ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ

 

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Θυμάμαι ακόμη το χειμωνιάτικο εκείνο πρωινό όπου τον είδα ν’ ανοίγει δειλά την πόρτα και να μπαίνει στην τάξη μου. Χιονισμένο το μαύρο του πανωφόρι, καθώς κι η ομπρέλα, και το καπέλο του, ένα καπέλο μαλακό παλιάς μόδας. Χαμογελούσε ευγενικά και το χιόνι γυάλιζε ως μέσα στα κάτασπρα γένια του.

- Το μάθημα της νεοελληνικής, δεν είν’ έτσι;

Είχε μια στάση υπόκλισης, αλλά και κάποια χαρούμενη άνεση, σα να βρισκόταν σπίτι του.

Του είπα να καθίσει. Οι άλλοι φοιτητές μοιάζανε να ’ναι εγγόνια του, δισέγγονά του. Το γαλήνιο πρόσωπο, η τετράγωνη γενειάδα, τα ολόφωτα γαλάζια μάτια, η στοχαστική παπούλικη ομορφιά του, σου θύμιζαν γνωστές φωτογραφίες του Βίκτωρα Ουγκώ, προς το τέλος της ζωής του, στην περίοδο της παγκόσμιας δόξας του. Άλλωστε, από την πρώτη μέρα που μας ήρθε ως σήμερα, οι μαθητές μας τον λένε μεταξύ τους: «ο συμμαθητής μας Ουγκώ». Μερικοί έχουν τελειώσει τη σχολή, έχουνε φύγει μακριά, μα πάντα στα γράμματά τους θα θυμηθούν να με ρωτήσουν τι γίνεται ο συμμαθητής μας, δε σβήνουν καθόλου την εντύπωση που μας έκανε καθώς μπήκε χιονισμένος στην τάξη και πήρε τη θέση του ανάμεσα στη νεολαία. Έσκυβε και διάβαζε στο βιβλίο μιας φοιτήτριας. Σιγανόφωνα, της έκανε κάποια σεμνή φιλοφρόνηση, κι όλη την ώρα, σημείωνε προσεχτικά κάθε λέξη που γράφαμε στο μαυροπίνακα. Κατενθουσιασμένος άφηνε το μολυβάκι του και σήκωνε τα χέρια, μόλις μια σημερινή μας λέξη του αποκάλυπτε συγγένειες με την αρχαία μας. Τσαχείλευε το στόμα του, ηδονικά: «Η ίδια γλώσσα, αθάνατη γλώσσα». Οι φοιτητές κι εγώ τον κοιτάζαμε, τον ακούαμε, με συμπάθεια. Είχε στα λόγια του, στη στάση, στις παρατηρήσεις που έκανε έναν αέρα πολυμάθειας και γαλαντερίας. Βαράκουε κάπως, έγερνε το κεφάλι αλαφρά, πάντα χαμογελαστός, ν’ ακούσει καλύτερα. Ακόμη κι αυτό θαρρείς και περίσσευε τη γλύκα και την ομορφιά μέσα στα γερατειά του. Είχε το καθαυτό ύφος του Γάλλου σοφού. Άμα τελείωσα το μάθημα μου αλλάξαμε λίγες κουβέντες. Μου είπε πως λεγότανε Οκτάβ Λαπερού, πως έκανε τριάντα περίπου χρόνια καθηγητής των αρχαίων ελληνικών, κατόπι διεύθυνε μια γαλλική σχολή στην Ελβετία, χρόνια δέκα, κατόπι άλλα τέσσερα χρόνια καθηγητής πάλι της αρχαίας μας σ’ ένα γαλλικό πανεπιστήμιο της επαρχίας:

- Όπου φέτος πια πήρα τη σύνταξή μου. Ήταν καιρός! Έκλεισα, βλέπετε, τα εβδομήντα. Και για τούτο, καταλαβαίνετε, είπα πως είχα τώρα το δικαίωμα να ξαναγίνω φοιτητής. Κι έπαιζε με την ομπρέλα του, χτυπούσε τα παπούτσια του, χαρούμενος, πονηρούλης και ντροπαλός.

- Από δεκατεσσάρω χρονώ, βλέπετε, καταγίνουμε με τ’ αρχαία σας. Και πάντα τ’ όνειρο μου ήτανε να δω την ιστορική συνέχεια της γλώσσας σας. Δηλαδή τα ζωντανά επακόλουθα της. Μα τι γλώσσα! Τι γλώσσα!

Έκανε ένα μεγάλο κίνημα θαυμασμού, σα σπαθιά, με την ομπρέλα του και με κοίταξε μέσα στα μάτια, γέρνοντας αλαφρά το κεφάλι, όπως άμα ήθελε ν’ ακούσει καλύτερα. Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Το βλέμμα του είχε μια ειλικρίνεια που σ’ έκανε μονομιάς να θυμηθείς όλες τις ύποπτες στιγμές της ζωής σου, τις δύσκολες, τις ψεύτικες κι ένιωθες την καρδιά σου να πονάει για πολλά σου περασμένα. Φοβάσαι μη και φανούν οι κακές σου αυτές στιγμές σε τούτη τη φωτεινή ώρα της καλής φιλίας.

Τι θαύμα παιχνιδιού κι επιστήμης είναι η γλώσσα σας! Μα, βλέπετε, τ’ όνειρό μου πραγματοποιείται. Είμαι ευτυχής άνθρωπος. Πάντοτε ήμουν καταπληχτικά ευτυχής. Υπάρχει κάτι ωραίο μέσα στη ζωή, παρ’ όλες τις γκρίνιες μας.

Οι φοιτήτριες τον κοιτάζανε γοητευμένες. Τις κοίταζε κι αυτός. Ήξερε τι έκανε και τον διασκέδαζαν κάτι τέτοια κόλπα επιτυχίας.

Σιγά σιγά είχε γίνει ο πιστότερος σύντροφός τους. Τον πείραζα πως θα μας τις έπαιρνε και θα ίδρυε δική του έδρα νεοελληνικής, να μας συναγωνιστεί. Αυτό το πείραγμα του ήταν η μεγάλη του ευτυχία. Την έδειχνε την ευτυχία του κι αμέσως:

- Α! όχι! όχι! Είμαι φοιτητής. Μη γυρεύετε να με απομακρύνετε, δε φεύγω!

Με χιόνι ή με καλοκαιριά, ερχόταν πρώτος στο μάθημα, στις 8 το πρωί, αρκετή ώρα πριν ν’ αρχίσουμε. Καθότανε στο θρανίο, έβγαζε τα χαρτιά, το μολυβάκι του. Έγραφε ελληνικά, ό,τι θυμόταν από το «Μαρίνο Κοντάρα»του Εφταλιώτη που εξηγούσα τότε. Ήταν ένα διήγημα που του έκανε εντύπωση, είχε μάθει απέξω μερικές του σελίδες. Συλλογιζόταν, συλλογιζόταν, έπαιρνε το μολυβάκι του κι άρχιζε να γράφει:

«Τα τραγούδια κι οι χοροί ξαναρχίσανε, μα ο Μαρίνος όρεξη πια για τρέλες δεν είχε. Έκαμε πως τάχατες παράπιε…»

Τα κορίτσια σκύβανε με τρόπο, κοιτάζανε τι έγραφε. Τον παρακολουθούσαν κι οι φοιτητές. Ο γραφικός του χαρακτήρας ήτανε νεανικός, στητός, σίγουρος. Και σα να μην ήξερε να γράφει παρά μόνο τα ελληνικά μας, τόσο το γράψιμό του έδειχνε την ευκολία της συνήθειας. Του το είπα, χαμογέλασε καμαρώνοντας.

Ήθελα να μάθω περισσότερα καθέκαστα της ιδιαίτερης ζωής του. Μου μίλησε μια μέρα για τους τρεις γιους του. Ο μεγαλύτερος είχε μια μεγάλη θέση στην Πρεσβεία της Στοκχόλμης, ο δεύτερος δούλευε στη διοίκηση της Σορβόννης, ο τρίτος, ο μικρός Ζαν, «ο Γιαννάκης» όπως αμέσως μετάφρασε ο ίδιος τ’ όνομα, ήτανε συντάκτης σε μια γνωστή παριζιάνικη εφημερίδα.

- Κι η γυναίκα μου, που είναι πολύ νεότερή μου, κάπου είκοσι χρόνια, που είναι δηλαδή μια πολύ γηραιά κυρία, έχει παρατήσει τώρα τους γιους της και με φροντίζει το πρωί που φεύγω για το μάθημά σας, με ρωτά πώς τα πηγαίνω, θέλει να ξέρει αν είστε ευχαριστημένος, αν κάνω προόδους… Έχει κι αυτή ξανανιώσει με τις εκ νέου αυτές σπουδές μου, έγινε όπως πριν πολλά χρόνια, μόλις που είχαμε παντρευτεί. Το ίδιο και τώρα μ’ επιβλέπει… Θα τη γνωρίσετε. Έχει τις ιδιοτροπίες της. Είναι ορισμένα πράματα που δεν εννοεί να τα καταλάβει. Μα ωστόσο… Συγγνώμη, αυτά όλα είναι βιογραφικά, αυτοβιογραφικά. Οι αυτοβιογραφίες είναι φλυαρίες πάντα ασυγχώρητες, ως τ’ αφήσουμε.

Στο τέλος της χρονιάς, γνώρισα τους γιους και τη γυναίκα του, στο σπίτι τους. Ένα εύπορο σπίτι, χαρούμενο, σ’ έναν από τους κεντρικούς δρόμους. Μια συλλογή έργα ζωγραφικής, πολύτιμη, κάτι ιταλικά έπιπλα, πολλά βιβλία, μια σπάνια βιβλιοθήκη.

Η γυναίκα του ήταν πραγματικά πολύ νεότερη κι ωστόσο πιο μαζεμένη, πιο σκυφτή κάτω από την καστανή περούκα της, πιο φοβιτσάρα, θαρρείς, μέσα στα χρόνια απ’ εκείνον που πηγαινοερχόταν κι έκανε σωρό κομπλιμέντα στις δεσποινίδες (κάτι εξαδέλφες τους), μιλούσε για τις ερωτικές παρεκτροπές του Μπάιρον στην Ιταλία, και κάπου κάπου πετούσε κι ένα λογάκι ευγενικό, στεκόταν αντίκρυ της και την ατένιζε προστατευτικά. Εκείνη, τον χαιρόταν που έδειχνε τόσο νέος, τόσο κεφάτος μέσα στα παιδιά του και στα κορίτσια που είχαν καλέσει εξαιτίας τους. Είχε γνωρίσει με τον άντρα της όλες τις σκαλωσιές του θαυμασμού, και με τα τωρινά του κέφια λες και ξαναγυρνούσανε τα περασμένα τους, οι πανεπιστημιακές του επιτυχίες, τ’ αχτιδοβόλημα της πολυμάθειάς του, η σπιρτάδα της εξυπνάδας του. Τα ’βλεπε να ’ξακολουθούν. Ήταν ο ίδιος, δεν άλλαζε, ενώ εκείνη είχε πια λυγίσει…

- Ώστε είστε ικανοποιημένος από το μαθητή σας, είναι επιμελής; με ρωτούσε σιγομίλητη κι έλαμπε το στοχαστικό της πρόσωπο. Χτες κάθισε και δούλευε, ύστερα από τα μεσάνυχτα, μου είπε πως ήταν κάτι ανώμαλα νεοελληνικά ρήματα που είχατε δώσει να ετοιμάσουν.

Εκείνος μας έβλεπε ξεμοναχιασμένους, περνούσε κοντά μας, την άκουε, έγερνε το κεφάλι ν’ ακούσει καλύτερα και γελούσε σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, πανευτυχής. Σε λίγο ήρθε, με τράβηξε από το χέρι και μου έδειξε μια από τις δεσποινίδες. Πρόσεξε να δει αν μας ακούν οι άλλοι και μου είπε ελληνικά, και μεγαλόφωνα: «Η κόρη είναι αρραβωνιστική του γκιου μου. Ακόμη ντεν το λέμε. Είναι ομορφονιά, αρκοντοπούλα, όπως η Λεμονή του Μαρίνου Κοντάρα. Μα είναι και πολύ σπουνταγμένη κοπελούντα». Και σ’ αυτούς που είχαν μαζευτεί, προσπαθώντας να καταλάβουν τι μου έλεγε κι απορούσαν με τις τόσες ξενόφανες φράσεις του, έριξε από μεγάλο ύψος μια κυκλική ματιά περηφάνιας. Ξερόβηξε κι έκανε πως κοιτάζει πέρα. Ο Γιαννάκης έτρεξε και του ’φερε ένα ποτήρι σαμπάνια. Κι ο συμμαθητής μας Ουγκώ, πάντα ελληνικά, σα να ’χε απολησμονήσει πια τη μητρική του: «Ευκαριστώ, παιντί μου, στο κρασί μέσα είναι η αλήτεια». Και με τρόπο μου ’κανε νόημα να μου δείξει πως  θυμόταν και χρησιμοποιούσε στην ώρα της τη φράση που τους είχα γράψει τις προάλλες στον πίνακα. Τους σέρβιρε αμέσως και τη δεύτερη: «Το κρασί τον γκέροντα τον κάνει παλικάρι». Ο μεγάλος του ο γιος σήκωσε με κωμική απόγνωση τα χέρια, όπως το συνήθιζε κι ο γέρος: «Πάει, τον χάσαμε πια τον πατέρα μας».

Την άλλη μέρα, πριν αρχίσει το μάθημα, είχε μαζέψει τις φοιτήτριες και διηγόταν τα χτεσινά του κατορθώματα. Μ’ έπαιρνε μάρτυρα: «Δεν είν’ έτσι; Είχαμε πολύ μεγάλη επιτυχία. Η γυναίκα μου με κοιτάζει σα θαύμα επικίνδυνο. Τώρα, μεταξύ μας: τις φράσεις τις είχα ετοιμάσει από την παραμονή…» Έλεγα της γυναίκας μου πως μελετούσα γραμματική, κι εγώ αποστήθιζα ως τα μεσάνυχτα τις φράσεις μου. Ε! είμαι και πονηρούλης! Τι τα θέτε, μου αρέσει η επιτυχία…» και κοίταξε μια μια τις κοπέλες που λιγώνονταν να τον ακούνε.

Το μεσημέρι φύγαμε μόνοι οι δυο μας, έκανε δυνατό κρύο, μα ο ήλιος γέμιζε χαρούμενα τον αέρα. Κατεβαίναμε σιγά σιγά το μπουλεβάρτο του Σαιν Ζερμαίν και κοιτάζαμε τα βιβλιοπωλεία. Όπου μια στιγμή τσακωθήκαμε γιατί ήταν αδύνατο να συμφωνήσουν οι λογοτεχνικές μας απόψεις. Υποχώρησε όμως γρήγορα, άλλαξε κουβέντα. Με την ευγένεια και τη σοφία της πνευματικής του πείρας μου έδωσε σιωπηλά να καταλάβω πως κάθε άνθρωπος υπήρξε κάποτε νέος και πως οι αισθητικές μας γνώσεις αλλάζουνε με τα χρόνια. Ζήτημα ηλικίας…

Κατόπι άρχισε τις εξομολογήσεις για τα παιδιά του, που παίρναν μια θέση ολοένα ψηλότερη στην κοινωνική ιεραρχία, ενώ ο ίδιος με τις ελευθεριάζουσες ιδέες του, έμεινε θελητά στο περιθώριο. «Δεν παραπονιέμαι. Η δική μου γενιά είχε μια όρεξη μποεμισμού. Πιστεύαμε στον άνθρωπο, έχοντας πάψει να πιστεύουμε στο Θεό. Τα χρήματα, τις τιμές, τα βάζαμε στην μπάντα, τ’ αφήναμε στους μικροαστούληδες. Τώρα αλλάξαν τα πράγματα. Κι οι πιο ξεχωριστοί ανθρώποι, με τις πιο μεγάλες ιδέες, μιμούνται τους μικροαστούληδες και φροντίζουνε για τα χουζούρια τους. Ποιος έχει δίκιο; Ποιος άδικο; Ωστόσο, τι τα θέτε, είμαι ευχαριστημένος που έμεινα πιστός στη γενεά μου. Ώρες ώρες μου φαίνεται πως όλοι εμείς οι πιστοί έχουμε εκλείψει πριν από χρόνια. Δεν παίζουμε κανένα ρόλο, δεν έχουμε πια καμιά χρησιμότητα. Είμαστε σαν εκείνα τα παλιά μόνιππα αμαξάκια… Ώρες ώρες αισθάνομαι πως τα παιδιά μου με κοιτάζουνε με επιείκεια, σαν ένα τύπο χαμένο, που μπορούσε να πάει μακριά και που χαράμισε τις ικανότητές του. Δεν παραπονιέμαι. Τ’ αγαπώ πολύ τα παιδιά μου. Θέλω να τα δω να επιτύχουν στο δρόμο που αυτά διαλέξανε και με τη μέθοδο που τους επιβάλανε τα σημερινά ήθη του κόσμου. Με τη γυναίκα μου έχω αγαπηθεί πολύ. Μου έδωσε όχι μόνο την αγάπη, που είναι πράμα μάλλον εύκολο, μα και την επιείκεια… Δεν εναντιώθηκε σε καμιάν αδυναμία μου, γιατί καταλάβαινε ασφαλώς μέσα της, κι ας μη το ’πε ποτέ, καταλάβαινε πως αυτές οι αδυναμίες ήταν απαραίτητες για να συντηρηθεί η δύναμή μου, το κουράγιο μου μέσα στη ζωή, η όρεξή μου για τη ζωή. Ως τα σήμερα, βλέπετε, η όρεξη, η δύναμη, το κουράγιο, δε μου λείψανε. Τώρα, μεταξύ μας, είμαι πολύ ήσυχος που την ξέρω τόσα χρόνια νεότερή μου. Οπωσδήποτε εγώ θα πεθάνω πρώτος. Δε θα τη δω… Καταλαβαίνετε. Λοιπόν αγαπηθήκαμε πολύ. Η ιστορία μας στάθηκε ωραία. Τώρα, τα παιδιά μας, θέλω να τα δω όπως αυτά επιθυμούν, να τα δω να επιτύχουν, επειδή στο βάθος ξέρω πως η γυναίκα μου δίνει δίκιο στους γιους για το δρόμο, για τη μέθοδο που διάλεξαν. Πρέπει να κάνω κι εγώ κάποια υποχώρηση, τώρα μάλιστα στο τέλος. Δεν πειράζει. Η ιστορία μας στάθηκε πολύ ωραία. Άλλωστε η γυναίκα μου καταλαβαίνει σίγουρα αυτή μου την  υποχώρηση, τη συγκινεί, καμαρώνει για τη στροφή τούτη της αγάπης μας. Σας είπα η ιστορία μας στάθηκε ωραία». Και με κοίταξε με τα γελαστά του γαλανά μάτια, έγερνε το κεφάλι πονηρούλης και χτυπούσε τα πόδια του να ζεσταθεί.

 

Η φιλία μας είχε περισσέψει. Μια μέρα, μου έφερε ένα μεγάλο φάκελο, κάπου τετρακόσιες δαχτυλογραφημένες σελίδες: «Είναι το μόνο μυθιστόρημα που έγραψα. Περισσότερο πολιτική ιστορία όπου διηγούμαι τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της πατρίδας μου, τους ανθρώπους που γνώρισα, τα μεγαλεία τους, τις ατιμίες τους, πολλά πράματα που μ’ έφερε η ζωή να τα πλησιάσω». Χαμογελούσε σεμνός, με μια συγκινητική μετριοφροσύνη.

Το διάβασα το μυθιστόρημά του και μου ’κανε βαθιά εντύπωση, όχι μόνο το άψογο ύφος του, αλλά και για τις ψυχολογικές του προεκτάσεις που θα μπορούσανε να τις ζηλέψουν οι πιο ξακουστοί σημερινοί μυθιστοριογράφοι του τόπου του. Πρόσωπα ζωντανά και κρίσεις πρωτότυπες που ξεσκεπάζανε τους διάσημους, τις τρικυμίες της γαλλικής πολιτικής και καρφώνανε την προσοχή σου ως την τελευταία αράδα. Παράλληλα, μια αχτιδωτή πολυμάθεια έπαιρνε τα πιο φλέγοντα επίκαιρα ζητήματα της Ευρώπης και σου έβρισκε τις ανυποψίαστες πηγές τους μέσα στα ξεχασμένα της ιστορίας. Έτσι, στο έργο του, τα πάντα δένουνταν σε μια συνέχεια τραγωδίας, ιπποτισμού και λάσπης.

Του είπα την εντύπωσή μου και την απορία μου που ένα παρόμοιο βιβλίο δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει. Στα χαμογελαστά του μάτια πέρασε μια γρήγορη σκιά, τα χαμήλωσε: «Σας ευχαριστώ για τα λόγια σας. Μου κάνουν πολύ καλό, ίσα ίσα επειδή το βιβλίο αυτό δε θα βγει ποτέ. Καταλαβαίνετε οι γιοι μου έχουνε σήμερα μια θέση, ανεβαίνουν… Εκεί μέσα θίγω πρόσωπα ισχυρά. Μπορούσε να ζημιωθούν τα παιδιά. Δεν επιτρέπεται. Ε! ας κάνω κι εγώ μιαν υποχώρηση…» Και με τα χέρια του που τρέμαν έχωνε το φάκελο μέσα στην μαθητική του τσάντα.

Λίγο πριν από την άνοιξη, έφυγε στη Στοκχόλμη όπου τον καλούσανε να κάνει τρεις διαλέξεις για τη γαλλική ποίηση κι όπου θα συναντούσε και το γιο του: «Θα κουβεντιάσουμε και για το γάμο του… οι νέοι έχουν τάση να επιβραδύνουν τα τέτοια ζητήματα, ενώ οι κοπέλες και οι γονείς ανυπομονούν!» Μου έστειλε μια καρτούλα, ήταν ευχαριστημένος και μου έλεγε πως κάτι φίλοι του γιου του τον καλούσανε στο εξοχικό τους για δυο τρεις εβδομάδες, ίσως και περισσότερες. Έγιναν περισσότερες.

Δεν μπόρεσα έτσι να τον ανταμώσω πρι να φύγω το καλοκαίρι στην Αθήνα. Μόλις πρόφτασα να πάω και ν’ αποχαιρετήσω τη γυναίκα του. Μονάχη, μου φάνηκε πιο δειλή, πιο κουρασμένη κι η ηλικία της μεγαλύτερη. Μου μίλησε για το «νεαρό ταξιδιώτη», όπως τον έλεγε με τη σιγανή της, μαλακότατη φωνή. Ξανακοίταζα το σαλόνι, τα ιταλικά έπιπλα, το λίγο φως στους τοίχους με τις πολύτιμες ζωγραφικές, το τραπεζάκι όπου με είχε πάει για να αποστηθίσει τα ελληνικά του, όλην αυτή την ατμόσφαιρα της καλοσύνης και της πνευματικής στοργής, κι ήτανε ένας μεγάλος πόνος στην καρδιά μου με το προαίσθημα πως πολλά πράματα θα τελειώναν και πως η ζωή δε θα ξαναγινόταν ποτέ πια με τόση ευγένεια.

Έφυγα στην Αθήνα, ξεχάστηκα. Ο ήλιος, οι φίλοι, η θάλασσα, η καινούργια δουλειά κι οι πυκνές φροντίδες. Μα κάπου κάπου τονε θυμόμουν σκάβοντας στο περιβόλι, όπου η γυναίκα μου είχε βρει μια ρίζα κάπαρη, και την ξαναφύτεψε σε καλύτερο μέρος, επειδή ο Λαπερού άμα γινότανε λόγος για τη φυτεία της Αττικής και για το σπίτι μας, έσκυβε και μας έλεγε εμπιστευτικά: «Κάπαρη, δάφνες, δεντρολίβανο, θυμάρι… θα ’ρθω μια χρονιά μαζί σας». Του έγραψε τότες η γυναίκα μου για το εύρημά της. Απάντησε αμέσως κι ανάμεσα σ’ άλλα τής έλεγε: «Με κολακεύει που δεν ξεχάσατε ακόμη, μέσα στην ωραία πατρίδα σας, τις φιλολογικές φλυαρίες ενός γηραλέου Φραντσέζου. Ωστόσο, κοντά σας, ακόμη κι οι κουβέντες μου ένα δυο φορές μου γίνανε συμπαθητικές, με τον τρόπο που τις ακούατε. Ενόσω μιλούσα, κοίταζα τις πλεξίδες σας έτσι όπως τις έχετε σα στέμμα στο κεφάλι, με κοίταζαν τα ελληνικά σας μάτια, το θυμάμαι καλά και για τούτο με τρυφερότητα κρατώ ακόμη στη θύμησή μου κι εκείνες τις κουβέντες που σας αράδιαζα.»

Έτσι τον συλλογιζόμασταν ποτίζοντας εκείνη τη ρίζα της κάπαρης, αναφέραμε τ’ όνομά του, διηγόμουν στους φίλους μας τις νοστιμάδες του. Μα γενικά, είχε χαθεί από τον καλοκαιριάτικο δρόμο της ζωής μας. Και κατόπι ήρθαν οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου 1939, οι πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου κι ο πόλεμος. Από τα ξημερώματα ως τη νύχτα, η αγωνία για τα νέα. Κατόπι τα γράμματα από τους φίλους μας που φεύγανε στρατιώτες. Μαντεύαμε πως δυο τρεις, οι πιο νέοι, βρίσκονταν σε θέσεις επικίντυνες. Τα γράμματά τους μας παρηγορούσανε με το στερεό λογικευμένο κουράγιο τους, κι όμως μαζί αυξαίναν την τρομάρα μας, δίνανε στη φαντασία μας καινούργιες αιτίες. Πηγαινορχόμασταν στην Αθήνα κάτι να μάθουμε, κάτι ν’ ακούσουμε, να λησμονηθούμε με κάποια αισιόδοξη παρέα, στη βαβούρα που κάναν οι εφημεριδοπώλες με τις πρώτες απογευματινές εκδόσεις – τη νύχτα κρεμνιόμασταν στις ειδήσεις του ραδιοφώνου, η γαλλική λαλιά μας έφερνε κάπως πιο κοντά στους δικούς μας και μας παρηγορούσε. Την άλλη μέρα ξανάρχιζαν τα ίδια. Πότε σου φαινόταν πως η τραγωδία θα τελείωνε μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, και πότε πάλι πως δε θα τέλειωνε στον αιώνα τον άπαντα. Στο μεταξύ, ετοιμάζαμε τα χαρτιά μας να επιστρέψουμε στο Παρίσι, γιατί το ράδιο, βέβαια, δεν έσωνε να μας φέρει τους ανθρώπους μας τόσο σιμά όσο τους θέλαμε.

Η αληθινή ανακούφιση ήταν άμα επιτέλους γυρίσαμε στη Γαλλία κι ανταμώσαμε τις γυναίκες τους, άμα μάθαμε επιτόπου τα νέα.

Γυρέψαμε τότε να μάθουμε πού βρισκόταν ο συμμαθητής μας Ουγκώ, πήγαμε σπίτι του, η θυρωρός μας είπε πως οι τρεις γιοι ήτανε στρατιώτες, πως ξενοικιάσανε το διαμέρισμα: «Δεν μπορούσανε να πληρώνουν ένα τέτοιο νοίκι» και πως είχε φύγει με την κυρία Λαπερού στην επαρχία, στο πατρογονικό της χτήμα, όπου απ’ ανέκαθεν έμενε μια χήρα αδελφή της. Κάπου τριακόσια χιλιόμετρα απ’ το Παρίσι. Έλεγα να του γράψω, ξεχνούσα, ανεβοκατέβαιναν οι μέρες. Όπου ένα πρωινό τον βλέπω να φτάνει στο μάθημά μου! Οι καινούργιοι μαθητές, αγόρια δεκαεφτά δεκαοχτώ χρονώ, αμούστακα παιδιά, ανήσυχα, δεν τον ήξεραν. Ο Λαπερού βυθίστηκε στο βιβλίο του. Κάποιος νέος μαθητής διάβαζε. Τα ’φερε η σύμπτωση και διάβαζε το γνωστό μας κείμενο του Εφταλιώτη, το «Μαρίνο Κοντάρα», με μιαν ατσαλωτή φωνή, συλλαβιστά περίπου: «Τα τραγουδάκια κι οι χοροί ξαναρχίσανε, μα ο Μαρίνος όρεξη πια για τρέλες δεν είχε. Έκαμε πως τάχατες παράπιε…» Σήκωσε ο γέρος τα μάτια να με κοιτάξει, ξαναβυθίστηκε στο βιβλίο του, σούρωνε τα φρύδια του να μην προδοθεί, μα δεν μπορούσε. Έφερε το χέρι εμπρός στο πρόσωπο, σα να τον πείραζε το φως.

Άμα τελείωσε το μάθημα και μείναμε μόνοι, μου είπε πως είχε τέσσερις μήνες να δει τους γιους του: «Για έναν άνθρωπο της ηλικίας μου τέσσερις μήνες είναι πολύ. Μα ευτυχώς, έχουμε κάθε μέρα νέα τους, κάθε πρωί τρία γράμματα. Η γυναίκα μου στις αρχές… τώρα όμως είμαστε κοντά στην αδελφή της. Στην εξοχή, στο κτήμα όπου μεγάλωσε. Είναι ευχαριστημένη. Αυτό για μένα είναι μεγάλη ικανοποίηση… μέσα στην εξοχή που μου είναι ξέρετε, ανυπόφορη! Μα τι να γίνει. Η σύνταξή μου δεν αρκεί να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα σαν αυτό που είχαμε, τα παιδιά στο στρατό, δεν μπορούμε… Πήγαμε λοιπόν στην εξοχή. Είναι ανυπόφορη η εξοχή!»

Είχαμε προχωρήσει στο μπουλεβάρτο του Σαιν Ζερμαίν. Ήτανε χειμωνιάτικη μέρα, μα ο ήλιος έλαμπε πάλι μέσα στα δέντρα και τις βιτρίνες.

- Θυμάστε τον περασμένο χειμώνα, που φεύγαμε από το μάθημά σας, εδώ είχε αρχίσει η φιλία μας. Περάσαν αιώνες! Κι η εξοχή είναι ανυπόφορη!»

Προχωρήσαμε αρκετή ώρα, αμίλητοι. Στεκόμασταν κάπου κάπου και κοιτάζαμε τα βιβλιοπωλεία: «Κι όμως εκδίδουνται βιβλία πάντα. Κοιτάξτε, ένα δυο, τέσσερα, εφτά, οχτώ βιβλία καινούργια. Ζει, η Γαλλία ζει...»

Το περπάτημά του ήταν αργό και κουρασμένο, έβρισκε κάθε τόσο αφορμή να σταματήσει και μου γινόταν ανυπόφερα τα πόδια μου, τα βήματά μου που δεν μπορούσα να τα κανονίσω με τα δικά του. Μου είπε πως είχε έρθει στο Παρίσι μόνος, για μερικές ώρες, για κάποια πραχτική υπόθεση, και τα κατάφερε να προλάβει και το μάθημά μου. Τον πήγα ως το σταθμό. Δεν ήταν ακόμη η ώρα του τρένου και καθίσαμε στο καφενείο.

«Σας παρακαλώ, επειδή δεν μπορώ να ξέρω πότε θα ξανανταμώσουμε, κι επειδή στο μεταξύ… κανείς δεν ξέρει. Αν συναντηθείτε με τη γυναίκα μου ή με τα παιδιά μου καμιά φορά, σας παρακαλώ, μην κάνετε κουβέντα πως σας είπα ότι η εξοχή είναι ανυπόφορη. Γιατί, βέβαια, είναι ανυπόφορη, εδώ και τέσσερις γενεές κανένας Λαπερού δεν κατοίκησε οριστικά στην εξοχή. Α! είναι ανυπόφορη. Αλλά να μην πείτε τίποτε, σας παρακαλώ. Πρέπει να ξέρετε ότι η γυναίκα μου, που της φύγαν τώρα τα παιδιά, πρέπει να με νιώθει σαν ένα στήριγμά της, όχι σαν ένα βάρος, και της λέω πως είμαι κατευχαριστημένος, πως λαχταρούσα ανέκαθεν να τελειώσω τη ζωή μου μέσα στη μητέρα φύση… Καταλαβαίνετε. Για τούτο να πείτε το ίδιο κι εσείς, αν έρθει η κουβέντα… Στην αρχή δεν το πίστεψε, ήξερε το πόσο  υπέφερα μακριά από το Παρίσι. Σιγά σιγά όμως την έπεισα… Κάνω τον εύθυμο και για τους γιους που έφυγαν, ότι τάχα δε με απασχολεί η απουσία τους, ο κίνδυνός τους… Πιστεύει πως αυτή η αλλαγή είναι ένεκα της ηλικίας μου, ξέρετε είμαι είκοσι χρόνια πρεσβύτερος, πολλά πολλά χρόνια. Παριστάνω τον πάρα πολύ εύθυμο. Και κάπως τον αναίσθητο. Τι τα θέτε… Καλύτερα να νομίζει πως η αλλαγή μου αυτή είναι από την ηλικία παρά από τα γεγονότα. Τα ξαναμωράματα είναι μια μορφή αναισθησίας, είναι πράμα φυσικό για την ηλικία μου. Δεν πικραίνει και πολύ τους δικούς μας, που τώρα, με τον πόλεμο, έχουν πράματα πιο σοβαρά να τους απασχολούν… Αν γίνει, λοιπόν, ποτέ κουβέντα αργότερα, μη με προδώσετε. Καταλαβαίνετε… Έπρεπε να κάνω κι εγώ μιαν υποχώρηση εδώ στο τέλος… Που προσποιούμαι λιγάκι τον ξαναμωραμένο, δεν είναι δα και κανένα μεγάλο πράμα. Τα παιδιά πάνε στο θάνατο… Εμείς οι γέροι… Ο καθένας πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί». Και σήκωσε ψηλά τα δυο του χέρια, όπως συνήθιζε.

Τα καμπανάκια χτυπούσανε για το τρένο που είχε έρθει. Πήγαμε ακόμα μαζί. Στο διαμέρισμά του ήταν κάτι νεότατα παιδιά, στρατιώτες, του κάναν θέση. Εκείνος δεν κάθισε, τους είπε κάποιο χωρατό, και σήκωσε πάλι τα χέρια του. Βγήκε στο παραθυράκι. Μου μιλούσε, έγερνε το κεφάλι ν’ ακούσει. Μα τη στιγμή που χωριζόμασταν κι άρχιζε να ξεκινά το τρένο, το πρόσωπό του έγινε αλλιώτικο, κι άκουσα τη φωνή του τρεμάμενη: «Ρίζες κάπαρη, δάφνες, ντεντρολίβανο…»

Το είχε μεταφράσει μόνος του ελληνικά, το ’χε μάθει απ’ έξω κι απρόσμενα μου το πέταξε εκεί στον υστερνό αποχαιρετισμό μας. Έτρεμε η φωνή του και φώναξε για τούτο δυνατά, να τον ακούσω.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA