ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ

 

Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ

 

                                                      Όμως ο πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμη.

                                                      Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ

                                                      ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

 

Επέτειος, μουρμούρισε ο πατέρας μου μέσ’ απ’ τα σφιγμένα του δόντια, στερεώνοντας τη σημαία στα κάγκελα του μπαλκονιού, κι αφού έμεινε για λίγο συλλογισμένος,

- Σάματι περνάει τίποτε, για να κινδυνέψουμε να το ξεχάσουμε; αναρωτήθηκε.

Με παραξένεψε που μίλησε έτσι, από μόνος του, ο πατέρας μου, μιας και είχα προσέξει πως τελευταία δεν άνοιγε ποτέ συζήτηση. Μονάχα αν τύχαινε να του μιλήσει κανένας άλλος, κι αυτό, πάλι, σαν να του ’παιρνες τα λόγια απ’ το στόμα με το τσιγκέλι.

Μ’ έτρωγε η περιέργεια· τι εννοούσε, άραγε; Ο παππούς μου κατέβασε αργά την εφημερίδα του, τον κοίταξε με απορία από πάνω της και πριν προλάβω να ρωτήσω τι εννοούσε ο πατέρας,

- Εννοεί, είπ’ ο παππούς μου, ότι θυμάται τους πολέμους του ’12 και του ’13· πρόλαβε να μου πει και κοιτάχτηκαν οι δυο τους με μια σημασία που δεν την εννοούσα. Τελικά ο γέρος, νικημένος, θαρρείς, από το βλέμμα του πατέρα μου, παράτησε την εφημερίδα και καθώς σηκωνόταν να φύγει, είπε·

- Εγώ πάω μέσα, λες και χρειαζότανε να δώσει γι’ αυτό κάποιαν εξήγηση. Και καθώς έφτανε στην πόρτα,

- Εσύ κάνε ό,τι θες, συμπλήρωσε, άλλωστε πατέρας του είσαι...

Έξω στο δρόμο θόρυβος, γέλια, φωνές, ο κόσμος που κατέβαινε στην παραλία να δούνε την παρέλαση.

Ο πατέρας μου, ανέκφραστος, σιωπηλός και με το βλέμμα του στραμμένο έξω, στο δρόμο, έκλεισε την μπαλκονόπορτα κι είπε, χωρίς καν να με κοιτάξει:

- Θυμάμαι τότε, το ’12 και ’13. Με τους πολέμους κι όλες εκείνες τις ανακατωσούρες, δεν είχαμε σχολείο κι ερχότανε, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα ο θείος Μερκούρης, αδελφός μεγαλύτερος της γιαγιάς σου, και μ’ έπαιρνε στο σπίτι τους απ’ το πρωί. Ήταν άτεκνος· ή μάλλον, είχε πριν τρία μεγάλα παιδιά που τα ’χασε και τα τρία από φυματίωση, καλπάζουσα. Εγώ ήμουνα τότε εννιά δέκα χρονώ παιδί και, παρόλο που ο θείος μου μαζί με τη γυναίκα του, τη θεία Καλλιόπη, κάνανε το παν για να μ’ ευχαριστήσουν, εγώ δεν ήθελα να πηγαίνω καθόλου. Ήταν το θανατικό που χτύπησε αλύπητα τα καημένα τα ξαδέλφια μου; Ήταν η σκιά τους που θαρρούσα πως πλανιότανε ακόμη απειλητική μέσα στο σπίτι; Πάντως, φοβόμουνα· ξέρεις τώρα, παιδιά... Κάθε τόσο είχαμε φασαρίες μες στο σπίτι.

Η γιαγιά σου επέμενε·

- Θα πας, μου ’λεγε και δε σήκωνε αντιρρήσεις...

Εγώ πάλι έκανα το παν για να μην πάω. Κυρίως έκανα τον άρρωστο, μιας και το ’βλεπα πως αυτό το κόλπο περνάει πιο πολύ από κάθε άλλο. Στο τέλος όμως είδα πως δεν περνάν αυτά και παραιτήθηκα από μόνος μου απ’ όλα μου τα κόλπα.

Όμως τότε ακριβώς, στα 1913, στους αρχικούς μου φόβους και τους δισταγμούς προστέθηκε ακόμη ένας· ήταν ένας δικός μας συνταγματάρχης του ιππικού, ένας κοντόχοντρος και κόκκινος-παντζάρι μεσήλικας, με βλέμμα συνοφρυωμένο κι άγριο, που ήρθε κι επίταξε, ένας μονάχος άνθρωπος, ολόκληρο το πάνω πάτωμα του θείου μου. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος δε μ’ άρεσε καθόλου από την πρώτη μέρα που τον είδα να πίνει τον καφέ του στου θείου Μερκούρη, με την κοιλιά του τουρλωμένη αναιδέστατα. Και δε μ’ άρεσε, κυρίως, γιατί, δεν ξέρω πώς, μου προξενούσε κάποια κακά προαισθήματα. Γι’ αυτό κι όταν άκουγα τα πέταλα του αλόγου του να χτυπάνε στο πλακόστρωτο της αυλής, πήγαινα και κρυβόμουνα. Τις πιο πολλές φορές όμως ξεπόρτιζα με τρόπο έξω, στο δρόμο, να παίξω με τα άλλα τα παιδιά της γειτονιάς. Όμως η προσοχή μου ήταν προσηλωμένη στο πάνω πάτωμα του σπιτιού, να δω φως και να καταλάβω πως είχε φύγει, για να γυρίσω ήσυχος στου θείου μου. Κι εκεί, απ’ τη στιγμή που γύριζα, καθόμουνα και περίμενα υπομονετικά την ώρα που θα ’ρχότανε ο παππούς σου, συνήθως κατά τις εφτά τ’ απόγευμα, να με φέρει σπίτι μας. Και μόλις φτάναμε εκεί, μ’ έπιανε ένα περίεργο αίσθημα, πως δηλαδή εκείνη η μέρα μου είχε πάει εντελώς χαμένη, είχε απομείνει ένα τελείως άγραφο λευκό χαρτί.

Εκείνες τις μέρες, αρχές Μαρτίου ήτανε του 1913, μέσα στην πόλη γινότανε μεγάλη ανακατωσούρα. Είχαν βλέπεις σκοτώσει (ένας «τρελός», είπανε) το βασιλιά, τον Γεώργιο τον πρώτο, την ώρα που έκανε με τον υπασπιστή του τον απογευματινό του περίπατο στην Αγία Τριάδα, κοντά στου θείου σου του Μερκούρη, όπου σήμερα έχουνε και την προτομή του. Πέρασαν όμως μέρες και μέρες, κι ενώ όλοι ξέραμε πως πάνω στο Διοικητήριο γίνονταν ανακρίσεις και λοιπά, ωστόσο τίποτε το θετικό δεν είχαν πει ακόμη. Φυσικά σ αυτές τις περιπτώσεις ο ένας αρχίζει να τα ρίχνει στον άλλο: οι βενιζελικοί, πως το ’καναν οι ίδιοι οι βασιλικοί, για να γίνει βασιλιάς ο Κωνσταντίνος και να βγούμε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας. Οι βασιλικοί πάλι, πως το ’κανε ο Βενιζέλος, έτσι, ώστε για να στεριώσει το «Ελληνικό» στη Μακεδονία, κι άλλοι πως το ’καναν οι Βούλγαροι, είτε από μόνοι τους, είτε γιατί τους βάλανε οι Γερμανοί που ήταν σύμμαχοι τους. Μόνον οι αφελείς —λίγοι, πολύ λίγοι τότε— πιστέψανε πως το ’κανε ένας τρελός ή αναρχικός (το ίδιο ήτανε γι’ αυτούς), ο Αλέξανδρος Σχοινάς. Πάντως, ένα σου λέω· μεγάλη ανακατωσούρα τότε· ο ένας να στραβοκοιτάει και να υποψιάζεται τον άλλον, τα στρατεύματα συνέχεια επιφυλακή, ξένοι έμποροι, ένα σωρό τότε εδώ, κλείσανε τα μαγαζιά τους και πήγαν και κλειστήκανε στα σπίτια τους βάζοντας απέξω φρουρούς, σωματοφύλακες, ας πούμε, καβάσηδες — Αρβανίτες. Τα ίδια και οι Εβραίοι κι οι δικοί μας.

Όμως ο θείος Μερκούρης, τίποτε· ήρθε τη συνηθισμένη μέρα μου να με πάρει, σαν να μην έτρεχε τίποτε· κι όλα τρέχανε. Εδώ έτρεχε η γης κάτω απ’ τα πόδια μας, κι αυτός σημασία. Τέτοια λαχτάρα.

Ο παππούς σου ωστόσο έδειχνε δισταχτικός.

- Δε θα ’τανε καλύτερα να ’μενε εδώ; ρώτησε μόνον, δειλά. Όμως, η γιαγιά σου, σαν είδε στεναχωρημένο τον αδελφό της,

- Τι εδώ, τι εκεί, είπε αποφασιστικά, σάματι ο Μερκούρης κι η Καλλιόπη δεν τον προσέχουν σαν τα μάτια τους;

Παρακάλαγα μέσα μου να μην υποχωρήσει ο πατέρας μου, να μη δεχτεί. Μάταια όμως· περιορίστηκε μόνο σ’ ένα άτολμο,

- Έλεγα δηλαδή, μήπως θα ’τανε καλύτερα να μην... κι ύστερα δεν έβγαλε πια μιλιά.

Ξεκινήσαμε με τα πόδια για το σπίτι του θείου Μερκούρη και πήγαμε απ’ τη θάλασσα, απ’ τον Πύργο. Παρόλο που δεν έβρεχε, είχε, θυμάμαι, μια τρομερή υγρασία που σου περόνιαζε τα κόκαλα. Κάτω, στο άνοιγμα της Αγίας Τριάδας, προς τη μεριά της θάλασσας, εκεί ακριβώς που είναι σήμερα η προτομή του βασιλιά, είχανε βάλει κάτι γαλάζιες κι άσπρες κορδέλες και σημαιούλες ελληνικές, κι ο κόσμος πήγαινε, μέρες τώρα, κι έριχνε λουλούδια.

- Εδώ, μου είπ’ ο θείος μου, εδώ τον σκότωσαν το βασιλιά. Μ έζωσε ένας κρύος φόβος, κι ακόμη περισσότερο όταν ο θείος Μερκούρης άρχισε να μου διηγείται τις λεπτομέρειες και τα περιστατικά.

- Όταν (κάνοντας τον περίπατό του ο βασιλιάς με τον υπασπιστή) φτάσανε εδώ, σκέψου· μονάχοι τους, ούτε κάνας αστυνομικός ούτε κάνας άλλος. Όταν λοιπόν φτάσανε εδώ, βγήκε απ’ αυτόν τον κήπο ο Σχοινάς, με το πάσο του, και... Εδώ σταμάτησε ο θείος Μερκούρης, καθώς ένιωσε να του τραβάω το χέρι φοβισμένος, να πάμε γρήγορα στο σπίτι του.

- Ναι, ναι, πάμε, μου είπε σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο.

Φτάσαμε σπίτι του και κλείστηκα μέσα και δεν ήθελα από κει να το κουνήσω. Έξω ακούγονταν στρατιώτες, άλογα, πανικόβλητα τρεχαλητά και, σε λιγάκι, φωνές διαμαρτυρίας, ως και πιστολιές ακούστηκαν.

- Πάω να δω τι γίνεται, είπ’ ο θείος Μερκούρης και κίνησε να πάει προς την πόρτα. Όμως, η θεία Καλλιόπη,

- Κάτσε δω που βρίσκεσαι, χριστιανέ μου, του είπε, κι αμέσως, σαν τελευταίο και πιο ισχυρό της επιχείρημα, πρόσθεσε·

- Είναι και το παιδί εδώ...

Πράγματι έμεινε, όμως το ’βλεπα: καιγότανε, σε κάρβουνα αναμμένα καθόταν, να πληροφορηθεί, και πηγαινοερχότανε ανήσυχος, ρίχνοντας πού και πού καμιά ματιά απ’ το παράθυρο στο δρόμο. Σε λίγο ακούστηκαν τα πέταλα του αλόγου του συνταγματάρχη στην αυλή, κι ο θείος Μερκούρης, που, ως φαίνεται, δεν κρατιότανε πια, έτρεξε έξω και,

- Δεν έρχεστε μέσα να πιείτε έναν καφέ; τον ακούσαμε να λέει στο συνταγματάρχη, και πριν προλάβω να συνέλθω, να καταλάβω τι γίνεται, βλέπω το συνταγματάρχη κορδωμένο και συνοφρυωμένο, όπως πάντα, να μπαίνει μες στη σάλα σα να ’τανε μονάχα αυτός και κανένας άλλος. Έκανα να φύγω, να πάω να κρυφτώ μες στην κουζίνα, μα ευτυχώς άκουσα εκείνη τη στιγμή τα βήματα του πατέρα μου που ερχότανε, νωρίτερα απ’ άλλοτε, να με πάρει και να πάμε στο σπίτι μας. Ταυτόχρονα μπήκε μέσα ο παππούς σου, κι απ’ τη βιασύνη και την ταραχή του ούτε καν είδε το συνταγματάρχη και,

- Πάει, τον φάγανε και τον Σχοινά, είπε και πρόσθεσε·

- Ποιος ξέρει τι βρομιές τους ήξερε και... τον ξωπετάξανε απ’ το παράθυρο, απ’ τον τρίτο όροφο του Διοικητηρίου.

- Σσς, του έκανε με τρόπο, μα επιτακτικά, θείος Μερκούρης, κι ο παππούς σου έριξε γύρω του μία ματιά, κατάλαβε κι έκοψε αμέσως την κουβέντα. Όμως ο συνταγματάρχης ήταν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις του, που έδειχνε πως δεν άκουσε τίποτε, και κάθισε βαρύς και σιωπηλός σε μια καρέκλα με το βλέμμα του προσηλωμένο στον απέναντί του τοίχο, λες και μ’ αυτό ήθελε απέναντι του να καρφώσει κατιτί. Ύστερα, σαν ξυπνούσε από βαθύ ύπνο, ανασήκωσε το κορμί του λέγοντας,

- Την ώρα που εγένετο η ανάκρισις, ο δολοφόνος διέλαθεν της προσοχής των ανακριτικών οργάνων και ηυτοκτόνησεν ριφθείς εκ του τρίτου ορόφου του Διοικητηρίου. Το είπε σαν να διάβαζε κάποια επίσημη ανακοίνωση, κι εγώ, αν και δεν πολυκατάλαβα, ένιωσα μια πρόσθετη ταραχή. Ωστόσο όλοι, ακόμη κι οι μεγάλοι, απομείναμε άφωνοι κι αμήχανοι. Ο συνταγματάρχης όμως, μόλις τα είπε, χαλάρωσε πάνω στην καρέκλα κι έβγαλε την τσιγαροθήκη και τον αναπτήρα του, καθώς κι ένα μικρό βάζο του γλυκού τυλιγμένο σε μιαν εφημερίδα. Η Θεία Καλλιόπη του ’φερε γλυκό του κουταλιού και τον καφέ του, κι αυτός άναψε μηχανικά τσιγάρο και τράβηξε, αμίλητος, μια γερή ρουφηξιά. Ένιωσα να πλανιόνται παντού ένα σωρό ερωτήματα, όμως κανένας δεν τολμούσε να ρωτήσει πώς και τι. Πώς, δηλαδή, «διέλαθεν της προσοχής» τόσων ανθρώπων· ή, μήπως, δεν «διέλαθεν», αλλά τον ρίξανε οι άλλοι; Κι ύστερα, ποιοι ήταν αυτοί οι άλλοι; Αυτοί ή εκείνοι; Οι τάδε ή οι δείνα; Τίποτε· μόνον οι εφημερίδες οργίαζαν από την άλλη μέρα, η καθεμιά ανάλογα με το χαβά της. Μελετημένα από τότε, βλέπεις, πράματα. Στο τέλος πέσανε όλοι τους στη λούμπα του «πες να πω και τίποτα να μη λέμε». Έτσι εξηγείται πως, τόσα και τόσα χρόνια και τότε, κι ακούς σήμερα ανθρώπους σοβαρούς, γνώστες, υποτίθεται, της ιστορίας μας, κι όταν γίνεται κουβέντα σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα, έχεις την εντύπωση πως σου μιλάνε ακόμη μέσ’ απ’ την παλιά εκείνη λούμπα. Αυτή που, παρόλο ότι τη στήσανε αλμπάνηδες, πρέπει να παραδεχτείς πως, ήταν, τελικά, καλοστημένη. Όσο γι’ αυτά που εγώ πιστεύω, πες μου· τι σημασία έχει τι πιστεύω εγώ; Ή τι σημασία έχει τι πιστεύουν οι άλλοι; Οι ηλίθιοι, σπεκουλαδόροι, οι επιτήδειοι επίσημοι; Τέλος πάντων... Κοιτάζαμε, που λες, το συνταγματάρχη που χάιδευε τρυφερά μα κι ασυναίσθητα το πακετάκι του. Το πρόσωπό του ήταν εντελώς ανέκφραστο, κι είχα την εντύπωση πως ήθελε να μας παιδέψει, να μας αναγκάσει πρώτοι εμείς να τον ρωτήσουμε γι’ αυτόν τον κρυμμένο του... θησαυρό. Και δεν έπεσα έξω, γιατί σε μια στιγμή ο θείος Μερκούρης, πιο περίεργος απ’ όλους, τον ρώτησε·

- Και τι έχετε, αν επιτρέπεται, μες στο πακέτο; ο συνταγματάρχης χαμογέλασε σατανικά κι αυτάρεσκα, και μ’ αργές, τελετουργικές σχεδόν, κινήσεις άρχισε να ξετυλίγει το πακετάκι του. Ήταν, πράγματι, ένα βαζάκι απ’ αυτά του γλυκού, γεμάτο με σπίρτο, όπου έπλεε ένα σκούρο πράμα, τόσο ακαθόριστο που ούτε καν μπορούσες να καταλάβεις τι είναι.

- Αν ξέρετε, τι είν’ αυτό; ρώτησε ο συνταγματάρχης, λες και τους προκαλούσε όλους ν απαντήσουν σ’ ένα αίνιγμα, βέβαιος πως δε θα ’βρισκαν τη λύση του. Ο παππούς σου ανασήκωσε τους ώμους του θέλοντας έτσι να πει,

- Πού να ξέρουμε εμείς; Οπότε ο συνταγματάρχης, θαρρείς, ζωήρεψε απότομα, ανακάθισε στην καρέκλα του κι είπε·

- Όταν έπεσε ο παράφρων, ο στυγερός δολοφόνος, εγώ βρισκόμουν κάτω, στο προαύλιο, στη φρουρά, κι ήμουν, τολμώ να πω, ο πρώτος που τον αντελήφθη να πέφτει. Φοβερός γδούπος. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι κάνει τέτοιο θόρυβο πέφτοντας από ψηλά το ανθρώπινο κορμί. Όμως εγώ δεν τα ’χασα, όπως τα είχαν χάσει οι άλλοι. Συνήλθα ακαριαία από την έκπληξη και έτρεξα να δω. Και τι να δω; Ο δολοφόνος είχε γίνει πίτα. Κι ωστόσο μου φάνηκε πως ακόμη ανέπνεε. Και τότε, πώς μου ’ρθε; Περίμενα και μόλις ο κακούργος άφησε κει, στο πλακόστρωτο της αυλής, την τελευταία του πνοή, «αυτό το περιστατικό αξίζει να το γράψει η ιστορία»,είπα μέσα μου, και τράβηξα το σπαθί μου, και χρααπ, του παίρνω τ αυτί του. Απομείναμε όλοι έκπληκτοι και φοβισμένοι απ’ τα καθέκαστα, ενώ εκείνος φαινόταν ν’ απορεί που, ενώ πίστευε πως θα θαυμάσουμε την πράξη του, εμείς είχαμε βουβαθεί. Ωστόσο δεν το ’βαλε κάτω κι έκανε την τελευταία του και πιο αποτελεσματική, κατά τη γνώμη τον, προσπάθεια για να κερδίσει τις εντυπώσεις μας·

- Αυτό που βλέπετε, μας λέει δείχνοντάς μας το βάζο, είναι το αυτί του απαίσιου δολοφόνου του λαοφιλούς βασιλέως μας.

Άρχισα να τρέμω σύγκορμος και στο τέλος, χωρίς καν να το θέλω, άρχισα να κλαίω γοερά, οπότε ο παππούς σου τινάχτηκ’ επάνω σαν ελατήριο κι ήρθε γονατιστός και μ’ αγκάλιασε. Κι ήτανε τόση η ταραχή του, που με πήρε άρον άρον απ’ το χέρι και χωρίς καν να καληνυχτίσει, φύγαμε. Από τότε αρνιόταν επίμονα να μ αφήσει να πάω απ’ το πρωί στου θείου Μερκούρη. Ούτε κι εκείνος όμως το ξαναζήτησε.

Δεν την είχα ξανακούσει αυτή την ιστορία. Ποτέ δεν είχε γίνει, τόσα χρόνια, η παραμικρή νύξη, και τώρα που την άκουγα μ’ έπιασε φόβος, κι η αηδία, θαρρείς, με γέμιζ’ ολόκληρο.

Ο πατέρας μου όμως αδιαφορώντας για την ολοφάνερή μου, νομίζω, αναστάτωση, πήρε βαθιά αναπνοή και συνέχισε με φωνή που κάθε τόσο βούλιαζε και χανότανε τελείως:

- Τώρα, θα πεις· τι την κρεμάω τη σημαία; Έτσι, από ’να συνήθειο, το θέλει η μέρα, βλέπεις. Ίσως και για να θυμάμαι, να ’χω το νου μου σ’ όσα γινήκανε και σ’ όσα θα γίνουνε από δω και μπρος. Γιατί, ένα να ξέρεις· ένας είν’ ο πόλεμος και δεν τελειώνει ποτέ. Και ξες γιατί; Γιατί η ψυχή του ανθρώπου είναι πάντα η ίδια, από καταβολής του κόσμου μας, και δεν αλλάζει ποτέ και με τίποτε. Κατάλαβες;

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA