Μπουκανιέροι και φλιμπουστιέροι

 

    Κάποιος ισχυρός της γης, αφού σκότωσε κάμποσους αθώους ανθρώπους κι έκανε τον κόσμο άνω κάτω από τη μεγαλομανία του, πήγε σ’ ένα νησί στην άλλη άκρη του κόσμου, για να ησυχάσει. Με τι τρόπο θα βρει ησυχία, πώς θα μπορέσει να κοιμάται, ύστερ’ από τόσο αίμα που έχυσε και με τόσες κατάρες που σηκώνει στην καμπούρα του αυτός ο άνθρωπος; Εμείς οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Ωστόσο, εγώ είμαι σίγουρος πως δε θα βρήκε ούτε μια στιγμή ανάπαυση κι ησυχία, γιατί εκείνο το νησί που πήγε θα ‘τρεμε κάτω από τα πόδια του όπως έτρεμε η γης κάτω από τα πόδια του Κάιν. Κι αληθινά, έφυγε από κει γλήγορα και γύρισε στον τόπο του, για να πιάσει πάλι την ίδια βλογημένη δουλειά που έκανε πριν.

    Το νησί που πήγε αυτός ο δυστυχής άνθρωπος το λένε Γιαμάικα και βρίσκεται ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι από πολλά νησιά που τα λένε Αντίλλες και που βρίσκουνται στην Αμερική, κατά το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού, ανατολικά από τον κόρφο του Μέξικου, αραδιασμένα από τον μαΐστρο (ΒΔ) στον σορόκο-λεβάντε (ΝΑ). Φτάνουνε σε τρεις χιλιάδες μίλια μάκρος, από τη μπούκα του μεξικάνικου κόρφου ίσαμε ανοιχτά από τη στεριά της Μπενεζουέλας, εκεί που χύνεται στη θάλασσα ο μεγάλος ποταμός Ορενόκος. Όσα πέφτουνε κατά τον κόρφο του Μέξικου τα λένε Μεγάλες Αντίλλες, κι όσα βρίσκουνται κατά τη Μπενεζουέλα τα λένε Μικρές Αντίλλες. Οι Μεγάλες Αντίλλες είναι η Κούβα, η Αϊτή ή Σπανιόλα, η Γιαμάικα και το Πόρτο Ρίκο. Οι Μικρές Αντίλλες είναι η Γουαδελούπα, η Μαρτινίκα, η Ινάγκουα, η Μπαρμπάδα, καθώς και τα νησιά Μπαχάμα, η Προβιντέντσα κι άλλα μικρότερα. Τις Μικρές Αντίλλες τις λέγανε και Καραϊμπικά Νησιά από τους ανθρωποφάγους Καραΐμπους που τα κατοικούσανε. Κοντά στη στεριά της Μπενεζουέλας, κατά το βασίλεμα, βρίσκουνται τα νησιά Αρούβα, Κουρασό και Μπουέν Άιρε, που είναι σήμερα ολλαντέζικα. Αμερικάνικα είναι το Πόρτο Ρίκο, ο Άγιος Θωμάς κι ο Άγιος Γιάννης. Η Κούβα είναι ανεξάρτητη δημοκρατία, καθώς κι η Αϊτή. Γαλλικές είναι η Γουαδελούπα, η Μαρτινίκα και κάποια άλλα μικρόνησα. Εγγλέζικη είναι η Γιαμάικα και κάτι μαζεμένα νησιά, που βρίσκουνται βορινά από την Αϊτή  κι από την Κούβα και που λέγουνται Μπαχάμα, καθώς και κάποια άλλα κοντά στη Μπενεζουέλα. Ανάμεσα στα νησιά της Μπαχάμας που έχουνε οι Εγγλέζοι είναι κι ένα που το λένε Σαν Σαλβατόρ, δηλαδή Άγιο Σωτήρα. Αυτό το νησί είναι η πρώτη στεριά που βρήκε ο Κολόμπος σαν ανακάλυψε την Αμερική.

    Προ τρακόσια πενήντα χρόνια, στις Αντίλλες είχανε μαζευτεί λογής λογής τυχοδιώχτες, της λεμονιάς τ’ άνθος, κατά το λεγόμενο, και κλέβαν ο ένας τον άλλον, ανθρώποι από διάφορες φυλές, μα οι περισσότεροι ήτανε Εγγλέζοι, Φραντσέζοι κι Ολλαντέζοι. Στο τέλος ενωθήκανε όλοι μαζί, σμίξανε τα κεφάλαιά τους, κάνανε μια κομπανία και κουρσεύανε τα καράβια. Δεν ήταν όλοι κακοί άνθρωποι, μόνο ήτανε κακομαθημένοι και δυστυχισμένοι, έρημοι στον κόσμο κι επειδή δεν γνωρίζανε καμιά δουλειά, το ρίχνανε στο κούρσος και στην κλεψιά.

    Οι πρώτοι απ’ αυτούς πιάσανε το νησί της Σπανιόλας, που το λέγανε κι Άγιο Ντομίγκο, και κυνηγούσανε αγριόβοδα που ζούσανε απάνω σ’ αυτό το νησί. Άλλοι απ’ αυτούς ήτανε καραβοτσακισμένοι, άλλοι είχανε φύγει από τα καράβια, επειδής είχανε βαρεθεί ή είχανε κανωμένο κανένα φονικό, μ’ έναν λόγο, λίγο ως πολύ, ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού.

    Οι περισσότεροι ήτανε θαλασσινοί, μα είχε και στεριανούς που κάνανε διάφορες δουλειές μέσα στα καράβια, μαραγκοί, σιδεράδες, τσαγκαράδες, χασάπηδες. Ζούσανε με πολλή σκληραγωγία, σαν τους αγριανθρώπους, και καθόντανε πεντέξι μαζί, σε κάτι καλύβες κανωμένες από χοντρά δέντρα, επειδή στη Σπανιόλα είχε πολλά δέντρα, και σκεπασμένες με χορτάρια ή με τομάρια. Τρώγανε κρέας και πωρικά, που τα κόβανε από τα δέντρα.

    Όπως είπαμε στην αρχή, κυνηγούσανε άγρια βόδια και καπνίζανε τα κρέατά τους και τα πουλούσανε στα καράβια. Κι επειδής αυτή την τέχνη την μάθανε από τους αγριανθρώπους Καραΐμπους που τη λέγανε «μπουκάν», τους είπανε κι αυτούς μπουκανιέρους. Τα πιο πολλά καράβια, που είχανε μαζί τους δοσοληψία, ήτανε κουρσάρικα κι απ’ αυτά σιγά σιγά κολλήσανε την αρρώστια και στο τέλος γινήκανε όλοι τους κουρσάροι και τους είπανε φλιμπουστιέρους.

    Οι Σπανιόλοι, βλέποντας πως οι μπουκανιέροι προκόβανε και πληθαίνανε, τους κυνηγούσανε αλύπητα, προ πάντων τους Εγγλέζους και τους Φραντσέζους, που είχανε πόλεμο μαζί τους. Κι αυτοί πάλι, όπου βρίσκανε Σπανιόλο, τον σκοτώνανε.

    Οι μπουκανιέροι, σαν είδανε πως δεν μπορούσανε να σταθούνε στη Σπανιόλα, περάσανε σ’ ένα μικρό ρημονήσι, που το λέγανε Τορτούγα, δηλαδή Χελώνα, επειδής έμοιαζε με το καύκαλο της χελώνας. Εκεί γίνηκε σιγά-σιγά σαν ένα χωριό με σπίτια, με ντεπόζιτα που φυλάγανε λογής λογής πραμάτειες, για να κάνουνε τράμπα, με λιμάνι, μ’ ένα καπηλειό, χτίσανε κι ένα μικρό κάστρο, για ασφάλεια, κάνανε και μια εκκλησιά, για να τους βοηθήσει ο Θεός να πάνε καλά οι δουλειές τους. Πιο ύστερα, φέρανε και μια καραβιά γυναίκες από τη Φράντζα. Σε λίγον καιρό, η Χελώνα γίνηκε ένα πόρτο πολυσύχναστο, που μαζευότανε σ’ αυτό θαλασσινοί, κυνηγοί και κοντραμπατζήδες, που πληθαίνανε ολοένα.

    Είχανε έναν αρχηγό και δική τους σημαία, που ‘χε απάνω ζωγραφισμένα δυο σταυρωτά κόκαλα και στη μέση μια νεκροκεφαλή. Ό,τι πρέζα πιάνανε στο κούρσος, τη μοιραζόντανε μεταξύ τους με τάξη. Ο καπετάνιος έπαιρνε τρεις ως έξι φορές περισσότερα απ’ όσα έπαιρνε ο κάθε μπουκανιέρος, ο κάθε κολίγας[1] κι οι άλλοι αξιωματικοί παίρνανε αναλόγως. Όποιος τύχαινε να λαβωθεί κοντά στο μερτικό του έπαιρνε και κάτι παραπάνω. Αν έχανε, να πούμε, τα δυο μάτια του ή τα δυο ποδάρια του, έπαιρνε εξακόσα ριάλια, αν έχανε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού χεριού του είτε το ‘να μάτι του, έπαιρνε τρακόσα ριάλια και για κάθε άλλο δάχτυλο που θα ‘χανε έπαιρνε εκατό ριάλια.

    Ζούσανε μια ζωή σκυλίσια και γι’ αυτό δεν λογαριάζανε τον θάνατο. Μέσα σ’ ένα μικρό καράβι ζούσανε ως εκατόν πενήντα νοματέοι και κοιμόντανε ο ένας απάνω στον άλλον. Οι ναύτες καθόντανε απάνω στην κουβέρτα και πότε τους έψηνε ο ήλιος, πότε τους έδερνε η βροχή. Τις ώρες που δεν είχανε δουλειά, άλλοι παίζανε τζόγο, άλλοι λέγανε ιστορίες, άλλοι τσακωνόντανε, άλλοι κοιμόντανε μέσα σε κείνον τον σαματά, άλλοι μεθοκοπούσανε. Στο μεταξύ, όλοι ρίχνανε κι από μια ματιά στο πέλαγο, επειδής όποιος έβλεπε πρώτος καράβι για πιάσιμο έπαιρνε ρεγάλο.

    Αλίμονο στο καράβι που θα ‘πεφτε στα νύχια τους! Κατά πρώτο, σκοτώνανε τους άντρες, ύστερα ψάχνανε τη σκάφη καλά καλά μέχρι την καρίνα, κατόπι βάζανε τους μούτσους μέσα σε μια βάρκα και τους προστάζανε να πάνε να βάλουνε φωτιά στο καράβι και να το τινάξουνε στον αγέρα. Ύστερα ερχόντανε η μοιρασιά. Σαν πιάσανε κανένα να κρύβει τίποτα από την πρέζα για τον εαυτό του, τον βγάζανε σε κανένα ρημονήσι. Αφού μοιράζανε τα κέρδητα, γυρίζανε στη Χελώνα κι αρχίζανε να μεθοκοπάνε μέρα νύχτα, να παίζουνε χαρτιά ή ζάρια, να μαχαιρώνουνται για τις γυναίκες.

    Άμα περνούσανε δυο τρεις βδομάδες, βγαίνανε πάλι στο κούρσος. Πριν να κάνουνε πανιά, πηγαίνανε στην εκκλησιά, κάνανε λειτουργία και ξεμολογιόντανε παίρνοντας συγχώρεση ο ένας από τον άλλον. Ύστερα κάνανε μια λιτανεία και κατεβαίνανε στην ακροθαλασσιά βαστώντας μια λαμπάδα ο καθένας. Μα και τον καιρό που βρισκόντανε στο πέλαγο, κάθε Κυριακή, ο καπετάνιος έβγαζε από το σεντούκι του το Ευαγγέλιο και διάβαζε ένα δυο φύλλα, σα να ‘τανε παπάς κι οι ναύτες ακούγανε ξεσκούφωτοι και κάνανε τον σταυρό τους.

    Είχαμε πει πως οι μπουκανιέροι είχανε βρει για καταφύγιο την Τορτούγα, επειδή τους κυνηγούσανε οι Σπανιόλοι. Μα κι εκεί δεν ησυχάσανε πολύν καιρό. Οι Σπανιόλοι πήγανε στη Χελώνα και τους ρημάξανε, γκρεμνίσανε και το κάστρο. Αλλά οι μπουκανιέροι δεν απελπιστήκανε και ξαναχτίσανε το κάστρο και πιο γερό μάλιστα.

    Αρχηγός τους γίνηκε ένας Φραντσέζος, που τον λέγανε Λεβασέρ. Αυτός είχε μεγάλη έχθρητα με τους Σπανιόλους που ήτανε παπικοί, γιατί αυτός ήτανε λουθηρανός. Τους γύμνασε καλά κι έχτισε το σπίτι του απάνω σ’ έναν απόγκρεμνον βράχο, που ανέβαινε κανένας με μια σιδερένια ανεμόσκαλα κι αυτό το παλάτι το ‘λεγε «Περιστεριώνα».

    Μόλις μάθανε οι Σπανιόλοι πως οι πειρατές ξαναχτίσανε το κάστρο και γυμνάσανε καλά τον στρατό τους, πήγανε καταπάνω τους. Μα φάγανε τέτοια φωτιά, που φύγανε στο Σαν Ντομίγκο και δεν ξαναφανήκανε.

    Από τότες η Χελώνα μεγάλωσε και δυνάμωσε. Φυτέψανε καπνά και ζαχαροκάλαμα κι όσοι ζούσανε σ’ αυτό το νησί περνούσανε καλή ζωή, όπως στ’ άλλα μεγάλα νησιά, που βγάζανε καπνά και ζαχαροκάλαμα και πηγαίνανε σ’ αυτά άνθρωποι από κάθε μέρος της Ευρώπης, τραβηγμένοι από το κέρδος. Μάλιστα διάβασα σ’ ένα παλιό βιβλίο πως ανάμεσα στους πρώτους που πήγανε στις Αντίλλες, ήτανε κι ένας Έλληνας, που βαστούσε από τους βασιλιάδες της Κωνσταντινούπολης.

    Η Χελώνα έγινε ο φόβος κι ο τρόμος για όλα τα καράβια που ταξιδεύανε, όχι μονάχα σε κείνα τα νερά, αλλά και μακριά στον ωκεανό, προπάντων στα σπανιόλικα. Οι κουρσάροι κυνηγούσανε πιο πολύ τα μοναχιασμένα καράβια, επειδής η λεγόμενη φλότα, δηλαδή τα βασιλικά σπανιόλικα καράβια που ταξιδεύανε μαζεμένα ήτανε καλά αρματωμένη και δεν αποκοτούσανε να τα βάλουνε μαζί της.

    Οι Σπανιόλοι, για να φυλάξουνε τις σκάλες που είχανε σ’ όλες τις θάλασσες, σκαρώσανε στα 1640 ένα μεγάλο πλήθος καράβια. Τα μισά τα βάλανε να φυλάγουνε τις φλότες και τ’ άλλα μισά τα ρίξανε στα νερά της Ευρώπης, για να πολεμάνε τους Ολλαντέζους, τους Εγγλέζους και τους Φραντσέζους. Κι έτσι αφήσανε στην τύχη τους τις Αντίλλες, προπάντων τα νησιά που είπαμε πως βρίσκουνται κοντά στη Μπενεζουέλα και που τα λέγανε Σότο Βέντο, από τον Ορενόκο ως το Πόρτο Ρίκο και τ’ αρπάξανε άλλοι. Τη Γιαμάϊκα την πήρανε οι Εγγλέζοι στα 1655. Στους Σπανιόλους είχε απομείνει μονάχα η Κούβα κι όσα μέρη είχανε απάνω στη στεριά.

    Όλη τη θάλασσα γύρω στις Αντίλλες την εξουσιάζανε οι κουρσάροι. Δεν κυνηγούσανε μονάχα τα σπανιόλικα καράβια, μα της κάθε νατσιόνας, ακόμα και τους πατριώτες τους, και σκοτώνανε τους ανθρώπους που ήτανε μέσα. Τα κουρσάρικα μπαίνανε μέσα στο λιμάνι, έχοντας κρεμασμένους στις αντένες τους τους σκλάβους που είχανε πιασμένους. Και τα σπανιόλικα καράβια κάνανε το ίδιο.

 

Ιστορία του Ολονέ

 

    Πρώτος αρχηγός τους στάθηκε ένας Πέτρος. Δεύτερος ένας που τον λέγανε Πορτουγέζο. Ο τρίτος ήτανε ένας που τον λέγανε Μπραζιλιάνο. Ο τέταρτος κι ο πιο καλύτερος ήτανε ένας Φραντσέζος που τον λέγανε Φραντσέσκο Ολονέ. Τ’ αληθινό του όνομα ήτανε Γιάννης Νάνας, μα τον λέγανε Ολονέ, επειδής είχε γεννηθεί (που να μην το ‘σωνε) σ’ ένα λιμάνι λεγόμενο Αμμόξερα του Ολονέ. Αυτός τους ξεπέρασε όλους τους στα κατορθώματα. Η φύση δεν γέννησε άλλον άνθρωπο τόσο σκληρόκαρδον. Κορυφαίος στην κατεργαριά και στην κλεψιά, πονηρός σαν αλεπού, άκαρδος, δίχως σπλάχνο ολότελα. Από τα μικρά χρόνια του γύριζε από δω κι από κει, ως που τον στρατολογήσανε κάποιοι παλιάνθρωποι, που μαζεύανε τέτοιους αλήτες και τους στέλνανε στα καινούρια μέρη κι έτσι ξεμπαρκάρισε στις Αντίλλες. Για κάμποσον καιρό κυνηγούσε τα αγριόβοδα στην Αϊτή, ώσπου γίνηκε κι αυτός κουρσάρος.

    Στο τίμιο αυτό επάγγελμα έδειξε μεγάλη αξιοσύνη κι αφοβιά, τόσο, που ο γκουβερναδόρος του εμπιστεύτηκε ένα καράβι και τον έκανε καπετάνιο, με όλο που ήτανε πολύ νέος. Καταπιάστηκε να κάνει κάποια κατορθώματα, που μοναχά ένας τρελός θα τα καταπιανότανε και όμως τα ‘βγαλε πέρα και τ’ όνομά του ξακούστηκε. Τρομάρα έπιανε τους Σπανιόλους, σαν ακούγανε τ’ όνομά του, γιατί όσοι πέφτανε στα χέρια του, τους θανάτωνε με σκληρά βασανιστήρια.

    Μια φορά κοντέψανε να τον πιάσουνε. Μια φουρτούνα πέταξε όξω το καράβι του, κοντά σε μια σπανιόλικη πολιτεία λεγόμενη Καμπέχο, στον κόρφο του Μέξικου. Ο Ολονές κι οι άνθρωποί του γλιτώσανε και βγήκανε στη στεριά και περπατούσανε στην ακροθαλασσιά. Δεν πέρασε πολλή ώρα και πέσανε απάνω σε κάμποσους Σπανιόλους αρματωμένους κι αρχίσανε τον πόλεμο. Οι περισσότεροι κουρσάροι σκοτωθήκανε, λιγοστοί πιαστήκανε σκλάβοι. Ο Ολονές πληγώθηκε. Για να γλιτώσει πασάλειψε το μούτρο του με αίματα και με άμμο κι έκανε τον πεθαμένον. Το σχέδιο πέτυχε. Οι Σπανιόλοι τον πήρανε για σκοτωμένον και τον αφήσανε ανάμεσα στα κουφάρια. Μόλις είδε πως φύγανε, σηκώθηκε απάνω και πήγε και κρύφτηκε μέσα στα δέντρα κι έδεσε με κάτι κουρέλια τις πληγές του. Σαν νύχτωσε, γύρισε στον τόπο που κειτόντανε οι σκοτωμένοι, ξεντύθηκε τα ρούχα του κι έβαλε τα ρούχα ενός σκοτωμένου κι ύστερα πήγε και τρύπωσε μέσα στο δάσος, ώσπου συνέφερε λίγο κι ύστερα πήρε τον δρόμο που πήγαινε στο Καμπέχο, χωρίς να τον υποψιαστεί κανένας.

    Τη βραδιά που έφτασε στο Καμπέχο, είδε φέστες και μεγάλη φωτοχυσία, χτυπούσανε οι καμπάνες κι ο κόσμος πήγαινε στις εκκλησιές, για να ευχαριστήσει τον Θεό που τους γλίτωσε από τον Ολονέ, εκείνον τον αιμοβόρο κουρσάρο, επειδής οι συντρόφοι του που σκλαβωθήκανε είπανε στους Σπανιόλους πως ο καπετάνιος τους είχε σκοτωθεί. Ο Ολονές ανακατώθηκε με τον κόσμο που γιόρταζε και χοροπηδούσε και φώναζε κι αυτός μαζί τους.

    Την ίδια βραδιά, γνωρίστηκε με δυο σκλάβους που δουλεύανε σ’ ένα καράβι και τους είπε πως θα τους λευτέρωνε, αν τον βοηθούσανε ν’ αρπάξουνε τη βάρκα του καραβιού. Κι αληθινά, καταφέρανε και πήρανε τη βάρκα και πιάσανε το πέλαγο και φτάξανε στο νησί της Χελώνας.

    Ο Ολονές στενοχωριότανε, γιατί δεν είχε πεντάρα, για να κάνει καμιά καινούρια επιχείρηση και το ‘ριξε στο ρούμι, που το έπαιρνε βερεσέ. Ύστερ’ από καιρό, κατάφερε έναν ψαρά να του δώσει τη βάρκα του, για να βγει στο κούρσος. Πήρε μαζί του και δυο μπουκανιέρους, που θελήσανε να δοκιμάσουνε την τύχη τους. Ο Ολονές συλλογίστηκε τι μπορούσε να κάνει με κείνη την παλιόβαρκα και με τρεις νοματέους, ώσπου σκάρωσε το σκέδιό του.

    Υπήρχε στο βορινό μέρος της Κούβας ένα χωριό που το λέγανε Λος Κάγιος, που έκανε κάμποσο εμπόριο από ζάχαρη, καπνό και πετσιά. Από κείνο το λιμάνι φορτώσανε κάθε τόσο τέσσερα καράβια τρικάταρτα και πηγαίνανε στην Αβάνα. Αποφάσισε λοιπόν να τα πιάσει. Έκανε πανιά και τράβηξε κατά κει.

    Πηγαίνοντας, αντάμωσε στον δρόμο ένα καΐκι κουρσάρικο και κολιγιάσανε μαζί του. Βολτατζάρανε κάμποσες μέρες σε κείνα τα νερά, μα δεν φάνηκε κανένα καράβι. Δεν μπορούσανε να καταλάβουνε γιατί δεν βγήκανε τα καράβια από το λιμάνι. Στο τέλος υποψιαστήκανε πως προδοθήκανε, όπως κι ήτανε η αλήθεια. Στο Λος Κάγιος είχανε μάθει πως το σκυλόψαρο τριγύριζε για να χάψει τα καράβια και στείλανε κι ειδοποιήσανε τον διοικητή. Μα ο διοικητής τους είπε πως τρελαθήκανε από το φόβο τους, αφού ο Ολονές είχε σκοτωθεί στο Καμπέχο.

    Οι απεσταλμένοι τον βεβαιώσανε πως αληθινά είχε φανερωθεί εκείνος ο σατανάς με δυο καΐκια, ανοιχτά από το Λος Κάγιος. Τότες ο διοικητής πρόσταξε να πάγει ένα καράβι να τον κυνηγήσει, δίνοντας διαταγή να μη γυρίσει πίσω, αν δεν τον πιάσουνε. Μάλιστα πρόσταξε να πάγει μαζί τους κι ο μπόγιας, ένας αράπης, για να τους περάσει τον λαιμοδέτη στον λαιμό και να τους κρεμάσει στις αντένες του καραβιού. Τους παράγγειλε όμως τον Ολονέ να μην τον σκοτώσουνε, αλλά να του τον πάνε ζωντανόν, για να τον δει με τα μάτια του, ώστε να είναι σίγουρος πως είναι αυτός ο ίδιος.

    Το καράβι πήγε και φουντάρισε στο Λος Κάγιος. Στον δρόμο δεν είδε τίποτα κουρσάρους. Γιατί ο Ολονές είχε μάθει το τι γινότανε από έναν ψαρά και, σαν νύχτωσε,  πήγανε οι δυο βάρκες και τρυπώσανε στο λιμάνι, δίχως να τους πάρουνε χαμπάρι.

    Το Λος Κάγιος είναι χτισμένο στο στόμα ενός ποταμού. Μέσα στο ποτάμι ήτανε φουνταρισμένο το βασιλικό καράβι που ‘χε στείλει ο διοικητής, με την πλώρη γυρισμένη καταπάνω στο ρέμα. Οι δυο κουρσάρικες βάρκες πήγανε κοντά στο καράβι και χωθήκανε ανάμεσα σ’ αυτό και στις οχτιές του ποταμιού, στις δυο μπάντες του καραβιού.

    Ο άνθρωπος που φύλαγε βάρδια απάνω στην κουβέρτα, άκουσε τα κουπιά κι είδε τις δυο βάρκες που τραβούσανε από τις δυο μεριές του καραβιού, και φώναξε: «Από πού ερχόσαστε;» Οι κουρσάροι αποκριθήκανε: «Από το τάδε μέρος». Ο βαρδιάνος τους ξαναρώτησε: «Μήπως ανταμώσατε ανοιχτά τίποτα κουρσάρους;» Και κείνοι του είπανε: «Δεν είδαμε τίποτα!»

    Ο βαρδιάνος δεν υποπτεύτηκε. Οι βάρκες τραβήξανε λίγο παραπάνω κι αράξανε, η μια από τη μια οχτιά κι η άλλη από την άλλη κι οι κουρσάροι βγήκανε στη στεριά και πήγανε κοντά στο καράβι, δίχως να φαίνουνται μέσα στο σκοτάδι. Καθίσανε εκεί πέρα δίχως ν’ ακουστούνε.

    Σαν άρχισε να γλυκοχαράζει, με μιας βροντολόγησε ο κόσμος. Από τις δυο οχτιές άνοιξε τουφεκίδι ακατάπαυστο καταπάνω στο καράβι. Οι μπάλες πέφτανε βροχή ανάμεσα στα ξάρτια και καρφωνόντανε στα μαδέρια και στ’ άρμπουρα του καραβιού. Η βάρδια φώναξε: «Στ’ άρματα! Στ’ άρματα!» Ο καπετάνιος πετάχτηκε με τα νυχτικά του απάνω στην κουβέρτα, το ίδιο κι οι ναύτες, και πιάσανε και τρέχανε σαν τρελοί από δω κι από κει. Θελήσανε να πάνε στα κανόνια, μα δεν μπορούσανε, επειδής οι κουρσάροι τους χτυπούσανε από τις δυο μεριές και τους σαστίσανε τόσο, που οι περισσότεροί τους σκοτωθήκανε ή πληγωθήκανε πριν να μάθουνε τι γίνεται.

    Οι μπουκανιέροι ρίχνανε, ώσπου καθαρίσανε την κουβέρτα. Σαν είδανε πως δεν σάλευε ψυχή, μπήκανε γρήγορα στις βάρκες τους και πήγανε απάνω στο καράβι. Όσοι ναύτες ήτανε ζωντανοί, τρυπώσανε στα κουβούσια. Οι κουρσάροι βγάλανε κάτι άγριες φωνές και σκαρφαλώσανε στο καράβι με τα μαχαίρια στο χέρι. Ο Ολονές χούγιαζε σαν δαίμονας, πασαλειμμένος με τα αίματα. Κι οι άλλοι κάνανε σαν θηρία. Χτυπούσανε με τα γιαταγάνια όποιον βρίσκανε. Σε λίγο τους σκοτώσανε όλους κι αποτελειώσανε όσους είχανε λαβωθεί από τα τουφέκια.

    Σαν έπαψε ο θρήνος, φανερώθηκε ο μπόγιας ο αράπης και πήγε κι έπεσε στα πόδια του Ολονέ και τον παρακαλούσε να μην τον σκοτώσει, λέγοντάς του πως θα φανέρωνε τα μυστικά των Σπανιόλων. Του είπε ακόμα πως αυτός ήτανε ο μπόγιας που θα τους κρέμαζε. Ακούγοντας ο Ολονές αυτά τα λόγια, γίνηκε θηρίο. Στάθηκε μπροστά στο μεγάλο κουβούσι, τριγυρισμένος από τους δικούς του, και πρόσταξε ν’ ανεβούνε απάνω οι Σπανιόλοι που ήτανε κρυμμένοι στ’ αμπάρι. Μόλις ανέβαινε κανένας, ο Ολονές του ‘κοβε το κεφάλι κι ύστερα έγλειφε το σπαθί του. Στο τέλος έσφαξε και τον αράπη. Η κουβέρτα έγινε σαν χασάπικο, γεμάτη κορμιά που τινάζανε ακόμα, και κεφάλια βουτηγμένα στο αίμα. Ο κουρσάρος άφησε ζωντανόν μονάχα έναν Σπανιόλο, για να πάγει στην Αβάνα να πει στον διοικητή όσα είδε.

    Το καράβι που σκλαβώσανε ήτανε μια έμορφη φρεγάδα. Παρατήσανε τις βάρκες κι ο Ολονές κάθισε στο τιμόνι της σαν να ‘χε το καράβι από τον πατέρα του. Αρχίσανε λοιπόν και βολτατζάρανε ανάμεσα στην Αϊτή και στη μεγάλη στεριά.

    Σε λίγο πιάσανε ένα μεγάλο μπάρκο, που είχε φύγει από το λιμάνι του Μαρακαΐμπο φορτωμένο ασήμι κι άλλα ακριβά πράματα. Το δέσανε από πίσω από τη φρεγάδα και πήγανε στη Χελώνα κι εκεί τους κάνανε μεγάλη υποδοχή.

    Ο Ολονές, εκεί που μεθοκοπούσε, έκανε μεγάλα σκέδια, τώρα που είχε στα χέρια του ένα μεγάλο και γλήγορο καράβι. Συντρόφιασε μ’ έναν άλλον ξακουσμένον κουρσάρο, λεγόμενον Μιχάλη Μπάσκο και κάνανε ένα κοντράτο πως θα δουλέψουνε μαζί. Όλο το χωριό πήγε και γράφτηκε στην κομπανία. Ο κάθε άνθρωπος που καθότανε στο βλογημένο νησί της Χελώνας θα ‘χε μερδικό απάνω στις πρέζες που θα πιάνανε τα κουρσάρικα. Αρματώσανε οχτώ καράβια και μπαρκάρανε σ’ αυτά απάνω από τετρακόσιοι κατεργαρέοι, της κοπριάς τ’ άνθος. Οι δυο κουρσάροι δεν είχανε σκοπό να κυνηγήσουνε καράβια, μα να ρημάξουνε καμιά σπανιόλικη πολιτεία, από κείνες που είχανε μάλαμα.

    Σηκωθήκανε στα πανιά στα 1667, τον Απρίλη μήνα, και πρώτα πήγανε σ’ ένα λιμάνι που είχανε οι μπουκανιέροι στη βορινή ακροθαλασσιά της Αϊτής, λεγόμενο Μπαγιάλα, κι εκεί κάνανε την καμπάνια τους. Πήρανε καπνισμένο κρέας κι άλλα πράγματα, πήρανε και κάμποσους κυνηγούς που τους παρακαλέσανε να πάνε μαζί τους.

    Μόλις βγήκανε στο πέλαγο, πιάσανε δυο καράβια φορτωμένα με πραμάτειες. Είχανε μέσα παραπάνω από χίλια καντάρια κακάο, εβδομήντα καντάρια μπαρούτι, ένα σωρό μουσκέτα, κι εξηνταδυό χιλιάδες ριάλια. Τα κλεμμένα τα φορτώσανε σ’ ένα καράβι και τα στείλανε στη Χελώνα, να τα σιγουράρουνε. Σαν γύρισε πίσω το καράβι, τους πήγε κι άλλες κουμπάνιες και κάμποσους καινούριους κατεργαρέους. Κι έτσι ο καπετάν Ολονές κι ο καπετάν Μπάσκος είχανε στις διαταγές τους παραπάνω από εξακόσους πενήντα νοματέους.

    Λοιπόν, με τόσο στρατό που είχανε, αποφασίσανε να κουρσέψουνε το Μαρακαΐμπο και να γίνουνε λόρδοι μια και καλή, να γυρίζουνε με τα χρυσά τ’ αμάξια κι έτσι ν’ αλλάξουνε κείνη τη σκυλίσια ζωή. Είχανε πιασμένους δυο Φραντσέζους πιλότους από το Μαρακαΐμπο κι αυτοί ξιστορούσανε τ’ αρίφνητα πλούτη που ‘χε κείνη η πολιτεία.

    Το Μαρακαΐμπο είναι χτισμένο μέσα σ’ ένα μπουγάζι, απάνω στη στεριά της Μπενεζουέλας. Έχει δυο περάσματα, για να βγει κανένας στην όξω θάλασσα. Το μπάσιμο του μπουγαζιού το φράζουνε δυο νησιά. Το ένα που πέφτει κατά τον λεβάντη το λένε Βιντζίλια κι είχε απάνω μια βάρδια. Τ’ άλλο που βρίσκεται κατά το βασίλεμα το λένε Παλόμα κι είχε χτισμένο ένα κάστρο, αρματωμένο με δεκάξι κανόνια. Το στενό που βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτά τα νησιά ήτανε αρματωμένο καλά κι από κει μπαίνανε τα καράβια μέσα στο μπουγάζι του Μαρακαΐμπου.

    Μπαίνοντας μέσα, βλέπανε ένα εξαίσιο πανόραμα. Από τα δεξιά φαινότανε τα σπίτια της πολιτείας, χτισμένα μέσα σε πρασινάδες, και παραμέσα ένα απάτητο δάσος. Από τ’ αριστερό χέρι, η στεριά ήτανε απόγκρεμνη, φυτρωμένη μ’ άγρια χαμόδεντρα, που δεν μπορούσε να περάσει άνθρωπος. Φαινόντανε και κάποιες καλύβες κανωμένες απάνω σε παλούκια κι απάνω στα δέντρα. Σ’ αυτά καθόντανε οι ντόπιοι Ιντιάνοι και τα φτιάνανε κρεμάμενα στον αγέρα, για να φυλαχτούνε από τα κουνούπια κι από τις πλημμύρες. Το μπουγάζι ήτανε σαν μια λίμνη, γεμάτη από αμμόξερες κι από πολλά νησάκια.

    Κατά τη νοτιά φαινόντανε και κάτι άλλα σπίτια. Ήτανε μια πλούσια πολιτεία, που τη λέγανε Τζιμπιράλτα. Παραμέσα στη στεριά ξεχωρίζανε κάποια χιονισμένα βουνά, οι φημισμένες Άντες.

    Απ’ αυτές τις δυο πολιτείες, δηλαδή από το Μαρακαΐμπο κι από τη Τζιμπιράλτα, μπαρκάρανε οι έμποροι τις πραμάτειες που ερχόντανε από τη Μερίντα, την πρωτεύουσα. Φέρνανε πραμάτειες κι από το Περού, μα μοναχά το καλοκαίρι, γιατί τον χειμώνα οι δρόμοι ήτανε κλεισμένοι από τα χιόνια. Ωστόσο κι η Τζιμπιράλτα είχε καλή γη κι έβγαζε πολλά πωρικά, ζαχαροκάλαμα, κακάο και ξύλα από τα μεγάλα κέδρα που ‘χε ο τόπος. Αλλά και το Μαρακαΐμπο έναν σπουδαίο καπνό, που τον λέγανε «δεσποτικόν ταμπάκο», καθώς και καλά κρέατα. Είχε ως τέσσερες χιλιάδες ψυχές.. Η Τζιμπιράλτα είχε χίλιες διακόσιες. Κι οι δυο πολιτείες είχανε πολλές εκκλησιές, μοναστήρια και νοσοκομεία.

    Καταλαβαίνεις λοιπόν με τι όρεξη βάλανε πλώρη οι μπουκανιέροι για το Μαρακαΐμπο. Σαν φτάξανε γιαλό, φουντάρανε απόμερα, για να μην τους δούνε οι στρατιώτες που φυλάγανε απάνω σ’ ένα νησί βρισκόμενο από το βορινό μπάσιμο του μπουγαζιού, που το λέγανε Περιστερόνησο, μα το λέγανε κι Αμπάρα, γιατί ήτανε αληθινή αμπάρα που έκλεινε από κείνο το μέρος το μπουγάζι και την πολιτεία.

    Την άλλη μέρα, οι κουρσάροι κάνανε πανιά και βάλανε πλώρη για το μπάσιμο του μπουγαζιού. Οι Σπανιόλοι τους είδανε κι ετοιμαστήκανε. Φτάνοντας σ’ ένα μίλι ανοιχτά από το καστράκι, ρίξανε την άγκουρα και στείλανε κάμποσες βάρκες γεμάτες ανθρώπους καλά αρματωμένους, για να χτυπήσουνε τους Σπανιόλους. Ο φρούραρχος της Αμπάρας θέλησε να τους βάλει στη μέση, την ώρα που κάνανε γιουρούσι, για να πάρουνε το κάστρο και να τους χτυπήσει από πίσω, αλλά δεν τα κατάφερε, επειδής ο Μπάσκος, που ήτανε γέρικη αλεπού στα πολεμικά, πρώτα ξετρύπωσε τους Σπανιόλους που ήτανε ταμπουρωμένοι στα μετερίζια από πίσω του και τους έφταξε. Ύστερα χύθηκε καταπάνω στο κάστρο. Οι Σπανιόλοι πολεμήσανε αντρειωμένα επί τρεις ώρες, αλλά δεν μπορέσανε να βαστάξουνε παραπάνω κι οι μπουκανιέροι πήρανε το κάστρο. Ευθύς βουλώσανε τα κανόνια και κάψανε ό,τι βρήκανε.

    Τη νύχτα καθίσανε εκεί μέσα. Τα ξημερώματα ισάρανε τα πανιά, για να μπούνε στη μέσα θάλασσα κι επειδή στο μεταξύ έπεσε ο αγέρας, φτάξανε μπροστά στο Μαρακαΐμπο κατά το μεσημέρι. Ευθύς αρχίσανε και χτυπούσανε την πολιτεία με τα μεγάλα κανόνια, βγάλανε στη στεριά και κάμποσους πειρατές, που βάλανε φωτιά στα ακρινά σπίτια.

    Μέσα στην πολιτεία δεν ακουγότανε ψυχή ζωντανή. Αφού τη βαρέσανε κάμποση ώρα με τις μπομπάρδες, αρχίσανε και μπαίνανε μέσα με προφύλαξη. Αλλά απορήσανε πώς δεν βρήκανε ανθρώπους μέσα στα σπίτια, γιατί κάποιοι στρατιώτες, που είχανε φύγει από το νησί της Αμπάρας, τους είχανε ειδοποιημένους αποβραδίς κι όλος ο κόσμος έφυγε πατείς με πατώ σε. Οι περισσότεροι πήγανε στη Τζιμπιράλτα, οι άλλοι τρυπώσανε στα δάση.

    Οι κουρσάροι μπήκανε στ’ αρχοντόσπιτα και ξαποστάσανε τα ραχοκόκαλά τους μέσα στις μαλακές πολυθρόνες και στα καθαρά ρούχα. Στις πλατείες και στα σταυροδρόμια βάλανε βάρδιες, και στη μητρόπολη καταστήσανε το στρατηγείο τους. Από φαγιά κι από πιοτά είχανε όσα θέλανε, αλλά χρυσάφι κι ακριβά πετράδια δεν ηύρανε ολότελα κι είχανε μεγάλη στενοχώρια.

    Την άλλη μέρα ο Ολονές έστειλε ένα τσούρμο αρματωμένους, για να πιάσουνε τίποτα ντόπιους. Το βράδυ γυρίσανε και του πήγανε είκοσι Σπανιόλους, μισοπεθαμένους από τον φόβο και κάποια γυναικόπαιδα, μαζί με πέντ’ έξι μουλάρια φορτωμένα λογιών λογιών πράγματα.

    Ο καπετάνιος πρόσταξε και βάλανε δυο τρεις άντρες στα βασανιστήρια, για να μολογήσουνε σε ποιο μέρος είχανε κρυμμένα τα χρυσαφικά τους οι πατριώτες. Τους χώσανε καλάμια στα νύχια, τους σφίξανε τα κεφάλια μ’ ένα σκοινί ώσπου πεταχτήκανε όξω τα μάτια τους, τους κάνανε κι άλλα πολλά μαρτύρια, πλην άδικα. Τότες ο Ολονές τράβηξε το σπαθί του και πηγαίνοντας κοντά σ’ έναν από κείνους τους δυστυχισμένους, του το κατέβασε με τέτοια μανία, που τον χώρισε στη μέση. Ο άνθρωπος έπεσε χάμω και σπάραζε κι ο δαίμονας εκείνος τον έσπρωξε με το ποδάρι του κι είπε στους άλλους που τρέμανε: «Όποιος δεν μου πει γλήγορα σε ποιο μέρος είναι κρυμμένο το χρυσάφι, θα τον σφάξω σαν και τούτον!»

    Τότες ένας από τους Σπανιόλους είπε σε ποιο μέρος ήτανε κρυμμένοι πολλοί πατριώτες του που ξέρανε την κρυψώνα. Πήγανε αμέσως κάμποσοι αρματωμένοι σε κείνο το μέρος, μα δεν βρήκανε κανέναν, επειδή πήρανε μυρουδιά και φύγανε.

    Οι κλέφτες καθίσανε στο Μαρακαΐμπο δεκαπέντε μέρες, και μπαρκάρανε στα καράβια ό,τι κοστόζο πράγμα βρήκανε. Αλλά πριν φύγουνε, αποφασίσανε να πάνε και στη Τζιμπιράλτα.

    Στο μεταξύ οι Σπανιόλοι στείλανε κι ειδοποιήσανε τον διοικητή στη Μερίντα, και τους έστειλε τετρακόσους νοματέους, κι έτσι, μέσα στη Τζιμπιράλτα βρισκότανε οχτακόσιοι πολεμιστές. Γρήγορα γρήγορα δυναμώσανε τ’ αδύνατα μέρη του κάστρου από το μέρος της στεριάς. Από τη θάλασσα βάλανε κάμποσα καράβια να φυλάγουνε. Ένα στενό πέρασμα που είχε η πολιτεία από τη στεριά το φράξανε με σίδερα. Ο διοικητής πρόσταξε κι ανοίξανε έναν πρόχειρο δρόμο, σταυρωτά με τον αληθινόν, για να παραπλανέψει τους κουρσάρους και να τους τραβήξει σε μέρη απερπάτητα και βαλτοτόπια. Στο μέρος που έβγαζε αυτός ο καινούριος δρόμος, πρόσταξε και σκάψανε μια γράνα και την αρμάτωσε μ’ έξι κανόνια, που να μην μπορεί να σιμώσει κανένας.

    Οι κουρσάροι, σαν είδανε από μακριά το αρμάτωμα που είχανε κάνει οι Σπανιόλοι και τις σημαίες τους, κάνανε συμβούλιο κι αποφασίσανε ή να πάρουνε την πολιτεία ή να πεθάνουνε.

    Αποβραδίς αράξανε μισό μίλι ανοιχτά από τη στεριά. Την άλλη μέρα την αυγή ξεμπαρκάρανε καμιά τρακοσαριά νοματέους, αρματωμένους μονάχα μ’ ένα μαχαίρι και με δυο πιστόλια, για να είναι αλαφροί και σβέλτοι. Μαζευτήκανε σ’ ένα μέρος, δίχως να τους δούνε κι ύστερα τραβήξανε με τάξη κατά την πολιτεία.

    Ο Ολονές πήγαινε μπροστά, έχοντας κοντά του τον Φραντσέζο πιλότο. Αυτός τους επήγε από το μπάσιμο που είχανε φράξει οι Σπανιόλοι. Βλέποντας πως ήτανε κλεισμένοι, σταθήκανε λίγο, για να συλλογιστούνε τι θα κάνουνε. Στο μεταξύ βρήκανε τον καινούριον δρόμο.

    Σε λίγο ξημέρωσε κι ο Ολονές, σαν είδε και κατάλαβε τι είχε γίνει, πρόσταξε να χτυπήσουνε το καινούριο πέρασμα. Αλλά τα βρήκανε σκούρα, επειδή πέσανε σ’ έναν διαβολότοπο και βουλιάξανε μέσα στη λάσπη.

    Σ΄ αυτό το μεταξύ αρχίσανε και ρίχνανε καταπάνω τους τα κανόνια και τα μουσκέτα και σφεντονιζότανε γύρω τους τα κλαριά, κομμένα από τα δέντρα κι οι λάσπες τους περιχύνανε. Οι κουρσάροι τρομάξανε και κάνανε πίσω. Ο Ολονές, σαν είδε πως τα χρειαστήκανε, πρόσταξε να ρίξουνε στον δρόμο κομμένα δέντρα, για να πατάνε απάνω και να μην τσαλαβουτάνε στα νερά. Γύρω τους γινότανε θρήνος.

    Μοναχά τέτοιοι άνθρωποι σκληροί και μαθημένοι σε όλα μπορέσανε να βαστάξουνε σ’ εκείνη την κοσμοχαλασιά. Οι μπάλες και τα μυσδράλια πέφτανε απάνω τους βροχή, ο βρόντος τους ξεκούφαινε, ο καπνός τους στράβωνε και τους μπόδιζε να δούνε. Και μ’ όλα ταύτα, καταφέρανε και περάσανε το δάσος και βρεθήκανε άξαφνα μπροστά στα κανόνια.

   Εκεί ξαναπέσανε πάλι μέσα στον βούρκο και χωθήκανε ίσαμε τα γόνατα. Πάλι ρίξανε δέντρα, για να πατήσουνε. Αλλά, ως να σταθούνε στα ποδάρια τους, φάγανε μια βροχή από μυσδράλια κι από σίδερα πυρωμένα που τους ξεθεώνανε. Την ίδια στιγμή, οι Σπανιόλοι πηδήξανε από τα μετερίζια και πέσανε απάνω στους κουρσάρους, που ήτανε σαστισμένοι, και τους κυνηγήσανε πέρα από το ρουμάνι.

    Σαν είδανε τι πάθανε από κει, θελήσανε να κάνουνε γιουρούσι στον φραγμένον δρόμο. Μα δεν καταφέραμε τίποτα. Τότε θελήσανε πάλι να μπούνε από το καινούριο μπάσιμο που είχανε πάθει τη συμφορά, αλλά και τούτη τη φορά δεν μπορέσανε, αν και φτάξανε κοντά στα κανόνια.

    Ο Ολονές θέλησε να ξεγελάσει τους Σπανιόλους και πρόσταξε τους δικούς του να τραβηχτούνε πίσω. Οι Σπανιόλοι πέσανε από πίσω τους, κι ο Ολονές τους άφησε να τους κυνηγήσουνε, ώσπου τους ξεμάκρυνε κάμποσο και βρεθήκανε πέρα από τη φωτιά του κανονιού. Ύστερα πρόσταξε τους δικούς του να στρίψουνε κατά πίσω και πέσανε απάνω στους Σπανιόλους κι έπιασε πόλεμος κορμί με κορμί. Κι επειδή σ’ αυτόν τον πόλεμο οι μπουκανιέροι ήτανε μαστόροι, μέσα σε λίγη ώρα σκοτώσανε καμιά διακοσαριά Σπανιόλους. Όσοι γλιτώσανε τρυπώσανε στα δέντρα κι άλλοι παραδοθήκανε.

    Οι κανονιέρηδες ρίξανε λίγη ώρα, μα σαν είδανε πως είχανε απομείνει μοναχοί, παραδοθήκανε και κείνοι κι έτσι οι κουρσάροι πήρανε το κάστρο και την πολιτεία. Ξεσκίσανε τη σπανιόλικη σημαία και βάλανε τη δική τους και κάνανε έναν αλαλαγμό, σαν να ‘χανε χαμένα τα φρένα τους.

    Μέσα στην πολιτεία δεν βρήκανε ανθρώπους, γιατί οι περισσότεροι προφτάξανε και φύγανε στα βουνά με ό,τι ακριβό πράγμα είχανε. Οι λίγοι που απομείνανε, είχανε κλειστεί στην εκκλησιά μαζί με κάτι στρατιώτες και βάλανε μπροστά στην πόρτα δυο τρία κανόνια.

    Οι Σπανιόλοι στρατιώτες σκοτωθήκανε όλοι. Από τους κουρσάρους σκοτωθήκανε καμιά σαρανταριά και πληγωθήκανε καμιά ογδονταριά. Ανάμεσα στους σκοτωμένους Σπανιόλους ήτανε κι ο διοικητής της Μερίντας. Από την πολλή ζέστη τα κουφάρια βρομήσανε κι ο Ολονές πρόσταξε και τα βάλανε μέσα σε δυο βάρκες και πήγανε και τα βουλιάξανε, μαζί με τις βάρκες, ανοιχτά στο πέλαγο.

    Ύστερα πιάσανε και κουρσεύανε τα σπίτια και τα μαγαζιά. Ό,τι βρίσκανε, λεφτά, ασημικά, ρούχα, έπιπλα, κακάο, ζάχαρη, κεδροσάνιδα, τα φορτώνανε στα καράβια. Από ζωοθροφές βρήκανε λιγοστές και τις μοιραστήκανε.

    Εκείνους που βρισκόντανε μέσα στην εκκλησιά, τους σφαλήξανε πιο καλά και τους αφήσανε να πεθάνουνε από την πείνα. Κάπου κάπου τους ρίχνανε κανένα κομμάτι γαϊδουρινό κρέας. Πρώτα αρχίσανε και πεθαίνανε τα παιδιά κι οι γέροι. Μέσα σε μια βδομάδα απομείνανε οι μισοί. Οι κακόμοιρες οι γυναίκες για να γλιτώσουνε τη ζωή των παιδιών τους και τις δικές τους κάνανε στους κακούργους ερωτικά παιχνίδια. Μα πάλι, εκείνα τα τέρατα, τις αφήνανε νηστικές και πεθαίνανε από την πείνα. Κάθε τόσο βγάζανε κι έναν από την εκκλησιά και τον βασανίζανε, για να τους πει σε ποιο μέρος είχανε κρυμμένα τα χρυσαφικά. Αλλά οι δυστυχισμένοι δεν γνωρίζανε τίποτα.

    Ο Ολονές πρόσταξε τέσσερες απ’ αυτούς να πάνε στα βουνά, να βρούνε τους άλλους που είχανε φύγει από την πολιτεία, για να παζαρέψουνε μαζί τους πόσα θα πληρώνανε για να φύγουνε οι κουρσάροι και να πούνε πως οι μπουκανιέροι παραδεχόντανε να μη χαλάσουνε την πολιτεία, αν τους πληρώνανε, μέσα σε δυο μέρες, δέκα χιλιάδες ριάλια, και πως αλλιώτικα θα την καίγανε. Μα, σαν περάσανε οι δυο μέρες και δεν πήρανε τα λεφτά, οι κουρσάροι βάλανε φωτιά. Οι καημένοι οι σκλάβοι τους παρακαλούσανε κλαίοντας να σβήσουνε τη φωτιά, λέγοντάς τους πως σε λίγο θα ‘ρθουνε τα λεφτά. Κι αληθινά τα στείλανε, μα όχι όλα. Στο μεταξύ, ώσπου που να ‘ρθουνε και τ’ άλλα, κάηκε ένα κομμάτι της πολιτείας.

    Οι κατεργαρέοι, σαν πήρανε τα λεφτά, είπανε πως αυτά ήτανε για να ξαγοράσουνε τα κτίρια και πως έπρεπε να πληρώσουνε άλλα για τους σκλαβωμένους. Κι έτσι πιάσανε πάλι τα παζαρέματα και στο τέλος οι Σπανιόλοι πληρώσανε και τ’ άλλα τα χρήματα. Κάμποσοι σκλάβοι δεν είχανε να πληρώσουνε κι οι κουρσάροι τους πήρανε μέσα στα καράβια. Οι Σπανιόλοι πληρώσανε για όλα είκοσι χιλιάδες ριάλια.

    Οι μπουκανιέροι ξεγυμνώσανε την εκκλησιά, δεν αφήσανε μήτε δισκοπότηρο, μήτε εικονίσματα, μήτε καμπάνες. Αφού τα κάνανε όλα Γης Μαδιάμ, σηκωθήκανε στα πανιά και φύγανε. Ο κόσμος έκλαιγε από τη χαρά του  και γονατιστοί φχαριστούσανε τον Θεό που τους γλίτωσε. Αλλά δεν περάσανε δυο μέρες και τα κουρσάρικα γυρίσανε πάλι πίσω. Ζητήσανε να τους δώσουνε ένα πιλότο, για να περάσουνε τις αμμόξερες που φράξανε το μπάσιμο του μπουγαζιού. Τον πήρανε και ξεκουμπιστήκανε.

    Βάλανε πλώρη για τα νερά της Αϊτής. Κατά τη νοτιά βρίσκεται ένα νησί λεγόμενο Αγελαδονήσι. Πήγανε λοιπόν και φουντάρανε σε κείνο το νησί, επειδή σ’ αυτό καθόντανε πολλοί μπουκανιέροι και κυνηγούσανε αγριόβοδα, κι όποιος κουρσάρος ήθελε να κάνει κουμπάνια από κρέας πήγαινε εκεί πέρα. Στις παράγκες που βάζανε τα κρέατα, βάζανε κι οι κουρσάροι τα κλεμμένα πράγματα. Το λοιπόν και τα καράβια του Ολονέ ξεμπαρκάρανε τα πλιάτσικα και τα στοιβάξανε μέσα στα ντεπόζιτα.

    Αφού τελείωσε τούτη η δουλειά, μαζευτήκανε μια μέρα από το πρωί όλοι οι κουρσάροι, για να μοιραστούνε τα κέρδητα. Απάνω στη μοιρασιά πρόεδρος ήτανε ο Ολονές. Πρώτα πρώτα, κάποιοι κουρσάροι που γνωρίζανε αυτή τη δουλειά, χωρίσανε τις πραμάτειες σε λογής λογής και βάλανε την τιμή στην κάθε μια. Τα λεφτά τα χωρίσανε πιο εύκολα και πήρε ο καθένας το μερίδιό του, κατά τον κανονισμό που είχανε. Όλα τα λεφτά ήτανε ως διακόσιες εξήντα χιλιάδες ριάλια.

    Σαν τελείωσε η μοιρασιά, μπήκανε στα καράβια και πήγανε στη Χελώνα και βγήκανε όξω μ’ αλαλαγμό και με τραγούδια. Ίσια ίσια εκείνες τις μέρες είχε πάγει από τη Φράντζα ένα καράβι φορτωμένο με κρασιά και με ρούμι κι ο καπετάνιος έκανε την τύχη του, γιατί οι μουστερήδες ήτανε πολλοί, είχανε λεφτά κι ήτανε διψασμένοι από πιοτό. Οι ταβέρνες γεμίσανε από τους κατεργαρέους του Ολονέ κι επειδή δεν χωρούσανε, κειτόντανε ξαπλωμένοι στους δρόμους και μπεκρουλιάζανε μέρα νύχτα, ώσπου ξετινάξανε ό,τι είχανε κερδισμένο από το κούρσος.

    Ο Ολονές φημίστηκε σ’ όλον τον κόσμο. Οι Σπανιόλοι τον τρέμανε και τον λέγανε Χασάπη. Πολύς κόσμος πήγαινε να δουλέψει στην κομπανία του.

    Σε λίγον καιρό, έπιασε πάλι το πέλαγο με έξι καράβια και με εφτακόσιους άντρες. Τούτη τη φορά έβαλε πλώρη για τα μέρη της Νικαράγκουας. Αλλά σωθήκανε οι ζωοθροφίες του, επειδή τον πιάσανε μπουνάτσες, και τα καράβια στεκόντανε καρφωμένα επί μέρες.

    Τα ρέματα τους ξουριάσανε[2] και τους πήγανε στον κόρφο της Οντούρας, στο μπάσιμο ενός ποταμιού που το λέγανε Ξεγκούα. Σ’ αυτό το μέρος καθόντανε μέσα στα τσαντίρια τους κάτι Ιντιάνοι και, σαν τους είδανε οι κουρσάροι, βγήκανε στη στεριά και τους σφάξανε.

    Ύστερα τραβήξανε κατά το βασίλεμα του ήλιου, πηγαίνοντας γιαλό γιαλό και κάθε τόσο βγαίνανε έξω και κουρσεύανε, ώσπου φτάξανε σ’ ένα λιμάνι σπανιόλικο, λεγόμενο Πουέρτο Καβάλο. Εκεί ηύρανε ένα βασιλικό καράβι στην άγκουρα και το πήρανε δίχως πόλεμο, επειδή πέσανε άξαφνα απάνω του, πριν να προφτάξει να κάνει αντίσταση. Κατόπι βγήκανε στη στεριά. Στο μεταξύ, οι Σπανιόλοι φύγανε τρομαγμένοι μα οι κουρσάροι τους κυνηγήσανε και τους πετσοκόψανε κι αδειάσανε με την ησυχία τους τις αποθήκες του λιμανιού.

