Η παρέλαση

του Τόλη Καζαντζή

 

 

                Περιμέναμε πως όπου να ΄ναι φεύγουνε οι Γερμανοί. Η κίνηση στα τρία μέγαρα της γειτονιάς δεν έλεγε να σταματήσει νύχτα μέρα. Κι αυτό γινότανε ολόκληρες βδομάδες. Ώσπου ένα πρωί, χαράματα πες, μπήκαν στη γραμμή κανονικά και φύγανε με τα κάρα τους και τα φορτηγά τους φορτωμένα μέχρι τα μπούνια. Τότε χυμήξαμε όλοι στα τρία μέγαρα και δεν αφήσαμε καρφίτσα, που λέει ο λόγος. Δεν πέρασε μια ώρα και διαδόθηκε πως έρχονταν οι δικοί μας. Τρέξαμε και μεις, μικρά παιδιά, να δούμε την παρέλαση.

 

                Απ΄ το Ιπποδρόμιο κατέβαιναν χαρούμενες παρέες με σημαίες, άλλες ελληνικές κι άλλες ρώσικες με σφυροδρέπανα, και σε λιγάκι ο δρόμος προς τον Πύργο και τα πεζοδρόμια πήξανε στον κόσμο που ανυπομονούσε. Βγήκανε δυο με το χουνί και φώναξαν πως «ο απελευθερωτικός στρατός, ο τιμημένος ΕΛΑΣ βρίσκεται στο Βαρδάρι». Ο κόσμος ζητωκραύγασε και μεις καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε στη μαρκίζα του σινεμά «Ηλύσια» κι από κει τα βλέπαμε όλα. Από παντού αντηχούσαν τραγούδια, στα μπαλκόνια απλώσανε ο κόσμος τις σημαίες. Τραγουδούσαμε και μεις:

 

Τα χρυσά σπαθιά των Άγγλων

θα τα κάνουμε σφυριά,

θα τα κάνουμε δρεπάνια

να θερίζει η αγροτιά.

 

                Ήτανε ωραία τραγούδια. Θυμάμαι, αργότερα, πόσο μου είχε αρέσει ένας σκοπός όταν μια μέρα μαζεύτηκε κόσμος και ντουνιάς στην πλατεία Αγίας Σοφίας και τον τραγουδούσε γονατιστός. Πήγαμε κι εμείς και γονατίσαμε.

 

Αιωνία η μνήμη σε σας, αδελφοί,

στον τίμιο που πέσατε αγώνα.

 

                Ύστερα αρχίσανε να βγάζουνε λόγους, μα εμείς δεν καταλαβαίναμε λέξη, βαρεθήκαμε και φύγαμε. Και καλά που φύγαμε, γιατί μετά πέσανε μπιστολιές, όπως μάθαμε. Εκείνη όμως τη μέρα λέγανε άλλα τραγούδια, πιο χαρούμενα.

 

Τα τανκς και τα κανόνια,

Βουλγάροι, Γερμανοί,

κι αυτοί οι Παοτζήδες

μας πήραν το ψωμί.          

 

                Ο ενθουσιασμός του κόσμου φούντωνε. Και τα χουνιά ανάγγειλαν πως «ο στρατός μας μπήκε στην Τσιμισκή». Ο κόσμος άρχισε τα «ζήτω» κι άλλοι αγκαλιάζονταν και χοροπηδούσαν και μεις απάνω στη μαρκίζα πιο πολύ απ΄ όλους. Ώσπου άρχισε η παρέλαση: Μπροστά πηγαίνανε καμιά κατοσταριά καβαλαραίοι, αρματωμένοι σαν αστακοί, με γενειάδες κι αυτόματα και φυσεκλίκια χιαστί στο στήθος. Ύστερα έρχονταν οι πεζοί, κι αυτοί το ίδιο αρματωμένοι, και πιο πίσω καμιά πεντακοσαριά παιδιά που κουβαλούσανε καμμένα γερμανικά όπλα, απ΄ αυτά που μέρες πριν καίγανε οι Γερμανοί αβέρτα. Αυτούς, δεν ξέρω ποιος τους πρωτοείπε «η καμμένη μεραρχία» και σε λιγάκι έτσι τους φώναζε όλος ο κόσμος. Μετά ακολουθούσε μπουλούκι ο κόσμος. Εκεί να δεις σημαίες ελληνικές και ρώσικες, και σηκωμένη τη γροθιά απάνω στα μπαλκόνια, και «Θα σας κατεβάσουμε» φωνάζανε σ΄ όσους παρακολουθούσαν από κει. Στο μεταξύ ο κόσμος που περίμενε στα πεζοδρόμια μπουκάρησε στο δρόμο κι αγκάλιαζε τους αντάρτες. Μερικοί είχανε φέρει και γλυκά και τους κερνούσανε, άλλοι μπαίνανε μες στις γραμμές των ανταρτών και τραγουδούσαν όλοι μαζί αγκαλιασμένοι.

 

                Ξαφνικά έγινε κάτι που κανένας δεν το περίμενε. Απ΄ την Τσιμισκή ακούστηκε το μουγκρητό μιας μοτοσυκλέτας κι ένας Γερμανός μοτοσυκλετιστής, με τ΄ αυτόματο στο στήθος, πέρασε σα σαΐτα.

 

                — Γυρνάνε πίσω, ακούστηκαν φωνές κι ο κόσμος σκόρπισε απ΄ το δρόμο μαζί με τους αντάρτες κι οι καβαλαραίοι κρατάγανε με το ζόρι τ΄ άλογά τους. Ύστερα τα χουνιά ξαναφώναξαν: «Ένας ήταν, ένας ήταν», και το πανηγύρι σιγά σιγά ξανάρχισε. Μονάχα που μερικοί αρχίσανε να φεύγουνε κατά την απάνω πόλη. Ωστόσο η παρέλαση ανασυντάχτηκε και, μόλο που το πράμα είχε κρυώσει κάπως, δεν πάψανε τ΄ αγκαλιάσματα και τα τραγούδια. Κι ύστερα ακούστηκε ξανά το μουγκρητό της μοτοσυκλέτας να ΄ρχεται απ΄ τη μεριά του Πύργου αυτή τη φορά, και σε λιγάκι φάνηκε σίφουνας ο ίδιος Γερμανός, να ΄χει απάνω στο ντεπόζιτο της μηχανής του μια βαλίτσα.

 

                — Ρίχτε του, ρίχτε του, ακούστηκαν φωνές, μα κανένας δεν του έριξε. Δυο τρία άλογα ρίξανε κάτω τους καβαλαραίους τους. Ο κόσμος διαλύθηκε με μιας. Οι πιο πολλοί πήρανε τους δρόμους κατά πάνω. Ούτε τραγούδια ούτε αγκαλιάσματα. Μονάχα τις σημαίες κρατάγανε διπλωμένες στους ώμους τους και τα σιγολέγανε παρέες παρέες.

 

                Εμείς σαλτάραμε απ΄ τη μαρκίζα των «Ηλυσίων» και ξαναγυρίσαμε στη γειτονιά.-   

 

Από τη συλλογή διηγημάτων «Η παρέλαση» (Ερμής 1976), σελίδες 15-17.

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA