ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ

 

                    Διήγημα του Θράσου Καστανάκη

 

     Η ώρα του η καλύτερη είναι αυτή, αμέσως ύστερα από τον απογευματινό του ύπνο. Τα τσιγάρα δίπλα, ο αναπτήρας. Κάπνιζε ανακαθισμένος μέσα στο κρεβάτι κι έβαζε μπρος τις συλλογές του. Μονολογούσε. Ερωτήσεις, αποκρίσεις.

     -Ωραία;

     -Ωραία.

     -Και η γυναίκα του;

     -Έφυγε. Πάει… Δεκαπέντε χρόνια που χωρίσαμε. Και περάσαμε πάλι τώρα δεκαπέντε μέρες μαζί. Θα έφευγε σήμερα στις δυο τ΄ απόγευμα. Τώρα είναι τέσσερις.

     -Κι οι κόρες σας; Η Ευριδίκη; Η Σόφη;

     -Φύγανε κι αυτές με τη μάνα τους. Αυτές… Κάνανε πολύ καλά που φύγανε.

     -Η μοναξιά σου που ξανάρχισε;

     -Δεν πειράζει.

     Έκανε λαμπρή παρέα με τον εαυτό του, από τα παιδικά του ακόμη χρόνια.

     -Πόσα χρόνια περάσαν από τότε που είπες: «Ντά-ντά, μπαμπά….»

     -Χρόνια σαράντα.

     -Μόνον;

     -Και εφτά.

     -Σαρανταεφτά.

     -Ακριβώς.

     Δεν απέφευγε τους άλλους ανθρώπους. Είχε φίλους αρκετούς. Είχε γνωστούς απειράριθμους. Αλλά ο εαυτός του, απ΄ ανέκαθε, του ήταν ο ευφυέστερος συνομιλητής. Κοίταξε το δωμάτιό του, αυτό εδώ, το ήσυχο δωμάτιο, στην Καλλιθέα, στην οδό Αντιγόνης, που είχε νοικιάσει στο σπίτι της χήρας του Πλάτωνα, του υδραυλικού, από ετών.

     -Πόσα έτη;

     -Περιττόν.

     Η χήρα του Πλάτωνα μιλούσε ελάχιστα. Οι κινήσεις της ήταν πολύ λίγες. Τα μάτια της σε βλέπαν πάρα πολύ λίγο. Το ίδιο ελάχιστο και το νοίκι που γύρευε.

     -Είσαι ευχαριστημένος, Νικόλαε Νικολάου Νικολαΐδη;

     -Λαμπρά.

     -Η χήρα του Πλάτωνα;

     -Καλλίστη.

     -Ακόμη και τώρα;

     -Όχι πλέον. Από πενταετίας, όχι πλέον. Αλλά όταν πρωτοήρθα εδώ, προ ετών…. ήταν αμέσως από την επομένη μια αναπαυτική γυναίκα. Λίγα λόγια, λίγες ερωτικές κινήσεις, λίγοι οι απαραίτητοι αναστεναγμοί. Γενικά ο θόρυβος όλος πολλά ολίγος. Και η μνήμη της ελαχίστη. Ωραίο το σώμα της. Ευφυές, αλλά μόλις από οριζοντία γινόταν κάθετος, αμέσως τα ξεχνούσε όλα. Σα να μην είχε συμβεί τίποτε. Κανένας υπαινιγμός για τα όσα είχαν διαδραματιστεί πριν από λίγο. Εχεμύθεια απέναντί μου. Όχι εκείνες οι ανυπόφορες οικειότητες που παρεμβαίνουνε στις σχέσεις μας με άλλες γυναίκες. Αυτή, ούτε σε είδα, ούτε σε άκουσα! Κι ας είχαν συμβεί όλα τα συμβαίνοντα. Καμιά μνήμη, καμιά περιέργεια, μόλις γινόταν κάθετος. Αναπαυτική γυναίκα.

     -Τώρα;

     -Από πενταετίας, ακόμη αναπαυτικότερη.

     -Υπαινιγμός;

     -Ουδείς, για τα παλιά εκείνα τα οριζόντια. Και πάντα ευγενέστατη. Έχει ευτυχώς τρεις αδελφούς στην Αμερική, εις τον Άγιον Φραγκίσκον, που της στέλνουν εκείνα τα δολάρια…. Πολλά ολίγα, θα μου πεις, αλλά οι δραχμούλες του ενοικίου μου καπνός απέναντί τους. Κι έτσι οι σχέσεις μας αναπαυτικότατες.

     -Σε αγαπά ακόμη;

     -Νομίζω όχι. Κι οι περιέργειες της πάντα απούσες. Τώρα που γύρισε η Αμαλία, πρώην γυναίκα μου, από τις Ελβετίες, κι οι δυο μου κόρες δος του μπαινόβγαιναν επί δεκαήμερον, δος του ανεβοκατέβαιναν, πάλι τίποτε! Και τώρα που έφυγαν, καμιά ερώτηση. Θαυμαστόν γυναικείον πλάσμα  της οδού Αντιγόνης, αυτή η γυναίκα του υδραυλικού Πλάτωνα.

     -Αλλά όταν ήρθε πρώτη φορά η Αμαλία, πριν από δέκα μέρες;

     -Την κοίταξε λίγο περισσότερο η χήρα. Αυτό ήταν όλο.

 

     Είχε τελειώσει το τσιγάρο του. Βγήκε από το κρεβάτι, έσιαξε τα μαλλιά του στον καθρέφτη, χτενίστηκε. Ούτε μια άσπρη τρίχα. Ούτε ίχνος βαφή. Ούτε κοιλιά. Ούτε μάγουλα. Παρά ένα πρόσωπο χαρωπό, ανεύθυνο, μια εφηβική γλύκα στο βλέμμα, τα χείλια κατακόκκινα, ηδονικά, καλεστικά. Χαμογέλασε βαθύτερα. Με νόημα. Προς την περίφημη υγεία του. Προς τη μοίρα. Προς την ευαίσθητη αναισθησία του.

     -Πόσα χρόνια θα ζήσεις, μωρέ Νικόλαε Νικολάου Νικολαΐδη;

     -Αθάνατος. Έτσι μου είπε κι η Αμαλία μόλις με είδε. Και κατόπι: «Είσαι εσύ ή ο γιος σου;» ρώτησε κατάπληκτη. «Ο ίδιος εγώ, Αμαλία!» της είπα και κοίταζα τα μαλλιά της που ασπρίζαν. Μα πολύ, πάρα πολύ ασπρίζαν. Και έξη έτη νεότερή μου η Αμαλία. Κοίταζα τις ρυτίδες της. Στα χείλια. Γύρω στη μύτη, δίπλα στα μάτια. Πολλές.

     «Δούλεψα, Νϊκο, δούλεψα, σήμερα είμαι μια από τις μεγαλύτερες ράφτρες της Γενεύης. Τα περιοδικά έρχονται και φωτογραφούν τα μοντέλα μου». «Χαίρομαι, Αμαλία». Είδες τις φωτογραφίες;» – «Όχι, Αμαλία» – «Μου κάνουν προτάσεις για την Αμερική, μου πήραν ένα σωρό συνεντεύξεις για την καινούργια σαιζόν στο Χάρμπερ΄ζ Μπαζάρ. Θα τις διάβασες…» - «Όχι Αμαλία!».

     Κοίταζα το κουρασμένο, το δουλευτάδικο ανήσυχο πρόσωπό της. Μέσα στα μάτια της, σ’ εκείνον το σπασμό που κάναν τα φρύδια της και που μου ήταν άγνωστος (άγνωστος αυτός ο σπασμός, ενώ θυμόμουνα σα να ήταν αυτή ακριβώς η στιγμή το πώς δάγκωνε τ’ απάνω της χείλι στις μεγάλες ερωτικές μας στιγμές), μάντευα τους αγώνες που θα είχε περάσει για να γίνει μια από τις σπουδαίες ράφτρες της Γενεύης. –«Και οι σπουδές σου;»- τη ρώτησα. – «Οι σπουδές σου, που είχες πάρει το δίπλωμα της Ιστορίας, που ήρθα και σ’ άκουσα σ’ εκείνη τη διάλεξή σου, για τη Μισαλλοδοξία επί Κομνηνών, τι έγιναν οι σπουδές σου;». Έκανε ένα ελάχιστο κίνημα με το δεξί της χέρι, μόλις που το σήκωσε από τα γόνατά της όπου το είχε ακουμπισμένο. «Και τα γόνατά σου;» θέλησα να της πω, «που ήταν τα ωραιότερα γόνατα που είδα ποτέ μέσα σ’ ένα ξέσκεπο κρεβάτι, τα γόνατά σου, Αμαλία, τι τα ’κανες;» μα δεν είπα τίποτε. Μόνο ξαναρώτησα: «Οι σπουδές σου, Αμαλία; Όλα κείνα τα παράτησες; Τα βιβλία; Τα χαρτιά; Τις σημειώσεις από τα βιβλία που διάβαζες; Εκείνο το μεγάλο τετράδιο που σου αγόρασα και που το ’κανες ημερολόγιο σου; Τι έγιναν;». Ούτε σάλεψε αυτή τη φορά, ούτε μίλησε. Ούτε με κοίταξε. Κατόπι, αφού έγινε μια σιωπή ανεκδιήγητη ανάμεσά μας, με ρώτησε: «Πώς σου φαίνονται τα κορίτσια μας;» - «Λαμπρά!» της είπα, «Η Ευρυδίκη, είναι όπως όταν ήταν παιδάκι, δεν άλλαξε. Το άλλο, η Σοφία, πιο πονηρό….Μου βάζει ερωτήσεις…» - Αυτή θέλει να ξέρει τα πάντα. Μα είναι πολύ όμορφες. Ποιανού μοιάζουν;» με ρώτησε. – «Εσένα μοιάζουν!» της είπα. – «Είναι κι οι δυο τους, ολόφτυστος εσύ! μου αποκρίθηκε και με κοίταξε μέσα στα μάτια, καρφωτά, πρώτη φορά έτσι ύστερα από το χωρισμό μας. Είχε στην έκφραση της μια γλύκα τώρα, μια υποψία ερωτικότητας. Θέλησα πάλι να της πω για το απάνω χείλι, για τα γόνατά της. Μα το στόμα μου έμενε σφραγιστό. Σε λίγο με ρώτησε: - «Είσαι ευχαριστημένος τώρα από τη ζωή σου;» - «Ένας τρελός άνθρωπος όπως εγώ δεν προφταίνει να δυσαρεστείται από τη ζωή του». – «Είσαι ευτυχισμένος;»

-«Η τρέλα μου, Αμαλία, έχει όρια. Δεν φτάνει μέχρι ευτυχίας». «Και που χωρίσαμε;». – «Εσύ το ζήτησες. Κι είχες δίκιο. Εσύ θέλεις τριγύρω σου οικογένεια, εργασίες, απασχολήσεις, σκοπούς της ζωής. Εγώ αυτά δεν τα μπορώ. Πρέπει να είμαι μόνος μου, να βρίσκομαι πλησιέστερα στην αλήθεια μου». – «Και ποια είν’ η αλήθεια σου;». – «Η μοναξιά μου. Δηλαδή η ανεξαρτησία μου, επί εικοσιτέσσερις ώρες το ημερονύχτιο».

     Έτσι τα είπαμε. Ναι, είχε ακόμη κάποια ομορφιά το πρόσωπό της.

     Και χτες, την τελευταία ώρα που βρισκόμασταν στο Ζάππειο, όπου η Ευρυδίκη με κρατούσε από τα δεξιά κι η Σόφη από την άλλη, μου είπε η Αμαλία : «Οι κόρες μας είναι ξετρελαμένες μαζί σου». Έκανα ν΄απαντήσω, μα η Σόφη μπήκε στη μέση: «Καλέ αυτός δεν είναι πατέρας». – «Και τι είναι παιδί μου;» ρώτησε η Αμαλία σοβαρότατη. – «Αυτός…. είναι εραστής!». Όπου άλλαξε το χρώμα της Αμαλίας, η φωνή της έγινε αγνώριστη και είπε: «Σόφη, είσαι….» - «Τι είμαι, μαμά;» ρώτησε η μικρή πνιγμένη στα γέλια και κάνοντας νοήματα μεγάλης συνεννόησης στην Ευρυδίκη, που ρώτησε συνένοχος κι αυτή : «Τι είναι, μαμά, η Σόφη μας;».

     Δεν ήξερε η Αμαλία τι ν΄αποκριθεί. Παίξαν τα χείλια της να πει κάτι, τις κεραύνωσε με το βλέμμα. Τα κορίτσια με τραβοκοπούσαν, πάντα γελώντας, χωρίς να της δίνουν καμιά σημασία. Μόνο μ΄εμένα φλυαρούσανε. Μου λέγανε, μου λέγανε….Ούτε τα θυμάμαι. Ούτε και θέλω να τα θυμηθώ ποτέ. Εκείνη είχε προχωρήσει μερικά βήματα. Εξακολούθησε να πηγαίνει, έτσι εμπρός μας, μόνη. Κατεβαίναμε την οδό Φιλελλήνων. Πάντα μόνη της. Η Ευρυδίκη μου είπε τότε σιγά: «Παπάκη, πες μας τους έρωτές σου… Είν΄ αλήθεια πως κάποια θεατρινούλα είκοσι χρονώ εγκατέλειψε σύζυγο, μητέρα και τέκνον για να φύγει μαζί σου; Η Σόφη ακολούθησε: «Και περάσατε τρεις μήνες στην Υπάτη; Και κατόπι την παράτησες;». Έπρεπε κάτι να πω και μίλησα: «Ποιος σας τα είπε αυτά, ανοησίες» - «Μα είμαστε δέκα μέρες στην Αθήνα! είπε η Ευρυδίκη. – Ρωτάμε και μαθαίνουμε!.... πρόσθεσε η Σόφη. Τα ξέρει ο κόσμος όλος».

 

     Η Αμαλία πήγαινε πάντα μόνη, εμπρός. Τρία βήματα εμπρός μας. Είμαι βέβαιος πως άκουε αυτά που μου λέγαν οι κόρες μας. Την κοίταξα. Έτσι πήγαινε όταν καμιά φορά τσακωνόμαστε, αρραβωνιασμένοι. Και πριν ακόμη αρραβωνιαστούμε…. Το καλοκαίρι που είχαμε σκάσει στο Βερολίνο. Έτσι πήγαινε, τρία βήματα εμπρός μου, στο Κουρφούρστενταμ. Το καλοκαίρι που το σκάσαμε στο Παρίσι, με εκατό φράγκα στην τσέπη ο καθένας μας. Έτσι τραβούσε εμπρός μου, στα μπουλεβάρτα του Μονπαρνάς, τρία βήματα επειδή είχα κοιτάξει κάποιο κορίτσι που περνούσε δίπλα μας και ζήλεψε η Αμαλία. Κι άμα το ’κανε αυτό της το θυμωμένο κόλπο, την άφηνα να πηγαίνει. Να πηγαίνει. Μου άρεζε να βλέπω έτσι το στητό της ωραίο σώμα, να λέω πως σε λίγο θα ήταν δικό μου. Την άφηνα. Και κατόπι μετρώντας, ένα, δυο, τρία, τα τρία βήματα που μας χώριζαν, την άρπαζα μέσα στην αγκαλιά μου…Πριν εικοσιδυό ολόκληρα έτη!..... Τώρα είναι πάλι εμπρός μου. Τρία βήματα. Δεν είναι τα ίδια. Ο θυμός της, τα χέρια της δεν είναι τα ίδια. Το κεφάλι της δεν είν΄ όπως τότε. Ούτε η κόμμωση. Τώρα…. το σοβαρό αυτό καπέλο…. Είναι κυφή. Σκύβει. Ναι, σκύβει τώρα.

     Η Σόφη μου άρπαξε το κεφάλι, μου γύρισε το πρόσωπο στο δικό της: «Μα όλο τη μαμά θα βλέπετε;». Τότε έκανα να σηκώσω το χέρι μου…. Τι θέλαν αυτά τα ξένα πρόσωπα ανάμεσα στην Αμαλία και σ΄ εμένα; Φτάσαμε στην πλατεία Συντάγματος, καθίσαμε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο. Ο ουρανός ήταν ωραίος. Ο αέρας που φυσούσε ήταν ωραίος. Οι πιπερίτσες, τα φώτα, οι ελάχιστοι άνθρωποι που περνούσαν ήταν σαν αναμνήσεις. ήμουν σε μια κατάσταση που δε μου είχε ξαναγίνει. Το πρόσωπο μου, όπως συμβαίνει στις αληθινές ώρες της ζωής σου, τις πολύ μεγάλες, θα έμοιαζε πολύ αδιάφορο, ίσως νυσταλέο. Οι θυγατέρες μας σηκώθηκαν: «Να πάμε ν΄ακούσουμε τι λέει το ραδιόφωνο;» - «Να πάτε», είπε η Αμαλία. Έτσι τα κορίτσια φύγανε και μας αφήσανε μονάχους. Πήρα το χέρι της μέσα στις δυο μου παλάμες. Άφησε να της το χαϊδεύω. «Αμαλία, της είπα. Για τη γυναίκα τα πάντα είναι αδικία. Κι ο άντρας και τα παιδιά. Κι ο κόσμος. Κι η μοναξιά. Τα πάντα είναι άδικα. Και πρώτ΄ απ΄ όλα ο χρόνος είναι άδικος και σκληρός για τη γυναίκα, Αμαλία». Η φωνή μου έτρεμε. Γύρισε, με κοίταξε, μου είπε: «Η φωνή σου είναι όπως τότε. Δεν έχω κανένα παράπονο». – «Αύριο φεύγετε….» - «Θα ’ρθεις μαζί μας στο βαπόρι;» - «Όχι, Αμαλία…. Θέλω να χωριστούμε εμείς οι δυο μας εδώ πέρα, τώρα. Να πεις στα κορίτσια πως ήρθε κάποιος και με πήρε. Πες ό,τι θέλεις, Αμαλία. Περάσαμε πάλι δέκα μέρες». – «Δέκα μέρες και εικοσιδυό χρόνια». Έσκυψα σιγά, φίλησα το χέρι της, το κάθε δάκτυλο χωριστά, όπως το συνηθούσα. «Δε θα ξανανταμώσουμε;» - ρώτησε. «Όταν φύγουν οι ξένοι άνθρωποι απ΄ ανάμεσά μας…» της είπα. Τότε έφερε το χέρι μου στο μάγουλο της, χαδευτικά, με φίλησε στον καρπό του χεριού. Όπως το συνηθούσε. «Και η μοναξιά άδικη για τη γυναίκα». Ξαναείπε τα λόγια μου. Σηκώθηκα. «Τώρα να πηγαίνω, Αμαλία» της είπα. Και χωριστήκαμε. «Δέκα μέρες και εικοσιδυό χρόνια. Τώρα να πηγαίνω, Αμαλία». 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA