Η ΚΑΜΠΑΝΑ – Ιωάννης Κονδυλάκης

 

Η επανάστασις του 1878 είχε τελειώσει, οι Τούρκοι είχαν επιστρέψει εις το χωριό και επισκευάσει όπως όπως τα πυρπολημένα σπίτια των. Οι Χριστιανοί ήσαν ακόμη ένοπλοι. Και μίαν ημέραν ο Παπαδογιάννης εισήλθεν εις τον τουρκικόν καφενέ, με μαχαίραν και πιστόλαν εις την οσφύν, και αφού επέρασε κοντά από τον Φεζομουσταφάν, εις τρόπον ώστε η μαχαίρα ήγγισε τον ώμον του Τούρκου, εκάθισεν απέναντί του.

Ο Μουσταφάς έγινε κάτωχρος, αλλά δεν είπε τίποτε. Ο Παπαδογιάννης όμως εξηκολούθησε την πρόκλησιν την οποίαν ήρχισεν η μαχαίρα:

- Και πώς σου φαίνονται, Μουσταφ’ αγά, τα καινούργια ζαμάνια;

Ο Τούρκος τον ητένισε με τα βλοσυρά του μάτια, των οποίων τα βλέφαρα ήσαν ολίγον ανεστραμμένα από εγκαύματα. Κατά το 66 είχεν ανατιναχθεί με άλλους Τούρκους από μίαν υπόνομον, την οποίαν κατεσκεύασεν εις το Σερβιλή ο Αμερικάνος Φέϋ. Και του είπε με φωνήν υποτρέμουσαν από συγκρατούμενην αγανάκτησιν:

- Ήρθε, πρέπει, κι εσάς ο καιρός σας. Ό,τι σάσε περάσει κάμετέ το.

- Μα τόλπιζες ποτέ σου να δεις τον Παπαδογιάννη αρματωμένο μέσα στον τούρκικο καφενέ; είπεν ο Παπαδογιάννης.

- Όϊ, μωρέ Γιάννη, βαλλαή!

- Εγώ να σου πω τόλπιζα πάντα μου, είπεν ο Παπαδογιάννης. Αλλ’ επά θα γενούνε κι άλλα πολλά πράγματα.

- Είντα άλλα; Δε φτάνουν αυτά που γενήκανε; δεν απομένει παρά να μάσε σκοτώσετε, είπεν ο Μουσταφάς με φωνήν υπόκωφον, ως εάν ομίλει ο βρασμός της ψυχής του.

Έπειτα στυλώσας εις τον Παπαδογιάννη βλέμμα θρασύ, εις το οποίον εκιτρίνιζε θανάσιμον μίσος, επρόσθεσεν εντόνως:

- Μα δε σκοτώνουνται οι Τούρκοι εύκολα! Τ’ ακούς;

- Τώρα π’ άρχιζε και κόβγει κι η Ρωμέικη μαχαίρα, Μουσταφά, απήντησεν ο Παπαδογιάννης υψώσας και αυτός την φωνήν και κτυπήσας την βαρείαν παλάμην επί της λαβής της μαχαίρας, όλα ν’ εύκολα. Επέρασαν εκείνα που κάτεχες. Μα δε σάσε σκοτώνομε, γιατί και δέκα θανάτους να σάσε δώσομε δε θα σάσε πλερώσομε για τα όσα έχετε καμωμένα.

Τώρα δε το μειδίαμα του Παπαδογιάννη είχε σβεσθεί, το πρόσωπόν του είχε συννεφωθεί και οι οφθαλμοί του εξέπεμπον την στυγνήν λάμψιν της οργής και του μίσους.

- Δε σάσε σκοτώνομε, εξηκολούθησε. Δεν είναι ανάγκη˙ θα σκοτωθείτε μοναχοί σας απού τη σκάση σας.

Οι άλλοι Τούρκοι πού ήσαν εις το καφενείον είχαν εκμανεί˙ ολίγοι μόνον, οι δειλότεροι, ήθελαν να πάρουν το πράγμα εις το αστείον. Αυτοί δε, αλλά και ο φόβος των πολυάριθμων Χριστιανών οίτινες ευρίσκοντο απ’ έξω, συνεκράτουν τους εξωργισμένους. Και ο Παπαδογιάννης όμως είχε διαρκώς το χέρι εις την λαβήν της πιστόλας και μόνος του ήτο ικανός να εμπνέυσει φόβον, διότι ήτο γνωστή η αφοβία και η τόλμη του.

- Η Κρήτη, αγαδάκια μου, θα γενεί Ελλάδα! είπε μετ’ ολίγον και το προκλητικόν του μειδίαμα ανεφάνη.

Τότε ο Φεζομουσταφάς ηγέρθη δια μιας και με στεναγμόν ανθρώπου πνιγομένου είπεν:

- Αλλάχ! Αλλάχ! και δεν βαστώ μπλιο να τον ακούω!

Και ώρμησεν έξω.

Αλλ’ο Παπαδογιάννης τον ηκολούθησε και όταν έφθασε προ του τζαμιού, του είπε:

- Θυμάσαι, Μουσταφά, είντα σου ’πα στα 77, οντέν εμαλώσαμε για το σώχωρο;… Σου ’πα πως θα παίξω καμπάνα στη γειτονιά σου. Το λοιπός ετοιμάσου να την ακούσεις. Η γιώρα έφταξε.

 

 

Ο πατέρας του Παπαδογιάννη ήτο παπάς, ο δε «μπαμπάς» του Φεζομουσταφά ένας από τους σκληροτέρους γιανιτσάρους, ο οποίος, εκτός άλλων Χριστιανών, είχε φονεύσει προ του 21 και δύο αδελφούς του παπά και θείους του Παπαδογιάννη. Έπειτα δε εμαχαίρωσε και αυτόν τον παπάν.

Ο Μεχμέτ Αλής της Αιγύπτου, ο οποίος είχε τότε υπό την κυριαρχίαν του την Κρήτην, περιώρισεν ολίγον τους Τούρκους και έδωκε κάποιαν άνεσιν εις του Χριστιανούς˙ ούτοι δε επωφελήθησαν την ενθάρρυνσιν εκείνην πρωτίστως δια ν’ αναστυλώσουν τους κώδωνας εις τους ναούς των, οι οποίοι είχαν καθαιρεθεί άμα οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτην και αντικατεστάθησαν με ξύλινα σήμαντρα. Τότε ο πατέρας του Παπαδογιάννη εφρόντισε να προμηθευθεί δια την εκκλησίαν του σιδερένιον σήμαντρον, έως ου αγορασθεί καμπάνα. Αλλ’ένα δειλινόν ενώ εκάλει δι’αυτού εις τον εσπερινόν τους ενορίτας του, διέβαινεν ο Φέζος και του εφώναξεν:

- Είντα το κτυπάς, μωρέ τραγόπαπα, αυτό-να το σιδερικό;

- Έχομε την άδεια του Μουσταφά πασά και του ζαμπίτη, απήντησεν ο παπάς.

- Μα τη δική μου την άδεια, μωρέ, δεν την επήρες.

Και με τους τελευταίους λόγους ώρμησε κατά του παπά και τον εμαχαίρωσε και ο παπάς εκινδύνευσε ν’ αποθάνει.

Ο γυιος του ο Παπαδογιάννης τα εγνώριζεν όλα αυτά και εμίσει όλους τους Τούρκους, ως τους μισούμεν όλοι, αλλά ιδιαιτέραν έπνεεν εκδίκησιν κατά του υιού του γιανιτσάρου. Και όταν το 1857 ηγοράσθη το πρώτον καμπάνα και εκρεμάσθη εις τον Άγιον Γεώργιον,  ο Παπαδογιάννης, έφηβος τότε, έχυσε δάκρυα χαράς μετά των άλλων Χριστιανών του χωριού. Εις τους χαρμοσύνους ήχους του κώδωνος εκείνου ήκουσε την αγαλλίασιν και την εκδίκησιν των αποθανόντων εις την δουλείαν και τας μεγάλας ελπίδας των επιζώντων.

Εις την οικογένειάν του υπήρχε παράδοσις ότι οι πρόγονοι του Μουσταφά ήσαν συγγενείς των Χριστιανοί, εξομώσαντες προ εκατόν πενήντα ετών. Δια τούτο τα κτήματά των παντού σχεδόν εγειτόνευαν και αφ’ ότου ανέλαβε την διεύθυνσιν της πατρικής του περιουσίας ο Γιάννης συχνά διεπληκτίζετο με τον Φεζομουσταφάν. Αλλά τότε οι Τούρκοι ήσαν ισχυροί, αστυνομία δε και δικαστήρια έδιδαν πάντοτε άδικον εις τον Παπαδογιάννην, όστις εκάστοτε εφυλακίζετο. Αι αδικίαι αύται εξηγρίωναν επί μάλλον το μίσος του, το οποίον δεν ηδυνήθη να ικανοποιηθεί κατά τας επακολουθησάσας δύο επαναστάσεις. Ολίγον προ της τελευταίας συνεπλάκησαν μίαν ημέραν εις το νερόν, φιλονεικούντες ποίος πρώτος ν’ αρδεύσει το περιβόλι του. Ο Παπαδογιάννης κατώρθωσε να καταβάλει τον Μουσταφάν και, αφού του έδωκε της χρονιάς του, του είπε:

- Μπουρμά! Επεράσαν κείνα πού κάτεχες. Επέρασ’ ο καιρός που μαχαίρωνε ο κύρης σου ο πισσοκόκκαλος για το σημαντήρι. Εδώ κτυπά καμπάνα και γλήγορα θα την ακούσεις και στ’ αυτί σου κοντά!

Ο Παπαδογιάννης είχε προ πολλού σχέδιον, δια την πραγματοποίησιν του οποίου εθεώρησε κατάλληλον την περίστασιν μετά την επανάστασιν του 78, ότε τα προνόμια της Χαλέπας και η διοίκησις του Φωτιάδου έδωκαν κάποιαν ελευθερίαν και δικαιοσύνην εις τους Χριστιανούς της Κρήτης. Και μίαν Κυριακήν, μετά το πέρας της λειτουργίας, είπε προς τους συνηγμένους εις την αυλήν του ναού Χριστιανούς:

- Ακούσετε να σάσε πω, χωριανοί. Εις το Λιοντάρι, στην τούρκικη γειτονιά, κολλητά στο σπίτι του Φεζομουσταφά, είναι μια παλιά εκκλησά.

- Είναι Παναγία, είπεν ο ιερεύς.

- Ναι, Παναγία. Αλλά οι Τούρκοι τον καιρό της γιανιτσαριάς την επήρανε και την εκάμανε στάβλο κι εβγάλανε τα μάτια των αγίων που ’ναι σγουραφισμένοι στσοι τοίχους. Είναι ντροπή μας να την αφήσομε σ’ αυτό το χάλι. Το λοιπός εγώ λέω να πάμε να την επάρομε με το ζόρε.

- Καλά λες, εφώναξαν πολλοί. Να πάμ’ εδά ευθύς!

- Ας πάει ο καθένας να πάρει το τουφέκι του και την τσάπα του και νάρθει˙ πρέπει πρώτα να ρίξομε το σπίτι που ’ναι κτισμένο από πάνω.

Όλοι εκινήθησαν δια να συμμορφωθούν προς την γνώμην του Παπαδογιάννη, αλλ’ ο παπάς και μερικοί γέροντες του ανεχαίτισαν. Δεν έπρεπε να μεταχειρισθούν βίαν. Δεν ήσαν γενίτσαροι αυτοί. Έπρεπε να αποζημιώσουν την χανούμισσαν εις την οποίαν ανήκε το σπίτι. Η πρότασις αυτή δεν ήρεσεν εις τους ζωηροτέρους, ο Παπαδογιάννης όμως την εδέχθη και είπεν:

- Όσα ζητήσει η Τούρκισσα εγώ τα δίδω.

Η Τούρκισσα όμως κατά συμβουλήν των ομοθρήσκων της, δεν εδέχθη να πωλήσει το σπίτι. Δια τούτο την επομένην Κυριακήν δεν εχρειάσθη δευτέρα αγόρευσις του Παπαδογιάννη. Μικρόν μετά την απόλυσιν της λειτουργίας, όλοι οι χωρικοί ένοπλοι διηυθύνθησαν προς την τουρκικήν συνοικίαν Λεοντάρι. Και ενώ οι μισοί κατέλαβαν τας διόδους δια να αποκρούσουν με τα όπλα πάσαν απόπειραν των Τούρκων προς αντίστασιν, οι άλλοι εκδιώξαντες την εγκάτοικον χανούμισσαν και απορρίψαντες τα έπιπλα και σκεύη, ήρχισαν να κατεδαφίζουν το σπίτι, έπειτα δε και τον βεβηλωμένον ναόν. Και μετά τινας ώρας δεν υπήρχε πέτρα επί πέτρας. Καθ’ όλον δε το διάστημα τούτο οι Τούρκοι δεν ετόλμησαν να ξεμυτίσουν.

Την επιούσαν ήρχισεν η ανοικοδόμησις και μετ’ ολίγον καιρόν μικρά λευκή εκκλησία είχεν υψωθεί δίπλα εις το σπίτι του Φεζομουσταφά, ο οποίος από την λύσσαν του είχε γηράσει κατά δέκα έτη.

Την ημέραν δε καθ’ην ο επίσκοπος ετέλεσε τα εγκαίνια έφθασε και η δι’ εξόδων του Παπαδογιάννη παραγγελθείσα καμπάνα και ο ήχος της ετάραξε την κατηφή σιγήν της τουρκικής συνοικίας.

Αλλ’ ο Παπαδογιάννης επεφύλαττεν εις τους χωριανούς και άλλην έκπληξιν. Εις το κωδωνοστάσιον υψώθη έξαφνα και εκυμάτισε χαρμοσύνως μία ελληνική σημαία. Και ο λαός την εχαιρέτισε με φρενιτιώδεις αλαλαγμούς, με δάκρυα ενθουσιασμού και πυροβολισμούς.

Επί τρεις ημέρας ο επίτροπος της νέας εκκλησίας Παπαδογιάννης δεν άφηκε την καμπάναν της Παναγίας να σιγήσει. Την δε τετάρτην ημέραν εκηδεύετο ο Φεζομουσταφάς. Κατά την γενικήν πεποίθησιν έσκασε από το κακό του.

 

Έγινε μετατροπή σε μονοτονικό και μικρός εκσυγχρονισμός της ορθογραφίας (υποτακτική).

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA