ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

 

 

Ο ΕΒΥΘΟΣ

ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ

Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ

ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ

Η ΜΗΤΡΙΑ

Η ΜΑΝΑ

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑΡΧΗΣ

ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ

Η ΠΑΤΡΙΔΑ

Η ΣΜΥΡΝΙΑ

ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ

ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ

 

 

Ο ΕΒΥΘΟΣ

 

 

Ήταν της Παναγίας της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη. Η παπαδιά αποβραδίς είδε όνειρο κακό. Ξημέρωνε Κυριακή και της Κυριακής τ’ όνειρο ίσαμε το μεσημέρι ξεδιαλύνει. Το έλεγε του παπά της κι έτρεμε σαν το φυλλοκάλαμο η φτωχή. Μα ο παπάς δεν έπαιρνε από τέτοια.

- Σώπα, βλοημένη, με τα όνειρά σου! της έλεγε.

- Πώς να σωπάσω, παπά μου; Το είδα ολοφάνερο: Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες, εγώ έμεινα έρμη κι απομόναχη. Γύριζα μέσα στα κρύα του χειμώνα ξώζαρκη και μάζωνα μπουκιά σε μπουκιά το ψωμί...

Κι έτσι λέγοντας δερνότανε κι έκλαιγε η παπαδιά.

Νταγκ νταγκ!... Νταγκ νταγκ!... ακούστηκε κείνη την ώρα η βραχνιασμένη φωνή του σή­μαντρου πέρα, στου Μάζη. Ήταν ώρα για τη λει­τουργιά.

- Ου να μου χαθείτε, τσακάλια, που θέλετε κι εκκλησιά! είπε με περιφρόνηση ο παπάς ετοιμάζοντας τα σύνεργα της δουλειάς.

- Πήγαινε στη λειτουργιά σου, παπά μου· τέτοια ημέρα σήμερα δεν κάνει να πιάσεις δουλειά· του είπε μισοκλαίοντας η παπαδιά.

- Άφηνέ με, παπαδιά, ήσυχο· σήμερα τα ήβρα τ’ άλογα, σήμερα θ’ αλωνίσω κι ας είναι και Λαμπρή! Τον καιρό δεν τον έχουμε πάντα στο χέρι· μόνο βάλε ψωμί στο τράστο και σώπα!

- Σκιάζουμι, παπά μου· το είδα ολοφάνερο τ’ όνειρο. Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες...

- Μωρ’ βάλε ψωμί στο τράστο κι άσε με μη βλαστημήσω! την έκοψε άγρια ο παπάς.

Και τα ξανθά του τα γένια έτρεμαν από το θυμό. Εκείνη κατάπιε τα δάκρυά της και δεν είπε τίποτα. Ήταν καλή γυναίκα η καημένη· λόγο δεν ήξερε να γυρίσει στον άντρα της.

Ωστόσο εκείνος ετοιμάστηκε για καλά. Φόρεσε τα κοντά του τα ράσα, έβαλε ένα μάλλινο σκουφάκι στο κεφάλι, έδεσε μ’ ένα σκοινί τη μέση του, κρέμασε το τράστο με το φαγί στον ώμο του, πήρε το χοντρό ραβδί του κι έφυγε χωρίς ούτε γεια σου να ειπεί στην παπαδιά, που τον έβλεπε με θλιμμένη ψυχή.

 

Ο Παπαβασίλης ήταν από τα χωριά της Γαστού­νης, από την Κελεβή, την πατρίδα του Παρασκευά του αρχιληστή. Πριν ρασοφορέσει, ήταν άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού. Τα χωριά έτρεμαν στ όνομά του. Έδερνε κι έγδυνε, έγδυνε κι έδερνε ολημερίς. Ακόμη και τη γυναίκα του, αρχοντοθυγατέρα με τ’ όνομα, την πήρε κλεφτή. Άξαφνα του βουλήθηκε να γίνει παπάς. Οι φρόνιμοι το βλέπαν σαν δύσκολο μα εκείνος·

- Ποιο; έλεγε κουνώντας το κεφάλι· σε λίγες μέρες τα βλέπετε.

Και αληθινά εκατό τάλαρα και δυο ζευγάρια χήνες στο Δεσπότη και τέλειωσε τη δουλειά του. Ο Παπαβασίλης διορίστηκε εφημέριος σε τέσσερα χωριά: Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζη και Ρετούνη. Κάθε Κυριακή λειτούργαε και σ’ ένα χωριό. Οι χωριάτες, διψασμένοι από παπά, έκαναν όλα του τα θελήματα. Μα εκείνος δεν ήταν για τέτοιο αξίωμα. Περίπαιζε θεούς και ανθρώπους. Γιορτή καθεμερνή ένα το είχε.

Τώρα καθώς έφτασε στ’ αλώνι, έπιασε και λαιμάριασε τ’ άλογα. Έξι άλογα φαλάγγια! Έπειτα τα έδεσε στο στυγερό. Γύρω τα χερόβολα ήταν απλωμένα κι έτοιμα για των αλόγων τις οπλές.

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!... φώναξε. Κι έσκασε στον αέρα το μακρύ καμουτσίκι του.

Τ’ άλογα στη φωνή του αντρειεύτηκαν, έσπρωξε ένα τ’ άλλο κι έπειτα ρίχτηκαν όλα μπροστά. Γύρι­ζαν και πατούσαν τα στάχυα με τα πόδια τους.

Και κείνος από πίσω, έσκαε το καμουτσίκι και φώναζε άγρια:

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!...

Το αλώνι έτρεμε στο πάτημα των αλόγων· ο κάμπος βούιζε στη φωνή του παπά.

 

Ο ήλιος ανέβηκε μεσουρανίς. Μα τι ήλιος! Αβγό έψηνες στην αντηλιάδα του. Τ’ άλογα ήρθαν και απόκαμαν. Το πετσί τους έλαμπε καθρέφτης στον ίδρωτα· το ρουθούνι τους φυσομάναε σαν φυσερό· φρούμαζαν, χλιμιντρούσαν κι έτρεχαν γύρω στο στυγερό. Το άχερο τριβότανε κάτω από τα πόδια τους· το σιτάρι πετα­γόταν ολόγυρα σαν σκλήθρες χρυσάφι. Και ο παπάς με το καμουτσίκι στο χέρι, πότε έτρεχε πίσω από τ’ άλογα, πότε στεκότανε ανασαίνοντας βαριά και κοπιασμένα. Η σκούφια του ’φυγε από το κεφάλι και τα δασόμαλλα έπαιζαν με τον άνεμο τρελά και τα μακριά γένια του έσταζαν ρουνιά τον ίδρωτα. Μα εκείνος πάντα έτρεχε φωνάζοντας:

 - Άπλα!... άπλα!... άπλα!...

Και άμα έβλεπε κανένα άλογο να κοντοστέκεται, άρχιζε αμέσως τις βλαστήμιες. Κατέβαζε, ο άθεος, όλα τα καντήλια.

Από το κάμα και την πολλή κούραση, σκάνε σε λίγο δυο άλογα. Ωχ! εκεί να έβλεπες τον παπά! Ούρλιαζε σαν λύκος· γύριζε τ’ άγρια του μάτια εδώ και κει, ποδοπάταε τη γη. Άξαφνα σηκώνει τα χέρια και φασκελώνει τον ουρανό.

- Θες δε θες, Παναγιά, λέει τρέμοντας από λύσσα, εγώ θ’ αλωνίσω σήμερα και θα ξεσηκωθώ. Δεν είμαι γυναίκα να φοβηθώ τα όνειρα!

Κι έσπρωξε έξω από το αλώνι τα σκασμένα τ’ άλογα. Έπειτα έπιασε ο ίδιος την άκρη του σκοινιού και σκάζοντας το καμουτσίκι άρχισε να γυρίζει μαζί με τ’ άλλα.

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!... ούρλιαζε αδιάκοπα.

Μα δε γύρισε πολύ. Άξαφν’ ακούστηκε μια βουή τρομαχτική. Γυρίζει και βλέπει μακριά κάτι, σαν κοπάδι πρόβατα κάτασπρα. Όλα ερχόνταν τρεχάτα απάνω του. Και η βουή γινόταν δυνατότερη, σαν φουσκοθάλασσα που στέλνει τα κύματά της να χτυπήσουν το βράχο. Σε λίγο κατάλαβε ο παπάς πως δεν ήταν πρόβατα παρά νερό κι ερχόταν μανισμένο απάνω του· έζωνε τ αλώνια. Άρπαξε το φκιάρι και άρχισε λιχνιστά να μαζώνει το σιτάρι στο στυγερό. Μα σαν είδε πως το νερό ζύγωνε ολούθε και τ’ άλογα τρομαγμένα κλωτσούσαν τη γη κι ήθελαν να κόψουν το σκοινί, τα χρειάστηκε.

-Ήμαρτον, Θε μου! ψιθύρισε κι έπεσε στα γόνατα.

Μα ο θεός δεν τον άκουε τώρα· δεν ήταν καιρός! Τ’ αλώνι κουνιότανε σαν βάρκα στη θάλασσα το νερό πλάκωνε· μια πήχη τόπος έμεινε γύρω στον παπά. Τώρα δεν ανέβαινε με βία· βούιζε μονάχα και ψήλωνε σιγαλινά σε νεκροθάλασσα. Εκείνος κατάχλομος το κοίταζε και τα μάτια του κοκκίνισαν Τώρα το νερό του έβρεξε τα πόδια. Ξαφνίστηκε· γύρισε εδώ και κει τα μάτια, απελπίστηκε τέλεια. Κλώτσησε τη γη, δάγκωσε τα χείλη, ξέσχισε τα ράσα του. Έκαμε να λύσει τ’ άλογα και να καβαλίκει να φύγει· πού να τον αφήσουν τ’ άλογα να σιμώσει! Είδε κι απόειδε, ανέβηκε απάνω στο στυγερό. Έλπισε πως δε θα έφτανε εκεί το νερό.

Μα το νερό ανέβαινε, ανέβαινε δίχως βουή τώρα, δίχως φλοίσβισμα, με κάποιο κρύο κίνημα φαρμακερού σερπετού. Έφτασε το στυγερό κι άρχισε ν ανεβαίνει, ώσπου έβρεξε πάλι τα πόδια του παπά. Τ’ άλογα φοβισμένα φρούμαζαν, κλωτσούσαν, πάλευαν και ψηλώνοντας το κεφάλι κατά τον κάμπο πέρα χλιμίντριζαν θλιβερά, σαν να ζητούσαν βοήθεια. Τέλος κατόρθωσαν να κόψουν το σκοινί, ρίχτηκαν στο πέλαγο και βγήκαν πέρα, παραιτώντας έρμο κι απελ­πισμένο τον παπά.

Ωστόσο το νερό έφτασε στη μέση, έπειτα στα στήθια, έπειτα στους ώμους του. Εκείνος κοίταζε με ζηλιάρικο μάτι τον κάμπο μακριά. Εκεί δεν ήταν νερό. Έβλεπε τα λιβάδια πράσινα, τον ουρανό ασυγνέφιαστο, τα βουνά ήσυχα. Άκουε τα κοπάδια που γύριζαν στις στάνες, τη φλογέρα του βοσκού, το γαύγισμα των σκυλιών τα γέλια, τις φωνές, τις χαρές, όλα τ’ άκουε. Τα πουλάκια που πήγαιναν να φωλιά­σουν πέρναγαν τσιτσιρίζοντας απάνω από το κεφάλι του.

Νταγκ νταγκ!... ντακ-νταγκ!... νταγκ νταγκ!... ακούστηκε πάλι το σήμαντρο του Μάζη, που σήμαινε τον Εσπερινό. Ο παπάς το άκουσε κι ανατρίχιασε· του φάνηκε πως νεκροσημαίναν για δαύτονε. Μα δεν έμεινε και πολύ στο βάσανο. Το νερό έφτασε στο στόμα, έπειτα του έκλεισε τα μάτια. Ένα κύμα ήρθε μου­γκρίζοντας και τον έριξε κάτω από το στυγερό. Τ’ άχερα και το σιτάρι απλώθηκαν νια σάβανο απάνω από το υγρό μνήμα του παπά.

 

Έτσι έσβησε η κολασμένη του ψυχή. Μα εγώ δε λυπούμαι τον παπά, παρά την παπαδιά τη φτωχή. Την ίδια ήμερα έπεσε το σπίτι· τα γίδια ψόφησαν, εκείνη τρελάθηκε. Παράδειρε κάμποσον καιρό ώσπου ήβρε μια πιθαμή τόπο και άπλωσε το βασανισμένο της κουφάρι. Μα εκεί που πνίγηκε ο παπάς, κάθε χρόνο, της Παναγιάς της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη, ακούονται χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά και η φωνή του παπά να ουρλιάζει αδιάκοπα:

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!...

 

 

 

ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ

 

 Με λένε Νικόλα· το παρανόμι μου είναι Βρίζας - Νικόλας Βρίζας. Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο το άλογο, μα ήμουνα και γω μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.

- Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε.

Και μου ’στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και με το έχει τους. Εγώ πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου.

Τώρα γέρασα - έτσι θα ειπεί καθένας σαν ιδεί το ζαρωμένο πρόσωπό μου, τα ψαρά μου τα γένια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάσει κανείς ό,τι αγα­πάει, άμα θάψει στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα μάτια, άμα δεν έχει έν’ ακουμπιστήρι στον κόσμο... ναι… τότε ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει απρόθυμα σαν να δουλεύει χαράμι.

Είπα πως έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ’ από τ’ άλλο τα πήγα όλα, έσκαψα το χώμα και τ’ απίθωσα κοντά στη μάνα τους, την άμοιρη Γιαννούλα. Απ’ ώρα σ’ ώρα θα με απαντήσει ο Χάρος στο δρόμο του και μένα, θα με πάρει στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κάνεις πως ήταν μια φορά. Το νεκροταφείο μας είναι μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, σανίδια μπηγμένα στα μνήματα - σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχει δυο σκέλεθρα.

- Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν.

Ακούστε, την ιστορία του.

 

Ήταν στα Εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογί­ζομαι και θλίβετ’ η καρδιά μου. Όση λύπη τράβηξα για τ’ άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. θα μου ειπείτε γιατί; Τ’ άλλα δεν ήταν παιδιά σου: Δεν είναι όλα τα παιδιά ένα; Αλήθεια όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είναι άλλο που με βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα - που να είχε το ξέραμε! - είμαστε η αιτία να μη χαρεί τον Απάνω Κόσμο η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από το ’να και η τύχη της η κακή από τ’ άλλο.

Αν εμείς δε φερνόμαστ’ έτσι μπορεί και να ζούσε ζούσε τώρα το κορίτσι μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα γένια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ’ ανέβαινε στη ράχη μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παππούλη! παππούλη! Και γω θα γλίτωνα από πίκρες που με βασανίζουνε τώρα και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα στο μνήμα. Αχ! στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβησε σαν το κερί.

Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι; Αν είναι να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, πιστεύουμε πως όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμει άλλος, θα το γυρίσουμε αποδώ, θα το παίζουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν είναι καλό πράμα. Απάνω σ’ αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πως αν έπαιρν’ άλλη θα ’παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με την κακογνωμιά μου: Δάκρυα μονάχα. Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.

 

Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλικάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε, όταν πιάσαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν έκαναν τρέλες. Όταν έφτασε τα δεκαφτά - κι ήτανε μια ομορφονιά!... - τη γύρεψαν από καλά σπίτια, μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο στρέματ’ αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο πάντρεψε την αδερφή του - μια είχε - και της τα ’δωκε όλα. Βλέπεις κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη γυναίκα μου φέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε· τον λέγαμε χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα. Όλα άδικα, γιατί ήταν καλός, με τ’ όνομα στο χωριό. Η άφτουρη όμως δεν έβγαζε μιλιά ούτε σηκωνότανε να φύγει από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό αχ! να βγαίνει από τα στήθη της.

- Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήσει· λέγαμε ο! κουτοί.

Να μην τα πολυλογώ είδα κι απόειδα, έκαμα στα­νικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνει με το θέλημά μου. Το κορίτσι δεν πήγαινε καλά, μαράθηκε το χειλάκι του. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή, βουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη της να ποντιάσει. Έπρεπε ν’ αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το δώσω του Αντώνη. Μια μέρα έκατσα και σκέφτηκα μοναχός μου: Τι είν’ ο κάβουρας τ’ είν’ το ζουμί του; τ’ είμ’ εγώ τ’ είν’ το έχει μου; Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που μπορούσε να το πουλήσει ο δανει­στής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, σήκωνα χρή­ματα για καλλιέργεια και για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά και πούλαγα τη σταφίδα, πλέρωνα τον έμπορο. Αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του οξωμάχου τέτοια είναι πάντα ώσπου να πεθάνει, δου­λεύει για τους άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν γερό παιδί, δου­λευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέσει. Εμείς οι φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πρά­ματα.

Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω την Αννέτα. Το είπα της γυναίκας μου, της ξυνοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε και κείνη το σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη κάναμε τους αρρεβώνες. Τα παιδιά πέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα χέρια τα δικά μου, πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά!

- Αν πάει καλά ο Άγουστος, τον Αϊ Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους· είπα.

Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλεια της. να φτιάνει κανένα ρουχαλάκι.

 

Η χρονιά πήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα τέλος τα σπαρτά, τα μποστάνια καλά πήγαιναν. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν με τον καιρό.

- Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε’:

- Ναι· αν βαστάξει έτσι, καλά θα πάμε.

Και όλα για τη μαύρη σταφίδα!

Εγώ σήκωνα χρήματα από το γερο-Γιάννη το Συρεγγέλα. Τώρα πέθανε· σαν με ξεπουπούλιασε μένα, πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή αλίμονο σε κείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα, μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν είχα πού να δανειστώ, γύρεψα του γερο-Γιάννη. Μου έδωκ’ εκατό δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατόν πενήντα. Τι να κάμω; Τις πήρα.

Όταν σηκώθηκα από την αρρώστια, πήρα τη μισακιά σταφίδα. Για καλλιέργεια σήκωσα πάλι από το Συρεγγέλα. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι και κάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές· μαζί πηγαίνανε και μετρητά και ψώνια, και ο ψήφος μου.

Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος τρύγος - πόλεμος! Η εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει. Πανηγύρι γίνεται!

Εδώ είναι σημαδεμένο. Άμα πέσει η σταφίδα στ’ αλώνι, αρχίζουν και τα σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι. Όλοι στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας.

- Να βαστάξει να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο... ο Θεός ας κάμει το θέλημά του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι.

- Αχ! να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!... παρακαλούμε, άμα ρίξουμε και το δεύτερο.

Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να είχε λείψει.

Ωστόσο ο καιρός πήγε καλός. Η σταφίδα ξερά­θηκε· την τρίψαμε, τη σωριάσαμε, την κάναμε έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό που τη ση­κώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ’ ώρα σ’ ώρα περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρρεβωνιασμένοι μετρούσαν τις ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια με κοίταζαν.

- Ακόμα... μη βιαζόσαστε! τους έλεγα: Η σκύλα από τη βιασύνη της κάνει στραβά τα κουτάβια.

Μια μέρα που γύρισ’ από το μύλο με κράζει παρά­μερα η γριά μου και μου σφυρίζει στ’ αφτί.

- Ο γερο-Γιάννης έστειλε να πάρει τη σταφίδα.

- Να πάρει τη σταφίδα! Πώς θα πάρει τη στα­φίδα!...

Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω στα πόδια, τον παρακαλώ να μ’ αφήσει να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά του.

- Όχι, επιμένει· δε γίνεται, θα την ρίξεις στην αποθήκη, θα την πουλήσω γω.

- Μα, γερο-Γιάννη...

- Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου! Αν δεν τη φέρεις, θα την κατασκέσω σήμερα.

Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη του τοκιστή.

Πέρασε ο Αϊ-Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος, μα δεν έλεγε να κάμει λογα­ριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου.

- Δε θα κάνουμε, γερο-Γιάννη, λογαριασμό, να μου δώκεις ό,τι μένει, να πορέψω το σπίτι μου;

- Να σου δώκω ή να μου δώκεις! φωνάζει αγριε­μένος εκείνος. Να μου δώκεις ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρεις γλήγορα, γιατί θα σου πουλήσω την κούρνια!...

Σπασμοί μ’ έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!... Και τα δόλια τα παιδιά; Πάω στο σπίτι.

- Ε τι έκαμες, πατέρα;

- Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα, και σεις!

Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου πούλησε το σπίτι μισοτιμής και μ’ έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε δρόμους. Έπειτ’ από τέτοια ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε όρεξη, δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα.

- Δεν πειράζει, πατέρα, μου είπε· τον αφήνουμε για του χρόνου. Να δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα.

- Ήταν της μοίρας μας· είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα.

 

Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί. Άλλο ανάποδο πράμα από τη σταφίδα δεν είναι· ολοχρονικίς δε θέλει να λείψει ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθεί ο καρπός από τ’ αλώνι, αρχίζει ο κλαδοκάθαρος.

Εκείνη τη χρονιά πήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για εξακόσες δραχμές ψώνια, θειάφες, ημεροδούλια, όλα αποκεί. Εγώ, ο Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλοι μέσα στη μισακή παλεύαμε. Ο Μάης ήρθε με δροσούλες. Το λέμ’ εδώ: Τον ποντισμένο τον καιρό, το Μάη το μήνα βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε καλά· έγιναν γουλές γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος, έστρωσε ο καιρός. Ο τρύγος άρχισε στα γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός - βλέπεις τον καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι -ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες.

Μια μέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι· μα είχε ακόμη ρόγα. Έν’ αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν νύχτωσε, φάγαμε ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι φτάνει να έχουμε να γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν σε μιαν άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπει κι η προεστή μου.

Όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήταν αστροφεγγιά. Την αυγή που σηκώθηκα μ’ έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιά! Αλήθεια, το καλοκαίρι το νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχει στο ένα χτήμα και στ’ άλλο όχι. Μα είδες που λέει· σαν χορεύει η αρκούδα στου γειτόνου σου την αυλή, θα χορέψει και στη δική σου. Τι να κάνω; Λέω με τον Αντώνη να μαζέψουμε το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Ο ουρα­νός πήγαινε και μαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ και κει σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή βούιζε· φω­νές, κακό, τρεχάματα σε όλον τον κάμπο! Στους δρόμους καβαλάρηδες έσερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν μονώρας. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς και βαρυπλερωμένους ρουχισμούς, που δεν έβγαιναν από τ’ αρμάρια παρά σε πίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνονται σαν κωλόπανα στους δρόμους, να ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα σώριαζαν ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στα άλλο μακινάριζαν· στο άλλο φώναζαν μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες τρέξαμε καταμεσής στ’ αλώνι χωρίς να ξέρουμε γιατί.

- Πατέρα, στράφτει στο Στενό! μου λέει ο Αντώνης.

Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν πρώτα με ορμή κι έπειτ’ άρ­χισε δαρτό το νερό. Μείναμε εδεκεί ξεροί, άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο χέρι. Δεν κάναμε τίποτα παρά βλέπαμε το νερό που έβρεχε τη σταφίδα. Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενός χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για μια στιγμή! Α, δε θες άλλο χειρότερο! Να βλέπεις το αίμα της καρδιάς σου να χύνεται και να μη μπορείς τίποτα να κάμεις. Σε ποιον να ξεσπάσεις; Τι να ειπείς; Με ποιον να τα βάλεις;

Το νερό έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκαλο και ούτε το νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, βρέχονταν, έκλαιαν και κανένας δεν έλεγε να τα σηκώσει αποκεί. Τέσσερες ώρες βάσταξε ο έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάνω από τ’ αλώνια και τ’ αυλάκια έπλεκαν οι σταφίδες και μεις βλέπαμε να τις παίρνει το ρέμα, να τις ροφούν τ’ αυλάκια ακίνητοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι άλλοι ριχτήκαμε να τσαλαβουτούμε στα νερά και να τις κυνηγάμε σαν τα σκυλιά τα ξεροκόμματα.

Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά: Άμα δε βγάλεις το χρέος, δύσ­κολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα μαζέψαμε την πήρε ο δανειστής μας να βγάλει ρακί.

Πέρασαν δυο τρεις μήνες, τα παιδιά μαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι.

- Πατέρα, δώσ’ μου την Αννέτα κι όπως είναι της τύχης μου θα ζήσω· δε μπορώ πια τέτοια ζωή να την υποφέρω!

Τι να ειπώ και γω; Αποφάσισα μια βραδιά να κάνω το γάμο. Ακούς! σαν χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα ούτε έτσι ήταν γραφτό να τελειώσει. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό που την περόνιασε τον Άγουστο, ξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης αρρώστησε και κείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του γαμπρού του. Ρωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά πάντα. Ένα πρωί - ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθεί το παιδί - ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε, υποψιάστηκε. Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι.

Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με σταυρωμένα χέρια.

- Μίλα μας, κυρά μου· έλεγε η κακομοίρα η μάνα της. Άνοιξε τα ματάκια σου να μας ιδείς.

Μιλιά εκείνη.

Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκα­λιάζει, κολλάει στα χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο τα παιδιά.

Ε, τι τα θες τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον πήρε και τον συγύρισε ο γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα, ο γαμπρός του Αντώνη μου λέει:

- Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δε θέλησε να τ’ ανταμώσει. Δεν τα βάνουμε σ’ ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα βά­σανά τους;

Έτσι κάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι καλά μες από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε.

Τ’ άμοιρα! ακόμη, εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκρο­θάφτης που θ’ ανοίξει τον τάφο τους, θα έβρει τα σκέ­λεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ να τα θάψει πάλι και να μην τα χωρίσει. Όχι, ας μην τα χωρίσει!...

 

 

Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ

Ο αυγερινός ανέβαινε από τη ράχη του βουνού, όταν τα κορίτσια κίνησαν για την πλύση.

- Δεν κολατσίζετε τίποτα, δυχατέρες; τα ρώτησε η γρια-Στάθαινα η μυλωνού.

- Ε, ας πάρουμε μια μπουκιά για το πουλί· απάν­τησε η Κίσσα.

Ήταν εποχή που κατεβαίνουν τα τρυγόνια στον Κάμπο. Μπορούσε ν’ ακούσουν χήρας τρυγόνας λά­λημα νηστικά και να μην ιδούν προκοπή για τρία τέσσερα χρόνια. Έβαλαν δυο μπουκιές στο στόμα τους, έκαμαν το σταυρό τους και ξεκίνησαν.

Στου Μπάστα έφτασαν την ώρα που έσκαε ο ήλιος. Έτρεξαν αμέσως, πήραν και νίφτηκαν για να είναι δροσερά κι άσπρα ολοχρονικίς. Έπειτα σηκώσανε τις ποδιές τους κι άρχισαν την πλύση. Το νερό άσπριζε σαν το γάλα· η ρεματιά βούιζε από τον κόπανο.

Όταν απόπλυναν, άπλωσαν τα ρούχα τους στα θυμάρια να στεγνώξουν και σκόρπισαν στα λιβάδι. Σύναξαν λογιών λουλούδια, έκαμαν στεφάνια, έπλε­ξαν τα μαλλιά τους κι έπειτα στήσαν το χορό.

Άξαφν’ ακούστηκε στο σύλλογο η φλογέρα του βοσκού. Τα κορίτσια έπαψαν το τραγούδι τους και στάθηκαν σαν τα κουνέλια, που άμ’ ακούσουνε χτύπο, σηκώνουν τα κεφάλι και τηράνε με φόβο τριγύρω. Μα δεν ήταν βοσκός. Έν’ αγένειο κι όμορφο παλικάρι πρόβαλε πίσω από μια πικροδάφνη· τα μαλλιά του σαν το χρυσάφι χύνονταν στις πλάτες του· τ’ αργυρά του άρματα κι η ολόχρυση φορεσιά του σπιθοβολούσανε στον ήλιο. Τα κορίτσια σκόρπισαν να κρυφτούν στα θυμάρια και μοναχή απόμεινε η Αυγή. Δε μπο­ρεί να φύγει εκείνη· ρίχνει μια ματιά στο παλικάρι και νιώθει την καρδιά να φτερουκάει στα στήθη της· τα μάγουλά της κοκκινίζουν σαν τα ροδοκάλια· η γη στριφογυρίζει στα πόδια της. Το παλικάρι την κοι­τάζει με χαμόγελο· ζυγώνει και της βάνει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο δάχτυλο.

Όταν με το ηλιοβασίλεμα γύρισαν τα κορίτσια στο χωριό, ο βασιλιάς έστειλε προξενιά να πάρει γυναίκα του την Αυγή. Ποιος διώχνει τέτοια τύχη: Η γρια-Στάθαινα πετούσε από τη χαρά της.

- Δόξα σοι ο θεός· έτσι κι η άλλη μου τσούπα· έλεγε μέσα της.

- Τι καλορίζικη η Αυγή! πάει κι όπου καλό μου θέλει· ψιθύριζαν μία με την άλλη οι γειτόνισσες.

Μα η τύχη της λυγερής δεν ήταν δύσκολο να κάμει τις γυναίκες να ζηλέψουν και ν’ αρχίσουν την κακο­γλωσσιά. Για τούτο κι η γριά δε θέλησε να χάσει καιρό. Την ίδια βδομάδα έριξε τ’ αλέσματα· δίπλωσε γαρίφαλα σε άσπρο χαρτί κι έστειλε κάλεσμα στους δικούς της. Ο γάμος έγινε την Κυριακή και οι καλεσμένοι, τραγούδησαν με την καρδιά τους:

 

Τρία χρυσά γαρίφαλα

σ’ ένα ασημένιο τάσι.

Τ’ αντρόγυνο που γίνηκε

να ζήσει να γεράσει...

 

Μα η Κίσσα άναψε και κάηκε με την ανεπάντεχη τύχη της αδερφής της. Ακούς εκεί να παντρευτεί πρώτη η μικρότερη! Και τι; Να πάρει βασιλιά! Άκουσε κάποτε τη γιαγιά της να λέει, πως τη βρα­διά που γεννήθηκαν, είδε τις Μοίρες που ήρθαν να μοιράνουν τα βρέφη.

- Ετούτη θα πάρει βασιλιά· είπε η ασπροφόρα κι έδειξε την Αυγή.

- Όχι βασιλιά, γιατί θα θελήσει κι η άλλη· είπε η μαυροφόρα.

- Ε, ας πάρει και τούτη βασιλιά· είπε η τρίτη με τα πράσινα.

Μα τώρα ποιόνε βασιλιά θα πάρει η Κίσσα; Όλο τέτοια συλλογίζεται και κάνει όρκο και σταυρό να μην πατήσει στο παλάτι της αδερφής της.

Μια ήμερα ακούστηκε πως ήρθε η Χάρμαινα, η μάγισσα στο χωριό. Ήταν φημισμένη πως ήξερε όλου του κόσμου τα μυστικά· τα λόγια της και τα ξόρκια της αλάθευτα. Καθένας που ήθελε να παντρευτεί, πρώτα έπρεπε να πάει να τη φιλέψει για να μη τον αμποδέσει ή να μη ρίξει τη γρίνια στο αντρόγυνο. Η Κίσσα κίνησε και πήγε να την έβρει· μα μόλις την είδε φοβήθηκε. Ήταν αδύνατο να ιδεί κανείς τη Χάρμαινα και να μη τρομάξει. Είχε μια μισολιωμένη γκιούρντα στις πλάτες της· ένα σακούλι μάλλινο γεμάτο ξεροκόμματα στον ώμο της· ένα γιορντάνι από ψεύτικες λίρες και κόκκινες χάντρες στο λαιμό της και στα μαλλιά της, ξέπλεκα και κολλημένα, το χρυσοκέντητο σκουφάκι. Τα πόδια της έβγαιναν κατάμαυρα κάτω από τα κοντά της φουστάνια· στα χέρια της που ήταν σαν αδράχτια, κρατούσε ένα καλάμι· τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα δαχτυλίδια. Όποιος ήθελε να γνωρίσει την Πανούκλα, έπρεπε να ιδεί τη Χάρμαινα. Όταν άκουσε πως η Κίσσα θέλει να ιδεί τη μοίρα της, την έβαλε κι έκατσε κοντά της. Γέμισε ένα ποτήρι νερό, έριξε μέσα της κόρης το δαχτυλίδι, σκέπασε το ποτήρι μ’ ένα κόκκινο μαντίλι και άρχισε το ξόρκι.

- Βάλε, κυρά μου, στην αμασκάλη μου το χέρι σου· της λέει με βραχνιασμένη φωνή. Έτσι. Κοίτα με τώρα κατάματα.

Έσφιξε καλά στο μαντίλι το ποτήρι και άρχισε να το γυρίζει απάνω από το κεφάλι της λυγερής. Το έφερνε στα δεξιά της, το γύριζε από πίσω, το άφηνε χάμω, πάλι το άρπαζε, το αναποδογύριζε και σταλιά νερό δε χυνότανε. Και το στόμα της δεν έπαυε να μουρμου­ρίζει. Δυο ώρες βάσταξε το ξόρκι. Η Κίσσα έτρεμε· τα χέρια της ξύλιασαν, τα μάτια της θάμπωσαν κοι­τάζοντας μέσα στα γουρλωμένα μάτια της Χάρμαινας, τα γόνατά της λύγισαν και γονάτισε.

- Βράζει, κυρά μου; της λέγ’ η μάγισσα φέρνον­τας στ αφτιά της το ποτήρι.

- Ναι, βράζει· απαντά με τρομάρα εκείνη. Έβγαλε το μαντίλι και φάνηκε το νερό που χόχλαζε αληθινά. Η Χάρμαινα το κοίταξε καλά στον ήλιο κι έπειτα γύρισε και είδε την Κίσσα.

- Είσαστε δυο αδερφάδες, είπε. Η μία ζει μέσα στ’ άχερα κι η άλλη στα χρυσάφια.

Εκείνη κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια.

- Μπα, κυρά μου!... αδικήθηκες εσύ, ξανάειπε η μάγισσα. Την τύχη σου την έκλεψε η αδερφή σου... Μα δεν πειράζει, κοκόνα μου· θαρρώ πως είναι το ίδιο· τι εσύ τι η αδερφή σου; Και κοίταξε πάλι με πονηρό χαμόγελο την κόρη.

- Όχι! δεν είναι το ίδιο, γριά! πετάχτηκε κείνη οργισμένη· δεν είναι το ίδιο…

- Ναι, δεν είναι το ίδιο, άπορη!...

Το νερό πάντα χόχλαζε, σαν να ήταν το ποτήρι απάνω σε φωτιά. Η μάγισσα τσάκισε έν’ αβγό από μαύρη κότα και το έχυσε μέσα. Το αβγό κάθισε στον πάτο το νερό πάντα έβραζε.

Η Κίσσα με πιασμένη αναπνοή ακολουθούσε όλα τα κινήματα της γριάς. Σε κείνο το νερό ήταν η τύχη της· εκείνο την ήξερε και τώρα θα την έλεγε. Μα αν η τύχη της δεν ήταν καλή κι αν το νερό της έδειχνε πως σε τούτο φταίει η αδερφή της, τι θα έκανε;

- Ούτε κολόνες ούτε δεντράκι είπε η Χάρμαινα κουνώντας το κεφάλι... Αχ! σ’ έκλεψαν, άμοιρη. Κανείς δε θ’ αγκαλιάσει το κορμί σου. Πάντα κατα­φρονεμένη θα ζεις!

Η κόρη τινάχτηκε απάνω αγριεμένη.

-Πώς! φώναξε· καταφρονεμένη! Όχι, δε θα ζήσω καταφρονεμένη. Έλα, γριά· ό,τι θες σου δίνω. Δώσ’ μου την τύχη μου πίσω!

Η Χάρμαινα έβαλε ένα παράξενο γέλιο, που πά­γωνε το αίμα του ανθρώπου.

- Καλά, νυφούλα μου, κάτι θα κάνουμε· είπε.

 

Πέρασε αρκετός καιρός. Η Κίσσα ήρθε κι έμεινε πετσί και κόκαλο από τη ζήλια της. Τα μάτια της γούβωσαν, τα μάγουλα της μαράθηκαν, τα χείλη της άσπρισαν. Την έφαγαν τα λόγια της Χάρμαινας· όλο συλλογισμένη καθότανε.

Ωστόσο η Αυγή ζούσε ευτυχισμένη στα παλάτια της. Τα μάγια τίποτα δεν της έκαναν. Ο βασιλιάς ξεψύχαε γι’ αυτήν. Μια ημέρα διαλαλήθηκε στη χώρα πως η βασίλισσα γέννησε παιδί. Χαρές, ξεφαντώματα στο παλάτι. Μα απ’ όλους πιο πολύ χάρηκε η Κίσσα.

- Τώρα θα βρω αφορμή να πάω να τελειώσω τη δουλειά μου· είπε.

Και κίνησε να πάει στο παλάτι. Στο δρόμο η καρ­διά της χτύπαε δυνατά· τα πόδια της ήταν κρύα και το κορμί της έτρεμε. Δυο φορές έκαμε να γυρίσει πίσω και πάλι μετάνιωσε.

- Όχι, είπε· πρέπει να γένει.

Και πήγε.

Η Αυγή σαν είδε την αδερφή της, την αγκάλιασε, τη φίλησε και την έβαλε να καθίσει κοντά της απάνω στο κρεβάτι. Από τη χαρά της δεν είδε ούτε τη χλομάδα ούτε το άγριο βλέμμα της. Σήκωσε το τουλουπάνι, κεντημένο όλο με πούλιες και τιρτίρια κι έδειξε το βασιλόπουλο, που κοιμότανε στη χρυσή του κούνια.

- Σ’ αρέσει, αδερφούλα μου, το παιδί μου; ρώ­τησε κοιτάζοντας το μικρό τρυφερά.

- Ουμ! να σου ζήσει και καλός γαμπρός· ευχή­θηκε κείνη.

Μα τα μάτια της σπιθοβόλησαν από θυμό.

- Καλή σου μοίρα, αδερφούλα μου.

Η Αυγή έσκυψε και τη φίλησε στα μάτια. Η Κίσσα και το φιλί το πήρε για κακό. Είδε τα χρυσά­φια και τα φαρφουριά, τα στόφινα σεντόνια και τα μεταξωτά προσκέφαλα και ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της.

- Δε θα ήταν όλα δικά μου; Εγώ δε θα ζούσα εδώ μέσα; συλλογίστηκε.

Η Αυγή, αδύνατη ακόμη από τη γέννα, ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατα της αδερφής της και σιγά σιγά λάρωσε σαν αρνάκι που δε συλλογίζεται το λύκο. Ποιος ξέρει τι καλά όνειρα έβλεπε για το παιδί της, η μάνα!

Η Κίσσα θυμήθηκε τα λόγια της μάγισσας. Ναι. Η Αυγή της έκλεψε τη μοίρα της· θα ζει τώρα καταφρονεμένη θ’ αγωνίζεται στις αργατιές το καλοκαίρι· το χειμώνα με το καμουτσίκι στο χέρι θα οδηγεί τ’ άλογο να γυρίζει το μύλο· το σιτάρι θα τρίβεται κάτω από τα λιθάρι· το μυλολίθι θα χτυπιέται, τα ξύλα και οι ρόδες θα τριζοβολούν και κείνη ανασκουμπωμένη, αλευρωμένη θα παιδεύεται για τα αλέσματα του ενός και του άλλου. Α, δε γίνεται! Δεν είναι αδερφή εκείνη, που θέλει να βασανίζετ’ έτσι η άλλη αδερφή!... Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της· τα μηλίγγια της σφυροκοπούσαν, η όψη της άλλαξε χίλια χρώματα. Με λαχτάρα τραβάει άξαφνα μια βελόν’ από τα στήθη της και τη χώνει στο κεφάλι της αδερ­φής της. Ένα σιγαλό παράπονο ακούστηκε, κάτι έτριξε και πάει χάθηκε η Αυγή. Η Κίσσα σάστισε. Έτρεχε δώθε κείθε μέσα στην κάμαρη σαν τρελή. Σε λίγο θυμάται τις οδηγίες της Χάρμαινας, φορεί τα ρούχα της αδερφής της και πέφτει στο κρεβάτι.

Όταν το βράδυ γύρισε από το κυνήγι ο βασιλιάς, έσφιξε στην αγκαλιά τον την Κίσσα αντί για την Αυγή.

 

Ξημέρωσε ο Θεός την ήμερα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να κελαηδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. Ένα πουλάκι, με χρυσά φτερά και αργυρό σκουφούνι στο κεφάλι, εκείνο μόνο δε χαίρεται και δεν παίζει με τ’ άλλα. Ολογυρίζει στο παραθύρι της βασίλισσας, ρίχνει δυο τρεις ματιές μέσα και φεύγει, σαν να φοβάται κανένα κυνηγό. Έπειτα πάει και κάθεται στο κλαρί και λέει με ανθρωπινή φωνίτσα:

 

Περβολάρη! περβολάρη!...

Ρέει - ρέει το βυζί μου,

Κλαίει - κλαίει το παιδί μου.

Κι αν δεν το ειπείς του βασιλιά,

Να μαραθούν τα λάχανα,

Να ξεραθούν τα δέντρα!...

 

Και το κελαηδεί με τέτοιον πόνο, που τα δέντρα μαραίνονται αμέσως· τα φύλλα κιτρινίζουν και τινά­ζονται στη γη. Το πουλάκι φεύγει αποκεί και πηγαί­νει παραπέρα, στα χλωρά δέντρα και στα πράσινα κλαριά. Κάθεται και κει και αρχίζει, το ίδιο το κελάηδημα, που χύνει όλη τη λαύρα της καρδιάς του:

 

Περβολάρη! περβολάρη!...

Ρέει - ρέει το βυζί μου,

Κλαίει - κλαίει το παιδί μου.

Κι αν δεν το ειπείς του βασιλιά,

Να μαραθούν τα λάχανα,

Να ξεραθούν τα δέντρα!...

 

Πέρασαν μερικές μέρες και το περιβόλι όλο ράπισε. Κάηκαν τα λαχανικά, ξεράθηκαν τα δέντρα, χώνεψαν τα μοσχομύριστα φυτά, σαν να τα έδειρε αδρύ χαλάζι. Μόνον μπροστά στο παραθύρι της βασίλισσας έμεινε λίγη πρασινάδα και κει φώλιαζαν τα πουλάκια κι έχυ­ναν την ευωδιά τους τα λούλουδα. Ο περιβολάρης έπεσε σε διπλή έγνοια. Έβλεπε του περιβολιού την κατάσταση και δεν ήξερε πως να δικαιολογηθεί στα βασι­λιά. Άκουε και τα λόγια του πουλιού και δεν έβρισκε πως να τα παραστήσει. Κάθε πρωί ανέβαινε στο παλάτι και πάλι κατέβαινε τρομάζοντας την οργή του βασι­λιά. Τέλος μια ήμερα, που ο βασιλιάς κατέβαινε να λαφοκυνηγήσει, πήγε μπροστά, γονάτισε και με δάκρυα στα μάτια τα διηγήθηκε όλα.

- Μπα! σαν τι πουλί είναι και λαλεί ανθρωπινά; είπε με παιζογέλασμα εκείνος.

- Να! άκου το· λέει ο περιβολάρης.

Ο βασιλιάς γύρισε και είδε απάνω σε μια λεμονιά το χρυσό πουλί. Καθόταν στο ψηλότερο κλαρί και κοιτάζοντάς τον άρχισε να κελαηδεί παραπονεμένα:

 

Βασιλιά μου πολυχρονεμένε

και καλέ κι αγαπημένε.

Ρέει ρέει το βυζί μου

Κλαίει κλαίει το παιδί μου.

Κι αν το ήξερ’ η μανούλα του

Χρυσή κουνίτσα το ’φτιανε

κι αργύρα κουνιστήρια!...

 

Ο βασιλιάς συγκινήθηκε· του φαίνεται πως δεν ακούει πρώτη φορά τη φωνή· πως και άλλοτε είδε χυτό το πουλί· πως τ’ αγάπησε μια φορά. Αλαφροπα­τώντας πηγαίνει κάτω από τη λεμονιά και του λέει ήμερα και παρακαλεστικά:

- Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου.

Εκείνο τον κοιτάζει σα μαγεμένο, κατεβαίνει σε χαμηλότερο κλαρί και αρχίζει πάλι με γλυκότερη φωνή:

 

Βασιλιά μου πολυχρονεμένε

Και καλέ κι αγαπημένε.

Ρέει ρέει το βυζί μου

Κλαίει κλαίει το παιδί μου.

Κι αν το ήξερ’ η μανούλα του

χρυσή κουνίτσα το ’φτιανε,

κι αργύρα κουνιστήρια.

 

- Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου· του ξανα­λέει ο βασιλιάς.

Και κείνο κατεβαίνει, κατεβαίνει ακράτητα, σαν να το σέρνει μαγνήτης, όσο που πέφτει στην αγκαλιά του.

Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος. Σε λίγο όλοι κοιμήθη­καν στο παλάτι.

Μόνον το πουλί δεν μπορεί να κοιμηθεί. Μέσα στο χρυσό κλουβί, που το έκλεισε ο βασιλιάς, φτερουκάει χαρούμενο, βγάνει τη μυτίτσα του στα σύρματα και κοιτάζει τρυφερά, σαν να φιλεί με τα μάτια την κού­νια του βασιλόπουλου. Έπειτα πλαγιάζει το κεφάλι και αρχίζει ένα σιγαλό και αποκοιμιστικό νανούρισμα:

 

Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι.

Κοιμάται το παιδάκι μου απάν’ στο μαξιλάρι!...

 

Η Κίσσα στην ίδια κάμαρη κοιμότανε βαθιά. Άξαφνα βγάνει ένα βογκητό· κρύος ίδρωτας την τσακίζει· τα χέρια της κινούνται σαν να θέλουν κάπου να πιαστούν. Αχ! τι όνειρο που βλέπει η δόλια! Ήταν, λέει, μέσα σ’ ένα μεγάλο σπίτι, γεμάτο από χρυσάφι και μάλαμα, από διαμάντια και ρου­μπίνια. Ήταν σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι· ησυχία, που άκουε την ανάσα του κανείς! Και η Κίσσα έπαιρνε χρυσάφια, έπαιρνε ρουμπίνια, έχωνε αποδώ αποκεί, στις τσέπες, στο στόμα της... Πάει, θα διώξει τη φτώχια, δε θα ξενοδουλεύει πια! θα γίνει και κείνη μεγάλη αρχόντισσα! Άξαφνα το σπίτι φωτίζεται· ακούονται γέλια, χαρές, τραγούδια... Πού να πάει να κρυφτεί; Να, ακούονται πατήματα· κάποιος την πιάνει από το χέρι. Είναι η αδερφή της, η, πεθαμένη αδερφή της, η Αυγή!... - Τι θέλεις εδώ; της λέει· τι ήρθες να κάμεις; Εκείνη θέλει να μιλήσει, ανοίγει το στόμα της, μα δε μπορεί ούτε ν’ ανασάνει... Και η αδερφή της δεν τη γνωρίζει… - Ήρθε να κλέψει· λέει μια άλλη γυναίκα, μαύρη, κατάμαυρη, απαράλλαχτη σαν τη Χάρμαινα. Ναι· ήρθε να κλέψει! Και γελώντας την αρπάζει στα δυνατά μπράτσα της και την πετάει κάτω από το παραθύρι… Η Κίσσα ξύπνησε με τρομάρα.

- Ωχ! τι όνειρο! λέει, τρίβοντας με το χέρι το μέτωπο της. Τι όνειρο!

Άξαφνα ακούει το νανούρισμα του πουλιού και της φαίνεται πως ακούει τη φωνή της αδερφής της. Ανα­τριχιάζει όλη, τινάζεται από το στρώμα.

- Α! λέει, εδώ θα ξεδιαλύνει τ’ όνειρο; Όχι! δε θα ξεδιαλύνει.

Αρπάζει ένα μαχαίρι και τρέχει στο κλουβί. Μα την ίδια ώρα η πόρτ’ ανοίγει και μπαίνει ο βασιλιάς. Και κείνος είδε απόψε τρομερό όνειρο· είδε πως κιντύνευε το χρυσό πουλάκι του. Έτρεξε γοργά στο κλουβί, πήρε το πουλί στο χέρι και άρχισε να το φιλεί λέγον­τας τρυφερά λογάκια. Η Κίσσα μαζωμένη στη γωνιά έβλεπε πότε το βασιλιά, πότε το πουλί και κρύος ίδρω­τας την τσάκιζε. Όσο και αν προσπαθούσε να κρατήσει την καρδιά της, αδύνατο. Έκρυβε το λεπίδι μέσα στα φουστάνια της· μα τι που είχε φανερά λεπίδια τα δυο μάτια της, που έσφαζαν κατάκαρδα με το άστραμμά τους

Άξαφνα το χέρι του βασιλιά ήβρε κάτι απάνω στο κεφάλι του πουλιού.

- Μπα! τ’ είναι τούτο; λέει με απορία.

Χύθηκε απάνω του η Κίσσα.

- Μην τη βγάλεις· μη για το θεό! φωνάζει με λαχτάρα.

Ώστε να το ειπεί εκείνη, ο βασιλιάς έβγαλε τη χρυσή βελόνα. Ωχ! ακούστηκε σύνωρα· ένα ωχ τόσο παραπονιάρικο, που ράγισαν για μιας όλα τα μάρ­μαρα και τα τζάμια του παλατιού. Τίναξε τα φτερά του το πουλί και πήδησε νεράιδα χρυσοφορεμένη στα πάτωμα η Αυγή. Ο βασιλιάς έμεινε αφωνάλαλος. Γύριζε κι έβλεπε τις αδερφάδες και δεν ήξερε ποια από τις δυο ήταν η γυναίκα του.

- Εκείνη που σου λέγ’ η καρδιά σου, εκείνη είναι η γυναίκα σου· του λέγ’ η Αυγή.

 

Όσο θέλεις δούλευε κι όσο θέλει ο θεός θα σου δώσει. Όσα έκαμε η Κίσσα, τίποτα δεν κέρδισε. Ο βασι­λιάς έμαθε τα έργα της κι απάνω στο θυμό του έχωσε την ίδια βελόνα στο κεφάλι της.

Η κακή αδερφή έγινε αμέσως πουλί. Μα όχι πουλί με χρυσά φτερά κι αργυρό σκουφούνι στο κεφάλι. Δεν κελαηδεί γλυκά και πονετικά, που να μαραίνει τα δέν­τρα και τα λούλουδα. Έγινε όνομα και πράμα κίσσα μαύρο πουλί, όπως ήταν η ψυχή της. Αλλάζει λογιών λογιών φωνές και πάντα βρίσκεται στις ρεματιές κρυμμένη.

 

 

 

ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ

 

 

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί - λες κι έφταιγε η δόλια! - έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:

- Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!

Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.

- Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις - ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου - θέλω να είναι σερνικό.

Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. - Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα - και τι; - ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!... Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.

- Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.

Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.

- Θέλω... να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

 

Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν’ ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για τους Αγαρηνούς. Οι χαλ­κιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα σύνεργα του πολέμου. Τα παλικάρια γυμνάζονταν στ’ άρματα, έχυναν βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πως έγινε και κείνο το αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού - Πέφτη θυμούμαι ήταν - βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντω­νάκη από τη Μανωλάδα με καμιά τρακοσαριά παλικάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και δε μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου έζωσε το σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·

- Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους άπιστους μπορείς. Ο παπα-Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις τόσα κρίματα συχωριώνται.

Η μάνα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ’ άλλα του σωθέματα και πίστευα πως ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις γυναίκες και κάτι μέσα μου μ’ έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλα του πατέρα μου. Α! το σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάσει αϊτού φτερά, πάντα τρο­μάζει να πετάξει στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το κορμί λάγκευε κάτω από τ’ άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, πήδησε από το στρώμα του, μ’ έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.

- Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι από το Μοριά, τότε να γυρίσεις και συ.

 

Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο βόϊβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν Μορογιάνης του Σουλ­τάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύ­τους. Εκεί να έβλεπες το ρωμαίικο τ’ ασκέρι! Ρίχτη­καν στα τούρκικα κονάκια, άρπαξαν ασημικά, άρπα­ξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ’ άλογα και δρόμο για τα χωριά τους.

- Σταθείτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολε­μήσουμε! τους φώναζαν οι καπετανέοι.

Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πως οι Τούρ­κοι γύριζαν πίσω. Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τούς χτύπησε ο καπετάν Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν.

- Τι θα κάνουμε τώρα: ρωτάει ο Σισίνης,

- Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο κα­πετάν Αντωνάκης.

Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρ­κους. Τους απαντήσαμε ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη μέση, και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς. Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ’ άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το βόλι θα χωθεί στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντά­κια, αγριάγκαθα, χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις μπορούσε να κουνηθεί. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάληκε τ’ άλογο του κι έφυγε.

- Σώσε με, παλικάρι, ν’ αγιάσουν τα πεθαμένα, σου· φωνάζει αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν’ αφήνουν πίσω τα γεράματα...

Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.

- Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου. Η Παναγιά ας βάλει το χέρι της.

Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· τα μάτια, μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.

Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξα­πλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο παλικάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.

Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ’ έσωσε από τα χέρια των Τούρκων. Από τότε γινή­καμε φίλοι· νύχτα ημέρα μαζί. Θα πήγαινε κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. Θα μ’ έστελναν με τον καπετάν Λάππα να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, δάκρυα, εκδίκησες! Ο ρα­γιάς άλλαζε· σήκωσε κεφάλι και κοίταζε άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.

Έτσι λίγο λίγο άλλαξα και γω. Ό,τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, η ορφάνια. Σ’ ένα μονάχα δε μπόρεσα ν’ αλλάξω, στη ματιά του Δήμου μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ’ άρματα και τα φορέ­ματα: Τι να κάμει το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθεί η ασημόβεργα της μάγισσας ν’ αλλάξει τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν’ αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα που με δαιμόνιζε. Δο­κίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ’ έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο στο πράσινο λιβάδι.

Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμαι κείνη τη μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σι­σίνης μας έστειλε μ’ εκατόν πενήντα παλικάρια στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον Αϊ-Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώ­νης το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ’ έτσι γονα­τιστή και θάμαζε. Εγώ – ξέρεις - μη με τηράς τώρα· τότε ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τρα­χηλιά το λαιμό μου, έκρυβα τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα κατα­καημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!

- Ορέ αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είναι φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.

Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και με έπι­ασε σύγκρυο.

- Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ’ από καιρό, θα λίγα πως είσαι γυναίκα. Και πώς σ’ αγάπησα! όχι· άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα έτσι!...

Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδε­ψαν στα φυλλοκάρδια μου τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Τ’ απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η μοσκοβολάδα. που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαριά και μαλακά σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφηνε να πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.

- Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.

Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακού­στηκε η φωνάρα του Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπή­κανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι άλλοι γκρεμίζονται και τους συνε­παίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κείτονται τα κόκαλά τους εκεί.

Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ’ αποδώ, αποκεί, φώναξα. Πού ν’ ακουστείς μέσα στην ανακατωσούρα και την αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκαλο και πέταε σπίθες. Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτω­σαν, έφτασαν κακοί κακώς στην Κουρτέσα. Τα παλικάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.

Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μου θάμπωνε τα μάτια. Έκατσα σ’ ένα κοτρόνι να ξεκου­ραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά σάβανα στο μα­κελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ’ αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλά­για πελώριοι· κάπου άστραφτε μια πιστολιά. Αναστενάγματ’ αποδώ, κλάματ’ αποκεί, που ήταν να φρίξει κανείς.

Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ’ απάνω κι έτρεξα πέρα δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα λιγοθυμούσα κι έπεσα σ’ ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογκητό πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·

- Δήμο! Δήμο μου!

- Χρύσαντε αδερφέ μου!...

Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα ’δινα για να του δώκω ζωή! Τι δε θα ’κανα για να γνωρίσει τι λογής ήταν η αγάπη μου!

- Άκου, Δήμο μ’! άκου, καλέ μου! έκραζα με­γαλόφωνα στ’ αφτί του.

Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! Παίξανε τα ματόφυλλα μια στι­γμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε πρωτύτερα; Ποιος ξέρει. Μα τι φταίω και γω; Άλ­λοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.

Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!

 

 

Η ΜΗΤΡΙΑ

 

Είναι κάπου είκοσι χρόνια κλειστά. Είκοσι χρόνια στο μνήμα το άραχνο ο Βασίλης· άλλα τόσα στο μνήμα των ζωντανών, στη φυλακή εγώ. Τώρα με τρώγ’ η ψείρα κι η κακομοιριά μα θυμούνται ακόμη στο χω­ριό τα καλά του Θανάση Βρυσώτη και δείχνουν τα σπίτια του στους ξένους.

Αχ, τι χρόνια και κείνα! τι ζωή βασανισμένη στους τέσσερους τοίχους της φυλακής, στους χίλιους μέσα και χωρίς συντροφιά!... Μα τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα το καποτάκι του παιδιού μου, που κάθε ώρα ψήλωνε βουνό μπροστά μου κι έδειχνε το Βασίλη με τα βόλια στο ριζάφτι. Τι λέω χωρίς συν­τροφιά; Είχα στα στήθη μου κάποιο πράμα που σφύριζε βουβά κι αδιάκοπα σαν άγρυπνη κουρούνα: φονιά! φονιά!... Και σαν σφάλιζα τα έρμα μου τα μάτια κι έγερνα το κεφάλι να πάρω λίγον ύπνο, έβλεπα τη Ζωίτσα με τα νυφιάτικα και τα λυτά μαλλιά της, χλωμή καθώς ήταν την ώρα που την απιθώσαμε στο μνήμα, να μου φωνάζει δυνατά:

- Σκυλί! τι έκαμες το παιδί μας; Πού είν’ ο αρρεβώνας που σ’ άφηκα;... Καταραμένος να είσαι!...

Και γω τιναζόμουν απάνω σαν το λάφι και γονα­τιστός της γύρευα συχώρεση. Όχι! δεν ήθελα να είμαι καταραμένος!...

Λένε πως το χειρότερο κακό να κάμει, ο άνθρωπος, άμα μετανιώσει, άμα με τα δάκρυά του γεμίσει ένα δισκοπότηρο, ο Θεός τον συχωράει. Εγώ χιλιάδες, ναι, χιλιάδες δισκοπότηρα γέμισα από τότε! Και όμως, και όμως τι; Τ’ αγλύκαντο νερό δε θέλει να ξεπλύνει τα μαύρα γράμματα! Α, ναι, το πιστεύω· δίχως το θέλημα Θεού μήτε πουλί στο βρόχι. Ποιος ξέρει τι αμαρτίες είχα και με παιδεύουνε τώρα; Ποιος θυμά­ται, αν τότε, μέσα στα καλά μου, συλλογιζόμουνα κανένα:

 

Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Εμένα με είχε ανα­γνώστη κι έλεγα τον Απόστολο κάθε Κυριακή στην εκκλησιά του χωριού μας. Εκείνος, όταν ήταν παιδί, έκανε τα δικά του. Για τούτο εμένα που μ’ έβλεπαν από μικρό, ήσυχο και ταπεινό, έλεγαν οι χωριανοί: από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο.

Ο πατέρας μου βιάστηκε να με παντρέψει.

- Μπορεί να κλείσω καμιά μέρα τα μάτια και να μην ιδώ τις χαρές του γιου μου· έλεγε.

Έξω απ’ αυτό ήθελε να με παντρέψει για να με κάμει παπά και να με αφήσει στο πόδι του σαν πεθάνει.

Έτσι ούτε το σπίτι έχανε τ’ όνομά του, ούτε μας έπαιρνε άλλος στο χωριό τα πρωτάτα. Εγώ, σαν μου το είπε, δε δυσκολεύτηκα, γιατί μου έδινε γυναίκα της καρδιάς μου. Μα από την πρώτη μέρα, την ημέρα του γάμου, φάνηκε πως δεν ήταν με θέλημα Θεού. Το θυμούμαι τώρα κάποτε και σηκώνονται τα μαλλιά μου. Τρεις φορές τα στέφανα έπεσαν από της νύφης το κε­φάλι στο χώμα! Κακό σημάδι! Η άμοιρ’ η Ζωίτσα γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα παραπονιάρικο, σαν να ήθελε από τη στιγμή του ταιριαμού μας, να μου θυμίσει την ώρα του παντοτινού χωρισμού. Κι έπειτα όταν έμπαινε σπίτι - ακούς, αδερφέ! - μέσα στη βιασύνη, ούτ’ ένα κομμάτι σίδερο δε βρέθηκε να βά­λουν στα πόδια της. Όλοι ένιωσαν πως το αντρόγυνο δεν ήταν στερεωμένο. Και να που έγινε αλήθεια! Απάνω στο χρόνο η Ζωίτσα πέθανε από τη γέννα... Κακομοίρα γυναίκα· η τύχη η δική μου σε συνεπήρε!... Ο κόσμος άρχισε αμέσως τα δικά του:

- Κλαίω εκείνη που πέθανε νια και παρανιά· αμ’ τι; το Θανάση! Εκείνος ήταν τυχερός που έζησε το παιδί και θα κρατήσει την προίκα! έλεγαν.

Μα δεν είν’ έτσι. Κλαίγε τον όποιου πεθάν’ η γυ­ναίκα και τ’ αφήσει και μικρό παιδί. Τι να κάμω; Πώς να τ’ αναθρέψω εκείνο το παιδί; Ήθελε βυζί· ήθελε συγύρισμα. Στο τέλος άκουσα τα λόγια των δικών μου και παντρεύτηκα πάλι.

Μα κάλλιο να ’τρωγε το κεφάλι της η συμπεθέρα, που τα ’φτιασε να μπάσω την Ακριβή στο σπίτι μου. Φωτιά έπεσε αμέσως και μας έκαψε. Ακούς, αδερφέ, ν’ αλυχτήσει τη μάνα μου, όταν μπήκε νύφη! Τ’ άκου­σαν οι συμπεθέροι που το είπε: Χαμ, χαμ, πεθερά! - να μπω γω νοικοκυρά! Κι η δόλια μάννα μου πού το ήξερε να πάει να κρυφτεί; Νύφη, σου λέει, μπάζω δεν μπάζω οχιά! Και μήπως το βράδυ; Το βράδυ, η σκύλα, έκατσε κι έφαε. Ο κόσμος βούιζε;

- Η νύφη του παπά έφαε, θαν τη φάει την παπαδιά.

Κι αλήθεια· σε τρεις μήνες πέθανε η μάνα μου. Σε λίγο πάει απόκοντα κι ο πατέρας μου!

Τώρα δεν απόμεινε άλλο ν’ αγαπάω στον κόσμο παρά ο Βασίλης, το παιδί της Ζωίτσας. Πόσα πέρασα όσο να τ’ αναθρέψω και κείνο!... Η Ακριβή από την ώρα που μπήκε στα σπίτι άρχισε δικό της λογα­ριασμό. Το παιδί τής καθότανε παλούκι στο μάτι· όλο με τα φου! και με το φου! το πήγαινε. Και μήπως μπορούσα να της μιλήσω; Μ’ έβανε μπροστά και πού να τα βγάλω με τη γλώσσα της! Δεν έκανα άλλο παρά να θυμούμαι τη συχωρεμένη τη Ζωίτσα και να κλαίω. Τι γλυκομίλητη! Τι ταπεινούλα γυναίκα!... Κι όσο θυμούμαι που έσπασα το πιάτο στο κεφάλι της μια μέρα. Ποιος ξέρει; Μπορεί από κείνο να πήγε παράκαιρα στο μνήμα, η δόλια!

Μα τι κακή ψυχή και κείνη η Ακριβή! Φαινότανε από το πρόσωπο. Τα μαλλιά της ήταν χοντρά, άγρια και κόκκινα· τα μάτια της γαλάζια και τ’ ασπράδι τους κίτρινο, λες και είχε χρυσή· η μύτη της γυριστή ως τα χείλη και τα χείλη της φουσκωτά και μπλάβα σαν μελιτζάνα... Άμα θύμωνε, λύκος έμοιαζε. Ωχ, π’ ανάθεμά την! Μ’ έκαμε κι έγινα με όλο τον κόσμο οχτρός. Κάθε ήμερα σήκωνε τη γειτονιά στο ποδάρι. Κατάντησε το σπίτι μου να βγάλει το χειρότερο όνομα. Ο Θεός να φυλάει από τέτοια γυναίκα! Ωστόσο ο Βασίλης, άξενε κι ομόρφαινε.

- Ε, να του ζήσει εκείνο το παιδί, έλεγαν οι χωριανοί. Σ’ ένα δυο χρόνια θαν το ’χει δεξί του χέρι.

Και πώς έμοιαζε της μάνας του! σαν δυο σταλα­ματιές νερό. Άμα με κοίταζε με κείνα τα μεγάλα και μαύρα μαύρα μάτια του, μου φαινόταν πως είχα τη Ζωίτσα μπροστά μου. Έκαμα κι άλλα παιδιά με την Ακριβή, μα να ειπώ την αμαρτία μου, ούτε ήθελα να τα βλέπω. Σιχάθηκα τη μάννα, σιχάθηκα και τα παιδιά. Για κείνο κι η Ακριβή θύμωνε.

- Κουρούνη! δεν τηράς και τ’ άλλα σου παιδιά! Δεν ξέρω τι βρίσκεις σ’ αυτό το τιποτένιο! έβριζε.

 

Έτσι διάβαιναν τα χρόνια. Ο Βασίλης έφτασε δεκαπέντε χρονών· παιδί παλικάρι! Σου πάταγε δουλειά για τρία μεροκάματα. Μα η Ακριβή δεν έπαυε τις γρίνιες της.

- Να σου ειπώ, Ακριβή, της λέω μια μέρα που έλειπε το παιδί. Τι έχεις και τρώγεσαι με το Βασίλη;. Τώρα το παιδί μεγάλωσε· καταλαβαίνει την προσβολή. Έπειτα οι σπιούνοι δε λείπουν από τον τόπο. Μπορεί να το κάμουν να θυμώσει και να μας πετάξει όξ’ από το σπίτι!

- Όξ’ από το σπίτι!...

- Ναι· το σπίτι είναι της μάνας του. Τα χωρά­φια, τ’ αμπέλια, όλα της μάνας του. είναι. Από σένα δεν πήρα τίποτα.

- Δεν πήρες τίποτα, μα πήρες γυναίκα που δε σου ’πρεπε, μ’ έκοψε κείνη θυμωμένη.

Ορίστε! μίλα της τώρα.

- Όλα καλά τα λόγια που λες, γυναίκα· μ’ αν θυμώσει ο Βασίλης, μας πετάει όξω και περπατούμε γδυτοί, εμείς και τα παιδιά μας.

Ωχ! σαν της είπα έτσι. Άναψ’ ο γιαλός και κάηκαν τα ψάρια.

- Να πάρει το σπίτι! Να περπατήσουν γδυτά και πεινασμένα τα παιδιά μου! Τα φαρμακώνω! φώναξε η σκύλα.

Εγώ τρόμαξα, καθώς την είδα έτσι. Κρύος ίδρω­τας μ’ έπιασε σαν άκουσα να ειπεί: τα φαρμακώνω! Μα τα λόγια μου έκαμαν τη δουλειά τους. Από τότε κλειδωνιά έβαλε στο στόμα της. - Βασίλη μου από δω - Βασίλη μου από κει, το πήγαινε. Έπαψε τις φωνές, έπαψε τις γρίνιες και άρχισε να καλοπιάνει και μένα... Πήγε η καρδιά στη θέση της. Α! δεν είναι άλλο καλύ­τερο από την ομόνοια μέσα στο σπίτι.

- Δόξα να ’χει ο Θεός! έλεγα που ’φαγα γλυκό ψωμί. Και λησμόναγα τα παλιά μου τα βάσανα.

 

Αχ! πού να ήξερα πως τα λόγια της ήταν γεμάτα φαρμάκι. Σε λίγο, σαν κατάλαβε πως μ’ έφερε στα νερά της, άρχισε να μου καλαναρχά τα λόγια που της είπα εγώ πρωτύτερα:

- Θα μας πάρει το βιός μας· θα μείνουμε γδυτοί και πεινασμένοι εμείς και τα παιδιά μας!

Μωρέ ας βγαίνει ο ήλιος κι ας βγαίνει στα βουνά! Ας ζει το παιδί μου κι ας κάμει ό,τι θέλει· έλεγα μέσα μου. Μα εκείνη τη δουλειά της· μέρα νύχτα τριβέλι με πήγαινε.

- Να· εγώ το σκοτώνω, σα δεν έχεις καρδιά εσύ! Σα δεν πονείς τ’ άλλα σου παιδιά!

Δεν είχα καρδιά! δεν πονούσα τα παιδιά μου! Αμ για κείνα τα παιδιά είναι που κάνει τόσα και τόσα ο άμοιρος ο γονιός. Κλέφτης γίνεται, άδικος, ψεύτης, φονιάς και πάντα για τα παιδιά του. Τι το θέλεις· μ’ έφαγε κείνη η γλώσσα! Όσο μπόρεσα βάσταξα· δεν μπόρεσα πια!

Ήταν θυμούμαι στα καλαμπόκια. Αποβραδίς ήρθαν δυο τρεις γειτόνοι και λέγαμε παραμύθια για να περάσ’ η ώρα. Είχαμε και λίγο κρασί και κουτσοπί­ναμε. Έβλεπα την Ακριβή που με συχνοκερνούσε με γέλια και χαρές· μα πού να ξέρω το φίδι που με δάγκωνε στην καρδιά! Σαν έφυγαν οι γειτόνοι πήγαμε και μεις να πλαγιάσουμε στην καλύβα. Ο Βα­σίλης, δεκάξι χρονών παλικάρι, κοιμότανε στ’ αλώνι, στο σωρό κοντά. Η Ακριβή άρχισε πάλι τη δουλειά της. Μου πιπίλισε το μυαλό με τα λόγια της. Εγώ ήμουνα σκοτισμένος από το κρασί. Δεν ήμουν πια ο Θανάσης Βρυσιώτης, ο προκομμένος του χωριού παρά ένα ζωντόβολο. Η Ακριβή το κατάλαβε και βάσταξε το σκοπό της. Και μέσα στο χάραμα, χωρίς να ξέρω τι κάνω, μ’ έβαλε στον τράφο, με γονάτισε, μου ’δωκε το ντουφέκι στο χέρι, κι έριξα!

 

Αχ! ανάθεμα που ακούει γυναίκας λόγια!... Πάει το παιδί μου, χάθηκε! Θυμούμαι στο αχνό φως του φεγγαριού, ένα μαύρο πράμα να κατρακυλά και να δέρνεται στ’ αλώνι! Και μέσα στο αλύχτημα των σκυλιών, άκουσα ένα ωχ! Εκείνο το ωχ! με πάγωσε. Όταν σε λίγο έτρεξαν οι χωριανοί, με ήβραν εκεί καρφωμένον, με το ντουφέκι ακόμη στο χέρι να τους κοιτάζω άλαλος.

Έξι μήνες έχω που βγήκ’ από τη φυλακή· μα δε μου βαστά η καρδιά να πατήσω στο χωριό. Αλήθεια μια φορά πήγα νύχτα να ιδώ και να φιλήσω το μνηματάκι του γιου μου· μα πού!...Τα κυπαρίσσια έγει­ραν να με δείρουν με τις κορφές τους και άκουσα να μου φωνάζουν:

- Πίσω φονιά! πίσω!...

Λάκισα· και γυρίζω τώρα χωρίς ελπίδα, χωρίς παντοχή, μακριά από το σπίτι μου, δίχως φίλους και δικούς.

Αλίμονό του που ακούει γυναίκας λόγια! Μα έγνοια σου και κείνη έμαθα την κατάντια της. Κακήν κακώς ξεψύχησε!...

 

 

 

Η ΜΑΝΑ

 

Πλάγιασα εκείνη τη νύχτα - φοβερή νύχτα του Δεκέβρη - μέσα σ’ ένα ανεμόμυλο του Τρουμπέ. Πλάγιασα, μα δεν κοιμήθηκα. Ο δρόλαπας έξω σάρωνε απ’ άκρη σ’ άκρη τον Κάμπο κι έκανε τους δρόμους αδιάβατους. Χίλιες φωνές και μύριοι χτύποι άλλαζαν στο λεφτό. Μόλις ξεθύμαινε το αστραπόβροντο, άρχιζε ο βόγκος του ανέμου κι έπειτα των κεραμιδιών ο θρή­νος και των δέντρων ο δαρμός. Και στο αναμεταξύ πηδούσε άξαφνα αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβά­γιας, και κείνη πλάκωνε ανάρια ανάρια η κλαγγή της καμπάνας. Κατά τη χαραυγή όμως ησύχασαν τα πάντα και όταν σηκώθηκα, ήβρα το μυλωνά στον προσηλιακό, κοντά στη σταχτερή γάτα του, να μπαλώνει ένα τρυπημένο σακί.

- Καλή νυχτιά κι απόψε ε; του είπα μόλις τον καλημέρισα.

- Θαρρείς πως μια γυναίκα θα ’κανε λιγότερο, αν της άρπαζαν το παιδί; με ρώτησε κείνος, κοιτάζον­τας περίεργα.

Τον κοίταξα και γω περίεργα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έχει να κάμει μια νύχτ’ αγριεμένη με μια γυναίκα που της αρπάζουν το παιδί. Μα ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, βρέθηκε πρόθυμος να μου αποδείξει πως έχει και παράχει και μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:

- Κοίτα δεξιά τους βράχους του Σανταμερού· κοίτα και ζερβά το κάστρο του Χλιμούτσι. Και τα δυο κάστρα τα έχουν χρόνους τώρα και καιρούς δυο νεράι­δες αδερφάδες. Μα κι οι δυο τους είχαν μια χαρά και μια λύπη. Εκείνη που πήρε το Χλιμούτσι χαιρότανε γιατ’ ήταν όμορφη και λυπόταν γιατί δεν είχε παιδιά.

Η άλλη που πήρε το Σανταμέρι λυπόταν γιατ’ ήταν άσκημη και χαιρόταν γιατ’ είχε παιδιά. Τα παιδιά, βλέπεις, είναι η μοναχή ευτυχία στα σπίτι. Όταν τα έβλεπε, το ένα να κυλιέται στο πάτωμα, τ’ άλλο να πηδά και να γελάει χωρίς αίτια, το άλλο να θέλει με το καλάμι να φτάσει το Θεό, λησμονούσε την ασκημιά της και όλα. Αν τηραζότανε καμιά φορά στον καθρέ­φτη κι έβλεπε το σύζαρο πρόσωπό της, τραβιότανε πίσω κι έλεγε χαμογελώντας:

- Τα νιάτα μου τα ’δωκα στα παιδιά μου.

Κι αλήθεια είχε πέντε σερνικά όμορφα σαν αχτίνες. Είχε κι ένα κοριτσάκι ίδια η Πεντάμορφη!

Μα η άλλη νεράιδα, που είχε το Χλιμούτσι, τι να ειπεί και πώς να παρηγορηθεί! Τι κι αν ήταν γαλανομάτα κι όμορφη; Τι κι αν έδινε το βιος της για να την κάμει ταίρι ο Αράπης της Αυλακιάς; Τι κι αν τα Ξωτικά του Λίντζη χαλούσανε τον κόσμο με τα ταμπουρλονιάκαρα, την ομορφιά της τραγουδών­τας. Όταν θυμόταν - και τα θυμόταν κάθε λίγο και λιγάκι, η δόλια! - πως ήταν μοναχή, καταμόναχη, στο κάστρο της· πως οι αυλές κι οι πόρτες και τα δώματα έμεναν έρημα, βουβά, ανατριχίλα την έπιανε κι έπεφτε του θανατά. Κι όλο έκλαιε, έκλαιε. Γιατί τάχα και κείνη να μην έχει ένα παιδί; Γιατί Θε μου, γιατί διάτανε! να μην έχει ένα παιδάκι, μικρό, παχουλό, ροδοκόκκινο παιδάκι, να κλώθει τα σγουρά του μαλλιά με τα δάχτυλά της, να δένει στο λαιμό της τα μικρά χεράκια του, να γελάει με το αθώο του γέλιο, να παίζ’ η γλωσσίτσα του λέγοντας αδιάκοπα:

- Μάνα, μανούλα μου γλυκιά!...

Μια μέρα που πήγε στην αδερφή της και γνώρισε την ευτυχία που χαρίζουν τα παιδιά, κόντεψε να τρελαθεί από τη θλίψη της.

- Να σου ειπώ, καημένη, δε μου δίνεις και μένα ένα παιδάκι; της είπε με τα δάκρυα στα μάτια.

- Τι το θες:

- Να το ’χω συντροφιά. Γένουμε τόσο κακά μοναχή μου! Αρρωσταίνω.

- Ου καημένη! Δε δοξάζεις το Θεό, που σε φύλαξε από δαύτα!

Η άσκημη έκανε τάχα πως είναι βαργομισμένη από τα παιδιά.

- Πάρε όποιο θες· είπε τέλος στην αδερφή της. Έτσι κι έγινε. Όταν έφυγε το βράδυ, πήρε μαζί της και το καμάρι του Σανταμεριού, την όμορφη κόρη της άσκημης νεράιδας.

Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή ούτε την κόρη της είδε πια η άσκημη. Χάνει μια ημέρα την υπομονή, κινάει και πηγαίνει στο Χλιμού­τσι. Μα βρίσκει το κάστρο έρημο και βουβό, τις πόρτες μανταλωμένες, χορταριασμένα τα δώματα. Χτυπάει τις πόρτες, δέρνει τους τοίχους, φωνάζει, κλαίει, μα τίποτα. Η νεράιδα η όμορφη με την όμορφη κόρη παίζει μέσα και γελάει και κάνει πως δεν ακούει τη μάνα, τη θλιβερή μάνα, που χτυπιέτ’ έξω και δέρνεται για την κόρη της, για την ίδια της την ομορφιά!...

Ο γερο-Ξηνταράς έκοψε εδώ το λόγο του, έκλεισε άλλη μια τρύπα του σακιού του και με κοίταξε κατάματα. Βέβαια ο μυλωνάς κάπου ήθελε να καταντήσει· μα περίμενε πρώτα να τον παρακινήσω. Έτσι και τα βόδια γνωρίζουν τα τέλος του δρόμου τους, μα στέκονται κάθε τόσο προσμένοντας το κεντρί του ζευγολάτη.

-Έτσι; τον ρώτησα.

- Ναι, είπε· και ξακολούθησε αμέσως. Από τότε η άσκημη δεν έχασε την ελπίδα να πάρει πίσω την κόρη της.. Κάθε τόσο κινάει και πηγαίνει στο κάστρο. Μα πριν κινήσει στολίζεται με τα καλύτερα ρούχα της· βάνει τα λαμπρότερα διαμαντικά και παίρνει μαζί όλες τις δούλες και τις βάγιες της με βιολιά και λαγούτα. Και σαν κινήσει, όλα περίγυρα ψυχωμένα κι άψυχα αναγαλλιάζουν. Ο ουρανός λάμπει ασυγνέφιαστος· η θάλασσα στέκει ακυμάτιστη· ο πλατύς κάμ­πος ανθίζει και μοσχοβολεί, όλα τα ζωντανά γλυκοζευγαρώνουν, πυρώνουν τα δεντρικά και στα χωριά ζεχειλίζ’ η χαρά, λες κι είναι Λαμπρή. Κι από το ένα βουνό ως το άλλο, φυσά στο διάβα της εν’ αεράκι, γεμάτο από μύριες αηδονόστομες λαλιές.

Μα όταν φτάσει στο κάστρο και το ιδεί σιδερομανταλωμένο κι άφωνο, παίρνει ολόγυρα τους πύργους κι αρχίζει με φωνή θλιμμένη και παρακαλεστική να ζητεί την κόρη, από την αδερφή της. Την ζητεί και της τάζει το Σανταμέρι με τους μεγεμένους κήπους και τ’ αεροκάμωτα παλάτια· με τις βρύσες τις δια­μαντένιες και τις μαργαριταρένιες σκάλες και τις ολό­χρυσες αυλές και τις ψηφιδωτές πόρτες και τους τοίχους τους σκαλιστούς. Και τέλος της τάζει να είναι κείνη κυρά κι αφέντρα ν’ αφεντεύει και τούτη να γίνει δούλα της να τη δουλεύει και πλύστρα της να την πλένει· να τρώει τ’ αποφάγια της, να πίνει τ’ απονιψίδια της, φτάνει να έχει μαζί την κόρη της τη χαϊδεμένη.

Τέτοια κι άλλα της τάζει. Μα κείνη κάνει πως δεν ακούει της αδερφής τα λόγια. Τότε απελπισμένη από την αδερφή γυρίζει γλυκομίλητη στην κόρη της και ­της τάζει. Της τάζει άντρα τής κάτω γης το γιο, διαμάντι το ρουμπίνι, που είναι τρανός και δυνατός σαν δράκος κι είν’ η γενιά του μεγάλη και πλατιά κι η μάνα του βαθύπλουτη και φοβερή.

Όμως από μέσα δεν απαντούν παρά τραγούδια κι όργανα, γέλια και χαρές, που μεγαλώνουν την οργή της. Και τότε αρχίζει να καταριέται τη σκύλα και παράνομη αδερφή. Τσαλαπατεί τα ρούχα και τα δια­μαντικά της, σκίζει με τα νύχια τα μάγουλα, ξεπλέκει τα μαλλιά της, σκούζει και ρυάζεται σαν ρύσος. Στηθοχτυπά τους τοίχους, γροθοκοπεί τις πόρτες, αδράζει με τα δόντια της τ’ αγκωνάρια, δέρνει και κλωτσά τ’ άψυχο χτίριο ώσπου πέφτει ξερνώντας αίμα και αφρούς. Οι δούλες τότε τη σηκώνουν να τη φέρουν στο Σανταμέρι. Μα στο γυρισμό της δεν είναι η χαρού­μενη μάνα, που πάει να πάρει το παιδί της. Είναι οργισμένη νεράιδα, δρόλαπας αρματωμένος με νερά και χαλάζι και σιφούνους. Η θάλασσα δέρνεται και βογκά σαν να νιώθει της μάνας τον καημό. Ο ουρανός σκοτεινιάζει θολώνουν τα τρεχούμενα νερά. Τα δεντρικά στρώνονται κοψομεσασμένα στο χώμα. Οι φοράδες απορρίχνουν και κακό θανατικό πλακώνει τα χωριά. Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει κι ακούεται στον άλλον κόσμο το κλάμα της.

Μωρέ! δεν είδα να μην έφαγε και τις φτερωτές του μύλου!...

Και ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, πήδησε από το κάθισμά του και πήγε να ιδεί μην έφαγε ο δρόλαπας τις φτερωτές του μύλου του.

 

 

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

 

 

Ένας άγουρος από το Σέχη αποφάσισε να πάρει γυναίκα. Την ήθελε τίμια και καλή, σαν τίμιος και καλός που ήταν κι ατός του. Το γύρισε αποδώ, το γύρισε αποκεί, σκέφτηκε το γερο-Μήτρο Γκιζώτη, που είχε δυο θυγατέρες. Καλός, σου λέει, ο πατέρας, καλά θα είναι και τα παιδιά. Κινάει μια σκόλη και προσκυ­νάει το γέροντα και του λέει το σκοπό του.

- Σαν είναι από το Θεό, παιδί μου, θα γένει· του απαντά εκείνος. Δυο δυχατέρες έχω. Για τη μια θέλω εκατό φλωριά για την άλλη δίνω εκατό φλωριά. Διάλεξε.

Ο άγουρος έμεινε δίβουλος.

- Να σκεφτώ· είπε.

- Σκέψου.

Σκέφτηκε πολύ, μα πάντα δίβουλος ήτανε. Κινάει και πάει σ’ έναν πατρικό του φίλο στα Φάρσαλα να του πάρει γνώμη.

- Ήρθα να μου πεις τη γνώμη σου, του λέει. Θέλησα να πάρω γυναίκα. Γύρεψα μια από τις δυχατέρες του γερο-Μήτρου Γκιζώτη, μα μου ’δωκε απόκριση παράξενη. Για τη μια, λέει, δίνει εκατό φλωριά· για την άλλη παίρνει εκατό φλωριά. Τι να κάμω;

- Τίποτα να μην κάμεις, του λέει εκείνος, παρά να κινήσεις να πας στην Καρδίτσα, να πάρεις γνώμη από τον αδερφό μου το μεγαλύτερο.

Μια και δυο ο άγουρος πάει στην Καρδίτσα. Ρω­τώντας αποδώ, ρωτώντας αποκεί, βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, το Φώτη. Ο Φώτης του φάνηκε μικρό­τερος από το Γιώργη, μα δεν είπε τίποτα. - Μπορεί να έχω λάθος, σου λέει.

- Το και το, διηγέται στο Φώτη. Πήγα στον αδερφό σου και με στέλνει σε σένα. Τι να κάμω;

- Τίποτα να μην κάμεις, του λέει και κείνος, παρά να κινήσεις να πας στα Τρίκαλα, να πάρεις γνώμη από τον αδερφό μου τον πιο μεγαλύτερο.

Κινάει ο άγουρος και πάει στα Τρίκαλα. Ρωτών­τας αποδώ, ρωτώντας αποκεί βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, τον Πάνο. Ο Πάνος του φάνηκε πιο μικρό­τερος κι από το Φώτη κι από το Γιώργο μα δεν είπε λέξη.

- Το και το, λέει στον Πάνο. Τι να κάμω;

- Εύκολο πράμα γύρεψες, είπε κείνος. Πάμε απάνου στον οντά και θα σου ειπώ.

Πήγαν απάνω στον οντά, κάθισαν σταυροπόδι στο πέφκι, η νοικοκυρά έφερε τσίπουρο να τους κεράσει, έφερε κι ένα πεπόνι για σαλατικό.

- Τι πεπόνι είναι τούτο, ορέ γυναίκα! λέει ο Πάνος θυμωμένος· φέρε μας άλλο.

Πήγε κι ήρθε η γυναίκα, έφερε άλλο.

- Δεν είναι καλό, καημένη! είπε ο Πάνος· φέρε μας άλλο.

Έτσι την παίδεψε κάμποση ώρα. Εκείνη το ’παιρνε το πεπόνι κι έφερνε άλλο· μα κανένα δεν άρεσε του νοικοκύρη. Στο τέλος κράτησε ένα κι έδιωξε τη γυ­ναίκα του.

- Σαν πόσα πεπόνια λες πως έχω στο κελάρι; ρωτάει τον άγουρο.

- Ξέρω και γω· θα έχεις πολλά.

- Ένα μοναχά. Μα ιδές τι γυναίκα την έχω! Πήγε κι ήρθε είκοσι τριάντα βολές και άχνα δεν έβγαλε να με δυσαρεστήσει. Τα αδέρφια μου σου είπαν πως είναι μικρό­τερά μου, κι αλήθεια είναι μικρότερά μου. Μα για να έχουν δύσκολες γυναίκες γεράσανε γλήγορα· εγώ για να έχω καλή στέκω πάντα νιος. Πήγαινε, δώσε τα εκατό φλωριά και πάρε γυναίκα να σου κυβερνάει το σπίτι.

Τρέχει ο άγουρος στο Σέχη, βρίσκει το γερο-Μήτρο Γκιζώτη.

- Πάρε τα φλωριά και δώσ’ μου τη γυναίκα με την ευκή σου, του λέει. Μα άφησε και μένα λίγα να κάμω τους γάμους.

- Πάρε τα δέκα φλωριά, πάρε και τη γυναίκα με την ευχή μου· λέει ο γέρος.

Πήρε τη γυναίκα ο άγουρος, έκαμε τους γάμους, έφαγε τα φλωριά· σε δέκα ήμερες έμεινε γκαλντερίμ τσελεπής! Κάθεται και συλλογέται πώς θα γυρίσει το σπίτι του. Τον είδε η γυναίκα του στενοχωρεμένο· το έφερνε αποδώ, το έφερνε αποκεί να τον ρωτήσει, μα ντρέπουνταν. Δέκα μερώνε νύφη! σου λέει. Τέλος παίρνει την απόφαση, πάει και τον προσκυνάει.

- Με τους ορισμούς σου, άντρα μου, και κάτι να σε ρωτήσω, του λέει. Τ’ έχεις κι είσαι συλλογισμένος; Τα ’δωκες όλα τα φλωριά του γέρου;

- Όλα.

- Και δεν έχουμε να πορέψουμε;

- Λεφτό τσακισμένο.

- Εγώ να σου δώκω.

Βγάνει και του δίνει μια στάμπα.

- Να ετούτη τη στάμπα· να πας στα Αμπελάκια να την πουλήσεις· - έτσι έδινα και του πατέρα μου. Αν δε σου δώκουν διακόσια γρόσια να μην τη δώκεις.

- Ούτ’ εκατόν πενήντα;

- Ούτε· διακόσια σωστά.

- Καλά.

Κινάει εκείνος και πάει στ’ Αμπελάκια. Τότε τ’ Αμ­πελάκια ήταν μεγαλύτερα κι από τη Λάρισα. Δείχνει στον έμπορο τη στάμπα εκείνος τη βρίσκει καλή.

- Πόσο την πουλάς;

- Διακόσια γρόσια.

- Να σου δώκω εκατό... εκατόν πενήντα... εκατόν ογδόντα;

-Όχι, διακόσια μου είπε η γυναίκα μου.

- Να διακόσια. Μα δε μου λες, ό,τι σου ειπεί η γυναίκα σου θα κάμεις:

-Ό,τι θέλω γω! λέει εκείνος θυμωμένος· όχι ό,τι μου ειπεί η γυναίκα μου.

- Μα να τώρα στη στάμπα.

- Στη στάμπα άλλο· μα ό,τι θέλω γω κάνω.

- Και το δέχεται η γυναίκα σου:

- Το δέχεται.

- Έλα να βάλουμε στοίχημα...

- Τι στοίχημα;

- Πήρες τώρα διακόσια γρόσια. Να τα ξοδέψεις όλα στα λοβώτερα πράματα· να πάρεις και μας μουσαφιρέους, κι άμα ειπεί καλά έκαμες να μου παίρνεις το μαγαζί.

- Δέχουμαι.

- Αλλιώς να σου παίρνω τη γυναίκα.

- Πάλι δέχουμαι.

- Αρχίνα από τώρα.

Βγαίνει ο άγουρος στο παζάρι, βλέπει έν’ άλογο.

- Πόσο θες στ’ άλογο;

- Διακόσια γρόσια.

- Πάρ’ τα.

Καβαλάει τ άλογο. - Πάμε, λέει στους ξένους του. Βγαίνουν παρόξω, φτάνουν στη Λάρισα, απαντούν ένα με το γομάρι του.

- Ρε με το γομάρι, λέει ο άγουρος· μου το δίνεις να σου δώκω τ’ άλογο;

- Πάρ’ το.

Δίνει τ’ άλογο παίρνει το γομάρι. Πάνε παρακάτω, απαντούν μια γυναίκα, που είχε τρία γαλιά. Δίνει το γομάρι ο άγουρος παίρνει τα γαλιά. Τραβούν, φτά­νουν με το ηλιόγερμα στο Σέχη.

- Έλα, γυναίκα κι έχουμε ξένους απόψε· φωνάζει στη γυναίκα του και της δίνει τα γαλιά.

- Πούλησες τη στάμπα;

- Την πούλησα.

- Κοπιάστε στον οντά και γω ’τοιμάζω. Ανέβηκαν εκείνοι στον οντά. Η γυναίκα έσφαξε τα γαλιά, τα ’τοίμασε, έστρωσε το σοφρά και κάλεσε τους ξένους να καθίσουν. Εκεί που τρώγανε, γυρίζει ο έμπορος και λέει της γυναίκας:

- Ξέρεις τι σου ’φτιασε ο άντρας σου;

- Σαν τι;

- Πούλησε τη στάμπα διακόσια γρόσια.

- Τόσα του είπα.

- Μα τα ’δωκε όλα και πήρε άλογο.

- Πάλι καλά· πώς να ’ρθει πεζός απ’ τ’ Αμπελάκια;

- Μα δεν είν’ αυτό μονάχα. Έδωκε τ’ άλογο και πήρε γομάρι.

- Καλά κι άγια. Τι να κάμει, σου λέει, τ’ άλογο στο χωριό; Καλύτερα το γομάρι, που κάνει όλες τις δουλειές και ζει όπως κι όπως.

- Μα που έδωκε στο τέλος το γομάρι για να πάρει τρία γαλιά; λέει ο έμπορος αγαναχτισμένος από την καλοσύνη της.

- Τι να κάμει; Σαν είδε και του κολλήσατε να σας πάρει μουσαφιρέους, το γομάρι τι το ήθελε; Γομάρι θα τρώγατε!

- Άιντε μωρέ! λέει ο έμπορος τραβώντας τα γένια του.

Έτσι πήρε ο άγουρος το μαγαζί με την άξια τη γυναίκα, του κι έμεινε ο έμπορος γκαλντιρίμ τσελεπής.

 

 

 

Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑΡΧΗΣ

 

 

Ακολουθούσα κάποιο απόσπασμα στου Κίσαβου τα χωριά. Μόλις φτάσαμε στη Σπηλιά, ο αποσπασματάρχης μοίρασε στα κονάκια τους στρατιώτες και μεις πήγαμε στου πάρεδρου το σπίτι. Η νοικο­κυρά, καλοδέματη γυναίκα, με το «καλώς κοπιάζετε» ήρθε κι έριξε μπροστά μας το σοφρά και καθίσαμε σταυροπόδι χάμω, μαζί με το νοικοκύρη, που μας φίλευε. Το τραπέζι ήταν καλό και πλούσιο. Ο σύν­τροφός μου με τα ορθά μουστάκια του, το ηλιοψημένο πρόσωπο και τον τσουχτερό βούρδουλά του εφρόντιζε πάντα να δείχνει πως δε χωρατεύει με το φαγί. Ένα οψιμογέννητο κατσίκι βρισκότανε ροδισμένο στο ταψί· ένα καρβέλι από νιο σιτάρι άχνιζε και πεντοβολούσε στο σοφρά· ένα κλειδοπίνακο με τυρί χιονάτο κι η πίτα έμεναν στο παραθύρι για κάθε χρεία. Ακόμη καμάρωνε στο πλευρό του νοικοκύρη η πλόσκα με κρασί της Ραψάνης, που τραβούσε από μακριά κάθε κρασοπατέρα.

Η νοικοκυρά έφερε το πισκίρι, τ’ απλώσαμε στα γόνατα κι άρχισε η δουλειά. Βαριά δουλειά το φαγί· τι τα θέλεις! Φαντάσου να κάθεται κανείς κάπου μια ώρα, να κουνεί ζερβόδεξα τα χέρια του, να χτυπάει απάνω κάτω τα σαγόνια του, να πασαλείφει τα μουστάκια και να έχει μονάχη φροντίδα την παλιοκοιλιά του! Δεν ξέρω· μα για μένα το φαγί μου φαίνεται βαρύτερο κι από του λιναριού τα πάθη.

Η αλήθεια είναι πως δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα. Τρανή απόδειξη έχω το νοικοκύρη, που ξεκοκάλιζε αλύπητα το ψητό, και το σύντροφό μου, που άρπαζε απ’ όλα και κει που έριχνε στο στόμα του, σύνωρα πετούσε κρέατα και ψωμί στα σκυλιά, χωρίς να φροντίζει για τις φλοκωτές κουβέρτες που στρώνανε το πάτωμα. Καπετάνος, σου λέει, κι ό,τι θέλει κάνει· σε σκοτώνει και σε πληρώνει!

Άξαφν’ ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή και βαριά πατήματα στη σκάλα και σιγαλινές φωνές. Ο πάρεδρος σηκώθηκε να ιδεί τι τρέχει και σε λιγάκι έμπασε δυο χωριάτες. Ήταν ένας γέροντας ψηλός και λιγνός κι ένας νέος ομορφοκαμωμένος,

- Καλώς τα χαιρώστε! ευχήθηκαν κι οι δυο, φέρνοντας το δεξί χέρι στο στήθος.

- Καλώς τους· απάντησε ο καπετάνος, καθίστε.

Έδειξαν πως ντρέπονται, ζήτησαν με το βλέμμα γύρω τη θέση και στρώθηκαν σταυροπόδι κατάχαμα. Ο πάρεδρος τους έδωκε την πλόσκα κι έπιαν απόλιγο, αφού χαιρέτισαν μ’ ένα:

- Στην υγειά σας, καπετάνιοι· να χαιρώστε τα γαλόνια σας κι άλλα να κερδίστε.

- Τι είναι, ρε παιδιά; Πώς ήταν κι ήρθατε; τους ρώτησε ο σύντροφός μου, παίζοντας με τα κεφάλια των σκυλιών του.

- Με το συμπάθιο, καπετάνε, έχουμε κάτι να μιλήσουμε είπε ο γέροντας ξαναχαιρετώντας. Η Γιώργης, το παιδί αποδώ, έχει να πάρει τη δυχατέρα μου, το Ασημώ, γυναίκα. Αύριο, που ξημερώνει Κυριακή, λέμε να κάνουμε τα στέφανα. Ήρθαμε το λοιπό να σας παρακαλέσουμε να κοπιάστε στη χαρά μας.

- Εύκολο πράμα· είπα εγώ αμέσως. Να ζήσεις, Γιώργη· θα ’ρθουμε δίχως άλλο.

Ο Γιώργης κοκκίνισε, χαμήλωσε το κεφάλι στενο­χωρημένος και δεν απάντησε.

- Δεν είν’ αφτό μονάχα, εξακολούθησε ο γέροντας· έχουμε κι άλλα να μιλήσουμε. Εγώ, καπτάνε μ’, καθώς το συνηθάμε στον τόπο μας, είχα αρρεβωνιασμένη από μικρή το Ασημώ μου με τον Τασό, του Μήτρου Πάλλα τον υγιό. Είμαστε φίλοι παλαιοί με το Μήτρο· οι φαμίλιες μας νταμ παπαντάμ συγγενολογιόνται. Σαν έκλεισε τα δυο χρόνια το Ασημώ μου ήρθε η Μήτρος να τη συβάσει για τον Τασό του. Το θυμάμαι σαν να ήταν σήμερα. Μόλις απόλυσε η εκκλησιά - Κυριακή ήταν - μια και δυο στο σπιτικό μου. Πήρε το Ασημώ στα γόνατά του, του ’βαλε στο χέρι ένα μετζίτι και λίγα στραγαλάκια, το φίλησε και του είπε: Σε συβάζω με το υγιό μου τον Τασό. Εκείνο το σιχαμένο έβαλε κάτι γέλια!...

- Το χαμόθελε φαίνεται· είπα εγώ γελώντας.

- Μπα δεν καταλάβαινε το ζλάπι! εσυμπέρανε ο γέροντας. Μα θα πεις ποιος τα ξέρει κι όλα; Θηλυκό ήταν, άντρα του ’διναν· ποιος λέει πως δεν τ’ αρέσει το μέλι; Ωστόσο ήταν συβασμένο το Ασημώ μου με τον Τασό. Όσο μεγάλωναν, τόσο γνωριζόντανε καλύ­τερα. Το συγγενολόι του Μήτρου έκραζε νύφη του το Ασημώ· και το δικό μου συγγενολόι έκραζε γαμπρό του τον Τασό. Όλο το χωριό το ήξερε. Δεν είμαστε δα και πολλοί κι ο ένας κρύβεται πίσω από τον άλλον...

- Ως εδώ καλά πάμε είπε ο καπετάνος, καλοξαπλωμένος σε μια προσκεφαλάδα.

- Χμ!... έκαμε ο νοικοκύρης, κουνώντας δισταχτικά το κεφάλι.

- Καλά· μα τώρα να που βάλθηκε τούτος ο σατα­νάς και ξεμυάλασε τη δυχατέρα μου· είπε ο γέροντας δείχνοντας το παιδί. Δε σου λέω, πρόσθεσε· το φταί­ξιμο το έχει η Τασός που έγινε ένας κουτοβόμπιρας. Μπορεί εκείνος να κυβερνήσει ένα θεοκόριτσο σαν το Ασημώ μου; Είδε, που λες, η κόρη τούτο το ελάτι, πού να σκύψει να ιδεί το γαϊδουράγκαθο! Η οξιά με το γαϊδουράγκαθο μαθές πάει;

- Βέβαια όχι· αποκρίθηκα. Η οξιά θέλει το ελάτι κάνουν αντρίμια αντρειωμένα.

Το παιδί γύρισε τα μεγάλα μάτια του απάνω μου, βέβαια θέλοντας να μ’ ευχαριστήσει.

- Α, ντε! το ίδιο λέω και γω. Μα η Τασός δεν ήξερε να ειπεί το ίδιο. Έκαμε αρχή από τα δάκρυα και τις παρακάλιες. Μα σαν είδε την κόρη, που ήταν έτοιμη να τον καταχερίσει με τον κόπανο, λύσσαξε. Λύσσαξε μαζί και το συγγενολόι του και φοβερίζουν να κάψουν και να σκοτώσουν.

- Και συ τι λες: ρώτησα το γέροντα.

- Εγώ τι να ειπώ; αποκρίθηκε σηκώνοντας τους ώμους· δίκιο έχει κι η κόρη, δίκιο και το παιδί. Το φταίξιμο το έχουμε μεις οι γονιοί, που πάμε και σκλα­βώνουμε τη ζωή των παιδιώ μας.

- Αμ σαν το ξέρτε, γιατί δεν το κόβετε; ρώτησε ο σύντροφός μου.

- Δεν το ξέραμε, καπετάνε! Πετάχτηκε τώρα ο νοικοκύρης. Έτσι το βρήκαμε μιας αρχής· έτσι παντρεύτηκα και γω κι οι γονοί μας κι οι γονοί τω γονιώ μας. Πρώτα σήμερα γίνεται ν’ αρνηθούν τη σύβαση.

- Έτσι το είχατε, μα τώρα το χαλάμε μεις! είπε δυνατά, ανοίγοντας πρώτη φορά το στόμα ο Γιώργης.

- Και τώρα τι θέλτε από μένα; ρώτησε χαμογε­λώντας ο σύντροφός μου.

- Σαν ο θεός σας έστειλε, καπετάνοι μου, είπε ο γέροντας με παρακαλεστική φωνή, να μας κάμετε χατίρι να ρθείτε και λόγου σας, σα θα πάμε τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Εκείνοι λεν πως θα ’ρθουν να την αρπάξουν μες από τους καλεσμένους· λεν να σκοτώ­σουν το γαμπρό· ξέρω τι κακό με βρίσκει; Λυσσα­σμένος σκύλος, όπου φτάσει δαγκώνει. Σώσε μας, καπτάνε μ’, και να γενούμε σκλάβοι σου.

- Καλά· σύρτε τώρα στο καλό. Αύριο τα λέμε πάλι είπε με επιφύλαξη ο σύντροφός μου.

 

Την αυγή, που κατεβήκαμε στο μεσοχώρι, πρώτη δουλειά του καπετάνου ήταν να μάθει τι και ποιος αυτός ο Μήτρος Πάλλας και το συγγενολόγι του. Όχι αν ήταν μεγαλόσωμος και παλικαράς ή αν βαστιό­τανε το συγγενολόγι του στο χωριό. Μα με τι κόμμα ήταν και ανάλογα να φερθεί. Γιατί - να τα λέμε μεταξύ μας - ένας αποσπασματάρχης δεν πηγαίνει να τσακίζει τα κέρατά του στα κατσάβραχα, ούτε η υπερεσία στέλνει τον τυχόντα. Πάντα πηγαίνει εκεί­νος που θα φροντίσει, βέβαια, για την τάξη, μα θα δουλέψει και τον ισχυρό της ημέρας. Και ο σύντροφός μου ήταν αλήθεια λαμπρός αξιωματικός, είχε όμως και κοινωνικές υποχρεώσεις ο άνθρωπος, σαν κάθε άν­θρωπος. Αν δεν είχε τον κομματάρχη του, ποιος θα διόριζε, χάρη λόγου, τον αδερφό του στη μια θέση ή τον ξάδερφό του στην άλλη θέση; Ποιος θα φρόντιζε ν’ αθωωθεί από το κακούργημα ο γαμπρός του ή να πάρει «κατ’ οίκον νοσηλεία» ο τάδε κατάδικος συγ­γενής του. Και ποιος θα έστελνε τον ίδιον αποσπασματάρχη να ξεκοκαλίζει οψιγέννητα κατσίκια και να παίρνει τον καφέ του κάτω από τον πλάτανο, εδώ που οι χωριάτες τον παραστέκουν σαν τον Αβδούλ Κερίμ πασά; Έκραξε τον πάρεδρο και τον ρώτησε.

- Του Τσομάκη· ούλοι μονόβολο του Τσομάκη! Άτιμη φάρα! κακή γενιά! ούλοι του Τσομάκη ένε! αποκρίθηκε με αγανάχτηση εκείνος.

Ο καπετάνος εγνώριζε πως ο Τσομάκης ήταν αντίπαλος του Τσότρα, που είχε χρέος να συντρέξει. Πριν να φύγει από τη Λάρισα, πήγε πρώτα να πάρει δια­ταγές από τον αρχηγό του στρατού κι έπειτα ίσια στον αρχηγό της πολιτικής. Έμαθε ποιοι ήταν οι φίλοι, ποιοι οι εχτροί. Ποιον θ’ αφήνει ελεύθερο και ποιον θα κατατρέχει. Ποια εντάλματα θα ενεργηθούν και ποια θα μείνουν. Άρα στην άτιμη αυτή φάρα του Πάλλα όλα έπρεπε να ενεργηθούν. Άνοιξε αμέ­σως το φύλακά του, διάβασε τα χαρτιά, μα κανένα δεν ήταν για τον Τασό και τους δικούς του. Κρίμα! μεγάλο κρίμα!

- Δεν έκαμε τίποτα έτσι, που να πίνει νερό, να τον στείλουμε μέσα; ρώτησε πάλι τον πάρεδρο.

- Δεν έκαμε· είπε με μεγάλη του λύπη εκείνος· μα ένε αλογοσούρτης.

- Έκλεψε τώρα κοντά κανένα άλογο;

- Τώρα δεν έκλεψε, μα πάντα κλέβει...

Ο καπετάνος κούνησε τα κεφάλι. Αν ήταν έτσι, έπρεπε να συλλάβει όλο το χωριό. Τίποτ’ άλλο δεν έχει;

Έμειναν και οι δυο σκυφτοί, συλλογισμένοι απάνω στα πεζούλια, κι ο γεροπλάτανος άπλωνε τα κλαριά του και ίσκιωνε όλο το μεσοχώρι. Έξω από το καφε­νεδάκι οι στρατιώτες, λεροί και ξεκούμπωτοι, με το απαραίτητο λυτάρι στην ξιφολόγχη τους κουτσόπιναν τσίπουρο κι έπαιζαν την κοντσίνα. Οι χωριάτες μα­κρύτερα μπουλούκια μπουλούκια κρυφομιλούσαν συνατοί τους και κοίταζαν με σεβασμό και ζήλεια τον πάρεδρο, που είχε τόσο τα πιστά του καπετάνου. Κάτω πρασίνιζαν τα δασωμένα πλάγια του βουνού και κατάμπροστα φάνταζε η κοιλάδα του Κισερλή με τα δάση και τα χωριά της και παραπέρα της Λάρισας ο κάμπος. Ζερβόδεξα τα σπίτια του χωριού, φτωχικά και σκουντουφλιάρικα, ροβόλαγαν να γκρεμιστούν στη λαγκαδιά κι απάνω ψήλωνε σουβλερή και κατάξερη του Κίσαβου η κορφή.

Άξαφνα κάτω από το μονοπάτι ακούστηκαν φωνές, σα να μαλώνανε άντρες μαζί και γυναίκες και σε λίγο φανήκανε δυο χωριάτες κόκκινοι, ιδρωμένοι και πίσω τους πλήθος γυναικόπαιδα.

- Τι είναι μωρέ; τους φώναξε ο καπετάνος άγρια.

- Τι να σου ειπώ, καπτάνε μ’ και κυρ καπετάνε! είπε ο ένας! Να, η Πάλλας η Τασός πάησε κι έκοψε πάγο από το μαγαζί μου να τον πουλήσει στη Λάρσα.

- Έκοψε πέντ’ έξι καντάρια πάγο! Άλλον έτριψε, άλλον πάτησε· μας έχασε φτωχούς ανθρώπους η Τασός! πρόσθεσε ο άλλος.

- Για κάτου ένε τα φορτώματα, καπτάνε μ’· έλα να τα ιδείς, φώναξαν κι οι γυναίκες.

- Σιγά ν’ ακούσω· πρόσταξε ο καπετάνος χαμο­γελώντας. Δεν έχει ο Τασός μαγαζί;

- Έχει, πως δεν έχει; απάντησε ο πρώτος. Και γω έχω κι η Τασός έχει κι η Γιώργης κι η Διαμαν­τής κι όλοι.

- Τότε πού τον είδατε πως έκοψε απ’ το δικό σας κι όχι απ’ το δικό του μαγαζί;

- Τον είδαμε· έχουμε ανθρώπους, που τον είδαν· αμ’ πώς!

- Ποιοι είναι; φέρτε τους.

- Να η Στέργιος· ρε Στέργιο!...

0 Στέργιος ήταν μπροστά του· μα κείνος δεν τον έβλεπε από το θυμό και τον ζητούσε ξέμακρα.

- Πες μου, τον είδες εσύ; ρώτησε αυστηρά ο καπε­τάνος τον μάρτυρα.

- Τον είδα, καπτάνε μ’· έκοβα ξύλα και τον είδα που διάηκε ίσα στα μαγαζί του Γκόλφη.

- Μοναχός ήταν;

-Όχι· ήταν κι η Τασούλας.

Δεν ήθελε περισσότερα ο ανακριτής. Αμέσως έδωκε διαταγή στους στρατιώτες και σε λιγάκι κουβάλησαν στο μεσοχώρι όλο το συγγενολόγι του Πάλλα. Ήταν γέροντες και νέοι και μισόκοποι, όλοι όμως στιβαροί και μελαψοί άντρες. Άρχισε την ανάκριση. Οι κατη­γορούμενοι έλεγαν πως έκοψαν τον πάγο από το δικό τους μαγαζί και το συγγενολόγι όλο τους υποστήριζε με όρκο. Ο Γκόλφης όμως κι ο Στέργιος έλεγαν τ’ αντίθετα και τους υποστήριζαν οι άλλοι κι οι γυναί­κες έπαιρναν από μακριά το μέρος τους. Η ανάκριση έτσι κατάντησε συζήτηση μεταξύ τους. Ήρθαν στα λόγια, έπειτα στις βρισές και τ’ αγριοκοιτάγματα κι ήταν έτοιμοι ν’ αρπαχτούνε στα χέρια. Ο καπε­τάνος έλυσε το βούρδουλά του, ρίχτηκε στη μέση και τους αλώνισε. Έπειτα τους κάλεσε πάλι, διόρισε τρεις να πάνε στα μαγαζιά και να φέρουν την αλή­θεια. Τέλος φώναξε δυνατά και αυστηρά:

- Λοχία Κοτρώτσο!

- Παρών!

- Τον Πάλλα και λοιπούς να τους κλείσεις στ’ αχούρι του παρέδρου. Δε θα βγουν, αν δεν καθαρίσουμε την υπόθεση.

 

Το σπίτι της νύφης ήταν στα Μισακό Μαχαλά. Όλες οι ετοιμασίες του γάμου έγιναν την περασμένη βδομάδα μυστικά, από φόβο των Παλλαίων. Αφού όμως πάτησε το απόσπασμα στο χωριό, ζωηρέψανε· και τώρα που ο Τασός κι οι συγγενείς του κλείστηκαν τη φυλακή, βγήκαν στα φόρα.

Το απομεσήμερο κινήσαμε να πάρουμε τη νύφη. Ο σύντροφός μου άφησε κάθε πόζα. Ο πατέρας της νύφης ήταν φίλος του Τσότρα, καθώς κι ο γαμπρός και κείνοι, που κατηγορούσαν τώρα τον Πάλλα. Ήταν λοιπόν μεγάλο συγγενολόγι κι έπρεπε να το περιποιηθεί, για να κεντήσει των άλλων τη ζήλεια. Προσφέρθηκε μόνος του να γίνει και κουμπάρος. Ο πατέρας πάλι του γαμπρού, για να τιμήσει τέτοιον κουμπάρο, πήρε κι ένα μονόματο μουσικό, που γύριζε στα χωριά με το κλαρίνο του και σήκωνε τον κόσμο στο ποδάρι.

Όταν φτάσαμε στο σπίτι της νύφης, έπεσε μια πιστολιά χαιρετισμός του συμπεθεριού. Έπειτ’ ανέβηκαν όσοι χωρέσανε απάνω, έγινε το μυστήριο κι έπειτα από την άλλη ράχη γυρίσαμε πάλι στο σπίτι. Ξέχασα να ειπώ, ότι στο δρόμο οι στρατιώτες παράστεκαν με τα όπλα τους κι έριχναν κάθε τόσο κι από μια μπα­ταριά. Οι συγγενείς πήγαιναν να φρενιάσουν από τη χαρά τους. Ας έρθουν τώρα οι Παλλαίοι να φοβερί­σουν. Καπετάνος στεφανώνει! στρατιώτες πυροβολούν! Πού ξανακούστηκε τέτοια τιμή στο χωριό!...

Η νύφη αληθινά ήταν όμορφη. Μια ομορφιά αγρο­τική από κείνες που δίνουν βάση για δυναμωμένα παιδιά και βαθιά γεράματα. Και καθώς είχε στραβά τον κεντητό κεφαλοδέτη και το στήθος μεστωμένο και τους ώμους πλατείς, με τ’ ασημάρματα και την κόκ­κινη φουστανοποδιά της, έλεγες πως ήταν ανθισμένη οξιά - όχι γυναίκα. Μα κι ο Γιώργης δεν ήταν χειρό­τερός της. Ένας λεβέντης ως εκεί πάνω! με το μαυρομάντιλο στο κεφάλι, με την κεντητή γκιούρντα, με τα μεγάλα γλυκά του μάτια ήταν να τον χαίρεται κανείς. Αληθινά, μόνον ο Γιώργης μπορούσε να κυβερνήσει ένα θεοκόριτσο σαν την Ασημώ.

Έπειτ’ από λίγη ώρα νύχτωσε. Μέσα στον χαμη­λόν όντα, απάνω από τις μάλλινες απλάδες έστρωσαν το μεσάλι και κάθισαν γύρω οι καλεσμένοι. Ο μουσι­κός έπαιζε τώρα, για τιμή του καπετάνου βέβαια, το Λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου! Την απάνω θέση είχε ο κουμπάρος· δεξιά του καθότανε ο γαμπρός κι αριστερά του εγώ για παρακουμπάρος. Έπειτα καθόντανε γύρω οι υπαξιωματικοί κι οι άλλοι καλεσμένοι. Γυναίκα δε φαινότανε στον οντά και οι φίλοι του γαμπρού είχαν όλη την κυβέρνια της τάβλας. Έκο­βαν το ψητό και το έριχναν μπροστά στον καθένα. Γέμιζαν τα ποτήρια κρασί κι έπειτα έφερναν γύρω την πλόσκα. Όταν έφταναν στην άκρη και δεν είχαν τόπο να περάσουν, γυρίζανε ξυπόλυτοι απάνω στο μεσάλι. Άξαφν’ ακούστηκε μια φωνή από κάτω:

- Ζήτου η Τσότρας!...

Παραξενεύτηκα. Γύρισα να ρωτήσω το σύντροφό μου, μα δεν έδωκε καθόλου προσοχή. Τον είδα μόνον να χαμογελάσει, να στρίψει αρειμάνια το μουστάκι του και να κεντήσει με το γόνα το γαμπρό.

- Ζήτου η Τσότρας!... ακούω πάλι.

Ήμουν έτοιμος να δευτερώσω το ρώτημά μου, όταν άκουσα τριποδισμό στη σκάλα κι είδα σε λίγο να φανερωθούν στον οντά ο λοχίας πρώτος και όλοι οι φυλακισμένοι κατόπιν του.

- Ζήτου η Τσότρας!... φώναξαν άλλη μια. Και στρώθηκαν κατάχαμα.

-Έτσι ρε παιδιά· είπε ο καπετάνος γελαστός· τώρα σας χαίρουμαι. Να είστε μονιασμένοι. Ένα είναι το χωριό, ένα να ’χετε και το κόμμα· στην υγειά σας!

Τα λόγια του αυτά, καθώς και κάτι άλλο, που μου σφύριξε ο υπαξιωματικός, με φώτισαν. Εκείνοι, που πήγαν για τον πάγο, είπαν, φυσικά, πως ο Τασός ζημίωσε φοβερά τον Γκόλφη και το σύντροφό του. Αμέσως ο καπετάνος ετοιμάστηκε να τους στείλει όλους δεμένους στη Λάρισα. Μπορεί η τιμωρία τους να μην ήταν και τόσο μεγάλη. Μα ποιος ξέρει τι άλλες δουλειές θα φύτρωναν στη μέση; Χρέη στον ταμία για επιτήδευμα και ποινικά κι άλλα χίλια δυο, που μπορούσε να μην έβγουν ποτέ από τη φυλακή και να ξοδέψουν τα μαλλοκέφαλά τους. Το ξέρουμε δα! Εύκολα μπαίνει κανείς στη φυλακή, μα πολύ δύσκολα βγαίνει. Μπορούσαν όμως να τ’ αποφύγουν όλα, αν πήγαιναν με το κόμμα του Τσότρα. Δεν ήταν και τόσο δύσκολη απόφαση και την έκαμαν γρήγορα. Δεν είναι καλό να τα βάνει κανείς με το Δοβλέτι.

Τώρα καθισμένοι στο τραπέζι έτρωγαν λαίμαργα. Στο πρόσωπό τους καμιά δε φαινόταν συγκίνηση. Μόνον ο Τασός φαινότανε κίτρινος σαν θειαφοκέρι και συλλογισμένος· μα ήταν, υποθέτω, από φόβο παρά από ντροπή.

Όταν τέλειωσε το τραπέζι και σηκώθηκαν να φύ­γουν, είδα τον αποσπασματάρχη να κράζει το Μήτρο Πάλλα και τον πατέρα του γαμπρού παράμερα.

- Τι θα τους κάμεις: τον ρώτησα.

Και κείνος, περήφανος για το κατόρθωμά του, μου απάντησε.

- Αύριο τους στέλνω στη Λάρισα στα νέο κομματάρχη τους.

 

 

 

ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ

 

- Αμ που λες, έκαμα και γω γιωργός· είπε από­τομα ο αγωγιάτης μου, εκεί που κατεβαίναμε από το Κισερλή στη Λάρισα. Μα σ’ αφήνει, μαθές, ο Θεός να πας μπροστά!

- Γιατί; τον ρώτησα με απορία.

- Γιατί έτσι· να γιατί! Τι τα ήθελε τα τυφλο­πόντικα, δε μου λες; Καλά τ’ άλλα, αμ τα τυφλο­πόντικα;

- Ποια τυφλοπόντικα!

- Άι-χου!... δεν είσαι ντόπιος, λέω; ρώτησε με θυμό.

- Όχι.

- Αμ για τούτο. Δεν ξέρεις το λοιπόν εσύ τα κακά, που έχουμε μεις οι καμπίσοι! Είναι, λέει, πλούσιος ο κάμπος. Πλούσιος είναι, μα ποιος τον χαίρεται; Άκουσε και λογάριασε: Πρώτος θεός σε μας είναι ο αφέντης· δεύτερος ο επιστάτης, ο μπιστεμένος τ’ αφεντός σε όλα, στο δώσει και στο πάρει. Έπειτα έρχεται ο αρχιφύλακας, που στέκεται ολοχρονίς απάνω από το κεφάλι σου και δεν μπορείς ούτε να βήξεις. Βάλε έπειτα τους αγροφύλακες, βάλε και τα ζα. Ακόμη βάλε τα όρνια, που κλέφτουν το σπόρο πριν καλοκάτσει στη γη, και τις ακρίδες, που τ’ αφήνουν θερισμένο κι αθέρι­στο. Τώρα θα σου έλεγα να βάλεις τον γιωργό, αν δεν είχαμε τα τυφλοπόντικα, που καλύτερους θεριστάδες δεν είδα ποτέ μου. Ίδια θερίζουν, ίδια τα βάζουν στις αποθήκες τους. Και τι αποθήκες! Βαθιά λαγούμια, που δε φοβάνται το διαβολότερο κλέφτη να τα βρει.

- Κι έρχονται κάθε χρόνο;

- Αμ αν έρχονταν κάθε χρόνο, θα ’βλεπες ζωντα­νούς ανθρώπους στη Θεσσαλία; Μια φορά ήρθαν στη ζήση μου και να από γιωργό αγωγιάτη με κάνανε. Μωρέ χρόνια και κείνα! Ανατριχίλα με πιάνει σαν τα θυμηθώ.

Ήμουνα που λες γιωργός στο Τατάρι, στου Οσμάν-αγά το χωριό. Άπονος ήταν ο αγάς, μα πλούσιο το χώμα του. Και στη χειρότερη χρονιά το ένα δέκα θα έδινε. Έρχεται, αφέντη μ’, το εξήντα τρία. Να τη μια χρονιά το κάμα μέσα στου Μαγιού τις δροσούλες· στρωσίδι χάμου τα σπαρτά. Να την άλλη τα όρνια σύγνεφο στον ουρανό· μπροστά πήγαινε η σπορά, πίσω κείνα τ’ άθεα! Σπόρο έριχνες και σπόρο δεν ήβρεσκες. Από τα ίδια σου τα χέρια τον άρπαζαν! Να έπειτα οι ακρίδες! μας τέλεψαν. Τρία χρόνια πέρασαν κι είπαμε το ψωμί ψωμάκι. Ο αγάς μάς έδινε άχερο ο αγάς σιτάρι. Τι σιτάρι; Την ήρα μάς έδινε για σιτάρι!

- Και την τρώγατε;

- Τι να κάνουμε: Γι’ αρρώστια ρωτάς; Το αίμα πήγαινε ποτάμι! Θέρος έπεσε σε ανθρώπους και σε ζα. Μου θέρισε και μένα δυο παιδιά. Αμ ποιος λογιάζει τα παιδιά; Όλοι τα ζα μας κλαίγαμε, που ήταν η μοναχή κυβέρνια μας! Σαν έχεις ζα, και παιδιά έχεις αμ σαν χάσεις τα ζα, έχασες και τα παιδιά σου. Τι θα τους δώκεις να φάνε;

Ωστόσο ήρθε το εξήντα έξι κι ανασάναμε. Η χρονιά καλή· ο Απρίλης ολόδροσος· τα χωράφια μεστωμένα. Κάτι ακρίδες φανήκανε στο Νεμπεγλέρ· να σου και τ’ αγιοπούλια από πίσω. Ξέρεις, για μας τ’ αγιοπούλια είναι σαν το Τόξο, που προμηνάει την καλοσύνη του καιρού. Προμηνούν και κείνα ευτυχι­σμένη χρονιά στο καθετί· στα σπαρτά και στα μπο­στάνια, στα ζωντανά και στα κλήματα. Μα στην αρχή του Μαγιού κάτι άρχισε να ψιψιλίζεται. - Μωρέ μίλα καλά· τυφλοπόντικα στο Βελεστίνο! Δε γένεται· δε μπορεί να γένει τέτοιο πράμα! Αδύνατο! Κανείς μας δεν ήθελε να το πιστέψει.

Αχ! τα μαύρα μαντάτα αλήθεψαν σε λιγάκι. Ο αφέντης έρχεται τρεχάτος από τη Λάρσα. - Φανήστηκε τίποτα στο τσιφλίκι; - Όχι ακόμη.

Μα στο Βελεστίνο, στο Κισερλή, στο Δερελή, στον Τούρναβο θέριζε άπονα το ποντίκι. Περίγυρα μας έζωνε το κακό! Τι να κάνουμε: Είπαμε να τα βαρέ­σουμε χλωροθέρι. Αμ τι τ’ όφελος: Άμα θεριστεί άψητο το σιτάρι, γένεται δαυλίτης, σταχτώνει και πάει στ’ ανάθεμα. Το αφήσαμε για λίγες μέρες. Μπο­ρεί να μας λυπηθεί ο θεός, είπαμε. Στ’ άλλα τσιφλίκια τις περασμένες χρονιές, κάτι άφηναν, κάτι έπαιρ­ναν. ‘Εμείς δε σηκώναμε τίποτα. Ήτανε το λοιπόν δίκιο ν’ αφήκει και μας απείραχτους εφέτος.

Μα πού ν’ ακούσει ο θεός δίκιο ξεδίκιο! Σε πέντε μέρες να σου τα. Σαν ξεφλουδίσανε και τις μουριές του Καζακλάρ, ρίχτηκαν λιμασμένα απάνου μας. Στη θωριά τους ξυλιάσαμε, σαν να βλέπαμε το Σα­τανά. - Να θερίσουμε, λέει ο αγάς να το κόψουμε όπως όπως, κάτι να σώσουμε. Τα στάχυα ήταν στριμμένα κι άστριφτα. Μα τι να κάνουμε; Μα­ζωνόμαστε όλοι, τσιφτσίδες, κουλουξίδες, χαβελέδες, ακόμη και παιδιά και γυναίκες. Τροχούμε αποβραδίς τις κοσιές και ξημερωνομάστε στα χωράφια. Μα τ’ ήταν εκείνο, Θε μου και Κύριε μου! Τα χω­ράφια ολόγυρα ξεντυμένα· ούτε στάχυ, ούτ’ άχερο, ούτε αθέρας πουθενά! Έπεσαν οι κοσιές από τα χέρια μας κι όλοι, από το μικρό ως το μεγάλο κι ο αγάς μαζί, γονατίσαμε κι αρχίσαμε τα στηθοκοπήματα!...

- Μα τόσο πολύ!

- Τόσο πολύ! Απίστευτο σου φαίνεται, ε; Δεν άκουσες, λέω, τι φτιάσανε του Αβδού Κερίμ πασά; Ήταν τα Κρητικά τότες. Ήταν πασάς στο Μουλαλίκι κι είχε πολλούς νιζάμηδες να πάει στην Κρήτη. Βγαίνει μια ημέρ’ από τη χώρα να κάμει γυμνάσια στον κάμπο κι έμεινε τη νύχτα όξου. Μα βγαίνουν, εφέντη μου, οι ποντικοί, ρίχνονται στ’ ασκέρι και τ’ ανάγκασαν ολονυχτίς να μπει τρεχάτο στη Λάρσα.

- Μα δεν κάνατε τίποτα γι’ αυτούς τους ποντικούς;

- Να κάνουμε; και τι να κάνουμε! Θεοποντή, σου λέω, ακούς· θεοποντή! Να τα σκοτώσουμε; πού να τα βρούμε: Μηγάρις φαίνεται κανένα την ήμερα. Πηγαίνεις όξου και βλέπεις όλα καλά τα χωράφια ανέγγιχτα. Μα σαν πάρει και βραδιάζει, ο κάθε σβώλος ποντίκι γένεται η γη τ’ αναβρύζει από τα σωθικά της.

- Και δεν ξεχωνιάζετε τη γη να τα βρείτε;

- Ουφ!... μη με σκας, αφέντη μ’, να ζήσεις. Λογιάζεις πως κάθουνται και σε προσμένουν; Τη γη όλη από κάτω την έχουν κούφια. Βγαίνουν βράδυ στο Γκερλή και την αυγή διάβηκαν στον Τούρναβο με όλα τα στάχυα και τα σάλματα του χωραφιού. Τι μη θαρρείς πως είναι θεόρατα; Μια μπουκιά και ούτε· η ουρίτσα τους μόλις ξεχωρίζει· το κεφάλι τους πλατύ, σαν να το πάτησε κανείς διαβάτης κι απόμεινε· έχουν σταχτιά τη ραχοκοκαλιά, άσπρα τα στήθια. Μα σου έχουν και κάτι δόντια, που νεροπρίονο δεν τα φτάνει. Μπρε και λιτανείες κάναμε και τ’ Άγια Λεί­ψανα φέραμε από το μοναστήρι της Πέτρας· μα τίποτα! Ήρθε καιρός να μάθουμε πως οι Τούρκοι γροικιόνται καλύτερ’ από μας τους Χριστιανούς. Είδαν κι απόειδαν, που λες, κουβεντιάσανε οι μπέη­δες στη Λάρσα, μαζεψάνε δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια και στέλνουν δυο Τούρκους στην Ανατολή μέσα. Δεν ξέρω, στο Μπαγδάτι, στη Μέκκα, πού τους έστειλαν, δε θυμάμαι. Πάνε, και σε δεκαπέντε μέρες γυρίζουν μ’ ένα νερό θαματουργό.

Μωρέ, τι γίνηκε, σαν έφτασε κείνο το νερό στο Βόλο! Πήγαμε όλος ο ντουνιάς, Τούρκοι και Χριστιανοί. Τι να κάνουμε; Ο πνιμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Να σωθούμε θέλαμε, να μη χαθούμε από την πείνα κι ανάβαμε κερί του Σατανά!... Παίρ­νει που λες ο Κουρά εφέντης το άγιο νερό· απόκοντα οι μπέηδες κι η αρχοντιά πεζοί και πίσω ο λαός με δαρμούς και μοιρολόγια. Φτάνουμε στο Γκερλή, καθομάστε λίγο κι έπειτα ίσα στη Λάρσα. Το φέραμε και τ’ απιθώσαμε στο Χασάνμπεη τζαμί. Ε, θα πιστέψεις ένα πράμα; Σε δυο ήμερες ούτ’ ένα ποντίκι δεν έμεινε στον Κάμπο!

Και τι λες πώς έγινε; Τ’ ήταν εκείνο, Μωχαμέτη! Όλα τα όρνια της Ανατολής απάνου μας τρογυροφέρνανε. Λελέκια, κάριες, πελαργοί, κάθε λογής αγριοπούλια χτυπούσαν τις σαγονιές τους, που σ’ έπιανε τρόμος να τ’ ακούς. Κι έπεφταν, μωρέ μάτια, μου, από ψηλά στα χωράφια με θυμό, σαν να ήταν δασκα­λεμένα και ξεσκίζανε τα τυφλοπόντικα. Σε δυο ήμε­ρες πάνε και κείνα στην ευκή σαν καλοί καματάροι.

Μα τι τ’ όφελος: Τα τυφλοπόντικα πρόκαμαν και τελέψανε τη δουλειά τους· δε μας άφηκαν ούτε κλωνί. Τα χωριά του κάμπου ρημάξανε· οι φαμίλιες σκορπίσανε σαν του λαγού τα παιδιά. Άλλοι πήραν το Πήλιο, άλλοι τον Έλυμπο, άλλοι τα Χάσια κι άλλοι τη Γκούρα. Όπου γύριζες, απάνταινες άντρες, παιδιά, γυναίκες να τρέχουν από πόρτα σε πόρτα διακονεύον­τας το ψωμάκι. Τι χρόνια! Περάσαμε τους Κραβαρίτες στην κακομοιριά! Τότε και γω σύναξα το σπίτι μου, μπήκα στη Λάρσα, παράδειρα να, κατάντησα αγωγιάτης. Δε σου λέω, βγαίνει και τώρα το καρβέλι μα κάλλιο είχα τ’ αλώνι κι ένα στρέμμα χωράφι στο Τατάρι. Κάθε που έρχεται ο θέρος ομπρίζ’ η καρδιά μου σαν το Μάτι του Καραδερέ!... Μωρέ ντε!...

Και ο καραγκούνης, για να κρύψει τη μεγάλη του συγκίνηση, άρχισε να ξυλίζει αλύπητα το ζώο του.

 

 

 

Η ΠΑΤΡΙΔΑ

 

 

Στη Ρούμελ’ είναι η λεβεντιά

και στο Μοριά είν’ η γνώση,

 

- Μωρ’ εσύ ’σαι, Πέτρο;

- Γιωργάκη, εσύ!

Και με το σπιθοβόλημα των ματιών, που έδειχνε την ελπίδα της ψυχής· με την αποφασιστική ροπή, που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων· με το τρεμούλιασμα της φωνής, που πρόδινε της σάρκας τη συγκίνηση, άνοιξαν οργιές τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ’ αλλουνού. Και από τον τόσο λαό, που περνοδιάβαινε έξω στο λιθοστρωμένο δρόμο της Σπηλιάς: τους Εβραίους, που ξυπόλυτοι κουβαλούσανε τ’ ασκιά από τα Τελωνείο· του ψωμά και του μανάβη και του κουρέα, που έκραζαν με ξεφω­νητά τους πελάτες· του σαράφη, που μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλιρα, βασανίζοντας με τον ήχο και τη λαμπρότη τους τον αντικρινό μπα­λωματή, κανείς ούτε πρόσεξε, ούτε ήταν ικανός να αισθανθεί τη λαχτάρα, που είχαν στο αγκάλιασμά τους οι δυο φίλοι.

Εδώ και πέντε λεφτά πριν ο ένας δε γνώριζε τον άλλον. Ο Γιωργάκης Λαμπρόπουλος καθότανε ανά­μεσα στις πραμάτειες του, στα στρώματα και τα σκοι­νιά, τις στοίβες των κεφαλοτυριών και τους σωρούς των γυαλικών, τους ώμους στηρίζοντας στην κάσα του, το κεφάλι μισογυρισμένο, τα μάτια μισοκλεισμένα, κάτω από την πλέχτρα των σκόρδων και του κερά­του, σαν πολεμιστής ανάμεσα στις δάφνες της νίκης του, κάτω από την αγαπημένη του σημαία. Καθώς όμως πάτησε στο κατώφλι ο Πετρολέτσος ψηλός, λεβεντόκορμος, ξεσκλιάρης μα μεγαλόπρεπος, ζητών­τας ένα όβολο τυρί να κολατσίσει, σαν να πλάκωσε ο ίσκιος του τον μπακάλη, σήκωσε το κεφάλι και η φωνή συγκλόνισε για μιας τ’ αποκαρωμένα νεύρα του. Σαν αστραπή πέρασε στο νου του η υποψία πως κάπου τ’ απάντησε το πρόσωπο εκείνο, κάπου την άκουσε κείνη τη φωνή, πως τ’ αγάπησε άλλοτε κείνο το κορμί. Η φαντασία του άρχισε να πλέκει την κλωνά της φωτεινή στα περασμένα, παντού ψηλα­φώντας και πασπατεύοντας, στα κλώσματα και τα παραστρατίσματα της εβδομηντάρικης ζωής του. Νε­κρούς ξέθαψε από τα μνήματα, ξανάνιωσε γερόντους, έσυρε σε λύπες και σε χαρές, σε φιλίες και σ’ έχθρητες, σε γάμους και σε νεκροπομπές. Μα δεν κατόρθωσε άλλο παρά να ζαλιστεί και να πονέσει· για τα χρόνια που έφυγαν, για τα παθήματα που τον ήβραν. Άξαφνα πέταξε μπροστά του ξανθομούστακος και γαλανομάτης παλικαράς, ο Πετρολέτσος, ο φίλος του, ο αδερφός του! Και τώρα ανάμεσα στο μαγαζί οι δυο φίλοι, ψαρομάλληδες, σαρακοφαγωμένοι, σφιχταγκαλιάζονται και γλυκοφιλιώνται με τα δάκρυα βροχή στα μάτια.

- Μωρ’ εσύ ’σαι, Πέτρο;

- Γιωργάκη, εσύ!

Τέλος χωριστήκανε κι ο ένας κοίταξε τον άλλον με περιέργεια. Μεγάλη απορία ζωγραφήθηκε στα πρό­σωπά τους, σαν να μη μπορούσαν να καταλάβουν πως έγινε κι από τα σπαρταριστά νιάτα γκρεμίστηκαν για μιας στ’ άχαρα γεράματα.

- Καημένε, γεράσαμε! είπε αργοκουνώντας το κεφάλι ο Λαμπρόπουλος.

- Γεράσαμε κι αλλάξαμε! πρόσθεσε ο Πετρολέτσος πικραμένος. Σωστός Κορφιάτης μου φαίνεσαι.

Και σφουγγίζοντας με το μανικοπουκάμισο τα δά­κρυά του, κοίταζε και ξανακοίταζε το φίλο του, σαν να ζητούσε κάτω από το βαρύ εκείνο σώμα, το στρογ­γυλό κεφάλι, τα κρεμαστά φρεσκοξουρισμένα μάγουλα, και τον παχύ λαιμό, το λυγερό παλιό του σύντροφο· σαν να ζητούσε κάτω από την υγρή και σουρτή μιλιά ν ακούσει τους στρογγυλούς μοραΐτικους ήχους· σαν να ήθελε να ιδεί τον αλαφρό αέρα του κορμιού και των ματιών το σπιθοβόλημα και το διαβολικό γοργο­παίξιμο του προσώπου, κάτω από το νυσταγμένο πρόσωπο ενού Κορφιάτη νοικοκύρη.

- Μωρ εσύ ’σαι ο Γιώργος, που τα ’βαλες μ’ όλους τους κοντοστάμπελους στην Οβριακή! φώναζε δυσκολόπιστος.

Ήρθε στο νου του άξαφνα η πρώτη φορά, που γνωριστήκανε μέσα στη Οβριακή, στο φοβερό καυγά. Ο Πετρολέτσος από μικρός στο νησί, όταν ο πατέ­ρας του πέρασε συφάμελος από τ’ Αργυρόκαστρο, φεύγοντας τη λύσσα του Αληπασά· ο Λαμπρόπουλος φευγάτος από τον Κάμπο της Γαστούνης για να γλυτώσει από τους μαχαιράδες του δημογέροντα, ήταν αδύνατο να γνωριστούν στον ξένον τόπο, που τον έσφιγγε και κείνον τον Σουλτάν Θωμά η αλύγιστη παλάμη. Μα όσα φέρν’ η ώρα δεν τα φέρνει όλος ο χρόνος. Ο Μοραΐτης στον καυγά εκείνο έδειξε φοβερή παλικαριά. Ξαρμάτωτος, μ’ ένα πόδι σκαμνιού στο χέρι ρίχτηκε στην αρματωμένη εξουσία, άνοιξε κεφά­λια, τσάκισε κόκαλα και τέλος τους σκόρπισε όλους. Ο Ρουμελιώτης από φυσικό του σεβασμό στην παλικαριά, έκρυψε το Μοραΐτη στο μαγαζί του, χωρίς να συλλογιστεί πως αν τον έβρισκαν, θα στέλνανε και κείνον στην κρεμάλα. Κατόρθωσαν όμως να μην ανακαλυφτούν κι έμειναν αιματωμένοι οι κοντοστάμπελοι και φίλοι αχώριστοι οι δυο νέοι. Μα τώρα πώς μπορούσε να πιστέψει ο Πετρολέτσος ότι το πιθάρι που κάθεται μπροστά του είναι κείνος ο παλικαράς; Και πάντα ίδιος, όπως στα νιάτα και στα γεράματα, ετοιμάζεται να σωριάσει θαυμαστικά για το ανδραγάθημα εκείνο. Η παλικαριά όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν παλιώνει.

Μα ο Λαμπρόπουλος του έκοψε τη φόρα:

- Άσ’ τα τώρα, περάσανε· είπε. Παλαβομάρες παιδιάτικες· όλο παλαβομάρες!... Και συ πως βρίσκεται; τι γένεσαι;

- Α! είπε με αδιαφορία μεγάλη· βουκόλος γυ­ρίζω... Αμ’ εσύ;

- Έχω τάλαρα!...

- Τι λες! αλήθεια; φώναξε ο Πετρολέτσος με χαρά. Μπράβο! Μα πώς, μωρ’ αδερφέ, πώς!...

- Πώς; με αγώνες και κόπους... Για φαντάσου πόσα χρόνια είναι που χωρίσαμε!

- Θυμάμαι και γω!... Σαν έφυγα για τον πό­λεμο εσύ πουλούσες σαπούνι στα καντούνια.

- Τι καλά που δε σε άκουσα να έρθω μαζί σου! Τι απόχτησες με τα τρεχάματά σου; Πες μου έχεις τίποτσι;

- Μπα· ό,τι φορώ κλέφτη δε φοβάμαι.

Και μ’ ένα βεργολύγισμα περήφανο, που δε θα το έκανε χρυσοφορεμένο βασιλόπουλο, έδειξε ο Ρουμελιώ­της τα τρυπημένα του γουρνοτσάρουχα, τις ξηλωμέ­νες κάλτσες του, τη λερή και ξεσκλισμένη φουστα­νέλα του τα ξεφτισμένα μεϊντανογέλεκα και το λιγδωμένο φέσι του. Έδειξε ακόμη στη μέση του το σιλάχι μαύρο, καταζαρωμένο, με το ξύγκι απάνω του σαν λέπια ψαριού, με το μαυρομάνικο λάζο μέσα και δυο τρεις αλυσίδες, που βαστούσανε δεξιά τον ασημοσουγιά κι ένα λουρί μισολιωμένο αριστερά με τρεις τοκάδες - μοναχή αρματωσιά και στολίδια του.

- Και βαστιόσουνα καλά σαν έφυγες· είπε κου­νώντας τα κεφάλι ο Λαμπρόπουλος. Το ψωμάδικό σου στην Πόρτα Ριάλα έκανε δουλειά· είχες ούλη την Οβριακή απάνου σου. Αν βάσταγες κεφάλι, τώρα θα είχες μηχανές και θα τάιζες ούλη τη χώρα. Ψεσινός άθρωπος ο Μεϊντάνης κι έχει εκατομμύριο!...

- Και δε θα ’χανα τους γονιούς μου!... πρόσ­θεσε ο Πετρολέτσος, στυλώνοντας το βλέμμα στον κούφιον αέρα, σαν να διάβαζε τα περασμένα.

- Οι γονιοί σου! φώναξε ο Λαμπρόπουλος, Οι γονιοί σου! Διακονιά βγήκανε! Το ξέρεις που βγήκαν διακονιά!... Ακούς ο Πετρολέτσος διακονιά! Ακούς η βαφτισιμιά του Τζαβέλλα διακονιά!... Και στο τέλος ο πατέρας σου γύριζε παλαβός στο Μαντούκι, μπαίγνιο του κόσμου κι η μάνα σου έπεσε στη Γαρίτσα και πνίγηκε...

- Σώπα για όνομα Θεού! σώπα!... είπε ο Πε­τρολέτσος, κουνώντας τα χέρια και γυρίζοντας τα μάτια, λες κι ήθελε να διώξει φοβερό φάντασμα.

Μα ο Μοραΐτης, σα να τον έπιασε ο πειρασμός εκείνος της φυλής του να γελάσει με την απελπισία του άλλου, να φανεί πως είναι έξυπνος, πως όλα με την τσαχπινιά του τα καταφέρνει και πως οι άλλοι χαντακώνονται σε φαντασίες μόνον, άρχισε με περισ­σότερο θυμό:

- Τι τσώπα, μωρέ, τι τσώπα! Ά δα δε σου τα ’λεγα, ο κακόρκος, από τότες: - Μωρέ, κάτσε και τήρα τη δουλειά σου! Καλά καθόμαστε δω· λευτεριά έχουμε με τσ’ Εγγλέζους.

- Μα τ’ αδέρφια μας ... η Πατρίδα...

- Τι Πατρίδα; Πού σε είδε σένα η Πατρίδα; Πού την ξέρεις; Τάισε τσου γονιούς σου που πείνασαν;... Εσένα σε τάισε!... Μα να ειπείς ήταν και το μυαλό - παιδιάτικο μυαλό! Πρόσθεσε μαλακότερα ο Μοραΐτης. Να, εγώ που σου μιλώ έτσι, δε μπήκα στο καράβι με τσου Παργινούς να κατεβώ στη φωτιά;

- Α! έκαμε ο Πετρολέτσος, κοιτάζοντας το φίλο του κατάματα, σαν να έλεγε: Βλέπεις; Δεν έχω άδικο· η πατρίδα πάντα πατρίδα είναι· πονιέται!...

- Ναίσκε· εξακολούθησε κείνος χωρίς να τον προσέξει· πήγε τότενες ο Κυριακούλης να βαρέσει τσι Αρβανιτάδες στο Φανάρι και πήγαμε να τσου δώκουμε βοήθεια. Μα ώστε να φτάσουμε κει τελείωσε ο πόλεμος. Οι Μανιάτες με το λείψανο του Κυριακούλη κατεβήκανε στο Μισολόγγι κι οι Αρβανιτάδες αφέντευαν σ’ όλο το περγιάλι. Τότενες οι Παργινοί είπαν να κατέβουμε στο Μισολόγγι· μα εγώ κατάλαβα πως δεν ήμουν για πόλεμο και πέρασα ολονυχτίς στσου Παξούς. Από τότενες ήβρα την τύχη μου...

- Τότε που λες έκανα και γω τον πρώτο μου πό­λεμο· τον έκοψε ο Ρουμελιώτης. Βαρέσαμε τους Τούρ­κους στο Μοριά. Ήταν άμετρη Τουρκιά και λιγοστοί εμείς, μα διαλεγμένοι. Βαστάξανε καλά οι οχτροί, στο τέλος τσακίσανε... Όρε, μάτια μου, θέρο που στον κάναμε!

Κι έριξε τα μάτια του μακριά πύρινα, λες κι ήθελε να φωτίσει τα περασμένα. Είχε τα δασά του φρύδια σμιχτά· έσκαζε το ρουθούνι σαν να μυριζότανε τη μπαρούτη της μάχης· κουνούσε τα χέρια σαν να έδινε ζερβόδεξα σπαθιές θανατοφόρες κι έβλεπε τώρα να φεύγουν τους οχτρούς και νικήτριες την Πίστη και την Πατρίδα. Τα λόγια του φίλου του, το Φανάρι, ο Κυριακούλης, οι Αρβανίτες, λόγια αλησμόνητα στη ζωή του, γιατ’ ήταν της ζωής του τ’ όνειρο, στέγνω­σαν ευθύς τα δάκρυά του, έδιωξαν από τα φυλλοκάρδια του το φαρμάκι και τον φέρανε πάλι στην πρώτη του θέση, που δεν ήθελε ν’ αφήσει παρά νεκρός.

Μα ο Λαμπρόπουλος, κλωθογυρίζοντας κι αυτός στα περασμένα, περήφανος για το κατόρθωμά του, εξακολούθησε χωρίς να τον προσέξει.

- Στσου Παξούς, που λες, ήβρα δυο καλούς συν­τρόφους. Άξιοι αθρώποι! Δε χάνονταν σε λόγια. Βρίσκουμ’ ένα καϊκάκι και τραβούμε στα σκαλώματα του Μοριά και στα πόρτα τση Ρούμελης. Εκεί μας βοήθησε η τύχη στα γερά! Ήβλεπες στους έρμους κάβους και στα περγιάλια γυναίκες, άντρες, παιδιά, κατατρεγμένους από το τούρκικο ασκέρι. Άμα μας αγνάντευαν, αρχινούσαν τα σενιάλα να τους πάρουμε, να τους περάσουμε στα ξερονήσια του Κάλαμου. Κι έδιναν ό,τι είχαν: δαχτυλίδια διαμαντένια, ζουνάρια αξετίμωτα, μεταξωτά και λαχούρια, ό,τι άρπαξαν από τα σπίτια τους στην ώρα του φευγιού, τα ’διναν ούλα για να σωθούν από το λεπίδι, από τη σκλαβιά και την ατιμία. Δε λέω πως δεν κάναμε κι αδικιές· χωρίς αδικιά βιος δε γένεται. Το καϊκάκι μας δεν έπαιρνε πολλούς και μεις βάναμε διαλεόνα. Μπαρκά­ραμε πρώτα εκείνους που έδιναν τα πολλά, κι αν έμενε τόπος, μπαρκάραμε κι από τη φτώχια· είτ’ αλλιώς βουλώναμε τ’ αφτιά μας στα μοιρολόγια τους και κάναμε πανιά. Πολλές βολές θυμούμαι, πλάκωναν άξαφνα οι Τούρκοι και βλέπαμε τους έρμους να σκροπάνε και να γκρεμίζονται από τους βράχους στη θάλασσα για να μας φτάσουν να μας απλώνουν τα παιδιά, τους στην ώρα, που βυθιζόντουσαν στα κύ­ματα... Μα πολλουνώνε σώσαμε τη ζωή...

- Εγώ πήρα ζωές· μα τούρκικες ζωές! Έσπειρα κουφάρια στο διάβα μου, που χορτάσανε τα πετεινά κι αντρείεψε η γη μας… Μα δεν το πήρα τ’ αλλουνού το πράμα. Ό,τι πήρα το πήρα δίκαια, με το σπαθί μου!

- Κι εγώ δίκαια το πήρα. Στο Μισολόγγι...

- Έκαμες στο Μισολόγγι;

- Ναίσκε έκαμα στους δυο μπλόκους και στην έξοδο.

- Μωρέ, τι λες! Εγώ τότες ήμουνα με τον Κώστα Μπότσαρη κι ήρθαμε γυρεύοντάς σας... Μωρέ, πες μου τ’ αδέρφι, πολέμησες στο πλάι του Σιαδήμα! Είδες πώς γλίτωσε ο Μακρής; πώς χάθηκαν τα γυναι­κόπαιδα, πώς σκοτώθηκε ο Ραζικότσικας;

Ο Ρουμελιώτης, όπως όλοι του καιρού του, έτρεφε, άλλου είδους θαυμασμό στου Μεσολογγιού την ιστορία. Έγιναν κι άλλες μεγάλες μάχες, μακελειά φριχτά στον πικρόν εκείνον εννιαχρονίτικον αγώνα· δοξαστήκανε κι άλλες πολλές φορές τα ελληνικά όπλα· μα ό,τι έγινε στο Μεσολόγγι, το νόμιζαν κάτι εξαιρετικό και κείνους, που πολέμησαν εκεί, τους πίστευαν θεούς. Τώρα εκεί που άρχιζε ν’ αηδιάζει το Μοραΐτη, με μιας όλα τα λησμόνησε μπροστά στη σκέψη πως είναι αγωνιστής του Μεσολογγιού. Μα ο Λαμπρόπουλος γέλασε δυνατά.

- Τίποτσι δεν είδα· αποκρίθηκε με απάθεια. Είδα μανάχα που ήφερναν την άλλη μέρα τις Μεσολογγίτισσες αρμαθιασμένες στ’ αράπικο στρατόπεδο...

- Μωρ’ με τους Τούρκους ήσουνα!

- Κι αμέ; Έδινα χούφτα καπνό στους Αρβανιτάδες, χούφτ’ αφιόνι στους Αραπάδες κι έπαιρνα χούφτα μάλαμα και χούφτ’ ασήμι.

- Ου να μου χαθείς! βροντοφώναξε με αηδία ο Πετρολέτσος.

- Να χαθώ; Εσύ χάθηκες, κακόρκε, με τα μυαλά που ’χες!... Τη βλέπεις τούτη την καδένα; δεύτερη δε βρίσκεται στον κόσμο. Την πήρα για μια Μισολογγιτοπούλα, που πούλησα στον πρόξενο της Αούστριας στο Τσιρίγο.

Ο Πετρολέτσος πήγαινε να φρενιάσει από θυμό. Η ξετσιπωσιά του Μοραΐτη έφερνε το αίμα στα μάτια του και δυο τρεις φορές σκέφτηκε να του στρίψει το καρύδι, για να πάψει να λέει τις ατιμίες του. Άξαφνα χωρίς λόγο, βράζοντας από γεροντικά θυμό, σήκωσε βιαστικά το δεξί μανίκι κι έδειξε στο μπράτσο του μια φοβερή σπαθιά.

- Τη βλέπεις τούτη; φώναξε φέρνοντας το στα μάτια του Μοραΐτη· είναι σπαθιά! Την πήρα στο Κερατσίνι με τον Καραϊσκάκη. Ήμαστε λίγοι, στα δάχτυλα, όπως πάντα, κι οι Τούρκοι άμετροι. Με την πρώτη μπαταριά σκοτώνετ’ ο Μπαϊραχτάρης: - «Πετρολέτσο, δικό σου!» φωνάζει ο καπετάνος, με τον κόκκινο ντουλαμά του λάμποντας σαν Αϊ Γιώργης απάνω στ’ άλογό του. Με το λόγο τ’ άρπαξα κιόλας. Μας έμπλεξαν εκεί, μας ζώσανε απ’ ολούθε, μας στρί­μωξαν σε μια φράχτη, μας πήραν τις πλάτες... Κολύμ­πησα στα αίματα, μα το γλύτωσα το μπαϊράκι...

- Και τι απόχτησες; Πού είναι το σπίτι σου; Πού είν’ οι γονιοί σου, πού είν’ η φαμίλια σου;… Δε χάφτω μύγες εγώ, ακούς! Δε χάφτω μύγες!... Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, γύρισα φορτωμένος εδώ. Μάζωξα, τους γονιούς μου από τα Καλύβια και τους έβαλα αφεντά­δες. Την αδερφή μου τη Ρήνη - θυμάσαι που της έκανες τα γλυκά μάτια κι έλεγα να σε κάμω γαμπρό; - την πάντρεψα με τιμές και δόξες και ζει αρχοντικά στον Πέλεκα. Εγώ παντρεύτηκα και πήρα μια κον­τέσα. Ετούτο το σπίτι δικό μου είναι και τ’ άλλο στα Μουράγια δικό μου και στη Σπιανάδα το ψηλό πάλε δικό μου. Εκείνος ο σαράφης είναι γιος μου, ο Νικολάκης· ακούς πώς παίζει τα τάλαρα στο χέρι σαν να παίζει κομπολόι; Τον άλλο, το δικηγόρο θαν τον κάνουμε βουλευτή· ετούτο το μαγαζί το κρατεί ο μικρότερος. Το μεγάλο λιοτρίβι στη Γαρίτσα· ένα λιοστάσι στους Άγιους Δέκα, μια περβόλα στον Πο­ταμό, όλα δικά μου!...

Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του είδε να συνεπαίρνονται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το κατρακύλημα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώσει και να τον ενοχλεί μια απο­ρία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος του. Εκεί­νος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμη­μένος από τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρι­νής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του, γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο, καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, απορριμμένος από τους συγγενείς του. Και όταν κλείσει τα μάτια, θα πάει σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Ποιος λοιπόν είναι ο ίσος δρόμος, Θεέ μου!

Άξαφνα ο ερεθισμένος του λογισμός ύφανε εμπρός του εικόνα ολοζώντανη. Μια ασπροφόρα, με κορμί και πρόσωπο αγγελοκάμωτο, στεκότανε κοντά σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω στη φωτιά λίγος, μα εκλεχτός κόσμος ερχόταν κι έριχνε μέσα πλούτη, ονόματα, γονέους, παιδιά, αδέρφια· αγάπες, πόθους, όνειρα, φιλοδοξίες, πάθη. Η φωτιά τ’ άρπαζε όλα, τα κατά­πινε σαν φάρυγγας θεριού. Και η παρθένα με το πλάνο της χαμόγελο και το αυστηρό της βλέμμα, τους ζητούσε κι άλλα, «κι άλλα!» τους φώναζε πεισματάρα, απαιτητική, αχόρταγη. Και κείνοι, αφού έριχναν ό,τι κι αν είχαν μέσα, δίχως πίκρα, δίχως θυμό, έπεφταν τέλος κι οι ίδιοι και χάνονταν εκεί, όπως έσβησε και χώνεψε πριν κάθε χαρά τους και κάθε τους απόχτημα. Και κάτι του έλεγε μυστικά πως η παρθένα, η λάμια η αχόρταγη, ήταν η Πα­τρίδα. Ανυπόμονα έριξε τα μάτια περίγυρα να έβρει την ελπίδα, την ανταπόδοση να βρει σε κείνο τ ολο­καύτωμα· τίποτα!

- Έχεις δίκιο... δίκιο έχεις! εψιθύρισε με δακρυ­σμένα μάτια, με στήθος βαρύ, λες και καθότανε η Μόρα απάνω του.

Μα σύγκαιρα είδε την κόρη να τον κοιτάζει κατά­ματα και με το χέρι της να δείχνει μακριά. Γύρισε εκεί ο Πετρολέτσος κι είδε μια χώρα μεγάλη. Και μάντεψε αμέσως πως ήταν η Ελλάδα, ελεύθερη πέρα πέρα, δοξασμένη, λαμπροφώτιστη. Είχε πρωτεύουσα της την Πόλη την φτάλοφη και λατρευτό ναό της την Αγιασοφιά. Του Κωνσταντίνου τον τάφο άγιο λείψανο και των κλεφτών τ’ αρμούτια φυλαχτάρια της. Και ήταν ο στρατός της τρόμος της γης και φρίκη της θάλασσας ο χιλιάρμενος στόλος της και δόξα της Δη­μιουργίας ο λαός της, ο ημίθεος! Μονώρας ένιωσε μια μυλόπετρα να κυλά από πάνω του· τα πύρινά του αισθήματα τ’ απείκασε να χύνονται πάλι και να ξανάφτουν το αίμα του. Να τη λοιπόν την ελπίδα και την ανταπόδοση!... Πήδησε αγέρωχος, αυστη­ρός, όπως την ώρα που στο Κερατσίνι αγωνιζότανε με τους οχτρούς για το μπαϊράκι και στο «τι από­χτησες» που του πρόβαλε μ’ επιμονή ο Μοραΐτης,

- Την Πατρίδα μου! φώναξε χτυπώντας τα στήθη του δυνατά.

Ο Λαμπρόπουλος στην απροσδόκητη απάντηση έμεινε άλαλος. Ο Πετρολέτσος φαντάστηκε να στείλει και δεύτερη μπαταριά, να σαρώσει τα κακομοιρια­σμένα λείψανα του οχτρού. Με φωνή μεγάλη, αφεντική, σαν να μιλούσε από μέρος όλου του λαού του Εικοσιένα, του αδικημένου και αμνημόνευτου, ξανα­φώναξε πιο δυνατά.

- Ναι· έκαμα την Πατρίδα μου!

 

 

 

Η ΣΜΥΡΝΙΑ

 

Περπατούσα μ’ ένα φίλο μου στην πλακοστρω­μένη ακρογιαλιά της Σμύρνης. Περπατούσα κι έβλεπα, αισθανόμουν κι αναγάλλιαζα. Όλες οι αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν’ αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την αμβροσία της. Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρω­τήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά.

Κάτω περικλεισμένος ο κόρφος με το λιμάνι γεμάτο από κάθε λογής πλεούμενο, από καπνοδόχους και καπνούς, από σκοινιά και κατάρτια, μόλις έδειχνε το καθρέφτισμα τ’ ουρανού. Μπροστά με τα ψηλά χτίρια και τους ανθοσπαρμένους κήπους της ξετυλιγόταν η ακρογιαλιά πέρα πέρα κάτασπρη. Κι απάνω της, όπως παρθένα χώρα στέλνει με τα ποτάμια της στη θάλασσα, στου άνθρωπου τη γνώση τ’ αφάνταστα πλούτη της, έχυνε κι η Σμύρνη απ’ τα στενοσόκακα, της μύριες ομορφιές που ανατρέφει στα σπλάχνα της. Και σαν να ήμουνα σε μουσείο ζωγραφικής, έβλεπα αρμονικό ανακάτωμα από φορέματα και χρώματα και λυγερά αναστήματα και μαλλιά μαύρα, ξανθά και καστανά, χείλη κοραλλένια και μάτι’ αθάνατα, που λάμπουν, καθώς λάμπουν σε πέπλο αρχοντικό τα δια­μάντια και τα ζαφείρια.

- Διες και το παλιάλογο, μου λέει άξαφνα ο σύν­τροφός μου. Το ’χουν για το θηριοτροφείο.

Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας ξερακιανός χωριάτης κρα­τούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνει, ανάκαρα δεν έχει να κινηθεί. Έσκυφτε κάτω με τ’ αφτιά ριγμένα, τα μάτια σφαλιστά, τα ρουθούνια βρόμικα· η κοιλιά χώνευε στα πλευρά του· η ραχοκοκαλιά, τα καπού­λια, οι γοφοί, ο λαιμός, τα γόνατα, οι αρμοί όλοι φαίνονταν ξεκλειδωμένοι. Η ουρά του σπανή κι άπαστρη έπεφτε ανάμεσα στα πισινά του, ανίκανη να κινηθεί για να διώξει τις χαλκόμυγες. Τα κρέατά του έλεγες πως θα ρέψουν κάτω, όπως ρέβουν το χινόπωρο τα μαραμένα φύλλα κι αφήνουν γυμνό και άσκημο το δέντρο. Αυτό το χάλι του κρατούσε γύρω κάθε τάξης και ηλικίας διαβάτη κι έλεγε καθένας το λόγο του και την αστεία του σκέψη.

Στάθηκα και γω με το φίλο μου· όταν, δεν ξέρω πώς, τα μάτια μου έπεσαν σ’ ένα παραθύρι του αντι­κρινού σπιτιού. Ανάμεσ’ από τα γυαλιά και τις κάτασπρες κουρτίνες, κόρη όμορφη και μαυρομάτα έβλεπε με προσοχή. Τα μαλλιά της κατάμαυρα, στη μέση χωρισμένα, έπεφταν δαχτυλίδια άταχτα στο φιλντισένιο μέτωπο και στα μελίγγια, στα ριζάφτια, πίσω στο χαριτωμένο της λαιμό κι έδιναν όψη άγουρου στο πρόσωπό της, που είχε το χρώμα δροσερής μοσκιάς. Και φανέρωνε θλίψη μεγάλη για κείνο το παλιάλογο. Μα τη θλίψη και την ψυχοπόνια, που φανέρωναν τα μάτια της, πώς να την ιστορήσω; Μου φάνηκε πως έβλεπα τ’ αθάνατο νερό να κυλάει από τα μάτια εκείνα, να περνά το γυαλί, να κατεβαίνει θεϊκό χάρισμα στ’ άλογο και να το περιχύνει απ’ ολούθε. Το είδα, λέει, να ποτίζει τα φυλλοκάρδια, να του δυναμώνει τα νεύρα, να του γυαλίζει την τρίχα, να του ξανάβει το θυμό. Και πίστεψα πως θα ιδώ να λαχτίσει άξαφνα τη γη, ν’ ανεμίσει τη χήτη του, να ορθολυγίσει την ουρά, να τινάξει το κεφάλι και με βαθύ χλιμίντρισμα να τρέξει στα λιβάδια πέρα, γαύρο κι αδάμαστο.

Παρέκει, ανάμεσα σε δυο χτίρια, ήταν μια φράχτη ψηλή από σανίδες. Απάνω στις σανίδες και γύρω στους τοίχους, χρωματιστές ρεκλάμες έλεγαν το τι γίνεται κάθε δειλινό πίσω αποκεί. Πόσων ειδών άγρια θερία είναι κλεισμένα· πώς ο θεριοδαμαστής με τη θεα­τρική του φορεσιά μπαίνει, κρατώντας το βούρδουλα και το πολύκροτο στο χέρι και πώς κατορθώνει να τα τρομάζει μόνον με τις ματιές του. Και θαρρείς, για να βεβαιώνουν τα λόγια τους, έρχονταν κάποτε φωνές και χτύποι και βρουχήματα, που έκαναν τους διαβά­τες ν’ ανατριχιάζουν. Μα ο χωριάτης αδιάφορος, κρα­τώντας πάντα το χαλινάρι στο χέρι, παζάρευε με τον εργολάβο το πράμα του. Από τα λόγια τους, από τ’ αγριοκοιτάγματά τους φαίνονταν που παλεύανε ποιος να γελάσει τον άλλον.

- Εμ! αν είναι να το πλερώσω τόσο, δεν παίρνω καλύτερα ένα βόδι; έλεγε ο εργολάβος γυρίζοντας τα κρύα ματάκια του γύρω στο λαό, να πάρει τάχα τη γνώμη του. Αν πάρω το βόδι, δε θα ’χω τουλάχιστο το φόβο να μου αρρωστήσουν τα θεριά, που μπορεί ναν το πάθω μ’ αυτό το ψοφίμι.

- Ετούτο ψοφίμι; καλά, μπράτιμε! φώναξε ο χωριάτης αγαναχτώντας, που κατηγορήσανε το ζώο του. Το βλέπεις πιστεύω και δεν είν’ ανάγκη να σου ειπώ, πως τ’ άλογο έχει ψυχή να ζήσει χίλια χρόνια. Μα τι να του κάνω που σακατεύτηκε στον αραμπά.

- Ρε ποιος σε ρωτάει για την ψυχή του! Τι να την κάμω γω την ψυχή; Κρέας έχει; Εγώ θέλω να χορτάσω τα θεριά μου· είπε ο εργολάβος με ολοφάνερη πείνα στα μάτια.

Εκεί που παζάρευαν εκείνοι, σήκωσα πάλι τα μά­τια μου στο παραθύρι. Η λυγερή ήταν ακόμη εκεί, πάντα θλιμμένη και πονετική. Τα μάτια της όλο και θόλωναν· τα μάγουλά της πότε άσπριζαν, πότε κοκ­κίνιζαν· το μεστωμένο στήθος της ανεβοκατέβαινε και το χνώτο της θάμπωνε τα γυαλί όσο που την έχανα. Έχανε όμως και κείνη τη διασκέδασή της κι αμέσως το κρινοδάχτυλο χέρι έσερνε κεντητό τριανταφυλλί μαντιλάκι κι έπαιρνε τον αχνό και πρόβαινε πάλι το γλυκό πρόσωπο, σαν φεγγάρι μέσ’ από τα σύγνεφα, που βούλεται να συντροφέψει στον ύπνο της τη γη. Και γω έχασκα στο παραθύρι, στο αισθαντικό κορίτσι μπροστά και δεν έβλεπα τίποτ’ άλλο παρά ό,τι γινό­τανε πίσω από το γυαλί. Και λίγο λίγο από τη συχνή προσήλωση, την άφαντη αλυσίδα που έδενε τον ψαρή με την κόρη, την κόρη με μένα, άρχισα ν’ απεικάζω ένα καρδιοχτύπι για κείνο το σαράβαλο. Η κόρη με την αγάπη της, σαν τις νεράιδες των παρα­μυθιών, που ανασταίνουν ό,τι αγγίξουν, που ομορφαί­νουν ό,τι ιδούν, που λαμπροστολίζουν ό,τι αγαπήσουν, άλλαξε στα μάτια μου το παλιάλογο και μ’ έκαμε να το βλέπω ανεχτίμητο. Φαντάστηκα πως ο ψαρής εκεί­νος σπάρθηκε μέσα στου μαγιάπριλου το λιοπύρι από κανένα γοργογόνατο άτι της Αραπιάς. Είπα πως γεννήθηκε στα τροφαντά λιβάδια της Λυκίας, εκεί που άλλοτε βοσκήσανε οι φοράδες του Κύρου, και μεγάλωσε στ’ αχούρια κανενός πασά. Πίστεψα πως καβαλικεύτηκε από λεβέντη πετροκαταλύτη να τον φέρει στην καλή του ή από οχτρών κουφάρια στη ζη­λευτή δόξα του πολέμου και της νίκης. Και ψιχάλιζε η καρδιά μου γιατί τώρα που δε μπορεί να δουλέψει τον αφέντη του, ο αχάριστος, δεν το ψυχοπονεί. Δεν το βγάζει να το χλωρονομήσει ελεύθερο, ώσπου να βρει το θάνατο με φούντα δροσερό τριφύλλι στα δόντια του. Δεν του φυτεύει ένα βόλι στο ριζάφτι, να πέσει νεκρό στον τράφο, να λιώσει κάτω από τον γλυκό ήλιο, εκεί που το χόρτο θα ηχά επάνω του κι οι πεταλούδες θα χαμοπετούν και τα μαμούδια θα βουίζουν και τα πουλιά θα κελαηδούν· όταν τα νερά θα δροσίζουν τ’ αφράτα χώματα και χιλιόχρωμ’ άνθη θα μοσκομυρίζουν τον αέρα και μύριοι θ’ ανασταίνονται χάμω και ψηλά μικρόκοσμοι. Αχόρταγος θέλει ακόμη να κερδίσει από τη νέκρα του και για εκατό γρόσια έρχεται να τα παραδώσει στα θεριά!

Άξαφνα όμως είδα την κόρη να σηκώσει τα μάτια της και να τα ρίξει πέρα στην εμπατή του κόρφου. Εκεί, ανάμεσα σε δυο ακρωτήρια χρυσογάλανα, ο ήλιος στριφογυρίζοντας έγερνε να χαθεί στην άβυσσο. Συγνεφάκια μικρά, χρυσορόδινα και πορφυρά κι ολό­ξανθα ακολουθούσαν το βασίλεμά του. Δυο κόκκινα καραβοφάναρα, που στέκουν εκεί για να δείχνουν τις ξέρες στους θαλασσινούς, ένα μεγάλο μπάρκο με απλω­μένα πανιά, μια ψαρόβαρκα, καθώς πλεύρωναν στον ορίζοντα, έκαναν μεγάλη και περίχαρη θαλασσογραφία. Ο ήλιος, αφού έβαψε όλον τον κόρφο ως την πόλη απάνω και τα περίγυρα βουνά με μια ολόχρυση βαφή, έχυσε έπειτα μιαν άλλη ξανθοκόκκινη, αργό­τερα άλλη αιματένια κι άλλη χαλκοπράσινη, ώσπου με μια σκοτεινή βούτηξε μέσα στα νερά.

Μα η κόρη έμενε ακόμη εκεί σαν αγγελόφερτη. Και γω από το ηλιόγερμα και κεινής το βλέμμα άρχισα ν’ απεικάζω μιαν άφραστη θλίψη στα στήθη μου. Το συναπάντημα που έκαναν τα βλέμματά μας, πέρα εκεί στις γλυκοβαμμένες αοριστιές του ορίζοντα, έχυσε στα αίμα μου όλους της κόρης τους θλιβερούς στοχα­σμούς, σαν απόφωνο μοιρολογιού χαροκαμένης μάνας. Και άρχισα πάλι να κλαίω δανεικά του άλογου τη μαύρη μοίρα.

Έπειτ’ από την αχαριστία του αφέντη του, έλεγα, μέλλει να μάθει του εργολάβου την απονιά και των θεριών τη λύσσα. Θα έχουν τάχα την ευσπλαχνία να το σφάξουν πριν τα παραδώσουν στο κλουβί; Δεν το πιστεύω. Πώς μπορεί να λυπηθούν ένα άλογο άνθρω­ποι, που νυχτόημερα ζουν με λεοντάρια και τίγρεις και ύαινες και κροκόδειλους· που συχνακούνε το άγριό τους μούγκρισμα και συχνοβλέπουν τ’ ανήμερά τους πρόσωπα. Δεν πήρανε τάχα και κείνοι από την αγριάδα τους, δεν πέτρωσαν σε κάθε τρυφερό αίσθημα την καρδιά τους; Έτσι, για ξεφάντωμά τους μάλι­στα, θ’ ανοίξουν την καγκελωτή θυρίδα και θα σπρώ­ξουν μέσα τ’ αθώο πλάσμα, που μόνον από τη μυρου­διά θα το πιάσει το ριο του. Από φόβο θα το ιδείς να φρυμάξει άγρια και να τιναχτεί πίσω με όση έχει δύναμη. Μα θα έβρει τη θυρίδα κλεισμένη κι ανοιχτό το χώρισμα. Θα γυρίσει τότε τα μάτια του - μπορεί και δακρυσμένα, γιατί όχι; - στου κλουβιού τα κάγ­κελα, ψηλά στην πάνινη σκεπή, χάμω στο πάτωμα, ζητώντας χαραμάδα να χωρέσει μέσα, να γλιτώσει από το μαρτύριο. Και σαν ιδεί πως όλα το προδίνουν, θα βγάλει βαθύ χλιμίντρισμα, πικρό μοιρολόγι της ζωής, που θέλουν να του πάρουν. Μα δε θα προφτάσει να δευτερώσει. Τα θερία σύνταχα θα χυθούν να το πετσοκόψουν. Και σε μια στιγμή δε θα μείνει εκεί παρά λίγες σταλαγματιές αιμάτου στο πάτωμα κι η λαχτάρα της ζωής, του αφέντη του η αχαριστία, αόρατες στον κούφιον αέρα.

Ένας ξαφνικός θόρυβος μ’ έβγαλε από τους στο­χασμούς. Γυρίζω και βλέπω το λαό να σκορπάει με γέλια και με χάχανα. Ο χωριάτης πούλησε το παλιά­λογο και πήγαινε να το παραδώσει στο θηριοτροφείο. Ο λαός συντρόφιαζε του ζώου τη νεκροπομπή με σφυ­ρίγματα και χάχανα. Σηκώνω τα μάτια ψηλά και βλέπω ν’ ανοίγει βιαστικά το παραθύρι και να προβαίνει η κόρη με ματόφυλλα κόκκινα και φουσκωμένα. Στο στερνό της κίνημα δε μπόρεσα και γω να κρα­τηθώ άρχισαν να με τσούζουν τα μάτια. Απόρησα όμως γιατί η κόρη, αντί να βλέπει δεξιά που πήγαινε τ’ άλογο, έβλεπε αριστερά και σκύβοντας όσο μπο­ρούσε, έδειχνε το θλιμμένο της πρόσωπο και κουνούσε το δακρυοποτισμένο μαντιλάκι της. Μήπως τάχα ζητεί αποκεί το σαράβαλο, σκέφτηκα. Έσμιξα τα βλέμματά μου με τα δικά της κι απόρησα, όταν έπε­σαν πέρα σ’ ένα νέο καλοντυμένο, ψηλόν και σγου­ρομάλλη, που κατέβαινε στη βάρκα. Κατέβαινε και τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στης κόρης το παράθυρο.

- Φεύγει· είπε ο φίλος μου.

Τόση ώρα η Σμυρνιά μου δεν έκλαιε για το παλιά­λογο. Έκλαιε, που έφευγε ο αγαπητικός της!

 

 

 

ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ

 

- Α - απ! καπιτάνι μ’... Βάστα καλά κι τσ φάγαμι!...

Ο Παντελέως Μπάφας ή Ταράνανας ήταν σκάπουλος και καφετζής. Σαν σκάπουλος είχε το δικαίωμα να ψαρεύει ολοχρονικίς στη λίμνη, σε «πάγανα νερά» ή σε «ξεπέζεμα», εδώθε στους Ζάγαρδους ή πέρα στα Λάκκωμα. Και όπως ήθελε: με καμάκι είτε με πρυά είτε και με σταφνοκάρι μπροστά στις Καμάρες. Σαν καφετζής του Καλλιαντέρη, κοιμότανε δεκαπέντε ώρες το ημερονύχτι, ξεφύλλιζε καλάμια κι έπλεκε πήρες τις άλλες πέντε και τις υπόλοιπες κουβαλούσε νερό και φωτιά στους πελάτες του.

Μα έξω απ’ αυτά τα φανερά και νόμιμα επαγγέλ­ματα, ο Ταράνανας είχε, κατά την τοπική συνήθεια, άλλα δυο μυστικά και παράνομα. Πουλούσε καπνό αφορολόγητο και καλλιεργούσε αλυκές άγνωστες στο Δημόσιο. Οπωσδήποτε με τούτα και με τ’ άλλα ήταν σε θέση να καλοκυβερνά το σπίτι του - σπίτι με μια γυναίκα μισότριβη κι ένα σκυλί κοψαφτισμένο και δυο κλώσες με τα κλωσοπούλια τους - και να βάφει κάθε τόσο το προιάρι του. Κατόρθωνε ακόμη, για το καλό, να πηγαίνει ταχτικά φουστανελάς κι ασημοφορτωμένος σαν αρματολός στο πανηγύρι τ’ Αϊ-Σημιού· να δίνει από μια στάμνα μπαρούτη στους τρομπονιέρηδες της Λαμπρής, όταν βγάνουν τα Κονιάματα· και μια φορά το μήνα - όχι περισσότερες - να γλεντά με την αση­μένια φωνή και το λαγούτο του Μπαταριά στα βελούχια.

Σήμερα όμως ούτε ψάρεμα, ούτε καφενέ, ούτε κα­πνό, ούτε την αλυκή συλλογίστηκε. Πλάκωναν βου­λευτικές εκλογές κι όχι τέσσερα μα δεκατέσσερα επαγ­γέλματα να είχε, θα τ’ άφηνε για το κόμμα του ο αγαθός Μεσολογγίτης. Μόλις ξύπνησε την αυγή, ετοι­μάστηκε να έβγει στην Πλατεία να φροντίσει για ψή­φους. Είχε κι αυτός τους φίλους του· κερνούσε τόσον κόσμο και δεν ήταν δύσκολο να παρασύρει δυο τρεις - αν όχι δέκα είκοσι - στο σύστημά του. Πριν όμως έβγει, ηθέλησε και το άφωνο σπιτάκι του - σπιτάκι χαμηλό, ισόγειο, με δυο γαλαζοβαμμένα παράθυρα και πόρτα πρασινοβαμμένη ανάμεσα και τοίχον κάτα­σπρο, με γλάστρες βασιλικού στα κεραμίδια και νερά σάπια εις την αυλή - να φανερώσει το αίσθημά του. Ο καφενές ήταν σε απόκεντρη θέση, σχεδόν ασύχναστη τέτοιες ήμερες και δεν μπορούσε να τον μεταχειριστεί. Αλλά το σπιτάκι του δίπλα στην Πλατεία, στην αγκωνή του στενού, ήταν εύκολο κάθε λεφτό της ώρας να σύρει απάνω του συμπαθητικά τα βλέμματα των φίλων και απειλητικούς τους γρόθους των εχτρών. Επήρε λοιπόν και κρέμασε στην πόρτα του μεγάλη φωτογραφία, με φροντίδα τοποθετημένη μέσα σε χρυ­σοστόλιστη κορνίζα. Και κει που την κρεμούσε, έλεγε στη γυναίκα του.

- Τ’ ακούς, Αλτάνη· αν πιράσ’ του κόμμα να βγεις να το κεράεις μι το γκιγούμ’!... μι του γκιγούμ!...

Κι ήταν τέτοια η φωνή του, που έλεγες πως θα θυσίαζε όλα και το κρασί και το σπίτι του ακόμη για το κόμμα. Τυχερό που η Αλτάνη είχε τα ίδια αισθήματα με τον άντρα της. - Αλλιώς θα χώριζαν τραπέζι και κρεβάτι για να μην πετροκοπούν ως την ημέρα της εκλογής.

- Καλώς να πιράσ’ κι καλώς να ’ρθ’, μάτια μ’, σαν τον καλόν τον χρόνο!... ευχήθηκε πρόθυμα, με την τρυφερή εκείνη φωνή, που νομίζει πως λιγώνεται από συμπάθεια.

Και κοίταζε με γλαρωμένα μάτια τη ζωγραφιά, σαν προσκυνητής θαυματουργό εικόνισμα. Ήταν εκεί ο πατέρας του κομματάρχη τους. Ο λεβέντης αρματολός με τη φέσα ορθή απάνω στα κυματιστά μαλλιά του, με τα χρυσά μεϊτανογέλεκα και τα φλωροκαπνισμένα τ’ άρματα, πρόβαινε ανάμεσ’ από τις χρυσορόδινες λάμψες του γυαλιού, ιχνογράφημα γενεάς ολάκερης, μέσα στο μαρτυρικό στεφάνι της δόξης της. Το δεξί χέρι ακουμπισμένο στο κοντάκι τουρκοφάγας πιστόλας· το αριστερό απολυμένο στην κοκαλένια χούφτα πάλας αιματοβρεμένης· τα δασά στήθη έξω από την τραχηλιά, χορταριασμένα μετερίζα ψυχής ατρόμητης και το κεφάλι ξαφνισμένο πίσω, το βλέμμα φαρμακερό, λες κι άκουε ποδοβολή μάχης και φυγή εχτρών, έδιναν στον παρατηρητή παλικαριά και πάθος. Ο Ταράνανας σύψυχος ενθουσιάστηκε. Την πολεμική ορμή του αγωνιστή, που έπεσε σαν πύρινη κατάρα τ’ ουρανού στους εχτρούς της πατρίδας, την έριχνε εκείνος τώρα στους εχτρούς του κόμματος. Πατέρας αυτός, δεν μπορούσε, βέβαια, παρά να βοηθήσει στην εκλογική ανεμοζάλη το παιδί και τους φίλους του. Όλους θα τους φάει με τη ματιά του!... Ο σκάπουλος έτρεφε στα στήθη του άσβηστη δίψα κομματικού πολέμου και θριάμβου. Με το μήλο της παλάμης σήκωσε ζερβόδεξα το καστανό μουστάκι του και ρίχνοντας ως τα μάτια την κεντητή σκούφια του, φώναξε δυνατά.

- Α - απ! καπιτάνι μ’... Βάστα καλά κι τσ’ φάγαμι!...

- Άιντε καπιτάν Δημήτρ’!... τώρα θα ιδούμι τν παλληκριά σ’... ακούστηκε από πίσω του άλλη συρτή φωνή.

Ήταν δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κοψα­χείλης κι ο Τάσος Κρίκας ή Τσιρίμπασης. Ο πρώτος ψηλός και ξερακιανός σαν καψαλισμένος ξέρακας, ήταν άλλοτε επιστάτης φάρου σε μιαν απόκρυφη ακρογια­λιά. Μα βρέθηκε καταχραστής υλικού του δημοσίου και παύτηκε από τον αρχηγό της Τηραημόλας. Ο δεύ­τερος κοντός κι ολοστρόγγυλος, από χρόνια ήτανε νοι­κιαστής ενός γιβαριού, χωρίς ποτέ να πληρώνει στο Δημόσιο και τέλος εκηρύχτηκε αφερέγγυος. Και οι δυο είχαν σκοπό να πολεμήσουν με λύσσα το κόμμα, που τους έβλαψε. Διαβάτες τώρα, είδαν τη ζωγραφιά κι ενθουσιάστηκαν με την ηρωική κορμοστασιά που είχε το λάβαρό τους. Τα πρόσωπα έλαμψαν από αγαλ­λίαση και τα κορμιά τους γαρδαμώθηκαν, σαν δέντρ’ ανοιξιάτικα που τα βιάζει στο ψήλωμα και το χόν­τρος ο αψύς χυμός που κουφοδρομεί μέσα τους. Τα χέρια τους σηκώθηκαν και έστριψαν αρειμάνια τα μουστάκια· θυμωμένη έγινε η λάμψη των ματιών τους· τρίξιμο δοντιών ακούστηκε κι οι τρεις φίλοι μονόγνωμοι έλεγαν στον καπετάνο να τραβήξει μπροστά και να τον ακολουθήσουν πρόθυμοι στη σφαγή και τον όλεθρο των αντιθέτων. Με τέτοιο σύμμαχο γίνεται κανείς θεριό!...

Άξαφνα πίσω από την εκκλησιά του Αγίου Σπυ­ρίδωνα τούμπανο ακούστηκε και καραμούζες βραχνόφωνες. Οι φίλοι γυρίσανε ανήσυχοι τα μάτια τους ζερβόδεξα.

- Κλώσα είναι:

- Όχι, Τηραημόλα...

Λύθηκε η απορία τους σύνταχα. Φωνή μελαγχο­λική, γοργή και συγκρατητή σαν πηγής μουρμούρισμα, ακούστηκε να τραγουδεί με μισοκρυμμένη γλυκιά ελπίδα κι ήσυχη χαρά:

 

Τα λένε τα πουλάκια

στα Κλεισορέματα·

Πώς θα βγει ο Ντεληγιώργης

δεν είναι ψέματα!...

 

Τα όργανα την άρπαζαν αμέσως, ζηλιάρικα μήπως χαθεί στο άπειρο ή μη την παραλάβει ακούραστ’ η Ηχώ στα μουσικά στέρνα της, και την τίναζαν τραν­ταχτή στα φτερά των άνεμων και τα πλευρώματα των βουνών, απάνω από τα πρόσωπο της λίμνης κι απάνω από τις χορταριασμένες σκεπές της φτωχόπολης, σαν ένα πεφτάστερο. Και η φωνή ανυπόμονη, άρχιζε πάλι το γύρισμα σε άλλους τόνους με νέα δύναμη και περισσότερη τόλμη κι ελπίδα και πάθος:

 

Κλώσα με τα π’λιά

Πώς τα ’βγαλες χρυσά!...

 

- Να στην Κλώσα σας ... οξ’ απού τσ’ άγιους!... φώναξε με αγανάχτηση ο Τσιρίμπασης, φασκελώνοντας τον αέρα και πάραυτα κάνοντας το σταυρό του.

- Να στο γιο του χωροφύλακα!... είπε αναψο­κοκκινισμένος ο Καψοχείλης. Μουρ’ ακούς κι ο νιος του σταυρωτή να γυρεύει ψήφς!...

Αμ αν ήταν κόσμους, πρόσθεσε με τη βάναυση φωνή του ο Ταράνανας, ούτε κλώσα ούτε Τηραημόλα θ’ ακγότανε στο Μσολόγγ’... Μονόβουλο θα πέφτανε οι ψήφ’ στην κάλπ’ του καπιτάν Νικόλα. Ποιος μας έδωκε τουν ψήφο παρά ο πατέρας τ’; Αν δεν ήταν λευτεριά, ψήφο δε θα ’χαμι· κι αν δεν ήταν ο καπιτάν Δημήτρ’ς, δε θα να ’χαμι λευτεριά. Δεκα­πέντε χρόνια - τ’ άκσες; - κράτησε λεύτερα τα χω­ριά του Ζυγού και ποτέ δεν έβαλε καλπάκ’ ... Κι στσ’ είκοσ’ τ’ Μάη - που είσαι; - στσ’ είκοσ’ τ’ Μάη πρώτος κατέβκε στα Μσολόγγ’ κι κλείστκε ως τν Έξοδου. Πρώτος ήταν στο γιρούσ’ κι κούρταρος στο φευγιό...

Οι τρεις φίλοι με συρτά βήματα, με τα χέρια πίσω και το σώμα ράθυμο, σαν άνθρωποι, που δεν έχουν τι να κάμουν το διαβάτη χρόνο, τράβηξαν ίσα στην Πλατεία. Συχνά γύριζαν κι έβλεπαν την εικόνα του αγωνιστή, εκεί στην πόρτα κρεμασμένη κι έπειτα εξακολουθούσαν το δρόμο τους και στόλιζαν το γιγαντομάχο είδωλό τους, με σωματικά και ηρωικά χαρί­σματα. Έλεγαν για τη θεόρατη κορμοστασιά, για τον αδούλωτο χαραχτήρα του, για την αυστηρή αγαθοσύνη του προσώπου, για των ματιών του το φοβερό ασπρογάλιασμα. Υμνούσαν τώρα το αστόμωτο σπαθί, που έζωσε τη λυγερή μέση του σ’ όλη, την κλέφτικη ζωή και στου Αγώνα τα χρόνια, αφού έζωσε πριν την αλύγιστη μέση του Σφαλτού και του Τσούτση, πρώτου αρχηγού των Ζυγιωτών· και τώρα ιστορούσαν το χαρόσταλτο ντουφέκι του. Λιάρο τον περίφημο, που ξάπλωνε κουφάρια τα κορμιά κι έντυνε στα μαύρα γονέους κι αδερφούς, παιδιά και στεφανωτικές. Θάμαζαν πότε το θυμό, που ξεσπούσε πύρινος στους αρμα­τωμένους εχτρούς· και πότε τα σπλαχνικά λόγια που παρηγορούσανε θλιμμένους αιχμαλώτους. Μετρούσανε τους αμέτρητους πολέμους και τις φρόνιμες γνώμες του· την περιφρόνησή του στα ταπεινά κέρδη και την αδιαφορία του στις κούφιες τιμές. Έβραζε μέσα τους ο κομματικός φανατισμός και ξεχείλιζε σαρκωμένος σε λόγια βαθιάς ευγνωμοσύνης δούλων, για τον μεγα­λομάρτυρα ελευθερωτή τους. Και κάθε στιγμή, σε κάθε λέξη τους κι οι τρεις έμεναν σύμφωνοι, πως αν ήταν άνθρωποι σωστοί στο Μεσολόγγι, άλλο κόμμα δε θα βρισκότανε κι άλλοι βουλευτές δε θα ψηφίζονταν από τον καπετάν Νικόλα κι άλλος δε θα έβγαινε δήμαρχος από τον καπετάν Γιώργη, ούτε θα δοξαζότανε άλλος από τον κυρ-Στάμο, τα παιδιά του.

- Να κι ο Τηραημόλας· είπε άξαφνα ο Τσιρίμπασης, γυρίζοντας το πρόσωπο αλλού με αηδία, λες κι έβλεπε μπροστά του σερπετό.

- Να ο πατέρας του Τζαλμά· μισοβόγκηξε κι ο Κοψαχείλης.

Ήταν φτασμένοι τώρα στην Πλατεία και στην πόρτα ενός καπνοπωλείου είδαν το εκλογικό σημάδι άλλου κόμματος. Μέσα σε στεφάνι από κλωνάρια ελιάς, στολισμένο με φιογκάκια και κορδέλες κόκκινες, ήταν άλλη ζωγραφιά. Μαύρη καλοκουμπωμένη ρεδιγκότα και φουσκωτός κατάμαυρος λαιμοδέτης και ψηλά κάτασπρα κολάρα, στηρίζανε κεφάλι χοντρό κι ολοστρόγγυλο. Λίγα ψαρά μαλλιά και πλατύ καμαρωτό μέτωπο, έδειχναν του απέραντου νου στενά και καλογραμμένα τα σύνορα. Η μύτη βαθιά χαραγμένη στον ίσκιο, κατέβαινε χοντρή από το μεσόφρυδο στο απάνω χείλο, το στολισμένο με κοντά μουστάκια κατάργυρα. Ζερβόδεξα τα μηλομάγουλα καλοξουρισμένα, με το προγούλι κάτω ξεχειλισμένο από λαχτα­ριστή σάρκα κι απάνω τα φρύδια χαμηλότοξα και τα μάτια ημερωμένα, έχυναν στο σύνολο ασκητού γαλήνη κι απλότη φιλοσοφική. Της ελιάς τα χαλκοπράσινα φυλλαράκια και τ’ άνθη, με την κόκκινη κορδέλα περιπλεγμένα, θυμίζανε το αίμα, που χύθηκε στη γη, για να βλαστοβολήσει το καρπερό εκείνο δέντρο της ειρήνης. Κι ο άντρας, που είχε τέτοια σεβαστά σύμβολα, φαινότανε ανέγγιχτος στου φθόνου τη γλώσσα, όπως οι ξύλινοι εκείνοι σταυροί των χωριών, που διώχνανε από κοντά τους κρύα τα βόλια των Τούρκων. Ήταν και κείνος από τους άντρες του Αγώνα, πατριώτης αψύς κι ακούραστος. Μόλις ακούστηκε το σάλπισμα της ελευθεριάς στη βαρυστέναχτη γη, άφησε τα καλά και τη μελέτη του κι έτρεξε στην κακοπάθεια και το αλληλοφάγωμα και δούλεψε την πατρίδα όχι με το σπαθί, αλλά με του μυαλού τη δύναμη. Οι τρεις φίλοι κοντοστάθηκαν αθέλητα, σαν κάτι να κράτησε τα πόδια τους άξαφνα. Μα ο Ταράνανας σπρώχνοντας τους συντρόφους του:

- Τράβα, μωρέ! Είπε με θυμό· κι αφήστε τον προδότ’ να μην τον γλέπου!...

- Αλήθεια· ομογνώμησαν οι άλλοι, κουνώντας το κεφάλι.

- Αμ’ βούλιαξ’ άλλος το Μσολόγγ’!... ξανάειπε αγαναχτισμένος ο σκάπουλος.

Έκοψε όμως την κουβέντα του, γιατί ένιωσε κάποιον να του πιάνει το χέρι. Γύρισε απότομα πίσω κι είδε με απορία του τον Κώστα Ζάγαρδο ή Τριζώνη. Ήταν αυτός από μικρό παιδί υπερέτης στο σπίτι του κυρ-Αλέξαντρου, του αρχηγού της Τηραημόλας. Νέος έξυπνος, δραστήριος, θαρρετός με τον καιρό είχε καταντήσει από υπερέτης αντιπρόσωπος του γέροντα στην επαρχία και ψυχή στο κόμμα. Αυτός ερχόταν σε συνεννόηση με τις Αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές· αυτός ανακοίνωνε στους κομματάρχες τα θελήματα του αρχηγού και τις οδηγίες· αυτός έβγαζε δικαστικές απόφασες· αυτός στρατιωτικές άδειες· αυτός μετάθεσες και πάψες. Συντύχαινε με τον πολύ κόσμο, άκουε παράπονα κι έδινε ελπίδες είτε πραγματοποιούσε όνειρα. Όλης της επαρχίας εκείνης και πολλές φορές του νομού τη χιλιοπρόσωπη κομματική υπηρεσία περιπλε­γμένη την είχε ο Τριζώνης στα δάχτυλά του και σαν τηλεγραφική μηχανή διατηρούσε φαύλη συγκοινωνία, στέλνοντας στην Πρωτεύουσα ανήθικες απαίτησες των φίλων και παίρνοντας αποκεί ανηθικότερες υπόσχεσες.

Για να έχει όμως αυτή την δύναμη, που έκανε τους φίλους να τον περιτριγυρίζουν και να τον γλυκοθωρούν σαν είδωλο τύχης τυφλής, οι αντίθετοι τον απόφευ­γαν σαν μόλυσμα. Ο Ταράνανας, άμα τον είδε, γύρισε άλλου το πρόσωπο και ηθέλησε να τραβήξει το χέρι του. Μα ο Τριζώνης τον κράτησε σφιχτά και πάντα γελα­στός του είπε:

- Ρε αδρφέ σμπέθερε, χάλασα τουν κόσμου γυ­ρεύοντάς σε. Που ήσνα κρυμμένος!

- Να, με τσι φίλς· απάντησε αυτός αδιάφορος, σαν να του έλεγε: άσε με και μη με σκοτίζεις.

- Σε θέλω· έλα να σ’ που ένα λόγο για καλό σ’…

- Τι θα μ’ πεις; δεν έχω κβέντα μι σε.

Ο Τριζώνης χαμογέλασε με το πείσμα του συμπέθερου και φρόντιζε να τον αντικρίσει στα μάτια.

- Μουρ’ έλα κι δε θα σ’ φάου!... φώναξε πει­σμωμένος τάχα. Έλα κι δε θα σε φάου!...

- Δεν έρχουμι σ’ λέου!... δεν έρχουμι!... επέμεινε εκείνος, προβάλλοντας το κορμί μπροστά και ανοίγοντας τα μάτια.

-Έλα σ’ λέου για καλό σ’. . . Αν δεν έρθς, θα μετανιώσεις! ξανάειπε ο Τριζώνης.

Μίλησε τόσο σοβαρά τα τελευταία λόγια του, που ο αγαθός σκάπουλος χολοταράχτηκε. Τα θάρρος κι η κομματική αποστροφή έφυγαν από πάνω του. Αντί να μακρύνει πλησίασε περισσότερο στον Τριζώνη, πρό­σωπο με πρόσωπο και τον κοίταζε κατάματα, θέλον­τας να μαντέψει τους σκοπούς του. Μα εκείνος κρύος, ατάραχος, με το χαμόγελο μαρμαρωμένο στα χείλη, γύρισε και του σφύριξε στ’ αφτί:

- Σε θέλει ο κυρ-Αλέξαντρος πάμε σπίτ’.

Ο Ταράνανας πισωπάτησε σπασμωδικά, σαν να αισθάνθηκε βέλος πύρινο μέσα στα μυαλό του και φώ­ναξε με οργή·

- Τ’ έκαμε λέει; Ιγώ να πάου σπιτ’ τ’!... Ιγώ ν’ ανεβού τ’ σκάλα τ’!... Κάλλιο να μου κόψνε τα ποδάρι απ’ το γόνα! Όχι, δεν πάου, δεν πάου!... δεν πάου πθενά!...

Κι ηθέλησε να φύγει, να πλησιάσει στους συντρόφους του, να εύρει αγγελική ασπίδα στη διαβολική εκείνη φωνή, που τον έσερνε ν’ αρνηθεί τη θρησκεία του. Τόσα χρόνια το δούλευε το κόμμα του· πάππου προς πάππου! Τόσα χρόνια δεν πάτησε ποτέ στην πόρτα της Τηραημόλας! Ούτε σε χαρά ούτε σε λύπη. Ούτε για καλό, ούτε για κακό. Όχι να πάει τώρα παραμονές εκλογών! Αφήν’ Τούρκος το τζαμί χωρίς ν’ αλλαξοπιστήσει;

Μα ο μαυλιστής του, αδράζοντας πάλι το μπράτσο του σφιχτά και κοιτάζοντάς τον με γέλιο στα χείλη και με χολή στα μάτια·

- Παλάβωσες; λέει. Μουρ’ είσαι χαμένος σμπέθερε· έλα να σ’ που...

Και τον έσυρε έρριζα στον τοίχο κι άρχισε να του κρυφομιλεί. Ο σκάπουλος στην αρχή απαιτούσε να του μιλεί δυνατά, να τον ακούει ο κόσμος, να μη βάλουν υποψία πως παζαρεύει τον ψήφο του. Α! όλα κι όλα! Το κόμμα είναι θρησκεία δεν τ’ άλλαζε: Ό,τι και να γίνει. Δεν δίνει αλλού τον ψήφο του για όλο τον κόσμο! Μυστικά μαζί δεν έχουν οι αντίθετοι. Και μάλιστα τέτοιες ημέρες. Ό,τι έχει να του ειπεί, να το ειπεί φόρα και γρήγορα... Κι όλο ήθελε να φύγει από κοντά του. Μα όσο τον άκουε, λίγο λίγο μαλάκωνε. Χαμήλωνε τα μάτια και πλησίαζε ολοένα στο συμπέθερο, δείχνοντας πόσο σπουδαία και σοβαρά ήταν τα λόγια του.

Αληθινά ο Τριζώνης έλεγε σπουδαία πράματα. Εξ εφτά μήνες πριν ο Ταράνανας είχε σοβαρή δουλειά με τον Οικονομικό Έφορο της επαρχίας. Αφορμή έδωκε ένα προιάρι αλάτι. Με τον σύντροφό του το Γιάννη Κρούστα ή Μπούφο το φέρνανε νύχτα στην πόλη από το Λούρο. Οι χωροφύλακες, που περιπολού­σαν, στη λίμνη, τους απάντησαν και τους διάταξαν να σταθούν. Εκείνοι εξακολούθησαν το δρόμο τους, σπρώχνοντας μπροστά με τα σταλίκια τα προιάρι κι αφήνοντας πίσω γαλάζια γραμμή από φώσφορο στη σκοτεινή απλωσιά. Οι χωροφύλακες ντουφεκίσανε τότε στον αέρα να τους φοβίσουν· μα εκείνοι έριξαν στα τυφλά και πλήγωσαν ένα από δαύτους. Οι περίπουλοι θύμωσαν τους βάλανε στο σημάδι και τους ανάγκα­σαν ν’ αφήκουν το προιάρι και να ριχτούν στη λίμνη. Οι χωροφύλακες πιάσανε το προιάρι, πέρασαν την αυγή στο Λούρο, χαλάσανε τα τηγάνια της αλυκής κι από διάφορα πράματα τους κατάγγειλαν στην Αρχή το Μπούφο και τον Ταράνανα.

Ο Μπούφος ήταν φανατικός φίλος της Τηραημόλας και με δυο λόγια, που σφύριξε ο Τριζώνης του έφορου, απαλλάχτηκε αμέσως. Τα πράματα, που κατάσκεσαν οι χωροφύλακες, μπορούσε να ήταν δικά του, χωρίς να ενέχεται. Ο Ταράνανας όμως δεν ήταν φίλος και δεν είχε ανάγκη να φροντίσει γι’ αυτόν ο συμπέθερος. Έπειτα το προιάρι είχε γραμμένο στην πρύμη τ’ όνομά του. Κι είχε ακόμη κοντά, με κόκ­κινη βαφή κι ένα εκλογικό δίστιχο, που βάραινε φοβερά τη θέση του. Το θυμάται: Αν δεν το θυμάται, να του το ειπεί αυτός, που δεν το ξέχασε, ούτε θα το ξεχάσει ποτέ στον αιώνα!

 

Ξεκίνησε με φλόγες ο καπετάν Γιωργής.

Τα Γιάννινα να πάρει ο καπετάν Μακρής.

 

Φυσικά ο έφορος έβγαλε την απόφασή του. Οχτα­κόσιες δραχμές είχε πρόστιμο ο Ταράνανας και το Νομικό Συμβούλιο ήταν έτοιμο με μια μονοκοντυλιά να διατάξει την προσωπική του κράτηση. Και να μη λέμε την καταγγελία για την αντίσταση, που έκαμε στην Αρχή! Τι τα θες. Ήταν τόσο κακά τα πράματα, που μια να έμπαινε στη φυλακή, δε θα ’βγαινε παρά νεκρός.

- Μουρ’ τι λες, σμπέθερε; ρώτησε ο σκάπουλος.

- Μα τα ούλα τα κονίσματα δε γλιτώνεις είπε ο Τριζώνης με απάθεια.

Ο Ταράνανας τα έχασε. Κοίταζε το σύντροφό του στα μάτια κι έπειτ’ ακούμπησε το κεφάλι στον τοίχο συλλογισμένος.

- Τι να κάμω; μουρμούρισε.

Ο Τριζώνης δεν απάντησε αμέσως. Άφηκε το σκάπουλο στην απελπισία του κάμποση ώρα. Άξαφνα με φωνή δυνατή κι απαιτητική του είπε, πιάνοντάς τον αλαφρά από το γελέκο:

- Μ’ ακούς εμένα; δε μ’ ακούς!... Πάμε σπίτ’ σ’ λέου· είναι καιρός ακόμα… Του ξέρ’ ο κυρ-Αλέξαντρος. Του μίλησα ιγώ...

Και τράβηξε να φύγει. Ο σκάπουλος ηθέλησε ν’ αντισταθεί, να μην ακολουθήσει. Μα έξαφνα με δυο τρία δραμπαλίσματα του κορμιού, έσκυψε το κεφάλι και όρμησε σαν μεθυσμένος κατόπιν του.

Ήταν οι δυο φίλοι, ο Αποστόλης Βάραγκας ή Κο­ψαχείλης κι ο Τάσος Κρίκας ή Τσιρίμπασης, είδαν τον Ταράνανα ν’ ακολουθεί τον Τριζώνη, κοίταξε ένας τον άλλον και χαμογέλασαν πονηρά.

- Πάει πίσου σαν το ψάρ’ στην τράενα· είπε ο ένας.

- Τσίμπ’σι· πρόσθεσε ο άλλος.

- Λες:

- Ω βέβαια· κάτι παλούκι τ’ χώσανε και πάει ναν τ’ του βγάλν’...

Και εκάθισαν απ’ έξω σ’ έναν καφενέ, αντίκρυ στο καπνοπωλείο. Κόσμος πολύς πηγαινορχότανε μπροστά τους. Πολύ σπάνια τ’ Αϊ-Σημιού ή του Λαζάρου, που γιορτάζεται η Έξοδος, φαίνεται κάποια κίνηση εκεί. Μα για να καταντήσει αληθινό πανηγύρι, πρέπει δυο σημαντικά πράματα να συμβούν. Ή να κατεβεί κανέ­νας ντόπιος πολιτικός από την πρωτεύουσα ή να είναι παραμονές εκλογών. Τότε καταντά αγνώριστη η κοι­μισμένη Πλατεία. Επιστήμονες, υπάλληλοι και στρα­τιωτικοί· γιβαράδες και καραβοκυραίοι· χοντρονοικοκυραίοι κι έμποροι· χωριάτες και γεωργοί και γύφτοι· δήμαρχοι και υποψήφιοι βουλευτές της επαρχίας, του Νομού όλου ανάκατα, ήταν τώρα εκεί και γλυκομιλού­σαν και κρυφογελούσανε ίσοι προς ίσους όλοι, όπως σε κανένα εμπορικό πανηγύρι, όταν το κρασί ανάβει τα καύκαλα και το μεθύσι της κερδοσκοπίας παρασέρνει τη ντροπή και λύνει άκριτη τη γλώσσα. Και δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά πανηγύρι και παζάρεμα ψήφων. Ήθελαν όλοι να φαίνονται πως είναι κομματάρχες πως δίχως αυτούς τίποτα δε γίνεται. Άνθρωποι ση­μαντικοί κι άνθρωποι που δεν όριζαν όχι τον ψήφο μα ούτε το παπούτσι τους, έτρεχαν απάνω κάτω κι ήθελαν να παραπείσει ένας τον άλλον, να του ξεκολλήσει ένα λόγο, να μαντέψει τι κρύβει μέσα του και να τον αναγκάσει να τ’ αλλάξει. Οι χαραχτήρες, οι κοινωνικές σχέσες, η πολιτική μάθηση, τα σχέδια και τα όνειρα των αρχηγών, ήταν όλα στο στόμα τους και ή τα τρίβανε και τα σκορπίζανε στους τέσσερους ανέμους ντροπιασμένα κι ανάξια προσοχής ή τα σύναζαν και τα στρογγυλόκοβαν βάθρο ακλόνητο στα χρυσελεφαντένιο άγαλμά τους. Εκλογικός ανεμοστρό­βιλος σάρωνε το μακρύστενο σοκάκι και καθότανε απάνω στα κρανία, έμπαινε στα μυαλά του πλήθους και το έκανε να βρίσκει χίλια δυο τερτίπια θαυμαστά, λες και δεν είχε στη ζωή του άλλη φροντίδα, από κείνη της εκλογικής ενεργείας και του κομματικού πυρετού.

Ζερβόδεξα τα μαγαζιά, οι ταβέρνες και τα ρακοπουλειά, τα μπακάλικα κι οι καφενέδες ήταν στολισμένοι με των κομμάτων τα σημάδια. Σημαίες και φλάμπουρα· εικόνες και κορδέλες ελιές ολόκορμες και δάφνες και πορτοκαλιές, έστεκαν ορθές σε κάθε πόρτα, σκαλώνανε σε κάθε παράθυρο στεφάνωναν κεραμίδια, αγκωνάρια, μπαλκόνια και μπαλκονόπορτες στόλιζαν κρασοβάρελα και τυράσκια, ψαρόψαθες και φαρμα­κείων ακόμη βιτρίνες, με φανατισμό αλληλοφαγωμού. Και μέσα βροντούσε άλλη ζωή, φωνές κεραστών και τραγούδια μεθυσμένων και «βίβα» και «ζήτω»! «Κλώσα» και «Τηραημόλα» ανθρώπων που δεν είχαν άλλη συνείδηση, από κείνη του φαγοποτιού και της ανέξοδης σπατάλης.

Ο Κοψαχείλης κι ο Τσιρίμπασης εξακολουθούσαν ν’ αναθεματίζουν τη ζωγραφιά που έστεκε αντίκρυ τους σκεπτική, λες και ταλάνιζε τη μοίρα των απογόνων. Με το ίδιο ξάναμμα που παίνευαν πριν τον αρματολό κατηγορούσαν τώρα το διπλωμάτη. Έλεγαν πως για ν’ αναγνωριστεί στον τόπο του αρχηγός, έφερε τους Σουλιώτες κι έδερναν τον κόσμο κι έγδυναν τα σπίτια και σκότωναν τους νοικοκυραίους. Τον ύβριζαν πως με πλαστά γράμματα ραδιούργησε τους ντόπιους καπε­ταναίους στα παλικάρια τους· πως ερέθιζε το λαό με τους άρχοντες, χαραχτηρίζοντάς τους προδότες. Έλεγαν πως αυτός στ’ Ανάπλι εμπόδιζε να στέλνουν τρο­φές στην πολιορκημένη πόλη κι έγινε αιτία της φριχτής πείνας· πως πρόδωσε στους Τούρκους τη νύχτα της Εξόδου και συμβούλεψε τη θέση για να στήσουν τον Κάη, το κανόνι που τόσους σάρωσε διαλεχτούς στην πρώτη ορμή. Αυτός έγινε αιτία να πελεκηθεί το σώμα του Μακρή από τους Αρβανίτες στ’ Αμπέλια του Ριζικότσικα. Αυτός εμπόδισε τον Κώστα Μπότσαρη να βοηθήσει χτυπώντας τις πλάτες του εχτρού. Κι ακόμη όταν έφτασαν τ’ απομεινάρια της ηρωικής καταστροφής στ’ Ανάπλι, αυτός δεν ηθέλησε να τα δεχτεί κι εμπόδισε την Κυβέρνηση να τους δώκει ψωμί και ρούχα και βαθμούς, ο φθονερός!...

Οι δυο φίλοι δεν ήταν οι μόνοι που έλεγαν και πίστευαν αυτά. Ήταν σχεδόν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι του σημερινού αρχηγού της Τηραημόλας, όσοι δεν ψωμίστηκαν από τα χέρια του ή και ψωμίστηκαν λιγότερο απ’ ό,τι έλπιζαν. Και δε μετρήθηκαν μόνον εδώ οι υπερεσίες των αγωνιστών κατά τις συμπάθειες και αντιπάθειες του λαού στους συγγενείς τους. Παντού έγιναν τα ίδια, σε κάθε μέρος της ελεύθερης Ελ­λάδας, όπου τα τέκνα των ηρώων ανακατεύτηκαν στην πολιτική. Αλλά στο Μεσολόγγι, που έγινε έδρα της Δυτικής Ελλάδας από τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, η ασέβεια κι η παραγνώριση έφτασαν στο φοβερότερο σημείον. Άρχισε αμέσως το αλληλοφάγωμα των στρατιωτικών με τους πολιτικούς, των ξένων με τους ντόπιους, των προυχόντων και του λαού. Οι δημοκόποι ήβραν ευκαιρία να οργιάσουν. Συχνά τα χαλάσματα εκείνα των σπιτιών και τα μολυβοφανωμένα κάστρα σταθήκανε μάρτυρες βουβοί, έχτρας τρομερότερης από τα τρελά γιουρούσια των Τούρκων. Συχνά λησμονηθήκανε οι πολύτιμες υπερεσίες του προύχοντα εμπρός στα λογοκοπήματα πρόστυχου καλαμαρά. Πολλές φορές είδαν να καεί σαν το Γιούδα τα αντρείκελο φρόνιμου και αγνού στρατη­γού και να κηρυχτεί εθνοσωτήρας αηδέστατος δημοκόπος. Και το κακό δεν έμεινε ως εδώ. Εξακολού­θησε με πείσμα περισσότερο και έπειτ’ από τον Αγώνα. Τα παιδιά των αγωνιστών, αφού δεν είχαν δική τους ιστορία, ηθέλησαν να εκμεταλλευθούν την ιστορία εκείνων, να θυμίσουν στον όχλο τις υπερεσίες τους και τις εικόνες τους να στήσουν εκλογικά λάβαρα. Τότε όμως εκείνος παράφορος, βαρυποτισμένος από ελευθερία, πάππου προς πάππου ασεβέστατος, δεν εδίστασε ν’ αρνηθεί και στους πατέρες τη δόξα, να πλαστογραφήσει την ιστορία τους, μόνον και μόνον για να εκδικηθεί τους απογόνους.

Τώρα στη συνείδηση των δυο φίλων κανένα δεν εύρισκεν έλεος ο σοφός διπλωμάτης. Όλες τις κατα­στροφές, τ’ ατυχήματα όσα υπόφερεν ο τόπος τους κατά τον πικρόν αγώνα, η μισητή εκείνη και απάν­θρωπη ψυχή τα είχε φέρει όλα. Δεν ελογάριαζαν πως ήταν νεκρός, πως ανήκει σε περασμένη γενεά, πως είχε γίνει σκόνη μέσα στον τάφον του. Επίστευαν πως τον είχαν μπροστά τους, πως τον έβλεπαν σύψυχον, πως τους άκουε κι ήθελαν να τον πικράνουν, να τον βασα­νίσουν, να τον ιδούν να κλάψει για να χαροκοπήσουν.

- Προδότης που να μην είχε κλήρα... εσυμπέρανε ο Κοψαχείλης με αγανάχτηση.

Μα εκείνη την ώρα, όλων η προσοχή ήταν ριγμένη στην άκρη της Πλατείας, πίσω από τ’ αγκωνάρι γει­τονικού στενού κι οι φίλοι αναγκάστηκαν να κόψουν την κουβέντα τους. Τούμπανα και καραμούζες έφεραν στ’ αφτιά τους το τραγούδι της Τηραημόλας με τους βροντηχτούς, κομμένους κι αυστηρούς σαν ξαφνιστκά παραγγέλματα τόνους της. Μα δεν τους ανησύχησε τόσο το τραγούδι όσο τα πονηρά βλέμματα μερι­κών αντιθέτων που κολλούσαν απάνω τους με σαρ­κασμό.

- Ο Ταράνανας! ψιθυρίσανε συνατοί τους.

Και μονόγνωμοι σηκώθηκαν και βάδισαν εκεί. Ήταν αληθινά το κόμμα της Τηραημόλας: Ψαράδες με τα πλατιά βρακιά και τα κόκκινα ζωνάρια και τα μάλ­λινα πουκάμισα τους κι οξωμάχοι με τις φουστανέλες τους, αναμαλλιασμένοι όλοι, κοκκινοπρόσωποι, με τα χέρια ψηλά, χοροπηδούσανε κι αντιπατούσαν τη γη. Κι εμπρός απ’ όλους περισσότερο ξαναμμένος, αγριοπρόσωπος, με το φανατισμό νεοφώτιστου, κλωτσοχόρευε ο Ταρανανάς κι εγκάριζε ανακινώντας ψηλά μια εικόνα, το λάβαρο που είχε το νέο κόμμα του.

Ο σκάπουλος μόλις ανέβηκε στη σκάλα και βρέθηκε μπροστά στον αρχηγό, κατάλαβε πως ο ψήφος ήταν η μόνη σωτηρία του. Είναι αλήθεια πως ο σεβα­στός γέροντας καθόλου δεν του είπε τέτοιο λόγο. Τον ρώτησε τι κάνει, η γυναίκα του, το σκυλάκι, τα κλωσοπούλια του· πώς πηγαίνει το ψάρεμα, ο καπνός, τ’ αλάτι. Α, τ’ αλάτι!... Τι διάβολο, τόσο απρο­φύλαχτα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι τις δουλειές τους και φανερώνονται στην εξουσία! Κι επί τέλους, αφού δεν έχουν την καπατσοσύνη να κρυφτούν, δεν φροντίζουν τουλάχιστον να έχουν έναν καλό φίλο, που θα μπορεί να τους βρεθεί στην ανάγκη τους!... Ά πολύ κακά τα καταφέρνουν! πολύ κακά!... Και τα έλεγε με ήσυχη φωνή, κοιτάζοντας πότε τον Τριζώνη, πότε τα έπιπλά του, πότε τους άλλους ανθρώπους που περνοδιάβαιναν· καθόλου όμως τον Ταράνανα. Δεν μίλαγε γι’ αυτόν. Ο αρχηγός εξέταζε γενικότερα το πράμα. Ελυπόταν να υποφέρουν οι άνθρωποι από λειψομυαλιά τους. Και όμως δεν πρέπει να τους αφήκει να χαθούν. Σήμερα που μπορεί να κάμει το καλό, θα το κάμει κι ας πάει στα χαμένα!

- Φρόντισε· είπε στον Τριζώνη· τελείωσε τη δου­λειά του παιδιού από δω.

Κι έπειτα δίνοντας το χέρι στον Ταράνανα και κοι­τάζοντας τον με χαμόγελο:

- Μείνε ήσυχος, του ψιθύρισε· η δουλειά του τελειωμένη.

Ο σκάπουλος στην τόση καλοσύνη του κομματάρχη αισθάνθηκε ταπείνωση. Η συγκίνηση τον έπνιγε. Δεν ήταν μικρό πράμα να γλιτώσει και πρόστιμο και φυλακή μ’ ένα λόγο. Τάχα τι κέρδισε τόσα χρόνια που δούλευε με αφοσίωση το κόμμα τους Μονάχα όταν ήταν στην εξουσία - πολύ σπάνια κι αυτό - τον άφηναν να ψαρεύει στη λίμνη, χωρίς να πληρώνει το δωδεκάδραχμο επιτήδευμα και να πουλεί εμπρός στα μάτια της Αρχής τον καπνό και τ’ αλάτι του. Από τέτοιον όμως κίντυνο, σαν το σημερινό, μπόρεσε ποτέ να τον σώσει; Καθόλου. Κι ενθουσιασμένος για τη σωτηρία του, αποφάσισε αμέσως να σηκώσει τοίχο στο κομματικό του παρελθόν. Κατάλαβε πως, αν η αξιοπρέπεια του γέροντα δεν τον άφηνε να ζητήσει ψήφο, μόνος του έπρεπε να τον προσφέρει. Έσφιξε δυνατά το απλωμένο χέρι και φώναξε τινάζοντας τη σκούφια του στη ζωγραφισμένη οροφή:

- Ζήτω η Τηραημόλα, ζήτω!...

Όταν σε λίγη ώρα ο Ταράνανας, ζαλισμένος ακόμη, άφηνε τον ναό της νέας του θρησκείας, τον άρπαζε το πλήθος που γλεντοκοπούσε με τα τούμπανα στην αυλή. Ήταν κι αυτό εκλογικό τερτίπι. Ο σκάπουλος βρέθηκε στην ανάγκη να γίνει φίλος της Τηραημόλας. Μα δεν ήταν βέβαιο αν θα κρατούσε το λόγο του. Σε τέτοιους ανθρώπους δεν μπορεί κανείς να ’χει εμπιστοσύνη. Μόλις έβγαιν’ έξω οι παλιοί φίλοι θα τρέχανε από πίσω του. Ο αρχηγός θα του έταζε λαγούς με πετραχήλια· θα του έκαναν όλοι παρατή­ρηση για το κάμωμά του το προδοτικό· θα τον έβρι­ζαν, θα τον παρακαλούσαν, αλλαξοκορδέλλα θα τον έκραζαν κι ίσως τον έκαναν να μετανιώσει. Έπειτα κι αν κρατούσε το λόγο του, αν έριχνε τον ψήφο του στην κάλπη της Τηραημόλας, τι μ’ αυτό: Ένας περισσότερος ένας λιγότερος δεν έχει και μεγάλη ση­μασία. Ο σκοπός ήταν να δειχτεί έξω στο δρόμο, να μάθουν όλοι τα γύρισμα του να λαληθεί πως το κόμμα έχει δύναμη, αφού κατορθώνει και παίρνει από τ’ άλλα τους φανατικότερους φίλους. Αυτό κάνει εντύπωση και παρασέρνει κι άλλους. Άμα τσακίσει ένα κόμμα, δε βαστιέται...

Ο Ταράνανας στην αρχή δυσκολεύτηκε. Ήθελε να εύρει χίλιες δυο αφορμές για ν’ αποφύγει. Είχε ακόμη συνείδηση πως το κάμωμά του δεν ήταν καλό. Ντρεπότανε να βγει στον κόσμο έτσι απότομα με τη νέα του σημαία. Ο Τριζώνης όμως ήταν κοντά και τον κοίταζε αμίλητος, με τα χολερικά μάτια του αυστηρά, με τα χείλη σφιγμέν’ από την αγανάχτηση. Αν δεν ακολουθούσε, βέβαια πως ήταν χαμένος ο Ταράνανας. Κι όχι μόνον ν’ ακολουθήσει έπρεπε, μα και να φανεί λυπημένος, που τώρα μόλις άνοιξε τα μάτια του στο φως το αληθινό, να ξελαρυγγιαστεί μάλιστα ζητωκραυγάζοντας.

- Έλα μπροστά, μπροστά, κμπαρε... είπε ο αρχηγός του πλήθους, ένας πρισκοκοίλης γιβαράς· πάρε στο σπίτ’ κι το γέροντά μας.

Και του έδωκε στο χέρι την εικόνα του διπλωμάτη. Ο σκάπουλος αναγκάστηκε ν’ ακολουθήσει. Και λίγο λίγο, όσο άκουε γύρω του τις κραυγές των συντρόφων, έδιωχνε το δισταγμό και τη ντροπή του. Το εκλογικό τραγούδι, που δεν μπορούσε άλλοτε ν ακούσει χωρίς φρίκη, τώρα τον ενθουσίαζε και τον έσερνε στον ανε­μοστρόβιλο της τρελής χαράς και του κομματικού μίσους.

- Αλτάνη, μώρ’ Αλτάν’!... έβγα όξου να μας κιράεις· φώναξε κλωτσώντας την πόρτα του με μανία. Μι το γκιγούμ’ του θέλου μι το γκιγούμ!...

Η γυναίκα του, καθώς άκουσε πως διάβαινε η Τηραημόλα από το σπίτι της, έβγαλε τα σαρίδια έξω και τα σκόρπισε για να δείξει την περιφρόνησή της. Έπειτα μπήκε και μαντάλωσε την πόρτα με πάταγο. Όταν όμως με τις άλλες αγριοφωνές άκουσε και τη φωνή του αντρός της, απόρησε. Ήταν δυνατόν ο Παντελέως να βρίσκεται με το πλήθος εκείνο; Με τρε­μουλιαστά χέρια άνοιξε και καθώς είδε την αλήθεια, εξωφρενών άρχισε να μουντζώνει τον άντρα της και να καταριέται.

- Τ’ είναι που κάνεις μαρέ, κτουραμά, μαρέ μπούφο! Αμ δε σ’ έκοβε καλύτερα! Τ’ έπαθες κι αλλαξοπίστ’σες, κολασμένε!...

Μα εκείνο; με αγριότερες φωνές απάντησε τραγουδιστά στα λόγια της γυναίκας του:

 

Χαρίλαε Τρικούπη,

του πρέσβη μας παιδί,

ο Βασιλιάς σε θέλει

ν’ ανοίξεις τη Βουλή!...

 

Άξαφνα είδε μέσα στο λαό τους δυο συντρόφους του. Έστεκαν παράμερα και τον κοιτάζανε χλωμοί, άφωνοι, με τρεμάμενο πηγούνι από το θυμό. Ο σκά­πουλος θύμωσε. Γιατί να τον κοιτάζουν έτσι; Τ’ ήθε­λαν; Τι ανάγκη τους είχε; Έτσι τ’ αρέσει, έτσι φέρ­νεται. Δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα! Όχι σε κανένα!...

Και για να δείξει την περιφρόνηση του σε κείνους και το κόμμα τους, σήκωσε ψηλά τη ζωγραφιά και χτύπησε βαριά την άλλη, που είχε απάνω από την πόρτα του. Με τον νέο του θεό, τον πανίσχυρο, σύν­τριβε τώρα τον παλιό, που δεν ήταν ικανός να τον προστατέψει. Τάχα τι μας έκαμε κι αυτός που φου­σκώνει τόσο! Ήταν παλικάρι· πολέμησε· ματώθηκε.

Και τι με τούτο; Μόνος του ελευθέρωσε την πατρίδα; Αν δεν ήταν αυτός, θα ήταν άλλοι, μύριοι! Ή νομίζει πως δεν το ξέρουν όλοι, πως στην Έξοδο βγήκε με γυναίκια φορέματα κατά το Νιοχώρι, ενώ οι άλλοι κομματιάζονταν από τα βόλια των Τούρκων στον Αϊ-Θανάση. Να συχωράει την τύχη και τ’ όνομά του, είτ’ αλλιώς δε θα τον λογάριαζε ο Ταράνανας ούτε στο παλιό του παπούτσι...

Και κει που κλωτσοπατούσε και θρυμμάτιζε τα γυαλιά και τη χρυσή κορνίζα, στη θέση της αναστύλωνε την άλλη και την χαιρέτιζε με τρελές ζητω­κραυγές και γυρίσματα:

 

Τηραημόλα! Τηραημόλα!

Τρικουπάκια είμαστ’ όλα!...

 

Η κατασπαραγμένη ζωγραφιά σερνότανε στη γη τώρα, μπαίγνιο του ανέμου και της σκόνης. Η άλλη χρυσολαμπύριζε ψηλά, υγρή ακόμη από τα φιλήματα των πιστών της. Και κει που το κεφάλι του αρματολού με την πολεμική του έξαψη φαινότανε πως θέλει να κατασφάξει τον υβριστή, ο διπλωμάτης με ήρεμη μελαγχολία έγνεφε στο συναγωνιστή του, να ησυχάσει. Έτσι είν’ ο κόσμος. Πάντα τέτοιος θα είναι ο κόσμος.

 

 

 

ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ

 

Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάβη Νούσα, το πάλεμα είχαν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούσανε ν’ αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας:

- Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο Μήτρος Μπούρας με το γιο του τάδε!... Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!...

Μια φορά όμως δεν είπε το γιο του τάδε. Είπε το Διονύση Χάλη.

Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξε­ραν όλοι. Όλοι γνώριζαν της χήρας τον ακριβογιό και τον αρρεβωνιαστικό της Σμάλτως, της λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλεμα και κανείς δεν αποτολ­μούσε να βγει στ’ αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα.

Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ’ άλλο σύνορο, από τις Σοφάδες πέρα και κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνον πως είναι φοβερός παλαιστής και ταίρι δεν έχει στον κάμπο το Λαρισινό και της Καρδίτσας τον κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γερόντοι κι ανα­τρίχιασαν. Τον είδαν τα παλικάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους· την πήρε την ντροπή!

- Μάνα μου! ψιθύρισε κι η Σμάλτω η λεβεντονιά.

Και χλώμιανε σαν το κερί!

 

Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρόν αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ’ αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνον­ται οι δυο παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ’ αμελέτητα. Μα χύνονται από κάτω λαχταριστά τα μηριά κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άτζες μεστωμένες και οι τορνευτοί αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους. Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζών χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώ­νονται ζερβόδεξα καμαρωτοί οι ώμοι, και στα χυτά λαιμοτράχηλα πυργώνεται το κεφάλι σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλυβένια μούσκουλα και τα νεύρα τ’ αλύγιστα.

Έρχονται στ’ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά το λαό δυο παλαιστές. Κάποιος χύνει από τη στάμνα λάδι στη χούφτα τους. Και κείνοι αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τα μηριά, ως κάτω στα στραγάλια. Αλείφουν ακόμη και το πέτσινο βρακί τους. Έπειτα, με τα χέρια ριμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλα τους τρανταχτά:

- Κραπ!... κραπ κραπ!...

Και προβαίνουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη, αργοκίνητοι, βεργολυγιστοί, με βήμα ελαφρό και μεγαλόπρεπο, με το σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν στον ουρανό. Αδιάφοροι στο σαχλολόγο παλιόκοσμο, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας, σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα μ’ έν’ άλλο κραπ!... κραπ κραπ!..., γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα αλλά βαριά τα χέρια ένας στον ώμο τ’ αλλουνού και κοιτάζονται άγρια, πεισμωμένα.

- Σ’ έφαγα!

- Σ’ έφαγα!...

Μα αντί να φαγωθούν, παραιτεί ένας τον άλλον και μ’ ένα κραπ! κραπ κραπ!... σύγκαιρο, αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα.

Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί στα τετραπέρατα τον λαμπρόν αγώνα.

 

- Τώρα δεν έχει χωρατά!

- Όχι δεν έχει χωρατά!...

Οι δυο παλαιστές αρπαχτήκανε στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που παίζανε πριν και χαδεύονταν ξαπλωμένοι στη χλωρωσιά, κάτω από τον ανοιξάτικο ήλιο και δαγ­κώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, κέντησε το λαθροκρυμμένο στην ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιωμένοι ένας στον άλλον. Ανήμερη κοχλάζει η ψυχή τους· σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουνε πια λύπη ούτ’ έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους στη γη, καμα­ρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνον, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ’ ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να ιδούν και να μετρήσουν σε ποιον κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους.

- Δεν έχει χωρατά!

- Όχι τώρα δεν έχει χωρατά!...

 

Άξαφνα όμως να που ξεριζώθηκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε, με το ένα πόδι στη γη στρωμένο· τ’ άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούοα, πάσχει να τον φέρει κοντά του, να τον λυγίσει, να τον γκρεμίσει σωρό κουβάρι από πάνω του. Μα εκεί­νος σκυφτός, κάθετ’ απάνω του και τον βαραίνει με το βάρος του, έτοιμος να τον ρίξει τ’ ανάσκελα, να βάλει τη ράχη του στο χώμα. Έτσι μόνον θα σημα­δευτεί η νίκη του.

Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός· οι νέοι κι οι γέροι· οι νιες κι οι γριές· τ’ ανήλικα παι­διά σερνικοθήλυκα, κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είναι αληθινά εκείνος ο γονατιστός, ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είναι ο άλλος ο σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλεύουν αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι αυτούς και σαν κι αυτούς φτω­χοί και κακόμοιροι; Ή μην είναι δράκοι των παραμυθιών και παλεύουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μην τάχα είναι ο Διγενής του τραγουδιού ο ήρωας, και παλεύει το Χάρο για τη ζωή του; Δεν είναι, όχι, δράκοι· δεν είναι ούτε ο Διγενής κι ο Χάρος. Είναι οι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο Κράπας ο θαυμαστός. Δεν παλεύουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε για την ακριβή ζωή. Παλεύουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ’ όνομα και το χωριό τους.

Ο Μήτρος Μπούρας απάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος βαρύς με τα πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκεινού, με τα χέρια κολλημένα στα λαιμοτράχηλά του, βλέπει γύρω το λαό, τους χωριανούς του να του γνεύουν θαρρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατεί καλά, χάμω να τον γκρεμίσει στο χώμα. Βλέπει αγνάντια τη λεβεντονιά, να χαμηλώνει κατακόκκινη τα μάτια και να σιγοτρέμει σαν καλάμι από τη λα­χτάρα. Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω από τα παλαμοδάχτυλά του το Διονύση Χάλη ξεθεωμένον, να σπαράζει σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο του μακελάρη και γελά με τον ανώφελον αγώνα του. Τον βλέπει να στριφογυρίζει σαν σερπετό, να πασπατεύει στο γλιστερό κορμί του, στα μηριά μέσα, στις άντζες κάτω κι απάνω στις μασκάλες, στους ώμους και τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γατζώσουν τα χέρια, να λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και κόκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη! Τι θα γίνει τώρα τ’ όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκαλα μέσα;

Ο Μήτρος Μπούρας γελά κι αναπαύεται. Δεν προσ­μένει παρά κατάλληλη στιγμή που μ ένα επιδέξιο ανασήκωμα, θα στείλει τη ράχη του να φάει χώμα, να δείξει ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά κι αναπαύεται και δεν προσέχει τα επίβουλα πασπατέματα του εχτρού ανάμεσα στα σκέλια του.

- Αχ! ακούστηκε άξαφνα φοβερό.

Πάραυτα σώπησε το τούμπανο και βουβάθηκαν Οι καραμούζες, λες και νέκρα πλάκωσε τη πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογκομαχά σαν πληγω­μένο αγριοδάμαλο.

- Αχ! εβγήκε κι από το στόμα της Σμάλτως. Και τώρα κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλεμα έχουν για ξεφάντωμα τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούν ν’ αφήκουν τη δουλειά, να παραδώκουν το κορμί στην ανάπαψη και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι νέοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλεί ο κήρυκας:

- Ακούστε, χωριανοί κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο τάδες με τον τάδε!... Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!... Μα μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!...

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA