Κουντρασταδόροι

του Νίκου Κάσδαγλη

    

 

Εμείς οι ντόπιοι το λέμε όμορφο το νησί μας και τ΄ αγαπούμε. Όσο ζούμε εδώ δε θέλουμε να φύγουμε, και σα μας σφίξει η ανάγκη – φτωχός μαθές ο τόπος – πάντα τόνε θυμούμαστε με μεράκι.

 

Δεν έχει άλλον τρόπο να ζήσεις, από την τέχνη τη θαλασσινή. Είμαστε ψαράδες, σφουγγαράδες, ναύτες. Όχι πως η θάλασσά μας είναι πλούσια· τα καΐκια μας παγαίνουν μακριά, στη Μπεγγάζη, για σφουγγάρι, και τα φορτηγά βγαίνουν από τη ρότα τους για να πιάσουν στο νησί.

 

Λιμάνια μόνο έχουμε μπόλικα. Βαθιά λιμάνια, σίγουρα σε όλους τους καιρούς, τριγυρισμένα από κοφτερούς βράχους – στο νησί δε θα βρεις μιαν ακρίτσα αμμουδιά – αποκούμπι για τους ψαράδες στα μελτέμια, που βαστούν τους πιο πολλούς μήνες του χρόνου. Δύσκολα θα πετύχεις στον καιρό τους και μια μονάχα μέρα μπουνάτσα – κι είναι άγρια. Βοηθάει και το νησί, βλέπεις. Γιομάτο απότομα βουνά και βαθιές χαράδρες, αλλού απαγκιάζει ολότελα, κι αλλού μαζεύει τη δύναμη του ανέμου και τόνε ξαπολάει σα φίδι που σφυρίζει. Μέρες μέρες ο καιρός δυναμώνει τόσο, που κλείνει στο λιμάνι όλα τα πανάδικα και τις βάρκες.

 

Αυτές είναι οι δύσκολες μέρες· όσοι την περνάνε μεροδούλι μεροφάι σφίγγουνε το ζουνάρι τους, οι άλλοι το ρίχνουνε στο πιοτί, γιατί η θάλασσα είναι μαζί δουλειά και παιχνίδι μας.

 

Να δεις τα κουντράστα που κάνουν οι ψαράδες ανάμεσα λιμάνι και Νήμο, το νησάκι της Ανατολής. Σαράντα πενήντα βάρκες, οι πιο άξιες του νησιού, κόβουνε βόλτες και παραβγαίνουνε. Κανένας δε θέλει να παραδεχτεί πως τόνε ξεπερνά ο άλλος, κι άμα βγουν όξω στη στεριά όλο και κάτι ψάχνουν να διορθώσουνε – πότε στη βάρκα, πότε στο πανί. Ψηλώνουνε τις αντένες, μεγαλώνουν τα πανιά, που στην αμάχη τους τα φτιάξανε μεγάλα, δυσανάλογα για μικρά φελούκια. Κάθε μέρα τουμπάρουνε βάρκες με τα πελώρια αυτά πανιά, που θέλουν άξιους τιμονιέρηδες. Μια ξαφνική σιγανιά, ένας ατζαμής μέσα στη βάρκα, φτάνουν για να σε φέρουν καπάκι. Πολλούς έκαμε να χάσουν τα μυαλά τους το μεράκι. Ο Βάσος ο Τσώρης, ο Τσαμπίκος του Νικόλα, ο Κοκκιμήδης ο βλαμμένος· αυτός ήταν ο χειρότερος απ΄ όλους.

 

Ψαράς από μικρό παιδί, και καλός ψαράς, όμως κανένας δεν είχε το πείσμα του. Ξεκινούσε για ψάρεμα, και δεν ήξερες πότε θα γύριζε. Μάστορης στην τέχνη του όσο λίγοι, είχε μάθει τόπους και καιρούς, και δεν καταδεχόταν να γυρίσει με λιγότερο ψάρι από τους άλλους.

 

Εκείνο τον καιρό τον αρρεβωνιάσανε με μιαν ορφανή, την Αννέτα της μακαρίτισσας της Ευαγγελίας. Ήτανε στα χρόνια του πάνω κάτω, κι όλοι το ξέρανε πως αγαπιόνταν από καιρό. Κανένας δεν ξαφνιάστηκε.

 

Λίγες μέρες πιο ύστερα, ο Κοκκιμήδης πήρε τη βάρκα του πατέρα του κι έφυγε μακριά. Έπρεπε να δουλέψει σκληρά, να κάνει δικιά του βάρκα, πριν να παντρευτεί.

 

Δεν έλειψε πολύ καιρό· νησί κι αρρεβωνιαστικιά τον τραβούσανε πίσω. Γύρισε όμως με τη βάρκα του φορτωμένη ανατολίτικα ξύλα και μουριές, και το κεμέρι γεμάτο. Τού ΄πανε να συφωνήσει με το Νικολιό – τον πιο καλό μάστορη – να του φτιάξει τη βάρκα, όμως αυτός δεν άκουγε.

 

Έκατσε μόνος του και σκάρωσε το φελούκι με περίσσια υπομονή, χαλώντας και ξαναφτιάχνοντας, ώσπου του φάνηκε αψεγάδιαστο. Ύστερα το πέτσωσε, και το βαρκάκι έδειξε τέλειο, ολοστρόγγυλο στα βρεχάμενα, ίδιο αυγό.

 

Σαν τό ΄ριξε στη θάλασσα σφάνταζε, σωστός γλάρος. Το αρμάτωσε, στην πρώτη βόλτα πήρε και την αρρεβωνιαστικιά του μαζί.

 

Ο Βάσος ο Τσώρης, που καυχιότανε πως αν τον ξεπερνούσε άλλη βάρκα την έκαιγε τη δικιά του, τού ΄πεσε δίπλα και πάσκιζε να τον αφήσει πίσω. Όμως ο Κοκκιμήδης γρήγορα βρέθηκε μπροστά, κι έπιασε τα σοβράνα.

 

Η Αννέτα πήρε το Βάσο στο ψιλό :

 

— Ε, Βάσο! Χάννους ψαρεύεις; Να σου ρίξουμε κάβο να σε τραβήξουμε στο λιμάνι;

 

Ο άλλος λύσσαξε από το κακό του κι έκανε να πιάσει κουπί, μα τον προγκήξαν απο τις βάρκες και τα παράτησε.

 

Ο Κοκκιμήδης, σκυμμένος πάνω στο τιμόνι, έκανε πως δεν καταλάβαινε, όμως καμάρωνε κρυφά.

 

Πώς να μην καμαρώνει! Μονάχος τό ΄χε φτιάξει το βαρκάκι· κι είχε μέσα και την αρρεβωνιαστικιά του. Εκείνη άπλωσε το χέρι και τού ΄σφιξε το δικό του κάτω από τον πάγκο.

 

Ο Κοκκιμήδης έβαλε πλώρη κατά το Διαπόρι, και σε λίγο χάθηκε.

 

Οι ψαράδες κλείνανε το μάτι ο ένας τ΄ αλλουνού.

 

Άργησε πολύ να φανεί πίσω από τον κάβο. Εκεί τον περίμεναν κι οι τρεις τους, ο Βάσος, που δεν τό ΄χε χωνέψει, ο Τσαμπίκος κι ο Ξίππας, να κουντραστάρουν. Και πάλι την πάθανε. Το βαρκάκι του Κοκκιμήδη βρέθηκε μπροστά με την πρώτη βόλτα. Η Αννέτα γελούσε.

 

Οι τρεις κουντρασταδόροι γίνανε πράσινοι. Να τους φτιάξει τέτοια δουλειά ένα παιδαρέλι με καινούργια, αδοκίμαστη βάρκα!

 

Ο Κοκκιμήδης μπήκε στο λιμάνι, πήρε μια βόλτα και τα πρύμνισε για πάνω τους.

 

— Ε, καπετάν Βάσο! φώναξε μόλις τους έπεσε δίπλα· τι χαμπάρια;

 

— Η βάρκα μου είναι λερωμένη, τ΄ απολογήθηκε. Θαν τη βγάλω όξω να την τρίψω. Και το ποδάρι λασκάρισε. Δε βλέπεις την αντένα πού ΄πεσε; Θέλει τζουντάρισμα, να σηκωθεί. Και το πανί έχει κάνα δυο λάθητα και χτυπάει. Θαν το διορθώσω. Θα ξαναβγούμε κουντράστο;

 

— Αύριο κιόλας, καπετάν Βάσο.

 

— Όχι αύριο, δεν προφταίνω να τοιμαστώ. Σε τρεις μέρες. Αληθινό όμως κουντράστο, όχι σαν το σημερινό. Να ξεκινήσουμε από το λιμάνι, να φέρουμε βόλτα την ξέρα στον κάβο, και να γυρίσουμε. Νά ΄χουν τράτος οι βάρκες να δείξουνε. — Θά ΄ρθετε και σεις, παιδιά; ρώτησε τον Τσαμπίκο και τον Ξίππα, που ερχόντανε καταϊδρωμένοι ξοπίσω.

 

— Θά ΄ρτουμε! Θά ΄ρτουμε!

 

— Εντάξει λοιπόν, καπετάν Βάσο, είπε ο Κοκκιμήδης καθώς ξεμάκραινε. Σε τρεις μέρες.    

 

Τότε πέταξε κι η Αννέτα το λογάκι της :

 

— Δεν πάτε να κουβαλάτε κρομμύδια ΄πό την Ανατολή με τις βάρκες σας, που μου θέλετε και κουντράστο;

 

Και γέλασε κοιτάζοντας στα μάτια τον Κοκκιμήδη, που άναψε σαν παντζάρι.

 

* * *

 

            Ο Βάσος ο Τσώρης τό ΄κανε τάμα να βγάλει τα δανεικά. Τράβηξε όξω τη βάρκα του, την έτριψε καλά, και καταπιάστηκε με την αρματωσιά.

 

            Ο Κοκκιμήδης είχε άλλες σκοτούρες. Παντρευότανε σ΄ ένα μήνα. Η Αννέτα είχε χαθεί· τοίμαζε τα προικιά της.

 

            Σαν τά ΄πανε του Κοκκιμήδη, γέλασε.

 

            — Να παρακαλάει να μην του τα σηκώσει όλα ο καιρός και του τσακίσει τ΄ άλμπουρο. Μικρό πανί είχε, μαθές, και θέλει να το μεγαλώσει; Βαρκάκια είν΄ αυτά, πόσο πανί θαν τους βάλεις! Άμα με περάσει ο Βάσος, τήνε τσακίζω τη βάρκα μου εγώ!

 

            Όμως, σαν ήρθε η ώρα του κουντράστου, ο Βάσος έβαλε τέσσερεις νομάτους μέσα στη βάρκα του για σαβούρα. Το άλμπουρό της τό ΄χε δυναμώσει με ξάρτια για να μη σπάσει, και πριν την πετάξει στη θάλασσα την πέρασε άλειμμα, να γλιστράει.

 

Σαν ξεκινήσανε, σήκωσε ένα πανί σωστό νέφαλο, έκρυψε τον ουρανό. Από την αρχή ξεχώρισε, γύρισε την ξέρα πρώτος, και μπήκε στο λιμάνι διακόσες οργιές μπροστά από τον Κοκκιμήδη. Οι άλλοι δυο είχανε μείνει πίσω.

 

Όσο να ξαρματώσει ο Κοκκιμήδης, ο Βάσος είχε κάτσει στον καφενέ κι έπινε μαστίχα. Τόνε φώναξε να τον κεράσει μια. Εκείνος σίμωσε, κατσούφης.

 

— Θα ξαναβγούμε, καπετάν Βάσο;

 

— Όποτε θέλεις, γιε μου.           

 

— Τη Δευτέρα.

 

— Τη Δευτέρα θα πάω για ψάρεμα στην Αλιμνιά.

 

— Νά ΄ρθω κι εγώ μαζί, να κουντραστάρουμε.

 

— Εν τάξει.

 

Ο Κοκκιμήδης ρούφηξε τη μαστίχα, κέρασε και κείνος μια, κι έφυγε. Δε μιλιότανε.

 

Την ίδια μέρα κουβάλησε την αρματωσιά στο σπίτι και παράτησε τα γαμπριάτικα. Ολονυχτίς δούλευε, μάκρυνε την αντένα, ξύλωσε το πανί, και το ξανάφτιαξε μεγάλο, τρανό.

 

Την Κυριακή το μεσημέρι το μελτέμι άρχισε να κόβει· ως το βράδυ είχε πέσει. Ο Κοκκιμήδης πήγε και βρήκε το Βάσο στον καφενέ. Ήπιανε μαστίχα.

 

— Ανάποδο τόνε βλέπω τον καιρό για το αυριανό κουντράστο, είπε κάποιος. Μπουνάτσα· δε σειέται φύλλο.

 

Ο Βάσος έδειξε κάτι σκόρπια νέφαλα.

 

— Θα βάλει αέρα τη νύχτα, είπε.

 

Ο Κοκκιμήδης κούνησε το κεφάλι.

 

— Θα φύγουμε λοιπόν αύριο, καπετάν Βάσο· έτσι;

 

Την άλλη μέρα γινόταν χαλασμός κόσμου· χοντρή φουρτούνα. Τ΄ αεράκι που σηκώθηκε τα μεσάνυχτα έγινε σκύλος το πρωί. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κι ο καιρός έβγαζε φίδια. Τά ΄βλεπες να ξεχύνονται σα λάβα από τις ρεματιές, τη θάλασσα ν΄ ανατριχιάζει και να μαυρίζει στο πέρασμά τους, να ξεσπάει σε μικρά αφρισμένα κυματάκια, σα νά ΄βραζε. Πελώρια κύματα φανήκανε να σκάζουν στο βορινό κάβο, κι ο αντιμάμαλός τους έφτασε ως μέσα στο λιμάνι, που αναστατώθηκε.

 

Ο Κοκκιμήδης ήρθε ίσα ίσα τη στιγμή που ο Τσώρης σιγουράριζε με δεύτερο παλαμάρι τη βάρκα του.

 

— Ε, καπετάν Βάσο, θα ξεκινήσουμε; Η Αλιμνιά είναι μακριά.

 

— Δεν τόνε βλέπεις τον καιρό; να βγεις από το λιμάνι, να δεις χαμπάρια.

 

— Έλα τώρα, καπετάν Βάσο! Παλιός ψαράς εσύ, να φοβηθείς το μελτέμι! Νά ΄χει και κομμάτι γούστο δα το κουντράστο. Αμέ τι, με τα κουπιά θα παγαίνουμε; Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται.

 

— Σώπα, βρε ανήλικο, που θα μου πεις εμένα! Ο καλός ο καπετάνιος ξέρει πρώτα τον καιρό. Έχεις κέφι να σε πιάσει η τρόμπα.

             

— Η τρόμπα! όλο για την τρόμπα μιλάτε! Παλικάρι έγινα και μια φορά την είδα, κι αυτήν από μακριά. Ο καιρός έπιασε φουριόζος και θα κόψει γρήγορα. Καλοκαίρι είναι.

 

            — Τράβα, μωρέ, που θα μου πεις πως κόβει· σκυλί λυσσασμένο!

 

            — Άμα φοβάσαι, καπετάν Βάσο, κινάω μονάχος. Εγώ δε φοβάμαι.

 

            — Θα πας για πνίξιμο. Δεν είναι καιρός να ΄βγεις έξω. Να, ρώτα και τους άλλους να σου πούνε – κι έδειξε μερικούς ψαράδες που τους τράβηξε η κουβέντα.

 

            — Σωστά τα λέει ο Βάσος, κούνησε το κεφάλι ένας γεροκαπετάνιος που ΄παιζε το κομπολόι του. Μεγάλα καΐκια και ποδίζουνε σα σήμερα, όχι τα φελούκια.

 

            — Μωρέ δεν πά΄ να λέτε, έκανε ο Κοκκιμήδης. Τα φάγατε τα ψωμιά σας, θαρρώ. Εγώ φεύγω.

 

            Μπήκε μέσα στη βάρκα του κι άρχισε να την αρματώνει. Το μισό χωριό μαζεύτηκε να δει τέτοιαν αποκοτιά. Στείλαν να φωνάξουνε τον πατέρα του να τον βαστήξει, μα έλειπε στο Πάνω Χωριό. Η Αννέτα πήρε χαμπάρι κι έτρεξε στο λιμάνι. Τού ΄πιασε τα χέρια.

 

            — Είν΄ άσκημος ο καιρός, είπε με παρακάλιο. Αύριο πας στο ψάρεμα.

 

            — Για να πούνε πως φοβήθηκα; έκανε αγριεμένος.

 

            Ο Βάσος τόνε σίμωσε κείνη τη στιγμή.

 

            — Μη φύγεις, Κοκκιμήδη. Δες, να το φρύδι!

 

            Κι έδειξε ένα στρογγυλό, σταχτογάλανο σύννεφο, που φάνηκε να σηκώνεται από σοβράνο. Εκείνος το κοίταξε σιωπηλός. Τό ΄χε δει κι άλλες φορές και τό ΄ξερε καλά. Όμως τώρα πια δεν ήθελε να τραβηχτεί. Δε μίλησε, μόνο πήρε την αρρεβωνιαστικιά του, που τον έβλεπε μ΄ ορθάνοιχτα, τρομαγμένα μάτια, και τη φίλησε σφιχτά στα χείλια.

 

            Έλυσε ύστερα τον κάβο και πήδηξε στη βάρκα. Μόλις άνοιξε το πανί, έγειρε ίσαμε την κουπαστή, και ξεκίνησε με απότομο τίναγμα.

 

            Τόνε βλέπανε πού ΄φευγε πρίμα κατά τη μπούκα του λιμανιού. Μια δυο φορές τόνε χτύπησαν τα φίδια, και φάνηκε πού ΄γειρε στο πλάι και πήρε νερό.

 

            — Δε γλιτώνει! είπε ο Βάσος κι έδειξε το σταχτογάλανο σύννεφο που σκέπαζε μ΄ απίστευτη γρηγοράδα τον ουρανό.

 

            Έμοιαζε τόξο χαραγμένο με το κουμπάσο, γκρίζο κι απειλητικό, χωρίς να το σπάει πουθενά η παραμικρή ραγισματιά.

 

            Το τέλος ήρθε γοργό. Ακούστηκε ένα μακρινό βουητό, που ξέσπασε σε λυσσασμένο ουρλιαχτό του αέρα μέσα στις ρεματιές. Ήταν το μπουρίνι. Η βάρκα, που κόντευε να καβατζάρει, γονάτισε, έκανε να σηκωθεί, και ξανάγειρε· το πανί της βρέθηκε στα κύματα.

 

            Ο Βάσος χίμηξε στη βάρκα του μ΄ ένα άλλο παλικάρι. Η Αννέτα πήδηξε και κείνη. Δεν τους έκανε καρδιά να της αρνηθούν.

 

            Άδραξαν τα κουπιά, κι η βάρκα πέταξε. Προφτάσανε τον Κοκκιμήδη προτού να τον ξορίσει ο καιρός. Από μακριά τον είδανε που πάσκιζε να μαζέψει το πανί και να ξαρματώσει τη βάρκα.

 

            — Να πεις του αρρεβωνιαστικού σου, είπε ο Βάσος, φτηνά τη γλίτωσε που τουμπάρισε δω κοντά. Αν είχε γυρίσει τον κάβο, μήτε που θα τόνε βλέπαμε.

 

            Σιμώσανε, κι ο Κοκκιμήδης αρπάχτηκε λαχανιασμένος από την κουπαστή.

 

            — Ένα παλαμάρι, παιδιά, να δέσω τη βάρκα, γύρεψε.

 

            Η Αννέτα έσκυψε και του πήρε με λαχτάρα στα χέρια της το κεφάλι, μα ξαφνικά έμπηξε μια φωνή, βλέποντας πως η τουμπαρισμένη βάρκα ερχόταν κατά πάνω τους, σπρωγμένη με φόρα από ΄να θεόρατο κύμα.

 

            Ο Κοκκιμήδης δεν πρόφτασε να καταλάβει τι γινόταν· η βάρκα τόνε χτύπησε στο κεφάλι, τα χέρια του παράλυσαν, και βούλιαξε.

 

            Ο σύντροφος του Βάσου παράτησε τα κουπιά, βούτηξε στη θάλασσα και τον έβγαλε. Κι οι τρεις μαζί, με δυσκολία κατάφεραν να τραβήξουν το βαρύ, αναίσθητο κορμί. Το κεφάλι, γιομάτο αίματα, φαινόταν άσκημα χτυπημένο.

 

            Γυρίσανε βιαστικά στο λιμάνι. Η Αννέτα τού βαστούσε το κεφάλι στην αγκαλιά της, να μη χτυπάει.

 

* * *

           

            Έμεινε κάμποσον καιρό στο νοσοκομείο. Οι πληγές του γιατρεύτηκαν, όμως το μυαλό του είχε βλαφτεί. Έγινε σα μωρό παιδί. Στην αρχή δε θυμόταν τίποτα, μιλούσε τραυλίζοντας. Τώρα ακόμα λίγα πράγματα έμαθε να κάνει, και το μυαλό του είναι αδύνατο· ό,τι του λες το ξεχνάει ευθύς. Άδικα πολέμησαν ο πατέρας και τ΄ αδέρφια του – μάνα κι αδερφές δεν είχε – να τόνε συνεφέρουν. Ούτε την αρρεβωνιαστικιά του δε γνώριζε.

 

            Μια νύχτα που οι δικοί του λείπανε στο ψάρεμα, η Αννέτα δεν κρατήθηκε· μπήκε στο σπίτι του. Ο Κοκκιμήδης ανακάθισε στο κρεβάτι ακούγοντας την πόρτα.

 

            Πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε. Τα μάτια τού βλαμμένου την κοίταζαν, μεγάλα, γυάλινα. Πάσκισε να τον ερεθίσει, να τον κάνει να θυμηθεί — μα σαν το κατάφερε, εκείνος την άρπαξε απότομα, βίαια, σα ζώο. Η κοπέλα σπαρτάρισε, δοκίμασε να ξεφύγει κι έβαλε τις φωνές.

 

            Οι γείτονες που τρέξαν τη γλιτώσανε μ΄ όλα της τα ρούχα κουρελιασμένα. Ο βλαμμένος άφριζε σα νά ΄χανε μπει μέσα του δαιμόνοι. Χρειάστηκε να τόνε δέσουν για να συχάσει.

 

            Η Αννέτα, ντροπιασμένη, έκανε μέρες να βγει από το σπίτι. Σαν τ΄ αποφάσισε, οι φιλενάδες της δεν τη χαιρετούσαν κι οι άντρες τής κλεινανε το μάτι.

 

            Πήρε τον κακό δρόμο. Δεν έμεινε πολύ στο νησί· έφυγε στη Ρόδο, δούλα, όμως κάποιοι δικοί μας σφουγγαράδες, που πέρασαν από κει, τη βρήκανε σε σπίτι με γυναίκες.

 

            Άσπλαχνή ΄ναι η θάλασσα, π΄ ανάθεμά τη!.-

 

 

 

Από τη συλλογή διηγημάτων «Σπιλιάδες», Κέδρος 1982, σελίδες 9-18