ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 

ΚΑΒΟΜΑΛΙΑΣ

 

 

Τι βοριάς και θρακιάς μου λέτε μένα!... Τι βοριάς και θρακιάς!... είπε ο Χούρχουλας κινώντας σοβαρά το κεφάλι. Άκου που σας λέω. Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι.

- Αμ ποιοι τις κάνουν;

- Ποιοι τις κάνουν; Εγώ να σας πω. Όχι, σου λέει, είναι χοντρός κάβος και χύνει το βουνό αέρα κι έρχεται ο θρακιάς από πάνω και βγάζουν αψάδα οι Βελανιδιώτισσες. Κολοκύθια! Μωρέ τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι…

- Μα ποιοι τις κάνουν, διάολε; πες μας το λοιπόν! φώναξε ανυπόμονα ο Αλέξης ο Σκιαθίτης, πάντα αράθυμος.

- Τις φουρτούνες του Καβομαλιά; Εγώ να σας πω· εγώ το ξέρω… Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι· εγώ να σας πω…

- Όχι· να μη μας πεις! τον έκοψε ξαφνικά ο Κώστας ο θερμαστής. Διάολε! κοντεύεις να μας βγάλεις την ψυχή με τον Καβομαλιά σου! Για κάβο τάχα θα τον περάσεις κι αυτόν, που τον κατάντησαν πουτάνα οι ψαρόβαρκες… Δε θέλουμε να μας πεις τίποτα!

Και γύρισε αλλού το πρόσωπο, δυσαρεστημένος τάχα, κι άρχισε να ψιθυρίζει κάτι στ’ αυτί του συντρόφου του με αγανάχτηση, σα να του έλεγε: «δεν υποφέρεται, βρε αδερφέ! δεν υποφέρεται!...» Ο Χούρχουλας πήρε το πράμα στα σοβαρά, κοίταξε τους άλλους, ηθέλησε να χαμογελάσει, και μη βρίσκοντας θαρρετή απάντηση, αναψοκοκκίνισε σαν παπαρούνα.

- Γιατί, ρε παιδί; τόλμησε μόλις να ρωτήσει το θερμαστή.

Ο Γιαννιός ο Χούρχουλας είχε τη μανία να διηγείται. Μόλις παρουσιαζόταν η παραμικρή ευκαιρία να καθίσει το πλήρωμα, έτοιμος ν’ αρχίσει τη διήγηση. Ποια διήγηση; Οποιαδήποτε. Δεν τον έμελε ούτε για την υπόθεση ούτε για το μάκρος της. Ούτε αν ήταν αστεία ούτε αν ήταν τραγική. Ούτε αν έβγαινε από τα ξάστερα νερά της αλήθειας ή από την ελεφαντένια πύλη των ονείρων και το χρυσόθρονο αίσθημα. Ούτε κι αν ήταν της ώρας φρόντιζε. Είχε πεποίθηση στον εαυτό του κι είχε τη δύναμη να βαμπακοστρώνει το δρόμο και να σέρνει σιγά κι ανάλαφρα τα πιο περασμένα στα τωρινά ή και να μεταφέρνει τους ακροατές του στις μουχλιασμένες θήκες των περασμένων. Κι είχε την τέχνη απάνω στην αλήθεια ν’ απλώνει τη μεταξωτή σκέπη του όνειρου και κάτω από τ’ όνειρο να θεμελιώνει την ύλη την αληθινή, τεχνίτης θαυμαστός, όπως ο μέγας ήλιος, που σύγκαιρα ιδανικεύει το πέτρινο βουνό και το ανεμόπλεχτο σύγνεφο. Κι έβρισκε πάντα τον τρόπο, κατά την περίσταση, να μακραίνει ή να πλαταίνει την υπόθεσή του, χωρίς ποτέ να την αφήνει τέρας των άλλων και σίχαμα. Όλα τα ήθελε ισόμετρα, ξάστερα και αρμονικά. Κι ήθελε μόνο να τον ακούει το πλήρωμα.

Οι ναύτες τον ήξεραν και διασκέδαζαν με τις αδυναμίες του. Πότε τον έδιωχναν τάχα από κοντά τους, πότε στην ώρα που διηγόταν άρχιζαν όλοι ομόφωνοι το βήχα· πότε έπιαναν φιλονικία και τον εσύγχυζαν και κάποτε έφευγαν ένας ένας και τον άφηναν ολομόναχο να λέει και να ακούει. Ο Γιαννιός φουρκιζόταν κι έβανε όρκο στης μάνας του τα κόκαλα, στη θάλασσα που αρμενίζει, να μη διηγηθεί πλια τίποτα. Όχι μόνο να μη τους διηγηθεί, αλλ’ ούτε και να τους μιλήσει· ούτε να τους κάμει συντροφιά ποτέ! Κι ήταν βέβαιος πως, άμα χάσουν τη συντροφιά του, τα διηγήματά του μάλιστα άμα στερηθούν, πάει, θα σκάσουν από το κακό τους. Δεν ήταν καταλαχάρης άνθρωπος ο Γιαννιός ούτε έλεγε λόγια του ανέμου!...

Μπορεί αυτή του η πεποίθηση να μην ήταν και καθόλου άδικη. Γιατί το πλήρωμα, μόλις τον έφερνε σε κείνη τη θέση, έπεφτε πάλι και τον προσκαλούσε κοντά του και τον παρακαλούσε να ξαναρχίσει, δίνοντάς του υπόσχεση πως θα τον ακούσει με προσοχή.

Κι ο Γιαννιός ασυνέριστος, ξέχανε τους όρκους και άρχιζε τη διήγηση δίχως χρονοτριβή. Συνήθιζε όμως πρώτα με λόγια μισοκομμένα να συσταίνει στους ακροατές του εκείνο που θα διηγηθεί. Τώρα, με τις πρώτες φωνές του θερμαστή και τον κρύο τρόπο των άλλων, ο Γιαννιός έχασε το θάρρος του. Οι συμφωνίες άργησαν να έρθουν κι αυτό τον απέλπιζε. Μα ξαφνικά πλησίασε ο μπαρμα-Γιώργης ο ναύκληρος, είδε την ψεύτικη κατσούφια που έδειχναν οι ναύτες, τη στεναχώρια του Γιαννιού και μάντεψε όλα.

- Σώπα ρε συ· είπε στον Κώστα με αυστηρή φωνή. Άσε το Γιαννιό να μας πει τίποτα.

- Ναι, έλα, Γιαννιέ, πες μας! είπαν παρακαλεστικά κι οι άλλοι ναύτες.

- Εγώ να σας πω, ναι· άρχισε αμέσως εκείνος ξαναβρίσκοντας την ευθυμία του· κι αν δε σας λέω αλήθεια, να τον έχω αντίδικο. Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν άνεμοι· τις κάνουν τα στοιχειά.

- Τα στοιχειά! μωρέ λόγο που μας είπες! φώναξε αναμπαιχτικά ο θερμαστής. Κι οι άνεμοι τάχα δεν είναι στοιχειά; Ο βοριάς δεν είναι στοιχειό που καταλεί πέντε στο φαγί και δέκα στην καθισιά του, και αν γεράσει δεν ταξιδεύεται! Η νοτιά δεν είναι σαν πουτάνα, που όσο γεράζει τόσο και ξετσιπώνεται! Ο σορόκος, ο γαρμπής, ο γρέγος, ο πουνέντες τι άλλο είναι παρά στοιχειά, που αναταράζουν τη θάλασσα και καταντούν σανίδια τα καμαρωτά πλεούμενα; Μωρέ, λόγο που μας τον είπε κι ο Γιαννιός!

Εκείνος γύρισε και τον είδε με βλέμμα παθιασμένο κι αδύνατο.

- Μα τι πειραχτήριο είσαι συ, δε μου λες; του είπε με παράπονο. Ποιος διάολος σ’ έφερε μέσα για τις αμαρτίες μου; Άσε ν’ ακούσεις πρώτα, μωρέ παλιόγυφτα! Τα στοιχειά του Καβομαλιά είναι ξωτικά. Όποιον ρωτήσεις στα Βάτικα, την ίδια ιστορία θα σου ειπεί. Είναι χρόνια τώρα· πάππου προς πάππου! Είδες όταν φτάνουμε ανάμεσα Τσιρίγου κι Αλαφονησιού, που φαίνονται κρεμασμένα στο βουνό τέσσερα πέντε χωριά; Είναι τα χωριά των Βατίκων. Κι από αυτά το Φαρακλό είναι το μεγαλύτερο. Εκείνα τα χρόνια ο πλουσιότερος και δυνατότερος μπέης των Βατίκων ήταν ο μπέης του Φαρακλού. Ο κάμπος κάτω ως την Πεζούλα – τη Νεάπολη να ειπούμε – ήταν δικός του. Το Καστράκι στο ρίζωμα εκείνος τ’ όριζε. Ακόμη και τα είκοσι τέσσερα μοναστήρια του Καβομαλιά πλήρωναν φόρο σε κείνον. Οι πύργοι του ακόμη σώζονται σπαρμένοι εδώ κι εκεί σ’ όλα τα κορφοβούνια από τον Αρχάγγελο ως τη Μοναβάσια. Μα καμιά φορά τα πλούτη και η δύναμη δε φέρνουν τη χαρά και την ανάπαψη.

Ο μπέης κι η μπέισσα είχαν οχιά τη λύπη που δεν αποχτούσαν ένα παιδί. Όσο μετρούσε το βιος του κείνος και το έβλεπε αμέτρητο, τόσο θλιβότανε που δεν ήξερε τον κληρονόμο του. Όσο έβλεπε κείνη τα ρούχα της, σαμούρια και λαχούρια, τα ολόχρυσα στολίδια της, τόσο στέναζε που δεν είχε μια κόρη να τα χαρεί και να τα ξανανιώσει. Κι όταν βράδυ έσμιγαν οι δυο τους στην κρεβάτα, πόσοι πόθοι και τι καημοί σεμνοφτέρωτοι γοργοπετούσαν γύρω στο πικραμένο το αντρόγυνο!

Τέλος, θες από το Θεό, θες από τα μαγικά της μπέισσας, απόχτησαν ένα παιδί· μια μπεοπούλα παρόμοια της Ηλιογέννητης. Οι γονείς της δεν είχαν πλια πού να κρύψουν τη χαρά τους, πώς να προφυλάξουν από κάθε κακό την ακριβή τους. Δεν πρόφτασε να γίνει δέκα χρονών κι άρχισαν τα προξενιά. Από το Μωριά, από τη Ρούμελη, την Έγριπο και την Αθήνα οι πλουσιότεροι κι αντρειότεροι μπέηδες κι αγάδες, έστειλαν πλούσια κανίσκια ν’ αρρεβωνιάσουν τη Γκιουλχανούμ. Αλλά ο μπέης, όταν αποφάσισε να την παντρέψει, δεν ήβρε καλύτερο από το Μωσά Μπαρδούνια, τον ξακουσμένο μπέη των Μπαρδουνοχωριών. Με κείνον την αρρεβώνιασε.

Αχ! κακό μάτι παράστεκε στη χαρά της άμοιρης. Δεν πέρασαν τρεις μέρες κι έπεσε στο κρεβάτι χτυπημένη από κρυφή και άσχημη αρρώστια. Τρέχουν αμέσως οι διαλαλητάδες ολούθε, σε Μωριά και Ρούμελη, στα Δωδεκάνησα και τα Φραγκονήσια, στην Πόλη και τη Βενετιά, διαλαλούν και λένε:

- Όποιος βρεθεί και γιατρέψει τη μπεοπούλα του Φαρακλού, θα τον ντύσει στο μάλαμα ο μπέης ο αφέντης της και στ’ ασημάρματα ο Μωσά Μπαρδούνιας ο άντρας της!...

Το ακούν και τρέχουν οι γιατροί με τα γιατροσόφια, οι γιάτρισσες με τα βότανα, οι δερβισάδες με τα ξόρκια, οι παπάδες με τα τετραβάγγελα και τα θαυματουργά εικονίσματα. Μα όλα τίποτα δεν μπορούν να κάμουν στην πικρή αρρώστια της πεντάμορφης! Λιώνει και σβήνει σαν τον ανθό στο ανθογυάλι του. Πάνε τα κάλλη, πάνε και τ’ αρώματα. Μέσα στο απόμερο δωμάτιο του πύργου, το στρωμένο με χνουδωτούς τάπητες, στο απαλό κρεβατοστρώσι απάνω, δράκοι παλεύουν δυνατά η ψυχή και το σώμα της. Απάνω της σκυμμένοι, αφνοί κι άλαλοι παραστέκουν οι γονείς, ανίκανοι να βοηθήσουν την κόρη στο χαροπάλεμα. Και δεν ακούεται άλλο μέσα στο θλιμμένο δωμάτιο παρά το ανάλαφρο αγκομαχητό της μπεοπούλας, σαν φτεροκόπημα ψυχής.

Εκείνη την ώρα μπαίνει ένας και κράζει το μπέη παράμερα:

- Ένας γέροντας, λέει, φάνηκε στην πεζούλα ερχάμενος από τη θάλασσα. Έρχεται να γιατρέψει την μπεοπούλα.

Καθώς τ’ ακούει εκείνος, αναγάλλιασε.

- Τρέξε γλήγορα! λέει στους ανθρώπους του· γλήγορα να μου φέρτε το γέροντα!

Τρέχουν, βρίσκουν έναν κοντό και κακοτράχαλο γεροντάκι καβάλα σε μια κασέλα. Ήταν κασέλα κι έμοιαζε σα χελώνα· ήταν χελώνα κι έμοιαζε σαν κασέλα. Τρέχει ο μπέης, κατεβαίνει τη σκάλα και του πέφτει στα πόδια.

- Αμάν, γέροντά μου· σώσε μου το χανουμάκι κι ό,τι θες από μένα.

- Μη φοβάσαι, μπρε! του φωνάζει εκείνος άγρια· όσο είμαι εδώ, μη φοβάσαι! Μόνο ένα πράμα θα κάμεις· να πάρεις τη μπέισσα να φύγετε από τον πύργο. Και να διαλαλήσεις στο χωριό, με το ηλιόγυρμα οι χωριανοί να κλειόνται στα σπίτια τους συφάμελοι για τρεις μέρες.

Ο μπέης κι η μπέισσα στην αρχή δεν ήθελαν να φύγουν και ν’ αφήσουν μοναχή τη θυγατέρα τους. Μα ο γέροντας επίμενε στο λόγο του.

- Αν δε θέλτε, είπε, αφήστε την να πεθάνει.

Τέλος έφυγαν οι γονέοι κι ο γέροντας έμεινε ολομόναχος με την ομορφονιά. Ο γέροντας ήταν μάγος, από κείνους τους μάγους που με το λόγο μπορούν να μαρμαρώσουν τη θάλασσα και να θαλασσώσουν τις στεριές. Η δύναμή του όλη και τα μάγια του ήταν σε κείνη την κασέλα· την έκανε όπως ήθελε: γοργοπόδαρο άλογο στη στεριά, τρεχαντήρι άφταστο στη θάλασσα και πουλί πετούμενο στον αγέρα. Είχε κλεισμένα μέσα της εφτά φουσάτα ξωτικών· το ένα φουσάτο φοβερότερο από το άλλο. Και με κείνα έλεγε να γιατρέψει τη Γκιουλχανούμ. Πιάνει γοργά κι ανοίγει την κασέλα· χύνει έξω όλα τα ξωτικά. Καθώς τα έχυσε, κάποιο βαθύ βογκητό ακούστηκε και τα όρη γύρω άρχισαν να χτυπιόνται σα δαιμονισμένα.

Πέρασαν τέλος τα τρία μερονύχτια, έγινε καλά η μπεοπούλα. Όχι μόνον έγινε καλά, μα και πιο όμορφη και γλυκιά και δροσερή από πρωτύτερα. Οι δύστυχοι γονείς κατάντησαν τρελοί από τη χαρά τους· δεν ήξεραν με τι τρόπο ν’ αντιπληρώσουν το γέροντα. Μα κείνος δε φρόντιζε για τέτοια. Έτσι ήρθε· ήθελ’ έτσι και να φύγει. Άρχισε να μαυλίζει τα φουσάτα για να τα κλείσει πάλι στην κασέλα.  Μα κείνα δε θέλουν να τον ακούσουν. Μαυλίζει, ξαναμαυλίζει· τίποτα! Κάπως θύμωσαν με τα λόγια του και ρίχτηκαν λυσσασμένα, κάνοντας άνω κάτω τον τόπο περίγυρα. Άκουες φωνές, κλάματα, βρισιές, βλαστήμιες, δοντοτριξίματα, μουγκρίσματα, τραγούδια, τούμπανα, βιολιά και λαγούτα, συγκρατητά σφυρίγματα. Ο αέρας γέμισε από γλώσσες αόρατες που καθεμιά είχε και το σκοπό της.

Έκανες εδώ, άκουες τ’ όνομά σου· έκανες εκεί, έχανες τη σκούφια σου. Έσκυφτες χάμω κι ένιωθες άξαφνα φοβερή σφήνα να σου χωρίζει τα μηριά. Βρέθηκαν άνθρωποι που γύρισαν μέρα μεσημέρι θεόγυμνοι στα σπίτια τους. Τα χωριά ρήμαξαν· οι κάτοικοι σφιχτομανταλώθηκαν· τα ζωντανά δεν έτρωγαν το χόρτο τους· τ’ αγρίμια κλείστηκαν στις μονιές τους· άδειασαν τα βουκολιά και τα βαλμαδιά· και τα γιδοπρόβατα του Σαρίγκαλου, του πλούσιου αρχιτσέλιγκα του Καβομαλιά, συνεπήραν τα μαντριά και γκρεμοτσακίστηκαν στη θάλασσα.

Ο γέροντας πήγες να σκάσει από το θυμό του. Όλα τα ξόρκια είπε, μα κανένα δεν πιτύχαινε. Τα ξωτικά, που άλλοτε έτρεχαν συμμαζωχτά σα σκυλιά στα πόδια του, τώρα γύριζαν και τον περιγελούσαν, του τραβούσαν τα γένια κι έπλεκαν πλεξίδες άλυτες τα μακριά του τα μαλλιά. Και κείνος δε μπορούσε να καταλάβει τι έτρεχε τάχα, γιατί τα μάτια του δεν έχαναν τόσο τη δύναμή τους. Έπεσε στη σκέψη κι άρχισε ν’ ανασκαλίζει με το νου τα περασμένα.

- Μπρε! είπε άξαφνα χτυπώντας το μέτωπό του.

Τώρα φωτίστηκε. Ναι, τώρα θυμήθηκε πως μια στιγμή, όταν η μπεοπούλα έμεινε ακίνητη εμπρός του, βλέποντας το χυτό κορμί έκραξε αστόχαστα:

- Μωρέ, μήλο για δάγκωμα!

Κι έσυρε το τρεμάμενο χέρι του γλυκά κι ανάλαφρα απάνω της. Με τούτο όμως ο γέροντας μολεύτηκε, και μολεμένου ανθρώπου δεν πιάνουν τα μάγια ποτέ!

Άρχισε τώρα να κλαίει και να μύρεται. Τέλος δεήθηκε στο Θεό, ακόμη μια φορά να πιάσουν τα μάγια του για να σώσει τον τόπο από τα ξωτικά. Ο Θεός τον άκουσε και μ’ ένα λόγο συνάζει ο μάγος τα φουσάτα, και σα να έριχνε θανάσιμους οχτρούς, τα διασκορπίζει περίγυρα. Τρία ρίχνει στις Νεραϊδοσπηλιές, κάτι σταχτιές πέτρες, που κρέμονται απάνω από τη χούνη του Λαχιού· άλλα τρία ρίχνει στο Κούνο, ψηλά στο Παραδείσι· και το φοβερότερο με βρισιές κι αναθέματα, γυρίζει και το ρίχνει στον πάτο της θάλασσας αντίκρυ στο Τσιρίγο.

Για τούτο, σας λέω, τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι! Ακούτε μένα· τις κάνουν τα στοιχειά!...

Ο Γιαννιός ο Χούρχουλας, όταν τελείωσε, γύρισε περήφανο βλέμμα να ιδεί τους συντρόφους του. Πριν, αφαιρεμένος στη διήγησή του, δεν είδε τα χαμόγελα ούτε τα κρυφονοήματά τους. Μα τώρα τους βλέπει όλους γύρω να κοιμόνται και να ροχαλίζουν. Δρόλαπας τον πλάκωσε ο θυμός. Με τους ίσκιους λοιπόν μιλούσε τόσην ώρα! Αναψοκοκκίνησε, τινάχτηκε ορθός κι αρπάζοντας τη σκάλα θέλησε ν’ ανεβεί, βρίζοντας θεούς κι ανθρώπους. Αλλά οι ναύτες ξύπνησαν μεμιάς, έσκασαν δυνατά γέλια κι ο θερμαστής, το πειραχτήριο του Γιαννιού, τον ακολούθησε φωνάζοντάς του:

- Άλλο ένα, Γιαννιέ!... άλλο ένα και σώνει σου!..

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA