ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 

ΠΕΙΡΑΓΜΑΤΑ

 

Είδες τόνε, είδες τόνε; - Είδα τόνε. – Κι ίντα φορούσε; - Άσπρη βράκα, άσπρη βράκα! – Κι ακόμα δεν την έβαψε!...

Ο Πέτρος Σαντορινιός ο θερμαστής, περνώντας καταϊδρωμένος από τη μηχανή στην πλώρη, έριξε αδιάφορα τάχα τα λόγια του σε μερικούς ναύτες που έραφταν καθισμένοι κατάχαμα ένα πανί. Με τούτα θέλουν να ειπούν οι ναυτικοί πως οι Καστελοριζίτες, αφήνοντας το νησί τους για να ζητήσουνε στα ξένα τύχη, φορούν άσπρη φουφουλόβρακα και τη βάφουν μόλις καλυτερέψουν τα οικονομικά τους. Γι’ αυτό κάποιου ξενιτεμένου η γυναίκα συχνορωτά όσους γυρίζουν στην πατρίδα, όχι τόσο για την υγειά του αντρός της, όσο για την προκοπή του και κράζει μελαγχολικά, που δεν αναγνωρίζει το ποθητό χρώμα στο φόρεμά του. Οι ναύτες τώρα, στη δουλειά τους προσηλωμένοι, καθόλου δεν επρόσεξαν στο θερμαστή και τα λόγια του. Ο Στελόγιωργας όμως, που γνώριζε πατρίδα του αυτό το ξερονήσι, αν και είχε γεννηθεί στη Νάξο, πήδηξε άξαφνα σαν τον κέντησαν στον πισινό. Αυτόν ηθέλησε να πειράξει ο Σαντορινιός με τα λόγια του! Μα αυτός είχε συνήθεια να μη χαρίζεται σε κανένα. Ζεστό ήξερε να χτυπά το σίδερο. Και λυγίζοντας τη φωνή του σύμφωνα με την προφορά των γυναικών της Σαντορίνης, ανταπόδωκε αμέσως το πείραγμα.

- Και μπρε το πουλί μου… Τσ’ αν πας στο Ταϊγάνι τσ’ ερθείς με το καλό, να μου φέρει ένα φλασκί ταμπάκο, να σε γλυκοφιλώ!...

Ο θερμαστής είχε το ένα πόδι στη σκάλα κι ετοιμαζόταν να βάλει και τ’ άλλο. Πήγαινε ν’ αλλάξει τα βρεμένα ρούχα του. Ακούοντας όμως του ναύτη τα λόγια πισωπάτησε αλαφιασμένος, σα να είδε το φίδι εμπρός του. Α! μα αυτό ήταν πάρα πολύ!... Τ’ ήθελε ν’ ανακατέψει τις γυναίκες στα πειράγματά του ο Στελόγιωργας; Ναι, αληθινά· η μάνα του έβαζε ταμπάκο κι η αδερφή του· συνήθεια του τόπου. Με τούτο όμως δε θα ειπεί πως η γυναίκα εκεί άλλαξε ολωσδιόλου· πως από τα στολίδια και τα ρούχα και τα συγύρια του σπιτιού της προτιμά ένα φλασκί ταμπάκο!... Ο θερμαστής κοίταξε κατάματα το ναύτη, να γνωρίσει αν τα είπε με κακό σκοπό τα λόγια του, να προσβάλει στ’ αληθινά. Ξέρουν όλοι μέσα στο καράβι πως αυτός δεν τις δέχετ’ εύκολα τις προσβολές. Είδε όμως το πρόσωπό του να λάμπει από ειλικρίνεια· γνώρισε στα μάτια του άδολη τη χαρά που κατόρθωσε να τον θυμώσει τόσο εύκολα. Έφτυσε δυο τρεις φορές στα πόδια του, έσκασε τα γέλια και άρχισε ν’ αναζητά στη μνήμη του τόσα άλλα ανέκδοτα που έχουν για τους Καστελοριζίτες οι ναυτικοί. Αθέλητα όμως πειράχτηκαν τα νεύρα του και το μυαλό σταμάτησε απότομα, όπως σταματά η μηανή στο βαπόρι μ’ ένα κατέβασμα της λάμας. Δε δούλευε καθόλου π’ ανάθεμά το! Διάβαιναν εμπρός του πλήθος τα πειράγματα, όμως κουλουριασμένα σαν αρμαθιά χελιών, που δε γνωρίζεις πού η ουρά τελειώνει και πούθε αρχίζει το κεφάλι. Θυμήθηκε τη χαρά του πεθερού, όταν είδε το γαμπρό του ξεβράκωτο: - «Γεια σου, καλέ γαμπρέ, που θα χορτάσεις το καημένο το κορίτσι μου!»· ξεχώρισε τη μονάκριβη συκιά που έχει το νησί και μνημονεύεται σε όλα τα προικοσύμφωνα, μα δεν είχε πρόχειρα και τα λόγια τους: Γράψε, γράψε! – Γράψε και τι να γράψω; - Γράψ’ ένα κλωνί συκιά περ πονέντε!...

Μα εκεί που έμενε έτσι αφαιρεμένος και φουρκισμένος που δεν τον βοηθούσε η γλώσσα, είδα άλλο ναύτη, ένα γέροντα χοντροκαμωμένο και κακοτράχαλο, να γελά πονηρά και κάτι να ψιθυρίζει στον Καστελοριζίτη. Βέβαια του θύμιζε κάποιο πείραγμα της Σαντορίνης αυτό το καβοντόγιο. Μα τι θέλουν οι άλλοι και ανακατώνονται στις κουβέντες τους! Και παίρνοντας την προφορά που έχουν οι Βαρνιώτες της Θράκης, με την περιφρόνηση που τρέφουν οι Ασπροθαλασσίτες ναυτικοί για τους Μαυροθαλασσίτες συναδέλφους των:

- Μ’ αφείς, πουΐ μ’, μ’ αφείς· είπε αλλάζοντας κατά τη φράση και τη φωνή, από το τρυφερό γυναίκειο στο βάναυσο αντρίκιο τόνο. – Να φύω θω!... – Και πού α πάγεις, και πού α πάγεις; - Στο Μπαλτζίκι. – Αχ! Στα χαμένα νερά! Και πότε θ’ ακούσω τις χαλκαδένιες σου να κάνουν γράντα γράντα;…

- Εσχημάτιζε τις χαλκαδένιες του, τις αλυσίδες της άγκυρας, πώς βυθίζονται στα νερά και κάνουν γράντα γράντα, έδειχνε πως το Μπαλτζίκι απέχει ώρα μόλις απ’ τη Βάρνα· έπαιρνε στο πρόσωπο τον τρόμο της γυναίκας για το μακρύ κι αβέβαιο ταξίδι του αγαπημένου της και σύγκαιρα την απελπισία εκείνου για το χωρισμό και την περηφάνια για το κατόρθωμα. Ο θερμαστής έδινε στη φωνή, στη στάση, στις χερονομίες του τόση αστεία μεγαλοπρέπεια, που έσκασαν όλοι, ναύτες και θερμαστές, στα γέλια και κοίταξαν το Βαρνιώτη, σαν κάτι παράξενο και περιφρονημένο πράμα. Έτοιμοι ήταν να του ριχτούν όλοι με σαρκασμούς.

Εκείνος χαμογέλασε στην αρχή, αναψοκοκκίνισε, έριξε το κεφάλι κάτω και τράβηξε να φύγει. Ήταν ήσυχος ανθρωπάκος, φευγάτος από την πατρίδα του, από τη δουλειά και την κακοπάθεια αφανισμένος, είχε ολόκληρη λυκοφαμελιά στη ράχη του και δεν του έμενε καιρός για μαλώματα και καβγάδες. Μα εκεί που διάβαινε κοντά στον Κώστα το θερμαστή, εκείνος άπλωσε την αρίδα του, πεδικλώθηκε ο ναύτης και κύλησε χάμω σαν ασκί. Τώρα τα γέλια έσκασαν στο καράβι δυνατά και τρανταχτά. Αλλά ο Μίμης ο Γαλαξιδιώτης ήρθε τότε σύντροφος στο γέροντα και ηθέλησε να τον βοηθήσει στη γλωσσοφαγιά.

- Μωρέ, δεν του μιλάς! είπε προστατευτικά. Όποιος δε μιλεί εδώ μέσα, ζωντανό τον θάφτουνε. Τι ρίχνεις το κεφάλι κάτου και φεύγεις; Να κι ο Κρητικομηλιός τώρα που βγήκε στο μεϊντάνι. Δεν πάει να βάλει νέφτι σαν τον πατριώτη του. Ακούς, είχε μιαν οκνή γαϊδάρα και κάποιος τον συμβούλεψε να της αλείψει νέφτι τον πισινό. Το ’καμε ο μπουρμάς κι αλήθεια δεν είχε στασιό από τότε· έφευγε βαπόρι. Μα τώρα ο φίλος ξεποδαριάστηκε. Έτρεχε· πού να τη φτάσει! Σαν έξυπνος τέλος αλείβεται και κείνος νέφτι. Τώρα τη φτάνει και την περνάει. Διαβαίνει από το σπίτι του και βάνει τις φωνές: - Γυναίκα! ε, γυναίκα! έβγα να πιάσεις το χτήμα και γω έχω δρόμο ακόμη!...

Ο Κώστας δέχτηκε του Γαλαξιδιώτη το πείραγμα και τους σαρκασμούς των συντρόφων του. Σούφρωσε μόνο τα χείλη, αγνάντεψε τον ουρανό ψηλά, τις πράσινες στεριές αντίκρυ, κάτω τη γαλάζια θάλασσα που αυλάκωνε το πλοίο κι έβγαλε ένα πουφ! περιφρονητικό. Και όταν έπαψε ο θόρυβος, τέντωσε την άλλη του αρίδα, ανακλαδίστηκε χάσκοντας πιθαμή το στόμα, λες και ήθελε να χάψει τον ήλιο, και είπε σύγκαιρα αναγελάστρα και ράθυμη στο ναύκληρο:

- Και σου λένε, Μπαρμπαγιώργη, πως δεν είναι έξυπνοι οι Γαλαξιδιώτες. Αφού και στη στεριά παίρνουν οδηγό το μπούσουλα!... Αφού μετρούν τα χωράφια τους από άρμπουρο σ’ άρμπουρο κι απ’ ασφάκα σ’ ασφάκα… Και δεν είναι παλικάρια, γιατί πήραν το τιτίβισμα των περιστεριών για ληστάδες κι έφυγαν αφήνοντας τις γυναίκες τους στους νταβλοκαλόγερους!...

Ο Γαλαξιδιώτης άναψε αμέσως. Το χαμόγελο έσβησε στα χείλη του και χαλκοπρασίνισε σαν την οχιά. Α, δεν τα σηκώνει ο Μίμης αυτά! Ό,τι κάνουν οι άλλοι, καλά καμωμένα. Μα αυτόν δε θέλει να τον πειράζει κανείς. Αψύς σηκώθηκε απάνω και ήρθε κατάμπροστα στο θερμαστή, βάζοντας τα χέρια στη μέση του, σα να τον προσκαλούσε στο πάλεμα.

- Α στο διάβολο, είπε, σαλιάρη, που δεν ξέρεις τι λες.

- Να χαθείς, βλάχο! απάντησε ο Κώστας θυμωμένος.

Κι ευθύς τινάχτηκε ολόρθος, ζύγωσε κοντά με τα χέρια και αυτός στη μέση, τον κοίταξε κατάματα, έσμιξαν μύτη με μύτη και σφύριξε πάλι:

- Να χαθείς, παλιόβλαχε!

Χόχλαζε και στους δυο ο θυμός. Ετοιμάστηκαν να χυθούν ένας στον άλλον, να γροθοκοπηθούν, να ξεμαλλιαστούν, να ξεσχιστούν· το κατάστρωμα να στρώσουν με τα κρέατά του· να βάψουν τη θάλασσα με το αίμα τους. Αλλά ο Μπαρμπαγιώργης ο ναύκληρος μπήκε στη μέση, έσπρωξε τον ένα από δω, έριξε τον άλλο από κει και ορθός ανάμεσά τους:

- Ε, ντραπείτε και μια στάλα, ρε παιδιά· είπε με την τρανταχτή φωνή του. Αμή!... σα δε θέλετε να σας πειράζουν, μην πειράζετε και σεις! Καμιά φορά ένα πείραγμα φέρνει χίλια κακά. Είδα τόσα και τόσα στη ζωή μου! Από τέτοια αθώα πειράγματα χάθηκε το παιδί ο Ανέστης, ελαφρό το χώμα του. Μωρέ παίδαρος μια φορά! Και χάθηκε από ποιον; Από μια μύξα!... Α, εκείνο το κακό δε θα μου το βγάλει μήτε η πλάκα.

»Είμαστε στη Νοβοροσίσκη μ’ ένα γαλαξιδιώτικο μπαρκομπέστια. Εγώ ναυτολογήθηκα στην Πόλη. Εκείνοι ήταν από πριν. Είχαν πολλά ταξίδια μαζί και ήταν θαρρεμένοι. Αλλά με όλα τα θάρρη τους, άμα άκουε κανένα λόγο για τους πατριώτες του, ο Γεράσιμος ανατρίχιαζε σαν το λυσσασμένο σκυλί εμπρός στον καθρέφτη.

Ο Ανέστης ήταν Σπετσώτης, αρβανίτικο κεφάλι – μπίντα σωστή! Είχε όμως αγαθή ψυχή· όση κορμοστασιά, τόση και καρδιά. Του άρεσαν τα γέλια και τα ξεφαντώματα. Μια δραχμή να είχε στην τσέπη, τη θυσίαζε για τους φίλους· τα ρούχα του πουλούσε για το σύντροφο. Εγνώρισα την καρδιά του μόλις πάτησα στο καράβι. Ο καπετάνιος δεν ήθελε το Γεράσιμο γιατ’ ήταν βλάστημος και σπιούνος. Αποφάσισε να τον βγάλει και γι’ αυτό ναυτολόγησε μένα. Ο Ανέστης όμως ήξερε πως είχε φαμελιά απάνω του και ηθέλησε να τον σώσει. Είπε στον καπετάνιο πως ήβρε δουλειά έξω και θ’ άφηνε το καράβι. Τον παρακάλεσε στη θέση του να κρατήσει τον Κεφαλλονίτη. Εκείνος κατάλαβε, αγαπούσε και το παιδί. Κράτησε τους δυο, κράτησε και μένα.

Μα εγώ ένιωσα τη διαφορά αμέσως. Μίλια ήταν μακριά ο ένας από τον άλλον. Ο Γεράσιμος φαρμακομύτης, αγέλαστος, κρυφονούσης, βρασμένη ψυχή. Ο Ανέστης το ενάντιο. Ό,τι έλεγε η καρδιά, το έδειχνε στα χείλη ο Σπετσιώτης. Ό,τι έλεγαν τα χείλη, το τάφιαζε στ’ απόκρυφα της ψυχής ο Κεφαλλονίτης. Και μέσα εκεί, σαν σε λεβέτι αγάνωτο, το έβραζε και το ανακάτωνε για χρόνια, ώσπου το έριχνε έξω φαρμάκι και χολή.

Ο Ανέστης όμως δεν πρόσεχε και πολύ στα τέτοια. Όταν ήθελε να γελάσει – και το ήθελε συχνά ο κακόμοιρος! – έλεγε το λόγο του, αδιάφορο και να πλήγωνε κανένα. Είχε να ειπεί για τους Κεφαλλονίτες, όπως και για κάθε τόπο της Ελλάδας. Εμείς οι Ρωμιοί τα έχουμε αυτά. Τ’ άφηκαν κληρονομιά οι παλαιοί μας. Έλεγε λοιπόν πως οι Κεφαλλονίτες στην Επανάσταση βγήκαν να πολεμήσουν στου Λάλα ξαρμάτωτοι. Και όταν τους ρώτησαν οι ντόπιοι γιατί πηγαίνουν έτσι στον πόλεμο, εκείνοι απάντησαν με την παιδιάτικη προφορά τους: - Α δα και άρματα θέλου! Βγάνε βρούλα, δένε Τούρκους!... Κι έπειτα που τους λιάνιζε με το γιαταγάνι ο εχθρός, φρόντιζαν να μη χαλάσουν τα ρούχα τους! Κάτσε καλά, αγά, και μη μου χαλάς το γαμπά μου!...

Ο Γεράσιμος τ’ άκουε αυτά, μα δεν έλεγε τίποτα. Τι να ειπεί που έτρεμε του Ανέστη το γρόθο. Άσπριζε μόνο ως τ’ αυτιά· έδειχνε στο χαμόγελό του γούλια κατακίτρινα, σα να είχαν φαρμακόφιδο μέσα τους, και κινούσε το κεφάλι ρίχνοντας σουβλερές ματιές στον ξεφαντωτή. Δε μου άρεσε καθόλου αυτό το παιχνίδι. Ήθελα να πείσω το παιδί να λιγοστέψει τα χωρατά.

- Μην το κάνεις έτσι, μωρέ· πειράζεται ο Κεφαλλονίτης.

- Μπα· είπε σηκώνοντας τις πλάτες. Εγώ δεν τα κάνω να τον πειράξω. Έτσι τα λέω.

- Μα εκείνος τα παίρνει στ’ αλήθεια.

- Δε βαριέσαι!...

Κι έφυγε από κοντά μου αντιπατώντας τις πατούσες του στα σανίδια, σα να έλεγε πως έτσι μπορεί να πατήσει καθένα, που θα θελήσει να αντισταθεί στη χαρά του. Εγώ δεν απελπίστηκα. Μίλησα στον Ανέστη, ηθέλησα να μιλήσω και στο Γεράσιμο.

- Σε πειράζει, πείραξέ τον και συ· του είπα. Μιλεί για τους συντοπίτες σου· μίλησε για τους δικούς του. Μην έχουν λίγα οι Σπετσιώτες! Να, πες του για το αρνοκέφαλο. Κάποιος ψώνισε από την αγορά ένα αρνοκέφαλο. Μα στο δρόμο τού γλίστρησε κι έπεσε στη θάλασσα. Κάνει να το πιάσει, αδύνατο· το κεφάλι όλο και μάκραινε από την ακρογιαλιά. Ο έξυπνος τότε τι σοφίζεται; Παίρνει μια τούφα χορτάρι και τη δείχνει στο αρνοκέφαλο. – Ψου!... ψου!... το μαύλιζε…

Δε μ’ άφησε να τελειώσω. Πήδηξε ορθός, με άρπαξε από τον ώμο.

- Δεν τα ξέρω γω αυτούνα! δεν τα ξέρω γω αυτούνα! ρέκαξε τρέμοντας. Ή θα πάψεις ή μα τον Άγιο!...

Και στύλωσε μάτια τόσο θυμωμένα στο φοβερό μπαλτά, που πίστεψα πως το σύνεργο σερνόταν να πέσει στα χέρια του. Από την ώρα κείνη το κατάλαβα. Ο Κεφαλλονίτης αδύνατο να μη μας κάμει δουλειές στο καράβι. Και τις έκαμε αλήθεια. Τις έκαμε γρηγορότερα και φοβερότερα απ’ ό,τι φανταζόμουνα.

Είχαμε κοντόγεμο το καράβι που μας πλάκωσε η Λαμπρή. Ο καπετάνιος φρόντιζε να πάρει το φορτίο και να φύγει πριν έρθουν οι άγιες ημέρες· μα στάθηκε αδύνατο. Έφτασε η Μεγάλη Πέφτη, έπαψε το φόρτωμα. Είδες τι θρήσκοι που είναι στη Ρουσία! Θεός και Τσάρος· τίποτα άλλο. Έπαψε κάθε δουλειά και ρίχτηκε ο κόσμος στις εκκλησιές. Θέλοντας μ θέλοντας κάναμε και μεις το ίδιο. Ήρθε η Κυριακή· άρχισε το Χριστός βοσκρέσια. Χριστός ανέστη και μεις. Ο καπετάνιος έψησε το αρνί, μας μοίρασε από ένα κόκκινο αυγό, μας έδωκε λίγο κρασί.

Ήταν μέρα καταχνιασμένη και ζεστή, από κείνες που βλέπουν συχνά τ’ άγρια εκείνα λιμάνια. Δεξιά ο Καύκασος, ένα βουνό που χύνει στους θυμούς του φοβερό ανεμοστρόβιλο, τώρα πλάγιαζε ήρεμο, σαν λέοντας κοιτάζοντας τα πέλαγα. Αριστερά η πόλη φτωχική, με λίγα σπίτια και περισσότερες καλύβες, με πλατείς δρόμους πελαγωμένους στη λάσπη και μια εκκλησούλα πρασινοθόλωτη στη μέση, έμοιαζε ψαροχώρι. Και ανάμεσα το δάσος καψαλιασμένο πρόβαινε από την κλεισούρα με κάποιο αργό λούφασμα, λες και προσπαθούσε να συρθεί στην ακρογιαλιά, να χαρεί και κείνο το χλιο το κύμα. Κι έβγαινε απ’ ολούθε βουή και θόρυβος· από το μελαγχολικό του ζητιάνου οργανέτο και από το βραχνιασμένο λαρύγγι των χαροκόπων. Άλλοι έτρεχαν αποκαρωμένοι απάνω στ’ αμάξια· άλλοι άρπαζαν τη μποτίλια της βότκας· άλλοι χόρευαν μεσοστρατίς κι άλλοι γκρεμίζονταν αναίσθητοι, γυναίκες και άντρες μαζί, στα χαλίκια του γιαλού και τους τράφους του δρόμου.

Οι ναύτες, όλοι στην πλώρη συναγμένοι, είχαν μπλεχτεί χεροπόδαρα κι ένας τριβόταν στη ράχη τ’ αλλουνού, άλλος έβανε στα σκέλια του άλλου το κεφάλι· μερικοί πάλευαν και άλλοι κυνηγιόνταν. Το σώμα τους, μαθημένο στη δουλειά, δεν μπορούσε να μείνει τώρα άδουλο. Είδα πως ο Ανέστης είχε διάθεση και ηθέλησα να τον σηκώσω από κει.

- Έλα, του λέω, ν’ ανοίξουμε τα πανιά να λιαστούνε σήμερα. Τα ’φαγε η νοτιά τόσες μέρες.

- Τράβα κι έφτασα· είπε πρόθυμος.

Στη δουλειά δεν έλεγε όχι. Τράβηξα εμπρός, σκάλωσα στο πισινό και άρχισα να λύνω τα σχοινιά. Μα δεν πρόφτασα να πάω στο τρίτο και άκουσα φωνές πίσω μου. Ο Ανέστης, παίρνοντας αφορμή από το μπλέξιμο των συντρόφων του, θυμήθηκε να ειπεί για τους σαράντα Κεφαλλονίτες. Όλοι θα έχετε ακουστά πως σαράντα θεριστάδες κοιμήθηκαν τη νύχτα σαν σαρδέλες σ’ ένα στενό αχεριώνα και την αυγή δεν ήξεραν πώς να ξεχωρίσουν τα πόδια τους. Ένας ήθελε να πάρει του άλλου και φιλονικούσαν. Ώσπου βρέθηκε κάποιος βουκόλος και με το χοντροράβδι του έκαμε καθένα να πάρει τα δικά του και να φύγει. Δεν ήταν τίποτε. Μα ο Γεράσιμος, μπορεί να ήταν και πιωμένος λιγάκι, άρχισε τις βλαστήμιες. Φρίξον, ήλιε! Ο Ανέστης ακούοντάς τον ξαπλώθηκε χάμω ξεκαρδισμένος στα γέλια. Και όσο γελούσε, τόσο εκείνος άφριζε και μάνιζε. Κατεβαίνω να ιδώ τι γίνεται· απαντώ το Γεράσιμο πρασινοκίτρινο σαν τη μπακρίλα.

- Τι πάθατε, μωρέ παιδί;

- Θαν του πιω το αίμα, μα τον Άγιο· θαν του πιω το αίμα!... λέει άγρια.

Και φεύγει κατά την πρύμη βιαστικός, με τα μαλλιά σηκωμένα, μ’ ένα βήμα άταχτο, σα να του δώκανε χτυπιά στο κεφάλι.

- Χριστός βοσκρέσια!... Χριστός βοσκρέσια!... γροικώ εκείνη την ώρα φωνές και γέλια. Τρέχω στην κουπαστή· τι να ιδώ; Του διαβόλου πέντ’ έξι Ρούσες κολυμπούσαν στην πλώρη μας. Είδαν τη μέρα ζεστή, έπιαν και καμιά βότκα παραπάνω και ρίχτηκαν να παιγνιδίσουν με το κύμα. Βουτούσαν το κεφάλι κι έπειτα τινάζονταν ολόρθες, με τα ξανθιά μαλλιά τους κολλημένα στα μαρμαροτράχηλα· με τα στήθη ολόμεστα· με τα χιονάτα κορμιά στο κύμα σα διαμαντόπετρες κλεισμένες στο ζαφείρι. Έπαιρναν νερό με τις φούχτες τους, το έριχναν απάνω μας και ανοιγοσφαλώντας τα χειλάκια τους σα μύδια φώναζαν ολόχαρες:

- Γόσποντιν! Χριστός βοσκρέσια!... Χριστός βοσκρέσια, σαλιότκι!...

- Ναι, Χριστός ανέστη!... Χριστός ανέστη! ποιος λέει τ’ όχι!...

Είμαστε όλοι κρεμασμένοι στην κουπαστή· το μάτι μας γαρίδα! Έβλεπες μέσα στο θαμπό νερό τα κορμιά τους κίτρινα σαν ελεφαντοκόκαλο ν’ αργοκινούνται και σ’ έπιανε ανατριχίλα και πείσμα. Πείσμα και ζήλεια. Μας άπλωναν τα χέρια· τους δίναμε την ψυχή. Οι ραντίδες που έπεφταν απάνω μας, λέγαμε πως ήταν κάτι από το κορμί τους και τις σφίγγαμε στον κόρφο, τις φέρναμε στα χείλη με αχορταγιά. Τους ρίχναμε πορτοκάλια· τους πετούσαμε μεταξομάντιλα. Και κείνες θεότρελες τσαλαβουτούσαν εδώ και κει, άρπαζαν τα χαρίσματα, έπιαναν την καρίνα, αρπάζονταν στα σχοινιά ν’ ανεβούν απάνω τάχα και φώναζαν ολογέλαστες:

- Για βας λιουμπλιού!... Για βας λιουμπλιού!...

- Ναι, σ’ αγαπώ! και γω σ’ αγαπώ!... τους φώναζε ξετρελαμένος ο Ανέστης.

Άξαφν’ ακούω πίσω μου βροντή. Είπα πως κόπηκε η άγκυρα, πως έσπασε κανένα κατάρτι. Γυρίζω τρομαγμένος· ωχ, αλίμονο. Ο άθεος Κεφαλλονίτης έκαμε το λόγο του. Καθώς έσκυφτε στην κουπαστή ο Ανέστης μια του έδωκε με το μπαλτά και χώρισε το κεφάλι από το κορμί. Τόση δύναμη έβαλε, που έμεινε καρφωμένος πιθαμή ο μπαλτάς στη σανίδα. Δεν πρόφτασα να κινηθώ από τη θέση μου, να καλοϊδώ το ακέφαλο κορμί που σπάραζε στο αίμα του και βλέπω το φονιά να πηδάει στο τσιμπούκι και να ρίχνεται στη θάλασσα, σκούζοντας σαν το ρύσο.

- Πιάστε τον!... φώναξα.

Μα δεν είδα στα γελαστά νερά παρά τις Ρούσες που έφευγαν με φωνές στο ακρογιάλι, σαν κοπάδι δελφινιών εμπρός στη φάλαινα!…»

Και με το λόγο έχωσε τη βελόνα δυνατότερα στο πανί ο Μπαρμπαγιώργης ο ναύκληρος, σα να σούβλιζε την καρδιά του Κεφαλλονίτη. Κάποια ανατριχίλα φάνηκε να κυριεύει όλους, ναύτες και θερμαστές. Κοίταξε ένας τον άλλο σοβαρά, σα να συνεννοούνταν πως αληθινά πρέπει ν’ αφήσουν τα πειράγματα. Έπειτα όμως χαμόγελο άνθισε στα χείλη τους. Μπα! όσα πειράγματα κι αν ειπούν δε θα φτάσουν ως εκεί. Και άξαφνα ο Κώστας ο θερμαστής με φωνή παραπονιάρα, βλέποντας τον Κιμωλιάτη το μάγερα:

- Κι αν μάθεις πως έπεσ’ από τον κούντρο, μην το πιστέψεις, μάτια μου… Κι αν μάθεις πως έπεσ’ από τον παπαφίγκο, μην το πιστέψεις, μάτια μου… Μ’ αν ακούσεις πως έπεσε η καζάνα και με πλάκωσε, πίστεψέ το!... πίστεψέ το!...

 

 

 

*

***

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA