Η δροσούλα

                                                                                       

                                                                                                 Στο Μανολάκη της κυρα-Βαγγέλας

 

-         Για πού με το καλό, Ανδρομάχη μου; ρώτησε εκείνη η φαρμακομύτα η Γιασεμώ, που άνθρωπο για άνθρωπο δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί, π’ ανάθεμά την, κι η φουκαριάρα η Ανδρομάχη, τι να πει;

-         Για το Δημοτικό νοσοκομείο, της απάντησε, πάλι ο Μήτσος γαστρορραγία και του πάω φαγητό.

  Τώρα γαστρορραγία και «ιμάμ μπαϊλντί» γίνεται, που δε γίνεται; Άρα –ηλίου φαεινότερον· πάλι τον μπουζουριάσανε τον Μήτσο και τον είχανε εκεί παραπάνω, στο Γεντί Κουλέ.

  Ερώτηση: Τα πρόσωπα στα τραγούδια σου είναι υπαρκτά ή τα ’βαλες έτσι, να ταιριάζουνε στο στίχο; Ρώτησε στον Τσιτσάνη εκείνος, ο όποια πέτρα να σηκώσεις από κάτω θα τον βρεις, ο δημοσιογράφος, κι ο Τσιτσάνης:

  Απάντηση: Να σου πω, τα πρόσωπα υπήρχαν, όμως, συνήθως, δεν ήταν τέτοια που λέει το τραγούδι. Πάρε, να πούμε, το Μήτσο το Σιδέρη. Ξέρεις, εκείνον που λέει το τραγούδι μου, η Δροσούλα· «Άνω κάτω χτες τα κάναμε στου Σιδέρη τον παλιό ντεκέ»; Το «ντεκέ», βέβαια, τον κάνανε μπουφέ οι «εταιρείες»· μαντάρα το τραγούδι, δηλαδή, φίλε. Τέλος πάντων. Λοιπόν, τι λέγαμε; Αν, ναι. Λοιπόν ο Μήτσος ήτανε φίλος μου. Σαλονικιός και πολύ ’ξηγημένος· μπεσαλής, κιμπάρης, χουβαρδάς· μάλαμα, σου λέω, παιδί. Καμία σχέση με ντεκέδες και τέτοια. Μια μέρα, καθόμασταν, καληώρα, εκεί που δούλευα επί κατοχής, στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα. Το ξέρεις το τραγουδάκι μου, «πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη στη Βάρνα κι από ’κει στα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα». Εκεί επάνω που τα σιγοπίναμε, μου το γυρνάει στο παραπονιάρικο ο Μήτσος:

-         Ρε συ, Βασίλη, μου λέει, το Νικάκη το βαρκάρη τον κωλομπαρά, τον έβαλες στα τραγούδια σου, τη Μαριγούλα, τη μαντάμα στ’ Αγγελάκια, την έβαλες και τον φίλο σου το Μήτσο δε βρήκες να τον χωρέσεις πουθενά, να τον γράψει κι αυτόνα η ιστορία;

-          Γι’ αυτό στενοχωριέσαι, ρε Μητσάκο; του λέω. Έγινε. Κι εκεί επάνω με πιάνουν τα διαόλια και να σου τον που σου τον κάνω ντεκετζή το Μήτσο, που το φύσαε ο έρμος και δεν κρύωνε. Πλάκες που κάναμε…

 

  Διάβαζα και ξαναδιάβαζα την εφημερίδα και δεν πίστευα στα μάτια μου.

-         Γιατί τα κάνει αυτά ο Τσιτσάνης; αναρωτιόμουνα, το «ντρέπομαι για τους παλιούς μου φίλους», σημαίνει «απαρνιέμαι τον εαυτό μου». Άραγε δεν το καταλαβαίνει;

 

  Ο Μήτσος ο Σιδέρης ήτανε, παλιά, γείτονάς μας και πράγματι, μάλαμα παιδί. Πονόψυχος και ταπεινός μέχρις αηδίας, που λένε. Το σπίτι του ήτανε κολλητό στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα. Εκεί το σπίτι, εκεί κι ο ντεκές. Γιατί, ασ’ τον τον Τσιτσάνη να λέει· ο Μήτσος, επί κατοχής, είχε τον πιο ονομαστό ντεκέ στη Σαλονίκη και κάθε λίγο και λιγάκι, παρ’ όλα ’κείνα τα λαδώματα σ’ αστυνομίες και δε συμμαζεύεται, για να κάνουνε τα στραβά μάτια αυτοί, μπέσα γυρεύεις; Κάνανε τα ντου τους στου Μήτσου και να σου τον ύστερα τον καλό σου στο «Γεντί Κουλέ». Τότε ήτανε που η Ανδρομάχη ανηφόριζε κάθε λίγο και λιγάκι στο «Γεντί Κουλέ» κι η Γιασεμώ, το φίδι, την παραμόνευε να τη φιδιάσει με τα λόγια της:

-         Πάλι γαστρορραγία ο Μήτσος, Ανδρομάχη μου; Κόσκινο πια γίνηκε το στομάχι τ’ ανθρώπου, της φώναζε απ’ το παράθυρο, τάχα μ’ πονετικιά, μα στην πραγματικότητα χαμογελώντας πονηρά κάτω από τα μουστάκια της. Ώσπου, η Ανδρομάχη δεν τ’ άντεξε μια μέρα η γυναίκα και,

-         Ναι, γαστρορραγία, μωρή γεροντομπασμένη βδέλλα. Εσένα τι σου κόφτει; που να μη δεις, ξυλόκοτα, χαρά στα σκέλια σου, την καταράστηκε.

  Και πράγματι, τι της έκοφτε της Γιασεμώς; Πείραζε κάναν ο Μήτσος; Ίσα ίσα. Άσε πια τ’ άλλα του τα καλά, μα ήτανε και νοικοκύρης πρώτος· να μην τους λείψει τίποτε στο σπίτι κι από κουβαλητής; και του πουλιού το γάλα. Την πόρτα με τον κώλο πάντα την άνοιγε, έτσι με τα δυο χέρια φορτωμένα απ’ όλα τα καλά, που γυρνούσε απ’ έξω κάθε μέρα. Και για ποιόνα από ’κει μέσα δε νοιαζότανε; Την Ανδρομάχη, τη γυναίκα του; Βασίλισσα, κορώνα στο κεφάλι του την είχε. Την αδελφή του, πάλι, τη Σοφία, χήρα με δυο κορίτσια ορφανά, την Αννούλα και τη Βούλα; Να μην τους λείψει το παραμικρό, αρχοντοπούλες, ούτε να τους περάσει από το νου, πως τάχα πέσανε στην καταφρόνια. Ως και για τον καημένο τον πεθερό του νοιαζότανε, ένα ασπρομάλλικο κακόμοιρο γεροντάκι, που όλη μέρα καθότανε σα μισοχαμένο έξω απ’ την πόρτα τους και λέγανε ότι έχει κάτι σα μελαγχολία. Του ’παιρνε τα τσιγαράκια του, καραμέλες-ευκάλυπτους για το λαιμό και για να του γλυκαίνουνε το στόμα και τ’ απογευματάκι τον πήγαινε αγκαζέ στην παραλία να πάρει τον αέρα του. Αν, πάλι, τύχαινε και κάνα μοτοράκι, τον πήγαινε και περίπατο για το «Φάρο» και τα «Λιμενικάρια».

  Τ’ απόγευμα, ο Μήτσος κάθονταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνί, έξω απ’ την πόρτα του, πλάι σ’ ένα χαμηλό τραπεζάκι με μια μπουκάλα ούζο κι από μεζέ, της ώρας, που κουβαλούσανε αβέρτα από μέσα οι γυναίκες. Εκεί το ’στρωνε κανονικά, όσο ν’ αρχίσει να ’ρχεται η πελατεία και τότε, λιμουζίνα και λουστρίνι-μέγγλα να δει το μάτι σου. Όσο ν’ αρχίσουν, όμως, να ’ρχονται όλοι αυτοί για να φτιαχτούνε, οι γείτονες γυρνώντας ή απ’ τη δουλειά ή απ’ το καφενείο, τη «Λέσχη των κυνηγών», σταμάταγαν μια δόση εκεί, στου Μήτσου, ρίχνανε ένα-δυο ούζα μαζί του, στο πόδι, αλλάζανε και κάτι κουβέντες κι ύστερα, «καληνύχτα, καληνύχτα κι αύριο με υγεία».

  Ρολόι πηγαίναν όλα στο σπιτικό του Μήτσου κι όσο για τις γυναίκες – και τι γυναίκες, σωστές τσαούσες όλες τους – δεν είχανε ποτέ αλλάξει μια πικρή κουβέντα. Γιατί ο Μήτσος το μόνο που γύρευε απ’ όλο εκείνο το γυναικαριό ήταν «ομόνοια».

- Ομόνοια και ξερό ψωμί, τις συμβούλευε κάθε τόσο κι άμα έλεγε ο Μήτσος κατιτίς,

«βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα»… Ποιος να κοτίσει να του χαλάσει την καρδιά; Κανένας απολύτως, γιατί όλοι τον αγαπούσαν και τον εχτιμούσανε το Μήτσο. Και το πως έκανε εκείνη τη δουλειά, ποιον, όχι πες, ποιόνα πείραζε; Ή μήπως δεν ήταν κι αυτή μια δουλειά; Ή λες πως θα ’τανε καλύτερος αν ήτανε ταγματαλήτης, γκεσταπίτης, ρουφιάνος, μαυραγορίτης ή χαφιές; Ίσα ίσα· απ’ τα χέρια του χίλια καλά και κακό κανένα δεν είδανε άνθρωποι κι άνθρωποι… Γιατί, λοιπόν, να μην τον εχτιμάνε;

 

  Ένα πρωί, καλοκαιράκι ήτανε, παίζαμε στο υπαίθριο, στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα. Βγαίνει ο καλός σου να μας φοβερίσει, μα πού εμείς;

-         Ξεφτίλα Δαλαμάγκα, κουμαρτζή, κωλομπαρά, του σέρναμε και κείνος, πού να τα βάλει μαζί μας; Τα μάζεψε και πήγε μες στο μαγαζί και μοναχά,

          -    Δε θα μου πέσει, ρε τσογλάνια, κανένας σας στα χέρια; θα τον σκίσω σα σαρδέλα, θα τον χτυπήσω από καταγής σαν το χταπόδι, μας λέει και στέλνει το γκαρσόνι του, το Γιώργη το Μαχαλόμαγκα και ’κείνος μας κυνήγησε μ’ ένα κοντόξυλο. Κάναμε, τάχατες πως φύγαμε, μα σε λιγάκι, να σου μας πάλι στα «Κούτσουρα», να κάνουμε χειρότερα και πιο άγαρμπα παιχνίδια, λες κι είχε μέλι εκεί μέσα και μεις, σαν τις μύγες, δε λέγαμε να ξεκολλήσουμε.

    Εκεί, λοιπόν, που παίζαμε, ακούμε μες στου Μήτσου φασαρία. Βγαίνει έξω ο Δαλαμάγκας να δει, ν’ ακούσει, τέλος πάντων, τι συμβαίνει; και ’κει επάνω, πέφτουνε από πίσω απ’ του Μήτσου μες στα «Κούτσουρα», βροχή οι λουλάδες και το κατόπι, ένας ένας, η παρέα, με πρώτο και καλύτερο τον Τσιτσάνη. Τρέχει ο Μαχαλόμαγκας κι εξαφανίζει, όπως όπως, τους λουλάδες κι ο Δαλαμάγκας βουτάει από το μπράτσο τον Τσιτσάνη και,

-         Ανέβα στο πάλκο και κάνε την κυρία, τον προστάζει.

  Ο Τσιτσάνης υπάκουσε και μ’ ένα σάλτο ανεβαίνει στο πάλκο – πέντ’ έξι αναποδογυρισμένα κασόνια όλο κι όλο – και πιάνοντας από πλάι του το μπουζούκι, διπλώθηκε πάνω στην καρέκλα κι αρχίνησε τάχα μ’ να παίζει ένα μαργιόλικο αράπικο σκοπό, ενώ με την άκρη του ματιού έκοβε συνέχεια την είσοδο απ’ όπου θα μπουκάρανε σε λίγο, στα σίγουρα, να τον μαγκώσουνε. Πάει βιαστικά εκεί κι ο Δαλαμάγκας, σκύβει, κάτι του λέει κι ο Τσιτσάνης «ναι» κάνει με το κεφάλι, μα πού ν’ αφήσει από τα μάτια του την είσοδο. Μονάχα κοίταξε πίσω του για μια στιγμή, για να στιμάρει, ως φαίνεται, την απόσταση που χώριζε την καρέκλα του απ’ το τεζαρισμένο πίσω στρατσόχαρτο, δήθεν σκηνικό, ζωγραφισμένο αλμπάνικα, δυο χουρμαδιές χαμηλοβλεπούσες κι ένα φεγγάρι ολόγιομο που αρμένιζε καβάλα στα σύννεφα κάτω από μια γιρλάντα με πολύχρωμα αναιμικά λαμπιόνια.

  Τους είδε ’κείνους τους τρεις, με τις φαρδιές καμπαρντίνες, τα καβουράκια τους χωμένα ως τα φρύδια, ίδια παλιά φορτάκια, να ’ρχονται κατά πάνω του και μεις, «πάει το μαγκώσανε τον Τσιτσάνη», είπαμε μέσα μας βαστώντας την αναπνοή μας, να δούμε τι θα γίνει. Όμως, πριν προλάβουν να τον βάλουνε στο χέρι, σπαθάτος κι ευκίνητος όπως ήτανε στα νιάτα του ο Τσιτσάνης, δίνει μια έτσι πίσω την καρέκλα κι αγκαλιά με το μπουζούκι φέρνει μια τούμπα ανάποδη, σκίζει το στρατσόχαρτο κι από κάτι πίσω αυλές, άειντε και σύρε πιάσ’ τον.

  Ούτε ’κείνο το βράδυ ούτε το επόμενο έσκασε μύτη στα «Κούτσουρα» ο Τσιτσάνης. Ήξερε αυτός από αυτόφωρα και τέτοια. Κι αναλάβανε να παίζουν τα τραγούδια του ο Μίγκος κι ο Τσανάκας κι η τελευταία τρύπα του ζουρνά της παρέας, ο κούτσαβλος ο Αριστειδάκιας. Όμως, το παράλλο βράδυ, να σου τον τον Τσιτσάνη, με το φίλο του το Μήτσο αλαμπρατσέτα, σενιαρισμένος κι ωραίος, με το σακάκι του ριγμένο στους ώμους αναπεταρίκ-κουτσαβακίστικα και το μπουζούκι του επ’ ώμου σα καμιά γκλίτσα. Και πάει κατευθείαν και πιάνει τη θέση του στο πάλκο, σκορπώντας στο διάβα του εκείνες τις κιμπάρικες «καλησπέρες» και τ’ αγαθιάρικα, δήθεν, χαμόγελά του. Και ’κει που κάθονται, κάτι λένε στην παρέα μεταξύ του και χασκογελάνε κι εκείνα εκεί, τα τρία φορτάκια, που τους έτρωγε, ως φαίνεται, ο κώλος τους κι ήρθαν κι εκείνοι ’κείνο το βράδυ, να κάνουνε ποιος ξέρει τι, και να ξύσουν τη μαζώχα τους, καθότανε απάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα. Και ’κει επάνω, σηκώνετ’ η σουπιά ο Τσιτσάνης και τους λέει όλος, τάχα μ’, σεβασμό:

  -  Καλησπέρα σας, κύριοι κύριοι, και γέλια εμείς, μιας και ξέραμε πως το παίζει έτσι για να τους σκυλιάσει περισσότερο. Και πράγματι, εκείνοι δεν τ’ αντέξανε τέτοιο κοροϊδιλίκι και κάνανε να φύγουνε. Μα πού να τους αφήσει ήσυχους ο Τσιτσάνης; Μπουλντόκ ο άτιμος· ή θα τους κράταγε εκεί καρφωμένους στη θέση τους ή θα τους έπαιρνε με τα δόντια κάνα παΐδι ξεγυρισμένο. Και έτσι, ενώ εκείνοι ’τοιμάζονταν να φύγουνε,

  -  Μια στιγμούλα και με το μπαρδονάκι, δηλαδή, κύριοι, τους λέει… Και ’κείνοι κοντοστάθηκαν καρφωμένοι, θαρρείς, από ένα γύρω βλέμματα, που να μη σώνανε. Μια στιγμή μόνο στάθηκαν που ήταν, όμως, αρκετή για να τους πει:

  - Δε θα μου κάνετε την ευχαρίστηση ν’ ακούσετε το τραγουδάκι που σκάρωσα για σας και προς τιμή σας;

  Κόκαλο αυτοί. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, μα στο τέλος είδανε κι απόειδανε, κωλοκαθίσαν στις καρέκλες τους και στριφογύριζαν εκεί επάνω σα να ’τανε αλμπάνηδες φακίρηδες και τους έβαζες, με το ζόρι, να κάτσουνε απάνω στα καρφιά.

  Ο Τσιτσάνης, δήθεν σημασία. Πήρε απ’ την πλαϊνή καρέκλα το μπουζούκι του και το ’βαλε προσεχτικά στα γόνατά του. Ύστερα άναψε με το πάσο του τσιγάρο, τράβηξε δυο τρεις γερές ρουφηξιές κι αρχίνησε να σεργιανάει την πένα πάνω στις χορδές, ενώ με τα δάχτυλα τ’ άλλου χεριού τσάκωνε τις νότες πάνω στο τάστο, όπως παίρνουν οι γιατροί το σφυγμό τ’ αρρώστου. Ξαφνικά, παίρνοντας βαθιά ανάσα, έχωσε θαρρείς, ολόκληρο το μπουζούκι στην κοιλιά του κι έγινε δυο κάτια επάνω του. Εκείνο αναστέναξε βγάζοντας ένα μακρόσυρτο και ραϊσμένο ήχο που, λίγο λίγο, πλάθονταν ανάμεσα στα δάχτυλά του και γίνονταν ένα σπαθάτο, υπέροχο ταξίμι, που τελειωμό δεν είχε (κι ας μην είχε, θα πεις). Ώσπου, όλη εκείνη η αρμαθιά απ’ τα κύματα του ήχου που αρμένιζε καταπάνω μας και μας κρατούσε άφωνους, πισωγύρισε σαν ξαφνικό γύρισμα του ανέμου και το μπουζούκι, σαστισμένο, έβγαλε ένα γουργουρητό περιστερίσιο. Πάνω σ’ αυτό, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά ο Τσιτσάνης, ίδιο πουλί, που τεντώνει όσο παίρνει την καταπιόνα του, για να κυλήσει μες στο λούκι το νεράκι κι αρχίνησε το τραγούδι του:

Άνω κάτω χτες τα κάναμε

   στου Σιδέρη τον παλιό ντεκέ

πρωί πρωί με τη Δροσούλα

 

 

 

  Στο μεταξύ περάσανε και πώς περάσανε; θα πεις – όλα ’κείνα τα χρόνια. Ο Τσιτσάνης γύρισε πια στην Αθήνα οριστικά. Τι, εδώ στη φτωχομάνα τη Σαλονίκη θα την έβγαζε; Να ψοφάει για φραγκοδίφραγκα στο μεροδούλι-μεροφάι σαν κάνας φτωχομπινές; Να πιάνει, ας πούμε, το βράδυ καμιά καλοκαιριάτικη βροχή και να τον λοξοκοιτάει εκείνος ο χλεμπονιάρης, ο ιδιοκτήτης του κωλοξενοδοχείου «Παλλάδιον», μη τυχόν και του σφυρίξει στο έτσι και τα μαζέψει στη ζούλα, νύχτα Θεού, κι άντε ύστερα σύρε και γύρευέ τον και κούρεψ’ τ’ αυγό να πάρεις το μαλλί; Όχι, αυτός δεν ήτανε για τέτοια· αυτός, από μιας αρχής το ’δειχνε, πως είναι απ’ άλλο παραμύθι, για μεγάλα γήπεδα, που λένε. Και πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός κι αρχίνησαν να φτάνουνε και τα καλά μαντάτα. Και ’μεις καμαρώναμε σα γύφτικα σκεπάρνια για τα χαΐρια και τις προκοπές του δικού μας ανθρώπου. Μαθαίναμε, λοιπόν, πως δεν τραγουδούσε πια στα κουτούκια, αλλά σε κάτι κέντρα φίνα, όπου σύχναζε όλη η αριστοκρατία της εποχής, οι οικονομημένοι. Όλοι, δηλαδή, οι ταγματαλήτες, οι μαυραγορίτες κι οι δωσίλογοι της κατοχής, που σεκλετίζονταν (άκου ν’ ακούσεις) με τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και το «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι» και μάλιστα, τα σπάγανε πάνω σ’ αυτό – στοίβες τα πιάτα – μπρος στα ποδάρια του Τσιτσάνη και οι ντελμπεντέρισσές τους, κάτι «καμπιόνια», κάτι «καρακαχπέ» της κατοχής, που πηδήξαν και πηδήξανε οι τραβιόλες ένα κάρο παλούκια, απλώνανε και κάναν μόστρα τις μπουτάρες τους να τις κυαλάρουν οι πεινάλες και να ξέρει ο καψούρης, ο γκόμενος, σε τι «ταού κι οξού» απάνω τ’ ακουμπάει.

  Μάλιστα, για τέτοια μεγαλεία ήταν ο Τσιτσάνης. Δεν ήταν δεύτερη πάστα, όπως, ας πούμε ο Μίγκος κι ο Τσανάκας, που τους έφαγε, στα γρήγορα, η μαρμάγκα ή όπως ο φουκαράς ο Αριστειδάκιας, που μας τον άφησε εδώ «αμανάτι» να σέρνει ολονυχτίς την κουτσάβλα του στα κουτούκια του «Κουλέ Καφέ» και της «Καμάρας» και να παίζει για κάτι φραγκοδίφραγκα, που του ’ριχνε μες στο μπουζούκι όλος εκείνος ο στεγνός κοσμάκης με τα μύρια σεκλέτια και ντουζένια του. Κι άμα λάχαινε, σπανίως βέβαια, κάνας σεκλετισμένος κάργα, τον έπαιρνε στο σπίτι ιδιωτικώς, ν’ ακούει με την παρέα του, μέχρι πρωίας, εκείνα τα βαριά κι ασήκωτα τραγούδια, τα ξεκολλημένα, θαρρείς, απ’ την φαρμακωμένη του ψυχή, που τα λαλούσε ο Αριστειδάκιας, Θεός σχωρέσ’ τον, στραβώνοντας το στόμα ως με τ’ αυτί, για να μπορέσει να βγει απ’ τα σπλάχνα του εκείνη η μυστήρια φωνή του, που ’μοιαζε σα να σερνότανε καρφί πάνω σε λαμαρίνα: 

Μια στενοχώρια, που έχω απόψε

       απ’ την καρδιά μου βγαίνει καπνός…

  Όπως, ας πούμε, εκείνο το βράδυ, που σου τον πήρε ο Μανολάκης  της κυρα-Βαγγέλας απ’ το «Μπεχ Τσινάρι» σπίτι του, παραμονή του γάμου του, μαζί μ’ όλη του την παρέα, τον Τούρκο, τον Τίτο της Φιλιώς, το Μάνο το φωτορεπόρτερ και το Μαλακαντρέα και παίξε, παίξε, πιες να πιω, του φλομώσανε το μπουζούκι στο τάλιρο, μέχρι που οι χορδές του πια δεν ακουγόταν σαν κανονικές χορδές, αλλά σαν τέλια τεζαρισμένα πάνω σε καδρόνι.

  Τα «Κούτσουρα», πάλι, πήγαν να το γυρίσουνε σ’ ένα πράμα που διόλου δεν του πήγαινε ούτε του Δαλαμάγκα ούτε της Σαλονίκης· γκαρσόνια ψαλιδόκωλοι με μπακαλιαράκια-σκουράντζο, άσπρα-μπουζάτα τραπεζομάντιλα και «καλέ άντες». Στο τέλος, πέρασαν λουκέτο κι ο Δαλαμάγκας τ’ άναψε, που λεν, το σπαρματσέτο, μέρα μεσημέρι κι απόμεινε ρέστος. Στην αρχή, έτσι για ψυχικό, του δίναν καναδυό μεροκάματα τη βδομάδα, κάτι παλιά, τελευταία γκαρσονάκια του, κάτι λιμάρικα χασαπόσκυλα εκεί, που είχανε γεμίσει τα δόντια τους ψίχα από  ψωμί στο μαγαζί του επί κατοχής και τώρα τανιότανε σα μαγαζάτορες που γίνανε. Και ποιος; Ο Δαλαμάγκας παρακαλώ, που επί κατοχής είχε περάσει από τα χέρια του όλο το χρήμα της Σαλονίκης. Αλλά τι χέρια; τρύπια. Όπως του ’ρθανε όλα στο έτσι, πάλι στο έτσι φύγανε. Και να πεις πως δεν τον ορμήνευαν; Όλοι: «Έτσι όπως πας στην ψάθα θα πεθάνεις», του λέγανε. Ακόμη κι ο Τσιτσάνης του το ’φερνε απ’ το πλάι και μάλιστα τραγουδιστά:

Δαλαμάγκα μου ντερβίση

                                                         πώς το πίνεις το χασίσι;

                                                                                                         Δαλαμάγκα ταβερνιάρη,

         γράφτα κάτω απ’ το σφουγγάρι.

  Έτσι, σε πλάγιο δεύτερο του τα ’λεγε, ας πούμε, μα πού αυτός; Αντί να τ’ ανθιστεί πως κάτι έλεγε και εννοούσε ο φρόνιμος λόγος του Τσιτσάνη το ’παιρνε πως τάχα μ’ τον παινεύει για το κιμπαριλίκι του και ντούρλωνε περήφανος την κοιλάρα του, να ιδεί ο κόσμος τι χορτάτος, απ’ όλα, άνθρωπος ήταν και πάνω σ’ αυτό φώναζε:

-         Γεια σου, ρε Βασιλάκη μπουλασίκη μου και ψάχνοντας το Μαχαλόμαγκα μες στην ταβέρνα,

-         Ρε Γιώργη, του φώναζε, σκούπιστα όλα κι άμε να φέρεις φρέσκο μεζέ και κρασί για το Βασιλάκη και τ’ ασκάρια της εκλεκτής παρέας του.

  Μ’ αυτά του και με ’κείνα του όμως και προπαντός με τα θεότρελα κουμάρια του και τα πανάκριβα τα χούγια του, πάει, τη μπατάρησε τη βάρκα και δεν τ’ απόμεινε μία. Έτσι, πήγε και κούρνιασε στο φτωχοκομείο, στη Σταυρούπολη κι αυτό πάλι με μέσον, γιατί τότε ακριβώς έγινε Δήμαρχος ένας κρασάς, μια τετράφυλλη ντουλάπα από μαόνι με καθρέφτη, που δε γίνεται, όλο και κάποιο κόκαλο θα ’χε γλύψει κι αυτός επί κατοχής στου Δαλαμάγκα.

  Εκεί, λοιπόν, στη Σταυρούπολη, λιγάκι παρακάτω απ’ το τρελοκομείο, το «Λεμπέτ», πέρασε τα στερνά του ο Δαλαμάγκας. Μα, κάθε λίγο και λιγάκι έσκαγε, που λένε, από την πλάτη και τότε πού να του βάλεις του Δαλαμάγκα καπίστρι; Έπαιρνε άδεια, που λένε, απ’ τη σημαία και πήγαινε και την έστηνε στην ταβέρνα, στον «Λουτρό», στην αγορά κι όποιος τον αναγνώριζε (και ποιος, θα πεις, δεν τον θυμότανε τον Δαλαμάγκα) έδινε παραγγελία στον ταβερνιάρη.

-         Κρασί και μεζέ στο Δαλαμάγκα, κι αυτός, πιες πιες, μέχρι το βράδυ, γινότανε ασήκωτος, μανάλι και γύρναγε αρκουδίζοντας, που λέει ο λόγος, στη Σταυρούπολη.

 

 

 

  Δύσκολοι, πολύ δύσκολοι καιροί. Έπρεπε να το φτιάξουμε, επιτέλους, το Ρωμέικο και μάλιστα με τα ίδια τα χεράκια μας κι αφού δε χωράγαμε όλοι στο «λουφέ», έπρεπε οι μισοί να βγούνε «μπιελάρ» για να ζήσουν σαν άνθρωποι οι άλλοι μισοί. Τι μου λες τώρα για Δαλαμάγκες και για Μήτσους; Αυτοί δεν ήταν με κανέναν κι ήτανε μ’ όλους κι αυτό απαγορεύονταν αυστηρώς και δια ροπάλου, διότι «ο μη μεθ΄ ημών καθ’ ημών» και πάει-σκόλασε· τον έφαγε η μαρμάγκα και τον κατάπιε το μαύρο σκότος. Άσε που μοιράσανε και τις καινούργιες πιπίλες στον κοσμάκη, να τις γλύφει και να ξεγελάει την πείνα του κορμιού και της ψυχούλας του, περί δήθεν μιας καλύτερης αύριον ή περί περασμένων μεγαλείων που διηγώντας τα να κλαις.

  Και πρώτα πρώτα έπρεπε ν’ αναστήσουμε την εθνική οικονομία μας· άλλοι χαντακώσανε το βιος του κοσμάκη κι οι ίδιοι, οι φουκαράδες, οι ξετιναγμένοι, έπρεπε να πληρώσουνε το μάρμαρο. Και τότε, ω του θαύματος! Νάσου τοι οι δωσίλογοι της κατοχής, που μεταβαφτιστήκανε σε «σωτήρες του έθνους», σάματις ο ντελβές να γίνεται ποτέ καϊμάκι και οι κατεδαφιστές, πρωτομάστοροι. Μα, ως πρωτομάστοροι έπρεπε να την τηλώσουνε πρώτα οι ίδιοι τους και να σταθούνε στα ποδάρια τους. Κι έτσι, γεμίσαν τ’ αντερίτσι τους χάφτοντας με τα χρυσά κουτάλια τα «σχέδια Μάρσαλ» και τα λοιπά αποτρόπαια που συμβαίνανε σ’ αυτό τον έρμο τόπο, αυτόν που τον κατάντησαν αυτοί οι κακούργοι, οι ανά τους αιώνες ξετσίπωτοι σπεκουλαδόροι σε σωστό κωλοχανείο. Αυτοί, λοιπόν, οι μπάσταρδοι, οι κατοχικοί λεχρίτες και οι προπολεμικές οι μαστοράντζες, αυτές οι γενεές γενεών βδέλλες, που καταπίνανε το αίμα του κοσμάκη, βρήκανε, επιτέλους, πώς θα στομώσουνε το ταμάχι τους και πετάγανε ένα κόκαλο στο δύσμοιρο, ας πούμε, πρόσφυγα και του τρώγανε λάχανο το οικοπεδάκι του της «πρόνοιας». Και μόλις σήκωναν ταμπέλα «πωλούνται διαμερίσματα», βάζανε τους άστεγους, τους φουκαράδες στην αράδα και «ένας ένας, μη σκουντιέστε», τους πούλαγαν τα μελλοντικά μεγαλουργήματά τους· κάτι σκατοδιαμερίσματα, που να ’ρθει η ώρα σου να πεθάνεις εκεί μέσα κι άλλο να μη σκέφτεσαι, εξόν απ’ τη βλασφήμια και το βρισίδι, που θα σου ρίξουν τα κοράκια, μιας κι έπρεπε να σε βγάλουν στα όρθια μες στην κάσα σου, αφού πού να χωρέσεις να περάσεις ξαπλωτός από ’κείνους τους, μισό, κι ούτε μέτρο, διαδρόμους;

  Έτσι γινήκανε οι πλούσιοι σ’ αυτόν τον τόπο και το παίζουν αριστοκρατία και σκάρωσαν και τις δυναστείες τους, στρατιές ολόκληρες από κακομαθημένους γιους κι εγγόνους –ηλίθια κωλόπαιδα –που τα βλέπεις ν’ αγωνίζονται απεγνωσμένα, να χτυπάνε τον κώλο τους από καταγής, να κάνουν γιάγμα τον προγονικό τους μπεζαχτά κι αυτός εκεί, να μη λέει να στερέψει με καμιά κυβέρνηση.

  Ο Μήτσος έγινε εργάτης στις οικοδομές· ο τελευταίος χαλκάς όλης αυτής της ωραίας αλυσίδας. Όμως από μυστρί δε σκάμπαζε κι ύστερα, τόσα χρόνια μαθημένος σε αραλίκι, πού να του ζέψεις αυτουνού το πηλοφόρι; Άσε που δεν της ταίριαζε καθόλου της κοντακιανής κοιλιάς του, του ’κοβε κιόλας τα νεφρά, όπου είχε ανέκαθεν ευαισθησία. Έτσι τον βάλανε στ’ αναβατόρι –χειροκίνητο ακόμη τότε –ν’ ανεβοκατεβάζει τούβλα, ξύλα, σίδερα, χαρμάνι, ό,τι ήταν, κι όσο να πεις, τη βόλευε ζάχαρη. Όχι, βέβαια, τα παλιά εκείνα μπερεκέτια, αλλά είπαμε· ομόνοια και ξερό ψωμί, που λέει ο λόγος. Κατά το πάπλωμά του ο καθένας και το ξάπλωμα. Αναβατόρι, λοιπόν, όλη την εβδομάδα και το Σαββάτο βράδυ σε κάνα από ’κείνα τα μαγαζάκια στην Καμάρα και την Παναγία Δέξα· καλή ρετσίνα, από μεζέ ό,τι βρίσκονταν κι αν τύχαινε και καμιά φουντίτσα, μαξούλι προυσαλίδικο, το φουμάριζε στριμμένο μες στο τσιγαριλίκι του, στο πίσω μέρος του μαγαζιού, να έτσι, για να βγει ο νους απ’ τα στενά και να ξεχυθεί σαν το πουλάρι, που τ’ αμολάνε ξεκαπίστρωτο μες στα τσαΐρια.

  Θα πέρασαν έτσι, πέντ’ έξι χρόνια. Τα κορίτσια γινήκανε σωστές μανταμίτσες, τα έξοδα, όσο και να πεις, αβγατίσανε κι ο Μήτσος τώρα, εκτός από τ’ αναβατόρι, έκανε και το νυχτοφύλακα στις οικοδομές και κοιμότανε μες στην παράγκα, για να ’χει το νου του κι όσο να πεις, κάτι κονόμαγε κι από ’δω. Τι, να βάλει τις γυναίκες να δουλέψουνε; Να του τις βάζει χέρι ο κάθε κερατάς; Αυτός τα μπράτσα του να βαστάγανε κι όσο βαστάγανε, οι γυναίκες θα μένανε στολίδι του σπιτιού του. Για ’κει τις είχε πλάσει ο Θεός· εκεί να μένουνε και να στολίζονται ολημέρα, να ’ρθει το βράδυ ο άντρας και να γλυκάνει το βλέμμα του απάνω τους. Όμως, για διπλές δουλειές ήταν ο Μήτσος; Και μάλιστα τώρα, που είχαν αρχίσει να τον παίρνουν από κάτω τα γεράματα κι ύστερ’ από μια ζωή πασαλίκι; Και το κακό δεν αργεί ποτέ να γίνει, μιας και βρίσκεται πάντα πίσω απ’ την πόρτα σου κι όταν έρθει η ώρα σου, μόλις ανοίξεις θα ’ρθει να σε πλήξει. Καλοκαιράκι, το λοιπόν, ήτανε και ντάλα μεσημέρι και τα μάτια του Μήτσου γλαρώναν απ’ την κούραση και τη ζέστη. Όμως, εκτός αυτού, ήτανε, ως φαίνεται, και το ζάχαρο, που του ’χαν τελευταίως βρει στο Ι.Κ.Α. Κι έτσι όπως στέκονταν κάτω απ’ τη σκαλωσιά, δεν πρόσεξε; δεν είδε; ποιος ξέρει; και του ’ρθε ο κουβάς απ’ τ’ αναβατόρι κατακέφαλα φορτωμένος και τον άφησε στον τόπο, τον καημένο.

  Δεν βρέθηκε ψυχή να μην τον κλάψει τον έρμο το Μήτσο. Γιατί, όταν πεθάνει ο άνθρωπος, τότε του βγαίνουν στον αφρό και τα καλά και τα κακά, που έκανε στη ζωή του. Έτσι γίνηκε και με το Μήτσο. Δεν ήτανε κηδεία αυτή, προσκύνημα ήταν. Λες και θα βούλιαζε απ’ τον κόσμο κι η Νέα Παναγία κι ο αυλόγυρός της· άγνωστοι άνθρωποι, που τρέξανε από παντού να τον τιμήσουνε και ν’ αφήσουνε πάνω στην κάσα του τον καλό τους λόγο σα λουλούδι. Και για ποιον; Γι’ αυτόνα το λιγομίλητο, την ταπεινή μυγούλα, το Μήτσο.

  Στο μεταξύ δεν τον άντεξε, ως φαίνεται, κι ο γέρος τον καημό πάει κι αυτός, σχωρέθηκε. Έλιωσε, πες καλύτερα, επάνω στην καρέκλα του, μπροστά στην πόρτα, με το βλέμμα καρφωμένο στην αρχή του δρόμου, μιας κι από κει ξεπρόβαλλε πάντα ο Μήτσος.

  Όσο για τις γυναίκες, τι να σου κάνουνε κι αυτές, έτσι όπως τις είχε μαθημένες ο Μήτσος στα όπα όπα; Έτσι όπως μάθανε ν’ ακουμπάνε, μια ζωή, απάνω στην κολόνα τους; Ανασκουμπώθηκαν για να ζήσουνε. Η Ανδρομάχη κι η κουνιάδα της η Σοφία ξενοπλένανε και τα κορίτσια μπήκανε ανειδίκευτες εργάτριες στο εργοστάσιο της ΥΦΑΝΕΤ. Αλλά, μόλις μπήκε το φθινόπωρο κι ως να ’ρθει η Άνοιξη, την πιάσανε τη Σοφία τα ρευματικά κι όχι δουλειά, μα ούτε τα χρειώδη της να σηκωθεί απ’ τα ρούχα και να κάνει, που λέει ο λόγος.

  Εκείνο το βράδυ, φύσαγε ένας Βαρδάρης ξεκολλημένος από δενξερωπόσα χιόνια κι η Ανδρομάχη ήρθε σπίτι μας να ρωτήσει κάτι τι στον πατέρα μου, ιδιαιτέρως, γιατί, όπως είπε, «δουλεύει στο Ι.Κ.Α. και ξέρει από συντάξεις». Εκείνος, όμως, δεν είχε έρθει ακόμη κι έκατσε να τον περιμένει με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου και τα σιγολέγανε εκεί, πλάι στη σόμπα. Σε λίγο ήρθε κι ο πατέρας μου και πήγανε οι δυο τους μες στη σάλα, για πολλή ώρα. Τι είπαν, τι δεν είπανε; δεν ξέρω. Πάντως, η Ανδρομάχη έφυγε από την άλλη πόρτα και θυμάμαι τον πατέρα μου, που ήρθε μέσα αμίλητος και συλλογισμένος κι έτσι απόμεινε όλο εκείνο το βράδυ, τόσο που ούτε καν ρωτήσαμε το πώς και τι.

  Χρόνος δεν πέρασε καλά καλά απ’ του Μήτσου κι η Σοφία, πάει κι αυτή· συγχωρέθηκε. Πήγε απ’ την κακιά αρρώστια, που πήγε και τη βρήκε στα καλά καθούμενα και την ξετίναξε επάνω στους τρεις μήνες. Την άφησε, τη φουκαριάρα, μια σταλιά, ίσαμε μια γροθίτσα μωρού παιδιού, να τη βλέπεις και να σκιάζεσαι.

  Η Ανδρομάχη απόμεινε με τις δυο ανεψιές. Πού να πηγαίνανε να βάλουν το κεφαλάκι τους, ολομόναχες, χαροκαμένες κι απροστάτευτες γυναίκες, όπως ήταν; Εξάλλου, ό,τι και να κάνανε, ήτανε κι η σκιά του Μήτσου, που σαν σκέπη, θαρρείς, πως έδενε τη μια πάνω στην άλλη. Η Ανδρομάχη εξακολούθησε να ξενοπλένει και τα κορίτσια εργάτριες, ειδικευμένες πια, στην ΥΦΑΝΕΤ. Όμως, ένα πρωί, που πήγανε να πιάσουνε δουλειά στο εργοστάσιο, είδανε πάνω στη μάντρα μαύρες παντιέρες και τους εργάτες όλους ξεσηκωμένους, μέχρι που πλάκωσαν οι χωροφύλακες και τους διαλύσανε κακήν κακώς. Γίνανε διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις – κόσμος ολόκληρος για – και πορείες, γράψανε κι οι φυλλάδες, καταπώς τη βόλευε την καθεμιά, μοιράστηκαν με τη σέσουλα κι εκείνες οι επίσημες –ψεύτικες –υποσχέσεις, μα τίποτε. Το εργοστάσιο έκλεισε οριστικά κι απόμειναν οι άνθρωποι χωρίς μεροκάματο και με τα ψίχουλα από το ταμείο ανεργίας· κι αυτό για έξι μήνες μοναχά, όπως λέει ο νόμος, αυτός ο κερατονόμος, που όλα τα λέει, εξόν από το πώς ζει ο άνθρωπος κι η οικογένειά του μετά τους έξι μήνες. Τότε σκορπίσανε κι οι τρεις γυναίκες. Τα κορίτσια πού να βρουν αλλού δουλειά, που περιμέναν – σωρός – οι άνεργοι; Ρίξανε, λοιπόν, πίσω τους μαύρη πέτρα και πήρανε των ομματιών τους για τις Γερμανίες. Η Ανδρομάχη, πάλι, πού να το κρατήσει και τι να το κάνει εκείνο το σαράι, που ’θελε χέρια, όχι αστεία, για τη λάτρα κι έναν ολόκληρο μισθό για το νοίκι;

  Ήρθε να μας χαιρετήσει ένα βράδυ. Είχε πιάσει, λέει δωμάτιο στη Χαριλάου, πίσω απ’ το γήπεδο του Άρεως. Νιώσαμε τα λόγια της να βγαίνουνε, όπως ακριβώς ξεφύτρωναν στη γειτονιά μας όλα εκείνα τα μέγαρα κι έθαβαν τις νωπές-πικρές μας αναμνήσεις. Πώς, δηλαδή, χανότανε όλη εκείνη η δύσκολη, στ’ αλήθεια, εποχή, όπου όμως βάζαμε τα δυνατά μας να κρατηθούμε όρθιοι στα ποδάρια μας και να κρατήσουμε έτσι και την ανθρωπιά μας, που σαν αεράκι παρηγοριάς φύσαε από πόρτα σε πόρτα, από σπιτικό σε σπιτικό, από άνθρωπο σε άνθρωπο.

  Η Ανδρομάχη ερχότανε αριά και πού να μας δει. Ερχόταν, σα στο σπίτι της, πρωί πρωί, μ’ ένα μάτσο τριαντάφυλλα απ’ την αυλή της κι έφευγε αργά το βράδυ κι η μάνα μου τη συνόδευε ως τη στάση, στο Συντριβάνι, για ν’ αποτελειώσουνε όλα εκείνα, που δεν είχανε χωρέσει μέσα σε μια ολόκληρη μέρα. Κι όταν έφευγε έδειχνε άλλος άνθρωπος· ευχαριστημένη και ξαναζωντανεμένη, θαρρείς πως το ’χε ανάγκη ν’ ανασάνει και να πάρει μαζί της τον αέρα της γειτονιάς.

  Ένα πρωί ήρθε πιο χαρούμενη από κάθε άλλη φορά και πριν προλάβει να βγάλει το πανωφόρι της, μας είχε πει κιόλας πως η ανεψιά της η μικρή, η Αννούλα, γύρισε απ’ τη Γερμανία παντρεμένη στην Αθήνα, μ’ ένα καλό παιδί και τη φωνάξανε κι αυτή να πάει να ζήσει, πια, μαζί τους. Μάλιστα, η Άννα ήτανε κι έγκυος κι η Ανδρομάχη το ’χε δεμένο κόμπο, πως θα ’κανε αγοράκι και, φυσικά, πως θα το βγάζαν, πώς αλλιώς; Μήτσο…

 

 

   Εκείνο τ’ απομεσήμερο, προχωρημένη πια Άνοιξη, καθόμασταν, όπως το συνηθίζαμε, με τον πατέρα μου, οι δυο μας μονάχα, στο τραπέζι. Διάβαζε εκείνος την εφημερίδα του και κάθε τόσο μου διάβαζε και μένα κατιτί και βλαστημούσε. Έφερε η μάνα μου καφέ κι εκεί που τον πίναμε, τον βλέπω ν’ αναπηδάει επάνω στην καρέκλα του κι ύστερα θαρρείς να ξεφουσκώνει. Δεν πέρασε πολλή ώρα και,

-         Άκου να δεις· αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε κι είναι Παράδεισος για κείνους που ξεχνάνε ακόμη και τη μάνα που τους γένναγε. Ύστερα σώπασε κι ανάμεσά μας έπεσε η γνωστή μας σιωπή όπου κατά βάθος, μέσα σ’ αυτή τα μιλάγαμε καλύτερα. Ούτε και ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι· το ’ξερα, έπρεπε να ’χω υπομονή, να περιμένω, αφού όλο και κάτι, δε γίνεται, είχε να μου πει. Και πράγματι, δίπλωσε την εφημερίδα και δείχνοντας επάνω της ένα οριστικό σημείο,

-         Διάβασε εδώ να μορφωθείς καλύτερα, που πας και μου μαθαίνεις του κόσμου τ’ άχρηστα, μου είπε.

  Ήταν η συνέντευξη του Τσιτσάνη. Τη διάβασα, την ξαναδιάβασα και πού να καταλάβω τι μου γίνεται; Εκείνος επέμενε:

-         Τι λες γι’ αυτό; με ρώτησε. Σήκωσα τους ώμους·

-         Τι θες να πω;, του λέω, δεν τα κατάφερε κι αυτός να βγει στεγνός απ’ όλα εκείνα…Αλλά, πες μου· ποιος τα κατάφερε; Μήπως και μεις…;

-         Ναι, συμφώνησε, μήπως και μεις…

  Πέρασαν μερικά λεφτά της ώρας κι έβλεπα πως κάτι πισωγυρνούσε ασταμάτητα μες στο χαμένο βλέμμα του. Στο τέλος, ανακάθισε αποφασιστικά στην καρέκλα και μ’ αλλαγμένη τη φωνή του, λες και τον στύλωνε μεγάλη απόφαση, μου είπε.

-         Θυμάσαι ’κείνο το βράδυ, που ήρθε η Ανδρομάχη να με δει «ιδιαιτέρως»;

-         Πώς δε θυμάμαι; του απάντησα.

-         Λοιπόν, συνέχισε, ξες τι με ήθελε; και χωρίς να περιμένει απάντηση,

-         Ήθελε να με ρωτήσει αν δικαιούνται τα κορίτσια σύνταξη απ’ το Μήτσο, γιατί δεν ήταν ανεψιές του, αλλά εξώγαμες κόρες του κι η Σοφία δεν ήταν αδελφή του, αλλά ερωμένη του, μαιτρέσσα δηλαδή.

  Έμεινα άφωνος· τόσα χρόνια εμείς ξέραμε… και τώρα… Δεν ήξερα να πω αν είχε κάτι γκρεμιστεί μέσα μου ή τ’ αντίθετο. Όμως και κείνος ο πατέρας μου; Τάφος πραγματικός. Κι οι άλλοι στο σπίτι; Ξέρανε κι αυτοί, δεν μπορεί να μην ξέρανε· μυστήριος κόσμος!

  Ξαναπήρε την εφημερίδα απ’ τα παγωμένα χέρια μου. Ήταν, φαινόταν ταραγμένος, όπως εκείνη τη βραδιά που ’χε έρθει η Ανδρομάχη με το Βαρδάρη. Στο τέλος,

-         Αυτός ο κόσμος τελειωμό δεν έχει. Σ’ όλη σου τη ζωή να μαθαίνεις και πάλι δε θα ξέρεις τίποτε, μου είπε και κοιτάζοντάς με περιπαιχτικά,

-         Εσύ να τ’ ακούς αυτά, που ψάχνεις για τον πάτο των πραγμάτων, μου είπε και ξαναβυθίστηκε σ’ εκείνη την ασήκωτη σιωπή του.

    

 

Από τη συλλογή Το τελευταίο καταφύγιο και άλλα διηγήματα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1989

 

 

 

 

     

 

 

   

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA