ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ

 

ΤΟ ΑΝΤΙΚΡΙΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

Έπειτα δεν ξαναμίλησαν· λες και περάσανε από δω πάνω μόνο και μόνο για να πούνε αυτήν τη φράση. Ύστερα χαθήκανε ολότελα, μήτε βήματα ακουστήκανε, μήτε καν ανάσα, βήχας, τραγούδι.

Πόσοι να ’σαν;

Μια φωνή βραχνή είχε πει:

- Το πήγανε στο νεκροτομείο.

Μια άλλη ρώτησε σιγανά:

- Πότε;

- Σήμερα τ’ απόγεμα.

Τα λόγια αυτών των περαστικών άγνωστων ανθρώπων στρογγυλεμένα σαν μπάλα ήρθαν και πέσανε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο μέσα στην κάμαρα.

Πετάχτηκε απ’ την καρέκλα του κι έτρεξε στο παράθυρο. Κοίταξε όξω μες στο σκοτάδι, μα δεν έβλεπε τίποτα.

Συλλογίστηκε να φωνάξει:

- Ε, σεις, για σταθείτε, στο νεκροτομείο είπατε; Μα δε φώναξε.

Γύρισε τα μάτια του στον ουρανό, καθαρό, ήσυχο, φεγγερό.

Έπειτα με κόπο, με φόβο τα ’φερε εκεί που απ’ την πρώτη ώρα ήθελε να τα φέρει. Όχι δεν είχε φως, θεούλη μου, δεν είχε φως τ’ αντικρινό παράθυρο του υπόγειου.

- Στο νεκροτομείο είπατε;

Τέτοια ώρα, κάθε βράδυ, το παράθυρο που συντροφεύει τα βράδια του, που ζεσταίνει τη μοναξιά του, έχει πάντα φως.

Τι ώρα είναι; Το ρολόι είχε γίνει λίγες οκάδες λάδι. Τι ώρα να ’ναι;

Αργά βέβαια.

- Ε, σεις άνθρωποι, στο νεκροτομείο είπατε;

Πετάγεται στο δρόμο, το καφενεδάκι που είναι πιο κάτω έχει ρολόι.

- Τι ώρα είναι σας παρακαλώ;

- Περασμένες εννιά.

- Εννιά; Φχαριστώ.

Λίγα βήματα αργά προς τα κάτω, την πόλη. Ίσως συναντηθούν στο δρόμο. Τα βήματα γίνονται πιο ανοιχτά, πιο μεγάλα, σχεδόν τρέχει.

Ξαφνικά είδε πως ήτανε στο Ζάππειο. Τα παγκάκια είναι βουβά, τα δέντρα ρίχνουν σκιές, τα δρομάκια είναι φοβισμένα.

Είχε διαβάσει κάπου πως οι πιπεριές του Ζαππείου βρομάνε τη νύχτα ξετσίπωτα. Το θυμάται τώρα και προσπαθεί να μυρίσει.

Ανοησίες. Οι πιπεριές του Ζαππείου τίποτα δε βρομάνε τη νύχτα.

Οι πιπεριές του Ζαππείου μόνο φοβούνται τη νύχτα.

Πώς δεν το ’γραψε κανείς αυτό;

Είναι ολόκληρες τυλιγμένες στο φόβο, στην αγωνία. Μιλά η μια με την άλλη σιγά.

- Άραγε… της ψιθυρίζει κι η άλλη δεν απαντά, σωπαίνει, φοβάται κι αυτή όπως φοβάται κι η διπλανή της κι η παρακάτω.

- Άραγε… λες να…

Μα όλες τις τυλίγει σφιχτά ο φόβος όλη τη νύχτα, κάθε νύχτα.

Έχει βγει στην άσφαλτο, είναι κατάμαυρη και γυαλίζει. Θα πρέπει να ρωτήσει κάποιον που είναι το νεκροτομείο. Κανείς δε φαίνεται. Περπατά γρήγορα, έχει μουσκέψει στον ιδρώτα, κρατά και το σακάκι του στο χέρι και τον ζεσταίνει.

Πόση δροσιά θα ’χε αν άναβε το φως στ’ αντικρινό του παράθυρο. Που να ’ναι το νεκροτομείο; Τίποτα δεν ήξερε. Είχε πολύ δίκιο το πρωί ο προϊστάμενός του που του φώναξε κατάμουτρα:

- Δεν είσαι ικανός για τίποτα, δεν ξέρεις τίποτα, δε θα γίνεις ποτέ σου λογιστής.

Το πρωί, βέβαια, πολύ στενοχωρέθηκε που του τα φώναξε αυτά. Όχι πως δε θα γινόταν ποτέ του λογιστής, μα για τ’ άλλα που είπε, εκείνα τα «δεν είσαι ικανός για τίποτα, δεν ξέρεις τίποτα». Κι όμως να, τι γρήγορα που δικαιώθηκε ο προϊστάμενός του – δεν ήξερε πού είναι το νεκροτομείο.

Απ’ τη γωνιά ξεπρόβαλε μια παρέα με φωνές και τραγούδια, αυτούς θα ρωτήσει. Στάθηκε να ξεκουραστεί και να τους περιμένει. Μα σαν έφτασαν κι είδε πως ήταν όλα παιδιά, κορίτσια κι αγόρια, δεν τόλμησε.

Πώς να σταματήσεις τη ζωή να τη ρωτήσεις πού είναι ο θάνατος; Αυτή τη χαρά την ολοζώντανη πώς να τη σταματήσεις για να ρωτήσεις πού είναι η λύπη; Α, όχι, δε γίνεται. Περάσανε από δίπλα του χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, ξένοιαστοι κι ούτε τον είδανε καν. Το νεκροτομείο σε ποιο δρόμο να ’ναι;

Περνά το Σύνταγμα, μπαίνει στην οδό Σταδίου. Απ’ έξω απ’ την παλιά Βουλή ανεβαίνει ένας κύριος. Είναι ψηλός, επιβλητικός, τι καλά που θα ’χει φάει απόψε, φορά άσπρα λινά ρούχα και βαστά μπαστούνι. Το χτυπά ρυθμικά στο πεζοδρόμιο, θαρρείς πως κάποιος μελετά πιάνο κι ακούγεται ο μετρονόμος. Τι σχέση έχει πως είναι τόσο καθώς πρέπει κύριος. Μπορεί να ξέρει πού είναι το νεκροτομείο.

Έχει πλησιάσει ο ένας τον άλλον, το μπαστούνι έκανε το τελευταίο τακ και σταμάτησε.

- Σας παρακαλώ, κύριε, μήπως ξέρετε πού είναι το νεκροτομείο; Σήμερα τ’ απόγεμα πήγαν εκεί…

Ο κύρος φέρνει το μπαστούνι στον ώμο του, γελά όσο γίνεται πιο γλυκά και τον κόβει:

- Αν ρωτάτε τι ώρα είναι να σας πω – βλέπει το ρολογάκι του χεριού του – δέκα και μισή, αν θέλετε φωτιά για το τσιγάρο σας να σας δώσω – βγάζει τον αναπτήρα του – αν θέλετε χρήματα δεν κρατώ ψιλά – χαϊδεύει τις τσέπες του. Είμαι κουφός, φίλε μου, τελείως κουφός κι ό,τι άλλο να μου πεις δεν πρόκειται… καταλαβαίνεις…

Κατεβάζει το μπαστούνι του κάτω. Για φαντάσου, δε θ’ άκουσε το τακ που έκανε στις πλάκες. Χαιρετιούνται. Ο κουφός κύριος με τ’ άσπρα ρούχα συνεχίζει το δρόμο του προς το Σύνταγμα. Θα μπορέσει τάχα να φανταστεί πως αυτός που τον σταμάτησε ήθελε να μάθει πού είναι το νεκροτομείο; Συλλογίστηκε όμως «πρέπει να γυρίζω νωρίτερα, ο τελευταίος γύρος στις εννιά, όποιος έχασε έχασε, όποιος κέρδισε κέρδισε». Ο άλλος ακούει ακόμη το μπαστούνι που χτυπά στο πεζοδρόμιο. Ακόμη μελετούν πιάνο. Ασφαλώς αυτό το μπαστούνι θα ’χε σιδεράκι από κάτω.

Δε θα μάθει πού είναι το νεκροτομείο;

Πότε τον έφτασε και δεν την είδε; Τον προσπέρασε και μόλις τότε συνέφερε, γύρισε πίσω του.

- Δεσποινίς… με συγχωρείτε, δεσποινίς…

Σταμάτησε ξαφνιασμένη, έτοιμη ν’ αμυνθεί.

- Τι θέλετε;

Με συγχωρείτε, μήπως ξέρετε πού είναι το νεκροτομείο; Σήμερα τ’ απόγεμα…

- Δεν ξέρω, τον κόβει, όχι πολύ άγρια, δεν ξέρω, ξαναλέει μαλακά, γλυκά.

Έν’ αυτοκίνητο που πέρασε σαν αστραπή τούς φώτισε. Είδε πως τον λυπόταν.

- Με συγχωρείτε, της λέει, κι η απελπισία τον πνίγει. Μα δε θέλει να φανεί. Γυρίζετε από κανένα γλεντάκι; και προσπαθεί να γελάσει πονηρά.

- Η ώρα είναι περασμένη, κύριε, δε θα προλάβω να πάω σπίτι μου, καληνύχτα. Κάνει να φύγει.

- Καθόσαστε μακριά;

- Στη Δεξαμενή, καληνύχτα σας.

Ανοίγει το βήμα της βιαστικό, νευρικό, γρήγορο.

- Καληνύχτα, της φωνάζει. Πάει δεν τ’ άκουσε.

Ποια να ’ταν; Είπε πως κάθεται στη Δεξαμενή. Αυτού δεν είναι που καθόταν εκείνη που έπνιγε τα μικρά κορίτσια; Πώς τη λέγαν; Α, όχι, εκείνη ήτανε γριά, ναι, γριά, η γριά Φραγκογιαννού, η Φόνισσα, που καθόταν στη Δεξαμενή τα παλιά τα χρόνια. Αυτή μπορεί να ’ταν η κόρη της. Έπρεπε να ζει η μάνα της, να την πνίξει σε κανένα πηγάδι. Ποιος ξέρει από πού γύριζε, ποιανού τα χείλια είχαν λαχανιάσει να περπατούν πάνω στη γύμνια της, ποιανού τα δάχτυλα ώρες τη χάιδευαν. Κάποιου, βέβαια, κάποιου συνηθισμένου «στην κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας».

- Δε θα προλάβω να πάω σπίτι μου, κύριε, η ώρα είναι περασμένη, κύριε…

Δεν ντρεπόμαστε λιγάκι. Μα ποια να ’ταν; Πώς του ’ρθε να φανταστεί πως ήταν η Φραγκογιαννού, η Φόνισσα; Μήπως αυτήν την ήξερε;

Κι όμως ο προϊστάμενός του είχε δίκιο. Η Φραγκογιαννού καθόταν στη Δεξαμενή για ό…

Είναι αυτό που έλεγε πάντα μια γριά θεια του, πως τα πολλά γράμματα τρελαίνουν τον άνθρωπο στο τέλος τέλος.

Για το Θεό, το νεκροτομείο πού είναι;

Έχει φτάσει στη γωνιά που είναι το μεγάλο ρολόι. Καρφώνει τα μάτια του να δει τουλάχιστον τι ώρα είναι. Μα δεν μπορεί να δει τίποτα. Θα ’ναι πολύ αργά. Ο δρόμος είναι σαν πεθαμένος, σαν τάφος θαρρείς. Ήσυχος, ακίνητος, σκοτεινός, κρύος. Θα ’θελε να ’χε μιαν αγκαλιά λουλούδια να τα σκορπίσει σ’ αυτό το δρόμο, μιαν αγκαλιά χρυσάνθεμα. Μα τα χρυσάνθεμα βγαίνουν το φθινόπωρο και τώρα είναι ακόμα καλοκαίρι. Πολύ καλοκαίρι. Ξαφνικά το ρολόι φωτίστηκε. Δώδεκα παρά δέκα είδε. Έν’ αυτοκίνητο των πρώτων βοηθειών έτρεχε σφυρίζοντας. Αύριο θα διαβάσει στην εφημερίδα «οι λόγοι του διαβήματος ήταν οικονομικοί».

Είναι αδύνατο να γυρίσει σπίτι του τέτοιαν ώρα. Από μακριά ακούστηκαν πιστολιές. Τα περίπολα γύριζαν στις γειτονιές, θα του ’ριχναν, θα τον έπιαναν, σίγουρα.

- Η ώρα είναι περασμένη, κύριε, δε θα προλάβω να πάω σπίτι μου.

Είχε δίκιο η κοπέλα.

Έστριψε σε μια πάροδο, μετά σε μιαν άλλη και άλλη, περπατώντας σιγά σιγά, τοίχο τοίχο, κάμποσην ώρα, ώσπου δεν άντεχε πια.

Κάπου σε μια πόρτα, μια ξυλένια πόρτα που έτριζε, κάθισε, ζάρωσε, ακούμπησε το κεφάλι του και μουρμούρισε:

- Το νεκροτομείο…

Μα δεν είπε τίποτ’ άλλο, γιατί τον πήραν τα κλάματα.

Κι αποκοιμήθηκε κλαίγοντας. Σε λίγο θ’ άρχιζε να ξημερώνει.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA