Ο Κορίνος

του Τόλη Καζαντζή

 

 

                Ήρθαν στη γειτονιά μετά την κατοχή, λίγο πριν απ΄ το δημοψήφισμα για το βασιλιά, και πιάσανε το σπίτι πλάι στο καλογερίστικο μετόχι, λίγο πιο εδώ απ΄ το Ιπποδρόμιο. Απ΄ την αρχή δεν τον θελήσαμε μαζί μας. Δεν ήταν που μας περνούσε δυο τρία χρόνια. Σάμπως η αδερφή του η Ελένη δεν ήταν μεγαλύτερη απ΄ τ΄ άλλα κορίτσια; Κι όμως κόλλησε μαζί τους απ΄ την πρώτη μέρα. Αυτός όμως, ο Κορίνος, ήταν αχώνευτος. Μόνος αυτός απ΄ την οικογένεια έκανε το σπουδαίο, που ο πατέρας του ήταν διευθυντής σε «ταμείο» κι ακόμα, δεν πρόλαβε να ΄ρθει στη γειτονιά και τα κατάφερε με τα χειροφιλήματα και τις τσιριμόνιες στον παπα-Γιώργη να βαστάξει με την πρώτη Κυριακή στην Εκκλησία το σταυρό, ενώ εμείς χρόνια το πολεμάγαμε κι ακόμα «ξεφτέρι» βαστάγαμε, κι αυτό όχι κάθε Κυριακή. Γι΄ αυτά και γι΄ άλλα κανένας δεν τον ήθελε στην παρέα. Στην πραγματικότητα τον λέγανε Νικολάκη, μα εμείς τον φωνάζαμε «Κορίνο» γιατί είχε και μιαν άλλη αδερφή που τη λέγανε Κορίνα, άκου Κορίνα! Έτσι γεμίσαμε με το πρώτο όλους τους τοίχους· «Εξορία του Κορίνου» γράφαμε, αλλ΄ αυτός σημασία δεν έδωσε, κι αυτό μας σκύλιασε ακόμα περισσότερο και δος του πιο πολύ «Εξορία του Κορίνου». Μονάχα αν τον φώναζες κατάμουτρα «Κορίνο», γινότανε θηρίο, τόσο που αλίμονό σου αν σε βούταγε απάνω στο θυμό του. Έτσι τον βούτηξε εκείνο τ΄ απόγεμα το Νώντα και κόντεψε να τον αφήσει στον τόπο, κι αυτός τον πήραν τα αίματα κι έτρεξε με τα κλάματα στο σπίτι. Ο Χρίστος και γω το σκάσαμε και γλιτώσαμε. Όμως αυτό δε θα περνούσε έτσι. Θα τον παραφυλάγαμε κι όταν θα πλησίαζε θα τον αρχινούσαμε στις πέτρες. Έτσι κι έγινε. Του ανοίξαμε το κεφάλι και την άλλη μέρα ήρθε στο σχολείο με σαρίκι. Εμείς πάλι παγώσαμε όταν είδαμε τον πατέρα του να μιλάει με το διευθυντή πριν απ΄ την προσευχή. Ύστερα ο διευθυντής μάς φώναξε και μας είπε μπροστά σ΄ όλο το σχολείο «παλιόπαιδα» κι άλλα, κι ύστερα «αποβάλλεσθε επί διήμερον και να έλθετε με τον κηδεμόνα σας». Έφυγα σαν άρρωστος κι όταν είδα στις μεγάλες τάξεις την αδερφή μου να κλαίει ήταν ν΄ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Βγήκαμε έξω και γυρνούσαμε σαν τις άδικες κατάρες κι ο Νώντας έλεγε πως ο πατέρας του Κορίνου ήρθε και μας πρόδωσε στο διευθυντή γιατί είχε μαλώσει με το δικό του την Κυριακή στη «Λέσχη των κυνηγών» για το δημοψήφισμα, γιατί, λέει, ο πατέρας του Νώντα δεν ήθελε το βασιλιά. Δε βαριέσαι. Πάντως εμείς την ώρα που σχολούσαν τ΄ άλλα τα παιδιά, κάναμε πως σχολάμε μαζί τους. Στο σπίτι όταν άκουσαν τα καθέκαστα μάς τάραξαν στο ξύλο και τ΄ απόγεμα βγήκαμε έξω, μα πού όρεξη για παιχνίδι. Ύστερα, και τ΄ άλλα τα παιδιά μας απέφευγαν και μεις, τι να κάνουμε, πήγαμε σ΄ άλλες γειτονιές στον πλάτανο και στο «Αξά Μετζίτ» κι όλο η λύσσα μας μεγάλωνε για τον άτιμο τον Κορίνο τον προδότη. Κατά το βραδάκι γυρίσαμε στη γειτονιά και τι να δούμε: Ο Κορίνος έβγαινε απ΄ το γιαουρτσήδικο κρατώντας ένα πιάτο με γιαούρτι. Κοιταχτήκαμε και χωρίς λέξη πήραμε την απόφαση. Τρέξαμε και κόβοντας απ΄ τη Ρωμανού, βρεθήκαμε μπροστά του λίγο πριν απ΄ το σπίτι του. «Προδότη» του είπε ο Χρίστος και γω του ΄φερα κλωτσιά στο καλάμι. Ο Κορίνος έκανε να σκύψει μα σκέφτηκε το γιαούρτι και κρατήθηκε κι εκεί απάνω ο Νώντας του ΄φερε γροθιά στα μούτρα και γω του ΄δωσα μια από κάτω απ΄ το πιάτο που του ΄ρθε το γιαούρτι στα μούτρα. Γινήκαμε καπνός και πήγαμε στα σπίτια μας, μα σε λίγο ήρθε ο μπαμπάς τού Κορίνου κι έκανε μαύρα παράπονα στη μάνα μου. Εκείνη έτρεμε απ΄ το θυμό της, τόσο που ούτε να με δείρει μπορούσε. Μονάχα μ΄ άρπαξε απ΄ το μπράτσο και μ΄ έσυρε μαζί της έξω απ΄ το σπίτι και με πήγε στο πλαϊνό μας μέγαρο όπου στεγάζονταν εθνοφρουροί. «Πάρτε τον κι εκτελέστε τον», τους είπε, «δε μπορώ πια μ΄ αυτόν». Ήρθαν τρεις εθνοφρουροί, μπαμπαλήδες, κι ο ένας πιο άγριος, «θα το ξανακάνεις;» με ρώτησε. Έκλαιγα κι ούτε λέξη δε μπόρεσα να βγάλω. «Για δες πείσμα», λέει ο άλλος, κι ο τρίτος «Εμπρός στον τοίχο». Πήραν τα όπλα και μ΄ έστησαν στον τοίχο, και γω να κλαίω και να τρέμω σαν το ψάρι. «Θα το ξανακάνεις;», φώναξε πιο άγρια ο πρώτος μπαμπαλής και γω «όχι» κατάφερα να πω. Η μάνα μου με πήρε απ΄ το χέρι και σαν είδε την τρομάρα μου μού αγόρασε ένα πακετάκι ευκάλυπτο Στρίβοντας τη γωνιά είδαμε τον κυρ-Κώστα, τον πατέρα του Νώντα, που γυρνούσε πιωμένος, όπως κάθε βράδυ, απ΄ τη δουλειά του, χαμάλης στο λιμάνι. «Γιατί κλαίει το παιδί;», ρώτησε τη μάνα μου κι εκείνη του τα είπε με το νι και με το σίγμα για το τι κάναμε εκείνη τη μέρα εγώ κι ο Νώντας στον Κορίνο. Πλησίασε κι ο Νώντας σα δαρμένο σκυλί, έτοιμος να το σκάσει πριν τον βουτήξει ο κυρ-Κώστας, μα αυτός φάνηκε συλλογισμένος κι ύστερα «ώστε του Κορίνου ο μπαμπάς» είπε και μας πήρε απ΄ το χέρι και τους δυο. Όταν φτάσαμε κάτω απ΄ το σπίτι του Κορίνου, ο κυρ-Κώστας έβγαλε την αγριοφωνάρα του:

 

Ο προδότης βασιλιάς

δεν είναι Έλληνας αυτός,

είναι του Κάιζερ γαμπρός

γέννημα θρέμμα Γερμανός,

παρέδωσε στους Βούλγαρους

τα εκατό κανόνια μας,

δέκα χιλιάδες μαχητάς,

του Κορίνου ο μπαμπάς.

 

                Κόσμος μαζεύτηκε και γελούσε κι ο κυρ-Κώστας εξηγούσε πως όλα αυτά τά ΄κανε ο μπαμπάς του Κορίνου «για λόγους πολιτικούς». Εμείς το χάσκαμε κι ο κυρ-Κώστας μόλις μας είδε: «Ακόμα εδώ είστε, ρε μπαστάρδοι;», μας είπε.-

 

Από τη συλλογή διηγημάτων «Η παρέλαση» (Ερμής 1976), σελίδες 61-63.

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA