ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ

 

ΑΛΕΣΤΑ

 

Από την επανάστασιν του ’66 ενθυμούμαι ολίγα πράγματα, και αυτά συγκεχυμένα και αόριστα. Αι αναμνήσεις μου πού μεν συγχέουν τας χρονολογίας και παριστώσι τα γεγονότα χρονολογικώς ανακόλουθα, πού δεν έχουσιν εξαλειφθεί ή τουναντίον έχουσιν αναχρωματισθεί υπό μεταγενεστέρων αφηγήσεων.

Ενθυμούμαι ως όνειρον, ότι μίαν ημέραν έφευγον οι Τούρκοι πανοικεί από το χωριό μας και ότι οι χανούμισσες εδάκρυον. Έπειτα; διερχόμενος προ του σιδηρουργείου του Φεραντούνη, είδα καταγής σφαίρας τας οποίας έχυνον εκεί και αι οποίαι ήσαν συγκεκολλημέναι ως ορμαθοί κορομήλων. Κατ’ εκείνας δε, φαίνεται, τας ημέρας, εισήλθον εις μίαν οικίαν τουρκικήν. Ήτον ορθάνοικτη, χωρίς θυρόφυλλα, χωρίς παραθυρόφυλλα. Πολλοί χωριανοί μας ήσαν μέσα και ηρεύνων δεξιά και αριστερά, εν μέσω συντετριμμένων πίθων και άλλων σκευών. Εύρον δε και εγώ εν βιβλίον με τουρκικά γράμματα, το οποίον, νομίζω, κατόπιν ήρπασεν η μάνα μου και το απέρριψε μετά φρίκης. Έπειτα ήρχισαν να διέρχονται εκ του χωρίου μας άνθρωποι, τους οποίους δεν είχον ίδει ποτέ, άνθρωποι εκ της άλλης Κρήτης. Μεσαρίτες, Σφακιανοί, Ρεθυμνιώτες, με μεγάλα φέσια, με πετσέτες άσπρες, με προσφοράς ποικίλας, με τουφέκια μακρά, με δίκαννα, με πιστόλες και μαχαίρες, με άσπρα καπότα, έφιπποι ή πεζοί.

Ο πατήρ μου έλειπε· όταν δε τον επανείδον είχε μακρά γένια και εκάπνιζε με βαρύ τσιμπούκι, το οποίον είχε κατασκευάσει ο ίδιος, ελλείψει σιγαροχάρτου.

Έπειτα ήρχισαν να καταφθάνουν εθελονταί με φουστανέλες, με σκούφιες μαύρες, τσακισμένες εκ του πλαγίου, με κάπες και τσαρούχια. Τους ελέγαμεν θελοντήδες και λιάπηδες και αυτοί μας εκάλουν πατριώτες· έλεγον τις όρνιθες κότες και ενίοτε εβλασφήμουν «το γονιό». Τινές εξ αυτών εφόρουν στολάς με σιρίτια και μερικοί ήσαν αμούστακα παιδιά, λιαπάκια, δεκαοκτώ ως είκοσι ετών. Μίαν ημέραν, καθ’ ην η μάνα μου με ωδήγει εις το σπίτι και θυμωμένη, τις οίδε δια ποίαν παιδικήν παρεκτροπήν, μου έλεγεν:

«Άι, να ’χεις την οργή του κάτη!» ένα λιαπάκι την ηρώτησε μειδιών:

- Έχει, κυρά, κι ο γάτος οργή;

Έπειτα εις την θολωμένην μνήμη μου διατηρούνται μόνον τα ονόματα Κόρακας, Κορωναίος, Πετροπουλάκης, Μήτσας, καπετάν Χαραλάμπης, Αρκάδι, Όλγα, Ρωσία και ο εξής στίχος:

Ζήτω η Όλγα, ζήτω του νέου βασιλιά

και τύφλες του σουλτάνου του παλιομασκαρά.

Εν μέσω δε της ομίχλης της σαστισμένης εκ των ζωηρών και αθρόων εντυπώσεων της παιδικής μου διανοίας εν πράγμα παραμένει ζωηρότερον των άλλων: τετράγωνον χαρτί, κρεμάμενον εις τον τοίχον του απέναντι της οικίας μου καφενείου, επί του οποίου ήσαν προσαρτημένα ωραία μαχαιρίδια με στιλπνάς εξ ελεφαντοστού λαβάς. Και ο πόθος ον μου εκίνουν τα κομψά εκείνα σουγιαδάκια υπολανθάνει ακόμη και τώρα εν εμοί και ανεπιγνώστως με σταματά ενίοτε προ των προθηκών της οδού Ερμού.

Ημέραν τινά περί την δείλην, ο πατήρ μου εκάθητο εις την συνοικίαν Πλάκα, μετά του Συβουλοχοραλάμπη, ενός λαμπρού νέου,  ο οποίος εφονεύθη μετά τινα καιρόν εις μίαν μάχην. Ήμουν και εγώ εκεί. Μετ’ ολίγον εφάνησαν απέναντι, ολίγον άνωθεν του χωρίου, δύο ή τρεις άντρες κατερχόμενοι και οδηγούντες ημιόνους φορτωμένους όπλα, τα οποία απέστιλβον υπό τας τελευταίας ακτίνας του ηλίου. Ήσαν τα νέα όπλα, τα οποία εστέλλοντο εξ Ελλάδος, οι σισανέδες, οι οποίοι θα αντικαθίστων τα καριοφίλια, τους μουτσουνίγους, τις λαζαρίνες και τα λοιπά παλαιά τουφέκια. Ο πατήρ μου και ο φίλος μου κατελήφθησαν υπό ενθουσιώδους χαράς και έτρεξαν προς το επάνω μέρος του χωρίου. Την εσπέραν δε έφερεν εις το σπίτι ο πατήρ μου ένα μαύρον σισανέν και μίαν σακαράκαν με κιτρίνην λαβήν.

Τούρκους δεν είχον ίδει ακόμη, μετά την αναχώρησιν των ιδικών μας. Μίαν φοράν μόνον είχε διέλθει στρατός, αλλά μακράν του χωρίου εκ των προς νότον υψωμάτων. Και ιστάμενοι επί των δωμάτων, τους εβλέπομεν και επερνούσαν, επερνούσαν ως ατελείωτος γραμμή μυρμήγκων. Ενθυμούμαι δε ότι αι γυναίκες παρομοίαζον την γραμμήν αυτών με κτένι: Γιάε κτένι, κτένι! Ελέγετο δε ότι η παράκαμψις αύτη του χωριού μας υπό του στρατού οφείλετο εις ενεργείας των ομοχωρίων μας Τούρκων ευγνωμονούντων διότι δεν είχον πυρποληθεί αι οικίαι των.

Αλλά τώρα από τα τουρκικά σπίτια του χωριού μας δεν έμεινε πέτρα επί πέτρας και το τζαμί είχε μεταβληθεί εις κοπρώνα. Δια τούτο τους επεριμέναμεν από ημέρας εις ημέραν και οι χωριανοί μας έκρυπτον ό,τι είχον εις σπήλαια, ιδίως εις το μέγα σπήλαιον της Βίγλας, όπου είχον καταφύγει και πολλαί οικογένειαι, και διαφόρους άλλας κρύπτας και εις πίθους τους οποίους έθαπτον εις την γην. Καθ’ εκάστην αγγέλματα περί εμφανίσεως Τούρκων διέσπειρον τον πανικόν και ηκούετο η κραυγή του κινδύνου «Αλέστα!» μετά μικρόν δε διεψεύδοντο ίνα επαναληφθώσι μετ’ ολίγον.

Αλλ’ ήλθε η ημέρα καθ’ ην η απαισία είδησις δεν διεψεύσθη. Ποτέ δε θα λησμονήσω την φοβεράν εκείνην ημέραν, ης τα συμβάντα παραμένουσιν εναργέστατα εις την μνήμην μου. Έβρεχε δυνατά και εβρόντα. Εν μέσω δε της καταιγίδος ηκούσθησαν πυροβολισμοί μεμακρυσμένοι. Και μετ’ ολίγον διέτρεξε το χωρίον άπειρος θρηνώδης βοή, εν μέσω της οποίας διέκρινα την φοβεράν κραυγήν του κινδύνου:

- Αλέστα!

Η μάνα μου έδραμεν έξω, ως αλλοφρονούσα, προς αναζήτησιν του πατρός μου. Την στιγμήν δ’ εκείνην διήρχετο ο Μανόλης ο Πατούχας μετά τινος άλλου, και πυροβολούντες εις τον αέρα, ανεκραύγασαν:

- Στ’ άρματα, παιδιά, στ’ άρματα!

Και ηκούετο η κραυγή απομακρυνομένη, ωσεί επαναλαμβάνετο υπό της ηχούς:

- Στ’ άρματα! στ’ άρματα!

Έστεκα ως απολιθωμένος πλησίον της θύρας και έβλεπον τους άνδρας και γυναίκας τρέχοντας υπό την βροχήν, απευθύνοντας προς αλλήλους βραχείας ερωτήσεις και παρερχομένους. Ο αδελφός μου Χαραλάμπης, ο οποίος είχε γεννηθεί προ δύο ή τριών μηνών, ως εάν συνησθάνετο και αυτός τον κίνδυνον, εκραύγαζεν από του λίκνου του πάση δυνάμει.

Μετ’ ολίγον εισήλθε ο πατήρ μου ταραγμένος και διάβροχος, κατόπιν δε αυτού η μήτηρ μου, αποστάζουσα και αυτή εκ της βροχής και έκφρων εκ του τρόμου.

- Παιδιά μου! ανεβόησε με κραυγήν μητρικού δέους.

Και δραμούσα ήρπασε εκ του λίκνου τον αδελφόν μου και έπειτα εμέ και μας έσφιγγεν επί του στήθους της μανιωδώς, ετοίμη να φύγει, να πάρει τα βουνά δια να μας κρύψει, να μας σώσει από τους επερχομένους Τούρκους. Τότε εισήλθον διάφοροι χωριανοί εις το σπίτι μας, άνδρες και γυναίκες, όλοι σαστισμένοι, μουσκεμένοι υπό της βροχής, χειρονομούντες και κινούμενοι με την νευρικήν ζωτικότητα παραφρόνων. Εν μέσω της συγχύσεως εκείνης ηκούσθη μεμακρυσμένος και μόλις αισθητός ήχος σαλπίγγων, αι οποίαι εσάλπιζον πορείαν μετά πολλής γοργότητος, πατείς με πατώ σε. Η φρίκη της στιγμής εκείνης δεν περιγράφεται. Μία νεάνις, γειτονοπούλα μας, ως υπό αιφνιδίας παραφροσύνης καταληφθείσα, ήρχισε να κτυπά με τας χείρας επί των μηρών της και ανεφώνει γοερώς:

- Εφτάξανε! εφτάξανε!

Εκ της οδού αντήχει  ποδοβολητός ανθρώπων και κτηνών φευγόντων, ελαυνομένων υπό του πανικού, εντός της βροχής. Και ο ποδοβολητός εκείνος κατέστη ταχύτερος, ανωμαλότερος, παραφορότερος, όταν ηκούσθησαν αι σάλπιγγες, αι οποίαι επλησίαζον απαύστως ως απειλή. Η δε γειτονοπούλα μας επαναλάμβανε κτυπώσα τους μηρούς της:

- Εφτάξανε! εφτάξανε!

Τότε παρεσύρθημεν και ημείς υπό του χειμάρρου του πανικού και αγνοώ πώς, μετά τινα λεπτά, ευρέθην επί των γονάτων μιας θείας μου ιππευούσης, τυλιγμένος εντός μαλλίνου καπότου, εν μέσω πλήθους χωριανών προ πάντων γυναικών και παιδίων, αγνωρίστων εκ της βροχής και του τρόμου. Η μήτηρ μου ήτο πλησίον μου, καθημένη επί του ημιόνου μας και κρατούσα εις την αγκάλην της τον αδελφόν μου. Προηγείτο δε ο πατήρ μου, δια μεν της μιας χειρός έλκων από του χαλινού τον ημίονον, δια δε της άλλης κρατών το τουφέκι του. Και τα σαλπίσματα ηκούοντο ευκρινέστερα, εντονότερα, καλπάζοντα, επιτείνοντα την φρενιτώδη σπουδήν και την σύγχυσιν του πλήθους, το οποίον έφευγε υπό τους καταρράκτας της βροχής, ως ποίμνιον προβάτων μαστιζομένων, καταδιωκομένων υπό ουρλιαζόντων λύκων, αλληλοπατουμένων, παρασυρομένων εν ζάλη υπό του περιδεούς υπό του μαινομένου ενστίκτου. Πάντες ήσαν σιωπηλοί, ωσεί εφοβούντο μη ακουσθώσιν υπό των επερχομένων εχθρών, με μορφάς εξηγριωμένας υπό της εκπτοήσεως.

Εκ διαλειμμάτων μόνον ηκούετο φωνή γυναικός, επικαλουμένης την εξ ύψους αντίληψιν: «Παναγία μου, πρόφταξε!».

Ως συνοδεία αλλοφρονούντων φαντασμάτων, φευγόντων εν μέσω της τεφράς ομίχλης της βροχής, παραμένει εις την μνήμην μου η περιδεής εκείνη φυγή εκ της οποίας η πνευστίασις και η αγωνία ανεπέμπετο ως άπειρος στεναγμός αθλιότητος και οδύνης. Ολιγίστας λεπτομερείας κατόρθωσε ν’ αντιληφθεί και συγκρατήσει η παιδική μου μνήμη και αυτάς ως επί το πολύ αορίστους, ασημάντους, μισάς, ως εντυπώσεις εξ αμαξοστοιχίας αστραπηδόν βαινούσης. Μίαν γραίαν την οποίαν εσήκωνεν ως παιδίον, ο υιός της· μικράν τινα κόρην η οποία είλκε μίαν αίγα· ημιόνους, όνους, ίππους φορτωμένους με διάφορα πράγματα αναμίξ, όπως τα ήρπασαν εν τη συγχύσει του πανικού· ένα χωριανόν μας, Συνήν ονόματι, ο οποίος ήτο αναίσθητος από την μέθην και τον οποίον επαρακράτουν, ως ασθενή, επί του ημιόνου του οι συγγενείς του· βόδια τα οποία έτρεχον ως οιστρηλατούμενα.

Ακολουθήσαντες τον παρά το χωρίον βαθύ αυλώνα, εφθάσαμεν μετά δέκα περίπου λεπτά εις την είσοδον της χαράδρας, οπόθεν φαίνεται εκ του πλαγίου το χωρίον. Την στιγμήν εκείνην εκρότησε μέγας πυροβολισμός, τον οποίον επανέλαβεν, εν παρατεταμένω κυματισμώ βοής, η ηχώ της χαράδρας. Και όλαι αι γυναίκες ανεβόησαν μια φωνή:

- Παναγία παρθένα μου!

Αι σάλπιγγες εσιώπησαν δια μιας και ο πυροβολισμός επανελήφθη φοβερότερος, παρατεταμένος, εν παμμέγιστον κρρρ!

- Ετρακάραν τσοι! ανεφώνησεν εις των ανδρών.

Ο δε οινοβαρής Συνής, τις οίδε εις ποίαν ξεφάντωσιν ονειρευόμενος ότι παρίστατο, επεφώνησε με τραυλήν φωνήν:

- Εβίβα!

Ο πατήρ μου μας ησπάσθη εν συγκινήσει, είπε λέξεις τινάς προς την μητέρα και έδραμεν οπίσω προς το χωρίον μετ’ άλλων ανδρών οι οποίοι, απομακρυνόμενοι, έλεγον προς τα γυναίκας και τα τέκνα των:

- Εις το έλεος του Θεού!

Μία νεαρά γυνή, υψηλή και ωραία, ωχρά εκ της συγκινήσεως, εσταμάτησεν επί μακρόν και παρετήρει προς το χωρίον. Την ανεγνώρισα· ήτο η Πηγή η σύζυγος του Πατούχα, του σημαιοφόρου μας, όστις εφαίνετο εις το δυτικόν άκρον του χωρίου, με το γιγαντιαίον του ανάστημα, πλησίον της σημαίας. Την ήκουσα δε λέγουσαν:

- Η Παναγία να σε σκέπει, Μανόλη μου!

Ο κρότος των όπλων δεν έπαυε πλέον αποτελών φρικτόν αντίλαλον εν τη χαράδρα δια της οποίας επορευόμεθα. Τώρα αι γυναίκες έκλαιον· εκλαίομεν όλοι, γυναίκες και παιδιά· εκ διαλειμμάτων δε, ως επωδός του θρήνου εκείνου, ηκούοντο αι περίτρομοι αναφωνήσεις των γυναικών:

- Παναγία μου, βλέπε τσοι Χριστιανούς!

- Παρθένα μου, πρόφταξε!

Όταν εφθάσαμεν εις την κορυφήν της χαράδρας, η βροχή είχε παύσει. Οι χριστιανοί μαχηταί είχον αναγκασθεί υπό των υπερτέρων δυνάμεων του εχθρού να καταλίπωσι το χωρίον· υποχωρούντες δε μικρόν κατά μικρόν και αναχαιτίζοντες την προέλασιν των Τούρκων, είχον καταλάβει τα εκατέρωθεν της φάραγγος υψώματα, όταν ημείς εφθάναμεν εις την κορυφήν του βουνού, το οποίον η φάραγξ διατέμνει.

Εκείθεν εφαίνετο ολόκληρον το χωρίον μετά της προ αυτού κοιλάδος. Ήμην όμως τόσον ταραγμένος την στιγμήν εκείνην εκ των κρότων και των συγκινήσεων, ώστε η μνήμη μου διετήρησε μόνον συγκεχυμένην εικόνα του χωρίου, κεκαλυμμένου υπό καπνού, εν μέσω του οποίου δικερίνοντο μικροί μικροί οι Τούρκοι. Τούτο μόνον ενθυμούμαι σαφώς, ότι ύπερθεν του χωρίου είχε σχηματισθεί μέγα ουράνιον τόξον και ότι επί τινος οικίας εκυμάτιζεν η τουρκική σημαία, μικρά εκ της αποστάσεως, αλλ’ ευδιάκριτος ως εκ της αιματηράς κοκκινάδας της.

Εξηκολουθήσαμεν αναβαίνοντες προς τα όρη. Αλλά τώρα εφαινόμεθα εκ του χωρίου, και έξαφνα σφαίρα τηλεβόλου διήλθεν ύπερθεν των κεφαλών μας, μετά βόμβου τρομακτικού. Ταύτην επηκολούθησεν άλλη, και άλλη, σχεδόν αλλεπάλληλοι, και το άθλιον πλήθος εκάμφθη υπό του δέους, εν βοή τρόμου, ως στάχυα λυγιζόμενα υπό την πνοήν θυέλλης. Επλησιάζομεν δε εις την οφρύν του βουνού, όπισθεν του οποίου θα ήμεθα ασφαλείς κατά των βλημάτων, ότε ηκούσθη κρότος φοβερός, συνοδευθείς υπό κραυγών τρόμου! Παναγία μου! Παναγία μου! Εγώ δεν είδον τίποτε, αλλά βραδύτερον έμαθα ότι μία οβίς, πεσούσα, κατεκερμάτισε τον νεανίαν, όστις εσήκωνε την γηραιάν μητέρα του· η δε παραλυτική γραία δεν έπαθε τίποτε! Όταν εφθάσαμεν εις την κορυφήν, το χωρίον επυρπολείτο. Εκ της οικίας μας και εκ των πολλών άλλων ανεδίδετο χονδρός μαύρος καπνός. Και ήκουσα την μητέρα μου αναφωνούσαν μετ’ ανεκφράστου μίσους και απελπισίας.

- Αχ, σκύλοι! αχ σκύλοι μαγαρισμένοι πώς μας εκάματε!

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA