ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 

ΓΕΡΑΚΑΣ

 

Χύθηκε τρελοβοριάς στο πέλαγο, σήκωσε μεσουρανίς το κύμα. Αφροί κάτασπροι απλώνουνται ολούθε· βουνά ψηλώνουν και ανοίγουν άβυσσοι. Αθέμελο το νερό, άβουλο, στου ανέμου το θέλημα παραδομένο, κλωθογυρίζει μέσα στα νησιά, δέρνεται και στενάζει επάνω στα χάλαρα, φεύγει στη νοτιά με γοργά πηδήματα. Οι στεριές γύρω, οι κάβοι, οι κόρφοι στέκουν αφροζωσμένοι και αχνομέτωποι. Ψηλά δεν έχει σύγνεφα ο ουρανός· τα σάρωσε ο άνεμος. Κάτω δεν έχει πλεούμενα η θάλασσα· τα έκλεισε ο φόβος στα λιμάνια. Ο ήλιος μονάχος  γοργογυρίζει ψηλά και κάτω αρμενίζει το τρεχαντήρι του Βαλμά, της λύσσας και της φρίκης μοναχικό ανάμπαιγμα. Δεν τον τρομάζει το βοριά, δεν το ψηφά το κύμα. Έχει πισσαλειμμένο το σκαφίδι του· έχει σκαρμούς από πρινάρι, κατάρτια ελάτινα, πανιά και άρμενα γερά. Κι έχει για καπετάνιο δράκο της θάλασσας· έχει για ναύτη του δράκου τον υγιό· έχει ναυτόπουλο ένα κλαψιάρικο παιδί. Θυμώνει ξεθυμώνει ο ναύτης· βλαστημά και μάχεται ο καπετάνιος. Και το ξύλο λεβέντικο φεύγει και χάνεται απάνω στο νερό, που σηκώνεται πύργος να του φράξει το δρόμο, που απλώνει πλοκάμια να το σύρει στους βυθούς. 

- Ε, μωρέ παιδί· πιάσε καλά το τιμόνι και κυβέρνα το άφοβα· λέει ο καπετάνιος στο ναύτη του. Εγώ νυστάζω και πάω να κοιμηθώ. Στο λιμάνι σαν φτάσεις, με ξυπνάς.

- Καλά, πατέρα· πήγαινε κι έννοια σου.

Μικρός βγήκε ο Βαλμάς απ’ το νησί και γύρισε πενηντάρης, με άσπρα μαλλιά στο κεφάλι, με το Γιώργη δεκαοχτώ χρονών και με το ξύλο φρεσκοχτισμένο και πισσαλειμμένο, λυγερό και καλοθάλασσο. Μα τι έγινε τόσον καιρό; Πού πήγε, πού στάθηκε, πώς βρήκε το παιδί, πώς απόχτησε το τρεχαντήρι; κανείς δεν έμαθε ποτέ.

- Το παιδί μου! έλεγε· το τρεχαντήρι μου· τίποτ’ άλλο. Και αν θάρρευε κανένας γέροντας, κάποια γριά και τον ρωτούσε κατά πού πέρασε τη ζωή του, σούφρωνε τα φρύδια, το χέρι άπλωνε κι έλεγε αόριστα και μυστικά:

- Πέρα κάτω· στην Άσπρη θάλασσα.

Μα η Άσπρη θάλασσα είναι μεγάλη. Αρχίζει από το Γιβραλτάρι και φτάνει στη Συρία. Σε ποιο μέρος της Άσπρης ήταν ο Βαλμάς; Άρχισαν οι νησιώτες, άντρες και γυναίκες, να δαιμονίζονται. Με τη φαντασία ψαχούλευαν κάθε νησί της, κάθε χωριό, κάθε μαχαλά· έπιαναν κάθε ξενοπάτη και τον ξετάζανε:

- Μπρε καλέ μου, μπρε άρχοντα! Ένας ψηλός, ένας λιγνός, ένας αρχάγγελος, ο καπετάν Βαλμάς, μη στάθηκε στο νησί σας; μην παντρεύτηκε, μην έκαμε παιδί, που το λένε Γιώργη; μην απόχτησε ένα τρεχαντήρι, το «Μπιούτη»;

- Όχι· όχι· δεν τον είδαμε, δεν τον ακούσαμε· όχι!

Οι νησιώτες άφρισαν: Μωρέ διάβολε! Και βελόνι να ήταν κάπου θα βρόνταε. Τέλος γυρεύοντας εδώ και κει, πες ο ένας το κοντό του κι ο άλλος το μακρύ του, έπλεξαν την ιστορία του. Ναι· ο καπετάν Βαλμάς λέει πως πήγε στην Άσπρη θάλασσα. Πήγε στην Αμέρικα. Εκεί παντρεύτηκε με μιαν Αμερικάνα ιδιότροπη, που του γέννησε το παιδί. Έπειτα η Αμερικάνα πέθανε ή του έφυγε ή και τη σκότωσε – είχε δα και στο βλέμμα κατιτί άγριο σαν του φονιά. – Λοιπόν τη σκότωσε. Αγόρασε το ξύλο. Μπα! αυτός ν’ αγοράσει; αυτός να δουλέψει; Να, σε κάποιο κόρφο το βρήκε αραγμένο, πήδηξε μέσα τη νύχτα, σκότωσε τον καραβοκύρη με το λάζο του – είχε δα κι ένα φοβερό λάζο! - έβαλε μέσα το παιδί του και γύρισε στο νησί. Τ’ όνομα του τρεχαντηριού δεν ήταν άλλο παρά τ’ όνομα που είχε η Αμερικάνα. Παράξενη γυναίκα, παράξενο και τ’ όνομά της. Έτσι τα κομπόδεσαν και ησύχασαν όλοι τους.

Ο καπετάν Βαλμάς έφερε και μετρητά στην πατρίδα. Ήβρε το πατρικό του χάλασμα, τον κήπο χέρσο· την οικογένειά του ξεκληρισμένη. Μονάχα το σπίτι διόρθωσε για να ξεχειμάζει. Ούτε κήπο φρόντισε ούτε άλλο τίποτα. Ρίχτηκε στη δουλειά. Ταξίδευε σερμαγιά· καπετάνιος και φορτωτής μαζί. Από το νησί στον Πειραιά· από τον Πειραιά στα Δαρδανέλια· από τα Δαρδανέλια πίσω στα Ροδονήσια· και πάλε πίσω στον Πειραιά· πίσω πάλε στο νησί του. Και δεν είχε άλλον μέσα στο τρεχαντήρι. Αυτός και ο γιος του και ο Ρουφογάλης, ένας σκύλος μαλλιαρός, αγριομούτσουνος και φωνακλάς. Είχε και το ναυτόπουλο για να τους κάνει τις δουλειές. Τίποτ’ άλλο.

Μα ούτε κι αγάπη είχε άλλη ο Βαλμάς από τις δυο, τις πρώτες του: το τρεχαντήρι και το παιδί του. Ένα σχοινάκι να κοβότανε από το ξύλο, ήταν καλός να χαλάσει κόσμο. Κεφάλι να έλεγε το παιδί πως του πονεί, έκλαιγε σα γυναίκα. Το τρεχαντήρι σε κάθε λιμάνι το έβαφε, το στόλιζε, το γλυκοκοίταζε σαν καλός καβαλάρης το άλογό του· πολλές φορές άνοιγε κουβέντα μαζί του. Το παιδί κάθε βράδυ στα γόνατα το έπαιρνε, το κύλαε, το ψηλαφούσε στα ξανθόσγουρα μαλλιά, το φιλούσε παθητικά σαν ερωμένη.

- Παιδί μου – Μπιούτη μου! τρυφεροψιθύριζε.

Τόσο τα είχε σφιχτά στην αγάπη του, που δεν ήξερε καλά καλά ποιο ήταν το παιδί και ποιο το ξύλο του.

Τώρα όμως ξένοιαστος ροχάλιζε στο κρεβάτι του ο καπετάν Βαλμάς. Είχε μαζί και τα δύο. Το παιδί καθότανε στοιχειό στο τιμόνι· το τρεχαντήρι έφευγε στα κύματα. Δεν τον τρομάζει το βοριά, δεν το ψηφά το κύμα. Αλλά και κείνα δεν το ψηφούν, το καρυδόφλουδο. Κοντάρια πέφτει ο άνεμος από ψηλά, μεστώνει τα πανιά, σχοινιά λυγίζει, τα κατάρτια σκουντά· τρώγει τους μακαράδες και τα σίδερα στο πεταχτό διάβα του. Φύλλο περνά, φύλλο πλακώνει, άλλο φύλλο αρματώνεται στο άπειρο. Και κάτω το νερό δέρνεται και φουσκώνει, αφρίζει και μανίζει, εχθρός του εαυτού του. Ο ναύτης μάταια προσπαθεί να κρατήσει γραμμή τη σκάφη του. Ξεσχίζονται τ’ απάνω πανιά και φεύγουν ανεμοπαρμένα πούπουλα πέρα δώθε. Πλάνο το κύμα, αντί να σπρώξει δεξιά το τρεχαντήρι, αριστερά το πλαγιάζει, το παραδίνει στ’ ανοιχτά.

Το ναυτόπουλο αρχίζει πάλι τα κλάματα.

- Μωρέ Γιώργη, πού πάμε; χαθήκαμε! Άσε να ξυπνήσω τον καπετάνιο.

- Σκασμός, πούστη! Μη βγάλεις άχνα, γιατί σ’ έφαγα!

Ο ναύτης φιλότιμος δε θέλει να κράξει βοήθεια τον πατέρα του. Ναι, είναι καλός δουλευτής· δεν είναι όμως και πιδέξιος κυβερνήτης. Η ώρα θέλει χέρι δυνατό, μάτι και τέχνη. Αν ξύπναε ο καπετάν Βαλμάς, εύκολα θα έβαζε τη σκάφη στο δρόμο της. Μα ο Γιώργης δε θα τον ξυπνήσει ποτέ. – Τι άνεμο! λέει· δεν μπορώ να ταξιδέψω ένα σκαφίδι και γω!... Έδεσε το τιμόνι και άρχισε το ναυτόπουλο να μαζώνει τα πανιά! Μα ο καιρός τον κεφάλωσε. Μια σπηλιάδα έρχεται και κόβει το πρυμνιό κατάρτι στη μέση.

Με το βρόντο πετάχτηκε ο καπετάν Βαλμάς. Κοιτάζει, τι να ιδεί; Εμπρός κάπνιζε ο Καβομαλιάς. Ο πέτρινος ελέφαντας στη θάλασσα προυμουτισμένος τίναζε νεροστρόβιλους στ’ αστέρια. Μηδέ Τσιρίγο μηδέ Ηλοί ξεχώριζαν πουθενά. Άχνα το νερό τα σκέπαζε από άκρη σ’ άκρη. Το πρόσωπό του κιτρίνισε σα λεμόνι· τα μάτια του έσταζαν αίμα και χολή. Ασυλλόγιστα έφερε το χέρι στο στιλέτο.

- Βρε άθεε· αγριομίλησε· πού πας να μας πνίξεις!

- Με πήρε στο φτερό· δεν το κατάλαβα· ψιθύρισε άτολμα.

- Γιατί, μωρέ, δε με ξύπναες;

Ρίχνεται απάνω στο δοιάκι για να ορτσάρει· πού να ορτσάρει; Δεν είχε καιρό. Το όμορφο τρεχαντήρι έτρεχε δαιμονισμένα απάνω στη στεριά. Και κείνη, πέτρα μοναχή στεκότανε αντίκρυ, περιφρονώντας τα κύματα που βρουχιόνταν στα πόδια της και την ψυχή του καπετάνιου που λάχτιζε οργισμένη τα δασά στέρνα του. Τρικυμία στο γιαλό, τρικυμία και στο καράβι μέσα. Ρέκαζε η θάλασσα, ρέκαζε και ο καπετάν Βαλμάς. Κοίταζε εμπρός στη στεριά που πήγαινε αθέλητα με μάτι άγριο, λες κι έπασχε να την ανοίξει με το βλέμμα του· κοίταζε και το παιδί στο δοιάκι λουφασμένο σαν βροχοδαρμένο λαγουδάκι. Έδειχνε γροθιά στη στεριά, γροθιά στον άνεμο πίσω του· γροθιά στο κύμα που καβαλίκευε το ξύλο, κούρσευε το κατάστρωμα. Δυο φορές έσυρε το χέρι στο στιλέτο· πάλε το άφησε.

Ωχ θε μου! είπε βαρυστενάζοντας· πνίξε με να μην κριματίσω.

Άξαφνα όμως ο Γιώργης τινάχτηκε ολόρθος κι έπεσε απάνω στο τιμόνι με όλη του τη δύναμη. Κάποια ελπίδα μέσα του ανάτειλε· στο νου του κάποιο λιμάνι ήσυχο ζωγραφίστηκε. Στην άγρια πέτρα απάνω η ψυχή μάντεψε αγκαλιά καλόγνωμη. Το τρεχαντήρι διάβηκε από την Καβοκαμήλα, λόξεψε στον άνεμο κι έσυρε γραμμή καταπάνω στη στεριά.

- Τι κάνεις αυτού, μωρέ! εφώναξε ο καπετάνιος.

- Στο λιμάνι, πατέρα μου· εκεί είναι πόρτο.

- Τι πόρτο, άτιμε! τι λιμάνι μου λες; Νομίζεις πως θα με γελάσεις;

- Όχι, σου λέω, πατέρα· είναι πόρτο μπροστά μας.

Ο Βαλμάς δεν ήθελε να πιστέψει καθόλου. Απελπισμένος όμως έδραμε στο δοιάκι, έβαλε όλη του τη δύναμη. Μα τίποτε δεν ξεχωρίζει πουθενά. Η στεριά ψηλώνει ακόμη, πέτρα μονοκόμματη, άγρια σαν οστρακοντυμένος κολοσσός. Ούτε σχισμάδα δείχνει, ούτε λάκκωμα στις πλαγιές. Και το νερό ακούραστο αφροκοπανίζει τα πόδια της, πλένει τα και λευκαίνει, δούλος ταπεινός και μαζί εχθρός της θανάσιμος. Και το «Μπιούτη» ακράτητο φεύγει, σαν να το κράζει ποθητό φάντασμα. Δυο τρεις οργιές ακόμη και θα κουτρήσει στο μάρμαρο.

Τον καπετάν Βαλμά φριχτή τον δέρνει υποψία. Το παιδί του θέλει να παίξει με τη στερνή του ώρα! Τραγικό βλέπει εμπρός του όραμα: ξύλα μαδέρια το τρεχαντήρι στο βράχο και τ’ όνομά του ανάμπαιγμα στα χείλη των θαλασσινών. Δεν κρατήθηκε περισσότερο.

Έσυρε από τη ζώνη το στιλέτο και χύθηκε απάνω στην αγάπη του, την ώρα που το τσιμπούκι οργιά ήθελε να χωθεί στην πέτρα. Άρπαξε το Γιώργη από τα μαλλιά, πίσω γύρισε το κεφάλι του και το στιλέτο άστραψε στο φως της ημέρας. Μα την ίδια στιγμή κύμα θεόρατο καβάλησε την πρύμη, χώρισε το σφάχτη από το σφαχτάρι του.

Το τρεχαντήρι μ’ ένα τρέμουλο, σα να ήταν το ίδιο το σφαχτάρι, στάθηκε ακίνητο. Ούτε το κύμα το δέρνει, ούτε άνεμος πια. Λιμανάκι ολοστρόγγυλο με καταπράσινες πλαγιές, με σπιτάκια πασίχαρα, με κάστρου χαλάσματα ζερβόδεξα ανοίγει εμπρός στο θαλασσόδαρτο ξύλο.

Ο ήλιος βασιλεύοντας κατάραχα πορφυροβάφει στρωτό γυαλί τα νερά και καθρεφτίζει παράμορφα τα κουρέλια των πανιών, των αρμένων τα ξεσκλίδια, δίνει χαρά σε ψυχωμένα κι άψυχα. Ο Ρουφογάλης χαιρετά με τρανταχτά γαβγίσματα το περιγιάλι. Το ναυτόπουλο τραγουδά σκαρφαλώνοντας στο κατάρτι. Και πίσω από το κάσαρο, ταπεινός και περίλυπος ο καπετάν Βαλμάς, κρύβει το πρόσωπό του πάνω στο πανιασμένο στήθος του μοναχογιού.

Έτσι έμαθαν οι ναυτικοί το λιμάνι του Γέρακα.

 

 

 

*

***

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA