ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΗΦΟΡΗΣ

 

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΓΑΛΕΤΑΣ

 

… Εγώ και συ δεν είμαστε το ίδιο! Εγώ, κύριε, είμαι δικηγόρος… Αν θέλεις το γραφείο μου, μπορείς να κοιτάξεις τον τηλεφωνικό κατάλογο, εκεί θα βρεις και το τηλέφωνό μου! Αλλά ξέχασα! Τώρα δεν έχω πια γραφείο. Οι Γερμανοί μού στείλανε ένα χαρτί να τους τ’ αδειάσω… Αυτό φυσικά, ήτανε για μένα μια καταστροφή. Μα πρέπει να ομολογήσω πως το χαρτί τους ήτανε γραμμένο με χιούμορ! Γιατί με βεβαίωναν πως είχανε πάρει την άδεια από τους Ιταλούς, για να μου κάνουν την επίταξη, λες κι αυτή ήτανε όλη μου η έγνοια! Φυσικά δεν καταδέχτηκα να πάω να τους κλαφτώ! Μερικοί το κάμανε. Μα γω είμαι περήφανος άνθρωπος… Ανασκουμπώθηκα να μαζέψω τα βιβλία μου και τα χαρτιά μου και τα φόρτωσα μαζί μ’ όλα μου τα έπιπλα σε μια σούστα, να τα πάω στο σπίτι μου, σε μια μακρινή γειτονιά… Αντίο! Αντίο δεκαπέντε χρόνια δουλειά… Αντίο επάγγελμα… Είμαι στο δρόμο… Ναι! Αλλά τους έκαμα κι γω το κακό που μπορούσα… Ξήλωσα το τηλέφωνο, πήρα και το γλόμπο του ηλεχτρικού… Θα πεις αυτά είναι γελοία! Τι αξία έχουν γι’ αυτούς τέτοια μικροπράγματα! Μα είναι ένα μικρό σαμποτάζ… ένα τόσο δα! Και κάτι άλλο… Κλείδωσα και την πόρτα, που έφυγα… Έτσι για να τους κάμω ένα μικρό χασομέρι… Θα πεις και τι είν’ αυτά! Φύσημα μικρού παιδιού μπροστά σ’ ένα θωρακισμένο. Τίποτα δεν είναι! Μα είναι κάτι! Χαιρόμουνα να σκέφτομαι αυτούς τους ληστές, να πολεμάνε ν’ ανοίξουν την πόρτα μ’ αντικλείδια… Δεν έχουν κανένα, που να μοιάζει! Βρίζουν! Βλαστημάνε! Στο τέλος φέρνουν τεχνίτη… Μπαίνουν! Βρίσκουν χάμω σκουπίδια και χαρτιά! Μα δεν υπάρχει ούτε μια πρόκα! Κι αυτές τις πήρα… Στους τοίχους είναι χαραγμένα σημάδια από τα έπιπλά μου και τα κάδρα…

Το παιδάκι μου είχε πανηγύρι κείνη την ημέρα! Απ’ ώρα περίμενε στο παράθυρο να δει τη σούστα να προβαίνει… Κι όταν την είδε, πετάχτηκε στο δρόμο και μ’ αγκάλιασε…

- Πού είναι το τηλέφωνο; Το ’φερες;

Του το είχα τάξει, για να παίζει.

Μα η γυναίκα μου, έτσι ευαίσθητη κι αδύνατη όπως ήτανε, δεν κρατήθηκε… Είχε όμορφα μάτια και γινόταν ακόμη πιο όμορφα, όταν γεμίζανε δάκρυα.

- Το γραφειάκι σου! Αχ Θε μου… έκανε κλαίοντας. Τα επιπλάκια σου! Τα βιβλία σου…

- Έλα, έλα… φτάνει!

- Οι κακούργοι! ξέσπασε… Μας κατέστρεψαν.

- Δεν είμαστε οι μόνοι…

- Εσένα φαντάζομαι, καημένε μου… Πόσο θα σπαράζεις μέσα σου… Πέρασες τις καλύτερες ώρες σου με τα πραματάκια σου! Και τώρα να! Πρέπει να τα βάλουμε στην αποθήκη, να τα κλείσουμε, να… να τα θάψουμε, σαν να πέθαναν!

- Όχι! πετάχτηκε ο γιος μου! Το τηλέφωνο δε θα το βάλουμε στην αποθήκη…

Κι εγύριζε την πλάκα, σαν να ’παιρνε έναν αριθμό!

- Εμπρός… εμπρός… εσύ ’σαι, Τάκη;

Ζητούσε τάχα το φίλο του.

- Εδώ Κωστής!... Μα γιατί δεν κάνει του του;

- Δες καλύτερα, είπα στη γυναίκα μου, δες πώς παίζει το παιδί!

- Τι ξέρει αυτό το καημένο!

Κι αναστενάζοντας πρόστεσε:

- Τι θα γίνουμε τώρα; Πώς θα ζήσουμε;

- Ποιος ξέρει! Μπορεί να μας βγει σε καλό! είπα.

- Χαρά στην ψυχραιμία σου! μ’ απάντησε κείνη. Μα την αλήθεια, θαυμάζω την απάθειά σου…

Συμφώνησα:

- Ναι έκανα. Είμαι αξιοθαύμαστος!

Και τότε έγινε κάτι παράξενο! Μέσα στα κλάματά της, εκείνη άρχισε να γελάει… Θες από υστερισμό, θες γιατί με κορόιδευε… Αλλά σαν πολύ ξανοίχτηκα μαζί σου! Εγώ και συ δεν είμαστε το ίδιο! Εγώ είμαι δικηγόρος…

 

Όλοι στη γειτονιά με ξέρουν. Και να δεις: Σα να μην είχανε τη δική τους πείνα να κοιτάξουνε, τη δική τους τη μαγκουφιά, όλοι πήρανε τη δική μου την έγνοια…

- Και τώρα πώς θα ζήσει ο κακομοίρης;

Αυτό το ’βλεπα στις πονετικές τους τις ματιές, στα χεροπιάσματά τους, που ήταν πιο εγκάρδια… Ακόμα κι επισκέψεις κάνανε μερικοί στο σπίτι, σαν να θέλανε να μας συλλυπηθούνε για το δυστύχημά μας! Οι άνθρωποι ας είναι καλά… Μα το πώς θα ζήσω, αυτό ήτανε δική μου δουλειά… Στο τέλος κι αν δε ζούσα, θα ’μουνα ένα ακόμα θύμα στα τόσα, που χάνονται σ’ αυτή την μπόρα του πολέμου. Μόνο ένα σε παρακαλώ: Να στέκεις στην απόσταση που σε κρατάω… Κι όταν το δείχνεις πως με συμπονάς, ενώ το ξέρεις πως είσαι κατώτερός μου, τότε πας να γίνεις ένα μαζί μου… Μα έλα που αυτό δε γίνεται… Γιατί πώς να το κάνεις; εγώ στέκω πιο ψηλά… Πέφτουμε κι εμείς οι επιστήμονες, κάποτε, δε σου λέω και μάλιστα πολύ άσκημα καμιά φορά… μα δεν είναι λόγος αυτός να μη μας σέβονται! Εννοείται, πως αυτό εξαρτάται κι από μας. Εκείνο τον καιρό, θυμάμαι, βρεθήκανε μέσα σε λίγες μέρες δυο δικηγόροι πεθαμένοι από την πείνα. Κράτησαν την περηφάνια τους ως το τέλος. Έβλεπαν πως πέθαιναν και δε ζήτησαν τη βοήθεια κανενός. Ως εδώ πάμε καλά… Ξεχάσανε όμως να σκεφτούνε τι θα γίνουν μετά το θάνατό τους. Ε, λοιπόν, φίλε μου! Καθώς έτυχε να μην έχουν κανένα, μείνανε μέρες άθαφτοι πάνου στα κρεβάτια τους, όσο που βρόμισαν… Έτσι εξέθεσαν όλο τον κλάδο… Μίλησα πάνου σ’ αυτό με πολλούς συναδέλφους στο συσσίτιο… Μπα! Με κοιτάζεις, βλέπω και παραξενεύεσαι… Έχουμε, βέβαια και μεις το συσσίτιό μας! Μόνο, για το Θεό, μη φανταστείς πως τρέχουμε με το τενεκεδάκι, σαν τους ανθρώπους του λαού, για να το πάρουμε! Όχι! Μας το σερβίρουν σε πιάτα, σ’ ένα εστιατόριο… Το μόνο άσκημο, είναι που πέφτουμε πολλοί μαζί στην ώρα του φαγητού… Τα τραπέζια γεμίζουν και καταντάμε να περιμένουμε ουρά έξω από την πόρτα! Φαντάσου, κύριε, ότι η ουρά αυτή είναι καμωμένη από διπλώματα. Κάτι διπλώματα τόσα μεγάλα, να! Ένα μπράτσο το καθένα! Μ’ άριστα! Με λίαν καλώς! Μερικά έχουν έρθει κι από την Ευρώπη… τα υπογράφουν, τι ειρωνεία, καθηγητές Γερμανοί… Σε κάτι τέτοιες ώρες, ήθελα να ήταν τρόπος να σβήσω, να γίνω ένας αέρας, να χαθώ μέσα στο συγνεφιασμένο ουρανό. Νιώθω βαθιά τον εξευτελισμό μου…

- Μοιράζουν τίποτα; έρχονται άλλοι πειναλέοι και ρωτούν.

- Όχι!

- Μα γιατί στέκεστε;

Ο καθένας κοιτάζει να κρύψει την τραγική αλήθεια… Μόνο ένας νεαρός τη φώναξε μια μέρα δυνατά:

- Είμαστε δικηγόροι και περιμένουμε να πάρουμε συσσίτιο…

Άναψα από θυμό.

- Ναι! είπα δυνατά! Εκεί κατήντησε η ιθύνουσα τάξις της Ελλάδος…

Πολλοί γελάσανε…

- Ιθύνουσα τάξις! Αυτό μας έλειπε…

- Γιατί, επέμεινα! Σχεδόν όλοι οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος και οι μισοί τουλάχιστον υπουργοί της ήτανε δικηγόροι.

- Αν είν’ έτσι, πετάχτηκε κάποιος, ιθύνουσα τάξις είναι κι οι γαλλομαθείς… Γιατί ξέρανε και γαλλικά οι υπουργοί μας…

Άκουσα καινούργια γέλια. Με παίρνανε στο ψιλό… Δεν ήξερα τι να πω. Κι ένας νεαρός επρόστεσε:

- Αφήστε το συνάδελφο να ’χει την ιδέα του… Είναι πολύ αναπαυτική η ιδέα να νομίζεις πως ήσουνα κάτι και ξέπεσες!

- Μην το λέτε αυτό, κύριε συνάδελφε, του είπα. Δεν είμαστε μεις τίποτα ποτέ;

- Ποτέ! είπε κείνος σοβαρά! Ιθύνουσα τάξις ήταν και είναι τα λεφτά!

Θύμωσα, γιατί αυτό, κι αν είναι αλήθεια, δεν πρέπει να το λέμε. Ύστερα, τι τον πείραζε αυτόνε αν έχω μια ιδέα; Αναπαυτική, λέει! Γιατί δηλαδή; Δεν πρέπει να ’χουμε και ιδέες, που να μας αναπαύουν; Όλο να το βασανίζουμε το έρημο το μυαλό μας; Όλο να το τυραγνάμε; Μα είναι απάνθρωπο!

Το καλό που δεν ήμουνα μόνος να ’χω αυτή την ιδέα! Μερικοί, μάλιστα, προχωρούνε ακόμα! Νομίζουν πως εξακολουθούμε να ’μαστε κάτι… Γνωρίστηκα έξαφνα, στο συσσίτιο με μια δικηγορίνα… Η καημένη! Είναι άσκημη, περασμένη και μόλις σέρνεται απ’ την πείνα! Ωστόσο, έτρωγε τη φασουλάδα της με το ύφος ανθρώπου, που παίρνει το γλυκό του ύστερα από ένα πλούσιο τραπέζι. Καθώς ήμουνα αντίκρυ της, με κοίταξε σε μια στιγμή, μου γέλασε κι είπε:

- Τι να κάνουμε, κύριε συνάδελφε! Κι αυτό καλό είναι! Ύστερα πάω στο σπίτι και ξανατρώω… Σήμερα έχουμε σούπα με βραστό… Χτες το είχαμε κοκκινιστό…

Μιλούσε με δισταγμό, σαν να το ήξερε πως δεν την πίστευα… Μα γω της κράτησα το ίσο.

- Ναι, είπα με ύφος κουρασμένο, σαν να ήμουνα ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου… Πρέπει να βλέπουμε και μεις πώς ζει αυτός ο δύστυχος λαός… Εγώ, να σας πω, σήμερα έχω μια συναγρίδα, μιάμιση οκά… Και να δείτε, που μάλωσα με τη γυναίκα μου εξαιτίας της. Ήθελε να τη στείλει στο φούρνο… Βρε παιδί μου! Ο κόσμος πεινάει… δεν είναι σωστό… είναι πρόκληση να μας βλέπουν εμάς πως τρώμε… Κάν’ τη μαγιονέζα…

Αυτή, η καημένη, το πίστεψε! Θα πεις πώς το ξέρω! Μα της έπεσε το κουτάλι από τα χέρια! Α! Μη γελάς… Βλέπω πως πήρες πολύ θάρρος μαζί μου. Εγώ και συ δεν είμαστε το ίδιο… Εγώ, κύριε, είμαι δικηγόρος…

Ωστόσο δε σε συνερίζομαι… Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι αξία έχει ένας επιστήμονας! Οι πιο στενοί μας άνθρωποι, ακόμα κι αυτοί το ξεχνάνε! Τίποτα δεν του είναι να μας κάνουν το ίδιο με τον πρώτο τυχόντα. Δε θέλω να πω πως η ξαδέρφη μου η Ρίτα είναι δικός μου άνθρωπος, α όχι! Μα κι η γυναίκα μου, που τόσο μ’ ένιωθε, πήγε κι αυτή με το μέρος της… Αυτή, λοιπόν, η Ρίτα, ήρτε κείνη τη μέρα σειστή και λυγιστή, λουσάτη, μυρουδάτη και χορτάτη… ήρτε μέσα στη δυστυχία μας κι έλαμψε σαν προστάτης άγγελος με τα φτερά διπλωμένα κάτω από τη γούνα της… Ήρτε και μ’ έβαλε μπροστά:

- Άφησες, καλέ, και σου πήρανε το γραφείο; Πώς δεν ερχόσουνα σε μένα! Ο κύριος Μοντεβίζο είναι φίλος μας… Ω Θε μου! Πώς αδυνάτισες έτσι… Κι εσύ Κική μου -  γυρίζει στη γυναίκα μου – α δεν κάνεις καλά να εγκαταλείπεις έτσι τον εαυτό σου…

- Τι να κάνουμε;

- Είναι απλούστατο! Να τρώτε…

- Ω! Γκράτσια, της λέω και γελάω! Γκράτσια περ λ’ αβίζο…

- Ο περισσότερος κόσμος, συνέχισε κείνη, πεινάει με την ιδέα πως δεν υπάρχει τίποτε… Ενώ, σας βεβαιώ, υπάρχουν τα πάντα…

- Είδες, μπαμπά! πετάχτηκε ο Κωστής… Και συ δεν μου παίρνεις τίποτα…

- Χρυσό μου! έκανε εκείνη τρυφερά και τ’ αγκάλιασε! Πώς έχει χλομιάνει! Μπα! Σαν ζεστό μου φαίνεται…

Εκείνο, έτριβε το κεφαλάκι του στα γόνατά της… Έβγαλε και του ’δωσε δυο κουλουράκια. Το δύστυχο! Μ’ όλη του την πείνα δεν τα πήρε. Μόνο με κοίταξε με τα μεγάλα του τα μάτια!

- Πάρ’ τα, παιδί μου, του είπα σιγά.

- Να τα φάω; η φωνούλα του δειλή, ραγισμένη…

- Μα και βέβαια!

Τα κατάπιε!

- Ναι, έχει κάτι δέκατα το παιδί!

- Υποσιτισμός! Αδενοπάθεια! φώναξε κείνη θριαμβευτικά… Μα δεν είναι κατάσταση αυτή! Πώς το εγκαταλείπεις έτσι;

- Και τι θέλεις να κάμω; είπα με θυμό! Ένα γραφείο είχα και μου το διέλυσαν… Εκτός αν θέλεις να πουλήσω τα έπιπλά μου! Το ’χω στο νου μου! Μα τα φυλάω μη μου τύχει καμιά αρρώστια…

- Υπάρχουν κι άλλες δουλειές, απάντησε αυτή.

- Το ξέρω! Μαύρη αγορά…

- Δε λέω αυτό…

- Να γίνω προδότης…

- Μα ούτε αυτό…

- Τότε;

- Υπάρχει μια θέσις διερμηνέως στο Κομάντο Πιάτσα… Μου είπε ο κύριος Μοντεβίζο… Είναι μια θέσις εμπιστευτική. Πληρώνουν καλά! Και δίνουν ένα σωρό τρόφιμα… Εσύ ξέρεις τα ιταλικά…

- Και γερμανικά, πρόστεσε η γυναίκα μου…

- Κάνετε λάθος, απάντησα! Από τον καιρό, που μπήκαν αυτοί οι κακούργοι στον τόπο μας τα ξέχασα…

- Α! Έτσι; Τότε δεν επιμένω γιατί θα μαλώσουμε!

- Φυσικά, λέω γελώντας… εσύ δεν ήρθες εδώ για να μαλώσεις… Ήρτες να εξυπηρετήσεις τον κ. Μοντεβίζο…

- Λάθος έχεις, αγαπητέ μου! Για σένα ήρθα! Και να η απόδειξη…

Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε ένα χαρτί μυρουδάτο…

- Σου ’φερα μια διαταχτική για δυο οκάδες γαλέτα! Μπορείς να πας στο «Πατριωτικό Ίδρυμα» να την πάρεις…

- Εγώ; Δεν είσαι στα καλά σου!

- Μίλησέ του… λέει στη γυναίκα μου…

Κι εκείνη:

- Σε παρακαλώ…

- Πάω γω και την παίρνω, μπαμπά! πετάχτηκε το παιδί μου κι άρπαξε αυτό το χαρτί.

- Χρυσό μου! είπε η Ρίτα με συμπόνια… Αυτό θα το γράψω στο παιδικό συσσίτιο της συνοικίας σας… Είμαι προϊσταμένη… Μόνο που θα ’ρχεται εκεί να το τρώει…

Πληγώθηκα κατάκαρδα.

- Το παιδί το δικό μου, να τρέχει με τ’ αλητόπαιδα για συσσίτιο;

Εκείνη με κοίταξε κοροϊδευτικά:

Μάλιστα, κύριε! Το παιδί το δικό σου! Περίσταση είναι…

Κι έφυγε φουριόζα…

Έπεσα σ’ ένα ντιβάνι, κρατώντας το κεφάλι μου…

Η γυναίκα μου με πλησίασε δειλά…

- Αν δεν μπορείς… πηγαίνω γω για τη γαλέτα.

Της πήρα το χέρι και το φίλησα.

- Αυτό είναι χειρότερο… Όχι! Εγώ θα πάω…

Το παιδάκι μου ήταν χαρούμενο:

- Θα ’ναι κι άσπρη, μπαμπά;

- Άσπρη, παιδί μου! Αλλά σκληρή…

- Δεν πειράζει! Θα τη μαλακώνω στο νερό…

Γελούσε όλο!

- Θα πηγαίνω και στο συσσίτιο!...

Έμεινε για λίγο συλλογισμένο…

- Δε θα πεθάνουμε, ε, μπαμπά;

Είχε δει πριν από λίγες μέρες ένα νεκρό στο δρόμο. Κι αυτό του ’χε κάνει τρομερή εντύπωση. Όλο κει έτρεχε ο νους του. Ήταν φοβισμένο πως θα πάθουμε κι εμείς το ίδιο… Δεν του απάντησα αμέσως.

- Ε μπαμπά; ξανάπε γεμάτο ανησυχία.

- Μα όχι, παιδί μου! Τι ανοησίες είναι αυτές…

Ω! Δεν ήταν η πρώτη φορά που γέμιζαν δάκρυα τα μάτια μου κι ένας κόμπος έστεκε στο λαιμό μου…

 

Δεν ξέρω τι νιώθουν οι δύτες, όταν φοράνε την εξάρτησή τους και πάνε στο βυθό της θάλασσας… Μα ξαφνικά, ένιωσα πως βρέθηκα κι εγώ σ’ ένα βαθύ βυθό… Μια μεγάλη, πολύ μεγάλη αυλή, κατάγεμη ένα πλήθος θλιβερό… Εδώ, λοιπόν, ξέπεσα; Ήμουνα ίδιος μ’ αυτούς; Α υ τ ο ί ήταν ένα κατακάθι ανθρώπινο στοιβαγμένο κει μέσα από μακρινούς συνοικισμούς και φτωχογειτονιές… Κορμιά σκελετωμένα, πρόσωπα χλωμά και κοκαλιάρικα, μάτια βαθουλωμένα με μαύρους κύκλους γύρω, άντρες, γυναίκες, παιδιά… Αν δεν ήταν όλοι αυτοί πεθαμένοι, που έπαιρναν τον αγέρα τους στον αυλόγυρο της κόλασης, θα ’λεγε κανείς πως ήρτανε δω περιμένοντας σειρά για να πεθάνουν… Ο χάρος τους πασπάτευε όλους με τα δάχτυλά του, τους αγκάλιαζε όλους με την κρύα του πνοή και δεν είχε παρά να διαλέξει, ποιο απ’ αυτά τα πτώματα, θα το σώριαζε χάμω! Άλλοι ξυπόλητοι, άλλοι μισόγυμνοι κι όλοι με κουρέλια… σκισμένα, μπαλωμένα, βρόμικα… Η αυλή ήτανε κιόλα κατάγεμη και μια βρόμα φοβερή αναδίνονταν απ’ όλο αυτό τον κόσμο! Κι ανέβαινε μια αδιάκοπη βουή… Ένας ξεφρενιασμένος όχλος από φωνές, πετούσε από στόμα σε στόμα κι όλοι μιλούσανε δυνατά και με βρισιές, που τις έσκιζαν σπαθωτά στριγκλίσματα από μωρά… Είχανε μαζευτεί σε πυκνές ουρές, η μια κοντά στην άλλη, μπροστά σε παράθυρα από ένα σανιδένιο παράπηγμα που ήτανε στη μέση της αυλής… Εκεί μέσα είχανε κλεισμένη τη γαλέτα, μα τα παράθυρα ήταν ακόμα κλειστά… Κλειστά! Κλειστά! Κι εσπρωχνόντουσαν, μάλωναν, βριζόντανε… Υστερικές γυναίκες μ’ αχτένιστα μαλλιά, ουρλιάζανε κι εσκόρπιζαν γύρω τους την ταραχή! Φωνάζανε πως περιμένουν απ’ το πρωί και πως βαρέθηκαν πια να περιμένουν… ήταν η ώρα τρεις τ’ απόγεμα…

- Ησυχία! Όσο δεν κάνετε ησυχία, η διανομή δεν πρόκειται να γίνει…

Ήταν αστυφύλακες… Σκορπισμένοι ανάμεσα στον κόσμο αυτό, κρατούσαν την τάξη – την τάξη της πείνας και της αθλιότητας…

Η πρώτη μου κίνηση μπροστά στο θέαμα που αντίκριζα, ήταν να φύγω, να φύγω τρέχοντας. Μα πού θα πήγαινα μ’ άδεια χέρια;

- Θα ’ναι κι άσπρη, μπαμπά; Ο Κωστής… Τα ματάκια του! Του παιδιού μου τα ματάκια με κοιτούσαν ανάμεσα από τα κουρέλια αυτά και τα σκελετωμένα κορμιά… Ας πάω! Έκαμα καρδιά!

- Φτάνει μόνο, είπα, να μην είναι κανείς που με γνωρίζει…

Καλού κακού, χαμήλωσα και το καπέλο μου… Προχώρησα! Ποιος να με ξέρει σ’ αυτή την κουρελιά που έπεσα; Τα κουρέλια τώρα μ’ εχάιδευαν, μ’ αγκάλιαζαν, κολυμπούσα μέσα στα κουρέλια κι έπαψε πια να μου κάνει εντύπωση η βρόμα. Ήταν αυτό: Με τραβούσε κείνος ο κόσμος, με ρουφούσε, γινόμουνα ένα μ’ αυτόν… «Ω τέκνα, απόλλοιμεν αν, ει μη απολλύμεθα»… Ω ναι! Έπρεπε να χαθεί ο Θεμιστοκλής για την πατρίδα του και να τρώει κοντά στον Ξέρξη, για να μην πεθάνει της πείνας… «Θα χαθούμε, Κωστή, χωρίς τη γαλέτα και γω πρέπει να χάσω την ανθρωπιά μου…» Πού πήγαινα; Στο βάθος! Εκεί, ίσως είχε λιγότερο κόσμο. Βρήκα τη μικρότερη ουρά και κει στάθηκα! Περίμενα! Και περίμενα! Περίμενα! Και περίμενα!... Μια ώρα πέρασ’ έτσι! Κ απάνου!

Το παράθυρο δεν άνοιγε! Έπεφτε πάνω μου βαριά πιότερο απ’ την κούραση, η ντροπή… Ματιές κρυφές, νοήματα, χαμόγελα και λόγια πεταχτά – κατάλαβα! Τα ρούχα μου, δεν είχανε γίνει ακόμα, τότε σ’ αυτά τα χάλια, βαστιότανε γερά, καθαρά, καινούργια… Και φαινόμουνα, ο δύστυχος, σαν πρίγκιπας, μπροστά σ’ αυτόν τον κόσμο… Ήμουνα, λοιπόν, ένας κλέφτης, ο κλέφτης της γαλέτας… Εγώ! Όχι όμως και κείνος… Τον είδαμε να ’ρχεται – λάθος! – να κυλάει!... Ήταν ένας τραυματίας με τα πόδια κομμένα, που ερχότανε, κυλώντας με τα χέρια του τις ρόδες από ένα καρότσι, που κάθονταν… Ήρωας του αλβανικού μετώπου! Κι όλοι παραμέριζαν μπροστά του με σεβασμό… Του κάνανε τόπο κι εκείνος στάθηκε μπρος στην πόρτα της ξύλινης παράγκας. Πήρε ένα μπαστούνι, που κρατούσε στα κομμένα του πόδια και χτύπησε. Περίμενε ήσυχος πως θα τ’ ανοίξουν, ήσυχος, σαν νοικοκύρης, που χτυπάει στο σπίτι του. Μα η πόρτα έμεινε κλειστή! Μπα; Εκείνος δεν έπαιρνε απ’ αυτά! Αγρίεψε! Χτύπησε πιο δυνατά! Πάλι κανείς δεν τ’ απάντησε! Τώρα τα μάτια του άστραψαν και κοκκίνισε όλος! Γκαπ! Γκουπ! Γκαπ! Χτυπούσε αδιάκοπα, δυνατά, όσο που η πόρτα ράγισε… Τότε τέλος άνοιξαν… Ένας αστυνόμος φάνηκε…

- Κουφοί είσαστε, μωρέ; Δεν ακούτε;

 Ο κύριος αστυνόμος – πλάκα τα γαλόνια – είχε μεγάλη όρεξη να τον βουτήξει. Μα προτίμησε να καταπιεί το θυμό του και να παραμερίσει… Ο τραυματίας πέρασε. Μπήκε στο παράπηγμα. Κι η πόρτα έκλεισε… Γενική ευχαρίστηση.

- Μπράβο του!

- Καλά τους έκανε!

- Αμ τι! Αυτός είναι τραυματίας! Δεν μπορεί να περιμένει…

Κι ένας αρνητής:

- Τι τραυματίας, μωρέ και κολοκύθια! Μαύρη αγορά πάει να την κάνει! Πεντακόσιες δραχμές το κομμάτι τις πουλάνε αυτοί τις γαλέτες!

Τώρα πολλοί γελούσανε με τον ήρωα… Μα η πόρτα άνοιξε πάλι και κείνος έβγαινε φορτωμένος, καμαρωτός… Αυτός, λοιπόν, ήταν άνθρωπος! Πώς ήξερε να επιβάλλεται! Ενώ ο άλλος, δεν ήξερε καθόλου… Εκείνος, που ήρθε κατόπι του ήταν ένας ανάπηρος θεόστραβος, με πλήθος μπαλώματα στο πρόσωπο… Τον οδηγούσε μια γριούλα – ίσως η μάνα του! Όλοι ανοίγουν δρόμο με σεβασμό.

- Πέρασε, κυρά μου!

Εκείνη, φτάνει στην πόρτα και χτυπάει με το δάχτυλό της, χτυπάει ευγενικά… Ο ανάπηρος περιμένει ήσυχος, μ’ ένα χαμόγελο θλιβερό… Είναι τόσο βέβαιος πως θα τον περιποιηθούν! Φτάνει μόνο να τον δούνε! Αλίμονο! Η πόρτα ανοίγει και κλείνει… Η πόρτα! Κι εκείνος στέκει… Κανείς δεν τον προσέχει! Οι άλλοι της ουράς, φωνάζουν στη γριά!

- Έμπα μέσα, τι κάθεσαι!

Όμως εκείνη είναι δειλή! Η φτωχιά! Περιμένει. Περιμένει! Περιμένει!

- Τους άτιμους! Βλέπουν ένα σακάτη και δεν του κάνουν ευκολία! ξεσπάει κάποιος!

Κι εκείνος, που πριν είχε κοροϊδέψει τους ανάπηρους, τώρα λέει:

- Δε βαριέσαι, καημένε! Αυτοί τώρα μέσα κοιτάνε πώς θα κλέψουν! Τον τραυματία θα σκεφτούνε;

Τώρα το παραθυράκι έχει – ω χαρά μας – ανοίξει… Άνοιξε το παράθυρο κι άρχισε η μερασιά. Ο πρώτος πήρε κιόλα. Η ουρά έκαμε ένα βήμα… Και μπαμ! Άναψε ο καυγάς…

Ήταν ένας άλλος ανάπηρος, που έστεκε παράμερα. Με κομμένο το ένα του πόδι, ακουμπούσε σε μια κολόνα, όσο να ’ρθει η ώρα… Και περπατώντας με το δεκανίκι του, τώρα, προχώρησε στο παράθυρο, να πάρει πριν από κείνον που είχε σειρά… Όμως αυτός αγριεύει και του δίνει μια σπρωξιά:

- Τι είσαι συ, ρε, που θα πάρεις πρώτ’ από μένα; Α στο γερο-διάολο, μη σε στείλω…

- Ντροπή σου ρε, μαντράχαλε, πετάγεται άλλος από πίσω! Δεν τονε βλέπεις τι είναι;

- Κολοκύθια, απαντάει ο πρώτος. Τι έχει; Ένα πόδι του λείπει… Σπουδαία τα λάχανα! Εγώ έχω τέσσερις σφαίρες κοντά στην καρδιά, από τον άλλο πόλεμο! Κι ώρα την ώρα, μπορεί να μείνω ξερός!

Ανάβει ένας καβγάς! Και κάποιος μπαίνει στη μέση να ησυχάσει τα πράγματα…

- Σιγά, μωρέ παιδιά! Μην κάνετε έτσι! Όλοι με τη σειρά θα πάρουμε! Κι όλοι με τη σειρά θα πεθάνουμε… έγνοια σας!

Τα λόγια του πνιγήκανε μέσα στα χαχανητά…

- Αυτός τα λέει σωστά! Μπράβο!...

 

Τώρα τα πράματα είναι σοβαρά… Η πεινασμένη ουρά βλέπει φως! Τόσες ώρες περίμενε αυτή τη στιγμή: Ν’ αντικρίσει τη ζυγαριά… Και τώρα την είδε: Πίσω απ’ το παράθυρο ν’ ανεβοκατεβαίνει στα γρήγορα… Ένας δίσκος βαθύς γεμίζει γαλέτα κι αδειάζει μέσα σε μια βρόμικη σακούλα, που περιμένει ζαρωμένη κι αξιολύπητη να γεμίσει… Έχουμε κολλήσει ο ένας πάνου στον άλλο, σαν κάμπιες, κοιτώντας με τα μάτια γουρλωμένα, άγρια, σοβαροί, αμίλητοι, βουβοί, μ’ ένα κρυφό καρδιοχτύπι, σαν ερωτευμένοι, που κοιταζόμαστε με τη γαλέτα εκστατικά. Κάθε κουβέντα έχει πάψει. Φτάσαμε πια στο τέλος… Κι ύστερα… Ω! Τι όνειρα έχει ο καθένας από μας… Σ’ αυτή, λοιπόν, την κρίσιμη στιγμή, της ήρθε κεινής να σπάσει την ουρά μας… Ήτανε μια γυναικούλα νέα και ζωηρή, σχεδόν χαριτωμένη και πρώην καλοντυμένη… Έπεσε πάνου σ’ ένα με τα γουρλωμένα μάτια και του λέει με μια φωνή χαδιάρα…

- Μου κάνετε σας παρακαλώ λίγη θέση να περάσω;

Ήθελε να πάει αντίκρυ, που ήταν η ουρά από τις γυναίκες… Εκείνος, όμως, που μόνο να κοιτάζει τη γαλέτα του φαίνονταν, πως είχε φτάσει στον παράδεισο, της έριξε μια ματιά και γουρλώνοντας ξανά τα μάτια προς τη ζυγαριά, της δίνει μια με τον αγκώνα και της λέει μέσ’ απ’ τα δόντια του…

- Άντε από δω, μωρή τσιμούχα …

Η χαϊδευτική φωνή τώρα τ’ απάντησε, αλλά πώς! Σαν έξαλλη σειρήνα, που καλεί συναγερμό!

- Τι είπες, μωρέ μπαγάσα; Με ξέρεις ποια είμαι εγώ; Και κουνούσε το χέρι απειλητικά…

- Δες εκεί μούτρα! Έχει τα νύχια βαμμένα κι ήρθε να πάρει γαλέτα! Ντροπή σου, μωρή…

Τη δύστυχη! Πώς άστραψαν τα μάτια της από καμάρι και χαρά, που είδαν – ντε – τα νύχια της:

- Να! του δίνει μια μούτζα – και τα πέντε ροδοπέταλα φάνηκαν πιο καθαρά! Και τι είσαι συ μωρέ! Αγαπητικός μου να πιάνεις τα νύχια μου στο βρομόστομά σου;

- Α! Έτσι είσαι; Τώρα, λοιπόν, θα δεις!

Μα δεν είδε! Κείνη την ώρα ο δίσκος της ζυγαριάς, άδειαζε σε μια σακούλα, που έχασκε πεσμένη σα μεσίστια σημαία… Χραπ! Αυτό του ’κοψε τη φόρα. Σφίχτηκε στη θέση του.

- Άι στο διάολο πίσω μου, σατανά…

Όλοι γελάσαμε. Κι ένας βολικός απ’ την ουρά φώναξε τη γυναίκα και της έκανε αυτός τόπο να περάσει – να ησυχάσουμε απ’ το βρομοθήλυκο… Εκείνη πέρασε θριαμβευτικά – μερσί – κι όταν κόλλησε στην ουρά των γυναικών, εξακολούθησε να προκαλεί τον αντίπαλό της.

- Στα μάτια σού μπήκανε τα νύχια μου ε; Αμ δε θα βγεις όξω; Θα δεις ξύλο, κακομοίρη, που θα φας…

Κι όλο χειρονομούσε νευρικά… Την κοιτούσα κι έκανα γούστο με τα καμώματά της… Μα ξάφνου πάγωσα. Η ανάσα μου κόπηκε: Ο κόσμος αναποδογύρισε για μια στιγμή μπροστά μου… Όλα γινήκανε γύρω μου μια θαμπή  εικόνα από ανθρώπους κουρελιασμένους, πόδια κομμένα, δεκανίκια, μάτια στραβά, νύχια βαμμένα, γυναίκες ξεμαλλιασμένες, μωρά που κλαίγανε και πάνω απ’ όλ’ αυτά, δυο πιατέλες, η μια με κρέας κοκκινιστό, η άλλη με συναγρίδα μαγιονέζα, πιατέλες που έσβηναν κι εγινότανε δυο πιάτα με φασόλια, που άχνιζαν… Ω ναι! Δυνατά, προσταχτικά, ακαταμάχητα, σχεδόν μ’ αγωνία, δυο μάτια με κοιτούσαν – και τ’ αντίκρισα! Ήταν η δικηγορίνα! Έστεκε κι εκείνη στην ουρά από τις γυναίκες, λίγο πιο μπρος από το νούμερο με τα βαμμένα νύχια, έστεκε, μ’ είδε και με κοιτούσε μ’ ένα χαμόγελο θλιβερό! Με είδε – τι ντροπή! Την είδα! Τι ρεζιλίκι… Φαίνεται πως είχε ώρα πολλή που με κοιτούσε, γιατί δεν της έκανε καμιά εντύπωση που τα βλέμματά μας αντάμωσαν! Κι εγώ, εγώ ο γελοίος, πήρα ξάφνου ένα ύφος αγέρωχο… Έκανα τώρα, πως δεν τη γνώριζα. Μπα; Μάλιστα! Κάποιο λάθος κάνει… Με μπερδεύει με κάποιον άλλο κι όσο για μένα, μου είναι ολότελα άγνωστη… Και με μάτια γουρλωμένα, κοιτούσα στη ζυγαριά… Η σειρά μου είχε ζυγώσει…

- Γιατί, έλεγε μέσα μου μια φωνή, γιατί δε τη χαιρετάς Αυτή, η φτωχιά, θέλει τόσο να ’χει κάποιον γνωστό στη μαύρη τούτη δυστυχία που βρέθηκε μπλεγμένη… Γύρισε, λοιπόν, κοίταξέ τη… Βγάλ’ της το καπέλο… Αυτό θα ’ναι για κείνη μια ελεημοσύνη… Θα φανεί έτσι στις άλλες γυναίκες πως είναι κάτι εξαιρετικό. Μία κυρία… πως δεν είναι σαν αυτή με τα βαμμένα νύχια!

- Όχι! απαντούσα οργισμένα! Όχι! Ποτέ! Και δεν πρέπει να την ξαναδώ ποτέ πια… Πρέπει να κρατήσουμε την αξιοπρέπεια του κλάδου…

Και να, λοιπόν, που ήρτε η σειρά μου… Έβλεπα πια όλο το εσωτερικό της παράγκας! Σωρούς τη γαλέτα και τσουβάλια γεμάτα… Απ’ όλο αυτό το θησαυρό είχα να παίρνω δυο οκαδούλες, που μου τις είχανε κιόλα ζυγίσει… Εκείνος σήκωσε το δίσκο…

- Πού  θα τη βάλεις; με ρώτησε…

Α ναι! Η γυναίκα μου μου είχε δώσει ένα δίχτυ. Το ’βγαλα γρήγορα, το ξεδίπλωσα, ένα δίχτυ χρωματιστό, όχι σακούλα! Πώς φαίνονται οι άνθρωποι! Κι εκείνος άδειασε το δίσκο… Ήταν κομμάτια μεγάλα και μικρά, σπασμένα τρίμματα… Μερικά απ’ αυτά τα μικρά ξέφυγαν απ’ το δίχτυ κι έμειναν στο τραπέζι… Κίνησα να φύγω…

- Αυτά; λέει ο ζυγιστής…

- Ω! έκαμα αδιάφορα…

Και τότε τα γουρλωμένα μάτια που κοιτούσαν αυτή τη σκηνή έστειλαν τουλάχιστο δέκα χέρια – μπραφ, όλα μαζί, ν’ αρπάξουν κομμάτια από το τραπέζι… Πήγα πίσω προς το τέλος της ουράς, πέρασα ανάμεσα από τον κόσμο και τράβηξα για την έξοδο… Ήμουνα τόσο ευχαριστημένος, που ξέχασα όλη μου την κούραση… Γύριζα στο σπίτι μου θριαμβευτής… Μα ξάφνου πλάι μου μια φωνή…

- Ευτυχώς εσείς την πήρατε, κύριε συνάδελφε…

Εκείνη! Ωχ Θε μου… Χωρίς να το καταλάβω – μα την είχα ξεχάσει – περνούσα καθώς έφευγα από κοντά της… Την κοίταξα! Πόσο ήταν αδύνατη… Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο θλιβερό! Μ’ όλη τη σύγχυσή μου δεν έχασα την ψυχραιμία μου! Έπρεπε να κρατήσω την αξιοπρέπεια του κλάδου…

- Ναι, είπα! Και σηκώνοντας το δίχτυ! Τι κάμει κανείς; Για την υπηρέτρια! Δεν μπορώ, βέβαια, να της δίνω παξιμαδάκια του βουτύρου για το πρωί…

Μη γελάς… Εγώ και συ δεν είμαστε το ίδιο… Εγώ, κύριε, είμαι δικηγόρος…

Κι αλίμονο! Αυτό σε λίγο το ’μαθε όλος ο κόσμος εκεί πέρα! Μια φωνίτσα, μια φωνίτσα ξεψυχισμένη ακούστηκε πίσω μου, καθώς έφευγα…

- Κυρ-δικηγόρε, δώσε μου ένα κομματάκι…

Ωχ συμφορά μου, αστροπελέκι που ’πεσε μπροστά μου, νερό καυτό που με περέχυσε! Έλεγα μη γελιέμαι, μα η φωνίτσα είπε ξανά!

- Μπαρμπα-δικηγόρο! Δώσε μου κι εμέ λιγάκι…

Έκανα πως δεν άκουσα και κοίταξα να ταχύνω το βήμα μου. Μα πιο σβέλτο το μικρό, χωνότανε πριν από με ανάμεσο στον κόσμο κι ερχότανε μπροστά μου. Μ’ άπλωνε το χεράκι του – σωστό ξύλο – και ξανάλεγε:

- Κυρ-δικηγόρε…

Να του ’δινα να το ξεφορτωθώ; Μα όχι! Έτσι θα ’τανε σα να τ’ ομολογούσα, πως ναι, ήμουν δικηγόρος… Κι έβλεπα γύρω μου τώρα τους ανθρώπους ν’ αγριεύουν.

- Είναι δικηγόρος ο κύριος κι ήρθε να πάρει γαλέτα…

-Εισαγγελέηδες τώρα λείπουνε και δικαστάδες…

- Αμ τι! Γι’ αυτό δεν περισσεύει τίποτα για μας…

- Κι ύστερα, σου λέει, πεθαίνει η φτωχολογιά…

- Πώς να μην πεθάνουμε μεις! Αφού έρχονται οι Κύριοι Κύριοι και μας παίρνουν τη γαλέτα…

- Σαν δε ντρέπονται! Κι εδώ ρε τα μέσα! Τα μέσα! Τι ’μαστε μεις οι Ρωμιοί!

- Δε βαριέσαι, καημένε! Ο κλέψας του κλέψαντος είναι!

Το καλό μου που δε στάθηκα να δώσω μιαν απάντηση, μια εξήγηση. Έδινα τόπο στην οργή ή καλύτερα άνοιγα τόπο ανάμεσα στην οργή να περάσω… Κι εκείνο το διαβολάκι μπροστά μου, να με φανερώνει όλο και σε περισσότερο κόσμο, καθώς προχωρούσα…

- Κυρ-δικηγόρε…

Και δεν ήταν πια μόνο! Ένα δεύτερο είχε κολλήσει κοντά του και σε λίγο ένα τρίτο…

Τ’ είχε γίνει; Δεν ξέρω, μα κάτι τέτοια… να: Όταν είπα κείνα τα λόγια μου, τα ξιπασμένα, για την υπηρέτρια, καταλαβαίνεις τι εντύπωση θα ’κανε αυτό στις γυναικούλες της ουράς…

Τ’ είν’ αυτός; Τ’ είν’ αυτός; ρωτήσανε τη δικηγορίνα…

Κι εκείνη, η ανόητη, απάντησε:

- Δικηγόρος!

Τ’ ήταν να το πει; Μια δύστυχη γυναίκα απολάει τότε το κοκαλιάρικο της που έστεκε κοντά της και τη γκρίνιαζε κρατώντας τη από το φουστάνι:

- Άντε, ψυχή μου, πες του κυρίου να σου δώσει ένα κομματάκι… «Κυρ-δικηγόρε, πες του, δώσε μου και μένα λιγάκι…» Θα σου το δώσει…

Περνώντας σαν μέσ’ από έναν εφιάλτη, ανάμεσα σ’ ένα πλήθος οργισμένο, μ’ αυτά τα τρία διαβολάκια κοντά μου, πίσω μου, μπροστά μου, έφτασα τέλος στην οξώπορτα.

- Γλίτωσα, είπα…

Όμως εκεί με περίμενε μια νέα επίθεση. Ένας μικρός σίφουνας από παιδάκια γυμνά και κοκαλιάρικα, που είχανε στημένο εκεί καρτέρι, τινάχτηκε, ο μικρός σίφουνας, μπροστά μου…

- Κύριε, δώσε μου ένα κομματάκι…

Μα οι παλιοί μου πελάτες διαμαρτυρήθηκαν…

- Άντε από κει, ρε… Εμείς τον φέρνουμε από μέσα τον κύριο…

- Εμένα δώσε μου, κυρ-δικηγόρε…

- Κι εμένα, κυρ-δικηγόρε…

- Κυρ-δικηγόρε, και μένα…

Καταλαβαίνεις, είμαστε πια στο δρόμο… Και οι αραιοί διαβάτες κοιτάζανε περίεργα… Τώρα η αξιοπρέπεια του κλάδου πήγαινε ντιπ κατά διαβόλου… Μα το μόνο που δε σκεφτόμουνα κείνη τη στιγμή ήτανε αυτό. Με είχε συνεπάρει η μικρή αυτή μανιασμένη θάλασσα της απέραντης δυστυχίας… Όλ’ αυτά τα μισόγυμνα, τα βρόμικα, τα κουρελιάρικα παιδάκια, με τριγύριζαν, όπως οι κότες τη νοικοκυρά, όταν πάει να τις ταΐσει! Πηδούσαν πλάι μου, μπροστά μου, πίσω μου και χωνότανε στα πόδια μου. Ματάκια θλιμμένα, προσωπάκια χλωμά και μαραμένα… Άπλωναν μπροστά μου χεράκια κέρινα με νύχια πίσσα… Και σ’ όλ’ αυτά τα παιδάκια – ωχ Θε μου σπαραγμός! – έβλεπα το παιδί – το δικό μου παιδί, τον Κωστή μου… Προχωρούσα κι η καρδιά μου σπάραζε… Μα ναι… Να τις έδινα, να τις έδινα όλες τις γαλέτες, φτάνει μόνο να μην είχα κι εγώ ένα παιδί… Κι η μικρή φουρτούνα της δυστυχίας μάνιαζε γύρω μου:

- Κύριε, δώσε μου ένα κομματάκι…

Ας πω, είπα, ας πω πως δεν ήρθε η Ρίτα… Τι; θα χανόμαστε; Και με μια γενναία κίνηση έπιασα το δίχτυ από κάτω, έτοιμος να τις αδειάσω όλες στα παιδάκια… Έπρεπε, τότε, να βρεθεί ένα χέρι δυνατό, να με κρατήσει από μια τέτοια τρέλα… Κι αυτό δεν μπορούσε να ’ταν άλλο από της ξαδέρφης μου:

- Υποσιτισμός! Άκουσα την υστερική φωνή της. Αδενοπάθεια…

Όχι… Μετάνιωσα! Μα η πρώτη μου κίνηση είχε ένα θλιβερό αποτέλεσμα. Μερικά σπασμένα κομματάκια, γλίστρησαν απ’ το δίχτυ και τότε διαμιάς εκείνα τα δύστυχα πλασματάκια βρεθήκανε χάμω. Πέσανε το ένα πάνω στ’ άλλο… Χτυπηθήκανε, σπρωχτήκανε, συρθήκανε κατάχαμα, ποιο να πρωτοπάρει… Και καθώς έφευγα, λυτρωμένος απ’ αυτά, τους έριξα μια στερνή ματιά… Τα είδα χάμου όλα μαζί ένα κουβάρι από κουρέλια, χέρια και πόδια γυμνά… Και τώρα, αγαπητέ μου, θα σου πω ένα μυστικό, ένα τρομερό μυστικό: Απ’ όλα αυτά τα παιδάκια, σήμερα, δε ζει ούτε ένα, μάλιστα! Ούτε ένα… Το ξέρω τόσο καλά, σαν να τα ’θαψα εγώ ο ίδιος… Και το χειρότερο, είναι πως και τότε ακόμα το ’ξερα πως κανένα απ’ αυτά δε θα ζούσε… Κι όμως δε θέλησα να τους δώσω ένα δευτερόλεπτο ζωή…

Ένας καλοθρεμμένος κύριος, που είχε σταθεί περίεργος στη γωνιά και κοιτούσε τη σκηνή που είχα μαζί τους, με παρατήρησε καλά καλά, καθώς έφευγα και πήγαινα στο μέρος του. Είχε στο βλέμμα του κάτι, κάτι σαν να με ζύγιζε. Μια κοιτούσε τη γαλέτα, μια εμένα… Πήρε ύφος φιλικό, καθώς τον πλησίασα και μου είπε:

- Φτηνά γλιτώσατε απ’ αυτή την αλητεία…

- Ναι…

Κι αλλάζοντας ύφος:

- Την πουλάτε, κύριε, τη γαλέτα;

- Όχι, κύριε!

- Μα πληρώνω καλά…

Είχε στα μούτρα του μιαν αυθάδεια, καθαυτό μαυραγορίτικη…

- Α στο διάολο, κύριε…

- Καλά ντε! Δεν σε είπαμε και καμπούρη…

Πόσο ήθελα να ’χα καλά τις δυνάμεις μου! Θα του ’δινα τόσο ξύλο… Μα είχα φτάσει εκεί, που δεν πήγαινε άλλο… Ζήτησα μιαν απόμερη γωνιά και τη βρήκα! Ήτανε μέσα σε μια μικρή μισοσκότεινη στοά… Ένας μπάγκος ήτανε στο βάθος. Κάθισα λίγο κει, ήσυχος και ξάφνου άρχισα να κλαίω! Έκλαψα… έκλαψα… έκλαψα! Κι αλάφρωσα! Γύρισα στο σπίτι μου τσακισμένος απ’ τον κόπο, μα ήσυχος πια… Η γυναίκα μου, το παιδί μου, μου ’καναν υποδοχή… Πόση χαρά για τόσο λίγο πράμα… Και μου ’σβησαν όλη μου την πίκρα… Ο Κωστής τραγάνιζε κιόλα ένα κομμάτι και με γυρόφερνε ολοένα:

- Δε θα πεθάνουμε! Ε μπαμπά;

- Τώρα που ’χουμε τη γαλέτα θα πεθάνουμε; Κοίτα δω, πόση είναι… Κι είναι όλη για σένα! Μη φοβάσαι! Όχι! Δε θα πεθάνουμε…

 

Κι όμως πεθάναμε, αγαπητέ μου!

Λίγες μέρες ύστερα, η γυναίκα μου έπεφτε άρρωστη με τύφο. Μπήκανε στο σπίτι γιατροί, μια νοσοκόμα, μαυραγορίτες και μεσίτες… Εκείνοι για να την κρατήσουν στη ζωή! Οι άλλοι για να μου πάρουνε τα έπιπλα. Κι έτσι έκαμαν! Αρχίσανε από το σαλόνι, προχωρήσανε στην τραπεζαρία, φτάσανε ως την κάμαρα της άρρωστης και μου πήραν τη ντουλάπα και την τουαλέτα της… Μυρίστηκαν καλό ψοφίμι… Ένας ετοιμοθάνατος άνθρωπος… Κι έδιναν τιμές τιποτένιες… Προχώρησαν και στην αποθήκη… Μου πήρανε τα έπιπλα του Γραφείου μου… Σαράντα μέρες πήγαιναν κι ερχόντουσαν! Τα κουβαλήματα γινότανε το βράδυ, νύχτα με το καροτσάκι… Αυτός ήταν ο μόνος όρος που επέμεινα! Στο τέλος έπαψαν να ’ρχονται… Έπαψαν κι οι γιατροί! Ήρθε μια νεκροφόρα κι ανέβηκαν οι νεκροθάφτες… Κατέβηκαν ύστερα και κουβαλούσαν το κιβούρι… Εκείνοι, κατέβηκαν τη σκάλα… Μα εγώ την είχα κατέβει πιο πριν! Τη σκάλα την ατέλειωτη της συφοράς… Ένα σκαλοπατάκι μού ’μεινε μονάχα… Η ζωή του παιδιού μου… Το πήδησα κι αυτό σε λίγο καιρό. Καθώς πήγαινε κι ερχότανε στο συσσίτιο, το ’κοψε μια μέρα η παγωνιά του δρόμου… Μια πνευμονία και χάθηκε το φτωχό μου το παιδάκι… χάθηκε μέσα σε τρεις μέρες… Υπάρχουν βέβαια και χειρότερα… ποιος λέει! Μα εμένα, μου πέθανε το παιδί μου! Ο Κωστής! Ήτανε, τότε, εφτάμιση χρονώ… Και δεν πίστευε πως θα πεθάνει… Τα στερνά του λόγια ήταν αυτά:

- Δε θα πεθάνω… ε μπαμπά; Και ξεψύχησε!

- Όχι, παιδί μου, τ’ απάντησα… Ήταν νεκρό! Και του ’κλεισα τα μάτια…

 

Του ’κλεισα τα μάτια, γιατί ήθελε να κοιμηθεί το παιδάκι μου! Και το πήρα στην αγκαλιά μου να το κοιμίσω… Το τύλιξα σ’ ένα σεντονάκι, να μη το βαραίνουν τα ρούχα τα πολλά, το τύλιξα σ’ ένα σεντονάκι και το νανούρισα γλυκά! Ήτανε πια η καρδιά μου πετρωμένη, τα χέρια μου, τα πόδια μου, όλο μου το κορμί έλεγα πως ήτανε κι αυτά από πέτρα… Ωχ Θε μου! Πόσο είναι μεγάλη η δύναμή σου! Οι άνθρωποι κάνουν αγάλματα μερικούς ανθρώπους, όταν αυτοί έχουνε πια πεθάνει και δεν έχουνε πια καμιάν ανάγκη γι’ αυτό! Εσύ τους πετρώνεις, τότε, ίσα ίσα που αυτό τους χρειάζεται πιο πολύ!

- Νάνι… έλεγα στο παιδί μου! Νάνι του ξανάλεγα…

Κι η φωνή μου έβγαινε από ένα μηχάνημα που είχα μέσα μου! Το άγαλμα νανούριζε ένα ανθρωπάκι!

 Νάνι νάνι, νάνι νάνι, το παιδάκι μου να κάνει…

Εκείνο κοιμότανε ήσυχο, μα ξάφνου τρόμαξα πως θα μου το ξυπνούσαν… Μποτ! Μποτ! Μποτ! Μπότες! Μπότες! Μπότες! Μπότες πολλές, αργά και ρυθμικά, περνούσαν απ’ το δρόμο και χτυπούσανε στην άσφαλτο… Γερμανοί! Κι η φωνή τους ξαφνικά αντιλάλησε. Μ’ ένα νικητήριο τραγούδι, ένα σκοπό θριαμβικό… Μποτ! Μποτ! Μποτ… Η φωνή τους, σαν μέσ’ από πλάκες γραμμοφώνου…

Και το άγαλμα κινήθηκε… Μια ζέστη λαχταριστή χύθηκε στο πετρωμένο μου κορμί κι ένα κύμα αίμα έπνιξε την καρδιά μου σ’ ένα καινούριο καρδιοχτύπι… Με το παιδί στην αγκαλιά ζύγωσα στο παράθυρο και τους κοιτούσα. Πόδια βαριά, πλάτες τετράγωνες, σβέρκοι χοντροί, κεφάλια μεγάλα, φάτσες αποχτηνωμένες… Μποτ! Μπότ! Μποτ! το βήμα του καταχτητή… Περνούν εκείνοι και μεις μένουμε… Ουρλιάζουν εκείνοι τραγουδώντας κι εμείς σωπαίνουμε νεκροί… Άνοιξα το παράθυρο με βια κι έτσι κρατώντας το παιδί με το ένα μου χέρι, τους άπλωσα το άλλο, τινάζοντας όξω το κορμί μου, το μισό…

- Σωπάστε, χτήνη! Σιωπή! Εδώ είναι νεκροταφείο! Θα ξυπνήσετε τα παιδάκια…

Μα η φωνή μου πνίγηκε στη χλαλοή του ουρλιαχτού που τραγουδούσαν… Και μόνο κάτι διαβάτες, δικοί μας, στάθηκαν και με κοιτούσανε παραξενεμένοι…

- Το παιδί μου, τους είπα! Είναι πεθαμένο και κοιμάται… Κι αυτοί θέλουν να μου το ξυπνήσουν…

Ένας γεροντάκος, έβγαλε το καπέλο του κι έκαμε το Σταυρό του! Κι εγώ έκλεισα το παράθυρο γρήγορα! Κράτησα την ανάσα μου… Ο κρότος της μπότας έσβηνε σιγά σιγά, το τραγούδι χάνονταν… Έγινε ησυχία…

- Βλέπεις, Κωστή μου, φύγανε… Έλα… μην ξαγρυπνάς, παιδάκι μου… Κοιμήσου να γίνεις καλά…

Και το σεργιάνισα μέσα στο δωμάτιο… Το νανούρισα – α… α… α… Το πήγα στο άλλο δωμάτιο και στ’ άλλο… του ’κανα βόλτες πάνου κάτου στο χολ… Όλα ήταν άδεια από έπιπλα κι αντιλαλούσαν παράξενα στο νανούρισμά μου…

- Α… α… α…

Μα τώρα παράξενες φωνές με κυνηγούσανε…

- Γιατί να τ’ αφήσεις να πεθάνει;

Κι εγώ το νανούρισα πιο δυνατά:

- Νάνι, νάνι, νάνι…

- Έχασες τη γυναίκα σου! Τώρα χάνεις και το παιδί σου! Βλέπεις! Άλλοι πληρώνουν τις γελοίες ιδέες σου! Εσύ ζεις..

Το νανούρισμά μου γινότανε πιο δυνατό…

- Έπρεπε να πας διερμηνέας! Τι ωραία που θα ζούσες τώρα! Θα ’χες τη γυναικούλα σου! Το παιδί σου… Στο τέλος ποιος σου ζήτησε να γίνεις ήρωας; Ποιος ξέρει τη θυσία σου;

- Νάνι… νάνι… νάνι…

- Είσαι, όμως, περήφανος, το ξέρω… Τι ωραία περηφάνια! Ξέρεις που δεν έχεις λεφτά να θάψεις το παιδί σου;

- Καλύτερα! Καλύτερα! Καλύτερα! φώναξα με λύσσα…

- Θα πρέπει να το βάλεις σ’ ένα καροτσάκι να του ανοίξεις εσύ το λάκκο…

- Καλύτερα! Έτσι κάνουν όλοι οι φτωχοί…

- Ναι, μπορούσες, τουλάχιστο, να κάνεις κάτι ενάντια στον εχτρό!

- Μπορώ! φώναξα μ’ ενθουσιασμό…

- Τι μπορείς να κάνεις;

- Να πεθάνω! φώναξα μ’ ενθουσιασμό…

- Τι μπορείς να κάνεις;

- Να πεθάνω! φώναξα μ’ αγωνία… Να πεθάνω πολεμώντας μαζί τους…

Και να! Ένα δύο τρία… χοπ! Γίνομαι ξάφνου δυνατός! Αρχίζω να ψηλώνω… να γιγαντώνω… να θεριεύω… Ολοένα περπατάω, αδιάκοπα, πάνου κάτου! Πατ, πατ, πατ… Και σε κάθε μου πάτημα γίνομαι όλο και πιο ψηλός, πιο δυνατός, πιο μεγάλος… Ξεπέρασα τη στέγη του σπιτιού… Κι ανεβαίνω… πάνου απ’ την Αθήνα… Με το παιδί στην αγκαλιά σηκώνομαι στο γαλάζιο ουρανό…

- Πατ… πατ… πατ…

Αγγίζω με τα μαλλιά μου κάποιο σύγνεφο που περνάει κι αντικρίζω τ’ άστρα από κοντά! Τα ξεπερνάω και νανουρίζω το παιδί μου, τώρα, μέσα σ’ ένα χώρο ατέλειωτο γεμάτο φως… Ήμουνα μπροστά στον Παράδεισο…

- Τώρα, παιδάκι μου, θα δεις εδώ, Κωστή μου, τι καλά που θα κοιμηθείς…

Ναι… μια γυναίκα προβαίνει από το βάθος… Είναι νέα, όμορφη, χαριτωμένη, όπως όταν τη γνώρισα πρώτη φορά… Η γυναίκα μου!

Η μαμά σου, Κωστή…

Δεν είναι μόνη… Ένα πλήθος παιδάκια την ακολουθούν… Γυμνά, με φτερά… ροδοκόκκινα, χαρούμενα… Άγγελοι… Και μια μουσική γλυκιά ανεβαίνει από παντού… Εκείνη με πλησιάζει με χαμόγελο…

- Κοιμάται; μου λέει σιγανά…

- Ναι… της ψιθυρίζω…

Και το παίρνει… Τ’ αγγελάκια έκαμαν γύρω τους ένα κύκλο και τους έχασα απ’ τα μάτια μου… Θα πεις, βέβαια, πως αυτά είναι παραμύθια… Μα έλα που εγώ τα είδα και τα ’ζησα… Πώς να το κάνεις!... Είχα καιρό, που δε θυμόμουν τίποτα απ’ τη ζωή μου… Το μυαλό μου έπεσε σ’ ένα σκοτάδι βαθύ για πολλούς μήνες… Σ’ αυτή την ταβέρνα που είμαστε τώρα, σ’ αυτή την ίδια θέση, βλέπεις; Ξάφνου ένα βράδυ θυμήθηκα… πως κρατούσα μια μέρα το παιδί μου νεκρό στην αγκαλιά μου… Έτρεξα να το βρω για να το θάψω… Δεν το βρήκα!... Έκλαψα, σκοτώθηκα… μα ο νους μου σιγά σιγά φωτίστηκε… Θυμήθηκα πως το ’δωσα στη μάνα του… έτσι, όπως σου τα ’πα… Έλα τώρα! Ω! Βλέπω πως κοιτάς να κρύψεις τα δάκρυά σου… Εγώ αυτά ξέρεις δεν τα επιτρέπω σε κατωτέρους μου! Εγώ και συ δεν είμαστε το ίδιο! Εγώ, κύριε, είμαι δικηγόρος… Μόλο τούτο, βλέπεις, να! Σου κάνω την τιμή και πίνω μαζί σου… Ίσια! Στην υγειά σου, αγαπητέ μου! Και καλή λευτεριά…

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA