Ο μαύρος γάτος

 

     Μικρόν μετά το δείπνον εστεκόμεθα εις του Ζαχαράτου παρά τα σφαιριστήρια και, μετά πολλών άλλων, παρετηρούμεν την μονομαχίαν δύο καλών σφαιριστών. Έξαφνα ο φίλος μου Παύλος Δαμουλής, ο οποίος εστέκετο δίπλα μου, ωχρίασε και με έπιασεν από τον βραχίονα, ως να εφοβήθη ότι θα έπιπτε.

     «Τι έπαθες;», τον ηρώτησα με ανησυχίαν.

     «Μου ήλθε ζάλη… έχασα τον κόσμον», μου είπε, και ησθάνθην ότι έτρεμε.

     «Πάμε έξω να πάρεις αέρα. Εδώ κάνει ζέστη».

     Τον υπεβάστασα από τον βραχίονα και εξήλθαμεν εις την πλατείαν.

     «Είσαι ζαλισμένος ακόμη;» τον ηρώτησα.

     «Όχι, μου πέρασε», είπεν αφήσας τον βραχίονά μου.

     Αφού δε εκάμαμεν ολίγα βήματα, εσταμάτησε και μου είπε:

     «Ξέρεις τι έπαθα; Μια στιγμή εσκοτίσθηκαν τα μάτια μου. Σε παρετήρησα και μου εφάνη το πρόσωπόν σου σκοτεινόν και αλλοιωμένον. Ενόμισα ότι έβλεπα όνειρον. Όλα τα πρόσωπα και αντικείμενα μου εφάνησαν ως απομακρυνόμενα και γινόμενα βαθμηδόν αμυδρότερα. Και ξέρεις τι εσκέφθηκα;»

     «Ότι έπαθες συμφόρησιν;»

     «Όχι, κάτι άλλο φοβερότερον…»

     «Τι;»

     «Ότι παρεφρόνησα».

     «Τι ιδέα!», είπα γελάσας. «Και πώς σου επήλθε αυτή η σκέψις;»

     «Ξέρω κι εγώ; Υποθέτω ότι αι διανοητικαί διαταράξεις αρχίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπον».

     «Είσαι αστείος. Ένας που τρελαίνεται δεν μπορεί να κάνει τοιαύτας σκέψεις. Ήτο ζάλη ασήμαντος από κείνην που παθαίνει όλος ο κόσμος από το στομάχι ή άλλην παροδικήν αφορμήν».

     «Και όμως…», είπε, και εστέναξε μετά βραχείαν σιωπήν.

     «Και όμως!… Ώστε με τα σωστά σου πιστεύεις ότι ετρελάθηκες; Αλλά τότε δεν είναι η θέσις σου εδώ. Μία άμαξα και εις το Δρομοκαΐτειον. ”Κύριε Διευθυντά ήλθα να υποβληθώ εις την θεραπείαν σας”. Δεν πιστεύω όμως να σε δεχθούν, διότι θα είναι πρωτάκουστον τρελός να πηγαίνει μόνος του εις το φρενοκομείον».

     Δεν είπε τίποτε, αλλά εξηκολούθησε να βαδίζει κύπτων και κατηφής. Η προσπάθειά μου να διασκεδάσω τους φόβους και την μελαγχολίαν του έμενε χωρίς αποτέλεσμα.

     «Μα έχεις καμίαν αφορμήν να πιστεύεις ότι διατρέχεις τοιούτον κίνδυνον;» του είπα μετά τινα λεπτά σοβαρώς.

     «Πολλές», μου απήντησεν. «Εν πρώτοις είμαι νευρικός».

     «Και ποιος δεν είναι νευρικός εις την εποχήν μας; Έχεις καμίαν κληρονομικήν αφορμήν, καμίαν πάθησιν;».

     «Δεν γνωρίζω αν έπαθε κανείς εκ των προγόνων μου· αλλ’ η νευροπάθεια που έχω αρκεί, όταν συντρέχουν και άλλαι αφορμαί».

     «Ποίαι αφορμαί συντρέχουν;»

     Δεν μου απήντησε.

     «Τι σε μέλει;», μου είπε μετ’ ολίγον με κίνημα δυσφορίας.

     Εγώ δε βλέπων ότι εστενοχωρείτο ήλλαξα ομιλίαν.

 

 

     Ο περίπατός μας κατέληξεν εις το Ζάππειον, το οποίον είχαν ήδη ερημώσει αι πρώται βροχαί και τα πρώτα ψύχη. Αλλ’ η εσπέρα εκείνη δεν ήτο ψυχρά, το καφενείον ήτο ακόμη ανοικτόν και ολίγοι φίλοι της μοναξίας εκάθηντο καπνίζοντες εις την σκιάν.

     «Δεν καθήμεθα κι εμείς να καπνίσομεν ναργιλέ κάτω από τα πλατανάκια;» μου είπεν ο Δαμουλής. «Μου αρέσει πολύ αυτή η θέσις. Δεν κάνει υγρασία απόψε».

     Εννόησα ότι μ’ όλην την δυσφορίαν με την οποίαν είχε διακόψει προ μικρού την ομιλίαν μας, ήθελε να εξακολουθήσομεν, και εμάντευσα ότι σοβαρόν μυστικόν έθλιβε την ψυχήν του τόσον ώστε δεν ηδύνατο πλέον να το αποκρύπτει. Η περιέργειά μου διηγέρθη και ανέμενα αποκάλυψιν μυστηριώδους τινός οικογενειακού δυστυχήματος ή έρωτος ατυχούς. Και ενώ επηγαίναμεν προς τα πλατανάκια, δεν γνωρίζω πώς εις την φαντασίαν μου ανεφάνη μία μανιακή, την οποίαν είχα ίδει προ καιρού εις το φρενοκομείον και η οποία εφώναζεν εκ του απομονωτηρίου όπου την είχαν κλεισμένην:

     «Δολοφόνοι! γιατί μου φαρμακώνετε το παιδί μου;»

     Τόσον δε με απησχόλουν και με συνεκίνουν αι εικασίαι μου, ώστε δεν έλεγα τίποτε. Εσιώπα και ο Παύλος, έως ου ο υπηρέτης του καφενείου μάς έφερε τους ναργιλέδες. Αφού δε εκάπνισεν επί μικρόν, εστήριξε το μαρκούτσι επί του μηρού του, ως ετοιμαζόμενος διά μακράν ομιλίαν, και μου είπε:

     «Τα ’μαθες; Ο Λαμιράς μετατίθεται πάλιν εδώ κι έρχεται μετά ένα περίπου μήνα».

     Ο Νίκος Λαμιράς ήτο υπάλληλος της τραπέζης εις την οποίαν και ο Παύλος υπηρέτει. Προ δύο ή τριών ετών ειργάζοντο και οι δύο εις τα γραφεία των Αθηνών, ήσαν ομόβαθμοι και εφαίνοντο φίλοι.

     Είχον μάλιστα κοινήν την αγάπην προς την λογοτεχνίαν και συχνά το θέμα των συζητήσεων αυτών απετέλουν ψυχολογικά και φυσιολογικά ζητήματα. Ο Λαμιράς ήτο μικρόσωμος, μελαχρινός, με πυκνόν κατάμαυρον πώγωνα, με βλέμμα ήρεμον και βαθύ. Όσον ολιγόλογος ήτον ούτος και μετρημένος, τόσον ο συνάδελφός του ήτο ζωηρός, παράφορος, πολύλογος. Πλήρη δε είχαν την αντίθεσιν και εις την φυσιογνωμίαν. Ο Παύλος ήτο ξανθός, υψηλότερος και εφαίνετο ευρωστότερος, αλλ’ οι γαλανοί του οφθαλμοί δεν είχαν την δύναμιν την οποίαν εξέφραζαν τα μάτια του άλλου.

     Ο Νίκος ήτο έγγαμος, και πολλάς χειμερινάς εσπέρας επέρασα μετά του Παύλου εις το σπίτι του. Πολλάκις παρετήρησα ότι η ορμητικότης και η ισχυρογνωμοσύνη του Δαμουλή έδιδαν αφορμήν εις ζωηράς φιλονικίας, αλλ’ όχι και τοιαύτας ώστε να ψυχράνουν ή διακόψουν τας σχέσεις των.

     «Ευχάριστος είδησις», είπα προς τον Παύλον. «Ενθυμείσαι τι ευχάριστες βραδιές επεράσαμεν άλλοτε εις το σπίτι του;»

     «Για μένα δεν είναι διόλου ευχάριστος», είπεν ο Παύλος

     «Μπα !... μα δεν είσθε φίλοι; Πότε τα χαλάσατε;».

     «Ποτέ δεν ήμεθα φίλοι ή μάλλον ποτέ δεν ήτο φίλος μου».

     «Δεν σ’ εννοώ».

     «Δεν μ’ εννοείς, διότι δεν τον εγνώρισες καλά. Είναι ο κρυψινούστερος των ανθρώπων, μοχθηρός όσον κανείς άλλος».

     «Μα αφού είχες τοιαύτην ιδέαν περί αυτού διατί τον συνανεστρέφεσο;».

     «Μήπως μπορούσα να τον αποφύγω; Ειργαζόμεθα εις το αυτό γραφείον. Έπειτα εβράδυνα να τον εννοήσω. Είναι βαθύς και σκοτεινός, ως κόλασις. Και αυτήν την στιγμήν που σου μιλώ δεν μπορώ καλά-καλά να σου πω μίαν ορισμένην αιτίασιν εναντίον του, μίαν ορισμένην αφορμήν μίσους. Κατ’ αρχάς μου ενέπνεεν απλήν και αδικαιολόγητον αντιπάθειαν, την οποίαν επροσπαθούσα να κατανικήσω, φοβούμενος ότι ήτο άδικος· αλλ’ έπειτα διέγνωσα ότι αληθώς με εμίσει με το ύπουλον μίσος με το οποίον μισούν οι άνανδροι. Αν είχε την δύναμιν ή το θάρρος να με δολοφονήσει, θα μ’ εφόνευεν ως ο σκληρότερος των δολοφόνων. Αλλ’ εύρεν άλλον τρόπον ακίνδυνον και καταχθόνιον να με καταστρέψει και με κατέστρεψε».

     «Μα τέλος πάντων, τόσο μίσος πρέπει να έχει μίαν αφορμήν».

     «Ποίαν αφορμήν έχουν οι έχιδνες να φαρμακώνουν;»

     «Καλά, ας ακούσομεν τώρα και το κακόν που σου έκαμε».

     «Δεν είδες προ ολίγου τι έπαθα; Εξ αιτίας αυτού το έπαθα».

     «Εξαιτίας αυτού εζαλίσθης; Είσαι αστείος».

     «Όταν σου εξέφρασα τον φόβον ότι η ζάλη εκείνη ήτο αρχή παραφροσύνης, δεν σου είπα όλην την αλήθειαν. Δεν φοβούμαι, έχω πεποίθησιν ότι θα παραφρονήσω και αίτιος είναι αυτός ο καταχθόνιος!»

     Εάν δεν ομίλει μετά τόσης αγανακτήσεως, ποτέ δεν θα επίστευα ότι ομίλει σοβαρώς, αλλ’ ο τρόπος και ο τόνος του μ’ έκαμαν ν’ ανησυχήσω, να υποπτεύσω ότι αληθώς δεν ήτο καλά.

     «Μα δεν εννοείς, ευλογημένε», του είπα, «ότι δεν είναι λογικά και επομένως ούτε πειστικά αυτά που λες;»

     «Θα εξηγηθώ, θα εξηγηθώ, και θα πεισθείς και θα θαυμάσεις την σατανικήν παγίδα εις την οποίαν μ’ έριψεν. Ενθυμείσαι ότι συχνά εφιλονικούσαμεν, διότι πάντοτε είχεν εναντίαν γνώμην προς τη δική μου. Η συστηματική αντιλογία του μ’ εξηρέθιζε φοβερά, αλλά περισσότερον ακόμη μ’ εξηρέθιζεν η ψυχραιμία την οποίαν ετήρει και εις τας ζωηροτέρας και εμπαθεστέρας συζητήσεις. Μου εφαίνετο τούτο υπεροχή η οποία μ’ εταπείνωνε, μου εφαίνετο περιφρόνησις. Ενίοτε μάλιστα διέκρινα εις τον τρόπον του είδος τι συγκαταβάσεως, είδος μακροθυμίας δήθεν ανωτέρου προς κατώτερον, ισχυρού πνεύματος προς ασθενή διάνοιαν· και κάποτε διέκρινα ένα μορφασμόν ή μίαν κίνησιν σημαίνουσαν: ”Ουφ! ταιριάζει τώρα να συζητώ εγώ σοβαρώς μαζί σου!”. Δεν αντελήφθης ποτέ τίποτε τοιούτον;»

     «Σε βεβαιώ ποτέ».

     «Είναι μοχθηρός, αλλ’ είναι και αρκετά δειλός ώστε να μη φανερώνει την κακίαν του εντελώς. Δεν σου είπα ότι και εγώ τον εννόουν, αλλά ότι δεν είχα ένα σαφές και ορισμένον δεδομένον διά να του ρίψω το προσωπείον; Δι’ αυτόν όμως ήτο αρκετόν να τον εννοώ εγώ. Αλλά δεν ηδυνήθην να κρατηθώ επί πολύ. Και μίαν ημέραν τον απεκάλεσα κατά πρόσωπον ύπουλον και κακεντρεχή, διότι ανεκάλυψα ότι με διέβαλε προς ένα των προϊσταμένων μας, καίτοι με τρόπον πάλιν, ώστε να μη δύναται ν’ αποκαλυφθεί. Εάν έλεγε τίποτε, εάν είχε το θάρρος να μου αποδώσει την ύβριν, τόσον ήμουν θυμωμένος, ώστε δεν θα περιοριζόμην εις λόγους. Αλλά δεν απήντησεν. Είχε το σχέδιόν του αυτός και δεν εννόει να το χαλάσει, δεν εννόει να πάθει, αντί να κάμει το κακόν που εμελέτα».

     Ο Παύλος διέκοψε την αφήγησίν του διά να καπνίσει· αλλ’ εκ της ταραχής του είχεν αφήσει τον ναργιλέν να σβεσθεί, και αφού επανειλημμένως ερόφησεν εις μάτην, έριψε με νευρικόν κίνημα το μαρκούτσι κατά γης.

     «Είμαι περίεργος», του είπα, «να μάθω ποίαν σχέσιν έχουν όλα αυτά με την αποψινήν ζάλην. Μήπως σ’ εδηλητηρίασε;»

     «Κάτι ανάλογον. Κάτι χειρότερον. Εκ των ομιλιών μας, κατά τας οποίας εγώ, με την συνήθη μου ειλικρίνειαν και ανυποψίαν, απεκάλυπτα την ψυχήν μου και τον χαρακτήρα μου, εννόησεν ότι είμαι πολύ ευπαθής εις την υποβολήν. Προς το τρωτόν τούτο μέρος έστρεψε τας προσπαθείας της η μοχθηρία του με σατανικήν μεθοδικότητα και υπομονήν. Όπως εγώ, έχει πίστιν εις την μυστηριώση δύναμιν της υποβολής και απεφάσισε να με καταστρέψει δι’ αυτής. Προς τούτο δε ήρχισε προ πολλού να εργάζεται, να δηλητηριάζει βαθμηδόν το πνεύμα μου. Δεν παρήρχετο ημέρα χωρίς να μου ομιλήσει περί φρενικών παθήσεων, περί προδιαθέσεων και των τοιούτων, χωρίς δε να του ζητώ μου έδιδε κι εδιάβαζα βιβλία σχετικά. Και γνωρίζων ότι είμαι πολύ νευρικός, ετόνιζεν εις τας ομιλίας του ότι η νευροπάθεια είναι πρόδρομος της παραφροσύνης· διά να μου αποκοιμίσει δε πάσαν υποψίαν μου έδιδε και συμβουλάς περί υδροθεραπείας, ψυχαγωγιών, ταξιδιών, ασκήσεων. Όταν δε κατ’ αυτόν τον τρόπον παρεσκεύασε το έδαφος προς τον απαίσιον σκοπόν του, απεφάσισε να μου δώσει το τελειωτικόν κτύπημα. Αλλά, διά παν ενδεχόμενον, ήθελε να μην ευρεθεί πλησίον μου όταν θα επήρχετο το αποτέλεσμα των σατανικών του ενεργειών. Ενήργησε λοιπόν να μετατεθεί εις το υποκατάστημα Χ., και μίαν ημέραν προ της αναχωρήσεώς του μου έδωκεν αφορμήν να θυμώσω. Και τότε, κατά την συνήθειάν του, δεν μου είπε τίποτε. Αλλ’ όταν ήλθε ν’ αποχαιρετίσει τους συναδέλφους, με ητένισε με βλέμμα το οποίον, σου ομολογώ, μου επροξένησε φρίκην, και μου είπε με φωνήν σιγανήν, αλλά διαπεραστικήν, ως συριγμός όφεως:

-      Εσύ, δυστυχή, θ’ αποθάνεις εις το φρενοκομείον!   

     «Και θα το πιστεύσεις; Δεν του είπα τίποτε. Επροσπάθησα μόνον να γελάσω περιφρονητικώς. Είχε συντρίψει πλέον την θέλησίν μου. Ήμουν ανίκανος και να θυμώσω. Το εγνώριζε και διά τούτο ετόλμησε να μου ρίψει κατά πρόσωπον μίαν τοιαύτην φράσιν, αυτός ο οποίος έως προ ολίγου καιρού με έτρεμε.

     Όταν έμεινα μόνος, με κατέλαβε μεγάλη βαρυθυμία και ήρχισα να σκέπτομαι μήπως τωόντι μ’ επερίμενε τοιαύτη τύχη. Επροσπάθησα να λησμονήσω, αλλ’ ένας επίμονος καφαλόπονος που έπαθα επανέφερε τους φόβους μου. Και σχεδόν διηνεκώς ήκουα την απαισίαν φωνήν να μου ψιθυρίζει:

-      Εσύ, δυστυχή, θ’ αποθάνεις εις το φρενοκομείον.

     Από την ταραχήν των νεύρων μου μ’ έπιασαν αϋπνίες. Και μίαν νύκτα που δεν μπορούσα να βρω ύπνον κι εστριφογύριζα με αγωνίαν εις το κρεβάτι, εσηκώθηκα διά να πάρω ένα βιβλίον να διαβάσω. Εις το τραπέζι μου πάνω ήτο ένα βιβλίον και εις αυτό έπεσε αμέσως το βλέμμα μου. Ήτο τόμος διηγημάτων του Έδγαρ Πόε. Και ηπόρησα πώς ευρέθη το βιβλίον εκείνο εκεί. Δεν ενθυμούμην να είχα αγοράσει ή να είχα δανεισθεί τοιούτον βιβλίον. Αλλά τότε δεν απησχόλησε πολύ-πολύ την σκέψιν μου αυτή η απορία. Επήρα το βιβλίον, επανήλθα εις το κρεβάτι μου, έριψα ένα βλέμμα εις τους τίτλους των διηγημάτων και εσταμάτησα εις τον ”Μαύρον γάτον”, διότι ο τίτλος ήτο σημειωμένος με κόκκινο μολύβι. Τι ήθελ’ εκείνη η μολυβιά και ποιος την είχε κάμει; Δεν είχα διαβασμένο το διήγημα εκείνο και μπορούσα να υποθέσω ότι το είχα σημαδεύσει εγώ για να το διαβάσω. Αλλά πώς, αφού το βιβλίον ήτο ξένον και πρώτη φορά το έβλεπα; Εδιάβασα το διήγημα· όταν δε το ετελείωσα και αφήκα το βιβλίον, στρέφομαι προς το γραφείον και βλέπω τον μονόφθαλμον μαύρον γάτον να κάθεται εις την γωνίαν του τραπεζιού και να με κοιτάζει. Η οπτασία δεν διήρκεσε παρά μίαν στιγμήν και φυσικά την απέδωκα εις την υπερδιέγερσιν των νεύρων και της φαντασίας μου. Αντί δε να κοιμηθώ, ως ήλπισα, έμεινα άυπνος καθ’ όλην την νύκτα.

     Την επιούσαν μ’ έπιασε πυρετός σφοδρότατος και μέσα εις τις ζάλες μου νά σου πάλιν ο μαύρος γάτος, αλλ’ αυτήν την φοράν με τα χαρακτηριστικά του Λαμιρά. Και ενώ με ητένιζε με το φοβερόν του βλέμμα, μου εμιαούριζε: ”Εσύ, δυστυχή, θ’ αποθάνεις εις το φρενοκομείον”. Όταν ανέρρωσα ήρχισα να σκέπτομαι, και διά λεπτολόγου εξετάσεως όλης της προς εμέ διαγωγής του Λαμιρά ανεκάλυψα την σατανικήν πλεκτάνην. Το βιβλίον του Πόε αναμφιβόλως είχε σταλεί κρυφίως απ’ αυτόν. Επεκαλέσθην την υπερηφάνειάν μου, το πείσμα μου, την φιλοσοφίαν μου, την θέλησίν μου, διά ν’ αποτινάξω την βασκανίαν, αλλ’ εστάθη αδύνατον. Ο μαύρος γάτος δεν απεμακρύνετο πλέον από κοντά μου και αι τελευταίαι λέξεις του Λαμιρά δεν έφευγαν από την μνήμην μου. Τας ήκουα και εις τα όνειρά μου. Έπειτα ήρχισαν οι σκοτοδινίες. Δεν έπαθα πρώτην φοράν απόψε. Η πρώτη μου ήρθε ένα μεσημέρι στο γραφείον· και τότε είπα μέσα μου ότι ήρχιζεν η παραφροσύνη. Να σου πω δε ένα πράγμα που δεν ετόλμησα να σου το πω εις το καφενείον; Όταν εσκοτίσθηκα, είδα πάλιν τον μαύρον γάτον κι εκάθητο εις την γωνίαν του μπιλιάρδου με το μονάχο του μάτι το φρικτόν στυλωμένο επάνω μου… Και τώρα να! μου φαίνεται ότι τον βλέπω εκεί».

     Εστράφην προς το μέρος που εδείκνυε και, μολονότι δεν είπα τίποτε, ριγήματα διέτρεξαν το σώμα μου.

     «Ξέρω», έσπευσε να προσθέσει, «ότι δεν είναι τίποτε, ότι είναι πλάνη της φαντασίας μου, αλλ’ αφού δεν μπορώ να λησμονήσω, αφού δεν μπορώ να μη βλέπω;».

     Μετά βραχείαν σιγήν, εστέναξε και είπε:

     «Δεν είμαι λοιπόν δυστυχής και ο αίτιος, ο δημιουργός της δυστυχίας μου, δεν είναι ο Λαμιράς; Και φαντάσου τώρα που θα επανέλθει εις το γραφείον και θα τον βλέπω καθ’ εκάστην. Τι μαρτύριον! Έρχεται να με αποτελειώσει».

     Τας τελευταίας λέξεις επρόφερε με τρομώδη και κλαυθμηράν φωνήν και έκρυψε το πρόσωπον εις τας χείρας του.

     Εγώ δεν ήξευρα τι να του είπω. Ήρχιζα να σκέπτομαι ότι οι φόβοι του δεν ήσαν αδικαιολόγητοι, αλλ’ ότι αι κατά του Λαμιρά αιτιάσεις του ήσαν της νοσούσης φαντασίας του αποκυήματα. Ησθανόμην την ανάγκην να κινηθώ, ν’ απομακρυνθώ από το σκοτεινόν εκείνο μέρος το οποίον είχε γεμίσει με μαύρας ιδέας η διήγησις του Παύλου, και ενώ απεμακρυνόμεθα από το καφενείον, τον ηρώτησα:

     «Συνεβουλεύθης κανένα γιατρόν;».

     «Όχι, διότι φοβούμαι ότι η διάγνωσίς του, την οποίαν θα μαντεύσω και αν δεν μου την πει, θα επιδεινώσει την θέσιν μου. Θα μου αφαιρέσει με την τελευταίαν αμφιβολίαν και την τελευταίαν ελπίδα».

     «Μη φοβάσαι. Είχα ένα γνώριμον άλλοτε ο οποίος κατείχετο ακριβώς από τας δικάς σου ανησυχίας και τον έκαμε εντελώς καλά ο νευρολόγος ιατρός Β. Αφού έπαθες εξ υποβολής, θα θεραπευθείς δι’ υποβολής. Θα σε υπνωτίσει και θα σου βγάλει την ιδέαν που σου εκαρφώθη στο μυαλό. Είναι και τούτο ένα είδος ομοιοπαθητικής θεραπείας».

     Εφάνη καταπεισθείς και εσυμφωνήσαμεν να μεταβώμεν ομού εις του ιατρού. Αλλ’ όταν εχωρίσθημεν, μου είπε κινών την κεφαλήν απελπιστικώς:

     «Και ποίος γιατρός θα με σώσει από τον πραγματικόν μαύρον γάτον, ο οποίος έρχεται μετά ένα μήνα;»

     «Άμα θεραπευθείς από την μαύρην ιδέαν, θα σου φανεί και αυτός κατάλευκος».

     Ο ιατρός, τον οποίον εφρόντισα να ίδω προ της επισκέψεως, μου είπεν αφού με ήκουσεν:

     «Ο φίλος σας παρουσιάζει περίεργον περίπτωσιν ψυχοπαθείας. Φοβείται ότι θα τρελαθεί ή ότι ετρελάθη ήδη. Αλλ’ οι παράφρονες το μόνον που δεν φοβούνται να πάθουν είναι να τρελαθούν. Υποθέτω ότι η νευροπάθεια και οι νοσηροί φόβοι έχουν την αρχήν από κακήν λειτουργίαν του στομάχου του, της οποίας αποτέλεσμα είναι και αι σκοτοδίναι που παθαίνει. Δεν πιστεύω να είναι σοβαρά η πάθησις».

     Τωόντι δε όταν την επιούσαν εξήτασε τον Παύλον μ’ εβεβαίωσεν ότι αι σκοτοδίναι προήρχοντο από στομαχικάς διαταράξεις, ότι ήσαν ίλιγγοι στομαχικοί. Κατά τα άλλα διεβεβαίωσε τον φίλον μου ότι δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνον και ότι αι νοσηραί του ιδέαι προήλθον από την ανάγνωσιν φρενολογικών συγγραμμάτων. Του συνέστησε δε να παύσει ν’ αναγινώσκει τοιαύτα έργα και εν γένει τα διεγείροντα την φαντασίαν και ταράσσοντα τα νεύρα και τον συνεβούλευσε να ταξιδεύσει. Επεδοκίμασε δε την ιδέαν μου να τον υπνωτίσει διά να του αποσπάσει την έμμονον ιδέαν του μαύρου γάτου και της καταδιώξεως, αλλ’ όταν επεχείρησεν εστάθη αδύνατον να υπνωτισθεί ο Παύλος. Και ο ιατρός απελπισθείς τον εκτύπησεν εις τον ώμον, και είτε διά να καλύψει την αποτυχίαν του είτε πιστεύων αληθώς ότι η αποτυχία ήτο καλή ένδειξις, του είπε:

     «Απεδείχθη ότι έχεις μεγαλυτέραν νευρικην δύναμιν από μένα. Είσαι βράχος υγείας και παραπονείσαι ότι είσαι νευροπαθής! Αρκεί να θέλεις και θα βγάλεις πάσαν κακήν ιδέαν από το μυαλό σου. Αλλ’ άμα διορθωθεί το στομάχι, πράγμα το οποίον δεν είναι δύσκολον, θα παύσουν αι ιδιοτροπίαι και μετ’ αυτών όλα τα άλλα. Δεν είναι τίποτε, τίποτε».

     Και μας προέπεμψε με ενθαρρυντικότατον μειδίαμα επαναλαμβάνων:

     «Δεν είναι τίποτε, τίποτε, αλλ’ ένα ταξίδι είναι πολύ αναγκαίον».

     Ο Παύλος όμως, ο οποίος εις την αρχήν εφάνη ελπίζων, όταν εξήλθαμεν μετέπεσεν εις αθυμίαν.

     «Ή δεν νιώθει τίποτε ο νευρολόγος σου», μου είπεν, «ή είδεν ότι η κατάστασίς μου είναι απελπιστική και ηθέλησε να με παρηγορήσει με ψεύδη».

     Επροσπάθησα να τον πείσω περί του εναντίου, αλλ’ εστάθη αδύνατον. Του επρότεινα να αποταθώμεν και προς άλλον ιατρόν, αλλ’ εις απάντησιν μού είπεν ότι δεν είχε καμίαν πίστιν εις τους ιατρούς και την ιατρικήν και ηθέλησε να με πείσει ότι ο κλάδος της νευρολογίας δεν έχει κάμει πρόοδον καμίαν. Επιτέλους δε εννόησα ότι αυτός ο άνθρωπος θα ανεχώρει, αν όχι ευχαριστημένος τουλάχιστον ικανοποιημένος αν ο ιατρός επεβεβαίωνε τους φόβους του. Η διάψευσις των πεποιθήσεών του τον επείσμωνεν, επείραζε την νοσηράν του φιλαυτίαν. Διά τούτο εθύμωσα και εγώ, και έκαμα το λάθος να του είπω:

     «Μα πες μου λοιπόν ότι θέλεις να μη σου λείψουν οι αφορμές για να παραπονείσαι. Είναι και αυτή αδυναμία μερικών ανθρώπων».

     Με ητένισεν επί μίαν στιγμήν άφωνος, έπειτα δε χωρίς να με χαιρετίσει έφυγεν. Έτρεξα κατόπιν του, μετανοήσας αμέσως διά τους λόγους μου, του εζήτησα συγγνώμην, του είπα ότι ηθέλησα ν’ αστειευθώ, επεκαλέσθην την μακράν μας γνωριμίαν και την φιλίαν μας, αλλά τίποτε. Ανεχώρησε δυσηρεστημένος εναντίον μου και μετά τινας ώρας έλαβα την εξής επιστολήν:

     «Ενόμιζα ότι έχω να κάμω με φίλον, σ’ εθεώρουν μάλιστα τον καλύτερον φίλον μου και σου εξεμυστηρεύθην την δυστυχίαν μου. Αλλά με εξήγαγες εκ της απάτης· θα σ’ ευχαρίστουν και διά τους κόπους σου εάν δεν σε είχεν αποζημιώσει η διασκέδασις που ήκουες τόσην ώραν τον ιατρόν να μ’ εμπαίζει».

     Μετά την επιστολήν αυτήν δεν ήτο δυνατή πλέον σχέσις μεταξύ μας. Καθόλου παράδοξον να του επήλθεν η υποψία ότι ήμουν συνένοχος του Λαμιρά.

     Ο Παύλος δεν έκαμε το ταξίδι, το οποίον τον συνεβούλευσεν ο ιατρός, δεν συνεμορφώθη δε πιθανώς με καμίαν εκ των παραγγελιών του. Από της ημέρας εκείνης έγινε μελαγχολικότερος, ολιγόλογος και μισάνθρωπος· όταν δε μετά δεκαπέντε ημέρας τον επανείδα, είχε καταβληθεί μεγάλως. Απεπειράθην να του ομιλήσω, να εξαλείψω διά πάσης θυσίας την πικρίαν την οποίαν του είχαν προξενήσει οι λόγοι μου. Έβλεπα ότι αληθώς έπασχε και εγνώριζα ότι δεν είχε κανένα φίλον της εμπιστοσύνης του ο οποίος να τον ενθαρρύνει. Αλλ’ όταν με είδε, συνοφρυώθη και απέστρεψε το πρόσωπον εχθρικώς. Τις οίδεν; Ίσως τώρα έβλεπε δύο μαύρους γάτους αντί ενός.

     Απετάθην προς ένα εξάδελφόν του, τον Αλκιβιάδην Δαμουλήν, τον μόνον συγγενή τον οποίον είχεν εις τας Αθήνας, αλλά και αυτόν τον απέφευγε. Μίαν ημέραν μόνον του είπε περί εμού: «Άφησ’ τον κι αυτόν! Είναι διπρόσωπος». Τον ηρώτησα έπειτα διά τας μεταξύ Παύλου και Λαμιρά σχέσεις, χωρίς να του φανερώσω τίποτε εξ όσων μου είπεν ο Παύλος.

     «Εγώ τους γνωρίζω φίλους. Αν και ο Παύλος είναι πολλάκις ανυπόφορος με τας ιδιοτροπίας του, ενθυμούμαι ότι άλλοτε ο Λαμιράς και η γυναίκα του δεν μπορούσαν να περάσουν χωρίς αυτόν. Ο Νίκος ο Λαμιράς είναι αγαθότατος άνθρωπος, αρνί».

     «Και όμως, κατά τας τελευταίας ημέρας της εδώ διαμονής του εμάλωσε με τον Παύλον και του μίλησε μάλιστα πολύ άσχημα».

     «Μην ακούτε! Ιδού τι συνέβη: Ο υποδιοικητής έκαμε μίαν ασήμαντον παρατήρησιν εις τον Παύλον, αυτός δε παραδόξως εφαντάσθη ότι είχε διαβληθεί υπό του Νίκου. Και χωρίς να έχει καμίαν απόδειξιν ή καν πιθανότητα εξύβρισε τον Λαμιράν ενώπιον των άλλων υπαλλήλων, τον είπε μοχθηρόν, κακεντρεχή, φθονερόν και παρ’ ολίγον μάλιστα να του επιτεθεί. Ο Λαμιράς είναι φιλόσοφος άνθρωπος, του έχει παραβλέψει πολλά, έκαμε δε και τότε υπομονήν. Αλλ’ επειδή ο Παύλος δεν τον άφηνε πλέον ήσυχον, έχασε και αυτός την υπομονήν του μίαν ημέραν και του είπε: ”Φοβούμαι, δυστυχή, ότι θα τελειώσεις στο φρενοκομείον”. Αυτά μου τα διηγήθησαν οι συνάδελφοί των και αυτός ο Λαμιράς, όστις μάλιστα ελυπήθη πολύ διότι παρεφέρθη εις τοιούτον βαθμόν, παρά τον χαρακτήρα και την συνήθειάν του».

     Λησμονήσας το ενδεχόμενον της παραφροσύνης, κατελήφθην υπό αγανακτήσεως. Ωχ! αδερφέ, να κάθομαι να σκοτίζομαι δι’ ένα τέτοιον άνθρωπον… Αλλ’ όταν τον επανείδα μου εκίνησεν εκ νέου τον οίκτον και την συμπάθειαν. Η μελαγχολία και η εξασθένησίς του επροχώρουν. Αυτός ο άλλοτε τόσον φιλόκαλος, είχε παραμελήσει τον εαυτόν του και τα άκοπα γένια του καθίστων εμφανεστέραν την εξασθένησιν και την κόπωσιν του προσώπου του. Από την εργασίαν του απουσίαζε συχνά, και προς ένα των συναδέλφων του, όστις τον ηρώτησε πώς ήτο, είπε:

     «Δεν είμαι καλά. Ο κόσμος μου φαίνεται στενός, πνίγομαι. Θέλω να τρέχω, να τρέχω».

     Συνήθως εβάδιζεν αφηρημένος και πολλάκις εκινδύνευσε να τον καταπατήσουν οχήματα.

     Όταν ήλθεν ο Λαμιράς έπαυσε να πηγαίνει εις το γραφείον του, και μετά τινας ημέρας μάλιστα έστειλε την παραίτησίν του. Έκτοτε δε έγινεν άφαντος. Ο εξάδελφός του ανησυχών μετέβη εις την κατοικίαν του.

     «Πού είναι ο Παύλος;» ερωτά την νοικοκυράν.

     «Τι να σου πω, παιδί μου;», του λέγει η γραία μυστηριωδώς και κινούσα θλιβερώς την κεφαλήν. «Ξέρω κι εγώ τι έχει πάθει αυτό το παιδί. Μέρες τώρα μένει μέσα κλεισμένος και ούτε μέρα βγαίνει ούτε νύχτα. Του φέρνουν φαΐ από το ξενοδοχείον και το παίρνει από το παράθυρο. Επήγα προχθές να του μιλήσω, ν’ ανοίξει κομμάτι να πάρει αέρα, κι εθύμωσε τόσον πολύ, που τον εφοβήθηκα».

     Ο Αλκιβιάδης, κακά προμαντεύων, επλησίασεν εις την θύραν και εκτύπησε:

     «Παύλε!»

     Αλλ’ ηναγκάσθη να κτυπήσει και να φωνάξει πολλάκις, έως ου επιτέλους ηκούσθη η φωνή του Παύλου εκ του δωματίου βραχνή:

     «Συ ’σαι, Αλκιβιάδη;»

     Μετ’ ολίγον ο Αλκιβιάδης τον ήκουσεν αποσύροντα όπισθεν της θύρας διάφορα βαρέα πράγματα, μπαούλα και τραπέζια. Έπειτα ήλθε πάλιν εκ του βάθους η φωνή του Παύλου:

     «Εμπρός!»

     Ο Αλκιβιάδης ήνοιξε την θύραν, αλλά δεν ηδυνήθη να προχωρήσει· τόσον ήτο μολυσμένη η ατμόσφαιρα του δωματίου.

     «Έλα μέσα, έλα μέσα και κλείσε», του εφώναξεν επειγόντως και ανησύχως ο Παύλος εκ της κλίνης του, όπου είχε χωθεί και σκεπασθεί.

     «Να κλείσω;… Αδύνατον!», είπεν ο Αλκιβιάδης εκ της θύρας και απέστρεφε το πρόσωπον. «Πώς ζεις αυτού μέσα; Δεν αισθάνεσαι ότι ο αέρας είναι μολυσμένος;»

     «Έλα γρήγορα ή θα σηκωθώ να κλείσω».

     Ο Αλκιβιάδης, αφού αφήκεν επί τινα λεπτά ανοικτήν την θύραν και ανενεώθη κάπως ο αέρας του δωματίου εισήλθε.

     «Κλείσε, κλείσε!», του εφώναζεν ο Παύλος με ανησυχίαν.

     Ο Αλκιβιάδης ώθησε την θύραν.

     «Μα δεν μου λες τι σου ήρθε; Απεφάσισες να πεθάνεις εδώ μέσα; Γιατί είσαι κατάκλειστος; Τι θέλουν αυτά τα μπαούλα πίσω από την πόρτα; Μέρα μεσημέρι είσαι κατάκλειστος και κρεβατωμένος! Είσαι άρρωστος;»

     Αντί απαντήσεως ο Παύλος έθηκε τον δάκτυλον επί των χειλέων του και εψιθύρισεν επανειλημμένως: «σουτ!».

     Ο Αλκιβιάδης ήρχισε να καταλαμβάνεται υπό δέους.

     «Μα δε μου λες είσαι άρρωστος;», επανέλαβε περιάγων το βλέμμα εις το δωμάτιον, όπου τα πάντα ήσαν άνω κάτω.

     «Σιωπή και κάθισε».

     Ο Αλκιβιάδης εκάθισε.

     «Τέλος πάντων», είπε ταπεινώσας την φωνήν, «τι μυστήρια είναι αυτά; Τι σουτ και σουτ; Σε πολιορκούν εδώ μέσα;»

     «Ναι».

     «Ποίος;»

     «Ο Μαύρος Γάτος».

     Ο Αλκιβιάδης τον παρετήρησε, προσπαθών να φανεί γελαστός.

     «Αστεία είν’ αυτά;», του είπε.

     Διά μιας ο Παύλος ανεσηκώθη εξηγριωμένος, με μάτια φλογερά, και εφώναξε, δεικνύων την θύραν:

     «Φύγε απ’ εδώ! έξω απ’ εδώ! Ήλθες να γελάσεις με την δυστυχίαν μου! φύγε αμέσως, αμέσως, αμέσως!»

     Και επανέλαβεν πλέον ή δεκάκις την τελευταίαν λέξιν, και τόσον δυνατά ώστε επνίγη επιτέλους η φωνή του.

     Ο Αλκιβιάδης εσηκώθη έντρομος, κατεχόμενος υπό της ιδιαιτέρας φρίκης την οποίαν προξενούν αι κραυγαί και οι παροξυσμοί των μανιακών. Εν τω μεταξύ δε, η νοικοκυρά ακούσασα τας κραυγάς του Παύλου προσέτρεξεν, ηκούσθη ο θρους των παντουφλών και των φορεμάτων της και ενεφανίσθη η κεφαλή της. Τότε αληθώς εξεμάνη ο Παύλος και η βραχνή φωνή του αντήχησεν ως υλακή μανδροσκύλου:

     «Τι θέλεις εδώ εσύ, παλιογυναίκα; Ε! ε! ε!».

     Και πηδήσας εκ της κλίνης ήρπασε τον εξάδελφόν του εκ του ώμου και με καταπληκτικήν δύναμιν τον ώθησεν έξω κραυγάζων:

     «Έξω! όλοι έξω!»

     Κατόπιν έκλεισε με ορμήν την θύραν, την εκλείδωσε, και ο Αλκιβιάδης τον ήκουσε να σύρει όπισθεν αυτής εκ νέου μπαούλα και τραπέζια.

 

 

      Την επιούσαν μ’ ευρήκεν ο Αλκιβιάδης και μου ανήγγειλε τα γενόμενα, μου είπε δ’ επί πλέον ότι ο Παύλος εξηκολούθει να μένει κατάκλειστος και ότι μάλιστα την παρελθούσαν εσπέραν έμεινε νήστις, μη δεχθείς το δείπνον το οποίον του έστειλαν από το ξενοδοχείον του. Ίσως θα υπόπτευσεν ότι ήτο δηλητηριασμένον.

     Ετρέξαμεν εις του ιατρού Β., όστις επείσθη επιτέλους ότι ο ασθενής είχε κάμει καλυτέραν διάγνωσιν από αυτόν.

     «Περίεργος περίπτωσις, πολύ περίεργος!» έλεγεν.

     Επιφυλαχθείς δε να τον ίδει, μας είπεν ότι ήτο ανάγκη ν’ απομονωθεί το ταχύτερον εις το φρενοκομείον, διότι υπήρχε φόβος να φονεύσει κανένα ή ν’ αυτοκτονήσει. Ανεχωρήσαμεν με σκοπόν να ειδοποιήσομεν τηλεγραφικώς τους αδελφούς του και να καταστήσομεν το πράγμα γνωστόν εις την αστυνομίαν διά να μας συνδράμει εν ανάγκη.

     Ήτο Κυριακή. Μετά πολυημέρους κακοκαιρίας ο ήλιος ανεφάνη φαιδρός, διά να δώσει μίαν ωραίαν χειμερινήν ημέραν εις τους Αθηναίους. Και ενώ με τον Αλκιβιάδην κατεβαίναμεν διά της οδού Λυκαβηττού, επανήρχοντο εις το πνεύμα μου σκέψεις τας οποίας πολλάκις έκαμα διά την απάθειαν της φύσεως προς τας αθλιότητας αίτινες σύρονται εις τας οδούς ή κατάκεινται επί των πεζοδρομίων, προς την συννεφιάν και την οδύνην την οποίαν έχομεν εις την ψυχήν.

     Κατά την ώραν εκείνην ο Νικόλαος Λαμιράς εξήλθεν εκ της παρά την πύλην του Αδριανού οικίας του μετά του εξαετούς υιού του Φαίδωνος διά να κάμει τον προσφιλή του περίπατον όπισθεν της Ακροπόλεως μέχρι των λόφων της Πνυκός και του Φιλοπάππου. Εις το παράθυρον εφάνη μετά μίαν στιγμήν η κυρία Λαμιρά, λεπτοφυής και γλυκεία ξανθή, και εκαμάρωνε τον υιόν της, ο οποίος στραφείς της έστειλε με το χέρι φιλήματα.

     Ήτο χαριτωμένον αγοράκι ο Φαίδων. Όταν εσυχνάζαμεν εις το σπίτι του Λαμιρά, όλοι εγοητευόμεθα από το κάλλος της μορφής του και την χάριν των ψελλισμάτων του. Αυτός ο Παύλος τον ηγάπα πολύ, εγέλα επαναλαμβάνων τα τραυλίσματά του και το εχόρευεν επί των γονάτων του. Τώρα δε ήτο ακόμη ωραιότερον και χαριέστερον. Αγγελική κεφαλή με ξανθούς βοστρύχους σγουρούς, μάτια μεγάλα, γεμάτα φως και αθώαν χαράν.

     Επροπορεύετο με σκιρτήματα σκύλακος, και εμειδία προς τον κόσμον όλον, όπως όλος ο κόσμος του εμειδία. Και αφού επροχώρει ολίγον, επέστρεφε και απηύθυνε παντοίας ερωτήσεις προς τον «μπαμπάκα», ο οποίος δεν εκουράζετο ν’ απαντά, συχνά δ’ εθώπευε τα μελίχρυσα του μικρού μαλλιά. Ούτω διήλθον την όπισθεν της Ακροπόλεως λεωφόρον και εστράφησαν προς τον μεταξύ Πνυκός και Φιλοπάππου ναΐσκον, παρά τον οποίον έβοσκεν αίγα με ερίφια. Ο Φαίδων ιδών αυτήν εξέπεμψε φωνήν μεγάλην:

     «Μπαμπάκα, μια κατσίκα με τα κατσικάκια της!»

     Και εστάθη γοητευμένος, με τας χείρας επί των μηρών.

     «Τρέξε να παίξετε μαζί, του εφώναξεν ο πατήρ του μειδιών.

     Ο Φαίδων έτρεξεν, αλλ’ όταν επλησίαζε και είδεν ότι η αίγα ύψωνε προς αυτόν τα ελαιώδη της μάτια και έλαβε στάσιν κάπως απειλητικήν, το βήμα του έγινε διστακτικόν. Η αίγα όμως, αφού επί μικρόν τον παρετήρησεν, ετράπη εις φυγήν με τα τέκνα της και ο Φαίδων ηκολούθησε τρέχων, ενώ ο Λαμιράς του εφώναζε:

     «Πρόσεξε μην πέσεις».

     Την ώραν εκείνην εξήλθεν από τα πευκάκια τα παρά την Ακρόπολιν νέος τριάκοντα περίπου ετών, ωχρός και καταβεβλημένος, ως να είχε σηκωθεί από μακράν ασθένειαν, αλλόκοτος το ήθος. Και ενώ ο Λαμιράς ανέβαινε διά της ατραπού προς τον ναΐσκον του Αγίου Δημητρίου, πέραν του οποίου είχε προχωρήσει ο υιός του, ο νέος εκείνος ηκολούθησε την αυτήν διεύθυνσιν. Ήτο δε τόσον τεταραγμένος, ώστε εμονολόγει προφέρων φράσεις διακεκομμένας.

      Όταν έφθασεν εις την κορυφήν του δρομίσκου και είδεν εις μικράν απόστασιν τον Λαμιράν, του οποίου εφαίνοντο οι ώμοι και η κεφαλή, εξήφθη φοβερά, εξήγαγε πολύκροτον και σπεύδων προς τον πατέρα του Φαίδωνος, είπε με φωνήν τρέμουσαν:

     «Ανθρωπόμορφε σατανά, έως πότε θα με καταδιώκεις; Αλλά δεν θ’ αποθάνω εις το φρενοκομείον, θ’ αποθάνομεν εδώ μαζί!».

     Ο Λαμιράς στραφείς ανεγνώρισε τον Παύλον, επερχόμενον και έτοιμον να πυροβολήσει κατ’ αυτού… Αλλά καθ’ ην στιγμήν ο Παύλος ήτο έτοιμος να πιέσει την σκανδάλην, έκαμε κίνημα εκπλήξεως. Οι εξηγριωμένοι οφθαλμοί του επλατύνθησαν περισσότερον και ο τεταμένος βραχίων του εχαλαρώθη. Μεταξύ αυτού και του Λαμιρά ευρίσκετο ο Φαίδων, με στάσιν εκπλήξεως και δέους, συμμαζευόμενος πλησίον του πατρός του, του οποίου το ένδυμα εκράτει. Ο Παύλος τον ανεγνώρισε και η συννεφωμένη μορφή του αιθρίασε, το άγριόν του βλέμμα επραΰνθη.

     «Ο Φαίδων!», εψιθύρισε. «Πώς εμεγάλωσε!»

     Οι οφθαλμοί του εφάνησαν ως να υγράνθησαν. Αφού δε επί τινας στιγμάς παρετήρησε τον Φαίδωνα με ανέκφραστον τρυφερότητα, είπε προς τον πατέρα του με φωνήν σιγανήν, σχεδόν ήρεμον, ενώ το βλέμμα του εδείκνυε το παιδίον:

     «Τι να σου κάμω; Η αθωότης του είναι τείχος ανυπέρβλητον μεταξύ της μοχθηρίας σου και της απελπισίας μου».

     Έπειτα έφυγε προς την Πνύκα· δεν είχε δε ακόμη συνέλθει από την έκπληξιν και τον τρόπον του ο Λαμιράς, ότε ήκουσε πυροβολισμόν υπόκωφον. Έδραμε προς το μέρος εκείνο και εύρε τον Παύλον ασπαίροντα, με μίαν σφαίραν εις την καρδίαν.

 

Από τη συλλογή διηγημάτων, Όταν ήμουν δάσκαλος, 1916

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA