς, ως εν ονείρω παρεστάθησαν ενώπιόν του ο πατήρ με την ανοικτήν πληγήν του εις την πλευράν, οι τέσσαρες αδελφοί του αιματόβρεκτοι, η μήτηρ του δεικνύοντες προς αυτόν, εις το βάθος της μάχης, εν μέσω πτωμάτων και καπνού και συντριμμάτων, μεταξύ ποταμού αίματος και κοπτερών λεπίδων και απειλητικών πυροβόλων που το εφύλασσον, ως το χρυσόν μήλον του παραμυθιού, ένα κατακαπνισμένον καρυοφύλλι. Και μετ' ολίγον ακόμη διέκρινε μέσω αργυράς ομίχλης αυτόν τον ίδιον Σπαθόγιαννον, τον πρώτον του γενάρχην, ιστάμενον ως πύργον θεμελιωμένον προ αυτού, με τον βαρύν οπλισμόν της εποχής του, τον μακρόν κατάλευκον τσάμπα του, τους μεγάλους μύστακας, την ιερακωτή μύτη, τους λάμποντας οφθαλμούς, τας μακράς αγκυλωτάς βλεφαρίδας και τας πυκνάς οφρύς συνεσπασμένας, τους ρωμαλέους ώμους και το πλατύ και λάσιον στήθος του. Δεν τον είχεν ιδή ποτέ αλλ' υπέθετεν ότι τοιούτος τις, μέγας καθόλα θα ήτο ο διάσημος αρματολός. Από το βλέμμα του το πύρινον, από την στάσιν του την αυστηράν και το θλιμμένον ήθος του εμάντευεν ο Ζάχος ότι και ούτος παρίστατο εκεί ζητών απ' αυτόν το όπλον του. Κι ενώ έμενεν ακίνητος υπό τας εντυπώσεις της όψεως εκείνης, έφθασεν εις την ακοήν του και δευτέρα εκπυρσοκρότησις ομοία της πρώτης.

— Το καρυοφύλλι του Σπαθόγιαννου! είπε, στραφείς προς τους συντρόφους του.

Και ως να του έβαλαν πτερά εις τους πόδας, ο νεαρός αρματολός ετράπη ακράτητος προς το μέρος όθεν ήρχετο η εκπυρσοκρότησις.

*

Τω όντι εκεί συνεκροτείτο πεισματώδης αγών μεταξύ των Τόσκων κι ευαρίθμων κλεφτών. Ο στρατός του Κιουταχή συνέκειτο από διάφορα Αλβανικά φύλα υπό τον Ταχίρ Αμπά, τον Ισμαήλ Πλιάσαν, τον Σούλτζα Κόρτζαν, τον Άγο Βασάρην και τον Ταχίρ Γιάτσην, ο οποίος ήτο αρχηγός και ομόφυλος των Τόσκων. Οι Τόσκοι εχωρίζοντο από τους λοιπούς Αλβανούς διά μίτους αδιαλλάκτου, ένεκεν πατροπαραδότου διαφοράς και θρησκευτικών δοξασιών· εις τα στρατόπεδα όπου ευρίσκοντο μαζί, πάντοτε συνεκρούοντο και εις τας μάχας διετέλουν εις λυσσώδη και τυφλήν άμιλλαν μεταξύ των. Οι Τόσκοι τώρα ιδόντες ότι οι λοιποί δεν ηδυνήθησαν να υπομείνουν την αιφνιδίαν επίθεσιν των Ελλήνων, ηθέλησαν να φανούν έστω και με θυσίαν των υπέρτεροι και απεπειράθησαν εξ εφόδου να κυριεύσουν τους προμαχώνας του Φραγκλίνου και του Μπότσαρη, τους οποίους υπέθετον αφυλάκτους. Αλλ' η φρουρά της πόλεως και οι πολίται, σπεύσαντες με αξίνας και πελέκεις, ηνάγκασαν αυτούς ν' αποσυρθούν. Έμειναν ούτω εντός των οχυρωμάτων των κι εκείθεν ήρχισαν ζωηρόν πυρ κατά των γεωτοίχων.

Ότε ο Ζάχος έφθασε πλησίον των Τόσκων, η νυξ ήρχισε να ολιγοστεύη. Το γλυκοχάραγμα ανεφαίνετο με τα θελκτικά χρώματά του άνωθεν της Βαράσοβας, της οποίας η ανώμαλος κορυφή εκιτρίνιζεν ως από ήλεκτρον σκεπασμένη. Οι εκ του φρουρίου οπλαρχηγοί εκάλουν ήδη τους στρατιώτας των διά βραχνών σαλπίγγων να παύσουν την σφαγήν και απεσύροντο καθ' ομάδας εντός των τειχών, συναποφέροντες πλούσια λάφυρα. Ο Καραϊσκάκης επέστρεφεν εις τ' απρόσιτα βουνά του· μόνον το ιππικόν του Χατζηχρήστου παρέμενεν εις τους πρόποδας του Ζυγού γαύρον επί των εντόνων ίππων του και συνωφρυωμένον υπό τα βαρέα ταραμπουλούκια της κεφαλής, της ενδυμασίας και του οπλισμού τον ποικίλον κόσμον, προτείνον τα μακρά κοντάρια με τα χρωματιστά φλάμπουρα των, ως Μακεδονική φάλαγξ τας λαμπράς σαρίσσας της, έτοιμον να ματαιώση ενδεχομένην καταδίωξιν των Αλβανών· οι φυγάδες στρατιώται του Κιουταχή στεγνοί εκ του φόβου, επανήρχοντο εις τας τάξεις των και μόνον οι Τόσκοι μετά των κλεφτών εξηκολούθουν ακόμη λυσσωδώς αγωνιζόμενοι.

— Ορέ, Ταχίρ Γιάτση! αυτού ήσαι ορέ;… εφώναξεν αίφνης, καταφθάσας ο Ζάχος.

— Εδώ — για! απήντησε βροντώδης φωνή από του εχθρικού προχώματος.

— Έβγα, ορέ, να πολεμήσουμε οι δυο· τα παλληκάρια δεν κρύβουνται στο μετερίζι.

— Και ποιος ήσαι συ, μωρέ;

— Είμ' ο Σπαθόγιαννος!...

Ηκούσθη βόγγος, βόγγος βαρύς ωσεί λέοντος ενοχλουμένου εν τη ραθυμία του, από του εχθρικού προχώματος. Και συγχρόνως εφάνη επ' αυτού αρματοστόλιστος, εις την αριστεράν κρατών μακρύ καρυοφύλλι, μεγαλόσωμος ανήρ, ως ανδριάς μυθικού ήρωος εποπτεύοντος την αφιερωμένην χώραν κι έτοιμος να επέλθη εναντίον των επιδρομέων. Υπό το αβέβαιον φως της χαραυγής ο γέρων Τόσκης ισχνός, τραχύς, με πρόσωπον μακρύ, ιερακωτήν μύτη, οφθαλμούς, σπινθηρίζοντας, μακράν γενειάδα, ευρύ μέτωπον και κόμην ξυρισμένην εμπρός και πίπτουσαν εις τσαμπάν ψαρόν επί των ώμων, διεκρίνετο φέρων απαράλλακτον τον τύπον της φυλής του.

Οι χρόνοι είχον χαράξει βαθείας ρυτίδας επί του προσώπου του και οι αδιάκοποι πόλεμοι μαύρας πληγάς καθ' όλον του το σώμα. Δεν υπέκυπτεν όμως ούτε εις τους χρόνους ούτε εις τους πολέμους αλλ’ έμενεν ακατάβλητος, ως βράχος βλέπων περιφρονητικώς τας καταιγίδας επερχομένας άνωθέν του. Η ψυχή του ήτο ακόμη γεμάτη από νεανικον σθένος· οι βραχίονές του πλήρεις ρώμης, τα νεύρα του εν αδιακόπω οργασμώ διά τον πόλεμον και την ταραχήν. Την απαράμιλλον ανδρείαν του Ταχίρ Γιάτση εξυμνούν ακόμη τ' αλβανικά τραγούδια, παρομοιάζοντα αυτόν με τον Ισραφείλ, τον άγγελον των ψυχών του Μωαμεθανικού νεκροκόσμου.

Οι κλέφται, οι τιμώντες πάντοτε την ανδρείαν, είτε μεταξύ των ομοφύλων είτε μεταξύ των εχθρών την εύρισκον, έπαυσαν ευθύς τους πυροβολισμούς. Και οι Τόσκοι, οι άξιοι αυτών αντίπαλοι, τους εμιμήθησαν προθύμως.

Διότι κατέναντι του Ταχίρ Γιάτση, επί άλλου προχώματος, πνέων οργήν κι εκδίκησιν, ίστατο ο Ζάχος εις τα νύχια, ως πετρίτης ανυπόμονος να πετάξη εις τα ύψη κι εκείθεν να επέλθη ορμητικός κατά της λείας του. Ότε επήδησεν εκεί, τ' αργυρά του άρματα εβρόντησαν θορυβωδώς, ως να εκινήθη ολόκληρον χαλκείον υπό σεισμού. Οι εχθροί δεν εχόρταινον καμαρώνοντες την υπερήφανον στάσιν του, το βλέμμα του, το οξύ και αλύγιστον, το μέγα και κανονικόν σώμα του. Αι ακτίνες της αυγής, παίζουσαι επί των τσαπραζίων του έκαμνον ν' αναδίδη αίγλην πολύχρωμον, ωσάν παγώνι δροσολουσμένον επί φραγής.

Οι δύο αντίπαλοι ανεμέτρησαν ο ένας τον άλλον από κεφαλής μέχρι ποδών. Το βλέμμα των διεσταυρώθη πλήρες μίσους· δι' ενός κινήματος ύψωσαν τα καρυοφύλλια κι επυροβόλησαν. Αλλά μόνον από του όπλου του Ταχίρ Γιάτση εξήλθε μετά συριγμού η σφαίρα γλείψασα ελαφρά τον αριστερόν ώμον του αρματολού και ματώσασα το υποκάμισον. Το καρυοφύλλι του Ζάχου έδωκε ξηρόν μόνον κρότον και δεν εξεπυρσοκρότησε. Μέσα εις την τόσην λύσσαν επί τη όψει του ασπόνδου φονιά δεν ενθυμήθη το παλληκάρι ότι από της αρχής της συμπλοκής δεν είχε γεμίσει πλέον το όπλον του.

— Ρίξε πάλε, μπρε!… εφώναξε προς αυτόν ο Ταχίρ, ακίνητος εις την θέσιν του, προτείνων τα στήθη ως σημάδι του αντιπάλου του.

— Όχι· απήντησε μανιώδης ο Ζάχος.

Κι έρριψε το καρυοφύλλι μακράν, προς τους συντρόφους του. Έσυρον τότε τα γιαταγάνια κι εβάδισαν εναντίον αλλήλων με αργόν βήμα, με μάτι σταθερόν, παίζοντες τας λαμπράς λεπίδας εμπρός, κατά μέτωπον ο ένας τ' αλλουνού. Ο Ταχίρ έκυπτεν· ο Ζάχος ορθόνετο· έκυπτεν ο Ζάχος, ορθόνετο ο Ταχίρ. Έκλινεν ο ένας αριστερά· επήρχετο ο άλλος δεξιά τρομερός, ακράτητος. Αι λεπίδες έθιγον την γην κι αίφνης επέτων άνω, ως σαϊτόφιδα λαμποκοπούσαι και μανιωδώς συρίζουσαι, ανυπόμονοι, και αύται να κόψουν κρέας, να λιανίσουν κόκκαλα.

Οι δύο μονομάχοι εβόγγουν, ήσθμαινον, υβρίζοντο, εκάγχαζον ως δύο λυσσασμένοι σκύλοι οι οποίοι μη έχοντες άλλους να τους ερεθίσουν φροντίζουν διά γκρινιασμάτων να ερεθισθούν μεταξύ των.

— Πού 'ς το Σαϊτάνι φύτρωσες, μπρε! έλεγεν ο Ταχίρ εμπαικτικώς.

— Εκεί που δεν έσπειρες· απήντα ο Ζάχος βράζων από τον θυμόν.

— Τώχει, μπρε, η μάνα σου;

— Τώχει μα δε 'ς το δίνει.

— Έμεινε κι' άλλος από σας να με σκοτώση;

— Θα σε σκοτώσω ατός μου!

— Εσύ δε φελάς…

Και με τον λόγον ο Ταχίρ έφερεν από τα δεξιά διά χαμηλής, ισογείου σχεδόν κλίσεως εις τ' αριστερά το γιαταγάνι και αναταθείς κατέφερεν αυτό αστραπιαίως επί της κεφαλής του Ζάχου. Αλλ’ όσον επιτηδείως, όσον υπούλως και ταχέως ενήργησεν ο αλβανός, το παλληκάρι εμάντευσεν ευθύς εξ αρχής τον σκοπόν του κι αι δύο λεπίδες συνηντήθησαν υψηλά άγριαι, φοβεραί, λυσσασμέναι. Ωχροκίτρινοι σπινθήρες ανεπήδησαν μετά φλογός εις τον σκιερόν αέρα, θλιβερόν κλάγκασμα αντήχησε και οι μονομάχοι κατέβασαν τα ξίφη των ελεεινά, κατεστραμμένα, ανίκανα διά την πάλην πλέον.

— Έχεις τύχη, τσογλάνι!… εφώναξεν εμπαικτικώς ο αλβανός, ρίπτων μακράν το γιαταγάνι του.

— Κι' αν δεν έχω την κερδίζω! απήντησε με αυτοπεποίθησιν ο αρματολός.

— Φαίνεσαι νηστικός, δόλιε…

— Θα φάγω εσένα… κερατά!…

Και ορμήσας λυσαλέος ο Ζάχος συνέσφιγξεν εις τους βραχίονας του τον Ταχίρ. Τότε ήρχισε μεταξύ των ο πεισματωδέστερος αγών. Ο Χάρος και ο Τσοπάνης δεν επάλαισαν τόσον σφοδρώς εις το μαρμαρένιο αλώνι, ούτε οι σαράντα δράκοι μετά τόσου θορύβου εις το τρίστρατο διά τα γλυκά μάτια της Πεντάμορφης. Εμάζευον τους βραχίονας και συνεσφίγγοντο ως διά σιδηρών ζωνών μέχρις αποπνιγμού. Τα μακρά υπόκυρτα κοντάκια των ασημοπιστολών, αι κοκκάλιναι λαβαί των μαχαιρών κι αι σφαιροειδείς των χαρμπίων, ανορθωμέναι επί των σελαχίων κατέτρωγον και ηπείλουν να τρυπήσουν τα στήθη των. Εις το αντιπάτημά των η γη ανετάραζεν υποκώφως δουπούσα· το διακοπτόμενον άσθμα, τας ανακραυγάς και τους βόγγους των διετράνουν τα γειτονικά βουνά εις ήχους κανονίου· αι θήκαι των γιαταγανιών των πλήρεις μεταλλίνων κοσμημάτων, αναπαλλόμεναι και κτυπώσαι εδώ κι εκεί επί των τσαπραζίων και των αρμάτων των εκλάγγαζον θορυβωδώς.

Οι κλέφται και οι Τόσκοι, στηριζόμενοι επί των όπλων των, παρηκολούθουν σκεπτικοί την πάλην. Ως να είχον συνομολογήση επισήμως ανακωχήν, συνωμίλουν ήδη φιλίως και αντήλλασσον τας καπνοσύριγγας και τας κρίσεις των επί των κινήσεων των δύο μονομάχων.

— Είνε ασλάνι ο Ταχίρ· έλεγον οι Τόσκοι.

— Και ο δικός μας είνε δράκος· προσέθετον οι κλέφται,

— Και οι δύο ασλάνια φοβερά!…

Η διεξαγομένη πάλη είχε διαδοθή καθ' όλον το αλβανικόν στρατόπεδον. Τσάμιδες, Λιάπιδες, Γκέκιδες, Σέρβοι, Βούλγαροι, άλλοι εκ θαυμασμού προς την ανδρείαν άλλοι εκ περιεργείας, συνέρρεον εκεί επί των λοφιδίων και των προχωμάτων θεώμενοι απλήστως. Το φως της ημέρας, αδιακόπως αυξάνον, εφώτιζε τώρα ευκρινώς τα δασώδη βουνά του Ζυγού, το πολύχρωμον αλβανικόν στρατόπεδον με τας σκηνάς και τας σημαίας και τα λάβαρά του, φοβεριστικώς ανακινούμενα υπό του πρωινού άνεμου, τ' αμαυρά τείχη και τους προμαχώνας της πόλεως πλήρεις θεατών, την λιμνοθάλασσαν κατάλευκον, στιζομένην πού και πού υπό των νησιδίων κι εν τω μέσω τούτου του ήμερου πλαισίου τους δύο μονομάχους ανημέρως παλαίοντας. Δύο φοράς ο Ταχίρ Γιάτσης έσυρε τον αντίπαλον μέχρι του οχυρώματός του. Άλλας τόσας ο αρματολός πλησίον του ιδικού του. Ούτε ο ένας όμως ούτε ο άλλος επέτρεψεν εις τους συντρόφους την επέμβασιν είτε την βοήθειάν των. Και οι δύο είχον εννοήσει εξ αρχής της συμπλοκής ότι ήσαν παλληκάρια άξια εαυτών. Και με την ακριβή εκτίμησιν την οποίαν δίδουν πάντοτε προς τους ίσους των οι αληθείς μαχηταί, εσέβοντο την ανδρείαν των κι ήθελον να καταβάλη ο ένας τον άλλον μόνος, διά των ιδίων του δυνάμεων. Και ανεκινούντο και αντεπάτουν κι εβεργολυγίζοντο· επήγαινον εμπρός, επισωπάτουν ωρθούντο επί των ονύχων, εγονάτιζον μία έρριπτεν όλον τον όγκον του σώματός του ο ένας επί του άλλου, ίνα τον λυγίση· μία αίφνης τον εσήκωνε ίνα τον ελαφρώση και τον εύρη ούτως απρόσεκτον αλλά ματαίως. Και οι δύο όπως ήσαν ίσοι κατά την ανδρείαν και την ρώμην τόσον ίσοι ήσαν και εις τα πολεμικά τερτίπια. Το πολύπειρον και δόλιον πνεύμα του αλβανού ήρχετο ευθύς κι εξουδετέρου το μίσος και τη φυσική θυμοσοφία του έλληνος ώστε δεν έκαμνον άλλο παρά να συμπληρώνη ο ένας τας ελλείψεις και τα μαθήματα του άλλου. Πολλάκις προσεπάθησαν ν' απαλλάξουν τας χείρας και ν' αρπαχθούν πάλιν από τ’ άρματα αλλ’ η δυσπιστία είχεν εξεγερθή αυτόκλητος και εις τους δύο και καθενός οι βραχίονες εχρησίμευον ως σιδηραί λαβίδες διά τους βραχίονας του άλλου.

Αίφνης εστάθησαν εις το μέσον με ημιάνοικτα σκέλη. Οι πόδες των ακίνητοι εφαίνοντο ριζώσαντες εις την γην και μόνον οι σφικτοαγκαλιασμένοι κορμοί των, συμπαγείς εις μίαν και μόνην μάζαν ανεκινούντο μικρόν, ως δύο μεγάλοι κυπάρισσοι, σφικτοδεμένοι των οποίων μόλις κατορθόνει να κινήση τα φύλλα το ορμητικόν φύσημα.

Ούτω επάλαισαν επί πολύ ακόμη. Αι κεφαλαί των εκινούντο δεξιά και αριστερά κι εκολλώντο αι σιαγόνες των με απειλητικούς τους οδόντας επί των ώμων, επί του τραχήλου, επί του προσώπου και των βραχιόνων, ανοίγουσαι φοβερά αιμάτων λακκώματα. Το ταραμπουλούκι του αλβανού και το πόσι του κλεφτού είχον πέσει κατά γης ποδοκυλισμένα και οι πλούσιοι τσαμπάδες ανεστρέφοντο και συνεπυκνούντο επί των κεφαλών και των ώμων κι επιάνοντο επί των κιουστεκίων και συνεμίγνυντο αι αργυραί τρίχες του Τόσκη με τας μαύρας του Ζάχου, εν φοβερά κι εχθρική αδελφοποιήσει· τα ενδύματά των έπιπτον εις ράκη· το αίμα, ανάμικτον μετά ιδρώτος, έτρεχεν εις αύλακα· τα πρόσωπα είχον τελείως αλλοιωθή εκ του κόπου και της οδύνης· τα κόκκαλά των έτριζον, ως στελέχη οξυών αναρπαζομένων υπό θυέλλης.

— Άφσε με.

— Άφσε με και συ.

— Να…

Οι δύο αντίπαλοι ωπισθοδρόμησαν αίφνης ολίγα βήματα αποχωρισθέντες. Πριν όμως οι πέριξ θεαταί προφθάσουν ν' απορήσουν διά τούτο, είδον αυτούς πάλιν με τα μακρά χαρμπιά εις χείρας επιπίπτοντας κατ' αλλήλων μετά τόσης σφοδρότητος, ώστε επίστευσαν ότι θα εσκορπίζοντο εις κόνιν εκ της συγκρούσεως. Ο Ταχίρ μεγαλόσωμος, υψηλά κρατών το φοβερόν χαρμπί του, έσπευδε να το κατεβάση από του ώμου μέχρι της κοιλίας κι ήδη επλάκωνεν επάνω του αρματολού ως κατάμαυρο σύγνεφο φέρον την καταιγίδα επί της αβράς χλόης λειβαδίου. Ο Ζάχος πρώτην φοράν επί της ζωής του ερρίγησεν ήδη. Από την όψιν και την φοράν του αντιπάλου του ηννόησεν ότι έφθασεν ο έσχατος κίνδυνος κι εμαζεύθη τολμηρός και άγρυπνος, κάτω κρατών την δεξιάν χείρα κι επ' αυτής όρθιον το χαρμπί και μόλις ησθάνθη πλησίον τον αντίπαλον ανετινάχθη ολόσωμος κι εσούβλισε τον θώρακα και την καρδιά του αλβανού πέρα πέρα. Κρουνός αίματος επήδησεν από του στόματος του Ταχίρ Γιάτση και το γιγάντειον σώμα του εξηπλώθη επί της γης μετά βρόντου, ως αμάξιον φορτηγόν κατά κρημνού.

— Σκύλε! μώφαγες όλη τη γενηά! είπεν ο Ζάχος, πηδών επάνω του εν θριάμβω.

*

Η Μαλάμω παρηκολούθει από του γεωτοίχου την πάλην με αγωνίαν. Οι οφθαλμοί της καθ' όλην την ώραν έμενον προσηλωμένοι εκεί, ακίνητοι, ως του ατενίζοντος τον Αέρα, την εκκλησιαστικήν σινδόνην, ην οι ιερείς ταλαντεύουν άνω της αγίας Τραπέζης κατά την ώραν του Πιστεύω, ίνα συγχωρηθώσι τ' αμαρτήματά του. Εις κάθε κίνημα του Ταχίρ Γιάτση, εις κάθε κτύπημα, το οποίον ητοιμάζετο να καταφέρη ούτος κατά του Ζάχου, η Μαλάμω ερρίγει από κεφαλής μέχρι ποδών. Ενόμιζεν ότι επόνει η ιδία εκ της συσφίγξεως την οποίαν υφίστατο ούτος υπό τους ρωμαλέους βραχίονας του Ταχίρ. Τα λάμποντα ξίφη και τα χαρμπιά των παλαιόντων διεπέρων την καρδίαν της. Ότε τέλος είδε τον Ταχίρ Γιάτσην εξηπλωμένον και τον Ζάχον όρθιον άμα και λακτίζοντα αυτόν, ανέδωσε φωνήν θριάμβου, διάτορον.

— Γεια σου, μωρέ γιε!... Κι επήδησε του γεωτοίχου, σπεύδουσα προς την Πύλην.

Αλλά δεν εφώναξε μόνον αυτή. Μύριαι φωναί φρενήρεις και πυροβολισμοί ισάριθμοι ανέβρασαν από του τείχους, χαιρετώντες τον θρίαμβον του αρματολού.

Ο Ζάχος ήδη επέστρεφε μετά των συντρόφων του εις την πόλιν, φέρων το καρυοφύλλι του αρματολού, το παλλάδιον τούτο της οικογενείας του και ως λάφυρον τα τσαπράζια του Ταχίρ Γιάτση. Οι Αλβανοί, από τας τάξεις των οποίων διήρχετο, ουδ' εσκέφθησαν καν να τον εμποδίσουν. Εθαύμαζον τόσον την ανδρείαν και την ρώμην, ώστε αν η απώλεια διακεκριμένου αρχηγού δεν τους κατέθλιβε, θα εχαιρέτων και ούτοι δι' αλαλαγμού και πυροβολισμών τον νικητήν.

Προ της Πύλης του γεωτοίχου οι οπλαρχηγοί, η φρουρά, ο λαός όλος, κατενθουσιασμένοι, ανέμενον τους ευαρίθμους κλέφτας. Αι γυναίκες εδείκνυον εις τα τέκνα των τον Ζάχον ως πρότυπον ανδρείας και οικογενειακής τιμής· τα παλληκάρια τον εζήλευον· αι λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν των κάπως σπαρταρίζουσαν δι' αυτόν οι Σουλιώται τον εφθόνουν. Η Μαλάμω εν μέσω αυτών, ασθμαίνουσα εκ της ανυπομονησίας, μόλις συνεκράτει την χαράν της. Άμα διέκρινε μακρόθεν τον Ζάχον, έτρεξε προς αυτόν και ήρπασε το καρυοφύλλι εκ των χειρών του. Ενώ δε οι άλλοι συνέρρεον περί αυτόν ερωτώντες, ψηλαφούντες και θαυμάζοντες· ενώ οι συστρατιώται του τον ησπάζοντο και οι οπλαρχηγοί του έσφιγγον φιλίως την χείρα και τον εφίλουν επί του μετώπου, η Μαλάμω εις ουδέν άλλο προσείχεν ειμή εις το καρυοφύλλι. Δι' αυτό είχε χάση τον άνδρα και τέσσαρας υιούς, τέσσαρας λεβέντας εκεί, πανώρηα κυπαρίσσια του οίκου της· δι' αυτό είχε μείνει άγρυπνος νύκτας ολοκλήρους, χύνουσα κρουνούς δακρύων, και είχε χάση η οικογένεια την λαμπρότητά της. Και τώρα, ότε το έβλεπεν εις τας χείρας της, ότε το απέκτα πάλιν, ενόμιζεν ότι ανεύρισκε διά μιας όλα. Το κατεφίλει παντού, επί του κοντακίου, επί της κάνης, επί του λύκου, επί των παφηλίων· το έσφιγγε σπασμωδικώς επί της καρδίας της· το εψηλάφει, απαλά απαλά, φοβουμένη μήπως πονέση, και του ωμίλει ενίοτε ως να ήτο έμψυχον.

— Δε φιλείς και τον γιο σου, κυρά; είπεν εις αυτήν ο Μακρής.

Η Μαλάμω εστάθη εις την φωνήν, ωσεί τότε εξυπνήσασα. Έστρεψε το βλέμμα πέριξ, ητένισε τον υιόν της, ο οποίος της εφάνη παραπονούμενος διά την προτίμησιν εκείνην.

— Τόρα έχω δυό γιους· είπεν υπερηφάνως.

Και περιβαλούσα διά της αριστεράς χειρός τον Ζάχον, έσφιξεν αυτόν και το καρυοφύλλι εις τον κόλπον της, φιλούσα και τα δύο μετά της αυτής ορμής.

1887

 

αρχή

 

Ο ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟΣ

 

 

 

— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!

Η λειτουργία, είχε τελειώσει εν τω ναΐσκω του αγίου Δημητρίου και υπό τους οξείς ήχους των δύο κωδώνων μικρού κωδωνοστασίου, οι χωρικοί εξήρχοντο ασκεπείς ακόμη και σταυροκοπούμενοι.

Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εποχή νηστείας και προσευχής διά τους χωρικούς και είχον καταλάβει πολυπληθείς τον στενόν χώρον του ναΐσκου.

Το θρησκευτικόν αίσθημα διετηρείτο τότε ακμαίον και απροσποίητον. Αι κοινωνίαι, αρτιπαγείς, συνεκροτούντο ακόμη από γέροντας, των οποίων η ζωή διέρρευσε μέσω βαρυστενάκτου δουλείας, μεσήλικας και νέους, ανατραφέντας μέσω των καπνών του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου και γνωρίζοντας πόσας φοράς η Πατρίς εστηρίχθη επί της θρησκείας και ο καταδυναστευόμενος και από παντού πολεμούμενος ραγιάς πού είχε προσηλωμένην την αλύγιστον ελπίδα του. Η νέα ηλικία και τα μικρά από τας διηγήσεις αυτάς των πατέρων, από τα νανουρίσματα και τ' ανέκδοτα της μάμης, έφερον ριζωμένον αυτό εις τα στήθη των και αφού δεν ήδύναντο πλέον να εκχύσουν το κατά του τυράννου μίσος των, ελεύθερα ήδη, εμάνθανον να δεικνύουν την λατρείαν και τον σεβασμόν των εις τον υπέρτατον προστάτην. Οι άνδρες εξήρχοντο χαρωποί, άλλοι ενδυμένοι φουστανέλλας και χιονώδεις φλοκάτας, άλλοι μπενωβράκια και σεγούνια και ολίγοι, τρεις τέσσαρες νεωτερίζοντες, ευρωπαϊκά, πλατύτατα κατά τον γαλλικόν συρμόν της εποχής.

— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!… εφώναξεν ο Σταύρος, κοντόχονδρος χωρικός, εις τινα προπορευόμενον αυτού, μασσών ακόμη το αντίδωρον.

— Έλα· είπεν ούτος, μετριάσας το βήμα.

— Ξέρεις· ο Μούλος έχει ένα σηκότι ’ς το φούρνο και μας καρτερεί·—πάμε;

— Πού να πάμε;

— ’Σ του Πομόνη· έβαλε φρέσκο…

Οι δύο χωρικοί, αργά βηματίζοντες είχον πλησιάσει την στενήν και ανώμαλον γέφυραν κάτω της οποίας ο Στρεμμενός έτρεχεν ησύχως. Η γέφυρα αύτη κτισμένη προ της επαναστάσεως, οφείλεται εις θαύμα τι του αγίου Δημητρίου, πολιούχου της κωμοπόλεως Λεχαινών. Επί του κωδωνοστασίου του ναΐσκου, χαμηλά εντός κόγχης, υπήρχε τότε μικρόν εικονισμάτιον του τροπαιοφόρου αγίου μετά κανδήλας και μικρού κουτιού ένθα οι διαβάται και οι ερχόμενοι έξωθεν χωρικοί έκαμνον τον σταυρόν κι έρριπτον τον οβολόν των. Ο Τζαφέρης, φανατικός τούρκος, διερχόμενος εκείθεν ηρώτησε μίαν ημέραν διά το εικονισμάτιον εκείνο και αφού έμαθε ποίον παρίστανεν ήρχισε να κάμνη διαφόρους εμπαικτικούς μορφασμούς μέχρις ου ηξηρθρώθη η κάτω σιαγών του. Προσέτρεξεν ευθύς εις πολλούς εμπειρικούς ιατρούς, άνδρας και γυναίκας, αλλ’ ούτε αι πεντάλφαι τας οποίας δι' άνθρακος εχάρασσεν επί των παρειών του πανούργος Χριστιανή, ψιθυρίζουσα αντί εξωρκισμών βλασφημίας κατά της Πίστεως του, ούτε τα παντοειδή βότανα του Δερβίση ηδυνήθησαν να τον ιατρεύσουν. Τότε, μετανοών απετάνθη εις τον άγιον Δημήτριον όστις επανέφερεν ευθύς την σιαγόνα του τούρκου εις την θέσιν της. Ούτος ευγνωμονών επλούτισε διά πολλών αναθημάτων τον ναΐσκον κι έκτισεν εξ ιδίων του την γέφυραν. Και ούτω το θαύμα του αγίου εφάνη ευεργετικώτατον εις την κωμόπολιν. Εκτός του ότι εκραταίωσε την πίστιν κι ενεθάρρυνε τους χωρικούς εις το κατά του αλλοθρήσκου μίσος των, έδωκεν εις αυτούς μέσον συγκοινωνίας του οποίου πριν εστερούντο τελείως.

Ο Δημήτρης και ο Σταύρος ήδη περάσαντες την γέφυραν, κατηυθύνοντο μετά σπουδής εις το οινοπωλείον του Πομώνη, ως ίπποι καματεροί εις την φάτνην των.

— Ορέ για στάσου· είπεν αίφνης ο Δημήτρης σταθείς· τι 'νε κει;

Οι λειτουργηθέντες χωρικοί αντί, ως πάντοτε, να εισέλθουν εις την αγοράν και να σκορπισθούν κατ ομάδας εις τα οινοπωλεία και τα μαγειρεία, ευάριθμοι δε, πέντε-δέκα, εις το μονάκριβον καφενείον, τώρα έμενον συνηθροισμένοι επί της μικράς πλατείας, αριστερά του ναΐσκου. Αι γυναίκες, με τας ποικιλόχρους ενδυμασίας των κατείχον μετά των παιδιών τα υψηλότερα μέρη. Πολλοί εκ της αγοράς έσπευδον εκεί και οινοπώλαι με τας διαβρόχους ποδιάς των και κρεωπώλαι με τα αίματα των σφαγίων επάνω των και ο καφεπώλης ακόμη και μικρέμποροι, κλείσαντες επί τούτω τα μαγαζεία των.

— Τι τρέχει, ορέ; ηρώτησεν ο Δημήτρης μικρόν παίδα, διερχόμενον μετά σπουδής πλησίον των.

— Νερό 'ς τ' αυλάκι· είπεν ούτος, υποπτεύσας ότι ήθελον να παιζογελάσουν μαζί του.

— Για πάμε να ιδούμε· είπεν ο Δημήτρης.

— Πάμε.

Και αμφότεροι έστρεψαν διευθυνόμενοι προς το πλήθος.

— Α! ξέρεις τι; είπεν ο Σταύρος αίφνης ιστάμενος και ατενίζων τον σύντροφόν του· θα διαβάσουν αφορεσμό.

— Γιατί πράμμα;

— Ξέρω κι εγώ· δε βλέπεις;

Τω όντι επί μικρού υψώματος πέριξ του οποίου το πλήθος ήτο συνηγμένον, έκειτο ανεστραμμένος υψηλός λέβης, κατάμαυρος εκ της ασβόλης. Ότε οι δύο χωρικοί έφθασαν εκεί είχεν ανέλθει επί του λέβητος γέρων ιερεύς, υψηλός, ασκεπής, κρατών εις την δεξιάν χείρα χαρτίον επίμηκες και εις την αριστεράν ανημμένην λαμπάδα, χονδράν και κατάμαυρον. Δεξιά και αριστερά αυτού, κάτω ίσταντο τέσσαρες άλλοι ιερείς, ενδυμένοι ποικιλόχρωμα άμφια και κρατούντες επίσης μαύρας λαμπάδας εις τας χείρας. Πολλαί άλλαι λαμπάδες είχον διανεμηθή εις το πλήθος, το οποίον ανεκινείτο πέριξ ανήσυχον και φοβισμένον.

Το επιτίμιον τώρα αναγινώσκεται εντός των εκκλησιών· αλλά τότε ανεγινώσκετο εις το ύπαιθρον, εις το πλέον συχναζόμενον μέρος, όπως συμβαίνει ακόμη εις τινα χωρία. Ο εκδότης του επιτιμίου, διά να δώση περισσοτέραν σημασίαν εις αυτό και να κινήση τον φόβον των ακροατών, προσέφερε να καώσι κατά την ανάγνωσιν χονδραί εξ ασφάλτου λαμπάδες, τας οποίας μόνος του εκόμισεν εκ Πατρών, θέλων να υποδείξη ότι ούτω πως θα καίεται και η ψυχή του εν τω επιτιμίω υπονοουμένου αγνώστου· εζήτησε δε να παρασταθούν και των δύο εκκλησιών οι ιερείς.

Οι χωρικοί είχον ήδη αποκαλυφθή και ανέμενον μετά παλμού αναμίκτου φόβου την ανάγνωσιν του επιτιμίου. Ο επί του λέβητος ιερεύς ήρχισε διά τρεμούσης φωνής ν' αναγινώσκη:

— «Ο αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας — ευλαβέστατοι ιερείς, οσιώτατοι ιερομόναχοι και λοιποί πάντες ευλογημένοι χριστιανοί της κοινότητος Λεχαινών, χάρις είη υμίν άπασι και ειρήνη παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος!…

Ούτω ο ιερεύς εξηκολούθησεν εκθέτων την αιτίαν διά την οποίαν εξεδόθη το επιτίμιον. Ότι ο ζωέμπορος Γεώργιος Νίκας, διερχόμενος κατά τον προπαρελθόντα Ιανουάριον της κωμοπόλεως, έχασε το ερυθρόν πορτοφόλι του, εντός του οποίου ευρίσκοντο εις λίρας οθωμανικάς και τάλληρα τριακόσιαι δραχμαί και ότι προετρέποντο είτε ο ευρών είτε οι γνωρίζοντες τούτον να τον φανερώσουν. Και ο ιερεύς επροχώρει απαριθμών τας φοβεράς συνεπείας όσαι θα εβάρυνον επ' αυτών εν εναντία περιπτώσει, εκφέρων μίαν προς μίαν κι εντόνως τας λέξεις, κατακευρανών δι' αυτών τους ακροατάς του.

Τα πρόσωπα των χωρικών έμενον ωχρά υπό του τρόμου· τα σώματά των είχον κυρτωθή, έτοιμα να γονυπετήσουν· οι οφθαλμοί δεν ετόλμων να υψωθούν εκ φόβου μήπως αντικρύσουν το οργίλον βλέμμα του Θεού. Οι φοβεροί λόγοι του επιτιμίου ελάμβανον σάρκα και οστά εις την φαντασίαν των· ποικίλα φοβερά θεάματα ήρχοντο και παρήρχοντο ενώπιόν των και τους κατετρόμαζον.

Ο ουρανός ήτο σκεπασμένος από κατάμαυρα νέφη αποκρύπτοντα τελείως τον ήλιον. Τα πουλάκια προαισθανόμενα καταιγίδα είχον τρυπώση. Και τα παιδία αυτά τόσον λάλα κι εύθυμα πάντοτε ήδη έμενον περιμαζευμένα εις τα φουστάνια των μητέρων των, μη εννοούντα τας λέξεις του επιτιμίου και την σημασίαν των, αλλά μεταλαμβάνοντα του τρόμου των γονέων. Αι κόκκιναι φλόγες των λαμπάδων, εκτοξεύουσαι κατάμαυρον και δυσώδη καπνόν, άνωθεν του πλήθους, αι ωχραί όψεις των χωρικών, αι αδραί και βάναυσοι των ιερέων επέτεινον την απαισίαν παράστασιν της εικόνος. Μόνον επέρριπτεν εκεί, ως φάρος εν μέσω θυέλλης, ποιάν τινά παρήγορον εντύπωσιν η μορφή του αναγινώσκοντος ιερέως, ο οποίος με την αργυράν κόμην, κυματούσαν επί των ώμων του, το ευρύ και γαλήνιον μέτωπον, το ζωηρόν βλέμμα και με τα εκ σκιαυγούς τζανφέ άμφιά του, άνωθεν της όλης ομηγύρεως, εφαίνετο ως πατριάρχης της Γραφής, επιτιμών και συνάμα νουθετών τον λαόν διά την αστάθειάν του.

— Να είνε αφωρεσμένος! είπεν αίφνης με σθεναράν φωνήν ο ιερεύς, περατώσας την ανάγνωσιν.

— Αφωρεσμένος! απήντησεν ευθύς ομόφωνον και το πλήθος.

— Καταραμένος! επανέλαβεν ο ιερεύς.

— Καταραμένος!

— Η γη να μη τον λυώση!…

— Να μη τον λυώση!

Και με την τελευταίαν λέξιν οι χωρικοί εστέναξαν βαθέως, ωσεί ανακουφισθέντες του εφιάλτου, του πιέζοντος πριν τα στήθη των. Έπτυσαν επανειλημμένως δεξιά και αριστερά μετά προθυμίας, έσβυσαν τας λαμπάδας και διεσκορπίσθησαν κατηφείς…

*

Μόνον ο Δημήτρης δεν επεδοκίμασε τους λόγους του επιτιμίου. Αυτός μόνος εξ όλων ούτε αφώρισεν, ούτε κατηράσθη, ούτε έπτυσε τον ανευρόντα τας τριακοσίας δραχμάς. Κι ενώ οι άνδρες διεσκορπίζοντο εις την αγοράν κι αι γυναίκες απήρχοντο καθ' ομίλους εις τας οικίας των, σταυροκοπούμεναι και αναθεματίζουσαι καθ' όλον τον δρόμον, αυτός έμενεν εκεί, στυλωμένος εις την θέσιν του, τας χείρας επί του στήθους σταυρωμένας κρατών, ασκεπής την κεφαλήν, στυγνός την όψιν, ακολουθών με απλανές βλέμμα τους ιερείς οι όποιοι σβύσαντες τας λαμπάδας εισήρχοντο εις τον ναΐσκον.

— Εδώ είσαι, αδερφέ, κι εγώ σε γυρεύω! εφώναξεν αίφνης ο Σταύρος, ερχόμενος πλησίον του.

Ο Δημήτρης εξηκολούθει τηρών την θέσιν του ακίνητος, ως να μην ήκουσε.

— Ακούς! τι στέκεις αυτού, σαν κολώνα; φόρεσε το φέσι σου και πάμε· επανέλαβεν ο Σταύρος, κινών αυτόν από του βραχίονος.

Ο Δημήτρης εστράφη τότε, παρετήρησε τον σύντροφόν του μ' έκπληξιν, έστρεψε το βλέμμα πέριξ κι εφόρεσε το φέσι του.

— Πάμε· είπεν ο Σταύρος επιμένων.

— Δεν έρχομαι· απήντησε ξηρώς.

Κι έφυγε μετά σπουδής ως κλέπτης. Διότι αν και δεν ανέφερεν όνομα, εκ της εκθέσεως όμως των γεγονότων, αυτόν ηννόει το αναγνωσθέν επιτίμιον.

Ο Δημήτρης Νουλάς ήτο πτωχός εργάτης, μόνον πλούτον έχων την αξίνην, τον λίσγον και τας δύο χείρας του διά των οποίων ειργάζετο, εντίμως ποριζόμενος τα έξοδα της ημέρας. Έσκαπτε κι εξελάκκωνε τα κτήματα· ήνοιγε γουβιά και τάφρους· ανώρυττε πηγάδια ή έκοπτε πλίνθους. Αδιάκοπος εργασία καθ' όλον το έτος, αδιάκοπος πάλη με την γην, την γενέτειραν, της οποίας κατέσκαπτε τα στέρνα, ζωογονών αυτήν, πλουτίζων πολλούς και απολαύων τον άρτον του. Προ δύο ετών, κατά τον χειμώνα, ο Στρεμμενός ο οποίος περιβάλλει διά των ρυπαρών νερών του τα Λεχαινά και φιλοδωρεί τους κατοίκους με παντοειδείς ασθενείας, είχε πλημμυρίσει εκ των πολλών βροχών και κατέκλυσε τας πλησίον των όχθων του αυλάς, κήπους, οικίσκους και μάνδρας, εκάλυψε δε ή παρέσυρε τας ξυλίνας γεφύρας. Ούτω διεκόπη πάσα συγκοινωνία της μιας συνοικίας μετά της άλλης. Άνευ πολλού θορύβου οι ενδιαφερόμενοι συνελθόντες μόνοι των, προκατέβαλον μικρόν χρηματικόν ποσόν κι εκάλεσαν τον Δημήτρην ίνα εκ των ενόντων εργασθή προς εύρυνσιν της κοίτης του Στρεμμενού εις τα στενώτερα μέρη.

Ο Δημήτρης ειργάζετο ήδη επί τρεις ημέρας μετά δύο άλλων εργατών και την τετάρτην, περί την δύσιν του ηλίου, ετελείωσε το έργον του. Οι σύντροφοί του είχον απέλθη, ητοιμάζετο δε και αυτός να τους ακολουθήση, ότε είδεν ιππέα σκεπασμένον με βαρείαν κάπαν, ερχόμενον εκ του αντιθέτου διά να περάση τον Στρεμμενόν.

— Μη ρίξης αυτού γιατ' είνε βαθύ! εφώναξε προς αυτόν ο Δημήτρης.

— Αν είνε βαθύ γι' άλλους δεν είνε για τον Τσίλια μου· απήντησεν ούτος, υπερηφανευόμενος διά τον ίππον του.

Τω όντι ο ίππος εφαίνετο ρωμαλέος· είχε τρίχωμα ελαφρώς ασπρόμαυρον, πόδας ευτόνους, λαιμόν χυτόν, κεφαλήν ωραιοτάτην, επί του μετώπου φέρουσαν λευκόν στίγμα, το οποίον θεωρείται συστατικόν απαραίτητον καλού ίππου. Μόλις όμως εισήλθεν εντός του Στρεμμενού το ορμητικόν ρεύμα τον παρέσυρεν εδώ κι εκεί, και μετά αγώνα μεγάλον κατώρθωσε να φθάση εις την αντίπεραν όχθην. Ο ιππεύς επέζευσεν εκεί, έσφιξε τα λωρία της σέλλας τα οποία παρέλυσαν εκ των λοξοδρομιών που ο ίππος έκαμνε διά ν' αποφύγη το ρεύμα του ποταμού, διευθέτησε τα καταλασπωμένα και διάβροχα ενδύματά του και ιππεύσας πάλιν έφυγε μετά σπουδής, μη υπομένων ότι εντροπιάσθη ο ίππος του, έστω και προ ενός μόνου ανθρώπου.

Μετ' ολίγον επιστρέφων εις την κωμόπολιν ο Δημήτρης, παρετήρησεν εις το μέρος όπου επέζευσεν ο ξένος ογκώδες ερυθρόν πορτοφόλι. Εσκέφθη ευθύς ότι θα έπεσεν εκείνου και ανήλθεν επί τίνος υψώματος, κατοπτεύων τον δρόμον, αλλ’ ο ξένος δεν εφαίνετο πουθενά. Ο Δημήτρης ήτο τίμιος άνθρωπος· εάν ήτο εις καμμίαν πόλιν θα προσήρχετο ευθύς να παραδώση το εύρημά του εις την δημαρχίαν. Αλλ’ εις Λεχαινά δήμαρχος, αστυνόμος και κλητήρες είνε όντα άγνωστα σχεδόν, μισθοδοτούμενα ενώ ασχολούνται εις ιδικάς των εργασίας. Μόνον όταν εγκαθιδρύονται αι νέαι αρχαί, δύο τρεις μήνας φαίνεται ποια τις δραστηριότης· ενοικιάζεται ένα μαγαζί ως δημαρχία προς εξόφλησιν των απαιτήσεων φίλου του κόμματος, τίθενται εντός αυτού κατασκονισμένα και σιτόβρωτά τινα έγγραφα, ένας γραμματεύς—πολλάκις δύο—και ούτω η δημαρχική μηχανή λειτουργεί. Ο Δημήτρης ο οποίος είδε το περιεχόμενον εν τω πορτοφολίω χρηματικόν ποσόν, δεν είχε διάθεσιν να εμπιστευθή εκεί το εύρημά του και αφήκε να σκεφθή καλώς περί τούτου την νύκτα και να πράξη την επαύριον ό,τι αποφασίσει. Ούτω είχεν εισέλθη εις την αγοράν, λιθόστρωτον αλλά κατασκότεινον και πλήρη βορβόρου και διηυθύνετο εις τον οικίσκον του, κατακουρασμένος.

— Δημήτρη! ε, Δημήτρη! τον εκάλεσεν αίφνης φωνή από του αντικρυνού πεζοδρομίου.

Ο εργάτης έστρεψε και είδε προ της θύρας υψηλόν βλαχοποιμένα στηριζόμενον επί της μακράς αγκλίτσας του να τον καλή εκεί.

— Καλώς το γέρω Βαγγέλη· είπε πλησιάσας και σφίγγων την χείρα του· πώς εδώ τέτοια ώρα;

— Μην τα ρωτάς, αδερφέ· είχα μια δουλειά να τελειώσω, μα ούτε τη δουλειά μου έκαμα κι ενυχτώθηκα· θα νάρθω ’ς το κονάκι απόψε.

— Καλώς νάρθης.

Ο Δημήτρης ήτο καταμόναχος· ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ούτε γονείς είχε. Ήτο ξένος χωρικός, εγκατασταθείς προ πολλού χρόνου εις την κωμόπολιν· εκάθητο μόνος εις μικρόν χαμόσπιτον, υπηρετών αυτός εαυτόν κατά τα δείπνον, ως ασκητής. Κατά το φαγητόν ο γέρω Βαγγέλης διηγήθη εις τον Δημήτρην, προς τον οποίον συνεδέετο διά παλαιάς φιλίας, το αίτιον της θλίψεώς του. Ο γέρω Βαγγέλης, πτωχός ποιμήν, είχε μίαν κόρην την Μπίλιω, την οποίαν είχεν αρραβωνίσει μετά του Νάσου, γείτονος βοσκού. Ήδη επλησίαζεν η ημέρα του γάμου και ο γέρων δεν είχε το χρηματικόν ποσόν το οποίον υπεσχέθη εις τον γαμβρόν, οι συγγενείς δε του νέου εδήλωσαν ότι δεν θ' άφινον αυτόν να στεφανωθή την κόρην, αν δεν του εμετρείτο τούτο πρώτον μέχρι λεπτού. Εφρόντισε δι' όλων των μέσων ο γέρω Βαγγέλης όπως εύρη τα χρήματα, απετάθη παντού, πληρώνων όσο όσο τόκον διά να μη του αφήσουν την κόρην κι εντροπιασθή τ' όνομά του, αλλά τίποτε δεν ηδυνήθη να κατορθώση. Ήδη η Κυριακή επλησίαζε και ο βλαχοποιμήν ήτο απηλπισμένος.

— Να σου πω· και πόσα σου λείπουν; ηρώτησεν αίφνης αυτόν ο Δημήτρης.

— Τι τα ρωτάς· όσα κι αν λείπουν για μας είνε πολλά.

— Μα σαν πόσα;

— Τρακόσες δραμές· για τρακόσες δραμές χάνω την υπόληψί μου! είπεν ο βλαχοποιμήν δακρύων.

Ο Δημήτρης είχε συγκινηθή κατά την διήγησιν του γέροντος. Παρά τοις βλάχοις κι εν γένει εις τας μικράς κοινωνίας, θεωρείται μεγάλη προσβολή ν' αρραβωνισθή τις μίαν κόρην κι έπειτα να την αφήση. Η κόρη τήκεται ημέρα με την ημέραν· κόρη αρραβωνισμένη είνε δια τους άλλους έπιπλον μεταχειρισμένον, το οποίον έχασε πλέον την στιλπνότητά του. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων ουδείς άλλος δέχεται να την νυμφευθή· η οικογένεια καταβάλλεται εκ της εντροπής· ουδέν των μελών της, είτε πατήρ, είτε αδελφός, είτε καν απλούς συγγενής ακόμα έχουν το θάρρος να φιλονικήσουν με άλλον περί των υποθέσεών των, διότι ούτος ευθύς ρίπτει, μίαν λέξιν διά το πάθημά των και αυτοί είνε ηναγκασμένοι να την παραδεχθούν και να σιωπήσουν. Ο Δημήτρης τα εγνώριζεν όλα αυτά και συνετρίβετο η καρδία του εις τα δάκρυα του γέρω Βαγγέλη.

Αίφνης εσκέφθη το εύρημά του, είδεν ότι τούτο ήτο ακριβώς εκείνο το οποίον ο βλαχοποιμήν εχρειάζετο διά την κόρην του. Ήρχισε να διαβλέπη εκεί τον δάκτυλον του Θεού, να πιστεύη ότι όχι η ιδική του τύχη αλλά της Μπίλιως ήτο να εύρη τα χρήματα και ότι αυτός δεν εχρησίμευσε παρά ως μέσον διά να φθάσουν μέχρις αυτής. Και ο Δημήτρης παρασυρόμενος υπό της πλημμύρας των φιλικών και θρησκευτικών αισθημάτων του, χωρίς να σκεφθή περισσότερος ητένισε τον γέρω Βαγγέλη μειδιών.

— Σώπα, γέρω, είπεν· η κόρη σου θα πανδρευθή.

Συγχρόνως έσυρεν εκ του κόλπου του το πορτοφόλι κι εξήγαγε τας τριακοσίας δραχμάς.

— Να, περισσότερα δεν έχω· είπε τείνων αυτά εις τον έκπληκτον βλαχοποιμένα.

— Αδερφέ μου με σώνεις! είπεν ούτος, εναγκαλιζόμενος αυτόν· με σώνεις· έσωσες το κορίτσι μου, τ' όνομά μου!...

Αλλ’ ενώ ήπλωνε την χείρα να λάβη τα χρήματα εστάθη.

— Όχι, είπε, κράτησέ τα κι αυριο μου τα δίνεις· να κάνουμε πρώτα το χαρτί.

— Τι χαρτί; χαρτί είν' ο λόγος 'ς τους καλούς ανθρώπους· δεν θέλω.

— Α, όχι· εδώ έχομε ζωή και θάνατο· αύριο κάνουμε το χαρτί και μου δίνεις τα λεφτά.

Αλλ’ ο Δημήτρης επέμενε και ο βλαχοποιμήν τέλος κατεπείσθη να λάβη τα χρήματα και την Κυριακήν εστεφάνωσε την κόρην του. Αλλ’ αίφνης ιδού αφού επί τόσον καιρόν κανείς δεν εζήτησε τα χρήματα εκείνα, τώρα ήνοιγεν η άβυσσος απειλητική εμπρός του. Ο ζωέμπορος ενεφανίζετο διά της εκκλησίας ζητών τα χρήματά του, άλλως έρριπτεν αυτόν εις τας αράς πάντων των θεοφόρων πατέρων, ως έλεγε το επιτίμιον. Και ο ζωέμπορος δεν ήτο άλλος παρά ο ιππεύς εκείνος του Στρεμμενού· όλα συνεφώνουν και το χρώμα του πορτοφολίου και το ποσόν των χρημάτων και ο τόπος αυτός. Είνε αληθές ότι και τότε αν τα είχε και τα έδιδεν ελύετο ο αφορισμός· αλλά πού να εύρη αυτός, πτωχός εργάτης, τριακοσίας δραχμάς. Καθ' όλην την ζωήν του αν ειργάζετο δεν ήτο δυνατόν να τας οικονομήση. Ο βλαχοποιμήν από τον οποίον ηδύνατο να τας ζητήση, εκτός του ότι δεν είχε τίποτε, είχε και αποθάνει· από τους κληρονόμους του δεν ηδύνατο να τα ζητήση αφού δεν είχε συνάλλαγμα!…

Ο Δημήτρης ούτω σκεπτόμενος έμεινε κατάκλειστος καθ' όλην την ημέραν. Έστρεφε κι επανέστρεφε το ζήτημα εις τον νουν του αλλά πουθενά δεν εύρισκεν ελπίδα σωτηρίας. Παρήλθεν η ημέρα χωρίς να συλλογισθή να φάγη ή να πίη τι. Έκλινε την κεφαλήν επί της σκωληκοβρότου τραπέζης του, εστήριζεν αυτήν εις τον τοίχον εν μέσω των χειρών του, περιεφέρετο εδώ κι εκεί ταχέως βηματίζων και κατέπινε τον καπνόν του σιγάρου του μετά πάθους. Ο νους του αδιακόπως εκάλπαζε ζητών κάτι το οποίον και αυτός δεν εγνώριζεν· ιδρώς αγωνίας και ταραχής απέσταζε κατά θρομβία από του μετώπου του εν τη ώρα εκείνη του χειμώνος. Τα μαλλιά του έπιπτον ατάκτως εδώ κι εκεί άλλα ανωρθωμένα, άλλα επικλινή, άλλα καταπεπτωκότα ωσεί θέλοντα να παραστήσωσι τον εν τω κρανίω του σάλον· οι μυς του προσώπου του συνεσπώντο εκάστοτε ωσεί η ψυχή ερρίγει εντός του σώματος. Κάποτε έπιπτεν εξηντλημένος επί της στρωμνής του, προσεπάθει να κοιμηθή ολίγον, αφίνων δι' αύριον την σκέψιν, αλλά μόλις έκλειε τους οφθαλμούς και η εικών της πρωίας με τας μεγάλας ερυθράς φλόγας των μαύρων λαμπάδων, τα ωχρά πρόσωπα των χωρικών, τα πιναρά των ιερέων και άνωθεν τον κατάμαυρον ουρανόν, απαίσιον πλαίσιον απαισιωτέρας εικόνος, παρουσιάζετο προ αυτού φοβερωτέρα. Ενόμιζεν ότι ήκουεν εν τη σιγή της νυκτός ένα προς ένα τους λόγους του επιτιμίου και τους εδέχετο, ως τόσας μυλόπετρας κατά της κεφαλής του. Εν τη σκοτία του δωματίου του διέκρινε μαύρον σύννεφον καπνού, δυσώδες, το οποίον τον απέπνιγε.

— Φέξε, Θεέ μου, φέξε! έλεγεν αναπηδών έντρομος.

Ούτω μετά χαράς είδε το γλυκοχάραγμα σημαδεύον την έλευσιν της ημέρας. Ήλπιζεν ότι το φως αποδιώκον τα σκότη της νυκτός, θ' απεδίωκε κάπως και τα μαύρα συναισθήματα της συνειδήσεώς του. Έλαβεν ευθύς την αξίναν του κι εξήλθεν εις την αγοράν να ζητήση εργασίαν.

Η αγορά κατά την ώραν εκείνην ήτο πλήρης κόσμου, θορύβου και φωνών. Την μεγάλην τεσσαρακοστην σκάπτονται τα κτήματα· πλήθος Ζακυνθίων, Κεφαλλήνων κι εντοπίων εργατών εξέρχεται λίαν πρωί και καταλαμβάνει καθ' ομίλους το Σταυροπάζαρο, το κεντρικώτερον μέρος της αγοράς, όπου διασταυρόνονται οι δύο δρόμοι της. Ίστανται εκεί όρθιοι με την αξίνην παρά πόδας, έτοιμοι ν' ακολουθήσουν τον πλειοδοτούντα εις το ημεροδούλι των. Παντοειδείς συμφωνίαι διεξάγονται μεταξύ αυτών και των κτηματιών, άμα δε μεγάλος κτηματίας συμφωνήση, το ημεροδούλι κόπτεται και με αυτό πληρώνονται όλοι δικαιωματικώς την ημέραν εκείνην. Μικρόν κατά μικρόν οι όμιλοι των εργατών, με τας άξίνας επ' ώμου διασκορπίζονται, άλλος εδώ, άλλος εκεί και η αγορά μένει έρημος καθ' όλην την ημέραν, με τους καταστηματάρχας μόνον, τους προύχοντας, τους θηρευτικούς δικολάβους, τους πολυασχόλους ιατρούς, μακαρίως διημερεύοντας εις τα βρωμερά καφενεία και τους μπακαλόπαιδας, βράζοντας τα κουκία ή καθαρίζοντας της ζυγαριές των.

Πλησίον του Δημήτρη όμιλος εργατών, συμφωνήσας ητοιμάζετο ν' ακολουθήση τον κτηματίαν Δρόσον.

— Μωρέ παιδιά, θέλουμε κι' άλλον ένα να το σώσωμε, είπεν ούτος προς τους εργάτας· δεν έχετε κανένα παιδί ακόμη;

— Όσκε· δέκα ειμάστενε.

Ο Δρόσος παρετήρησε τον Δημήτρην.

— Ε, Δημήτρη· είπε, στρέφων την χείρα και καμμύων τον ένα οφθαλμόν ερωτηματικώς· πώς! μονάχος εσύ;

—Μονάχος.

— Έρχεσαι μαζί με τα παιδιά;

— Έρχομαι.

Και ρίψας την αξίνην επ' ώμου ηκολούθησε προθύμως τους εργάτας.

Μόλις έφθασαν εις το κτήμα οι εργάται ετέθησαν κατά σειράν, απέχοντες ο εις του άλλου όσον επέτρεπε να χειρίζωνται ελευθέρως τας αξίνας των και ήρχισαν την εργασίαν. Έσκαπτον μετά σθένους και προθυμίας·αι αξίναι έλαμπον διά μίαν στιγμήν άνωθεν των κεφαλών και κατέπιπτον αλληλοδιαδόχως επί της γης· τα σκωπτικά λόγια και οι γέλωτες διεσταυρόνοντο· μεταξύ των ήρχισε μετά μικρόν σιγά, σιγά δειλόν, περιπαθές το τραγούδι κι αίφνης η πατριωτική καρδία Κεφαλλήνος, θλιβομένου διά τα άδικα παθήματα της πατρίδος του από τους Άγγλους, διά τον δουλικόν και προδοτικόν χαρακτήρα τινών πατριωτών, εξερράγη εις θλιβερόν κατ' αυτών παράπονον:

—Ανάθεμά σε Παναγή,

Ιούδα και προδότη,

που πήγες και μας πρόδωκες

τον δόλιον Αναγνώστη!…

Και ο Δημήτρης ειργάζετο μετά ζήλου. Ο δροσερός αήρ της εξοχής, η ευθυμία των συντρόφων του και προ πάντων η εργασία, η κίνησις εκείνη, η σπασμωδική και αδιάκοπος των νεύρων και των μυών, η οποία έκαμνε να κυκλοφορή το αίμα κανονικώτερον κι ευκολώτερον εις τας φλέβας, ετόνωσαν το σώμα του κι έδωσαν ευχάριστον τροπήν εις τας ιδέας του. Ήρχισε να συμμετέχη και αυτός εις τας ομιλίας των συντρόφων του, να λέγη κανέν αστείον και από καιρού εις καιρόν ασθενώς, ωσεί φοβούμενος μη εξυπνήση την συνείδησίν του, να συνοδεύη αυτούς εις το τραγούδι των.

Μετ' ολίγον εφάνη ερχόμενος ο Δρόσος. Αφού έστειλε τους εργάτας έμεινεν ούτος ίν' αγοράση το προσφάγι των, το οποίον συνίσταται πάντοτε σχεδόν εκ βραστών κουκίων, πράσων, άρτου και ξυνού κρασιού.

— Γιωργάκη, πόσο τους πήρες τς' αργάτες· του εφώναξεν ο Δήμος ο χαλικιάς ενώ ησχολείτο εις τούτο.

— Γιατί; δεν είνε καλοί; είπεν ούτος, πάντοτε φιλύποπτος.

— Καλοί· έχεις μάλιστα και αφορεστικό μαζί σου!

— Θα προκόψη τώρα το κτήμα σου! είπεν άλλος.

— Κούρβουλο δε θα μείνη! επρόσθεσε τρίτος.

Ο Γιωργάκης, ακούων τα κακά αυτά διά το κτήμα του προμηνύματα εστάθη ως κεραυνόπληκτος, ατενίζων τους φίλους του εις τους οφθαλμούς και προσπαθών να εννοήση τους λόγους των! Αίφνης ενθυμήθη τον Δημήτρην, ενθυμήθη τα εν τη αγορά διαθρυλούμενα και αφήσας κατά γης τα οψώνια κατηυθύνθη εις το κτήμα του, κατατρομασμένος.

— Εσύ, Δημήτρη, να σχολάσης· είπε σοβαρώς εις τον εργάτην, μόλις έφθασεν εκεί.

— Γιατί, αφεντικό;

— Έτσι, δε θέλω να μου κάμης δουλειά· αφωρεσμένους ανθρώπους δε θέλω 'ς το κτήμα μου… δεν τώχω για ξέραμα!…

Κι επειδή ο Δημήτρης ίστατο ακίνητος, με την κεφαλήν κάτω νεύουσαν, ανατριχιάζων εις τους λόγους του κτηματίου, επλησίασεν ούτος, του αφήρεσε την αξίναν και την έρριψεν άνωθεν της τάφρου έξω, εις τον δρόμον.

— Πήγαινε! είπε μετά θυμού.

— Φύγε! εφώναξαν και οι εργάται εκ συμφώνου, τώρα μόλις μαθόντες ότι είχον μαζί των αφωρισμένον άνθρωπον.

Και χωρίς να χάνουν καιρόν, αδημονούντες ύψωσαν απειλητικώς τας αξίνας εναντίον του.

Ο Δημήτρης εξήλθε μετά τάχους του κτήματος και διηυθύνθη προς την κωμόπολιν, εκ της ζάλης του μη ενθυμηθείς ούτε την άξίναν του να λάβη. Ήτο λοιπόν τω όντι αφωρισμένος! το εύρημά του, το οποίον είχε γίνει γνωστόν εις την κωμόπολιν, έκαμνε γνωστόν και το κακόν το οποίον εβάρυνεν επ' αυτού! Και οι χωρικοί αντί να εξετάσουν κατά βάθος το πράγμα, να λάβουν υπ' όψιν τα συμβάντα τα οποία εγνώριζον εν προς εν, ελάμβανον μόνον το επιτίμιον, την απόφασιν της εκκλησίας, η οποία διετέλει εις παντελή άγνοιαν, και τον αναθεμάτιζον και αυτοί και δεν τον ήθελον πλησίον των!

— Καλά, εσκέπτετο καθ' όλον τον δρόμον κλαίων, καλά· έτσι κατάντησα να ξεραίνω και τα δενδρά!...

Αίφνης ευρέθη εμπρός χαμηλού πλινθοκτίστου οικίσκου, από τ' ανοικτά παράθυρα του οποίου εξήρχοντο, εν τη σιγή εκείνη και τη ερημία του δρόμου, έρρινοι φωναί, ψαλμωδούσαι. Ο Δημήτρης, χωρίς να το εννοήση, είχε φθάσει εις την κωμόπολιν και ήδη ευρίσκετο προ της οικίας του παπα-Σταύρου.

— Ο Θεός μ' έβγαλε· διελογίσθη ευχαρίστως. Και εισήλθε με απόφασιν να εξομολογηθή εις τον ιερέα και να ζητήση τας συμβουλάς του. Έβγαλεν ευθύς το φέσι του, εφίλησε μετά δουλικής αφοσιώσεως την χείρα του ιερέως κι εγονάτισε προ αυτού.

Ο παπα-Σταύρος εκάθητο σταυροπόδι επί του κραββάτου, έχων εις την αριστεράν χείρα το κομβολόγι και εις την άλλην, στηριζομένην επί των γονάτων, εκκλησιαστικόν βιβλίον, το οποίον ανεγίνωσκε μεγαλοφώνως. Ο παπα-Σταυρος κατήγετο εκ Μανωλάδος· χοιροβοσκός πριν, έπειτα Αναγνώστης, αναγινώσκων συλλαβιστά τον Απόστολον εις την εκκλησίαν του χωρίου του και καταθέσας το σύνηθες τίμημα πεντήκοντα έως εξήκοντα τάλληρα— το οποίον ήτο και προίκα της νεαράς γυναικός του, και κληθείς άξιος παρά των συγχωρικών του εχειροτονήθη ιερεύς. Μετ' ολίγον, επειδή η εκκλησία του αγίου Δημητρίου είχεν έλλειψιν ιερέως, ο παπα-Σταυρος κατώρθωσε δι' ολίγων ζευγών καπονίων και χηνών να μετατεθή εις Λεχαινά, χωρίς βέβαια η νέα θέσις να ευρύνη το παραμικρόν τας θεολογικάς γνώσεις του.

— Ε, και τι θες από με; ηρώτησε με την χονδρήν φωνήν του τον Δημήτρην, αφού ήκουσε τους λόγους του.

— Ήρθα να μου πη η αγιοσύνη σου, τι να κάμω.

— Τι να κάμης; να μετρήσης τα λεφτά και γρήγορα γιατ' είσαι χαμένος άνθρωπος· είπεν ο ιερεύς με αυστηρόν ύφος, θέλων να κάμη σοβαρωτέραν την εντύπωσιν των λόγων του.

— Μα δεν έχω πού να οικονομήσω τρακόσες δραμές;

— Έχεις δεν έχεις πρέπει να της δώκης· συλλογίσου, παιδί μου, επρόσθεσεν ηπίως, την κατάρα του Θεού και τη δική μας… τον αφωρεσμό και το άλυοτο κουφάρι σου… Θα στενάζης και θα τρέμης, ως ο Κάιν… θα ιδρώνης και θα παγώνης…

Και ο παπα-Σταύρος εξηκολούθει ν' απαριθμή τας εν τω επιτιμίω διαλαμβανομένας τιμωρίας, προσθέτων και τας ιδικάς του, όσας ενόμιζεν ικανάς να σηκώσουν τον νουν του εργάτου μίαν ώραν αρχήτερα. Ο Δημήτρης έτρεφε σεβασμόν εις τους ιερείς και τους λόγους των ήκουε μετά προσοχής θεωρών αυτούς ως εκ στόματος, του Θεού εκπορευομένους. Εις εκάστην πράξιν την οποίαν ήθελε κάμη, σχετιζομένην πως προς την εκκλησίαν, ελάμβανε πρώτον την γνώμην των ιερέων ενήστευε μετ' ακριβείας τας τετράδας και παρασκευάς, τα τρίμερα, τας δευτέρας, ως αι γραίαι, κι εν γένει ήτο τύπος θεοφοβουμένου χωρικού. Ήδη ακούων τας φοβεράς λέξεις του ιερέως ήρχιζε ν' ανατριχιάζη και να τρέμη σύσσωμος μη υπομένων δε πλέον επήδησεν όρθιος.

— Πάψε, πάψε για όνομα Θεού! εφώναξε προς τον ιερέα, τραβών τα μαλλιά του εκ φρίκης.

Και ητοιμάζετο να εξέλθη της οικίας.

— Άκουσε, Δημήτρη· είπεν ο ιερεύς με ύφος συμπαθείας· να δώσης τα λεφτά και να φέρης να σου ρίξω κανένα σαραντάρι για την ψυχή.

Ο Δημήτρης δεν ήκουε πλέον κι εξήλθε της οικίας αλλοφρονών. Η τιμωρία του ήτο άφευκτος· το πάθημά του δεν εδέχετο άλλην θεραπείαν· ή έπρεπε να δώση οπίσω τα χρήματα άθικτα ή αιωνία κόλασις και μίασμα της γης και κατάρα του ουρανού. Αλλά πώς να οικονομήση τα χρήματα αυτά;!...

— Ποιος μου δίνει! ποιος με 'μπιστώνει εμένα; έλεγε καθ' όλον τον δρόμον του, μονολογών.

Αίφνης εσυλλογίσθη τον Γιάννη Ρούσον. Εις αυτόν μόνον ηδύνατο ν' αποταθή με κάποιαν ελπίδα επιτυχίας. Ο Ρούσος ήτο έμπορος τίμιος και χρηστός· συνεπάθει κι επροστάτευε τους δυστυχείς, εδάνειζε τους πτωχούς κτηματίας και γεωργούς, χωρίς ν’ απαιτή υπερόγκους τόκους κι εθεωρείτο παρ’ όλων καλός χριστιανός. Ο Δημήτρης είχεν εργασθή επί πολλά έτη εις τα κτήματά του, και απελάμβανε της εμπιστοσύνης και της αγάπης του.

— Θα πάω και ο Θεός βοηθός· εσκέφθη.

Και διηυθύνθη κατ' ευθείαν εις το κατάστημα προς αντάμωσιν του εμπόρου. Καθ' όλον τον δρόμον η καρδία του έπαλλε σφοδρώς. Η ώρα εκείνη ήτο η κρισιμωτέρα της ζωής του· η τύχη του σώματος και της ψυχής του εκρέματο από τα χείλη του εμπόρου· ένα ναι ή ένα όχι αυτού εζύγιζεν όσον ουδέ ολόκληρος ο κόσμος. Ο Δημήτρης δεν ητένιζε κατά πρόσωπον κανένα εξ όσων απήντα εμπρός του, φοβούμενος μη δειλιάση και οπισθοδρομήση άπρακτος.

— Πού είνε ο αφέντης; ηρώτησε τον υπηρέτην, μόλις έφθασεν.

— Δεν είν' εδώ· πάρε το μεροδούλι σου και φύγε· απήντησεν ούτος, αποθέτων επί του πάγκου τεσσαράδραχμον κύλινδρον δεκαρών.

— Δεν ήρθα, παιδί μου, για το μεροδούλι· είπεν ο Δημήτρης δειλώς· τον αφέντη θέλω.

— Σου είπα δεν ειν' εδώ· επέμεινεν ούτος οργίλως.

Ο Δημήτρης έτρεμεν όλος. Πριν φθάση εις το κατάστημα είχεν ίδη τον κυρ Γιάννη εντός του γραφείου του. Φαίνεται ότι και ούτος τον είδε και, υποθέτων ότι επήγαινε, να ζητήση το οφειλόμενον ημεροδούλι του, το έδωσεν εις τον υπηρέτην και αυτός εκρύβη. Λοιπόν και ο κυρ Γιάννης τον απέφευγεν· ούτε να τον αντικρύση, ούτε να τον ίδη κατά πρόσωπον δεν ήθελεν αυτός από τον οποίον ήλπισε σωτηρίαν και ο οποίος εγνώριζε καλλίτερον παντός άλλου πώς τα εύρε και τα διέθεσε τα χρήματα του ζωεμπόρου!…

Ο Δημήτρης περιέφερε το βλέμμα πέριξ θολόν χωρίς να διακρίνη τι κι αίφνης ετράπη φεύγων διά της αγοράς ταχέως, ίνα μη ίδη και ακούση τα σαρκαστικά βλέμματα και τας ύβρεις των χωρικών…

*

Η απελπισία του Δημήτρη δεν είχε πλέον όρια. Η καρδία του εβροντοκτύπα αδιακόπως συγκινουμένη και πάσχουσα εις τον παραμικρόν ψόφον· ο εγκέφαλός του, υπεραιμών, κατέκαιε το κρανίον, ως αναλυμένος μόλυβδος, απειλών εκ της πληθύος να το διαρρήξη· ο νους του ωμοίαζε προς χάος άνω του οποίου έρχονται και παρέρχονται αδιακόπως κι εν αλληλουχία σκιαί και λάμψεις, μορφαί απαίσιαι και σαρκαστικαί. Ετελείωσε πλέον η ζωή και τα καλά της! Αι μεταξύ αυτού και του κόσμου σχέσεις έληξαν διά παντός! Ο αφωρισμός, αποτρόπαιον και βδελυκτόν στίγμα, προσεκολλήθη επ' αυτού, ως το νεκρικόν σουδάριον επί του σώματος του Ιησού και ούτε διά της ζωής ούτε διά του θανάτου ηδύνατο να τον αποβάλη. Η εκκλησία, της οποίας είνε εφεύρημα, εθέσπισε την ισχύν του και πέραν του τάφου, ώρισε την ενέργειάν του εντός του κάτω κόσμου ακόμη, υπό το βλέμμα του Θεού. Ο Δημήτρης, ημέραν με την ημέραν, έβλεπε καταφανέστερον την περιφρόνησιν των συγχωρικών του, την οργήν των· ήκουε τους πικρούς λόγους και τους χλευασμούς των κι επικραίνετο. Αλλ’ αίφνης ήλθεν εις τον νουν του η ιδέα ότι και αν όλα αυτά ηδύνατο όπως όπως να τα υποφέρη, δεν θα ηδύνατο όμως να υποφέρη και τα μετά θάνατον.

— Ως εδώ καλά, είπε· μα έπειτα;

Και ήρχισε να σκέπτηται τώρα την μέλλουσαν ζωήν, την τύχην του σώματος και της ψυχής του. Βεβαίως το λάδι του κανδηλίου το οποίον εκπροσωπεί την ζωήν του όπως και των άλλων ανθρώπων εις τα υπόγεια του Χάρου βασίλεια, θα τελειώση μίαν ημέραν, το φως του θα σβεσθή και ο Χάρος θα έλθη να τον συλλάβη έξαφνα εις τον δρόμον του. Και τότε, όπου και αν θάψουν το σώμα του, αν δεν το αφήσουν άταφον εις καμμίαν τάφρον ως ψωφήμι και αν ρίψουν επάνω του χώμα άφθονον, βουνόν ολόκληρον, το βουνόν της Κεφαλληνίας, την επομένην αυγήν ο τάφος θα ραγισθή απ’ επάνω έως κάτω, το χώμα θα σκορπίση εδώ κι εκεί και το σώμα του θα ριφθή έξω. Διότι ο τάφος, ο οποίος δέχεται όλους και τους κρύπτει εμπιστευτικώς εις τους κόλπους του, δεν δέχεται τον αφωρισμένον· τον αποδιώκει, ως να είνε άνθρωπος και αυτός και να φοβήται μη μολυνθούν τα χώματά του εκ της επαφής, μη πάθη το όνομά του εκ της σχέσεως!

Αλλά δεν φθάνει μόνον αυτό. Το σώμα, νεκρόν, δεν θα υποφέρη με όλα αυτά παρά την εντροπήν του ατόμου του. Η ψυχή όμως, η ζώσα και άφθαρτος, θα τυραννήται αδιακόπως εις την Κόλασιν. Θα βράζη εις λέβητας μεγάλους και μαύρους, ως ήτο εκείνος επί του οποίου ο ιερεύς ανέγνωσε το επιτίμιον, εντός μαύρης ασφάλτου· θα βηματίζη επί πυριφλεγών ράβδων, θα μεταπίπτη ως σάκκος αλεύρου από της μιας εις την άλλην αρπάγην των διαβόλων, έπειτα θα ρίπτεται εις τα κρύα Τάρταρα, εις την παγεράν και απέραντον λίμνην των. Θα αισθάνεται δίψαν ακατάσχετον, πείναν ακόρεστον αλλά τίποτε δεν θα ευρίσκεται προς παρηγορίαν της. Ο θορυβώδης κοχλασμός των λεβήτων θα την εκκωφαίνη, οι σαρκασμοί και οι γέλωτες των δαιμόνων θα την κάμνουν ν' ανατριχιάζη, οι στόνοι κι αι κραυγαί των βασανιζομένων θα την καταθλίβουν, το σύφλογο της μαύρης φωτιάς, η οποία καίεται αδιακόπως άνευ αναλαμπής, θα την αργοψήνη και ο καπνός, μαύρος και δυσώδης θα την κάμνη ν' ασφυκτιά. Και τούτο θα εξακολουθή πάντοτε ημέραν και νύκτα, μέχρι συντέλειας των αιώνων!...

— Όλο τα ίδια! αιωνίως τα ίδια!... εψιθύριζεν ο Δημήτρης άπελπις.

Ο Δημήτρης, αμαθής χωρικός, ανατραφείς εις τον φόβον του Θεού και της θρησκείας τας παραδόσεις, εγνώριζεν αυτά εκ της αναγνώσεως του Αμαρτωλών Σωτηρία, προσφιλές και σύνηθες ανάγνωσμα των ανθρώπων της τάξεώς του κι εκ παραδόσεων. Πολλάκις είχεν ακούσει ότι εις τα πέριξ χωρία οι τάφοι εξήμουν τους νεκρούς των, ότι ιερείς καλούμενοι ανεγνώριζον αυτούς ως αφωρισμένους· οι χωρικοί επέμενον θάπτοντες αυτούς βαθύτερον αλλά και η γη εξήμει αυτούς επιμόνως αρνουμένη να τους δεχθή εις τους κόλπους της. Κι εξηκολούθει η πάλη αυτή της γης και των ανθρώπων επί πολύ, μέχρις ου εάν ο νεκρός είχε καλούς συγγενείς και πλουσίους, εκάλουν επί τόπου, πληρώνοντες αδρά, τον Δεσπότην ο οποίος ανεγίνωσκε πάλιν επ' αυτού το επιτίμιον, είτα την συγχώρησιν και ούτω ο τάφος εξηυμενίζετο και ο νεκρός ανελύετο εν διαστήματι τριών Σαββάτων. Αλλά ποίος θα ευρεθή να κάμη τόσα και τόσα δι' αυτόν όταν αποθάνη; ποίος θα τον ελεήση νεκρόν, αφού δεν τον συντρέχει τώρα, ζώντα και δυνάμενον ν' αποδώση την ευεργεσίαν;

— Κανείς· ποιος θα δώση ένα παρά για το τομάρι, μου! εσκέπτετο.

Ο Δημήτρης από ημέρας εις ημέραν εγίνετο χειρότερα. Ολίγαι ημέραι είχον παρέλθει από της αναγνώσεως του επιτιμίου και ήτο αγνώριστος τώρα. Οι οφθαλμοί του εκοιλάνθησαν, οι μυς του προσώπου του, συνεσταλμένοι εκ της αδιακόπου αγωνίας, του έδωκαν ύφος τραχύ και άγριον, η γενειάς του παρημελημένη και η κόμη του πιναρά εκ της προστριβής επί των τοίχων, όπου ο εργάτης εκτύπα την κεφαλήν, παρωμοίαζον αυτόν με κατάδικον, μόλις απαλλαγέντα πολυχρονίου καθείρξεως.

Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε να τον βασανίζη και η πείνα. Τα ολίγα χρήματα όσα είχεν εκ της εργασίας του, τα είχεν εξαντλήσει εις τρόφιμα. Ο ημεροκαματιστής δεν ειμπορεί ποτέ όσον και αν θέλη να έχη και απόθεμα· μεροδούλι, μεροφάι. Δύο τρεις κτηματίαι εις τους οποίους είχεν εργασθή προ μηνός και οίτινες του εχρεώστουν ακόμη τα ημεροδούλια του, απέπεμψαν βαναύσως την γραίαν γείτονά του την οποίαν έστειλε να τα ζητήση.

— Να χαθή, ο αφωρισμένος, που θέλει λεφτά! είπον μετά θυμού.

Η ανάγκη τον έκαμε μίαν ημέραν και απεφάσισε να εξέλθη εις την αγοράν και ζητήση εργασίαν. Ήτο μεγάλη έλλειψις εργατών και τα κτήματα είχον ανάγκην να σκαφούν διότι ήρχιζαν ν' ανοίγουν.

— Θα με ιδούν πως έγεινα και θα με λυπηθούν διελογίσθη ο Δημήτρης.

Και εξήλθε με την αξίναν του εις την άγοράν.

Επερίμενεν εκεί επί πολύ, όρθιος εις μίαν στήλην, ως κατάδικος, αλλά κανείς δεν τον εζήτησεν. Οι φίλοι με τους οποίους είχε φάγει ψωμί κι αλάτι, οι κτηματίαι οι οποίοι τον εγνώριζον ως τον καλλίτερον κι ευσυνειδητότερον εργάτην και οι έμποροι, των οποίων απελάμβανε πριν την εκτίμησιν, παρήρχοντο τώρα μακράν, παρατηρούντες αυτόν λάθρα, χωρίς να του αποτείνουν ένα λόγον.

— Του κάκου, εψιθύρισε· κανείς δεν με παίρνει! Και επέστρεψε πικραμένος εις τον οικίσκον του.

Το εσπέρας εξήλθε ν' αγοράση έλαιον διά την κανδήλαν του εικονισματίου του. Επειδή παρ' όλων είχεν εγκαταλειφθή, απεφάσισε και αυτός να ζήση ως ασκητής μόνος, μετά της θρησκείας του. Έλαβε την Παναγίαν, την πονετικήν μητέρα του Χριστού και όλων των ανθρώπων, σύντροφον των ημερών και των νυκτών του, μάρτυρα βωβήν της αγωνίας και της οδύνης του. Δεν ήλπιζε πλέον από κανένα παρά από αυτήν, την μεσίτριαν. Διά τούτο όμως εφρόντιζε να την περιποιήται, να μη την δυσαρεστή ποτέ. Ηδύνατο να υποβάλλη τον εαυτόν του εις πολλάς στερήσεις, αλλά δεν ήθελε να λείψη το έλαιον από την κανδήλα της Παρθένου και το δεκάλεπτον κίτρινον κηρίον κατά τας εορτάς: Αγίου κερί μην τάξης και μικρού παιδιού κουλούρα. Οι άγιοι και τα μικρά παιδία δυσαρεστούνται πολύ όταν τους υστερήση τις του οφειλομένου σεβασμού και ο Δημήτρης δεν ήθελε ποτέ να δυσαρεστήση την Παναγίαν!…

Όταν επέστρεφε, τα παιδία της γειτονιάς ημίγυμνα και ανυπόδητα εις το τόσον ψύχος, πλην ροδοκόκκινα και υγιέστατα, άλλα ξανθά και λευκότατα, άλλα μελαχρινά, με οφθαλμούς λάμποντας εκ πονηρίας, μέλη παχουλά, έπαιζον βυθιζόμενα μέχρι γόνατος εις τον βόρβορον του δρόμου κι ετόνιζον εν συμφωνία το τραγούδι των ορφανών:

— Έπιασ' η ψιχάλα,

ποιος μας δίνει γάλα!...

— Έπιασε το τούρτουρο,

ποιος μας δίνει βούτυρο!...

— Έπιασε το χιόνι,

ποιος μας συμμαζώνει!...

Αίφνης παρετήρησαν τον Δημήτρην, μαζευμένον εντός του σεγουνίου του, κρύπτοντα εντός της σκεπής του καπότου ολόκληρον το κατηφές πρόσωπόν του,

— Ο αφωρεσμένος!... ο αφωρεσμένος!... εφώναξαν εν εξάλλω ενθουσιασμώ.

Ευθύς επερικύκλωσαν αυτόν, κατ αρχάς μακράν είτα, λαμβάνοντα θάρρος εκ της ανεκτικότητας του εργάτου, πλησιέστερον και ήρχισαν να υβρίζουν, να πτύουν και να ρίπτουν τον βόρβορον του δρόμου κατ’ επάνω του. Ένα τούτων, τολμηρότερον των άλλων, επλησίασε σιγά σιγά εκ των όπισθεν και είλκυσεν αυτόν τόσον βιαίως εκ του καπότου ώστε έπεσεν η κανδήλα από τας χείρας του.…

— Διαβολόπαιδο! εφώναξεν ο Δημήτρης εν αγανακτήσει.

Και διά της καλάμου την οποίαν εκράτει εις χείρας έπληξε τον μικρόν κατά τα νώτα. Τα παιδία εκ συμφώνου ήρχισαν ευθύς τας φωνάς και τα κλαύματα, τρέχοντα εδώ κι εκεί ως χήνες κατά την ώραν της βροχής. Αι γυναίκες και οι άνδρες της γειτονιάς εξήλθον ευθύς των οικιών των και μαθόντες την αιτίαν των φωνών, ήρχισαν όλοι ομού να ρίπτουν λίθους και ξύλα κατ' επάνω του.

— Να χαθής, αφωρεσμένε, να χαθής!

— Έχεις χέρι να βαρέσης κι όλα!

— Φεύγα από κοντά μας, φεύγα!

— Όξω μη βουλιάξης το χωριό, θεοκατάρατε!

Οι χωρικοί τόρα, ελκυόμενοι από τας φωνάς, συνέρρεον πανταχόθεν και μανθάνοντες την αιτίαν συνηνούντο και αυτοί κατά του εργάτου. Άνδρες, γυναίκες και παιδία, όλοι τον επετροβόλουν και τον ανεθεμάτιζον οργίλοι, ως τα πλήθη της Ιερουσαλήμ κατά του μάρτυρος Στεφάνου. Η αγανάκτησίς των δεν είχε πλέον όρια· εκόχλαζε προ τόσου καιρού, ο φανατισμός των ώστε η μικρά αυτή αφορμή ήτο ικανή να τους κάμη να τον κατασπαράξουν, πιστεύοντες εν ακραδάντω πεποιθήσει ότι ούτω θα ευηρέστουν τον Θεόν.

Ο Δημήτρης έβλεπεν ήδη φανερά ότι δεν ήτο δυνατόν να συζήση εις το εξής μετά των συγχωρικών του. Φωνή λαού, οργή Θεού! Δεν τον ήθελε πλέον κανείς εις το χωρίον. Όλοι τον υπωπτεύοντο, όλοι τον απεδίωκον όπως αποδιώκουν σκύλον από τας οικίας κατά την ώραν της θυέλλης, γνωρίζοντες εκ παραδόσεως ότι το τρίχωμά του προσελκύει το αστραπόβολον. Αποτεθαρρυμένος, μη έχων ουδεμίαν πλέον ευχαρίστησιν εις την ζωήν, εξουθενημένος εκ της κατακραυγής, χωρίς να πλησιάση εις την κατοικίαν του εξήλθε του χωρίου σπεύδων, ωσεί υπείκων εις βιαίαν ώθησιν ανάγκης αναποδράστου, παρακολουθούμενος υπό των αρών των συγχωρικών του και των γαυγισμάτων των σκύλων.

Καθ' όλην την νύκτα ο Δημήτρης έφευγε διαπερών λάκκους, γεφύρας, τάφρους, ρευματιές, ό,τι εύρισκε προ αυτού, μετά σπουδής. Ο νους του ήτο ένας κυκεών, πιστή εικών μιας θυέλλης εν τη οποία μετά δαιμονίου ταχύτητος όλα ανακατεύονται, σύννεφα σκοτεινόχροα και άνεμοι λυσσαλέοι και νερά και φύλλα και ξύλα και κόνις, χωρίς ουδέν εξ αυτών να δύναται να χωρισθή και ν' αποτελέση μίαν ιδικήν του εντύπωσιν. Ούτε τι έπαθε ηδύνατο να συλλογισθή ούτε πού κατηυθύνετο. Άλλο τι δεν διέκρινε πέριξ ειμή τον λευκάζοντα προ των ποδών του στενόν δρομίσκον. Δεν ήκουεν ούτε τον άνεμον, ο οποίος εσύριζεν εις τας καλάμους των τάφρων και τα δενδρύλλια, ούτε την οξείαν φωνήν και τον ψόφον του βυζογιδίου, πλανωμένου εις τας βάτους, ούτε των λύκων τας ωρυγάς, αι οποίαι ήρχοντο έντονοι και φοβεραί από του πλησίον δάσους της Δροσελής. Μόνον από καιρού εις καιρόν ησθάνετο κάτι κτυπούν το στήθος του προς αριστερά, ωσεί η καρδία ήθελε ν' ανοίξη και να φύγη εκείθεν…

Ούτω περί το γλυκοχάραγμα είχε φθάσει εις τους πρόποδας ενός λόφου και επερικυκλώθη αίφνης υπό ποιμενικών σκύλων, υλακτούντων θορυβωδώς. Τότε συνήλθεν εις εαυτόν κι εστάθη περισκοπών το μέρος πέριξ.

— Μωρέ, πού βρέθηκα!... εσκέφθη απορών.

Ήτο τω όντι μακράν της κωμοπόλεως, εις το μέρος όπου ήρχιζεν ο δήμος Καλότυχον, ο ύστερον μετονομασθείς δήμος Βουπρασίων. Απέναντι του Δημήτρη ήσαν τα Μπακογιαννέικα, συνοικισμός βλάχων από αδελφούς κι εξαδέλφους συγκροτούμενος. Εις τας λάμψεις της πρωίας διεκρίνοντο ως μελανοί όγκοι τα γρέκια των βλάχων, το εν μετά το άλλο κατά σειράν με τας καλύβας των κωνοειδείς, ως μεγάλας κυψέλας, τους ορνιθώνας και τα μανδριά των.

Οι βλάχοι είχον ήδη εξυπνήσει με την ανατολήν του αυγερινού και ήρχισαν ν' αμέλγουν τα πρόβατά των. Αι βλαχοπούλαι με την μακράν αγκλίτσαν εις χείρας, εντός των εκ λύγου μανδριών, απώθουν ανά μίαν αμνάδα εις την ποριάν, όπου ο βοσκός παραφυλάττων την συνελάμβανε και την ήμελγεν. Αι βλάχισσαι, έχουσαι ελεύθερα τα εύτορνα κι εξωγκωμένα στήθη και γυμνούς μέχρις ακρωμίου τους ρωμαλέους βραχίονας, έδερον μετά δυνάμεως τον κάδδον του βουτύρου, το οποίον ανεπήδα μέσω των οκτώ οπών του εμβόλου, επαφρίζον και λευκότατον. Τα βλαχόπουλα διεσπαρμένα εσύναζον φρύγανα και ξηρούς κλάδους, τους οποίους έρριπτον εις δύο μεγάλας φωτοβολούσας πέριξ πυράς, όπου θα έβραζε το γάλα, και τα μικρά επί κινητών λίκνων, ανηρτημένων από τους κλάδους των πέριξ αγριαπιδιών, ήνοιγον έκπληκτα τους οφθαλμούς προς τα μαγευτικά χρώματα της χαραυγής κι εναναρίζοντο μόνα των ευαρέστως.

— Ρε, πού βαβίζουν τα σκυλιά; ηρώτησε τις των βλάχων αορίστως.

— 'σα κατ' πλαϊνά· δεν αηκούς;

— Ντε 'ς τον άνεμο· τι χάλασαν τον κόσμο; εψιθύριζε νεαρός βλάχος θορυβηθείς.

Και ανατείνας την κεφαλήν εφώναξε στεντορείως:

— Όρε του λόγου σου! ποιος εισαι συ, ρε!...

Αλλά ουδείς απήντησεν. Ο Δημήτρης περικυκλωμένος υπό των μανδροσκύλων επάλαιεν απελπιστικώς· η ράβδος του ειχε συντριβή εις μύρια τεμάχια· ούτε ν' ακούση ούτε ν' απαντήση ήτο δυνατόν εις τας φωνάς του βλάχου.

— Όρε συ!… διαβάτης είσαι, ρε!... επανέλαβεν ούτος εντονώτερον.

Και συγχρόνως θέσας τον λιχανόν και τον παράμεσον της δεξιάς χειρός εις το στόμα, υπό την γλώσσαν του, ανέδωκε διάτορον συριγμόν.

Οι σκύλοι ανεγνώρισαν τον συριγμόν κι έπαυσαν ευθύς τας υλακάς των. Έμενον όμως εκεί επί τόπου, ατενίζοντες με τους μεγάλους υελώδεις οφθαλμούς των τον Δημήτρην και μόλις τον είδον κινούμενον επανέλαβον τας υλακάς και την επίθεσίν των.

— Ρε, αγρίμι νάνε;

—Μπα· διαβάτης θα νάνε.

— Να μην ένε λύκος;

Οι βλάχοι ήρχισαν ν’ ανησυχούν τώρα. Η τόση επιμονή των σκύλων, εις τους οποίους ούτοι αποδίδουν εξαίρετον νοημοσύνην, έκαμνεν αυτούς να υποπτεύωνται μήπως δεν ήτο εκεί απλούς διαβάτης, αλλά κάποιος παραμονεύων να κλέψη τα πρόβατα ή λύκος ορεγόμενος λείας.

— Ρε, Νάσο· για κάμε 'σα κα τορό τορό να ιδής τι γένεται· είπεν εις τον νεαρόν βλάχον ο γέρω Αλέξης, ο γεροντότερος όλων και αρχηγός της οικογενείας, όστις δεν ήμελγεν αλλά στηριζόμενος όρθιος επί της αγκλίτσας του επέβλεπε τας εργασίας.

Ο Νάσος υπήκουσεν ευθύς και λαβών την αγκλίτσαν του διηυθύνθη προς τον Δημήτρην.

— Ούρντε, να! ούρντε!… εφώναξε προς τους σκύλους πλησιάζων.

Οι σκύλοι διεσκορπίσθησαν ευθύς.

— Ρε, Χριστιανέ, πώς εδώ τέτοιαν ώρα; είπεν εις τον Δημήτρην.

Κι επλησίασεν ακόμη ίνα ίδη τον ξένον κατά πρόσωπον. Τότε υπό τας αμυδράς λάμψεις της ημέρας ανεγνώρισε μ' εκπληξίν του τον παλαιόν φίλον του γέρω Βαγγέλη.

— Παπού! εσύ 'σαι παπού; εφώναξεν εν αγαλλιάσει εναγκαλιζόμενος αυτόν.

— Εγώ, παιδί μου, είπεν ο Δημήτρης συγκεκινημένος. Ο εργάτης εξ αρχής είχεν αναγνωρίσει το μέρος όπου η τύχη τον έφερεν. Άλλά φοβούμενος μήπως πάθη και παρά των βλάχων ό,τι παρά των συγχωρικών του, ηθέλησε να κρυβή και θα έφευγεν, αν ήτο δυνατόν, πριν περικυκλωθή από τους σκύλους. Ιδών όμως την χαράν με την οποίαν ο Νάσος τον υπεδέχετο, εσκέφθη ότι ούτος ή δεν ήξευρε τίποτε ή συνεπάθει εις την δυστυχίαν του. Ήτο τόσον κατακουρασμένος ώστε αν και του εφαίνετο δυσάρεστος εκείνη η συνάντησις, κατά βάθος όμως την επεθύμει και ηκολούθησε τον βλάχον εις την καλύβαν προθύμως.

— Μπήλιω!… ε, Μπήλιω! εφώναξεν ο Νάσος περιχαρής, μόλις επλησίασαν.

— Έι-ου!…

— Ο παπούς, έβγα, να διης τον παπού!…

Η Μπήλιω, φορούσα στενόν εκ ριγωτού αλατζά φουστάνι, τραγίνην γκιούρντα, φακιόλι εκ κιτρίνου ανοικτού χρώματος εις την κεφαλήν, κάλτσες κεντιστές εκ κοκκίνου και μαύρου μαλλιού και χονδρά πλατέα πασουμάκια εις τους πόδας, εξήλθε του μανδρίου ευθύς, κρατούσα εν τη δεξιά υψηλήν, δύο και ήμισυ μέτρων, αγκλίτσαν.

— Καλώς τα κάνετε· είπεν ο Δημήτρης, συνηθισμένος εις την βλαχικήν προφοράν.

— Καλώς ορίστε, παπού· σαν το κρυό νερό· είπε χαμογελώσα η Μπήλιω και φιλούσα την χείρα του.

Η Μπήλιω ήτο ωραία βλάχα, μετρίου αναστήματος, εύρωστος και υγιής, με πρόσωπον στρογγύλον, οφθαλμούς αμυγδαλωτούς, καλυπτομένους υπό μακρών μαύρων βλεφαρίδων· την όψιν της είχε ροδοκοκκινίση, ως ερίφιον αργοψημένον ο ήλιος εις τον οποίον ήτο καθημερινώς εκτεθειμένη είτε βοσκούσα τα πρόβατα εις το λειβάδι είτε πλύνουσα εις το λαγκάδι τα ενδύματα. Ήτο προ πάντων καλή οικοκυρά, φημισμένη καθ' όλην την περιφέρειαν εκείνην των βλάχων και εις αυτά τα πέριξ χωρία.

Μετ' ολίγον ετελείωσε το άμελγμα των προβάτων και οι βοσκοί έφερον πλησίον της πυράς μεγάλους λέβητας και καρδάρας πλήρεις γάλακτος, επαφρίζοντος και ψοφούντος, ως ο αφρός σόδας. Έπειτα οι βλάχοι ήρχοντο ο ένας μετά τον άλλον και εκαλημέριζον τον Δημήτρην μετά τόσης αφελείας και προσηνείας ώστε τον έκαμνον να συγκινήται. Ο Νάσος έφερε και παρέθεσε προ αυτού μεγάλην καρδάραν και τον παρεκίνει να ροφήση τον αφρόν.

— Πιε, παπου, να ζεσταθής· είπε και η Μπήλιω, δίδουσα εις αυτόν ξύλινον κοχλιάριον με διαφόρους γλυφάς.

Ο Δημήτρης, καταβεβλημένος εκ του κόπου και του ψύχους, ήρχισε να ροφά μετά μεγάλης ευχαριστήσεως τον θερμόν και χιονώδη αφρόν του γάλακτος. Ολίγον κατ' ολίγον αισθανόμενος την ήρεμον και γλυκείαν περί αυτόν φύσιν, την χαράν και την αγάπην με την οποίαν τον υπεδέχθησαν οι βλάχοι, ήρχισε κάπως ν' ανακουφίζηται. Έπειτα από τόσων ημερών εναγώνιον σάλον η καρδία του ήρχισε να πάλλη κανονικώτερον, ευρούσα άλλας καρδίας που δεν τον απεδίωκον· ο τρομώδης παροξυσμός των νεύρων του ήρχισε κάπως να μετριάζηται. Μετ' ολίγον τα βλέφαρά του ήρχισαν να καταπίπτουν ναρκωμένα εις ύπνον κι έγειρεν επί μιας κάπας το κατάκοπον σώμα του, έξω της καλύβας, έχων μεγάλην πέτραν αντί προσκεφάλου.

Τα βληχήματα των μικρών αμνών οι οποίοι, κλεισμένοι καθ' όλην την νύκτα εις το γαλάρι ίνα μη πίνουν το γάλα των μητέρων των, τώρα αφεθέντες ελεύθεροι έτρεχον με χαριτωμένα σκιρτήματα πλησίον των, οι εύθυμοι γέλωτες των παιδιών, το συχνόν λάλημα του ατσαράντου και της γαλιάντρας, των πρώτων της αυγής μηνυτών, και ο περιπαθής ήχος φλογέρας ήρχοντο σιγά σιγά, κατακηλούντα την ακοήν του μέχρις ου τον απεκοίμησαν.

*

Είχον παρέλθει δέκα ημέραι αφ' ης ο Δημήτρης έφθασεν εις την καλύβαν του Νάσου και της Μπήλιως. Η χαρά με την οποίαν τον υπεδέχθησαν την πρώτην ημέραν, διετηρείτο ακόμη ακμαία και, απροσποίητος· έτρωγον εις την αυτήν τάβλαν κι εκοιμώντο εις την ιδίαν καλύβαν, αχώριστοι. Όσην φιλίαν ησθάνετο πριν ο γέρω Βαγγέλης διά τον Δημήτρην, την αυτήν ησθάνοντο τώρα και η κόρη και ο γαμβρός του. Η φύσις των βλάχων, η αφελής και απλοϊκή, είνε τοιαύτη ώστε να δέχωνται και τα αισθήματα κατά διαδοχήν, όπως την καλύβαν και τα πρόβατα· η φιλία είνε πατροπαράδοτος εις αυτούς· εισχωρεί εις τα στήθη των ανεπαισθήτως, όπως ο δεσμός της συγγενείας.

Ο γέρω Βαγγέλης ούτε εις την κόρην, ούτε εις τον γαμβρόν του είχεν εκμυστηρευθή την ευεργεσίαν την οποίαν ο Δημήτρης του είχε κάμει. Αλλά ούτοι τον είχον συνειθίσει πλέον. Από της ημέρας ιδίως του γάμου των, τον έβλεπον συχνά κατά τας εορτάς να έρχηται από πρωίας εις την καλύβαν και να φεύγη την άλλην πρωίαν. Καθ' όλην δε την ημέραν εκάθηντο μαζί και οι τέσσαρες, ως μία αγαπημένη οικογένεια· ο γέρω Βαγγέλης έσφαζε τον αμνόν, ο Νάσος τον απέδερε και τον επεριποιείτο, η Μπήλιω τον έβαινεν εις την γάστρα, και ο Δημήτρης έστρωνε την τάβλαν. Όλοι ελάμβανον μέρος εις την προετοιμασίαν, διά να μη φαίνεται ότι υπήρχε καμμία εξαίρεσις του οικοκύρη από του ξένου του. Και πολλάκις όταν απέτρωγον, εν τη διαχύσει της ευτυχίας και της χαράς των, ετραγώδουν όλοι εκ συμφώνου το Λαγιαρνί, το τόσον πιστώς εκφράζον την πτωχείαν των βλάχων και εις χαριτωμένους και γοργούς στίχους εικονίζον την ζωήν των ολόκληρον… Μόνον καθ’ ην ώραν απέθνησκεν ο γέρω Βαγγέλης, εκτός των άλλων συμβουλών και παραγγελμάτων τα οποία άφινεν εις αυτούς, είπε και διά τον Δημήτρην:

— Ο Δημήτρης είνε αδερφός.

Και τίποτε άλλο. Αλλά τούτο ήτο άρκετόν να τον θεωρήσουν και οι δύο πατέρα των.

Τόρα ούτε ο Νάσος ούτε η Μπήλιω ηρώτησαν αυτόν διά ποίαν αιτίαν έφυγεν από την κωμόπολιν κι έμενεν επί τόσας ημέρας εις την καλύβαν των. Ο Δημήτρης τας πρώτας ημέρας εύρε κάποιαν ανακούφισιν μεταξύ αυτών. Εντός της καλύβας εύρισκε την ευτυχίαν και την χαράν μεταξύ του νεαρού ανδρογύνου, την αγνότητα του έρωτος, του οποίου καρπός τρυφερώτατος ο μικρός και παχουλός Μήτσος διέσπειρε την ιλαρότητα· έβλεπεν εκεί μέσα φωλεάν τερπνήν της χαράς, διασκορπισμένην εις όλα τα πενιχρά έπιπλα, παντού την αγάπην, και συναισθανόμενος την ευτυχίαν που έδωκεν εις τους άλλους, υπερηφανεύετο διά μίαν στιγμήν κι εδέχετο αγογγύστως την τιμωρίαν.

Έξω δε της καλύβας, μεταξύ των βλάχων, έβλεπε το ήθος εκείνο το απροσποίητον, την φιλίαν την άδολον, το θρησκευτικόν σέβας, τόσω ύψηλόν εν τη αξέστω αυτού παραστάσει, την οικογενειακήν ειρήνην τόσω τελείαν κι εντός της αφελούς εκείνης κοινωνίας, μακράν της τύρβης του πολυταράχου βίου, των κουτοπονηριών και των ψόγων, διήρχετο τας ώρας του ευαρέστως. Ότε οι βλάχοι διεσπείροντο εδώ κι εκεί με τα πρόβατά των, ο Δημήτρης εκάθητο μετά των γεροντότερων και των γραιών ακούων τας διαφόρους διηγήσεις των. Πότε ωμίλει με αυτούς περί των προβάτων και του καιρού, πότε με την Μπήλιω περί των μαλλιών, των μαλλίνων κηλιμίων και των γειτονισσών ποιμενίδων κι εχόρευε πάντοτε και απεκοίμιζεν εις τας αγκάλας του τον παχουλόν υιόν της.

Αλλά με την πάροδον του καιρού ήρχισε και αυτή η ζωή να μη του κάμνη καμμίαν εντύπωσιν. Τίποτε εξ όλων των περί αυτόν, ούτε η φύσις η μαγευτική, ούτε τα δροσερά νερά, τα οποία έτρεχον μουρμουρίζοντα εδώ κι εκεί, ούτε τα κοπάδια των προβάτων και των αιγών, ούτε το τραγούδι και ο περιπαθής ήχος της φλογέρας είλκυον την προσοχήν του.

Τα αφελή και ποιητικά έθιμα των βλάχων, το φαιδρόν ύφος των, αι χαριτωμέναι διηγήσεις των δεν ήγειρον επί της καρδίας του κανένα ευάρεστον παλμόν. Ο νους ήρχισε πάλιν να τρέχη ακαταπόνητος εις το μέλλον, να εξερευνά και ν' αριθμή μίαν προς μίαν τας φοβεράς σκηνάς του· ο πυρετός κατέτηκε το σώμα του καθημερινώς, αργά αργά, ως η φλοξ το κηρίον, απομυζών πάσαν ικμάδα ζωτικήν του αίματος και υποσκάπτων την υγείαν· το νευρικόν του σύστημα ήτο εις αδιάκοπον ταραχήν, ωσεί υπό γαλβανισμόν, τα φρίκη επήρχοντο αλλεπάλληλα και τον εξήντλουν. Το μέλλον ήτο δι' αυτόν σκώληξ ακοίμητος. Τι αν εύρε μίαν φιλικήν στέγην ν' αναπαυθή επ' ολίγον; Όλα δι' αυτόν εχάθησαν διά παντός: Η υπόληψις, η αποκτηθείσα μετά πολυετή έντιμον βίον, το καλόν όνομα, το ήσυχον παρελθόν, η γαλήνη και αυτή η μέλλουσα ζωή!

— Τίποτε, τίποτε, δεν μ' άφησαν! έλεγε συχνά. Ο Δημήτρης εσκέφθη να ζητήση από τον Νάσον τας τριακοσίας δραχμάς και ούτω να τ' αποκτήση πάλιν όλα. Αλλ' ευθύς ανελογίσθη ότι ο Νάσος δεν είχε παρά ογδοήκοντα πρόβατα· χρήματα ούτε λεπτόν.

Οι βλάχοι τρεις φοράς καθ' όλον το έτος βλέπουν χρήματα εις τας χείρας των· όταν πωλούν το τυρί, το μαλλί και τ' αρνία των. Πληρώνουν ευθύς τα χρέη των, θεραπεύουν τας πρώτας ανάγκας των και μένουν πάλιν όπως και πριν, με την αγκλίτσαν εις την χείρα, την γυναίκα και τα παιδία εις την καλύβην και ολίγα πρόβατα, τον σπόρον μελλούσης εσοδείας εις το μανδρί.

— Γυρεύω να βγάλω από τη μύγα σπλήνα· εσκέφθη εν αποθαρρύνσει.

Και δεν είπε τίποτε.

Ήδη είχεν έλθει η Μεγάλη Εβδομάς. Την Μεγάλην Πέμπτην η Μπήλιω μετά των άλλων γυναικών έβαψαν τ' αυγά και τα έκρυψαν υπό μίαν κοφίναν μέχρι της Δευτέρας της Λαμπρής, διότι ο πιάνων κόκκιν’ αυγό πρότερον χάνει τα πρόβατά του. Η Μεγάλη Παρασκευή είνε διά τους βλάχους πανηγύρι. Εξυπνούν την αυγήν κι εξημερόνονται εις Λεχαινά, παρατάσσοντες εις τα πλέον συχναζόμενα μέρη της κωμοπόλεως τ' αρνία των προς πώλησιν. Η ημέρα εκείνη είνε δι' αυτούς ό,τι ο αύγουστος διά τους σταφιδοκτήμονας. Τότε γεμίζει από χρήματα το κεμέρι και παρουσιάζονται, ως λέγει η παροιμία, προ του δανειστού των με το στήθος προτεταμένον, ζητούντες τα δεφτέρια του.

Ο Νάσος δεν είχε πολλά αρνία να πωλήση. Η βδέλλα από του χειμώνος είχεν, αποδεκατίσει το ποίμνιόν του· δεν του έμενον προς πώλησιν παρά δεκαπέντε αρνία, τα οποία ήνωσε με τ' αρνία ενός εξαδέλφου του. Ηκολούθησεν όμως τους λοιπούς, λαβών μαζί του και την Μπήλιω, να ψωνήσουν τας λαμπάδας διά την Ανάστασιν και ό,τι άλλο εχρειάζοντο διά την καλύβην και δι' αυτούς.

— Θα ,νάρθης, παπού; ηρώτησεν ο Νάσος τον Δημήτρη.

— Όχι δεν έρχομαι, παιδιά μου· ώρα καλή.

— Καλό βράδυ.

— Κύτταξε· να μου φυλάξης το γρέκι! είπεν η Μπήλιω αστειευόμενη.

Ο Δημήτρης ήτο καθ' όλην την ημέραν ανήσυχος: Τον εβασάνιζεν η ιδέα ότι οι βλάχοι εις την κωμόπολιν ήτο αδύνατον να μη μάθουν τον αφορισμόν του και άλλα ακόμη εξωγκωμένα. Διότι αι ειδήσεις, εις την κωμόπολιν αυξάνουν με την πάροδον του χρόνου κι εξογκώνονται καθ' ημέραν, ως αι φημισμέναι κολοκύνθαι του Βαρθολομιού. Εγνώριζε τους συγχωρικούς του πολύ καλά. Φίλοι της κατηγορίας ειν' έτοιμοι να μεταδώσουν εις τα τετραπέρατα του κόσμου μίαν είδησιν, βλάπτουσαν κάπως την ύπόληψιν του γείτονος. Το ολιγάριθμον της κοινωνίας, η έλλειψις νέων τα οποία να δίδουν τροφήν εις τας συζητήσεις των, αναγκάζει αυτούς να τρέπωνται εις τα μεταξύ των. Καθήμενοι εις τα καφενεία και τα οινοπωλεία λαμβάνουν, ως θέμα εν άτομον, αναλύουν ελευθέρως και μετά πάσης ακριβείας τα κατ' αυτό, έπειτα μεταπηδούν εις άλλο, έπειτα εις άλλο κακολογούντες, εκθέτοντες οικογενειακάς ή ατομικάς ασχημίας, όχι εκ κακής προθέσεως αλλ’ απλώς, διά να περάσουν τον καιρόν των. Το πνεύμα των, περίεργον και σαρκαστικόν, παντού εισχωρεί κι ερευνά. Εξάγει πορίσματα από τα παραμικρότερα πράγματα· από ένα φέσι το οποίον κάθηται ολίγον στραβά επί μιάς κεφαλής, από μίαν χειρίδα πολύ ανασηκωμένην, από μίαν κάλτσα αμελώς φορεμένην, από μίαν πτυχήν εις γυναικείον φόρεμα, από ένα βεργολύγισμα εις ωρισμένον μέρος, από ένα ανασήκωμα του φουστανίου κατά την δίοδον αύλακος, από ένα ανακίνημα των ενωτίων. Έπειτα προσαρμόζει αυτά όλα με ακρίβειαν, ως δόκιμος ζωγράφος τα χρώματα επί της εικόνος και παράγει εν όλον, το οποίον ρίπτει ζωντανόν σχεδόν εις την διψασμένην περιέργειαν του πλήθους.

Τα πορίσματα αυτά είνε λίαν τολμηρά και ως επί το πλείστον αδικαιολόγητα· αλλ’ αδιαφορούν δι' αυτά και διά τας κακάς συνεπείας των. Διότι όλοι εις ένα δριμόνι ανακινούνται. Όταν τελειώσουν τας συζητήσεις των περί του ξένου αρχίζουν και περί αυτών των ιδίων· ο πριν σύντροφος γίνεται μόλις απομακρυνθή της ομηγύρεως κέντρον της κακολογίας των άλλων. Δεν ήτο λοιπόν δυνατόν ούτοι να σεβασθούν και να τηρήσουν μυστικόν το πάθημα του Δημήτρη. Είτε κατά την αγοράν των αρνίων, είτε κατά την περιοδείαν των εις τα οινοπωλεία, οι φίλοι μεταξύ των άλλων θα ομιλήσουν και περί αυτού· θα το μάθη ο Νάσος και η Μπήλιω και τότε δεν ήτο να μείνη πλέον εκεί μεταξύ των.

— Γρήγορα θα φύγω κι εδώθε· εσκέφθη μετά πικρίας.

Και με αυτήν την σκέψιν δεν ηδύνατο να ησυχάση καθ' όλην την ημέραν.

Περί το εσπέρας οι βλάχοι εφάνησαν επιστρέφοντες, εύθυμοι και γελαστοί, με ολιγώτερα αρνία αλλά περισσότερον χρήμα εις τα κεμέρια των. Τινές τούτων, κρίνοντες απαραίτητον την μέθην, ήσυχον όμως, άνευ συγκρούσεως ποτηριών προς ένδειξιν πένθους κατά την Μεγάλην Παρασκευήν, ήρχοντο παίζοντες το τζιρίτι και φωνάζοντες ευθύμως. Οπίσω ήρχοντο αι γυναίκες πεζή φέρουσαι τα αψώνια και από των ώμων της νάκες με τα παιδία των αι περισσότεραι.

Ο Δημήτρης μόλις είδε τον Νάσον και την Μπήλιω ητένισεν αυτούς εις το πρόσωπον δειλά ως ένοχος τον δικαστήν του. Τα πρόσωπα και των δύο ήσαν αίθρια, διεκρίνετο όμως επ' αυτών τύπος τις αόριστος πικρίας και δυσαρεσκείας.

— Καλά μ' έτρωγαν τα φίδια· εσκέφθη.

Και την νύκτα ότε έπεσαν να κοιμηθούν, εις την μίαν άκραν της καλύβας αυτός και εις την άλλην ο Νάσος με την γυναίκα και το παιδί του ήκουσε την αλήθειαν.

— Ξέρω κι εγώ, αδερφέ· έλεγεν ο Νάσος σιγά εις την γυναίκα του· έκλεψε σου λένε.

— Και τον αφώρεσαν;

— Τον αφώρεσαν λέει; δεν αηκούς με μαύρες λαμπάδες και λεβέτια καπνισμένα και αναθέματα!…

— Για κείνο ήρθ' εδώ;

— Για κείνο — αμ' τι;

— Εμείς δεν μπορούμε να τον διώξωμε.

— Να τον διώξωμε όχι· ο θεός να μας φυλάη μονάχα…

Ο Δημήτρης τα ήκουεν όλα κι εφρικία από κεφαλής μέχρι ποδών. Καθ’ όλην την νύκτα δεν ημπόρεσε να κλείση μάτι. Και την πρωίαν ευρέθη μ' ένα πυρετόν τόσο σφοδρόν ώστε αν και ήθελε ν' απέλθη της καλύβας ευθύς, πριν ίδη εκδηλουμένην την δυσαρέσκειαν των φίλων του, δεν ηδυνήθη να κινηθή της στρωμνής του. Μόνον το εσπέρας εξήλθε μετά κόπου κι εκάθισεν έξω παρά την θύραν της καλύβας.

Οι αμνοί της Λαμπρής, κάτασπροι ωσάν τα χιόνια εκ του πάχους, εκρέμαντο προ της θύρας των καλυβών καθ' όλα έτοιμοι διά το σουβλί. Τινές των βλάχων έξυον μακράς χονδράς ράβδους εξ αγριελαίας, μετασχηματίζοντες αυτάς εις σούβλας· αι βλάχισσαι όλαι εις κίνησιν, εκαθάριζον την πουγάναν όπου θα εψήνετο ως ηλιαστόν το κατσίκιον, άλλαι εζύμωνον την τυρόπητα, άλλαι έκαιον τους μικρούς φούρνους κι έρριπτον το μαύρον αλλά νοστιμώτατον εκ κριθής και αραβοσίτου ψωμί.

Τα μικρά βλαχόπουλα, τα οποία έλειπον από πρωίας εις το λειβάδι, επέστρεφον κατ' εκείνην την ώραν οδηγούντα την κοπήν εις το μανδρί· αι βλαχοπούλαι ήρχοντο εκ της πηγής, εύσωμοι και ροδοκόκκιναι με το ξύλινον βαρέλι όρθιον επί κεφαλής, ως Καρυάτιδες και τους κάδους πλήρεις νερού εις τας χείρας.

— Τι λες παπου; καλός είνε ο λαμπριάτης μας; ηρώτησεν ο Νάσος τον Δημήτρην επιδεικνύων μετά τινος υπερηφάνειας τον παχύτατον αμνόν του.

— Καλός, παιδί μου, καλοφάωτος· και του χρόνου να δώσ' ο Θεός.

— Ο Θεός κι ο λόγος σου παπού· καλά στερνά!

Μικρόν κατά μικρόν ήλθεν η νυξ. Οι βλάχοι ήμελξαν έκαστος τα πρόβατά του, έθεσαν το γάλα εντός μεγάλου λέβητος και περάσαντες διά των λαβίδων του χονδράν ράβδον, εστήριξαν τα δύο άκρα της επί δύο ορθίων στηλών και αφήκαν ανηρτημένον τον λέβητα εις την δρόσον της νυκτός. Εισήλθον έπειτα ενωρίς εις τας καλύβας των και ηπλώθησαν επί των μαλλίνων στρωμνών των να υπνώσουν ολίγον μέχρι της ώρας της Αναστάσεως.

Ο Δημήτρης τους εμιμήθη· αλλ’ ο ύπνος δεν ήρχετο ν' αναπαύση τα μέλη του· ο πυρετός τον κατέκαιεν. Η ιδέα του παθήματός του και ότι το έμαθον ο Νάσος και η Μπήλιω, οι μόνοι απομείναντες φίλοι του, επέτεινον την εκ του πυρετού αγρυπνίαν. Ηγείρετο και κατέπιπτεν επί της στρωμνής του, κατέπιπτε και ηγείρετο αλληλοδιαδόχως. Το μικρόν ξυλοκάνατο, που είχεν εις το πλευρόν του, δέκα φοράς το εγέμισε δροσερού νερού από του μεγάλου βαρελιού και το εκένωσεν εντός του· δίψα άσβεστος, ικανή να στειρεύση ολόκληρον ποταμόν, τον κατεφλόγιζεν· εν τη παραζάλη του ενόμιζεν ότι ήκουε παφλασμούς ποταμού κι έβλεπε βρύσεις πολυαρίθμους και πολυκρούνους με τα κατάργυρα και αφρώδη νερά των· το στόμα του ήτο πικρόν, η γλώσσα του ξηρά και χολώδης… Ούτω αγωνιών διήλθεν όλην την νύκτα μέχρις ου οι βλάχοι ήρχισαν να εγείρωνται.

— Παπού! ε, παπού! εφώναξεν ο Νάσος, θίγων αυτόν διά του ποδός.

— Τι ’νε;

— Ασήκου να ιδούμε την Ανάστασι…

Ότε εξήλθον της καλύβας ηκούοντο καθ' όλην την κοιλάδα και τας πέριξ ράχεις φωναί συγκεχυμέναι. Οι βλάχοι όλοι της περιφερείας εκείνης ήσαν επί ποδός, στολισμένοι, με τα κηριά εις χείρας, αναμένοντες την Ανάστασιν.

Όλη εκείνη η περιφέρεια εκ λοφίσκων κυματοειδών και μικρών κοιλάδων, πλουσία εις βλάστησιν και εις νερά, κατέχει την μεσημβρινήν πλευράν του δήμου Βουπρασίων. Οι βλάχοι έχουν κατασκηνώσει εκεί πολυάριθμοι, άλλοι εις μικρούς συνοικισμούς, ως τα Μπακογιαννέϊκα και Βυτινέϊκα, άλλοι μεμονωμένοι κατά οικογενείας, νεμόμενοι πολλά στρέμματα γης, και άλλοι αναμίξ μετ' εντοπίων κατοικούντες μικρά χωρίδια, ως το Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζι και άλλα, εκ δέκα είκοσιν οικίσκων έκαστον.

Οι βλάχοι έρχονται εκεί και ξεχειμάζουν· από του Απριλίου δε μέχρι του Σεπτεμβρίου με τας οικογενείας και τα ποίμνια των αναχωρούν διά τα βουνά, όπου ξεκαλοκαιριάζουν. Δεν είνε δυνατόν διά τούτο ν' απαντήση τις καθ' όλην εκείνην την έκτασιν εκκλησίας παρά μικράς μόνον, ως κελλία εις τα πέριξ χωρίδια. Τα χωρίδια όμως αυτά αν έχουν εκκλησίας, δεν έχουν ιερείς. Διότι οι χωρικοί, ανθρακείς ως επί το πλείστον και υλοτόμοι, είνε τόσον πτωχοί, ώστε μόλις να εξαρκούν εις την πενιχράν τροφήν των και την πενιχροτέραν ενδυμασίαν των. Ίνα μη λησμονήσουν όμως καθόλου τον Θεόν, εσυμφώνησαν όλοι από κοινού κι εκάλεσαν ένα ιερέα, ο οποίος υπεχρεούτο εις κάθε εορτήν να λειτουργή κατά σειράν και εις εν χωρίδιον. Και οι βλάχοι των πέριξ συνοικισμών συνεισέφεραν εφ' όσον καιρόν μένουν εκεί και οπόταν ο ιερεύς λειτουργή εις το πλησιέστερον χωρίδιον, παγαίνουν όσοι θέλουν και λειτουργούνται.

Αλλ’ η Ανάστασις πρέπει να τελήται εις όλους ταυτοχρόνως και να μετέχουν όλοι της ιερωτέρας και μεγαλειτέρας εορτής της χριστιανικής θρησκείας. Διά τούτο ίνα μη εγείρωνται παράπονα προτιμήσεως και ίνα μετέχουν όλοι και οι πλέον απομεμακρυσμένοι της ιεράς τελετής, τελούσιν αυτήν έξω, εις το ύπαιθρον, υπό τον διάστερον ουρανόν και τον ευρύν ορίζοντα.

Ήδη είχε πλησιάσει η ώρα. Ο αυγερινός φεγγοβολών ανήρχετο εις τα ύψη ωσεί μέγας μυσταγωγός του χριστιανισμού, φέρων εις τους ανθρώπους το Φως το αληθινόν. Οι βλάχοι με τας γυναίκας και τα παιδία των ίσταντο έτοιμοι, έκαστος έξω της καλύβης του· οι χωρικοί από τα πέριξ χωρίδια είχον ανέλθει εις τα υψώματα, νέοι ακμάζοντες και ζωηροί, γέροντες λευκόμαλλοι, παιδία, γυναίκες νέαι και γραίαι, όλοι προσηλωμένους έχοντες τους οφθαλμούς προς το ανατολικόν μέρος του ορίζοντος, όπου εγνώριζον ότι εν μέσω του σκότους υψούτο υψηλή ράχη, επί της οποίας θ' ανεφαίνετο ο ιερεύς με την λαμπάδα εις χείρας κηρύσσων εις τους πιστούς την Ανάστασιν του Σωτήρος. Αι μεγάλαι πυραί ελαμπάδιζον εις τα ύψη επιρρίπτουσαι ροδόχρουν χροιάν επί των προσώπων και των καθαρών ενδυμάτων και ποικίλλουσαι με πολύχρωμους λάμψεις, τα πολύτιμα γκιορτάνια και τους αργυρούς παφτάδες της ζώνης των γυναικών. Η καρδία όλων εβροντοκτύπα ανυπόμονος εις την εγγίζουσαν μεγάλην και ιεράν δι' αυτούς στιγμήν. Κάθε άστρον, το οποίον προέκυπτεν από την ράχην, εξελάμβανον ως την λαμπάδα του ιερέως και ανεκραύγαζον και ανεπήδων οι νεώτεροι μετά χαράς:

— Για το· εφάνηκε!

— Αμ' πού ακόμη!...

— Θ' ασπρίση το μάτι σου για να το ιδής;…

Κι επειράζοντο μεταξύ των και διηγούντο ευάρεστα ανέκδοτα και οι γεροντότεροι παραμύθια διά να περάση ο καιρός.

— Για το, για το! εκειό ένε! εφώναξε τις αίφνης περιχαρής.

Τω όντι προς ανατολάς εφάνη φως λαμπάδος, τρεμοσβύνον εις του ανέμου την πνοήν. Διέσχιζε την σκοτίαν κι επέρριπτε παρήγορον και ιλαράν την λάμψιν του πέριξ, ως η ιδέα του Χριστιανισμού την οποίαν εξεπροσώπει την ώραν εκείνην, διέλυσε τ' άγρια σκότη της αμαθείας και βαρβαρότητος.

Οι βλάχοι όλοι και οι χωρικοί απ’ όλα τα μέρη πέριξ συνεκέντρωσαν εκεί τους οφθαλμούς και έτεινον την ακοήν των.

— Χριστός ανέστη, παιδιά!…

Η φωνή ηκούσθη από την ράχην έντονος και παρατεταμένη. Αναπαλλομένη έφθασεν εις τας καρδίας των αξέστων ακροατών όλων κι επέχυσεν επ' αυτών γλυκύτητα και συγκίνησιν.

— Χριστός ανέστη, παιδιά!…

Η φωνή ήχησεν εντονωτέρα. Οι βλάχοι όλοι και οι χωρικοί έκλιναν την κεφαλήν κι έκαμαν τον σταυρόν των. Όλη εκείνη η εκτεταμένη περιφέρεια ήτο κατά την ώραν εκείνην ευρύτατος ναός, όπου εδοξάζετο το μεγαλείον του Θεού.

— Χριστός ανέστη, ορέ παιδιά!...

Η φωνή ήχησεν εκ τρίτου. Συγχρόνως παρά το φως της λαμπάδος εφάνη αναλαμπή πυρολίθου και μετά μίαν στιγμήν διεχύθη ανά την έκτασιν βαρύς βρόμος πυροβόλου. Ο ιερεύς ολίγον διαφέρων κατά την παίδευσιν των πέριξ ακροατών του, αφελής όπως αυτοί, δοξολογών τον Θεόν του όπως και οι ποιμένες και οι υλοτόμοι και οι ανθρακείς, με τους οποίους έζησε και ανετράφη, έδιδεν απ’ εκεί πρώτος, μετά το άγγελμα της Αναστάσεως, το σύνθημα των πυροβολισμών και της χαράς.

Ευθύς ωσεί όλη εκείνη η έκτασις κατείχετο υπό πολυαρίθμου στρατού, παραμονεύοντας κι επιπίπτοντος αίφνης κατά του εχθρού, πλείστοι εξήλθον πυροβολισμοί, φωτίσαντες δι' αστραπιαίας ταχύτητος χλοαζούσας ράχεις, λαγκάδια καθαρά, δένδρα και καλύβας, πρόβατα και μανδριά. Οι βλάχοι εν εξάλλω ενθουσιασμώ μετέδιδαν προς αλλήλους την ευχάριστον είδησιν της Αναστάσεως:

— Χριστός ανέστη, ορέ αδέρφια!…

— Αληθινώς ανέστη!... αληθινώς ανέστη!

— Ζη και βασιλεύει, ορέ μπρατίμοι!… ζη και βασιλεύει!…

Ήδη πολυάριθμα μικρά φώτα επλανώντο κατά διαφόρους διευθύνσεις· τα βλαχόπουλα έσπευδον προθύμως να μεταφέρουν εις τους άλλους το Άγιον φως, όπερ έλαβον από την λαμπάδα του ιερέως. Μετ' ολίγον όλαι αι ράχεις, πεπληρωμέναι μικρών φώτων, εφεγγοβόλουν εδώ κι εκεί, εν μέσω της σκοτίας, ως αδάμαντες πολυάριθμοι. Από εκάστης καλύβης τα καρυοφύλλια κι αι ασημοπιστόλαι ήστραπτον κι εβρόντων και αι σφαίραι διεσταυρούντο εις τα ύψη συρίζουσαι. Τα εντός των μανδριών πρόβατα εβέλαζον κι επήδων φοβισμένα εκ των κρότων· οι σκύλοι υλάκτουν, οι ίπποι εχρεμέτιζον και όλη η έκτασις ήτο πλήρης συμμιγούς και ακαταλήπτου θορύβου…

Η ράχη επί της οποίας ανεφάνη το πρώτον το φως της Αναστάσεως, ήτο ήδη κατάφωτος. Είκοσιν έως εικοσιπέντε βλάχοι, ασκεπείς, με την λαμπάδα ανημμένην εις χείρας, εγονυπέτουν πέριξ του ιερέως, ο οποίος όρθιος εκίνει την λαμπάδα του άνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, ψάλλων το «Χριστός ανέστη», καταλαμπόμενος υπό του φωτός, ως Θεός μέσω των αστραπών του Σινά.

Εις τα Μπακογιαννέικα όλοι, γυναίκες, άνδρες, παιδιά εν ομίλω, με τας λαμπάδας των ανημμένας, είχον ανέλθει εις την κορυφήν του λόφου των και παρεστάθησαν εις την τελετήν της Αναστάσεως. Έπειτα ετράπησαν εις τας καλύβας των ίνα φάγη έκαστος με την οικογένειάν του τον τζορβάν.

— Παπού, ε, παπού! πάμε να φάμε· εφώναξεν ο Νάσος εις τον Δημήτρην, κατευθυνόμενος εις την καλύβαν του.

Αλλ’ ο Δημήτρης ούτε εκεί ούτε εις την καλύβαν ήτο. Ο Νάσος εξήλθε, τον εκάλεσεν επανειλημμένως, εσύριξε, τον ανεζήτησεν εις όλας τας καλύβας, αλλά δεν τον εύρε πουθενά.

— Έφυγεν· είπεν εισερχόμενος εις την Μπήλιω. Και οι δύο ητένισαν επί μακρόν ο ένας τον άλλον, άφωνοι.

— Ο Θεός να τον σχωρέση· είπε τέλος η Μπήλιω, ενώ εν δάκρυ έπιπτεν, ως μαργαρίτης, από τους οφθαλμούς της.

*

Τω όντι ο Δημήτρης ήτο μακράν της καλύβας. Αφ' ης ώρας εβεβαιώθη ότι ο Νάσος και η Μπήλιω έμαθον την κατάραν που εβάρυνεν επ' αυτού είχεν αποφασίσει να φύγη. Ηννόει μόνος του ότι, όσον και αν τον ηγάπων, δεν ηδύναντο να τον έχουν δίχως ενδοιασμούς και φόβους πλησίον των.

Η θρησκεία έχει ριζώσει εις την καρδίαν του λαού με όλα τα μεγάλα και πλούσια αγαθά της αλλά και με διαφόρους προλήψεις, τας οποίας η αμάθεια πάντοτε δημιουργεί. Ο Δημήτρης εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Θεός, ο τόσον εύσπλαγχνος και συμπαθής, εις τον αφωρισμένον είνε πολύ αυστηρός· αναγνωρίζει το κύρος της εκκλησίας, δέχεται τα θεσπίσματά της και τιμωρεί, όχι μόνον αυτόν αλλά κι εκείνους που θα τον περιθάλψουν, ως ο νόμος κατατρέχει τους ληστάς και τους λησταποδόχους. Ο αφωρισμένος είνε μία αθλία και φοβερά δύναμις, αποπνέουσα πανταχού μόλυσμα απαίσιον και δυσθεράπευτον της ψυχής. Το σώμα δύναται τις πολλάκις να το εκθέση εις τους κινδύνους και τας τιμωρίας, αλλά την ψυχήν πρέπει να φυλάσση ως το πολυτιμότερον πράγμα του ανθρώπου.

— Κι εγώ να ήμουνα δεν το έκανα, εψιθύρισεν ο Δημήτρης εν ειλικρινεία.

Κι έφυγε μόλις εύρεν ευκαιρίαν χωρίς να τον εννοήση κανείς, σπεύδων ωσεί καταδιωκόμενος. Ο τόσος αλλαλαγμός κι αι φωναί των βλάχων επί τη αναστάσει του Ιησού, τα φώτα και η χαρά εκείνη, η έξαλλος, έθλιβον την καρδίαν του σφιγκτά σφιγκτά, ως να την ειχε συλλάβει χειρ Βριάρεως. Ο Δημήτρης, επειδή απεκηρύσσετο παρά των ανθρώπων και κατετρύχετο παρά της εκκλησίας, ήρχισε σιγά σιγά ν' αναπτύσση και αυτός εν τη καρδία του μίσος καθ' όλων. Εν τη αλλοφροσύνη και τη μηδαμινότητί του, εθλίβετο ακόμη και διά την ανάστασιν του Ιησού, αφού αυτός ούτε ανάστασιν, όπως όλοι οι χριστιανοί, ούτε θάνατον καλά καλά ήλπιζεν.

Ο Δημήτρης επλανήθη επί πολύ εις την ερημίαν, εν μέσω του σκότους της νυκτός. Η αυγή εύρεν αυτόν επί τίνος λόφου, πλησίον του ερημοκκλησίου του αγίου Γεωργίου. Όπισθεν του ερημοκκλησίου, πλησίον του τοίχου του ιερού βήματος είδε νεοσκαφή τάφον. Επί του τάφου ούτε όνομα εφαίνετο, ούτε σταυρός, ούτε κυπάρισσος ή ιτέα, τ' αχώριστα σύμβολα του θανάτου· μόνον μία κέραμος, ημιτεθραυσμένη και αυτή, ώριζε το μέρος όπου ανεπαύετο η κεφαλή του νεκρού και παρ' αυτήν έκειντο απεσβεσμένοι άνθρακες και λίβανος απηνθρακωμένος.

Ο Δημήτρης επλησίασε μετά δειλίας, φοβούμενος μήπως και ο νεκρός σηκωθή και τον αποδιώξη, εγονυπέτησε κι εφίλησε μετά κατανύξεως το χώμα του τάφου.

— Ο Θεός σχωρέσει, αδερφέ· εψιθύρισε.

Και ητένισε τον τάφον με βλέμμα τόσον τρυφερόν οποίον δεν έρριψε κανείς άλλος άνθρωπος επί τάφου. Ο Δημήτρης εζήλευε πολύ τον άγνωστον εκείνον ο οποίος τώρα ανεπαύετο εκεί, μακράν του κόσμου και των παθών του. Τα δάκρυά του έπιπτον κατά θρομβία επί του χώματος και αυτός εσκέπτετο την πλάνην και το μέγα άδικον της Εκκλησίας. Την αμάθειάν του εκάλυπτον τα ίδια παθήματα, ο πόνος εκείνος ο μύχιος της καρδίας, και τον έκαμνον αυτόν, ο οποίος άλλοτε δεν ετόλμα ουδέ να συλλογισθή τους νόμους της εκ φόβου μήπως αμαρτήση, τώρα να την κρίνη και να την καταδικάζη. Είχε φθάσει πλέον το μαχαίρι εις το κόκκαλο και δεν εφοβείτο τίποτε. Ο κόσμος μεταξύ του οποίου ο άνθρωπος ζη, η γη εις την οποίαν θάπτεται και ο ουρανός όπου η ψυχή επιστρέφει, απαλλαγείσα των δεσμών της είνε τα μόνα καταφύγια του θνητού. Κι εν τούτοις ο κόσμος και η γη και ο ουρανός αποδιώκουν τον αφωρισμένον. Αειφυγία από παντού και άνευ τέλους! Ο Δημήτρης, περιπλανώμενος Ιουδαίος της ζωής και του θανάτου, δεν εύρισκε πουθενά θέσιν να σταθή. Είχεν αηδιάση την ζωήν και όμως έτρεμε προ του θανάτου, ως παις προ μορμολυκείου.

Ο Δημήτρης έμεινεν εκεί επί πολύ σκεπτόμενος και κλαίων. Κατεφίλει κι έθλιβε το χώμα του τάφου, το έβρεχε με τα δάκρυά του κι εψιθύριζε κάτι ωσεί το παρεκάλει να δώση και εις αυτόν την ανάπαυσιν την οποίαν έδιδεν εις τον νεκρόν.

Μετ' ολίγον τον κατεκυρίευσεν η δίψα και ηγέρθη διά να ζητήση νερό. Ήτο τόσον εξησθενημένος ώστε δεν ηδύνατο να σταθή εις τους πόδας του. Ησθάνετο βάρος εις την κεφαλήν, τα ώτα του εβόιζον φρικωδώς, οι οφθαλμοί του ήσαν νωθροί και κάθυγροι εκ του πυρετού. Σιγά σιγά, αργοβατών κατήλθε μετά πολλού κόπου εις το λαγκάδι του Μπάστα.

Το νερόν έτρεχε διαυγές και ήσυχον μέσω των πρασίνων φυλλωμάτων των ιτεών και των ανθισμένων χαμοκλάδων· πλάτανοι υψηλοί και λεύκαι πλούσιαι εις φύλλωμα και εις χάριν, έρριπτον την σκιάν των πέραν επί του περιβολίου του αγίου Γεωργίου, καταφύτου εκ λεμονέων και χρυσομηλέων, βαθυπρασίνων καρυδιών και συκών, κιτρινοφύλλων ροδακινών και στενοφύλλων αμυγδαλών. Η πλευρά του βουνού με την ρωμαλέαν φυτείαν της παρουσίαζεν εν όλον γιγάντειον μωσαϊκόν ένεκεν του διαφόρου χρωματισμού των δένδρων και των χαμοκλάδων της. Αι ξανθαί αγράμπελοι και οι κισσοί, με τα πεντοβολούντα βοτρυοειδή άνθη των, ανερριχώντο επί των κλάδων, σχηματίζουσαι τερπνά παραπετάσματα, κρεββάτια χαριτωμένα διά τας νύμφας της κοιλάδος.

Προέκυπτον εδώ κι εκεί τα μεγάλα κόκκινα άνθη των ροδοδαφνών, τα χιονώδη της μυρτιάς και πλούσια τα φυλλώματα των κουμαριών. Εις τους πόδας του βουνού λιθόκτιστος βρύσις έχυνε προς τα έξω διά μικράς μαρμαρίνης λεκάνης νερό ψυχρόν και διαυγές· απ’ ολίγον μακράν ήρχετο βοή αδιάκοπος, ο ρόχθος του Βρόντου, μικρού καταρράκτου, χυνομένου διά πλακοστρώτου κοίτης εις το λαγκάδι του Μπάστα. Επί των απέναντι χαμηλών λοφίσκων έβοσκον κατεσπαρμένα πρόβατα και αίγες υπό την επίβλεψιν των μικρών βοσκών και των σκύλων των. Προς δυσμάς, εις την είσοδον της κοιλάδος, εφαίνοντο κυματοειδείς τινές λοφίσκοι εκ κοκκινοχώματος και κάτω, αλληλοδιαδόχως, η βαθυπράσινος πεδιάς με τας ευφόρους σταφιδοφυτείας και τους λευκούς οικίσκους των, το Ιόνιον Πέλαγος με τα γαλανά νερά του και εις το βάθος εν σκιαυγεία ο Αίνος της Κεφαλληνίας, πελώριος.

Ότε ο Δημήτρης έφθασεν εκεί, ο ήλιος είχεν υψωθή αρκετά ώστε να στεγνώση την πάχνην της νυκτός και ν' αφήση τα άνθη και τα φυτά να χύσουν ελεύθερα το άρωμά των. Αι αηδόνες, οι κόσσυφοι, όλα τα πουλάκια της λαγκαδιάς, έψαλλον εν αμίλλη ευτυχισμένα· η χλιαρότης εκείνη εμέθυε και τα ζωύφια ακόμη και ήρχετο από παντού πέριξ βόμβος γλυκύς και αόριστος. Αλλ’ ο Δημήτρης εκ του κόπου, τον οποίον κατέβαλε κατερχόμενος το κατωφερές μονοπάτι του λόφου, κατέπεσεν εξηντλημένος εις μίαν λόχμην ροδοδάφνης, πριν ακόμη κατορθώση να φθάση εις την βρύσιν. Επροσπάθησε να συρθή με τα γόνατα έως εκεί, να πίη ολίγο νερό να δροσισθή αλλά δεν ηδύνατο καλά καλά ουδέ τον βραχίονα να σηκώση.

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα βαρέα, ωσεί τύπτοντα μετά πάθους την γην κι εφάνη νεαρός βλάχος, διερχόμενος την αντίπεραν της λαγκαδιάς πλευράν, νωθρώς, εν αφροντισία βηματίζων και τραγωδών:

Μια βλαχοπούλα έπλενε,

σε βρύσι μαρμαρένια·

είχε τον κόπανο χρυσό,

Μαλαματένια πλάκα!…

Ο βλάχος ετραγώδει με όλον το πάθος και την δύναμιν εκείνην, την δίδουσαν ζωήν εις τας απλάς λέξεις και ηλεκτρίζουσαν τας ψυχάς. Έχων ολίγον υψωμένην την κεφαλήν, επρόφερε κατ' αρχάς σιγά και ηπίως τας λέξεις και όταν έφθανεν εις το γύρισμα, επέτεινε την φωνήν του εις υψηλόν και γλυκύν τρεμουλιαστόν τόνον, αμιλλώμενον προς την φωνήν του αηδονιού. Ούτω επροχώρει εις την λαγκαδιάν, άλλοτε εξαφανιζόμενος εις τας συστάδας των δένδρων και άλλοτε αναφαινόμενος υψηλά, κατά τα κλώσματα του μονοπατιού, κι εξακολουθών πάντοτε το τραγούδι του ευθύμως:

Κι από τη φόρτσα την πολλή

Κι' από τη δύναμί της·

Της ετσακίσθ' ο κόπανος

Της ερραγίσθ' η πλάκα!...

Κι εφ' όσον απεμακρύνετο ο βλάχος, το τραγούδι ήχει εις την λαγκαδιά, γλυκύτερον και περιπαθές όσον η ποίησις και η αφέλειά του. Ο Δημήτρης, ο οποίος ήλπισεν επί στιγμήν ότι ο βλάχος θα διήρχετο πλησίον του και θα τον εβοήθει, ήδη ότε τον ήκουεν απομακρυνόμενον, κατέπεσεν εις εντελή απελπισίαν.

— Εδώ θα χαθώ! εψιθύριζεν από καιρου εις καιρόν μετά πικρίας.

Μετ' ολίγον ηκούσθησαν άλλα βήματα· ξένος ιππεύς ήρχετο εις το λαγκάδι διά να ποτίση τον ίππον του. Εφόρει μαύρο σκουφάκι εις την κεφαλήν, μεϊντανογέλεκα από λευκό σαγάκι, κεντημένα με μαύρα σειρήτια, υποκάμισον με χειρίδας ανοικτάς, κοντήν και λερήν φουστανέλλαν, και τσαρούχια εις τους πόδας. Από του σελαχίου του προέκυπτον κοκκαλίνη λαβή μαχαίρας και ολίγον το κοντάκι πιστολιού. Εις την χείρα εκράτει την μπατίναν του, ράβδον μακράν, εις το κάτω μέρος φέρουσαν κεφαλήν χονδράν, διά της οποίας καταβάλλουν τους ταύρους. Το ύφος του ήτο γλυκύ και συμπαθές· οι οφθαλμοί του γοργοί και ευκίνητοι· τα χείλη του πάντοτε χαμογελώντα. Ο ζωέμπορος είχεν υπάγει από της προτεραίας να ίδη το λειβάδι του αγίου Γεωργίου, το οποίον εσκέπτετο να ενοικιάση διά την βοσκήν. Ήδη δε ήρχετο να ποτίση τον ίππον του και να κατευθυνθή εις Ανδραβίδα, όπου τον ανέμενον οι σύντροφοί του.

Αλλ’ ο ίππος δεν ήθελε να πλησιάση εις το νερόν. Ήνοιγε τους οφθαλμούς, ανώρθου την χαίτην του, εκαμάρωνε την κεφαλήν, εφρύμαζε στρεφόμενος εδώ κι εκεί κι ετριπόδιζεν ωσεί διακρίνων κάτι μέσω των φυλλωμάτων και θέλων να υποχωρήση. Ο ιππεύς επέμενε, τον εκέντα διά των πτερνιστήρων, τον εκτύπα διά της μπατίνας, αλλ’ ουδέν κατώρθου κι ήτο έτοιμος να υποχωρήση φοβισμένος και αυτός. Διότι εσυλλογίσθη ότι ήτο μεσημέρι και αυτήν την ώραν εις τοιούτους τόπους δεν είνε ακίνδυνον να συχνάζη κανείς. Όλα τα εξωτικά της λαγκαδιάς θα εκοιμώντο τώρα εκεί και βεβαίως δεν θα επέτρεπον εις κανένα να τα ενοχλήση. Και ο ίππος με την εξαιρετικήν οξυδέρκειαν την οποίαν έχουν τα ζώα, θα τα έβλεπε τώρα αυτά και ήθελε να οπισθοχωρήση.

Ο ζωέμπορος εσταυροκοπήθη δις και τρις ψιθυρίζων μέσα του προσευχήν κι έστρεψε τον ίππον να φύγη ησύχως. Αίφνης όμως ήκουσε γογγυσμόν και φωνήν ανθρωπίνην, ερχομένην ασθενώς μέσ' από τα φυλλώματα και ζητούσαν βοήθειαν. Εστάθη τότε, επέζευσε, αφήκε τον ίππον του κι επροχώρησε προς το μέρος οπόθεν ήρχετο η φωνή, πάντοτε μετά προφυλάξεως, διότι δεν ελησμόνει ούτος ότι τα εξωτικά πολλάκις διά τοιούτων προσποιήσεων φέρουν πλησίον των τους διαβάτας. Εύρε δ' εκεί τον Δημήτρην κατακείμενον εν μέσω της λόχμης, κατακόκκινον, με ημικλείστους οφθαλμούς.

— Πατριώτη, ρε πατριώτη! είπε, λακτίζων αυτόν ελαφρώς.

— Νερό, λίγο νερό! εψιθύρισεν ο Δημήτρης ασθενώς. Ο ζωέμπορος έλαβε μικρόν κασσιτέρινον τάσι, ανηρτημένον αριστερά, του σελαχίου του και το εγέμισεν από την βρύσιν. Ο Δημήτρης ανεσηκώθη ολίγον, έλαβε το τάσι μετά σπουδής και το εκένωσεν απνευστί.

— Τη δροσιά του νάχης· εψιθύρισε.

Και ημιανοίγων τους οφθαλμούς ητένισεν ευγνωμόνως τον Νίκαν. Αλλ’ ωχρότης επεχύθη επί του προσώπου του, οι οδόντες του ήρχισαν να συγκρούωνται και το τάσι έπεσε των χειρών του. Ο Δημήτρης ανεγνώρισεν ευθύς τον ζωέμπορον, τον κύριον των τριακοσίων δραχμών και αίτιον όλων των δυστυχιών του. Τα παθήματά του μετ' αστραπιαίας ταχύτητος, το εν μετά το άλλο, ήλθον όλα και παρεστάθησαν προ της φαντασίας του με όλην την φοβεράν όψιν των.

— Ωχ, λυπήσου με! είπε φρικιών υπό το βλέμμα του ζωεμπόρου· σώνει πια, λυπήσου με!...

— Τι θέλεις; ηρώτησεν ούτος, νομίσας ότι ο άρρωστος παρεμίλει εκ του πυρετού.

— Σώσε με, λύσε με από τον αφορεσμό!… Τα χρήματά σου, εγώ τα βρήκα τα χρήματά σου…

— Εσύ ’σαι ο Νουλάς!

— Εγώ —ναι.

Και ο Δημήτρης διηγήθη εις τον ζωέμπορον πως έτυχε ν' ανεύρη τα χρήματά του και πώς τα διέθεσε. Τρέμων όλος, με δάκρυα πύρινα εις τους οφθαλμούς, ήρχισε να διηγήται εν προς εν τα παθήματά του, αφ' ης ημέρας το επιτίμιον ανεγνώσθη εις την κωμόπολιν, την περιφρόνησιν των συγχωρικών του, τους πικρούς και καυστικούς λόγους των, τα μειδιάματά των, τα πλήρη αναιδούς σαρκασμού, τα βλέμματά των τα σουβλερά· να λέγη την πτωχείαν και αθλιότητά του, την παίδευσιν του σώματος και την ακοίμητον βάσανον της ψυχής επί τόσας ημέρας!…

— Λύσε με από τον αφορεσμό· εξηκολούθησε υψώνων προς τον ζωέμπορον ικέτιδας χείρας· σώσε με από την παίδεψι!… να πώς κατάντησα· συχώρα με κι ο Θεός σχωρέσοι!…

Ο ζωέμπορος ήκουεν έκπληκτος και μετά συντριβής τον Δημήτρην. Ήρχισε να ελέγχη εαυτόν, διότι διά τόσον μικρόν πράγμα εξέδωσεν επιτίμιον, το οποίον κατέστρεψε τελείως ένα τίμιον και αξιόλογον εργάτην. Ιδού ότι η τύχη τον είχεν ευνοήσει τόσον πολύ ώστε από ενός έτους, ότε έχασε τας τριακοσίας δραχμάς, αι επιχειρήσεις του προώδευον καταπληκτικώς, η περιουσία του ηύξησε. Τι ήσαν δι' αυτόν τώρα τριακόσιαι δραχμαί!

— Συχωρεμένος να ήσαι, αδερφέ· συχωρεμένος να ήσαι!… ανέκραξε μετά θέρμης ο ζωέμπορος, εναγκαλιζόμενος τον Δημήτρην με δάκρυα εις τους οφθαλμούς· δεν φταίω εγώ… μη μου κακοψυχάς!…

— Όχι, δεν φταις· λύσε με από τον αφορεσμό!

— Ναι, θα σε λύσω.

Και ο ζωέμπορος είπεν εις τον Δημήτρην ότι τώρα αμέσως θα επήγαινεν εις Λεχαινά και θα εφρόντιζε δι' όλων των μέσων ν' ανακληθή το επιτίμιόν του…

— Αλήθεια; ηρώτησεν ο Δημήτρης, κάπως δύσπιστος.

— Στο Χριστό που πιστεύομε· είπεν ο ζωέμπορος μετά πειστικότητος.

— Και θα διαβασθή το συχώριο 'ς το χωριό;

— Ναι· αν θες πάμε μαζί ως εκεί.

— Όχι, δεν μπορώ.

Και ο Δημήτρης, επανέπεσεν εξηντλημένος επί της χλοεράς στρωμνής του. Το βλέμμα, του εστράφη πέριξ εις την χλοάζουσαν φύσιν, εις τον καταγάλανον ουρανόν, εις τα υψηλά δένδρα τα σειόμενα υπό του ανέμου ησύχως· το ους του επρόσεξεν εις τον βόμβον εκείνον, τον μαλακόν και εις το συνεχές λάλημα των πουλιών και ο Δημήτρης εδάκρυσεν, επιθυμήσας την ζωήν και τα καλά της ενθέρμως.

— Πάμε, αδερφέ· σε βάνω 'ς τ' άλογό μου· είπεν ο ζωέμπορος.

Και διά συριγμού εκάλεσε τον ίππον του.Ο Τσίλιας εις τον συριγμόν του κυρίου του προσήλθεν, αργά αργά, καμαρόνων ως να έφερε καμμίαν νύμφην επάνω του.

— Γονάτισε· είπεν ο ζωέμπορος, συνοδεύων τον λόγον του μ' εμφαντικόν νεύμα.

Ο Τσίλιας έκλινεν ευθύς προς την γην, πρώτον τα εμπροσθινά γόνατα κι έπειτα τα οπισθινά. Ο ζωέμπορος έκυψε να λάβη τον Δημήτρην εις τας αγκάλας και τον θέση επί του ίππου· αλλά την ιδίαν στιγμήν σπασμός ισχυρός εκλόνησε το σώμα του αρρώστου και τον αφήκε νεκρόν.

Ο Δημήτρης Νουλάς εξεψύχησεν αφού συνεφιλιώθη με τον τάφον.

1888

 

αρχή

 

ΝΕΟΙ ΘΕΟΙ

 

 

— Μπρε το διάτανο τ’ έπιασε κι έκαμε!…

Ούτε η σύλληψις του Καγκάλου, τον οποίον ισχυρόν απόσπασμα χωροφυλάκων έφερε σιδηροδέσμιον, ούτε η πανήγυρις την οποίαν ήγον σήμερον, Δευτέραν της Λαμπρής, συνεκίνει τους κατοίκους της Βουνιχώρας. Τα από πενταετίας κατορθώματα του διασήμου ληστού της Δωρίδος, το άγριον κι επιβάλλον ήθος του, άντικρυς αντίθετον προς το νανώδες ανάστημά του, η παρά την Γερομαστήν προ τινος καιρού ευτυχής αντίστασίς του, μόνου εναντίον λόχου όλου στρατιωτών και πολιτών, δεν εγαλβάνιζον όπως άλλοτε τους πολεμοχαρείς χωρικούς. Ολόκληρος της φαντασίας των η ορμή ανεκόπτετο ήδη προ του ενωμοτάρχου, του οδηγούντος το στρατιωτικὀν απόσπασμα και προ του όπλου, με το οποίον ήσαν εφωδιασμένοι οι άνδρες του και αυτός. Κι ενώ επί του αλωνίου του Κοκκινοχώματος οι Αραχωβίται γύφτοι προσεπάθουν με τους βαρείς ήχους του τυμπάνου και τας γαργαλιστικάς φωνάς ζεύγους αυλών να διεγείρουν τας ψυχάς, κι οι λυγερές χειροκρατούμεναι εκάλουν μ' ελκυστικόν χαμόγελο τους νέους ν' ανοίξουν τον χορόν, ούτοι ολίγον παρέκει, συνωθούμενοι πέριξ του ενωμοτάρχου, προσέβλεπαν περίεργοι το όπλον, το οποίον ούτος εκολακεύετο να επιδεικνύη εις αυτούς, και από καιρού εις καιρόν επιφώνημα εξέφευγε των χειλέων του:

— Μπρε το διάτανο τ' έπιασε κι έκαμε!...

Από ενός και πλέον έτους αόριστοι φήμαι εφέροντο κι εν Βουνιχώρα περί του νέου όπλου. Τινές καταβάντες δι' υποθέσεις των μέχρι Γαλαξειδίου είτε μέχρι Σαλώνων, μετέδωκαν εις τους συμπατριώτας των το σχήμα, τας κινήσεις και τας ενεργείας του, όπως τα ήκουον εξωγκωμένα πάντοτε καθώς ήκουον παραμορφωμένον και τ' όνομα του Γάλλου εφευρέτου. Έμαθον ότι ο στρατός όλος, παραιτήσας πλέον τας βαρείας καραμπίνας του Μινιέ, εφωδιάσθη δι' αυτού, κατασταθείς μάλλον αξιομάχητος. Από τους ιδίους ληστάς, οσάκις εξένιζον αυτούς εις το χωρίον των είτε εις τα ποιμνιοστάσιά των, ήκουον οι χωρικοί την θραύσιν την οποίαν επέφερε τούτο εις τας τάξεις των˙ πώς εκαλύπτοντο αίφνης από χάλαζαν σφαιρών πριν ακόμη προφθάσουν ούτοι να γεμίσουν τα ιδικά των. Έβλεπον τας χαινούσας πληγάς τας οποίας εις αυτούς επροξένουν τα βλήματά του και κατενόουν την μεγάλην άξίαν του όπλου από την αγανάκτησιν και τας ύβρεις, όσας εξετόξευον κατά του πτωχού εφευρέτου. Και πολλάκις εν τη εξάψει της λατρείας των προς την λεβεντιάν, έψαλλον μετά μεγίστου πόνου το τραγούδι του Κουρκούμπα, το οποίον φέρει αυτόν και τον σύντροφόν του εις το λημέρι κατά το βράδυ βράδυ, όχι πλέον σκεπτομένους αγώνας και θριάμβους, αλλά κλαίοντας τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους:

τ’ είν' το κακό που πάθανε τώρα ’ς τα εβδομήντα

που βγήκαν τα βελονωτά, του Σασεπώ τα όπλα…

Όμως τ' ωμολόγουν ήδη οι χωρικοί, το εξέφραζον διά των εκπλήκτων βλεμμάτων των, ότι ουδέποτε ήλπιζον αυτό τόσον τέλειον όπως το έβλεπον, όπως ήκουον παρ' αυτού του ενωμοτάρχου:

— Να, έβαλες το φυσίγγιο κι ετέλειωσε το παστόψαρο… ένας χρόνος εις δύο κινήσεις… ένα πατατράκ κι εχάθηκε το λεφούσι!

Ο ενωμοτάρχης Παπαθεοδωρακόπουλος, υψηλός κι ευλύγιστος λεβέντης, τον οποίον η έξοχος ανδρεία, η ακούραστος ενεργητικότης κι αι διαβολικαί επίνοιαι, όσας ανέπτυσσε προς καταδίωξιν των ληστών, διέδοσαν εις όλην την Ρούμελην και περιέβαλλον με ποιητικήν τινα αίγλην το πεζότατον όνομά του, επεδείκνυε προθύμως τον χειρισμόν του όπλου, έδιδε την επιστημονικήν του ονομασίαν εις ένα έκαστον των καταρτισμάτων, ωμίλει περί κοχλιού και υποφυλακτήρος, περί στοχάστρου και σκοπευτικής γραμμής, περί τροχιών και βλημάτων. Οι χωρικοί ολίγοι το κατ' αρχάς, ακούοντες τας στομφώδεις φωνάς του, ήρχοντο ήδη πυκνότεροι από του χοροστασίου. Οι γέροντες οι οποίοι εδώ κι εκεί επί των υψωμάτων ηπλωμένοι, εκλελυμένον και άτονον έχοντες το σώμα από του θάλποντος ηλιακού φωτός, παρηκολούθουν με βλέμμα ρεμβώδες την προ αυτών αναβράζουσαν και λαλούσαν νεότητα˙ οι μεσόκοποι, όσοι σταυροπόδι καθήμενοι κύκλω, αντήλλασσον διαδοχικώς κρίσεις περί του χορού κι ελπίδας περί των ισχνών γεννημάτων των˙ τα παλληκάρια τα οποία όρθια πέριξ, έβλεπον εν ηδονική μέθη την πολύχρωμον εκείνην άλυσιν των χορευουσών με τας απλοϊκάς εσθήτας, την αφελή κόμμωσιν, τ' ανδρώδη αναστήματα και τας ζωηράς μελαχροινάς μορφάς, όλοι έσπευδον κι επερικύκλονον αυτόν εν σιγή. Και ο ενωμοτάρχης μέσω αυτών, σπασμωδικώς κινών την χείρα επί του όπλου, από της άκρας του κοντακίου εις την άκραν της κάννας, από του κινητού ουραίου εις τον ξυστόν, εις το κλισιοσκόπιον, εις τα ψέλλια, εξερεύγων ελευθεροστόμως και ακρατήτως τας φράσεις του, με μίαν παρρησίαν κάπως χαιρέκακον, μ' έκφρασιν θριάμβου επί της ηλιοκαούς μορφής του, με τον νευρικόν τρόμον εφ' όλου του σώματός του, ωμοίαζε προς κήρυκα αγωνιζόμενον να καθιδρύση νέους θεούς εις την συνείδησιν των αξέστων ακροατών του. Ούτοι δε σιγά σιγά, βεβαρυμένην έχοντες την κεφαλήν από τας νέας λέξεις τας οποίας ήκουον, τας νέας ονομασίας τας οποίας διά πρώταν φοράν εμάνθανον, ησθάνοντο μίαν κούρασιν εν τη συνειδήσει διά τα νέα διδάγματα, κενότητα τινά καταπιεστικήν εν τη καρδία διά τας παλαιάς ιδέας και πεποιθήσεις από τας οποίας αποτόμως απεσπώντο τώρα, ώστε παρηκολούθουν τους λόγους και τας κινήσεις του σχεδόν ασυνειδήτως, με ημιχάσκον στόμα δίκην κωφαλάλων. Οι νεώτεροι διηγκωνίζοντο διαμφισβητούντες την θέσιν πλησίον του ενωμοτάρχου, μ' εκείνην την ροπήν την οποίαν αισθάνεται εκ φύσεως η νεότης προς παν το νεοφανές. Έκλινον την κεφαλήν άλλος εδώ, άλλος εκεί˙ άλλος έκυπτε κάτω, άλλος υψούτο επί των ονύχων των ποδών ίνα το ίδουν απ’ όλα τα μέρη το όπλον και απετόλμων κάποτε να τείνουν την χείρα ίνα το ψαύσουν, απαλ' απαλά μόλις, μετά δειλής προφυλάξεως, ως να ήτο αφρός κι εφοβούντο μη διαλυθή άμα τη επαφή. Αν δ’ η αναπνοή των άφινε νέφος αχνού επί της κάννης ή ο άνεμος έφερε κάρφος τι επ' αυτού, όλοι έσπευδον, άλλος διά της άκρας της φουστανέλλας και άλλος διά της χειρίδος του υποκαμίσου, να το απαλείψουν, κολακευόμενοι. Και ητένιζον τον ενωμοτάρχην με την έκφρασιν του προσώπου εναλλάσσουσαν πάντοτε, εις εκάστην νέαν εξήγησίν του, και ηκολούθουν τας κινήσεις της χειρός του θαμβωμένοι, ως να κατηχούντο εις τα μυστήρια της Σολομωνικής. Και οπόταν ούτος έστρεφε προς αυτούς, θέλων να κάμη ευληπτοτέρας τας λέξεις του, τον περιέβαλλον με βλέμμα πλήρες θρησκευτικού σεβασμού, ως να ήτο ο ίδιος εφευρέτης κι εθαύμαζον την γονιμότητα του πνεύματός του, μετά τίνος ζηλότυπου μερίμνης διότι ήτο κύριος τοιούτου πράγματος!... Και μικρόν κατά μικρόν αι φυσιογνωμίαι των χωρικών όλων εχωρίσθησαν εις τόσους καθρέπτας των ψυχικών εντυπώσεων εκάστου. Αι παρειαί των γερόντων εκρέμαντο πλαδαραί και άχρωμοι ως εν τελεία αποθαρρύνσει˙ οι μεσόκοποι με την κεφαλήν ημικύπτουσαν και τους οφθαλμούς ατόνως εις εν σημεἰον προσηλωμένους, εφαίνοντο εγκαρτερούντες εις το παρόν, και οι νέοι με τας γραμμάς εκείνας, τας καθέτους επί του στόματος και το βλέμμα εν κλαυθμώ, ωσεί μη τολμώντες να ελπίσουν ότι θ’ απέκτων ποτέ και αυτοί τοιούτον όπλον, αν και ο νους των ειργάζετο αποφασιστικώς προς εξεύρεσιν των μέσων… Κι εν τω μεταξύ ο ενωμοτάρχης, βλέπων την εντύπωσιν την οποίαν έκαμνεν εις τους ακροατάς του, επεσώρευε μετά μεγαλειτέρας εμφάσεως εξευτελιστικάς ύβρεις κατά των ληστών και άπειρα πλεονεκτήματα εις το όπλον του:

— Παλληκάρια λέει; από δω κι εδώ θα ιδούν τη μοίρα τους!... Μωρέ με τέτοιο όπλο δεν φοβούμαι ούτε το Θεό!...

— Πούθεν είσαι, καλόπαιδο, δε μου λες; Διέκοψεν αίφνης φωνή υπερτρέμουσα τον ενωμοτάρχην.

Συγχρόνως οι χωρικοί ήνοιξαν δίοδον και προσήλθεν υψηλόσωμος γέρων, υπερεκατοντούτης, μ' εξημμένην κάπως την αρρενωπήν μορφήν, αναμετρών από κεφαλής μέχρι ποδών αυτόν. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος εζαλίσθη διά την ερώτησιν αυτήν του γέροντος, εις το απότομον και τον τόνον της οποίας εύρισκε κάποιον δισταγμόν διά την καταγωγήν του, διά τους λόγους του, διά την πατρίδα του, δι' όλα…

— Απ' τον κάμπο της Γαστούνης˙ εψιθύρισε τέλος.

— Ντόπιος ή ερχάμενος;

— Ντόπιος...

— Μπρε!...

Και ο γέρων εξέφραζε διά του επιφωνήματός του αυτού όλας τας απορίας όσαι εγεννήθησαν εις την ψυχήν του αφ’ ης ώρας ήκουσε τον ενωμοτάρχην ομιλούντα.

*

Ο γέρων Χειμάρρας ήτο εκ των ανδρών εκείνων οι όποιοι διήλθον τα έτη της νεότητάς των εις εποχήν καθ' ήν η πραγματικότης έφθανε μέχρι του ανεφίκτου ιδανικού˙ καθ' ην έζη τις δι' ένα έπαινον και απέθνησκε δι' ένα τραγούδι… Ήτο δεκαέξ μόλις ετών ότε ηκολούθησεν ως ψυχογιός τον Αλέξη Καλόγηρον, τον αρματωλόν του Χρισσού. Μετά την δολοφονίαν τούτου, του Ηλία Βιδαβιώτη και του Βερελή Θανάση εν τω σεραγίω των Σαλώνων υπό του Μουσταφά αγά, ο Χειμάρρας κατετάχθη εις τον ταϊφάν του εντοπίου αρματωλού Πανουργιά όπου ησκήθη εις τα όπλα μέχρι της επαναστάσεως. Κατ' αυτήν δε διέπρεψεν εις παλλάς μάχας, εις την Ρούμελην και τον Μωρηάν, είτε ως ακόλουθος είτε ως μισθοφόρος.

Μετά την παύσιν του πολέμου ο Χειμάρρας απεσύρθη εις το ορεινόν χωρίον του, την κοιτίδα αυτήν του αρματωλισμού, όπου ο Βρυκόλακας, Έξαρχος Παρνασσίδος, συνεκρότει άλλοτε τας συνόδους του και ο Ανδρίτσος εξεχείμαζεν αμέριμνος μετά του Βλαχοθανάση. Εκεί αποκλεισμένος, μετά ομηλίκων επουλούντων ακόμη τας πληγάς του Αγώνος και προθύμων ν' αρχίσωσι νέους, μετά νεαρών παλληκαρίων, ανατραφέντων μέσω του κρότου των μαχών και ψαλλόντων τους ηρωικούς άθλους των, διήγε τας ημέρας του με το παρελθόν προ των οφθαλμών του πάντοτε.

Αι ιδέαι της νεωτέρας ζωής, τα χλιαρά αισθήματα, οι νανώδεις πόθοι, οι γαλουχούντες και διέποντες ήδη τας νεωτέρας κοινωνίας, δεν έφθανον μέχρι του ορεινού χωρίου, όπου αι αρματωλικαί παραδόσεις κι αι πολεμικαί όψεις των γερόντων ήγειρον απροσπέλαστον τείχος. Διό ο γέρων Χειμάρρας ως ακράτητος θαυμαστής της ανδρείας, εζήλευε τον ενωμοτάρχην, τον οποίον η περί τα τοιαύτα ζωηρά φαντασία των χωρικών παρίστανε ως μυθικόν ήρωα. Και μόλις έμαθεν ότι ούτος, άγων εις Σάλωνα τον Κάγκαλον, κατέλυσε να διανυκτερεύση εις Βουνιχώραν, έσπευσε εκ των πρώτων να ίδη και θαυμάση αυτόν.

Αλλ' ευθύς άμα επλησίασεν, όλος εκείνος ο θαυμασμός του κατέπεσεν. Α! οι άνδρες της εποχής του ποτέ δεν κατεφρόνουν τους εχθρούς των. Οι πολεμικοί άνδρες ποτέ δεν κατακρίνουν τους αντιπάλους των, αλλ’ απεναντίας υψώνουν αυτούς διά να υψωθούν ούτοι ακόμη περισσότερον εάν τους νικήσουν. Τούτο ήξευρεν ο γέρων ότι έκαμεν άλλοτε ο Κατσαντώνης περί του Βελή Γκέκα, και τόσοι άλλοι! Ενώ αυτός, ο υψηλός παλληκαράς, από μιάς ήδη ώρας δεν έκαμνεν άλλο παρά να κατακρίνη, να χλευάζη μάλλον τους ληστάς, τους οποίους ο Χειμάρρας εγνώριζε πολύ καλά κι εύρισκε κατά πολλά άξιους διαδόχους των προ της επαναστάσεως κλεφτών, τους οποίους υμνεί ακόμη ο λαός και απαθανατίζει η παράδοσις. Είνε αληθές ότι ήσαν τίνες μεταξύ αυτών κακοί, σκληρόψυχοι όπως έλεγεν ο ενωμοτάρχης, αλλ’ οι περισσότεροι ήσαν παλληκάρια και απ’ αυτήν την ακράτητον προς τον παλληκαρισμόν τάσιν έγειναν τοιούτοι… Ας κατεδίωκεν, ας εφόνευεν, ας εξώντωνεν αυτούς ο ενωμοτάρχης˙ όχι όμως και να τους υβρίζη!...

Έπειτ' αυτή η έπαρσις με την οποίαν ωμίλει περί του όπλου του, έκαμνε τον γέροντα να χάνη πάσαν ίδέαν περί της ανδρείας του Παπαθεοδωρακοπούλου. Βέβαια˙ διά να έχη τόσον εγωισμόν διά τα πλεονεκτήματα του όπλου θα ειπή ότι με αυτό έτρεφεν όλας τας ελπίδας του, εις αυτό εστήριζεν όλην την ανδρείαν και την φήμην του… Κι ενώ τον ήκουεν ούτω ομιλούντα ο γέρων ήρχισε να αισθάνεται αηδίαν και να τον παρομοιάζη προς κανένα τενεκέν της νεωτέρας κοινωνίας—πάντοτε της νεωτέρας, διότι εις την ιδικήν του δεν υπήρχον τενεκέδες—ο οποίος λαμβάνει γυναίκα με τ' όνομα και την περιουσίαν της οποίας να παρουσιάζεται αυτός εις τον κόσμον!… Κι έλεγεν ο ενωμοτάρχης ότι με τοιούτον όπλον δεν εφοβείτο ούτε τον Θεόν. Βέβαια, πάντοτε με το όπλον!...

Κι εν τη ακρατήτω ορμή του θυμού του ο Χειμάρρας απέτεινε την απότομον εκείνην ερώτησιν περί της πατρίδος του εις τον ενωμοτάρχην… Αλλά τόρα δεν αντέλεγε˙ κάμνει και η κουρούνα θαύματα—γίνονται κι οι καμπίσοι παλληκάρια!… Και έκυψε την κεφαλήν ο γέρων προ του νεοφανούς κι εβυθίσθη εις σκέψεις. Ποτέ εις την ζωήν του δεν απήντησε καμπίσον και τοιούτον λεβέντην! Επί της επαναστάσεως ουδείς απ’ εκείνα τα μέρη διέπρεψεν εις ανδρείαν και πολεμικήν ορμήν. Αν είνε διά κουτοπονηρίας και αλληλομαχίας ήσαν πρώτοι, από του άρχοντός των μέχρι του τελευταίου χωρικού… Ένα μόνον εγνώρισεν εις το Μεσολόγγι, τον Βέρραν, ριψοκίνδυνον άνδρα, πλήρη πατριωτικής φλογός, παράτολμον μέχρι τρέλλας, σκληροκρέατον ώστε διαρκούσης της μάχης να φράσση τας οπάς των σφαιρών όσας ελάμβανεν επί του σώματός του διά χονδρών κλάδων σχοίνου, και τον οποίον ήκουσεν ότι εφονεύθη επί Ιμπραϊμ έξω του χωρίου του, του Βαρθολομιού, μέσω σωρείας εχθρικών πτωμάτων… Αλλά κι εκείνος ήτο ταπεινός, ήσυχος αθρωπάκος, δίχως λεβεντιάν εις τας κινήσεις του, δίχως αέρα… Κανένα όμως άλλον… Και ανεκύκλου ο γέρων κατά φαντασίαν το ρητόν το οποίον λέγει «οι κάμποι βγάζουν άλογα και τα βουνά λεβέντες» και το εύρισκε κι εδώ ακόμη αληθέστατον. Έπειτα και τι όνομα!... Σωστό μακρυλαρίκι αχουριού, όλως άμουσον και πεζόν ώστε δεν ηπόρει και πολύ διότι ήτο τοσούτον αυθάδης ο ενωμοτάρχης. Ήρχιζε να παραδέχεται παράκρουσιν πλέον της φύσεως… Ήτο άδικον όμως να φυτρώση εκεί μέσα αυτός ο λεβέντης. Κρίμα εις το κορμί!…

Αλλ’ ενώ ο γέρων επλανάτο εις τας σκέψεις του αυτάς, ο ενωμοτάρχης συνελθών εκ της ταραχής του ήρχισε πάλιν τον πανηγυρικόν του όπλου του. Τόρα διηγείτο παρελθούσαν αυτού συμπλοκήν μετά της συμμορίας του Χειμώνα, εις το δάσος της Λεπενούς, κατά την οποίαν συνέλαβε τρεις κι εφόνευσε τον αρχηγόν:

— Σαν τον είδα χάμου, πήγα κοντά και τον πάτησα 'ς το σβέρκο˙ ήθελα να τον ρωτήσω πώς του φαίνονταν τώρα οι παληοκλειδωνιές.

Κι έβαλε διάτορον γέλωτα, εκδικούμενος δήθεν τ' όνομα, το οποίον είχον δώσει ειρωνικώς οι λησταί εις τα όπλα του Σασεπώ, διά τον τραχύν και διακοπτόμενον αυτών κρότον.

— Ρε, τι τα θέλω γω αυτούνα; είπεν ο Χειμάρρας, αποτόμως συνελθών εκ του γέλωτος του ενωμοτάρχου˙ μπορεί να το φέρνη έτσι για το βόλι απάνου σου;

— Όχι, πλαϊνά κάνε, σαν τα καρυοφύλλια τα δικά σας˙ απήντησεν ούτος, μιμούμενος την Ρουμελιωτικήν προφοράν, ίνα δήθεν επιτείνη την ειρωνίαν των λόγων του

— Μπρε, τα δικά μας μπρε, έδιωξαν τους τούρκους! εφώναξεν εν αγανακτήσει ο γέρων.

— Τι να σου κάμω!... απήντησεν ο ενωμοτάρχης κινών την κεφαλήν˙ ήθελα πενήντα τούρκοι να είχαν από τούτα δω και να 'βλεπες την παληοκαπότα!….

Κι επαλάμισε τον υποκόπανον του όπλου μετά τίνος πεποιθήσεως, την οποίαν δεν είχε βεβαίως ούτε ο Καραϊσκάκης, ότε επί της Γαλλικής φρεγάτας απέρριπτε τας προτάσεις του Κιουταχή, φωνών το ιστορικόν εκείνο: «πασάς — η πάλλα μου!» Ο Χειμάρρας ήδη έγεινεν εκτός εαυτού˙ ο νεόπλουτος κατήντησεν ανυπόφορος! Δεν εχλεύαζε πλέον τους σημερινούς ληστάς αλλά και τους άνδρας του Αγώνος˙ έπειτ' από το λεφούσι ήρχετο η παληοκαπότα!... Κι έλεγε παληοκαπόταν ο ενωμοτάρχης την χρυσοφορεμένην και αρματοστόλιστον εκείνην γενεάν, η οποία εξέπληξεν όλον τον κόσμον, την οποίαν εζήλευσαν τόσοι βασιλείς!... Διά μίαν στιγμήν ο νους του γέροντος εζαλίσθη και δεν ήξευρε καλά καλά πού εύρίσκετο. Είνε αληθές ότι και η νεολαία του χωρίου του, παρά τον άμετρον σεβασμόν τον οποίον έτρεφε προς αυτόν, πολλάκις του έλεγε τι τοιούτο διά να τον πειράζη. Τα συνειθίζουν αυτά οι νέοι˙ να φαίνωνται ότι καταφρονούν την εποχήν των γερόντων και ότι ούτοι ζώσιν εις καλλιτέραν δήθεν. Αλλά τοιαύτην ύβριν από κανένα στόμα δεν την ήκουσε… Πενήντα τούρκοι θα κατέστρεφον λοιπόν όλους αυτούς, αν είχον τα όπλα του Σασεπώ! Ώστε μόνον το όπλον είνε το παν; η ανδρεία δεν λαμβάνεται ύπ' όψιν! η έφεσις προς την δόξαν, προς την έλευθερίαν, τίποτε!…

— Μπρε!…

Κι επανέλεγεν ο γέρων το σύνηθες επιφώνημά του ξηροβήχων, πνιγόμενος εκ της συγκινήσεως.

Αλλ’ αίφνης άνευ ουδεμιάς αφορμής, άνευ ειρμού τίνος, χωρίς και ο ίδιος να το εννοήση διατί, μ' εκείνο το ακούσιον κραύγασμα, το οποίον αναδίδει μόνη της η καρδία πονέσασα αίφνης, ο γέρων εφώνησε μετά παιδικής αυταρέσκειας:

—Μπρε, το θαρρείς καλλίτερο αυτούνο απ' τον Αϊ-Γιώργη μου;

— Ποιον Αϊ- Γιώργη; εψιθύρισεν ο ενωμοτάρχης απορών.

— Το καρυοφύλλι του˙ απήντησαν πολλοί των χωρικών.

— Ναι, το καρυοφύλλι μου˙ είπεν εγωιστικώς ο γέρων.

Ο ενωμοτάρχης εγέλασε θορυβωδώς διά το νέον άκουσμα και οι χωρικοί τον εμιμήθησαν ασυνειδήτως. Οι χωρικοί παρηκολούθουν απ’ αρχής την φιλονεικίαν αυτήν του γέροντος και του ενωμοτάρχου. Όσον και αν ήσαν προκατειλημμένοι εκ της φήμης του Παπαθεοδωρακοπούλου, όσον και αν επέρριπτεν επ' αυτών θάμβος το όπλον, μικρόν κατά μικρόν ήρχισαν να εννοούν και αυτοί την μηδαμινότητά του. Είδον αυτόν να φέρεται τόσον τραχέως προς τον γέροντα, προς το γήρας αυτό, το οποίον ούτοι εν τη ορεινή πατρίδι των σέβονται ως θεότητα σχεδόν και το οποίον πρωτοστατεί και προέχει εν τη μικρά κοινωνία των˙ τον ήκουσαν να υβρίζη τους ληστάς, το σώμα εκείνο διά το οποίον έτρεφον όλως υψηλάς ιδέας, και εις το οποίον πολλάκις ελάμβανον μέρος, κρυφίως ενισχύοντες αυτό κατά των στρατιωτικών αποσπασμάτων, ώστε εσκανδαλίζοντο. Η περί τα πάτρια ζηλότυπος αφοσίωσίς των, η φυσική ροπή όπως τηρήσουν αυτά αλώβητα τους έκαμνεν ήδη να εκλαμβάνουν τον ενωμοτάρχην ως πνεύμα κακοποιόν, ελθόν εκεί να τους αφαιρέση τ' άγια συναισθήματα και τους αφήση την χολήν του. Διό ήρχισαν να βλέπουν αυτόν κάπως δυσπίστως και να κινούνται εις διαμαρτύρησιν.

Αλλ’ ο νεωτερισμός διά την ανθρωπότητα είνε φως θαμβούν κι ελκύον˙ είνε ο λύχνος ο σύρων όπισθέν του επί τεσσαρακονταετίαν τους Ισραηλίτας εν τη ερήμω˙ το φωτεινόν άστρον το παρασύραν τους μάγους μέχρι της φάτνης του Σωτήρος. Και οι Βουνιχωρίται χωρικοί, αφελείς και αθώοι άνθρωποι, δεν ηδυνήθησαν ν' αντιστώσιν εις τον πειρασμόν κι επί τέλους εγέλασαν ασυνειδήτως και αυτοί προ της συγκρίσεως την οποίαν ήθελε να κάμη ο γέρων. Ούτος όμως παρωξύνθη ακόμη περισσότερον διά τούτο. Ναι ήθελε τώρα ν' αποδείξη εις αυτόν τον ξιππασμένον και εις τους ανισχύρους χωρικούς των οποίων τόσον εύκολα εκλονίσθη η πίστις, ν' αποδείξη ότι ήτο βάσιμος ο ισχυρισμός του.

— Μπρε, τα παραρρίχνουμε; εφώναξε μετά πάθους.

— Άι κοιμήσου, γέρω μου, να ζήσης˙ απήντησε μετά τόνου οικτίρμονος ο ενωμοτάρχης˙ σαν και λες να βάλης να τρέξη το ξιφτέρι με τον μπούφο˙— ολούρμε;

— Στάσου και να ιδής!…

Και χωρίς ν' ακούση άλλον λόγον ο γέρων, μετά ορμής εμπαθούς, η οποία εφανερώνετο απ' όλας τας σπασμωδικάς κινήσεις του, ανέβη την μικράν ανωφέρειαν κι εχάθη όπισθεν μιάς φράκτης του χωρίου.

*

Ο Χειμάρρας έσπευδε μετά τάχους εις τον οικίσκον του. Η ψυχή του διηγέρθη όλη από τους λόγους του ενωμοτάρχου και δεν θα ησύχαζεν αν μη διέψευδεν αυτόν. Αν δεν του απεδείκνυε τίνα ήσαν τα όπλα, τα οποία, αυτός ενέπαιζεν εναγώς, και ήθελε να φέρη ως καλλίτερον εν όλως άδοξον, το οποίον ακόμη δεν εκαπνίσθη με της μάχης τον καπνόν, δεν εβάφη εις αίμα εχθρικόν, δεν εξήμεσε βόλι εναντίον του άρπαγος της Πατρίδος. Διότι αυτά και μόνα εθεώρει άξια συστατικά ενός όπλου ο γέρων.

Όπως έτρεφε μεγάλας ιδέας περί των ανδρών της εποχής του τας αυτάς έτρεφε και περί παντός ό,τι εχρησίμευσεν εις αυτούς κατά τον αγώνα, τον πολύμοχθον ο Χειμάρρας. Η φαντασία του, η φλογερά και άδολος, περιέβαλλεν αυτά με μίαν ιδανικήν αίγλην, μ' ένα υπερηφάνου αφελείας χρωματισμόν, όπως οι άγνωστοι εκείνοι ποιηταί της εποχής του τ' απεκρυστάλλωσαν εις τα δημοτικά τραγούδια. Και διά τούτο αν ήκουε ποτέ καμμίαν των όπλων εκείνων τελειοποίηση διευκολύνουσαν την δράσιν αυτών και την δύναμιν, ενέπαιζεν αυτήν και την απέρριπτε μετά πείσματος. Αι πλατείαι και κυρταί πάλλαι, τα μακρά γιαταγάνια, τα σουβλερά χαρμπιά, τα οποία εφόνευσαν τον εχθρόν, αυτά ήσαν τα άξια όπλα, τ' ασφαλή της νίκης εχέγγυα. Το αίμα με το οποίον εβάφησαν, ο καπνός με τον οποίον περιεβλήθησαν κατά τας μάχας και από του οποίου έλαμπον αίφνης ως αστραπαί απειλητικαί μέσω καταμαύρου νέφους, ο αλαλαγμός εκείνος και θόρυβος, οι κλαυθμοί, οι γόοι, αι απειλητικαί φωναί κι αι εξηγριωμέναι ύβρεις, μέσω των οποίων έδρων, επίστευεν ο Χειμάρρας ότι προσήψαν εις αυτά κάποιαν άλλην δύναμιν, θαυματουργόν και ιεράν, όπως εις τα εικονίσματα η επί τεσσαράκοντα ημέρας διαμονή εν τη εκκλησία και τα θυμιάματα και οι ψαλμοί της λειτουργίας καθιστώσιν αυτά ισχυρούς του οίκου προστάτας. Ενώ τα νέα όπλα, τα μουσκέτα, που έφερον οι Βαυαροί κι αι μετέπειτα καραμπίναι του Μινιέ, τόσον πενιχρά και βαρέα και άκομψα, δεν ήσαν παρά ξύλον μόνον και σίδηρος και δεν επροξένουν καμμίαν εις την ψυχήν του συγκίνησιν. Αι λόγχαι αυτών και τα πλατύτατα εκείνα ξίφη δεν εχρησίμευον παρά ως αρνόσουβλες μόνον εις κανέν πανηγύρι!… Την αυτήν ιδέαν εξέφρασεν ο γέρων και περί του όπλου του Σασεπώ, ότε το πρώτον ήκουσε περί αυτού. Και τώρα, ότε το έβλεπεν εμπρός του, ότε αντελαμβάνετο της ταχυεργού δυνάμεώς του, δεν ηρνείτο μεν αυτήν, αλλ' είχε πεποίθησιν ότι ο Αϊ Γιώργης του ήτο ανώτερος και αυτού. Ο γέρων επήδησεν ήδη εις τον οικίσκον του και ήρπασε το καρυοφύλλι από τον τοίχον μετά βίας, ωσεί επρόκειτο να υπερασπισθή κατά τινος εχθρού. Ανεμέτρησεν αυτό από κάτω έως επάνω και με τρεμούσας χείρας ανέσυρε την ράβδον κι έρριψεν αυτήν εντός της κάννης μετά πάθους. Και εις τον δούπον που έκαμεν αύτη βεβαιωθείς ότι ήτο γεμάτον και εις τον λεπτόν μεταλλικόν ήχον της κάννης, ενωτισθείς γνωστήν φωνήν, απήχησιν τσαπραζίων και αναβρασμόν μάχης, ο γέρων ανέδωκε ρόχθον βροντώδη, ωσεί πολεμικού ίππου χρεμετισμόν.

— Τσογλάνι!... ήρθρωσε μετά θυμού˙ τσογλάνι!...

Και ρίψας την ράβδον επί του εδάφους, ήρπασε το όπλον και κατήρχετο το μονοπάτι προς τους χωρικούς σπεύδων.

Ο γέρων Χειμάρρας εφαίνετο ήδη αναβιώσας όλως. Δεν ελύγιζε πλέον την ράχιν ούδ' έκυπτε την κεφαλήν όπως πριν εν γεροντική καρώσει, αλλ’ ανωρθούτο υπερήφανος κι ευθυτενής, μ' ένα μεγαλοπρεπές κι επιβάλλον βάδισμα, με μίαν έπαρσιν θριάμβου επί της φυσιογνωμίας του, της συνοφρυωμένης, ως λέων ερχόμενος οργίλως να εκδικηθή τους σφαγέντας συντρόφους. Είχε την ιδέαν ο γέρων ότι ευθύς μόλις εμφανιζόμενον το όπλον του θα επέβαλλεν εφ' όλων των χωρικών και χωροφυλάκων την αδρανή εκείνην σιγήν, την οποίαν επιβάλλουν πάντοτε εις τους ανθρώπους τα μεγαλοπρεπή κι έκτακτα αντικείμενα, και θ' απέσπα τον θαυμασμόν του ενωμοτάρχου. Είχε την ακράδαντον πεποίθησιν ότι αμέσως ούτος θ’ απεκάλυπτε την κεφαλήν προ του ιερού εκείνου μάρτυρος ανεσπέρου δόξης, προ του αγίου εκείνου λειψάνου τόσων θριάμβων.

— Εδώ σας θέλω! έκραξε προσατενίζων όλους αυτούς με οφθαλμούς λάμποντας υπό χαράς και υπερηφανίας.

Και ήθελε να τους είπη να κλείσουν τους οφθαλμούς μήπως τυφλωθούν εκ της αίγλης της δόξης του˙ να κλίνουν γόνυ διά να μη αμαρτήσωσιν.

Αλλά ματαίως ανέμενε φωνήν εκπλήξεως. Ο ενωμοτάρχης παρετήρει αυτόν ατάραχος και απαθής, μ' ένα ελαφρόν χαμόγελο εις τα χείλη, ως να συνεκράτει τον γέλωτα, χαριζόμενος εις την γεροντικήν του αδυναμίαν, οικτείρων την παιδαριώδη του πεποίθησιν. Οι χωροφύλακες έχασκον βλακωδώς˙ πέντε εξ εκ των χωρικών, οι γεροντότεροι, ητένιζον το καρυοφύλλι με λυπημένον βλέμμα, έσχατοι μαχηταί ζώντες έτι επί του πεδίου της μάχης, ατενίζοντες την σημαίαν των η οποία γνωρίζουν ότι μετά τον θάνατόν των θα περιέλθη εις χείρας του εχθρού˙ ενώ οι λοιποί εντελώς απηρνούντο πλέον αυτό, το μελαψόν κι εξηρθρωμένον και γεγηρακός, ουδέ ήθελον καν να το ατενίσουν… Ο γέρων εστάθη διά μίαν στιγμήν προ της τοιαύτης ψυχρότητος άλαλος. Συγκεχυμέναι ιδέαι συνέρρευσαν εις το πνεύμα του, βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν του και ησθάνθη αίφνης εαυτόν παρασυρόμενον εις το ορμητικόν ρεύμα της θελήσεως των πολλών.

— Μπρε!… εφώνησεν.

Αλλ’ η εντύπωσις αύτη ήτο στιγμιαία.

Επί της ψυχής εκείνης της θερμαινομένης υπό μεγάλων παραδόσεων δεν ηδύνατο να εγκαθιδρυθή διά πολύν καιρόν η αποθάρρυνσις, όπως επί πιπυρακτωμένου σιδήρου δεν δύναται να καθήση σταγών ύδατος. Ευθύς αμέσως ο γέρων ανέλαβεν όλην αυτού την ενεργητικότητα, όλην την ακλόνητον πεποίθησιν περί του Αϊ Γιώργη του, όσην έτρεφε και περί του ομωνύμου Στρατηλάτου. Εβιάζετο, έσπευδε να προβώσιν εις την δοκιμήν, να διαλαληθή παντού ο θρίαμβος του όπλου του, ο οποίος θα ήτο και θρίαμβος της γενεάς του αυτής.

— Έλα, μπρε˙ έκραξε προς τον ενωμοτάρχην ανυπομόνως˙ κόκεψε και ρίξε!...

— Μα, παππού˙ μη χαλάς άδικα τη ριξά σου˙συνεβούλευσεν ούτος.

Ο γέρων έγεινεν όλος φωτιά. Οι μυκτήρες της χονδρής ρινός του σφοδρώς ανεκινήθησαν αι δασείαι οφρύς του συνεσφίχθησαν παρά το μεσόφρυον κι αι άγριαι τρίχες της λευκής κόμης του ανωρθώθησαν απειλητικαί. Η εξεγερθείσα υπεροψία του δεν εύρισκεν άλλο παρά εμπαιγμόν και χλεύην εις τους λόγους εκείνους του ενωμοτάρχου˙ επί της μορφής αυτού δεν ανεγίνωσκε παρά οίκτον άμετρον δι' αυτόν. Αυτόν, που δεν παρεδέχετο κανείς να οικτείρη, κανείς να λυπηθή!… Κι ευθύς όλαι αι βίαιαι έξεις και ορμαί των καπεταναίων της εποχής του, τας οποίας εκ της πολυχρονίου μετ' αυτών διατριβής προσέλαβεν˙ όλον εκείνο το αίμα το κοχλάσαν εις τόσας μάχας, το θερμανθέν εις τόσους θυμούς, ανέβρασεν ακράτητον εις τας φλέβας του. Δεν αρκεί ότι ηνείχετο τον ενωματάρχην από αρκετής ήδη ώρας να καταρρίπτη τα είδωλα τα οποία αυτός εδοξολόγει˙ να ποδοπατή παν ό,τι αυτός εθεοποίει. Δεν αρκεί ότι επέτρεψεν εις αυτόν να υβρίση τους άνδρας εκείνους τους οποίους δεν ήτο άξιος να φέρη καν εις το στόμα του. Δεν αρκεί ότι τον αφήκεν ελεύθερον ν' αφαιρέση τας ιεράς πεποιθήσεις απ’ αυτούς τους χαζούς συμπατριώτας του και να ενσπείρη ζιζάνια εις την αθώαν και άπλαστον ψυχήν των˙ αλλ' ήθελε να εμπαίξη και αυτόν τον ίδιον!... Αλλ' ο γέρων δεν επέτρεψε τούτο εις άλλους άνδρας—και τι άνδρας! —και θα επιτρέψη τώρα εις ένα ’μπαίγνιο!...

— Μπρε θα ρίξης ή να σ' την ανάψω! έκραξε παράφορος.

Και συγχρόνως έστρεψε το όπλον εναντίον του στήθους του ενωμοτάρχου. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος απέμεινεν έκπληκτος. Μόλις τώρα ενόει οποίον κλονισμόν επέφεραν οι λόγοι του εις την ψυχήν του γέροντος και πού ηδύνατο να φθάση αυτή του η παραφορά. Εγνώρισε μόνος του τώρα ότι δεν επεδέχετο πλέον αστεϊσμούς η συζήτησις κι εσκέφθη διά μαλακού τρόπου ν' αποφύγη την σύγκρισιν.

— Μα, γέρω μου… ηθέλησε ν' αρθρώση.

— Τι γέρω μου, μπρε!... θα ρίξης σου λέω!...

Ο Χειμάρρας ενόει να λάβη ικανοποίησιν η κολοβωθείσα υπόληψις του όπλου του. Ήθελε να γίνη η σύγκρισις, να μάθη ο λοχίας να μη καταφρονή τα όπλα με τα οποία ελευθερώθη η πατρίς του. Ή—αν ήτο γραμμένον και τούτο—να διαψευσθούν πλέον όλαι του αι ελπίδες!... Και ο ενωμοτάρχης εκών άκων υπέκυψεν. Έθεσε το φυσίγγιον εις το όπλον του και είπεν εις τον γέροντα ότι ήτο έτοιμος διά τον αγώνα και άφινεν αυτόν να ρίψη πρώτος.

— Όχι, εσύ θα ρίξης˙ επέταξεν ο γέρων.

— Καλά˙ σε πόσα μέτρα;

— Όσα θες… Στον καιρό του Παπα-Κώστα, από δω ως την Τούρλα έκοψα ταγκ!... το κούτσουπο της λάγιας του Μπαζούλα.

Και μετά παιδικής μεγαλαυχίας ο Χειμάρρας έδειξε προ αυτού υψηλόν κωνοειδή λόφον, πετρώδη και φαιόν, φέροντα δύο τρεις ελάτους εις την κορυφήν και ανεμνήσθη της κατά το 1842 επαναστάσεως του Παπα-Κώστα Τζαμάλα, του ορμητικού εκείνου αρματωλού ιερέως του Αγώνος. Μετέσχε και ο γέρων Χειμάρρας της εξεγέρσεως εκείνης, όχι διότι είχε καμμίαν δυσαρέσκειαν κατά της βασιλείας του Όθωνος, ούτε χάριν συμφερόντων, αλλ' απλώς υπό φιλοπολέμου ορμής παρασυρθείς, αποστέργων τον απράγμονα βίον του χωρίου, έπειτ' από τας τόσας περιπετείας και τας συγκινήσεις του μεγάλου πολέμου. Ενώ το κύριον σώμα υπό τον Βελέντζαν διευθύνετο προς την Λαμίαν, ούτοι περί τους διακόσιους εκκινήσαντες εκ Σαλώνων εβάδιζον κατά του Γαλαξειδίου, ότε εστάθμευσαν επ' ολίγον κάτω της Βουνιχώρας και διέπραξεν ο Χειμάρρας διά του καρυοφυλλίου του την αξιομνημόνευτον εκείνην πράξιν, η οποία εξέπληξε τότε τους επαναστάτας όλους και αυτόν τον Παπα-Κώστα.. Αλλ’ η Τούρλα δεν απείχεν απ' εκεί όπου ίσταντο παρά πεντακόσια το πολύ μέτρα και ουδεμίαν είχε σημασίαν διά τον ενωμοτάρχην, του οποίου το όπλον ενήργει αποτελεσματικώς μέχρι των χιλίων διακοσίων.

— Τόσο κοντά! επεφώνησεν ούτος γελάσας.

Κατέλαβεν ήδη και αυτόν τάσις τις προς άμιλλαν˙ ανέβρασαν κι εντός αυτού τα λωφάζοντα εις την ψυχήν παντός οπλοφορούντος ανδρός ένστικτα εκείνα της υπεροχής εις όλα και της παραβόλου φιλοτιμίας. Όσον και αν ήθελε να μην απελπίση τον γέροντα δεν ηδύνατο πλέον. Πάσα παραχώρησις ήτο άκαιρος. Αφού υπεχρεώθη να κατέλθη εις τον αγώνα ώφειλε και να νικήση. Δεν ήτο καθόλου επιτετραμμένον εις αυτόν ν' αφήση εν παλαιόν καρυοφύλλι γέροντος πολίτου να φανή υπέροχον του ιδικού του, ενός στρατιώτου του βασιλέως, θα κατέπιπτεν ευθύς τότε το γόητρον του όπλου το οποίον ήτο και γόητρον όλου του στρατού. Οι χωρικοί θα κατεγέλων αυτόν διά τας πριν επαγγελίας του κι ευχαρίστως θ' ανήγειρον την κεφαλήν, που τους είχε καταρρίψη ήδη η γοητεία του νεοφανούς.

— Να, είπεν˙ εγώ εκεί θα ρίξω, στον κάτω έλατο!.…

Κι έδειξε διά της χειρός απώτατα μικρόν έλατον, εις τους πρόποδας του ετέρου της Βουνιχώρας βουνού, του Παπαδάκου. Οι χωρικοί όλοι τον προσέβλεψαν έκπληκτοι, με κάποιαν δυσπιστίαν διά το απώτατον του σκοπού, ευλογούντες ενδομύχως τον γέροντα Χειμάρραν, διότι χάρις εις αυτόν θα έβλεπον εμπράκτως του νέου όπλου την ενέργειαν. Ενώ ο γέρων, με μειδίαμα εις τα χείλη δύσπιστον και οφθαλμούς ημικλείστους, έβλεπε τον ενωμοτάρχην ως διδάσκαλος, σιωπηλώς παρακολουθών τα δύσκολα ψελλίσματα του μαθητού του.

Ο ενωμοτάρχης όμως εχειρίζετο μετά μεγάλης ευκολίας το όπλον, δεικνύων πόσον ήτο γνώριμος μ' αυτό. Διά μίαν στιγμήν εγονάτισε καθ' όλας, τας απαιτήσεις της τακτικής, ύψωσε καταλλήλως το κλισιοσκόπιον, εστήριξε τον αγκώνα επί του ομοταγούς γόνατος και σκοπεύσας επυροβόλησεν άνευ χρονοτριβής.

— Α! ηκούσθη εκ του στόματος όλων των χωρικών. Εν α! βραχνόν, βαρύ και υπόκωφον, εκφράζον απαλλαγήν από βάρους πιέζοντος την καρδίαν κι εν ταυτώ θαυμασμόν κι έκπληξιν και αποθάρρυνσιν και χαράν ως δυσέφικτος προσδοκία πραγματοποιουμένη. Δεν εφλυάρει μόνον ο ενωμοτάρχης, αλλά και έπραττε˙ δεν είχε μόνον καλόν όπλον, αλλά και χείρα άτρομον και αλάνθαστον οφθαλμόν. Κι ενώ ήδη οι χωρικοί περιεκύκλουν αυτόν, διαφοροτρόπως εκφράζοντες τον θαυμασμόν των, χαίροντες ως να μετείχον κι εκείνοι της νίκης του, ασπαζόμενοι ολοψύχως τους νεωτερισμούς του, οι πέντε εξ γέροντες, οι πιστοί του παρελθόντος οπαδοί, έστρεφον εναγώνιον βλέμμα προς τον Χειμάρραν, ως να του έλεγον ότι πάσα απόπειρα ήτο ματαία πλέον, ότι έπρεπε να προσπαθήση, ευσχήμως υποχωρών, να σώση τουλάχιστον του καρυοφυλλίου το παλαιόν γόητρον.

— Η αράδα μου τώρα…

Ο γέρων δεν είχε κατά νουν να υποχωρήση. Είνε αληθές ότι εθαύμασε και την ευθυβολίαν του όπλου και του ενωμοτάρχου την οξυδέρκειαν˙ είνε αληθές ότι αυτός δεν εδοκίμασε ποτέ από τοιαύτης αποστάσεως το καρυοφύλλι του˙ αλλ’ η ιδέα ότι ήτο ιδικόν του όπλον, όπλον της εποχής του, εδέσποζε του πνεύματός του απαρασάλευτος. Όπως εδέσποζε απαρασάλευτος εις το πνεύμα του και η ιδέα ότι και τώρα ακόμη ήτο υπέρτερος των παλληκαρίων του χωρίου του κατά την ωκυποδίαν και το πήδημα και το λιθάρι. Είνε ο Χειμάρρας αυτός και είνε ιδικόν του το όπλον!... Ο γέρων κατέλαβε τον τόπον που είχε πριν ο ενωμοτάρχης, ηνώρθωσε τους ψαρούς μύστακάς του υπερηφάνως, όπως όταν ήθελε να διηγηθή καμμίαν ένδοξον σελίδα της ιστορίας του κι έφερε προς τον ώμον τας πλατείας χειρίδας του υποκαμίσου του, έκαμε τον σταυρόν του όπως συνείθιζον οι περισσότεροι άνδρες της εποχής του προ μεγάλου τινός γεγονότος, αναθέτοντες εις τας χείρας του Θεού την έκβασίν του. Ηθέλησε να γονατίση αλλ’ ευθύς μετενόησεν. Όχι˙ εις την εποχήν του δεν εγονάτιζον τας περισσοτέρας φοράς, μέσα εις την φοβερωτέραν ώραν της συμπλοκής, ενώ αι σφαίραι εσύριζον απειλητικαί τριγύρω των˙ ούτω όρθιοι, ακλόνητοι αντιμετώπιζαν τον θάνατον οι πολεμισταί εκείνοι. Ούτω και τώρα ο Χειμάρρας όρθιος θα σταθή ν' αντιμετωπίση τον θάνατον, τον ηθικόν θάνατον που ηπείλει να δώση διά του όπλου του ο ενωμοτάρχης εις αυτόν και την μεγάλην εποχήν του. Εις τους νέους τα γονατίσματα, εις τους νέους πρέπουν!... Και προτείνας τον αριστερόν πόδα και πλαγιάσας ολίγον ίνα στηριχθή όλος επί του δεξιού εστάθη ακίνητος, άκαμπτος ως ανδριάς, ύψωσε το όπλον, έκλινε την κεφαλήν προς την ακτηρίδα, εσκόπευσε κι επυροβόλησεν.

Πλην όσοι των χωρικών ήκουσαν άλλοτε το καρυοφύλλι του Χειμάρρα και αυτός ο γέρων, από την εκπυρσοκρότησιν εκείνην ευθύς ηννόησαν ότι το όπλον δεν εξεπλήρωσε τον σκοπόν του. Ο ήχος του δεν ήτο πλέον εκείνος ο βαρύβρομος και ηχήεις, τον οποίον διέκριναν οι Τουρκαλβανοί μέσω των άλλων εκπυρσοκροτήσεων, φρικιώντες δι' αυτόν και μόνον, ως να ήκουον λέοντος βρυχηθμόν μέσω της ακίνδυνου ορυγής τσακαλιών. Ούτε εκείνος διά του οποίου όλοι οι εν Βουνιχώρα νυμφευόμενοι ανήγγελλαν εις τους συμπεθέρους την ώραν της συναθροίσεως. Ήτο κλαυθμηρός, σεσυρμένος και άτονος, ως να εξέπεμπε της κάννης του ουχί βολήν αλλ’ έκφρασιν δισταγμού διά τον αγώνα εις τον οποίον εκαλείτο, ανεπαρκείς αισθανόμενον τας δυνάμεις του πλέον.

Και τω όντι, οι δραμόντες να παρατηρήσουν χωρικοί έλεγον ότι ούτε ο έλατος εγγίχθη που ούτε κανέν πλησίον άλλο μέρος. Μειδίαμα ήρχισε ν' αναφαίνεται εις τα χείλη των παρισταμένων όλων, λόγοι ερεθιστικοί να εκφράζωνται βαθμηδόν και κατ’ ολίγον εντονώτεροι γινόμενοι, και τα βλέμματα όλα, με την διαβολικήν έκφρασιν εκείνην της χαιρεκακίας, προσηλώθησαν πονηρώς επί του πτωχού γέροντος: Του γέροντος ο οποίος έμενεν εκεί ακόμη όρθιος με το καρυοφύλλι εις χείρας, την κεφαλήν κάτω νεύουσαν, τεταπεινωμένος, συντετριμμένος και άλαλος,

— Να, εδώ ένε! εφώναξε τις αίφνης, σπεύδων εις λόχμην καπνιζούσης χαμορίγανης.

Και τω όντι ήτο εκεί η σφαίρα του καρυοφυλλίου, θερμή ακόμη, πεπλατυσμένη και παρέκει το χάρτινον πώμασμα ανέπεμπεν ολίγον κυανόφαιον καπνόν. Μόλις εις το μέσον της τροχιάς έφθασεν η σφαίρα κι έπεσε˙ δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση την πορείαν της!...

— Βλέπεις τα, παππού! είπεν εμπαικτικώς ο ενωμοτάρχης…

Και χωρίς να στρέψη προς τον γέροντα, μεθυσθείς εκ της επιτυχίας και θέλων να καταπλήξη τους χωρικούς διά της ευστοχίας του, ήρχισε να πυροβολή κατά των πέριξ ελατών. Κι ενώ αι σφαίραι συρίζουσαι επέτων προς τον σκοπόν και οι κλώνοι θορυβούντες κατήρχοντο αναπαλλόμενοι του βουνού, ατυχή θύματα του θριάμβου του ενωμοτάρχου, ούτος εκάγχαζε κι εβόα εν κομπορρήμονι αδιαφορία:

— Μέτρα, παππού…μέτρα!…

*

Αλλ' ο Χειμάρρας δεν ήκουεν ούδ' έβλεπε πλέον. Η απροσεξία των χωρικών οι οποίοι επροθυμούντο θορυβούντες να κολακεύσουν την ματαιοδοξίαν του ενωμοτάρχου, έδωκεν εις τον γέροντα καιρόν να φύγη απαρατήρητος εις τον οικίσκον του. Μόλις δ’ έφθασεν εκεί έρριψεν αμελώς εις μίαν γωνίαν το όπλον του και αφέθη ωχρός κι εξηντλημένος επί μιας παρατυχούσης καλάθου.

Όλα τα έχασε διά μιάς ο γέρων˙ την έπαρσιν της φυσιογνωμίας, την επιβλητικότητα του παραστήματος, την λάμψιν του βλέμματος, την λεβεντιάν του σώματος και την υπερηφάνειαν της ψυχής—όλα τα έχασε. Δεν ήτο ήδη παρά ένα ταπεινόν και αποκαρωμένον γερόντιον, κύπτον υπό το βάρος των ετών˙ μία μάζα κρέατος και κοκκάλων, παράλυτος εκ της δυστυχίας της ζωής. Ο αγών αυτός των όπλων ήτο διά τον Χειμάρραν αγών του παρελθόντος και του παρόντος, της παρελθούσης γενεάς, της μεγάλης και θαυμαστής και της νέας γενεάς, της όλως ασήμου και ταπεινής και παιδαριώδους, η οποία μόνον υπό την σκιάν της παλαιάς ηδύνατο ν' ανδρωθή και να προκόψη. Και όμως αυτή ενίκησεν εκείνην. Το ευτελές όπλον ένος ασήμου ενωμοτάρχου ενίκησε το εξακουστόν όπλον του γέροντος Χειμάρρα, όπως εις το παραμύθι συμβαίνει ο λεπρός βουκόλος να νικά τον ανδρειωμένον της Γκιόνας.

— Άι χούχα!…

Δεν επεφώνει πλέον το μπρε! ο γέρων το μεγαλοπρεπές εκείνο και μεστόν ψυχικού σθένους, το οποίον συχνά εκφωνούμενον από του στόματός του επέβαλλε σιγήν εφ' όλων των Βουνιχωριτών και παρέλυε των νέων τας ακατασχέτους ορμάς. Αλλά το άι χούχα, το κοινόν και τετριμμένον, διά του οποίου όλοι οι χωρικοί εκφράζουν την απελπισίαν της ψυχής και του σώματος την κάρωσιν.

— Άι χούχα!… εξέφερε συχνά του στήθους.

Κι έρριπτε βλέμμα εσχάτης απογοητεύσεως εις το καρυοφύλλι του. Το καρυοφύλλι του εις το οποίον δεν είχε πίστιν πλέον, δεν είχε πεποίθησιν, όπως η χήρα εκείνη του ανεκδότου, η οποία ενώ ενόμιζεν εαυτήν κάτοχον Τιμίου ξύλου, βεβαιούται αίφνης παρά του ιδίου πλοιάρχου ότι τούτο ήτο τεμάχιον από του ιστού του πλοίου του. Πού πλέον εκείνο το περίβλεπτον καρυοφύλλι, το οποίον εχθροί και φίλοι εζήλευον, το οποίον ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι εθαύμαζον κι επήνουν; όπως επήνουν και αυτού την ανδρείαν. Το καρυοφύλλι διά το οποίον το Αρχοντόπουλο, προσέφερεν εις αυτόν χιλιάδες ντούπιες κατά την πολιορκίαν των Αθηνών.

Πλην όχι χιλιάδες αλλά μυριάδες να του έδιδαν δεν το επώλει ο γέρων εις το χρυσάφι μέσα να τον έντυναν αυτός δεν έδιδε ούδ' ένα παφήλι του. Έτρεφε λατρείαν εις αυτό˙ ήτο η ψυχή του, το καμάρι όλης του της ζωής. Μέχρις εσχάτων ακόμη επεριποιείτο αυτό μετά λεπτής αβρότητος˙ μέχρις εσχάτων ακόμη, όλας του έτους τας γλίσχρας οικονομίας του εις αυτό τας εξόδευε˙ ταμβάκον δεν ηγόραζε πολλάκις, το ανακουφιστικόν των γερόντων ρόφημα, προς χάριν του. Κι εκάλει τους καλλιτέρους ασημουργούς κι εποίκιλλον την μακράν κάννην του με διαφόρους παραστάσεις μαχών, με εικόνας θαλασσίων τεράτων, με συμπλέγματα νεράιδων και βουκόλων, με φαντασιώδη ζώα και φυτά, με μονογράμματα εξορκισμών και αγέρωχα δύστιχα. Εμαλαμοκάπνιζε τα παφήλια και τα καρυόφυλλά του, επηργύρου την σφύραν και την ράβδον, προσήρμοζεν επί του κοντακίου τες αντίκες όσες εύρισκε κάποτε εις τα βουνά, και προ δύο ακόμη ετών ανέλυσε τους τελευταίους τοκάδες του διά να προσκολλήση επ' αυτού ένα δικέφαλον αετόν, φέροντα στέμμα εις την κεφαλήν και κεραυνούς εις τους όνυχας. Όλα τα έδιδεν ως και τα στολίδια του εθυσίαζε διά να στολίση αυτό. Ούτω ο Χειμάρρας υπέθετεν ότι άμειβε κατά τι την αξίαν του. Κατά τι μόνον, διότι η αξία του ιδικού του καρυοφυλλίου ήτο πολύ μεγάλη!…

Τόρα όμως έβλεπεν ότι ηπατάτο. Δεν ήτο τίποτε άλλο παρά ένα σκουροντούφεκο και αυτό, όπως τόσα άλλα. Εν αφιλότιμον όπλον το οποίον αφού δεν ενικήθη από τα Γκέκικα καρυοφύλλια άφησε να νικηθή τώρα από εν ευτελές όπλον ενός σταυρωτή!.. Κι αίφνης η φαντασία του γέροντος υπερθερμανθείσα ήρχισε να εκλαμβάνη αυτό ωσεί έμψυχον˙ εύρισκεν επάνω του μοχθηράν υπουλότητα, επίπλαστον αγιωσύνην διά της οποίας τον ηπάτα επί τόσα έτη, ανάνδρως! Ωμίλησεν εις αυτό αποτόμως˙ το ύβρισε τραχέως κι αίφνης ορμήσας ήρπασεν από της τραπέζης σκωριασμένην προβατοψαλίδα και του επετέθη. Ναι, ήθελε ν' αφαιρέση από του καρυοφυλλίου τα κοσμήματα, διότι δεν του έπρεπον πλέον. Ν' αποσπάση εκείνο το διαφανές εκ χρυσού και αργύρου και λίθων δίκτυον με το οποίον το περιέβαλλεν, ως θρησκομανής θαυματουργόν εικόνα και να τ' αφήση γυμνόν, κατησχυμένον, με το ευτελές ξύλον και τον σίδηρον μόνον όπως οι καπεταναίοι της εποχής του εγύμνωνον των όπλων τους δειλούς στρατιώτας. Έρριψεν αυτό κατά γης ο Χειμάρρας, εγονάτισεν επάνωθέν του και με χείλη αναπαλλόμενα, όψιν αγρίαν, χείρας τρεμούσας έκοπτεν εν εν τα κοσμήματα μετά μίσους, ως να είχεν άσπονδον εχθρόν υπό τους πόδας του και τον εμακελόκοπτε!

— Να!.. να!.. να!.. ήρθρωνε παράφορος.

Αλλ’ αίφνης εστάθη. Ο θρηνώδης εκείνος ήχος, που ανέδιδε κοπτόμενον διά της ψαλίδος το μέταλλον, τον έφερεν εις εαυτόν. Αφήκε κατά γης την ψαλίδα, κι εγερθείς εκάθησε παρά την τράπεζαν, κλίνας την κεφαλήν επί των δύο χειρών του. Κι ενώ έβλεπε το όπλον, το όπλον που τόσον ηγάπησε, κατακείμενον ήδη χαμαί, με τα παφήλια μακράν χάσκοντα, τα κοσμήματα σκορπισμένα πέριξ, το καρυόφυλλον πεπιεσμένον ασπλάγχνως, τον δικέφαλον αετόν εις μίαν γωνίαν αδρανή ωσεί κεραυνόπληκτον, δάκρυα ανέβλυσαν των οφθαλών του κι εκυλίσθησαν καυστικά επί των ψυχρών παρειών του. Όλα εκείνα τα συντρίμματα παρίσταντο εις τους οφθαλμούς του ωσεί παραπονούμενα˙ το όπλον εν κλαυθμηρά θέσει τον ηρώτα τι εζήτει απ’ αυτού πλέον; Μήπως επί της εποχής του δεν τον υπήκουσε πάντοτε, δεν τον υπηρέτησε πιστώς; Τόσας φοράς εις την Αράχωβαν, εις το Μεσολόγγι, εις τας Αθήνας, εις όλας τας φοβερωτάτας μάχας, μήπως δεν υπερασπίσθη αυτόν ζηλοτύπως, μ' επιμονήν και καρτερίαν μητρός, προφυλασσούσης το ίδιον τέκνον;

Α, ναι ήτο πολύ αχάριστος ο Χειμάρρας! Επί τόσα έτη το καρυοφύλλι και αυτός πάντοτε μαζί εις τον Μωρηά και την Ρούμελην, ημέραν και νύκτα, με τα ψύχη του χειμώνος και τους καύσωνας του καλοκαιριού, πλευρόν με πλευρόν αδελφώθησαν και ο γέρων εύρισκεν εις αυτό το άψυχον, χρόνους όλους της παρελθούσης ζωής του, κινδύνους και αγώνας τους οποίους εμερίσθησαν, φίλον πιστόν και αφωσιωμένον, εις τ' όνομα του οποίου έκαμνε τον μεγαλήτερόν του όρκον. Την ανδρείαν του εξυπηρέτησεν αυτό τόσον ακαταπονήτως, με αυτοθυσίαν, ημπορεί κανείς να είπη, πολλάκις φλογίζον, κατακοκκινίζον τα στέρνα του μέχρι διαρρήξεως˙ διά της πυρίτιδος διεσάλπισε την δόξαν του ισχυρότερον μυρίων ομού σαλπισμάτων, επικυρούν αυτήν και διά θανατηφόρου μολύβδου˙ διά της αξίας του περιέβαλλε μ' αίγλην ποιητικωτέραν τ' όνομά του. Τι άλλο ήθελεν ακόμη; Τόρα η εποχή του παρήλθεν˙ ήτο άχρηστον πλέον!…

— Μπρε, πως άλλαξ' η πλάσι! εψιθύρισεν ο γέρων.

Το βλαχόπουλο του μύθου που απεκοιμήθη εις έρημον τόπον και ότε μετά διακόσια έτη εξύπνησε κι είδε μεγαλοπρεπή και πολυάνθρωπον πόλιν προ αυτού δεν εξεπλάγη τόσον, όσον ο Χειμάρρας ήδη προ της λογικής των σκέψεών του. Η φαντασία του έφερεν αυτόν μακράν, εις παρελθόντας καιρούς, εις όπλα έκαστον των οποίων είχε και μίαν ιστορίαν, τα οποία υμνεί η παράδοσις και τα οποία αφήκαν φρικαλέαν ανάμνησιν εις τους εχθρούς. Και αυτά λοιπόν εγέρασαν παρήλθεν η εποχή των, ήσαν άχρηστα πλέον; Λοιπόν ούτω και το νταλιάνι του Μπουκουβάλα, που ελύσσα ως έμψυχον εις το Κεράσοβον; Το αρμούτι του Βρυκόλακα, η λαζαρίνα του Δίπλα, η Κατερίνα του Κουδούνα, ο Λεβέντης του Μητρομάρα, το Μάντσαρι του Αντρούτσου, ο Σισανές του Μελαχρογιάννη, ο Αϊ-Λιας του Βλαχαρμάτα, το βαρύ και δυσχείριστον απελατίκι του Καραϊσκάκη και τόσα άλλα όπλα, ανθρωποφάγα όπλα εις τα οποία οι ανδρειωμένοι εκείνοι αρματωλοί μετέδωκαν της ψυχής των το μένος και τα εθεοποίησαν, έπρεπεν όλα, όλα ν’ αποσυρθούν εντροπαλά, ανίκανα να παραβληθούν προς το νέον όπλον του Παπαθεοδωρακοπούλου!… Ούτω έλεγεν ο ενωμοτάρχης! Το έλεγε και το απεδείκνυεν ατυχώς!…

Και μία λύπη κατέλαβεν ήδη τον γέροντα˙ λύπη απ’ εκείνας που αφαιρούν του ανθρώπου τα συναισθήματα έως να λησμονή και τον ίδιον εαυτόν του. Τα δάκρυά του έπαυσαν αίφνης. Ηγέρθη, έλαβε το καρυοφύλλι και το εκρέμασεν ούτως εξηρθρωμένον από του τοίχου˙ συνέλεξε τα διεσκορπισμένα κοσμήματα μετ' ακριβολογίας απομωραμένου, έθεσεν αυτά επί της τραπέζης κι επανήλθεν εις την θέσιν του. Απ' εκεί δ’ έβλεπε και επανέβλεπε το όπλον, πλανώμενος εις μύριους συλλογισμούς.

Μόλις τώρα εις του καρυοφυλλίου εκείνου την παρακμήν, εσυλλογίζετο διά πρώτην φοράν ο Χειμάρρας και τα ιδικά του γηρατειά. Εις την σφαίραν εκείνην του όπλου, την μόλις συρθείσαν μόνον ολίγα μέτρα και κυλισθείσαν επί του χώματος αδρανή, ως άψυχον κουφάρι, έβλεπε θλιβερώς την ιδικήν του εξασθένησιν, πιστήν εικόνα των σωματικών του δυνάμεων. Η ψυχή του ναι, ήτο βράχος ακλόνητος ακόμη. Ησθάνετο ακόμη την δύναμιν και τον πόθον να τρέξη πάλιν εις τον βρασμόν της μάχης, ν' αναμιχθή εις την θύελλαν αυτής, να χορτάση ο οφθαλμός από εχθρικόν φόνον, να βραχή το σώμα με αίματα και με δάκρυα!… Αλλά το σώμα ήτο βαρύ ως το χώμα και δεν υπήκουε πλέον. Επέταξαν τα έτη ότε ησθάνετο πτερά εις τους πόδας και τον παρέβαλλον με τον αετόν οι σύντροφοί του. Τόρα:

Οι βρύσες εκινήσανε,

οι μύλοι εσταματήσανε,

και τα βουνά χιονίσανε,

τα δυο γενήκαν τρία

καθώς λέγει ο λόγος!... Και μικρόν κατά μικρόν ησθάνετο περισσότερον ήδη επί του σώματος την αποκαρωτικήν εκείνην του γήρατος πίεσιν κι εσκέπτετο ότι δεν είχε καθόλου άδικον το καρυοφύλλι του. Παρήλθεν η εποχή των˙ καλόν ήτο να παρέλθουν και αυτοί…

— Παππού, ε, παππού˙ ηκούσθη αίφνης φωνή παιδίου, εισορμήσαντος εν θορύβω εις τον οικίσκον και ριφθέντος επί των γονάτων του˙ δεν το θέλω πια το καρυοφύλλι σου˙ να μου πάρης ένα σαν του στρατιώτη…

Ο Χειμάρρας έστρεψε και ητένισεν αυτό καταπνίγων τους λυγμούς του. Όχι μόνον οι συμπατριώται του απηρνούντο τας παλαιάς δοξασίας, αφίνοντο απόλεμοι να παρασυρθούν εις το ρεύμα του νεωτερισμού, αλλά και αυτός ο μικρός εγγονός του, το έργον αυτό των ίδιων του χειρών. Από μικρόν, μικρότατον ο γέρων εσυνείθισεν αυτό εις μεγαλοπρεπείς και πατριωτικάς διηγήσεις. Του έλεγε τας περιπετείας και τα μεγαλουργήματα του Γένους˙ του ωμίλει μετά προφητικής πεποιθήσεως περί του τελευταίου βασιλέως, ο οποίος κοιμάται εις το σπήλαιόν του με το σπαθί ακόμη εις το χέρι και θα εξυπνήση με το πλήρωμα του χρόνου να καθήση πάλιν επί του μυριοδοξασμένου θρόνου του. Ηρίθμει εις αυτό τας καταστροφάς των Τούρκων, περιέγραφε τους αγώνας και τους θριάμβους των Ελλήνων επί της Επαναστάσεως και κατέληγεν υπεραίρων την αξίαν του καρυοφυλλίου του. Και όταν έβλεπε τον μικρόν να ζωηρεύεται και να φλυαρή εν πολεμοχαρεί παραφορά, ο γέρων κολακευόμενος εις την πραγματοποίησιν γλυκού ονείρου, υπέσχετο να δώση εις αυτόν το καρυοφύλλι του, όταν το έθνος σύσσωμον εξεγερθή διά να επανακτήση την Πόλιν και μ' αυτό να πολεμήση διά την Πίστιν και την Πατρίδα!… Τόρα όμως και αυτός ο μικρός δεν το ήθελεν. Αχ, τι του έκαμεν ο αναθεματισμένος σταυρωτής!...

— Ε, θα μου πάρης, παππού; εξηκολούθει ο μικρός.

— Όχι! εβόησεν αίφνης, ορθωθείς εν απειλητική στάσει ο Χειμάρρας, ωσεί του έλεγον ν' απαρνηθή την θρησκείαν του.

Αλλ’ ευθύς κατέπεσεν άθυμος εις την θέσιν του. Οι κλαυθμηρισμοί τους οποίους έβαλλε το παιδίον διά την άρνησίν του εκείνην, εφαίνοντο εις τον γέροντα κλαυθμηρισμοί ολοκλήρου γενεάς, της οποίας απηρνούντο την πρόοδον, τους αγνώστους κόσμους εις τους οποίους μοιραίως βαδίζει, θέλοντες να στρέψουν αυτήν οπίσω, εις το παρελθόν. Και κατενόει ήδη ότι ήτο άδικον τούτο˙εντελώς άδικον και μάταιον! Μόνος χυτός έπρεπε να επιστρέψη οπίσω, εις την εποχήν του από της οποίας απεμακρύνθη τόσον. Τ' είχε να κάμη εις τον νέον αυτόν κόσμον, τον ξένον εις τους οφθαλμούς και τας αισθήσεις του όλας; Πώς να ζήση με τον Παπαθεοδωρακόπουλον αυτός ο οποίος έζησε πριν με τον Δράκον;…

— Ε, θα μου πάρης παππού; επέμενεν εν παρακλητικώ και θρηνώδει τόνω το παιδίον.

— Ναι… θα σου πάρω!… εψιθύρισεν αφηρημένος.

Κι ενώ έσφιγγε τον μικρόν εις τας αγκάλας του, εμακάριζε τους αποθανόντας συντρόφους κι ηύχετο να τους επανεύρη ταχέως. Το έβλεπε τεθλιμμένος ο Χειμάρρας, ότι δεν ήτο θέσις δι' αυτόν πλέον εδώ. Νέα εποχή ήρχισε, νέα ονόματα, νέα όπλα… Νέοι θεοί κατέβησαν εις την γην της Ελλάδος!...

1889

 

αρχή

 

 

ΗΜΕΡΑI ΤΗΣ ΓΡΗΑΣ

Α'.

— Μα την αλήθεια! τι άλλη καλλίτερη δουλειά θες; Ο Γενάρης, λέει, πάει να ιδή που θα γεννήσ' η μάνα του και ο Απρίλης να στολιστή, να μαράνη πέντε νηές και τη Μάρω του… Ο κατεργάρης ο Απρίλης τι παράξενος μήνας! όλο να σειέται, να σειέται, να λιγυέται και να φιλή τα κορίτσια θέλει… Μωρέ, πιε κρασί να ιδής την υγειά σου! ένα παρά δε δίνω για τον κόσμο˙ αρκεί νάχη το βαρέλι κρασί!..

Ο γέρω Μάρτης εκόλλησε πάλιν το στόμα του εις το παπίρι του βαρελίου και ήρχισε να ροφά τον εν αυτώ οίνον.

Ο Μάρτης είνε σωστός οινοπότης˙ αγαπά τον οίνον όσον δεν αγαπά ο διάβολος τον αγιασμόν˙ θα ήτο πολύ ευχαριστημένος αν ο αήρ, τον οποίον αναπνέει, ήτο όμοιος με τον εξερχόμενον εξ οινοβαρέλας εκπωματιζομένης. Όταν ο Τρυγητής επρότεινε, τον οίνον, τον οποίον χύνουν προς τιμήν του οι κτηματίαι, να τον βάλουν εις ένα βαρέλι, να περάσουν τον χειμώνα, ο Μάρτης, πλήρης χαράς, έρριψε την εκ δέρματος κριού σκούφιαν του εις τον αέρα κι εφώναξε θριαμβευτικώς:

— Ωραία! ο Μάρτης πεντεδείλινος˙ και πάλι δειλινό είνε˙ αφού είν' έτσι, μεγαλόνω κι εγώ της μέρες μου.

Έκτοτε αι ημέραι του Μάρτη έγειναν τόσο μεγάλαι, ώστε όσον οκνοί και αν είνε οι εργάται, πάντα θα τελειώσουν καλώς το ημεροκάματον: το Μάρτη βάλ' αργάτες κι ας τους κι ας ψυλλίζωνται.

Όταν κατά τα τέλη του Αϊ-Δημητριού απόβρασεν ο οίνος, οι μήνες ηθέλησαν να τον μοιράσουν. Έκαμαν δώδεκα τρύπας εις το βαρέλι και καθένας εζήτει την υψηλοτέραν, νομίζων ότι θα ελάμβανεν ούτω και το περισσότερον ποσόν του οίνου. Ο Μάρτης που είνε ο εξυπνότερος μήνας και παίζει τους άλλους εις τα δάκτυλα, με όσην ευκολίαν το μικρό παιδί τα πεντόβολα, ίστατο πλησίον ατάραχος, σιωπηλός, παρατηρών αυτούς με το ειρωνικόν του μειδίαμα.

— Ε, δεν μιλάς˙ δεν θα πάρης κι εσύ το δικό σου, γέρω Μάρτη; είπεν εις αυτόν ο Φλεβάρης, ο γείτων του.

— Αμ τι να πάρω εγώ, ο παληόγερος˙ εδωπά θ' ανοίξω τον πύρο μου να πιω λιγάκι.

Και άνοιξε μεγάλην τρύπαν εις το κατώτατον μέρος του βαρελιού. Οι λοιποί μήνες ανεκάγχασαν και ήρχισαν να τον ειρωνεύωνται:

— Τόρα έκαμες την τύχη σου˙ είπεν ο Αλωνάρης γελών˙ το κούνησες, το κούνησες μα ’πίτυχες στα καλά.

— Αχ! μας την έφτιασες˙ μάς ρούφηξες το περισσότερο κρασί!

— Πού μυαλό σαν το δικό σου να το συλλογιστή˙ τώρα να μας δανείσης κι εμάς κάμποσο.

— Μυαλό ή κρασί; διέκοψεν ο Μάιος.

— Θα σε χαλάσουν τα καταχαθίδια, γέρω μου.

— Μπα, δεν με πειράζουν απήντα λακωνικώς ο Μάρτης.

Ούτως έγεινεν η μοιρασά. Οι λοιποί μήνες ήρχισαν να πίνουν μετά φειδούς˙ αλλ’ ο Μάρτης από της ώρας εκείνης εκόλλησεν εκεί, ως βδέλλα ροφών αδιακόπως. Άνωθεν αυτού το βαρέλι με της θεώρατες δούγες και τα χονδρά του στεφάνια ίστατο υψηλόν, σοβαρόν και ήσυχον, ως μεγάλη αγελάς ισταμένη να την αμέλγουν ενώ μασσά το χόρτον της αταράχως.

— Αχ! είπε τέλος ο Μάρτης, ανεγείρων μετά κόπου την κεφαλήν και φράσσων διά του αντίχειρος την τρύπαν του βαρελιού, απόστασα… μα τι κρασί! σαν το γάλα πηγαίνει κάτω˙ γλυστρά 'ς το λάρυγγα, σαν το φίδι 'ς τα χόρτα.

Ηθέλησε να σταθή όρθιος, αλλ’ οι πόδες έτρεμον υπό το βάρος του σώματός του, κι εκάμπτοντο ως κλάδοι λυγαριάς˙ τ' αυτιά του εβόιζον. Έστρεψε πέριξ το βλέμμα, αλλ’ όλα του εφαίνοντο σκοτεινά, θολωμένα˙ το βαρέλι επήδα εμπρός του, ως πεδικλωμένος ίππος˙ τα κρύσταλλα, υψηλά και υπόλευκα εφαίνοντο θεώρατα φάσματα, χορεύοντα πέριξ του καρσιλαμάν˙ το έδαφος εσείετο, η μαύρη του σπηλαίου οροφή εστρέφετο ως ανεμίδι… Άπλωσε τας χείρας διά να στηριχθή˙ η κεφαλή του έπεσε βαρεία επί του στήθους και το πελώριον σώμα του εταλαντεύετο εμπρός και οπίσω, ως κυπάρισσος την οποίαν δέρνουν όλοι αι άνεμοι εκ συμφώνου.

— Βρε, σκοτίζει βλέπω˙ είπε με απορίαν˙ μα την αλήθεια! επρόσθεσε μειδιών, δεν πήγε χαμένος ο κόπος μου˙ τώδωσα και κατάλαβε.

Κι έφερε πάλιν μετά βίας τα χείλη εις την τρύπαν μετά πάθους. Η ησυχία αποκατέστη πάλιν. Το σπήλαιον με τους φαιούς τοίχους του, κατεσχισμένους εδώ κι εκεί κι επικαθημένους του εδάφους, ως χονδροί πόδες μεγαθηρίου, εβυθίσθη εις μυστηριώδη σιωπήν, η οποία επίεζε πάσαν ψυχήν ανθρωπίνην. Από της υγράς οροφής του απέσταζον ρυθμικώς και μονοτόνως κροτούσαι σταγόνες χονδραί νερού, αποκρυσταλλούμεναι ευθύς και σχηματίζουσαι λευκοτάτας, πολυποικίλτους στήλας, ενούσας την βάσιν μετά της οροφής. Πέριξ, εις το βάθος ηνοίγοντο ρήγματα επιμήκη, ελλειψοειδή, φέροντα εις διαφόρους αυτού διαδρόμους.

Αίφνης ισχυρά βοή ετάραξε την ηρεμίαν του σπηλαίου˙ φωναί, γέλωτες, τραγούδια αντήχησαν και μετ' ολίγον εισώρμησαν από μιας σχισμής οι μήνες όλοι εν ευθυμία.

— Μάρτη! όρε Μάρτη, κρασί! εφώναζεν ο Θεριστής, κρατών το κυρτόν του δρέπανον εις τον ώμον και εις την κεφαλήν φέρων το ψιαθωτόν κάλυμμά του.

Ουδείς απήντησε˙ μόνον ο ήχος της φωνής του Θεριστή έφερεν εις τα ώτα των πάλιν την ευχάριστον λέξιν κρασί! κρασί!…

— Μάρτη! όρε Μάρτη! επανέλαβεν ο Θεριστής.

— Ναι, τόρα Μάρτης˙ πάει, θα τον χάνομε κι αυτόν κάποτε κάποτε είπεν ο Νοέμβριος.

— Γιατί;

— Γιατί παντρεύτηκε.

— Παντρεύτηκε! πότε; ποία πήρε;

Και όλοι εκπεπληγμένοι, απορούντες διά την πράξιν αυτήν του Μάρτη, του παληόγερου καθώς τον έλεγον, εστάθησαν με οφθαλμούς διεσταλμένους, λαιμούς τεταμένους και αυτιά ολάνοικτα, να ακούσουν τον γηραιόν Νοέμβριον.

— Ναι, παντρεύτηκε˙ είπεν ούτος˙ μα τι κατεργάρης που σου είνε! Ακούς, αδερφέ, να πάρη δυο γυναίκες! μια άσχημη και μια ώμορφη, μια πλούσια και μια φτωχή… τώρα, σου λέει, είνε πάντα μέσα…

— Πάντα έξω πες… διέκοψεν ο Αύγουστος, υψηλός κι εύσωμος με βαθυκύανον, ως η ώριμος σταφίς, όψιν˙ εγώ φοβάμαι μη την πάθη, σαν το άλογο που δεν ήξερε από ποιο γρασίδι να φάη κι έσκασε νηστικό.

— Μπα, δεν έχεις δίκηο˙ η ωμορφιά φαίνεται δέκα μίλια μακρυά˙ είπεν ο Μάιος, ξανθός και μελαχρινός νεανίας, ειδήμων πολύ περί τα τοιαύτα.

— Α! βρήκες και Μάρτη να κυττάξη ωμορφιά! επανέλαβεν ο Νοέμβριος˙ μωρέ ξέρεις τι Γαλαξειδιώτης είνε; κερί ανάβει 'ς τον παρά… δε λέω όχι˙ κάποτε κάποτε γυρίζει και 'ς την ώμορφη, άλλα πάντα την πλούσια κυττάζει κι ας είνε άσχημη.

Καθώς δε εις τα καπηλεία οι χωρικοί ίστανται εις έκαστον βήμα ίνα τελειώσουν την ομιλίαν των, ήτις πάντοτε λαμβάνει διαστάσεις, ούτω και οι μήνες εστάθησαν εκεί, αφήκαν προς στιγμήν κατά μέρος την ευθυμίαν των και ήρχισαν με την υγιά λογικήν ανθρώπων αγαθών και οικοκυρέων να φέρουν τας εναντίον και υπέρ γνώμας των επί της αποκαταστάσεως του Μάρτη. Δεν τους εφάνη μεν παράξενον ότι επήρε δύο γυναίκας, διότι τούτο επιτρέπεται μεταξύ των, άλλα μόνον ότι προτιμά ως επί το πλείστον την άσχημην, ένεκεν του οποίου αι περισσότεραι—αν όχι όλαι—ημέραι του είνε βροχεραί. Επειδή δε έχουν όλας τας έξεις και τας ροπάς του ανθρώπου, ως οι Ολύμπιοι θεοί, οι μήνες ήρχισαν να συμπαθούν προς την εύμορφην, η οποία έμενεν άνευ θωπειών, άνευ περιποιήσεων.

— Α! μα το θεό, την λυπάμαι˙ είπεν ο ερωτότροπος Μάιος, θωπεύων τον ξανθόν μύστακά του φιλαρέσκως.

— Τέτοιο κλήμα και να μην τρυγέται! επρόσθεσεν ο Τρυγητής.

— Εγώ λυπάμαι το Μάρτη˙ είπε σοβαρώς, διακόψας τα ήκιστα κολακευτικά επιφωνήματα των, ο Αϊ-Δημήτρης˙ γρήγορα θα πέση τ' αγριογούρουνο 'ς την αυλή του.

— Και θα καρπίση το μέτωπό του˙ διέκοψε καγχάζων ο Δεκέμβριος.

Το σπήλαιον αντήχησεν από τον ιχυρόν, τον σκαστόν γέλωτα των μηνών.

— Ήρθ' ο καιρός για τον Απρίλη˙ αχ καϋμένα νειάτα!… είπεν ο Γενάρης στενάξας, ως άνθρωπος, όστις πολλάς αμαρτίας έκαμε κατά την νεότητά του.

Τωόντι ο Απρίλης είνε ο ωραιότερος και πλέον φιλάρεσκος μην. Φορεί λεβέντικα την εθνικήν μας στολήν, κατάσπαρτον εξ ανθέων ποικιλοχρόων˙ η ξανθή και σγουρή κόμη του, κατάφορτος εκ γιασεμιών και ανθέων ροδοδάφνης, περιβάλλει την χαριεστάτην παιδικήν κεφαλήν του, της οποίας αι παρειαί είνε απαλαί, ως το κουκούλι και τα χείλη κόκκινα ως το κεράσι. Ουδεμία γυνή δύναται ν’ αντισταθή εις τ' απαράμιλλα θέλγητρά του, να μη υποκύψη εις το πλήρες μαγείας κι εκφραστικότατος βλέμμα του… Αρέσκεται πάντοτε να τρέχη από καλύβας εις καλύβαν, να τραγουδή, να χορεύη μετά των ποιμένων και των βουκόλων και υπό τας ροδοδάφνας και τας ιτέας, παρά τας όχθας των ρυακίων, ν’ αρπάζη φιλήματα από τας γυμνόποδας και δροσεράς ποιμενίδας.

Από τινος όμως καιρού έχασε την ευθυμίαν του. Ήδη ίστατο εκεί σιωπηλός, ρεμβός, μη προσέχων καθόλου εις την ομιλίαν των συντρόφων του, ούτε εις τον παμπόνηρον Μάιον, όστις του κλέπτει πάντοτε επιτηδείως τ' άνθη και τας άλλας καλλονάς, με τας οποίας παρουσιάζεται εις τον κόσμον. Τον έχει ξετρελλάνη τον πτωχόν η Μάρω, η παχουλή εκείνη με τα γλαρά μάτια, το ροδοκόκκινο πρόσωπον, τα καστανά μαλλιά και την γλυκείαν φωνήν βοσκοπούλα! τον έχει πεθάνη με τα καμώματά της! Έκτοτε εις καμμίαν γυναίκα δεν δίδει προσοχήν˙ μόνη γυναίκα εις τον κόσμον είνε η Μάρω του… Μόλις ήκουσε τας τελευταίας λέξεις του Γενάρη:

— Μπα! είπε˙ δε δίδω ένα παρά εγώ.

Και στενάξας εκ βάθους καρδίας όπως διώξη την μελαγχολίαν του ήρχισε να τραγουδή με γλυκείαν και ήρεμον φωνήν, παθητικό τραγούδι. Ο Μάιος κατά συμπάθειαν τον συνώδευε και οι λοιποί μήνες παρασυρθέντες ετραγουδούσαν και αυτοί και το σπήλαιον διά μιας επληρώθη θορύβου και φωνών, ως χωρικόν καπηλείον κατά τας εορτάς.

— Μωρέ κρασί! εφώναξεν ο Φλεβάρης αίφνης.

— Ναι, κρασί γιατί εκάηκ' ο λάρυγγάς μου απ’ το τραγούδι! επανέλαβεν ο Αϊ-Δημήτρης.

Και όλοι μετά προθυμίας διακόψαντες το τραγούδι των έτρεξαν εις το βαρέλι, ως κατά τα Ιουλιακά καύματα οι βούβαλοι όταν αισθανθούν πλησίον των νερό. Αλλ’ εστάθησαν αίφνης έκπληκτοι. Ο γέρω-Μάρτης εξηπλωμένος, σχεδόν αναίσθητος πλησίον του βαρελίου, με την μακράν φουστανέλλαν του κάθυγρον υπό του οίνου, με οφθαλμούς ημικλείστους, πρόσωπον κατακόκκινον κι εκ των πολλών ρυτίδων όμοιον προς μεγάλην τομάταν, εδέχετο εις το μεγάλο και ανοικτόν στόμα του τας τελευταίας σταγόνας του οίνου. Οι μήνες ανεκάγχασαν και ήρχισαν να περιπαίζουν αυτόν. Αλλά σπεύδοντες να φθάσουν ταχέως εις την πηγήν της ευδαιμονίας, εις το ευλογημένον βαρέλι, έδραξαν αυτόν εκ του ποδός και τον έρριψαν μακράν. Έπειτα εκόλλησαν τα χείλη των εις το παπίρι του έκαστος.

Αίφνης φωνή εκπλήξεως εις οιμωγήν απολήξασα ηκούσθη κι έκαστος μην, παρατηρών βλοσσυρώς τον πλησίον του, ετράπη εις ύβρεις και βλασφημίας ικανάς και τον διάβολον αυτόν να εκδιώξουν.

— Μωρ' το κρασί μου! μου ήπιαν το κρασί μου!

— Κι εμένα!…

— Κι εμένα!…

Ήρχισαν τότε ν' αναζητούν τον κλέπτην. Ο μάλλον ύποπτος ήτο ο Μάρτης, είνε αληθές˙ αλλά πως ηδυνήθη να πίη ολόκληρον τον οίνον, ενώ τα παπίρια όλα ήσαν εις την θέσιν των; Τούτο ήτο ο ισχυρότερος λόγος, ο οποίος έκαμνε τους μήνας ν' αμφιβάλλουν. Κι έλεγε μεν ο Αλωνάρης, του οποίου η κεφαλή είνε ξηρά και άγονοςι ως η επιφάνεια των αλωνίων κατά την επί της γης περίοδόν του, ότι ηδύνατο να το πίη αποσπών καθένα παπίρι εκ των κάτω προς τ' άνω, αλλά τούτο δεν εθεωρήθη σωστόν. Ενώ δ’ εξηκολούθουν ούτω τας ερεύνας των, ηκούσθη η φωνή του Μάρτη, ο οποίος έλεγε με βραχνήν και διακοπτομένην φωνήν, ως παραληρών:

— Α! μα το Σταυρό˙ ποτέ δεν το είχα παθημένο… Εμένα να σκοτίση το κρασί! θα είχε ύψο, ύψο πολύν… Τι διάβολο τον θέλουνε τον ύψο; καλά ρετσίγκι, το νοιώθω˙ είνε καλό, βαστάει γερό το κρασί˙ μα τον ύψο; — για να βαρή 'ς το κεφάλι — μάλιστα!… Μωρέ πώς την έπαθαν ως τόσο οι φίλοι! τώρα θα έρθουν και θα βρουν, το μύλο χάρβαλο και το νερό κομμένο… Μα ποιος τους φταίει; τους φταίω γω; — όχι!… εγώ έπια από τον πύρο μου.

Βεβαίως είχε πλήρες δίκαιον ο γέρω-Μάρτης˙ έπιε από τον πύρο του. Αλλά οι μήνες, οι όποιοι ολίγον ήσαν εις θέσιν να σκεφθούν περί του δικαίου ή αδίκου της πράξεως, εφρύαξαν όταν ήκουσαν τους λόγους εκείνους˙ δε ήτο πλέον αμφιβολία˙ αυτός ήτο ο κλέπτης, αυτός ο καταστροφεύς! και δεν αρκεί ότι τους έπιε το κρασί, αλλά τους ειρωνεύεται, τους περιπαίζει ακόμη!…

Και πλήρεις θυμού, τρέμοντες εξ αγανακτήσεως, ώρμησαν εκ συμφώνου και κατέφερον φοβερά γρονθοκοπήματα επί του πτωχού Μάρτη, όστις ηρκείτο να φωνάζη, να διαμαρτύρεται και να κλαίη απαρηγόρητα, ως την χήρα γυναίκα.

Β'

Όταν ο Μάρτης κλαίη, αλλοίμονον εις τον κόσμον! Βροχή ραγδαία και συνεχής κατακλύζει την γην τα σπαρτά μαστιζόμενα αδιακόπως από την βροχήν δεν δύνανται ν' ανακύψουν τα κτήματα δεν ημπορούν να καλλιεργηθούν, διότι είνε υγρά˙ τα πρόβατα κι αι κατσίκες υποφέρουν˙ τα μικρά κατσικάκια και τ' αρνία, εις το πρώτον στάδιον της αναπτύξεώς των ευρισκόμενα, έχουν ανάγκην ηλίου, θάλπους διά να δυναμώσουν. Διά τούτο οι γεωργοί και προ πάντων οι ποιμένες, έχουν εις τον Μάρτην τας ελπίδας των και καθημερινώς με αγωνίαν παρατηρούν τον ουρανόν, ως οι σταφιδοκτήμονες κατά τον Αύγουστον.

Αλλ’ εφέτος εις μεγάλην ανησυχίαν ήτο από κάθε άλλον η γρηά Γαλανή, τρίτη γυναίκα του Θανάση Γκόρα. Και σήμερον ακόμη, ότε είνε η εικοστή ενάτη, η τελευταία ημέρα του Μαρτίου, πάλιν δεν θέλει ν' αφήση τους φόβους της:

— Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψης τα παλούκια˙ έλεγεν αποφθεγματικός εις την κουμπάραν της, την γρηά Σμαράγδω, που την συνεβούλευε να μη φοβήται πλέον.

— Ν' ακούς εμένα που 'ς το λέω˙ πάει, έστρωσ' ο καιρός˙ επέμενεν αύτη.

— Αχ! τι ν' αηκούσω και ν' αηκούσω˙ φοβάμαι!

— Να μη φοβάσαι˙ δεν άηκουσες εχτές τα λοιδόρια, πως έκαναν στη Λάκκα; άμα λαλούν τα λοιδόρια, να ξέρης πως θάχουμε καλοκαιριά.

— Και τη συγνεφιά! δε θυμάσαι; ως τα προχτές είχαμε να ιδούμε του ηλιού την όψι.

— Έι… κι αυτό φοβάσαι; ωχ, ζάβαλη κουμπάρα! τόσα χρόνια πας κι ακόμα να τα μάθης!… άκου το από μένα: η συγνεφιά εκείνη ήταν φουσκοδεντριές.

Είχε μέγα δίκαιον η γρηά Σμαράγδω. Από την αρχήν του Φεβρουαρίου μέχρι των μέσων Μαρτίου φουσκώνουν τα δένδρα κι ένεκα τούτου είνε συνήθης η συγνεφιά. Αλλ’ η Γαλανή εκ του πολλού φόβου, ούτε ν' ακούση ούτε να πιστεύση ήθελε τοιαύτα πράγματα. Έβλεπε μεν καθ' ημέραν αιθριώτατον τον ουρανόν και ήκουσε το άσμα των χελιδόνων, αι οποίαι, νομίζει τις ότι μόναι διά της φωνής των, ως διά μυρίων φυσητήρων, διαχύνουν επί της γης την ευκρασίαν της ανοίξεως˙ είδεν από της καλύβας της τας ράχεις όλας και τα λειβάδια καταπράσινα από την χλόην και κατάσπαρτα από άνθη ποικιλόχροα, ως κεντισμένη ποδιά βλαχοπούλας, πέραν δε εις τας κορυφάς των ορέων, ως εις τα σύνορα άλλου κόσμου κατεψυγμένου τας χιόνας, αι οποίαι έφερον εις την μνήμην της τον χειμώνα, εν τούτοις δεν ελησμόνει ότι ήτο Μάρτης ακόμη. Και ο Μάρτης έχει κάψη καρδιές. Είνε άπιστος όσον η θάλασσα και η γυνή· είνε πολύμορφος ως ο Πρωτεύς. Ενώ έχει την τελειοτέραν γαλήνην εν τη φύσει, αίφνης εκτοξεύει τας τρικυμίας και τας θυέλλας μεθ' όσης ευκολίας ο Ζεύς τους κεραυνούς. Εις εν λεπτόν αναστατώνει το Σύμπαν καταρρίπτει, κατακρημνίζει, παρασύρει, καταστρέφει, ως τυφών κι αίφνης γαληνιά. Όλοι οι άνεμοι είνε εις την διάθεσίν του· υπακούουν τυφλώς εις τας προσταγάς του· είνε πειθήνιοι προ αυτού, ως προ του Αιόλου.

—Μάρτης—γδάρτης

και κακός παλουκοφράχτης

τα δαμάλια τα μαθαίνει

τους παληόβοϊδους τους γδέρνει.

Αφού τα δαμάλια και οι παληόβοϊδοι δεν δύνανται να υποφέρουν την οργήν του Μάρτη, πόσο μάλλον τα μικρά, τ' αδύνατα κατσικάκια; Και όμως αυτά ήσαν η μόνη ελπίς της γρηα-Γαλανής.

Όταν προ ολίγων μηνών απέθανεν ο συχωρεμένος ο γερω-Γκόρας, δεν της αφήκεν ειμή την αχυρίνην καλύβαν του εις μίαν ράχην του Αϊ-Γιώργη, δύο καρδάρες, δέκα χονδρά κουδούνια, δύο τσαντίλες, τρεις αγκλίτσες καλές από ξύλον αγριαπιδιάς και δέκα κατσίκας εγκύους. Ταύτα θα ήσαν καλή κάπως περιουσία διά μίαν βλάχαν, αν δεν της εκληροδότει κι ένα χρέος από διακοσίας δραχμάς εις τον κυρ-Γιαννίκον, τον φοβερώτερον τοκογλύφον των Λεχαινών.

Άμα ήκουσεν ο Γιαννίκος ότι ο γερω-Γκόρας απέθανεν, έλαβεν ένα δικαστικόν κλητήρα κι επήγε να κάμη κατάσχεσιν όλων του των πραγμάτων. Η πτωχή Γαλανή, άφωνος από την λύπην, έβλεπεν αφαιρούμενα το εν μετά το άλλο όλα της τα πράγματα, εναποτιθέμενα εις σωρόν πολυποίκιλον και ανώμαλον έξω, παρά την θύραν της καλύβας. Εκεί πλησίον ίσταντο αι κατσίκες διά των αθώων βλεμμάτων και των παραπονετικών βελασμάτων των δεικνύουσαι, ότι εννόουν τα συμβαίνοντα, ότι πολύ ελυπούντο διά τον αποχωρισμόν.

Αλλ' ο σωρός εκείνος των παντοειδών και αψύχων πραγμάτων διά της αφώνου και πενθίμου στάσεως του, ωμίλει ευγλωττότερον εις την γρηα-Γαλανήν. Έκαστον τούτων ωμοίαζε με βιβλίον, το οποίον περιείχε και μίαν της ζωής της περίοδον. Η καρδάρα, ήτις έκλινεν εις το εν μέρος, ως γυνή έχουσα επί των γονάτων την κεφαλήν και κλαίουσα την συμφοράν της· το μικρόν πρασινοβαφές, κιβώτιον, από του οποίου επρόβαλλον αιδημόνως διάφορα ενδύματα μετά πολυχρόων σειρητίων, έφερον εις την μνήμην της την αγίαν ημέραν, κατά την οποίαν η μήτηρ της την ενέδυσε χαριτόβρυτον νύμφην, ψάλλουσα, το συγκινητικον άσμα του χωρισμού:

Στη γειτονιά που θε να πας, κανέλα μη μασήσης

και μοσχοκάρυδο μη φας και μας αλησμονήσης.

Πλησίον ήτο το καυκί, το κλειδοπίνακον, εντός του οποίου έφαγε την πρώτην νύκτα εις του γαμβρού την καλύβα· η πουγάνα, τ' απλάδια και τα κιλίμια, τόσα πράγματα τα οποία συνέδεον τον βίον της μεταξύ νεάνιδος και υπάνδρου, τόσοι μάρτυρες των θλίψεων και των χαρών αυτής!… Τόρα όλα αυτά θα έφευγον, θα επήγαιναν εις ξένας χείρας και το παρελθόν θα έμενε μόνον εν τη εσκοτισμένη διάνοιά της, αμυδρόν όμως, ως παλαιωμένη εικών αμαυρωθείσα υπό του χρόνου!…

Οι οφθαλμοί της Γαλανής επληρώθησαν δακρύων επί τη ιδέα ταύτη. Παρέστη προ αυτής το μέλλον, άχαρι κατηφές και πένθιμον, ως είνε παντός ανθρώπου χάσαντος ό,τι και αν έχη και ηναγκασμένου να ξενοδουλεύη διά να βγάνη την κόρα, το ψωμί του· τα γόνατά της εκάμφθησαν κι επρόσπεσεν εις τον κυρ-Γιαννίκον, ολολύζρυσα, παρακαλούσα αυτόν να την λυπηθή ή να της δώση προθεσμίαν ή κάτι τουλάχιστον να της αφήση προς ενθύμησιν του παρελθόντος. Αλλ’ ούτος άκαμπτος ως όλοι οι τοκογλύφοι, οι οποίοι νομίζει τις ότι επλάσθησαν επίτηδες δι' αυτό το επάγγελμα, ως οι σκώληκες διά τον βόρβορον, εκίνει αρνητικώς την κεφαλήν, έστρεφεν εδώ κι εκεί και μόλις έβλεπε πράγμα τι εφώναζεν εις τον κλητήρα με την τραχείαν φωνήν του, ομοίαν προς κρωγμόν αρπακτικού ορνέου:

—Βάλε και τη σούβλα· μα πρόσεχε, μπαρμπα-Σπύρο· να, δεν είδες το κουδούνι!…

Πτωχή Γαλανή! όλα, όλα θα τα πάρη· θα μείνης μόνη, κατάμονη εντός των γυμνών τοίχων της καλύβας, την οποίαν δεν θα ηρνείτο να κατάσχη αν του ήτο δυνατόν!… Ευτυχώς κατά την ώραν εκείνην διήλθε τις εκείθεν, γνώριμος του Γιαννίκου και κατέπεισεν αυτόν να δώση προθεσμίαν μέχρι του Μαΐου εις την Γαλανήν.

Έκτοτε η μόνη της ελπίς ήσαν αι κατσίκες εκείναι. Παρετήρει αυτάς μετά προσδοκίας και ανυπομονησίας, θα έκαμναν πολλά κατσικάκια, θα τα ανετρέφε, θα τα επώλει και θα επλήρωνε τον σκληρόν Γιαννίκον, και δεν θα τον είχεν ανάγκην να της πάρη ό,τι κι αν έχη! Και μετά συγκινήσεως ηρίθμει διά των δακτύλων τας παρερχομένας ημέρας ίνα εύρη την ημέραν του τοκετού.

—Κοντεύει, δεν κοντεύει· εψιθύριζεν από καιρού εις καιρόν· βάλε από τον Αϊ-Δημήτρη.

Τέλος είδε την κοιλίαν των υπερμέτρως εξωγκωμένην, είδε τους μαστούς των σχεδόν συρομένους εις την γην, παρευρέθη εις τον τοκετόν. Όχι δεν είνε ολιγώτερον επίσημος, ολιγώτερον συγκινητικός ο τοκετός των ζώων. Η κατσίκα, ολιγώτερον ευτυχεστέρα της γυναικός, της οποίας την κλίνην τριγυρίζουν οι συγγενείς και ο σύζυγος, όστις είνε εκεί ίνα εμπνεύση το θάρρος, η κατσίκα μόνη, άνευ συγγενών, άνευ φίλων, επί της στρωμνής της, ενίοτε κατάχαμα, εις το σκότος τεκνοποιεί. Και όμως αισθάνεται όλους τους πόνους, όλας τας αγωνίας του τοκετού· βάλλει εν γνώσει το σπαραξικάρδιον εκείνο μπέεε! περιστρέφει ανησύχως, ικετευτικώς το βλέμμα της, αναζητούσα ματαίως άλλο βλέμμα, από του οποίου ν' αρυσθή το θάρρος και την αφοσίωσιν!

Ούτως εσκέπτετο η Γαλανή· ηγάπα τας κατσίκας της ως τον εαυτόν της, ως θα ηγάπα τα παιδιά της αν είχε. Και διά τούτο περί όλων είχε φροντίσει. Επειδή μεθ' όλας τας παρακλήσεις της αι ημέραι του Γεννάρη εξηκολούθουν νιφετώδεις και παγεραί, έφερε τας κατσίκας εντός της καλύβας, όπου εκοιμάτο, ήναψε πυράν εις το μέσον και ήρχισεν αυτή, ως μαία, να τας βοηθή εις τον τοκετόν. Μετ' ολίγον η καλύβα εγέμισεν από μικρά κατσικάκια, τα οποία την εξεκώφαναν από τα βελάσματα. Αλλά δεν ήτο μόνον να γεννηθούν, έπρεπε να ξεπεταχθούν κι όλα. Άλλη μέριμνα της πτωχής γρηάς! Έπρεπε να κάνη καλωσύνη μέχρις ου πατήση η άνοιξις. Ως δε ο γύφτος του μύθου, όστις φοβούμενος το ψύχος, όσον ο διάβολος τον σταυρόν, ηρώτα τους διαβάτας διηνεκώς. —Γεννάρης κι απέ Μάις; —Φλεβάρης κι απέ Μάις; —Μάρτης κι απέ Μάις; ούτω και η γρηά ανέμενεν ανυπομόνως τον Μάιον, τον χαριέστατον αυτόν μήνα, κατά την εποχήν του οποίου όχι μόνον δεν κρυώνουν τα κατσικάκια, αλλά τα κουρεύουν μάλιστα και πωλούν το μαλλί των!…

Ενώ ταύτα εσκέπτετο και σήμερον, ως πάντοτε η Γαλανή παρά την καλύβαν της καθημένη, ύψωσε τους οφθαλμούς προς τον καθαρόν ουρανόν. Εκατέβασεν αυτούς εις τα πέριξ καταπράσινα τοπία, τους προσήλωσεν επ' ολίγον εις την απέναντι ράχην, όπου ήσαν τα κατσικάκια της κι έπειτα στραφείσα προς την μικράν ανεψιάν της:

— Κάτσε κατά ’ης, Ασήμω· της είπε με βραχνήν κι επιβάλλουσαν φωνήν.

— Όχι, δεν κάθουμε! είπεν η μικρά, κτυπούσα τους πόδας της με πείσμα.

Βλέπουσα δε μετά τρυφερότητος μικρόν σαλίγκαρον τον οποίον είχε ξεθάψη από μιας ρωγμής του λόφου, ήρχισε να του ψάλλη με φωνήν καθαράν και γλυκείαν, ως το ψιθύρισμα της πλησίον πηγής:

— Σαλίγκαρε, μαλίγκαρε,

βγάλ' τα κέρατά σου,

γιατ' έρχετ' η κυρά σου

με τα πρόβατά σου!

Ο δε σαλίγκαρος, ως να ήκουε την φωνήν της κόρης κι εννόει τους λόγους της, σιγά σιγά εξήρχετο του οστράκου του, έστρεφεν εδώ κι εκεί τους μικκύλους, ως κόκκον σινάπεως, οφθαλμούς του, εκίνει τα κερατάκια του κι εκαμάρωνεν. Η Ασήμω, ηυχαριστείτο πολύ εις τούτο κι επανελάμβανε γελώσα:

—Σαλίγκαρε, μαλίγκαρε,

βγάλ' τα κέρατά σου,

γιατ' έρχετ' η κυρά σου

με τα πρόβατά σου! . .

— Βάβα! βάβα! είπεν αίφνης διακόψασα το τραγούδι· βυζαίνουν τα κατσίκια!

— Αλήθεια μωρή! είπεν η γρηά.

Και πλήρης χαράς παρετήρησεν ότι τα κατσίκια εβύζαινον.

Δόξα σοι ο Θεός! Αι κατσίκες προ τινών ημερών είχον αβασκαθή. Ο Βόλας, ο οποίος επέρασεν εκείθε και είδε τους μαστούς των κατσίκων πλήρεις γάλακτος, ήνοιξεν έκπληκτος τους οφθαλμούς του κι εφώναξε:

— Μωρέ! τι φόρτωμα πώχουνε!…

Και τούτο χωρίς, να τας φτύση. Διά τούτο το γάλα των αμέσως εστείρευσε. Τα πτωχά κατσικάκια προσεκολλώντο εις τα μαστάρια, εβύζαινον αλλ’ ουδόλως εύρισκον τροφήν. Ήρχισαν να ισχναίνουν, να γίνωνται αδύνατα, ραιβά, ζαρωμένα. Η γρηα-Γαλανή ήτο εις μεγάλην απελπισίαν αν ο καιρός εξηκολούθει άστατος και οι κατσίκες δεν εύρισκον το γάλα των, τα κατσικάκια θα έλυωναν 'ς τα πόδια των… Και μετ' ολίγον η φοβερά όψις του Γιαννίκου θα εφαίνετο προ της καλύβας και θα ηκούετο η τραχεία του φωνή, η οποία όπου αντηχήση φέρει καταστροφήν, ως η φωνή της κουκουβάγιας.

— Βάλε και τη σούβλα· βάλε και το κουδούνι!

Ω! καλλίτερον να μη ζήση να ίδη και άλλην μίαν τοιαύτην ημέραν.

Ευτυχώς η Σμαράγδω, η κουμπάρα της Γαλανής, ήξευρε το γίτιο. Έρριψε τρία ανημμένα κάρβουνα εις ένα ξυλοκάνατο, πλήρες πηγαίου και καθαρού νερού, είπεν ολίγα λόγια, το εσταύρωσε τρίς κι επότισε μ’ αυτό τας κατσίκας. Τόρα το γάλα των επέστρεψε· τα κατσικάκια έπιασαν πάλιν το μαστάρι κι εσώθησαν. Η γρηά ήτο ήσυχος, ησυχωτάτη ήδη. Ο Μάρτης επέρασε· τα κατσίκια έπιασαν το βυζί· τι είχε πλέον να φοβηθή;

Αλλ’ ενώ ταύτα εσκέπτετο και ύψωνε τους οφθαλμούς της θριαμβευτικώς, ως άνθρωπος διαφυγών μέγαν κίνδυνον, τον οποίον ενόμιζε πρότερον αναπόφευκτον, βλέπει έξαφνα τον ουρανόν σκεπασμένον υπό μαύρον, κατάμαυρον μανδύαν νεφών. Αστραπή διαδέχεται την αστραπήν, βροντή την βροντήν και πριν προφθάση να εγερθή της θέσεως της, χάλαζα παχεία μετά σφοδρού ανέμου αποκρύπτουν τα πέριξ από τους οφθαλμούς της. Τρέχει η γρηά με λαχτάραν να συνάξη τα κατσίκια και της κατσίκες εις το μανδρί, η χάλαζα την μαστίζει κατά πρόσωπον, ο άνεμος της εμποδίζει τας κινήσεις και τότε πλήρης αγανακτήσεως, φωνάζει με όλην της την καρδιά:

— Στην πομπή σου, γερω-Μάρτη· τα κατσικάκια μου τ' ανάστησα!... δε σ' έχω ανάγκη.

Γ’

— Στην πομπή μου! ακούς στην πομπή μου! εμένα στην πομπή μου, παληόγρηα;…

Μόνος,, κατάμονος εντός, του σπηλαίου ο γερω-Μάρτης εξηκολούθει ακόμη να κλαίη και θωπεύων διά της χειρός τας πληγάς του, να παρατηρή μετά βαθείας θλίψεως το βαρέλι, το μόνον αίτιον των παθημάτων του. Αλλά μόλις ήχουσε την κατ' αυτού ύβριν της γρηα-Γαλανής εξηγέρθη όλος, ύψωσεν υπερηφάνως την κεφαλήν, συνήλθεν ευθύς εκ της μέθης του και με τρέμοντα εκ της οργής χείλη επανέλαβε:

— Στην πομπή μου! ακούς στην πομπή μου! εμένα στην πομπή μου, παληόγρηα;

Ο Μάρτης είνε πολύ υπερήφανος μην· δεν ήτο δυνατόν ν' ανεχθή αυτός τοιαύτην ύβριν και μάλιστα από μίαν παληόγρηαν εκεί, η οποία πριν έτρεμεν ακούουσα το όνομά του· ήτο φοβερόν! Και ο αγέρωχος μην, ήρχισε να ζητή μέσον εκδικήσεως, ενώ χάλαζα ογκώδης μετά σφοδρού ανέμου εξηκολούθει δεικνύουσα εις τους ανθρώπους την οργήν αυτού, πάντες δε εψιθύριζον με απορίαν:

— Να ο γερω-Μάρτης· τώλπιζες τώρα στα υστερνά του να φερθή έτσι;

Αλλά δεν ανησύχουν και πολύ. Ο άνθρωπος έχει προ αυτού το μέλλον και τείνει προς αυτό, ως η βελόνη προς τον μαγνήτην· επειδή δε πάντοτε ελπίζει αυτό καλλίτερον, λησμονεί ευκόλως τας πικρίας του παρόντος. Αύριον θα ήρχετο ο χαριέστατος Απρίλης με τα πολλά λουλούδια, τον δροσερόν καιρόν, τας καλοκαιρινάς ημέρας. Τι καλός, τι αγαπητός μην αυτός ο Απρίλης! ποτέ δεν σκυθρωπάζει το ήρεμον πρόσωπόν του… Και με την ιδέαν αυτήν ελησμόνουν παντελώς τον Μάρτην, ως οι ναύται τον Αϊ-Νικόλα μετά την θύελλαν, και τινες μάλιστα ωμίλουν περί αυτού περιφρονητικώς.

Ο Μάρτης ωμοίαζεν ήδη θεότητα, εκπεσούσαν αίφνης του στυλοβάτου της· ήτο Ζευς μ' εσκωριασμένους και αχρήστους κεραυνούς. Αίολος μη δυνάμενος ν ανοίξη τας δικλείδας του χαλκού άντρου, να εκχύση τους ανέμους και τας θυέλλας και ν' αναστατώση το Σύμπαν. Εννόει και αυτός ότι μετ' ολίγας ώρας ήτο αδύνατον να φέρη το ποθούμενον αποτέλεσμα. Τι να πράξη όμως; Σήμερον έληγεν η επί της γης εξουσία του· αύριον εκών άκων έπρεπε να παραχωρήση την θέσιν του εις άλλον. Θ' άφινεν ούτω την γρηάν ατιμώρητον· την εκδίκησίν του ανεκτέλεστον. Και τότε ποίος θα εφοβείτο πλέον αυτόν, ποίος θα εσέβετο τ' όνομά του;! Όχι. Εξ άπαντος έπρεπε να τιμωρηθή η γριά.

Ο Μάρτης ευρίσκετο εις σφοδράν ψυχολογικήν κατάστασιν, ως εκθρονισθείσα Μεγαλειότης, αφήσασα ανεκπληρώτους τους πόθους και τους σκοπούς της. Ενώ δ’ εβασάνιζε τον νουν προς εξεύρεσιν καταλλήλου μέσου διά την εκδίκησίν του, εφάνη προκύπτων από μιάς του σπηλαίου σχισμής ο Φλεβάρης δειλώς.

Ο Φλεβάρης είνε μην μεσήλιξ, υψηλός, εύρωστος, με μακράν υπόλευκον γενειάδα και κόμην άφθονον, καταπίπτουσαν ατάκτως επί των ώμων του. Φορεί το γαλάζιο σεγούνι και το λευκόν μάλλινον σωπάνι, απαραίτητα ενδύματα του γεωργού των χωρίων. Αι χείρες αυτού είνε τυλώδεις από το άροτρον και την βουκέντραν, τ' αγαπητά του εργαλεία, διά του ενός των οποίων αροτριά την γην, ενώ διά του ετέρου κεντά τους απειθείς και πυρίπνοας βους του. Αι έξεις αυτού και ο χαρακτήρ είνε ήρεμοι και γλυκείς, οποίας δύναται να διαπλάση ζωή αγροδίαιτος, η δε φωνή του τραχεία και διακοπτομένη ως ο τρυγμός ο παραγόμενος κατά την πρώτον αροτρίωσιν του αγρού, ότε το υννίον χωρεί διά μέσου της γης και των ριζών της ακάνθης. Υπό το κατηφές και ρυτιδωμένον μέτωπόν του, ως υπό μέτωπον αληθούς γεωργού, φαίνεται υπολανθάνουσα ποια τις διαύγεια και αγαθότης ψυχής· εκεί αντικατοπτρίζονται όλαι αυτού αι ημέραι, αι οποίαι όσον και αν είνε θυελλώδεις, υπενθυμίζουν μόλα ταύτα το θάλπος του καλοκαιριού:

Ο Φλεβάρης ποτέ δεν θέλει να έρχηται εις διαπληκτισμούς με τους άλλους μήνας. Τούτο προέρχεται εκ του ηπίου και αγαθού χαρακτήρος του, αν και αι κακαί γλώσσαι λέγουν ότι είνε φύσει δειλός. Μ’ όλα ταύτα παρασυρθείς, φαίνεται υπό των άλλων μηνών και υπό του πάθους του, εφιλοδώρησε και αυτός ολίγα γρονθοκοπήματα εις τον Μάρτην. Αλλά μόλις εξήλθον του σπηλαίου οι μήνες, ήρχισαν να σκέπτωνται τα επακόλουθα της πράξεώς των εκείνης. Ο Μάρτης είνε ισχυρός και δυνατός μεταξύ των λοιπών συναδέλφων του, ως ο Ζευς μεταξύ των Ολυμπίων. Δεν παρέλαβε μεν την εξουσίαν εκ γενεαλογικής τίνος αιτίας, ως εκείνος, αλλ’ απέκτησεν αυτήν διά μόνου του βραχίονός του, περί της ισχύος του οποίου έχουν λάβει ακριβή γνώσιν όλοι οι μήνες δυστυχώς. Είνε δε και υπερήφανος· ώστε ήτο υπερβέβαιον ότι δεν θ’ άφινε να παρέλθη ατιμωρητί η προσβολή, την οποίαν έπαθεν από αυτούς. Μετ' ολίγον μόλις συνέλθη της μέθης του θα ζητήση εξόφλησιν του λογαριασμού και αλλοίμονον εις αυτούς! Όθεν οι μήνες ήσαν εις μεγάλην ανησυχίαν· ήρχισαν να επιρρίπτουν κατ' αλλήλων την ευθύνην κι έκαστος εζήτει μέσον όπως αποσυρθή της δυσχερούς θέσεως, εις την οποίαν επεριπλέχθη εξ απερισκεψίας.

— Εγώ το είπα, δεν ήταν καλό να τον βαρέσουμε, έλεγεν ο εις.

— Εγώ δεν βάρεσα καθόλου, εδικαιολογείτο ο άλλος.

— Ναι, εσύ έδωκες την γροθιά που τώπρησες το μέτωπο.

— Μη βάνεις εκείνη· κάποιος με εσκούντησεν από πίσω… Εμένα ο Μάρτης είνε φίλος μου.

Ο Απόστολος Πέτρος δεν ηρνήθη τόσον εντόνως την γνωριμίαν του Ιησού προ της ωραίας Ιουδαίας, όσον οι μήνες την συμμετοχήν των εις την κατά του Μάρτη επίθεσιν προ του ίσκιου του, προ του ονόματός του μόνον. Από τας αρνήσεις έφθασαν εις αντεγκλήσεις, εις προπηλακισμούς και μετ' ολίγον όλοι επαρουσιάσθησαν με αναπεπταμένην σημαίαν, ως παλαιοί και στενοί— τινές μάλιστα— ως οι εξ απορρήτων φίλοι του Μάρτη κι εχθροί αλλήλων.

— Εμένα δεν μ' έμελε· καλά έκαμε και το ’πιε· είπε σοβαρώς ο Φλεβάρης.

Και αποχωρισθείς του ομίλου, έσπευσε πρώτος να συμφιλιωθή με τον φοβερόν συνάδελφόν του. Αλλά μόλις τον είδε συνωφρυωμένον, εδειλίασε· ρίγος διέδραμε το σώμα του και άρχισε να μετανοή διότι εισήλθεν εις το σπήλαιον, ήλθε μόνος του να ριφθή εις το στόμα του λύκου. Δεν ήτο όμως δυνατόν να πράξη άλλως· αν έφευγε θα εδυσχέραινε περισσότερον την θέσιν του· έλαβε λοιπόν απόφασιν κι επλησίασε προς τον Μάρτην ταπεινώς.

— Γεια, χαρά σου! εψιθύρισε δειλώς.

— Καλώς τον.

Ο Φλεβάρης έλαβε θάρρος. Ο Μάρτης του ωμίλησε με τόσην γλυκύτητα φωνής, με τόσον ήπιον τρόπον, ως άνθρωπος ο οποίος έχει ρίψει μακράν απ’ αυτού τα μίση και τα πάθη και σκέπτεται μόνον διά την σωτηρίαν της ψυχής του. Πας άλλος εκτός του Φλεβάρη, γνωρίζων τον πανούργον αυτού χαρακτήρα, θα εμάντευεν ότι υπό την επίπλαστον εκείνην αγαθότητα εκρύπτετο κάτι τι σοβαρόν δι' αυτόν. Αλλ’ ούτος, ο οποίος συνείθισε να βλέπη τα πράγματα υπό την απλουστάτην αυτών μορφήν, ως φαίνονται εξωτερικώς, επίστευσεν εις την γαλήνην εκείνην και ηθέλησε να ωφεληθή της περιστάσεως· τώρα, ότε τον εύρεν εις την καλήν του, να λάβη και την συγχώρησιν.

— Καϋμένε Μάρτη, είπε μ' επίπλαστον συμπάθειαν· σώκαμα ένα κακό σήμερα χωρίς να θέλω.

Ο Μάρτης εμειδίασε πονηρώς.

— Τι κακό; ηρώτησε με απορίαν.

— Δεν το θυμάσαι; με το κρασί… μα δεν φταίω εγώ… οι άλλοι……

Η φωνή του ήτο τραχεία και υποτρέμουσα. Ενώ ωμίλει παρετήρει συγχρόνως εις τους οφθαλμούς του συντρόφου του, αναμένων να ίδη δι' αυτών την τύχην, η οποία τον επερίμενεν.

— Α! τις ξυλιές! είπεν ο Μάρτης αδιαφόρως· μπα, δεν βαριέσαι· είχατε δίκιο· σας έπια το κρασί…

— Ας το ’πιες· εμέ δεν μ' έμελε…. οι άλλοι…

— Δεν είνε τίποτε· περασμένα ξεχασμένα.

Ο Φλεβάρης εθαύμαζεν. Ήτο αυτός ο φοβερός Μάρτης, που εις το παραμικρόν εγίνετο σκυλί· που δεν εχάριζεν ούτε εις την μάνα του λόγο; Δεν ηδύνατο να πιστεύση τους οφθαλμούς του. Αλλ’ επειδή ο Φλεβάρης εδόξαζεν ότι όλα τα πράγματα μεταβάλλονται εις τον κόσμον αυτόν, συνεπέρανεν επί τέλους ότι και ο χαρακτήρ του Μάρτη μετεβλήθη.

— Να σου ειπώ· πίνεις; ηρώτησε μετ' ολίγον ο Μάρτης.

Ο Φλεβάρης εξίστατο, τα έχανε. Τι αγαθή ψυχή; Τι καλή καρδιά! Συμμετέσχε και αυτός της προσβολής, έδωσε και αυτός ένα χέρι και όχι μόνον δεν εθύμωνε, δεν εζήτει εκδίκησιν ο Μάρτης, αλλ’ αναγνωρίζων το δίκαιόν του επροσφέρετο να τον κεράση κι' όλα… Βεβαίως εάν και οι μήνες ήσαν θνητοί, ως οι άνθρωποι, ο Μάρτης θα επήγαινε με τα παπούτσια εις τον Παράδεισον.

Κι ενώ ταύτα εσκέπτετο, έστρεψε πέριξ αναζητών διά του βλέμματος το μέρος, όπου ήτο δυνατόν να υπάρχη οίνος, ως ο διψών αναζητεί την πηγήν, και:

— Ακούς τι λέει· αρκεί να βρίσκεται· είπε λείχων ευχαρίστως τα χείλη.

— Κάτι βρίσκεται, μα θέλει σήκωμα το βαρέλι.

— Εμπρός!….·

Ο Φλεβάρης είνε δυσκίνητος, οκνός, ως τον λέγουν οι συνάδελφοί του, αλλά χάριν, του οίνου επήδησεν επί του βαρελίου μ' ευκολίαν. Ο Φλεβάρης, ειδήμων όσον και ο σύντροφός του των απαιτήσεων του οινοπωλείου, εκάθησεν ιππαστί επί των ευρέων νώτων του βαρελίου όπως πρεσθέση το βάρος του σώματός του, διότι άλλως ηδύνατο να κινηθή αποτόμως και θολώση ο οίνος.

Ο Μάρτης μετά τούτο ύψωσεν ουχί μετά πολλού κόπου εκ των όπισθεν διά της μιας χειρός το βαρέλι κι έθεσε κάτω αυτού, ως προσέρεισμα ογκώδη κορμόν δένδρου. Ούτω το βαρέλι έμεινε κλίνον προς τα πρόσω, ως ελέφας κύπτων από της όχθης να ποτισθή εις τον ποταμόν.

Μετά μικρόν οι δύο μήνες, κατάχαμα επί του εδάφους καθήμενοι, μετά πολλού ζήλου προσεπάθουν διά μεγάλου ξυλίνου ποτηρίου να μεταγγίσουν το περιεχόμενο του βαρελίου εις την κοιλίαν των. Έπινον ήσυχοι, σιωπηλοί, κύπτοντες μετά βαθείας προσοχής προ αυτών. Ο Φλεβάρης κατ' εξοχήν εκάθητο εκεί παρακολουθών με βλέμμα πυρώδες τας κινήσεις της χειρός του Μάρτη, έτοιμος να λάβη το προσφερόμενον εις αυτόν ποτήριον. Μόνον οσάκις εσκέπτετο την προσβολήν του Μάρτη, ερρίγει μήπως ο φοβερός εκείνος σύντροφος, ερεθισθείς αίφνης μ' ένα γρονθοκόπημα τον ρίψη ως ασκόν επί του εδάφους και η βραχνή φωνή του διέκοπτε την ηρεμίαν του σπηλαίου.

— Ξέρεις, δεν έφταια εγώ… οι άλλοι. Τότε και ο Μάρτης επρόσθετε με αδιαφορίαν:

— Μπα, δεν βαρειέσαι· περασμένα ξεχασμένα. Κι επανελάμβανον ήσυχοι το έργον των. Ο Μάρτης εφαίνετο ότι είχε παντελώς λησμονήσει και την ύβριν της γρηα-Γαλανής και την προσβολήν των συναδέλφων του. Ήτο υπέρ το δέον ομιλητικός, φιλόφρων, ως κομματάρχης προσπαθών να φέρη εις τα νερά του τον σύντροφόν του· ενώ δε αυτός σπανίως έπινε, επρόσφερεν αδιακόπως το ποτήριον γεμάτο εις τον Φλεβάρην, όστις διά να μη προσβάλη τον σύντροφόν του, ουδέποτε ηρνείτο. Μετ' ολίγον το πρόσωπόν του έγεινε κατακόκκινον, οι οφθαλμοί του ήρχισαν να σμικρύνωνται.

— Θα τραγουδήσουμε; είπεν εις τον Μάρτην.

— Ναι, πιε και τούτο.

Ο Φλεβάρης εκένωσε και το ποτήριον εκείνο και άλλα ακόμη με όσην ευκολίαν τα εγέμιζεν ο σύντροφός του. Έπειτα, κλίνων τον κορμόν του σώματός του εις τα οπίσω και φέρων αντάμικα μέχρι του αριστερού οφθαλμού το μαύρον φέσι, με το κυανούν τσεγρέκι, ήρχισε με φωνήν σταθεράν και καθαράν, την βλαχικήν προφοράν μιμούμενος, να τραγωδή ενώ το σώμα του ήτο εις αδιάκοπον κίνησιν.

—Πέθαν' ο βλάχος πέθανε κι αφίνει σ' όλα διάτα,

αφίνει τη τζομάκα του στην εκκλησιά λαμπάδα·

αφίνει την τσαντίλα του ποδιά για την εικόνα

και την τρανή κομπλίτσα του να κρεμαστή καντήλα·

αφίνει και την τσέργα του για τον παπά φελόνι·

κι αυτή τη μαύρη λιάρα του σάκκο για το δεσπότη…

Το βλάχικον τούτο τραγούδι επροξένησε μεγάλην εντύπωσιν εις τον Μάρτην. Εφηρμόζετο πιστά, πιστότατα εις τον θάνατον του γερω-Γκόρα· ήτο ακριβής έκθεσις της διαθήκης του. Ο Μάρτης εμειδίασε χαιρεκάκως ενθυμηθείς την γρηα-Γαλανήν. Επειδή δε ανέμενε την κατάστασιν αυτήν του Φλεβάρη, όστις με δύο τρία ποτήρια ακόμη θα έπιπτεν αμέσως από της ευθυμίας εις τελείαν μέθην, εις αποκτήνωσιν, έπαυσε να τον κερνά και είπε:

— Εγώ, ξέρεις πώς σ' αγαπώ· σαν τα μάτια μου.

— Μα κι εγώ· δεν μπορείς νάχης παράπονο.

— Όχι· και είδες ζήλια που την έχουν οι άλλοι; όλο να μας βάνουν σε διχόνοια θέλουν.

— Ναι· μάλιστα εκείνος ο Απρίλης! εγώ δεν τον χωνεύω· αν ήταν τρόπος να φύγη από πάνω μας.

Ο Μάρτης εμειδίασε πονηρώς. Εγνώριζε καλώς ότι ο Φλεβάρης δεν ηυχαριστείτο καθόλου να βλέπη τον Απρίλην, διότι ευθύς ενθυμείτο εποχήν, κατά την οποίαν έπαθεν ό,τι ο Ήφαιστος από τον Άρην, ήτο δε βέβαιον ότι ήθελε μεγάλως ευχαριστηθή αν απεπέμπετο καθ' ολοκληρίαν της συντροφιάς των.

— Α! δε μπορεί, είπε· δώδεκα κι η βάρκα γέρνει· ούτ' ένας λιγώτερος ούτε περισσότερος… Αλλά μπορούμε να του κάνωμε έν' άλλο.

— Σαν τι;

— Να τον κάνωμε να σκάση. Ο Φλεβάρης ηυχαριστείτο.

— Α! για λέγε· είπεν ανυπομόνως.

— Σήμερα τελειόν' η διορία μου και αύριο έρχετ' εκείνος· να μου δανείσης δυο ημέρες να τον δυσκολέψουμε.

Ο Φλεβάρης έκυψε την κεφαλήν. Οι μήνες αγαπούν τας ημέρας των, ως ο φιλάργυρος τα χρήματά του. Έπειτα ουδέποτε είχεν ακούσει να δανείζουν ημέρας οι μήνες· έπειτα, δεν είχε και πεποίθησιν αν ο Μάρτης ήτο άξιος εμπιστοσύνης.

— Λοιπόν μου της δίνεις; είπεν ο Μάρτης, διακόπτων τας σκέψεις του· θα τον προσβάλουμε όσο δεν του πρέπει.

Αυτό ήθελε και ο Φλεβάρης. Να ετοιμασθή ο Απρίλης, να στολισθή, να πάγη να λάβη την θέσιν του και να εύρη επ' αυτής άλλον! θα επέστρεφε τότε καταλυπημένος, κατεντροπιασμένος, θα εγίνετο ο περίγελως των άλλων μηνών και αυτός θα εχαίρετο, θα εξεδικείτο… Ναι, ήτο πολύ ευχάριστον τούτο, πολύ καλόν αλλά να δώση τας ημέρας του!...

— Δεν μπορεί να γίνη αλληώς; εψιθύρισε μετά δειλίας και αποθαρρύνσεως.

Ο Μάρτης εσκέφθη ολίγον.

— Αλληώς; δεν μπορεί αλληώς· χρειάζονται δυο ημέρες.

— Στης δίνω· είπεν αποφασιστικώς ο Φλεβάρης.

— Μα της χειρότερες· με χαλάζι και βροχή.

— Ναι· με χαλάζι και βροχή.

Δ’

Ο Μάρτης εθριάμβευεν. Είχε τέλος δύο ημέρας, δύο ημερόνυκτα γεμάτα χαλάζης και βροχής, τα μόνα κατάλληλα μέσα διά να εκδικηθή την γρηα-Γαλανήν. Πλήρης χαράς, πλήρης υπερηφάνειας, ως άνθρωπος, όστις έχει τα μέσα να επιβληθή και να κατασταθή σεβαστός εις τους άλλους, εξήλθε θριαριβεύων του σπηλαίου.

Η χάλαζα εν τούτοις εξηκολούθει ραγδαία και αδιάκοπος· παχεία ως κάρυον, έπιπτε κροτούσα επί των πόλεων και των χωρίων, επί των φυτειών και των σπαρτών και των δένδρων, προ πάντων όμως πυκνή, πυκνοτάτη επί του λόφου και της καλύβας της γρηα-Γαλανής.

Εβράχη, ως και η γλώσσα της πτωχής μέχρις ου δυνηθή να βάλη εις το μαντρί τα κατσίκια, και τας κατσίκας της. Ότε δε ηθέλησε να καταφύγη εις την καλύβαν της, εύρεν αυτήν αδύνατον να κρατήση τον φοβερόν εκείνον όλεθρον. Καταιμωδιασμένη, απηλπισμένη, κροτούσα τους οδόντας εκ του ψύχους, έχουσα τον βόρβορον υπό τους πόδας της και την χάλαζαν άνω της κεφαλής της, μη ευρίσκουσα αλλού προφύλαξιν, εισήλθεν υπό μικρόν λέβητα, εντός του οποίου άλλοτε, κατά τας ευτυχείς ημέρας της, έβραζε το γάλα των κατσικών, το οποίον μετεποίει εις τυρόν ή γιαγούρτι. Η ανεψιά της έλειπε μετά της κουμπάρας της της Σμαράγδως, ώστε ηδύνατο κάπως να οικονομηθή υπ' αυτό μέχρις ου παρέλθη εκείνο το κακό, η κοσμοχαλασά.

Αλλ’ η κοσμοχαλασά δεν παρήρχετο· ο όμβρος εγίνετο σφοδρότερος από λεπτού εις λεπτόν. Και ούτω επέρασαν τα δύο ημερόνυκτα. Ότε δε ο Απρίλης ήλθε και αποκατέστη η γαλήνη της φύσεως, η καλύβα και το μανδρί της γρηάς είχον καταπλακωθή υπό παχύτατον στρώμα χαλάζης, επί του οποίου μυρία πολύχροα πρίσματα εσχημάτιζον αι ακτίνες του ηλίου…

Ο Μάρτης ότε είδε τελειωμένην την εκδίκησίν του, περιχαρής και θριαμβεύων εισήλθεν εις το σπήλαιον.

— Έλα, γέροντά μου· δος μου της μέρες μου πίσω· είπεν ο Φλεβάρης μειδιών.

Ούτος παρετήρησεν αυτόν με άγριον βλέμμα προξενήσαν ρίγος εις τον πτωχόν μήνα.

— Τι μέρες; είπε τραχέως· εκείναις είνε ημέρες της Γρηάς.

1886

 

αρχή

 

επιστροφή στα Κείμενα Μαζί

Αρχική σελίδα Κείιμενα