    Αφού φορτώσανε στα καράβια τις πραμάτειες, αποφασίσανε να χτυπήσουνε μια πολιτεία λεγόμενη Σαν Πέδρο, που βρισκότανε παραμέσα στη στεριά. Ο Ολονές επήρε μαζί του τρακόσους νοματέους και τράβηξε κατά κει. Οι Σπανιόλοι είχανε πάρει είδηση, και στον δρόμο βαρέσανε τους κουρσάρους σε κάποιες κλεισούρες και τους επήρε η οργή του Κυρίου. Μα ο Ολονές δεν ήτανε άνθρωπος που τα ‘χανε. Τράβηξε παραπέρα κι έπιασε πόλεμο μ’ άλλους Σπανιόλους, που του είχανε στημένο καρτέρι και σκότωσε τους περισσότερους. Τους άλλους, που τους έπιασε σκλάβους, πρόσταξε και τους πήγανε μπροστά του, και τους ρώτησε αν οι Σπανιόλοι του είχανε στημένο κι άλλο καρτέρι παραπέρα. Του είπανε πως ναι. Τους ρώτησε ύστερα αν είχε άλλον δρόμο που πήγαινε στο Σαν Πέδρο και τ’ αποκριθήκανε πως δεν είχε. Τότες ο Ολονές έγινε σαν δαίμονας από τον θυμό του. Τράβηξε το σπαθί του και το έχωσε στην καρδιά ενός Σπανιόλου κι αφού άνοιξε το στήθος του, έβγαλε την καρδιά του και την έσκισε με τα δόντια του φωνάζοντας: «Έτσι θα σας φάγω όλους, αν δεν μου δείξετε τον δρόμο!»

    Τότες ένας φουκαράς του είπε πως ήξερε κι ένα άλλο μονοπάτι. Οι κουρσάροι τον ακολουθήσανε, αλλά δεν μπορέσανε να περπατήσουνε από την κακοτοπιά και γυρίσανε πίσω και πήρανε τον δρόμο που βαδίζανε πρωτύτερα. Μα οι Σπανιόλοι παραφυλάγανε σε δυο μεριές και τους αποδεκατίσανε. Ο Ολονές είχε γίνει σαν θηρίο από το πείσμα του.

    Ύστερ’ από πολλά, φτάξανε στην πολιτεία και την βρήκανε τριγυρισμένη από γράνες, καλά αρματωμένες. Αλλά οι κουρσάροι είχανε τέτοια μανία από την κακοπάθηση, που πολεμήσανε με απελπισία κι οι Σπανιόλοι σηκώσανε άσπρη σημαία πριν βραδιάσει, ζητώντας να παραδοθούνε με τη συμφωνία να τους αφήσουνε να φύγουνε από την πολιτεία. Οι μπουκανιέροι το παραδεχτήκανε. Οι Σπανιόλοι προφτάξανε και κρύψανε ό,τι ακριβά πράγματα είχανε. Μα οι κουρσάροι τους κυνηγήσανε κι αρπάξανε όσα σηκώνανε, σκοτώσανε και κάμποσους. Πλην απομείνανε σαν μαραμένοι, σαν είδανε πως η πολιτεία δεν είχε τίποτα για να κουρσέψουνε, μηδέ χρυσάφι, μηδέ ασήμι. Βρήκανε μοναχά χιλιάδες κάσες λουλάκι, πραμάτεια ακριβή μεν, μα που δεν μπορούσανε να την κουβαλήσουνε στα καράβια. Βάλανε φωτιά και κάψανε την πολιτεία.

    Απένταροι κι ελεεινοί, πήρανε τον δρόμο και κατεβήκανε στη θάλασσα. Οι περισσότεροι γκρινιάζανε και δεν θελήσανε να πάνε παραπέρα, μαζί με την κομπανία. Πήρανε τα καράβια τους και φύγανε. Ο Ολονές πήρε μαζί του τους άλλους και πήγε να βρει την τύχη του. Μα έπεσε από τα χειρότερα στα τρισχειρότερα.

    Στο τέλος βούλιαξε το καράβι του, μα αυτός γλίτωσε με κάτι λίγους απάνω σ’ ένα σάλι, πεθαμένοι από την πείνα. Η θάλασσα τους επήγε στα μέρη του Ντάρια.[3] Ελεεινοί κι αξιοδάκρυτοι, βγήκανε στη στεριά και τριγυρίζανε από δω κι από κει σαν τ’ αγρίμια. Ο Ολονές, μη βρίσκοντας Σπανιόλους για να σκοτώσει σ’ αυτό το μέρος, τα ‘βαλε με τους Ιντιάνους. Για λίγον καιρό έκλεβε και σκότωνε. Μα στο τέλος τον πιάσανε οι Ιντιάνοι ζωντανόν και τον κάνανε κομμάτια. Έτσι εξοντώθηκε κείνο το τέρας και γλίτωσε ο κόσμος.

 

 

Ιστορία του Βούιφερ

 

    Στην ιστορία του Ολονέ είπαμε πως τη στενή στεριά του Παναμά τη λέγανε Στενό του Ντάρια. Ένας τυχοδιώχτης λεγόμενος Βούιφερ έχει γραμμένα τα παθήματα που πέρασε στον Ντάρια κι επειδής αυτή η ιστορία είναι από τις καλύτερες, τη γυρίζω στην ελληνική γλώσσα ολάκερη και τη βάζω παρακάτω. Τη βρήκα σ’ ένα παλιό βιβλίο, τυπωμένο προ τρακόσια χρόνια. Γράφει λοιπόν αυτός ο Βούιφερ:

 

    Στο πρώτο ταξίδι που έκανα ήμουνα γιατρός σ’ ένα καράβι, που δούλευε στην Κομπανία της Ιντίας και δε θυμάμαι να μου γίνηκε τίποτα ασυνήθιστο, ούτε να κέρδισα και τίποτ’ απ’ αυτό το ταξίδι.

    Δεν πέρασε πολύς καιρός από τη μέρα που γύρισα στην Ευρώπη και με πήρανε γιατρό σ’ ένα καράβι, που ήτανε καπετάνιος ο Μπάκιγκαμ και που πήγαινε στη Δυτική Ιντία[4], για να φορτώσει ζάχαρη από τη Γιαμάικα. Φτάνοντας σε κείνο το νησί, είδαμε πως δεν ήτανε ακόμα καιρός να φορτώσει τη ζάχαρη και, για να μην κάθεται και χασομερά ο καπετάνιος δίχως να κάνει τίποτα, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του και τράβηξε στον κόρφο του Καίμπιτς, για να κόψει ξύλα της βαφής, το λεγόμενο μπακάμι.

    Στη Γιαμάικα είχα έναν αδερφό, που τον είχε στην υπηρεσία του ο κυρ-Θωμάς Μάτεφοτ, και μου φάνηκε καλύτερα να καθίσω κι εγώ σ’ αυτό το μέρος να κάνω τον γιατρό. Αυτό μ’ έσωσε, γιατί ο καπετάνιος Μπάκιγχαμ κι οι ανθρώποι του πιαστήκανε από τα βασιλικά καράβια. Τον καπετάνιο τον πήγανε στο Μέξικο και τον πουλήσανε σ’ έναν φούρναρη κι αυτός τον έβαλε να γυρίζει στον δρόμο και να φωνάζει: «Ψωμί, καλό ψωμί!» με μιαν αλυσίδα στο ποδάρι.

    Αφού κάθισα πεντ’ έξι μήνες στο Βασιλικό Πόρτο, δυο καπετανοί, ο καπετάν Κουκ κι ο καπετάν Λάιντς, που πηγαίνανε να χτυπήσουνε τις σκάλες που είχανε οι Σπανιόλοι στο Στενό του Ντάρια, με πήρανε για γιατρό στα καράβια τους. Σε κείνη την εκστρατεία σμίξανε τα καράβια τους με το καράβι του Ντάμπιρ[5], που τ’ όνομά του το ξέρει όλος ο κόσμος.

    Σαν φτάξαμε εκεί που θέλανε, διαλέξανε τους πιο γερούς άντρες, για να τους βγάλουνε στη στεριά, να πάνε να χτυπήσουνε τους Σπανιόλους. Κινήσαμε την Πρωτομαγιά του 1681.

    Στις πέντε μέρες του ταξιδιού μας, ένας στρατιώτης έβαλε να στεγνώσει το μπαρούτι του μέσα σ’ ένα ασημένιο πιάτο και πήρε φωτιά κοντά στο γόνατό μου κι έκαψε το ποδάρι μου ίσαμε το κόκαλο και ξεγυμνώθηκε μέχρι το μερί μου. Πάσχισα να ξαλαφρώσω τον πόνο μου με κάτι γιατρικά που είχα στο σακούλι μου. Μα σε δυο τρεις μέρες έχασα κι αυτά τα γιατρικά, γιατί ένας αράπης, που τον είχα στην υπηρεσία μου, το ‘σκασε, παίρνοντας μαζί του ό,τι είχα. Χωρίς γιατρικά, θύμωσε η λαβωματιά μου και με το περπάτημα χειροτέρεψε και γίνηκε ανυπόφερτη, ώσπου οι σύντροφοί μου αποφασίσανε να μ’ αφήσουνε στους Ιντιάνους του Ντάρια μαζί με τον Ριχάρδο Γκάπσον, που ήτανε σπετσιέρης[6] στη Λόντρα. Παρεκτός απ’ αυτόν, αφήσανε μαζί μου κι έναν θαλασσινόν, που τον λέγανε Γιάννη Χάγκινσον, επειδή κι αυτοί δεν μπορούσανε να περπατήξουνε παραπέρα.

    Ύστερ’ από λίγο, ήρθανε μαζί μας ο Ροβέρτος Σπρίτλαϊν κι ο Γουλιάμος Μπάουμεν κι έτσι γινήκαμε πέντε. Πήγαμε κα καθίσαμε λίγες μέρες με κάποιους Ιντιάνους και, σαν είδανε τη λαβωματιά μου, μασήσανε κάποια βότανα, τα βάλανε απάνω στην πληγή και τα σκεπάσανε με κάτι φύλα που τα λένε αρνόγλωσσα και σε είκοσι μέρες έγιανα ολότελα.

    Ωστόσο, μου απόμεινε μεγάλη αδυναμία στο γόνατο. Αλλά, εξόν απ’ αυτό, οι Ιντιάνοι δεν γνοιαστήκανε για μας καθόλου, παρά μας γελούσανε και μας κοροϊδεύανε. Για τροφή μας δίνανε μοναχά κάτι μπανάνες πράσινες ή ξερές, και μας τις ρίχνανε να τις φάμε σαν τα ζώα. Μονάχα ένας απ’ αυτούς, που είχε κάνει για λίγον καιρό σκλάβος στην πολιτεία του Παναμά κι ήξερε λίγα λόγια σπανιόλικα, κουβέντιαζε καμιά φορά μαζί μας και τη νύχτα μας έφερνε να φάμε τίποτα καλύτερο, κρυφά από τους πατριώτες του. Αν δεν μας βοηθούσε αυτός ο άνθρωπος, θα ‘μαστε στον άλλον κόσμο.

    Καταλαβαίναμε πως δεν μας χωνεύανε, επειδής οι συντρόφοι μας είχανε πάρει με το στανιό πέντ’ έξι Ιντιάνους για οδηγούς και σε τούτον τον καιρό που βρισκόμαστε σ’ αυτόν τον τόπο, έκανε πολλές βροχές και θα τυραννιόντανε πολύ σ’ αυτό το ταξίδι. Κι όσο βλέπανε πως ο καιρός περνούσε και δεν γυρίζανε πίσω οι δικοί τους, τόσο τα ‘χανε μαζί μας. Βάζανε με το νου τους πως μπορούσε να τους είχανε κιόλας σκοτωμένους κι αποφασίσανε να μας σφάξουνε κι εμάς, για να εκδικηθούνε. Είχανε μάλιστα κανωμένη μια στοίβα ξύλα για να μας κάνουνε θυσία στον θεό τους και δεν θα γλιτώναμε, αν δεν έμπαινε στη μέση ο αρχηγός τους, που τον λέγανε Λατσέντα. Αυτός τους είπε να μας στείλουνε κατά τον βοριά μαζί με δυο κολαούζους[7], για να μάθουμε από τους Ιντιάνους που καθόντανε στην ακροθαλασσιά τι είχανε απογίνει οι δικοί τους.

    Από τους δυο Ιντιάνους που διαλέξανε να ‘ρθουνε μαζί μας, ο ένας ήτανε αυτός που μας είχε βοηθήσει κι ο άλλος ήτανε ο πιο μεγάλος οχτρός μας.

    Πήραμε λοιπόν τον δρόμο και δεν τρώγαμε άλλο τίποτ’ από λίγο καλαμπόκι που δεν έφτανε να χορτάσουμε. Κοιμόμαστε απάνω στο χώμα, χωρίς κανένα στρωσίδι, με όλο που η γης ήτανε παγωμένη και ογρή, επειδής η βροχή, οι αστραπές και τ’ αστροπελέκια δεν παύανε όλη και, σαν πηγαίναμε να φυλαχτούμε κάτω από τα δέντρα, βρεχόμαστε από το νερό που έτρεχε από πάνω μας.

    Την Τρίτη νύχτα κοιμηθήκαμε απάνω σ’ ένα ψήλωμα κι από το πολύ νερό που έπεσε την ώρα που κοιμόμαστε, το πρωί είδαμε πως το ψήλωμα είχε γίνει σαν νησί. Ολόγυρα όλα ήτανε πλημμυρισμένα και χωμένα μέσα στα νερά. Οι Ιντιάνοι μας αφήσανε εκεί απάνω και φύγανε, για να γλιτώσουνε και γυρίσανε στις καλύβες τους. Εμείς απομείναμε εκεί πέρα τρεις μέρες.

    Σαν τραβήξαμε τα νερά, πιάσαμε πάλι και περπατούσαμε κατά τον βοριά, κανονίζοντας τον δρόμο μας μ’ έναν μπούσουλα της τσέπης, που μας βρέθηκε για καλή τύχη μας. Κατά τις έξι το βράδυ φτάξαμε σ’ έναν ποταμό που ήτανε πολύ βαθύς. Σ’ αυτό το μέρος βρήκαμε ένα δέντρο φρεσκοκομμένο, απ’ όπου συμπεράναμε πως οι ανθρώποι του καραβιού μας είχαμε περάσει από κει.

    Πιάσαμε και συζητούσαμε σε ποιο μέρος βρισκόμαστε και συμφωνήσαμε πως δεν είχαμε περάσει τη ραχοκοκαλιά των βουνών που χωρίζουνε σε δυο μεριές τη στενή στεριά του Ντάρια, τη μια κατά τον βοριά και την άλλη κατά τη νοτιά και πως δε θα βρισκόμαστε μακριά από τη Βορινή Θάλασσα. Ρίξαμε το δέντρο μέσα στο ποτάμι, κι ήτανε τόσο γλιστερό, που δεν μπορούσαμε να περπατήξουμε απάνω του. Γι’ αυτό το καβαλικέψαμε και περάσαμε σερνάμενοι με πολύν κόπο, και πατήσαμε στην αντικρινή ακροποταμιά. Μα ο Μπάουμεν δεν μπόρεσε να περάσει, γιατί ήτανε πολύ αδυνατισμένος. Ήτανε ράφτης του καραβιού κι είχε απάνω του τετρακόσια τάλαρα, που τα σήκωνε στην πλάτη του. Είπαμε λοιπόν πως πνίγηκε, γιατί τον επήρε το ρέμα, και σε λίγο τον χάσαμε από τα μάτια μας.

    Σαν φτάξαμε λοιπόν στην άλλη άκρη, ψάξαμε να βρούμε το μονοπάτι που θα ‘χανε ανοίξει οι συντρόφοι μας, μα δεν βρήκαμε τίποτα, επειδής όλα ήτανε σκεπασμένα από τη λάσπη. Αποφασίσαμε λοιπόν να ξαναπεράσουνε από το ίδιο δέντρο και, σαν περπατήξαμε ένα κάρτο της ώρας απάνω κάτω, ξαναηύραμε τον Μπάουμεν καθισμένον απάνω στην ακροποταμιά. Τον είχε πάρει το ρέμα και πήγε και τον έριξε απάνω σ’ έναν άγκωνα του ποταμιού κι άρπαξε κάποια κλαδιά κι έτσι μπόρεσε κι έβαλε ποδάρι απάνω στη στεριά.

    Την άλλη μέρα, ύστερ’ από πέντε μέρες που περπατήσαμε, είχαμε τέτοια αδυναμία από την αφαγιά, που θα πεθαίναμε σίγουρα. Μα βοήθησε ο Θεός και βρήκαμε ένα δέντρο που το λέμε μακάου και πιάσαμε και τρώγαμε αχόρταγα τα κόμπια του, μαζέψαμε και κάμποσα και τα πήραμε μαζί μας.

    Την άλλη μέρα φτάξαμε σ’ έναν άλλον ποταμό και σ’ αυτόν χυνότανε ο άλλος που είχαμε περάσει. Καθίσαμε και συλλογιζόμαστε με τι τρόπο να τον περάσουμε. Αποφασίσαμε να κόψουμε κάμποσα καλάμια, από κείνα που τα λένε μπαμπού και να κάνουμε ένα σάλι δένοντάς τα με κάτι περιπλοκάδες που ήτανε σαν τις κληματσούρες τ’ αμπελιού κι ύστερα να καθίσουμε απάνω και να μας κατεβάσει το ρέμα στη θάλασσα. Σαν το τελειώσαμε, ανεβήκαμε σ’ ένα μικρό ψήλωμα και μαζέψαμε κάμποσα ξύλα, για ν’ ανάψουμε φωτιά να ζεσταθούμε. Καθίσαμε γύρω στη φωτιά κι είπαμε δόξα σοι ο Θεός, μα δεν πέρασε πολλή ώρα κι άξαφνα ξέσπασε μια φοβερή ανεμοζάλη μαζί με βροχή, μ’ αστραπές και μ’ αστροπελέκια, που βγάζανε μια τέτοια θειαφένια βρόμα που κοντεύαμε να σκάσουμε.

    Η φωτιά μας έσβησε μέσα σε μια στιγμή. Κατά τις δυο μετά τα μεσάνυχτα, ακούσαμε το βούισμα που κάνανε τα νερά που ερχόντανε καταπάνω μας απ’ όλες τις μπάντες και βράζανε με μια ταραχή, που μας έπιανε φόβος. Για να γλιτώσουμε, θελήσαμε ν’ ανεβούμε απάνω σε κάτι μεγάλα μπαμπακόδεντρα που βρισκόντανε εκεί σε μεγάλο πλήθος. Μα στα περισσότερα ξεφυτρώνανε τα κλωνιά από το κορμί τους οχτώ δέκα μέτρα ψηλά και δεν μπορούσαμε ν’ ανεβούμε.

    Εγώ βρήκα ένα δέντρο που ήτανε γέρικο κι είχε μια τρύπα λίγο ψηλότερα από τη γης. Κάθισα απάνω σ’ έναν χοντρό ρόζο που βρήκα κι αποκοιμήθηκα ξεθεωμένος από την κούραση. Μα δεν χάρηκα για πολλή ώρα τούτο το ραχάτι, γιατί σε λίγο αρχίσανε και πέφτανε απάνω στο δέντρο κάτι χοντρά ξύλα κι ολάκερα δέντρα, που τα ‘σερνε το νερό με τέτοια δύναμη, που το τραντάζανε να το ξεριζώσουνε.

    Τέλος πάντων, έπιασα να ξεχωρίζω τον αυγερινό και γέμισε χαρά η καρδιά μου σαν τον είδα, μ’ όλο που τα νερά τρέχανε και στριφογυρίζανε σαν να ‘τανε αφαλοί μέσα στ’ άγριο ποτάμι, και φτάσανε ίσαμε τα γόνατά μου, που βρισκόντανε, ωστόσο, σε ενάμισι μπόγι από τη γης.

    Η φουρτούνα ξεθύμανε κατά τα ξημερώματα. Ο ήλιος άρχισε να λάμπει και τα νερά τραβηχτήκανε. Αποφάσισα να κατέβω από το δέντρο. Ήμουνα μουδιασμένος και κοκαλιασμένος από το κρύο κι είδα κι έπαθα για να φτάξω ως το μέρος που είχαμε αναμμένη τη φωτιά.

    Έπιασα και φώναξα τους συντρόφους μου, μα δεν μ’ αποκρινότανε κανένας κι ανατρίχιασα που άκουγα μοναχά τη δική μου φωνή. Για μια στιγμή κατάλαβα σε τι θέση βρισκόμουνα και τρόμαξα, έχασα το κουράγιο μου. Έπεσα χάμω σαν πεθαμένος.

    Άξαφνα, βλέπω τον Χάγκινσον κι ύστερα τους άλλους τρεις που είχανε γλιτώσει κι αυτοί σαν κι εμένα, ανεβασμένοι στα δέντρα. Φχαριστήσαμε τον Θεό κι ύστερα πήγαμε να δούμε το σάλι που είχαμε κάνει με τα μπαμπού. Μα τα βρήκαμε γεμάτα νερό, επειδή δεν είχαμε δώσει προσοχή τότε που τα κόβαμε.

    Μη βλέποντας πουθενά ελπίδα, αποφασίσαμε να γυρίσουμε στις καλύβες των Ιντιάνων, απ’ όπου είχαμε φύγει. Περπατήξαμε δίπλα στον ποταμό κι ύστερ’ από λίγη ώρα βρήκαμε ένα ζαρκάδι κοιμισμένο και χαρήκαμε. Μα δεν μπορέσαμε να το σκοτώσουμε, γιατί ο ένας από μας που έριξε απάνω του, είχε ξεχάσει να γεμίσει το τουφέκι του και το ζαρκάδι ξύπνησε από το βρόντημα που έκανε το μπαρούτι και χάθηκε από μπροστά μας.

    Είχανε περάσει οχτώ μέρες που γυρίζαμε από δω κι από κει, χωρίς να ‘χουμε άλλη θροφή από τα κόμπια του μακάου κι από την ψίχα που βγάζαμε από ένα δέντρο που το λένε μπίμπι και που το σκίζαμε για να τη φάμε. Ξεχωρίσαμε τον τορό από ένα αγριογούρουνο και τον ακολουθήσαμε με την ελπίδα πως θα μας πήγαινε σε καμιά φυτεία με μπανανιές, γιατί αυτό το αγρίμι κυνηγά πάντα τούτο το δέντρο.

    Αφού περπατήξαμε λίγη ώρα, βρήκαμε δυο ιντιάνικες καλύβες. Αν κι είμαστε πεθαμένοι από την πείνα, ωστόσο ταραχτήκαμε, γιατί φοβηθήκαμε μήπως μας σκοτώσουνε οι Ιντιάνοι, μ’ όλο που η ζωή μας είχε γίνει ένα βάρος και χειρότερη από τον θάνατο, σε κείνη την κατάσταση που βρισκόμαστε. Συνεννοηθήκαμε και, για να δούμε τι αισθήματα θα είχανε για μας, αποφασίσαμε να πάγω εγώ πρώτα μοναχός στη μια καλύβα, ώστε οι άλλοι να μπορέσουνε να έρθουνε κοντά ή να φύγουνε, αναλόγως την υποδοχή που θα κάνανε σε μένα.

    Μπήκα λοιπόν στην καλύβα κι είδα πως έβραζε ένα τσουκάλι απάνω στη φωτιά. Μα η ζέστη κι η μυρουδιά που έβγαζε το κρέας με ζαλίζανε κι έπεσα χάμω λιγοθυμισμένος. Οι Ιντιάνοι, σαν ήρθανε και με είδανε με συνεφέρανε, μου δώσανε να φάγω κάτι και με περιποιηθήκανε περισσότερο από όσο συνηθίζουνε. Εκείνο που μου έδωσε περισσότερο κουράγιο ήτανε που γνώρισα ανάμεσα στους Ιντιάνους, κείνους που είχανε πάρει μαζί τους οι άνθρωποί μας για να τους δείξουνε τον δρόμο. Υστερότερα μου είπανε πως οι πατριώτες μας τους περιποιηθήκανε τόσο πολύ, που δεν ξέρανε με ποιον τρόπο να δείξουνε την ευγνωμοσύνη τους.

    Σαν ήρθα καλά στον εαυτό μου, με ρωτήξανε πού ήτανε οι σύντροφοί μου. Τους είπα πως καθόντανε απ’ όξω. Ευθύς τρέξανε και τους φέρανε στην καλύβα. Μοναχά τον Γκάπσον δεν τον φέρανε, επειδής ήτανε τόσο κουρασμένος, που δεν μπορούσε να σαλέψει από τον τόπο του, και του πήγανε να φάγει και να πιει.

    Καθίσαμε εφτά μέρες μαζί τους. Μας περιποιηθήκανε σαν να ‘μαστε δικοί τους. Αφού δυναμώσαμε καλά, διαλέξανε από μεταξύ τους πέντε χεροδύναμα παλικάρια, για να μας πάνε στη Θάλασσα της Νοτιάς, όπως θέλαμε. Με τέτοιον ζήλο πιάσανε το ταξίδι, που μέσα σε μια μέρα φτάξαμε στο ποτάμι, που είχαμε βρει το κομμένο δέντρο, ενώ εμείς περπατούσαμε τρεις μέρες ως να το βρούμε.

    Πιάσαμε την ακροποταμιά και περπατήσαμε ένα μίλι, απάνω-κάτω και βρήκαμε μια βάρκα και μπήκαμε μέσα. Αντί όμως να πάμε με το ρέμα, οι Ιντιάνοι πιάσανε και τραβούσανε κουπί καταπάνω στο ρέμα. Καργάρανε τα κουπιά και παίρναμε δρόμο. Το βράδυ φτάξαμε σε μια καλύβα και, σαν είπανε οι Ιντιάνοι ποιοι είμαστε, οι σπιτονοικοκυραίοι μας υποδεχτήκανε με καλοσύνη.

    Την άλλη μέρα μπαρκάραμε μ’ άλλους δυο νοματέους, που ήρθανε για να βοηθήσουνε να πάμε πιο γρήγορα κι έτσι είχαμε εφτά Ιντιάνους στα κουπιά. Το μονόξυλό μας έσκιζε το νερό σαν σαγίτα, και μέσα σε έξι μέρες φτάξαμε στο σπίτι του Λατσέντα, που σας μίλησα στην αρχή της ιστορίας. Αυτός ήτανε ο αρχηγός απάνω στους Ιντιάνους.

    Το σπίτι του Λατσέντα βρισκότανε απάνω σ΄ ένα ψήλωμα, που σκεδίαζε ένα στεριόνησο ανάμεσα σε δυο ποτάμια. Ο δρόμος που πήγαινε στο σπίτι ήτανε ανάμεσα σε πρασινάδες από μπαμπού, από κάτι χαμόδεντρα που τα λένε παπαδοκέφαλα κι από αγριοαπιδιές, όλα φυτεμένα με τέτοια τέχνη, που να μη μπορεί να ζυγώσει κανένας οχτρός. Το σπίτι ήτανε τριγυρισμένο από κάτι μπανανιές, που δεν έχω ξαναδεί τόσο ψηλές και τόσο χοντρές, αφού δεν μπορέσαμε ν’ αγκαλιάσουμε τη μια απ’ αυτές τρεις Ιντιάνοι κι εγώ, βαστώντας ο ένας το χέρι τ’ αλλουνού. Αυτό ήτανε το παλάτι του Λατσέντα. Πενήντα από τους πιο σπουδαίους αξιωματικούς του καθόντανε κοντά στο σπίτι του.

    Ο Λατσέντας ήτανε σαν βασιλιάς κι όριζε τη νοτινή μεριά του Ντάρια. Μας καλωσόρισε με καλή καρδιά και μας είπε πως δε θα μπορούσαμε να ταξιδέψουμε παραπέρα, επειδής ήτανε ο καιρός που βρέχει σ’ αυτά τα μέρη. Λοιπόν, έστειλε τους Ιντιάνους στα σπίτια τους και μας είπε πως θα μας προστατέψει. Πρόσταξε να μας δώσουνε μέρος, για να μείνουμε στα σπίτια που καθότανε η ακολουθία του.

    Λίγες μέρες υστερότερα, έπιασε τη γυναίκα του Λαντέντα μια δυνατή θέρμη, που την παίδεψε πολύ. Είπα στον άντρα της να της πάρω αίμα και το παραδέχτηκε. Μα ο Λατσέντας, σαν είδε το αίμα που ‘τρεχε από τη φλέβα, άρπαξε το κοντάρι του να με τρυπήσει. Του είπα να κάνει λίγη υπομονή και πήρε όρκο πως, αν δεν γινότανε καλά η γυναίκα του, θα πλήρωνα τη ζωή της με τη ζωή μου. Εγώ έδειξα πως δεν φοβήθηκα. Η γυναίκα έγιανε γλήγορα και τότες ανέβηκα σε περισσότερη τιμή απ’ όλους τους ανθρώπους του κι ο ίδιος ο Λατσέντας μπροστά σ’ όλη τη συνοδεία του, φίλησε το χέρι μου, για να δείξει πόση εκτίμηση είχε στη γιατρική μου. Οι άλλοι, σαν είδανε τον αρχηγό τους να φιλά το χέρι μου, ήρθανε και το φιλήσανε και κείνοι κι από τότε μοναχά που δεν με προσκυνούσανε.

    Με βάλανε σε μια ανεμοκούνια και με πηγαίνανε από σπίτι σε σπίτι, για να βλέπω τους άρρωστους κι εγώ τους έδινα γιατρικά κι έπαιρνα αίμα από όσους είχανε ανάγκη. Είπα πρωτύτερα πως ο αράπης που είχα στην υπηρεσία μου είχε πάρει μαζί του το σακούλι με τα γιατρικά μου τότε που δραπέτεψε, αλλά είχα ακόμα ένα κουτί γεμάτο αλοιφή κι ένα άλλο που είχε μέσα κάποια γιατρικά, τυλιγμένα σ’ ένα λαδωμένο πανί. Αυτά μου χρειαστήκανε για να γιάνω κάμποσους. Οι Ιντιάνοι είχανε ένα δικό τους σύστημα, για να παίρνουμε αίμα. Καθίζανε τον άρρωστο απάνω σε μια πέτρα, κοντά στο ποτάμι κι ένας απ’ αυτούς, έμπειρος σ’ αυτή τη δουλειά, κεντούσε το κορμί τ’ αρρώστου εδώ κι εκεί με μια μικρή σαγίτα, που δεν περνούσε καλά καλά το πετσί. Αν τύχαινε να βγει λίγο αίμα, οι άλλοι που είχανε τριγυρισμένον τον άρρωστο, πιάνανε και χοροπηδούσανε, κάνοντας τις πιο παράξενες χειρονομίες.

    Ο Λατσέντας αγαπούσε πολύ το κυνήγι. Κι επειδή του άρεσε η παρέα μου, σπάνια πήγαινε να κυνηγήσει χωρίς να με πάρει μαζί του. Όποτε πηγαίναμε κατά τα νοτινά μέρη, βρίσκαμε πολλές φορές κάποιους Σπανιόλους, που μαζεύανε χρυσόσκονη μέσα στα ποτάμια. Βάζανε τον άμμο μέσα σε κάτι μικρές κούπες από ξύλο και τις στριφογυρίζανε πολλή ώρα, ώσπου ξεχώριζε κι έφευγε ο άμμος, ενώ το χρυσάφι πήγαινε στον πάτο της ξυλόκουπας. Ύστερα περνούσανε από πάνω έναν μαγνήτη που τραβούσε όσα σπυριά σίδερο βρισκόντανε μέσα στην κούπα. Σαν καθάριζε έτσι το χρυσάφι, το βάζανε μέσα σε ασκιά ή σε νεροκολόκυθα. Αυτή τη δουλειά την κάνανε όποτε ήτανε ο καιρός ξερός, επειδή τον καιρό που βρέχει τα ποτάμια φουσκώνουνε πολύ και δεν μπορούνε να δουλέψουνε.

    Εγώ συλλογιζόμουνα την κατάστασή μου κι άρχισα να φοβάμαι πως δεν θα ‘βλεπα τη λευτεριά μου, γιατί ο Λατσέντας ήθελε να μ’ έχει πάντα κοντά του κι η μεγάλη φιλία που έδειχνε σε μένα μ’ έριξε σε μεγάλη ανησυχία. Για να πάρω λίγη αλάφρωση από τούτη τη συλλογή που με στενοχωρούσε, μια μέρα που είμαστε πολύ κουρασμένοι και βαριεστημένοι, επειδή μας ξέφυγε το κυνήγι, ευρήκα ευκαιρία να του μιλήσω για τα εγγλέζικα σκυλιά που είναι τόσο γλήγορα στο κυνήγι και του είπα πως, αν είχε πεντ’ έξι, θα φχαριστιότανε αληθινό κυνήγι. Στο τέλος του είπα να πάγω στην Αγγλία, για να του φέρω όσα σκυλιά μπορέσω.

    Στην αρχή, έδειξε πως του κακοφάνηκε να μ’ αφήσει να φύγω. Μα σαν καλοσυλλογίστηκε, ορκίστηκε στα δόντια του πως θα μ’ άφηνε να πάγω στην Αγγλία γι’ αυτή τη δουλειά, εμένα και τους συντρόφους μου, αν του ‘δινα το λόγο μου ειλικρινά πως θα γυρίσω να ζήσω μαζί του. Μου είπε μάλιστα πως η βουλή του ήτανε να με κάνει μεγάλον αφέντη στον τόπο του και πως είχε σκοπό να με παντρέψει με την κόρη του, αλλά λίγο υστερότερα, επειδή δεν ήτανε ακόμα σε ηλικία της παντρειάς. Τότε κι εγώ ορκίστηκα στα δόντια μου να κάνω ό,τι επιθυμούσε και τον ευχαρίστησα για την εμπιστοσύνη που είχε σε μένα.

    Ύστερα από λίγες μέρες αποχαιρέτησα τον Λατσέντα και τους άλλους Ιντιάνους και μίσεψα μαζί με τους συντρόφους μου για την Βορινή Θάλασσα, μαζί με μια μεγάλη συνοδεία από αρματωμένους Ιντιάνους και με κάμποσες γυναίκες, που σηκώνανε τις ζωοθροφίες μας και τα ρούχα μας. Τα δικά μου ήτανε μοναχά μια κάπα κι ένα βρακί, που ήτανε καινούριο, γιατί δεν το φορούσα όλον τον καιρό που ήμουνα με τους Ιντιάνους, επειδής εζούσα ολότελα γυμνός. Οι γυναίκες τους είχανε παρδαλίσει το κορμί μου με διάφορα ζωγραφιστά σκέδια από το κεφάλι ως τα πόδια, γιατί έχουνε μεγάλη επιδεξιοσύνη σ’ αυτό το εργόχειρο. Εκείνες θέλανε να μου κάνουνε ανάλια[8] τρυπώντας το πετσί μου, ώστε να μη βγαίνουνε, μα εγώ δεν το παραδέχτηκα.

    Πήραμε λοιπόν τον δρόμο. Σ’ αυτό το ταξίδι περάσαμε πολλά βουνά που φτάνανε τον ουρανό και θυμάμαι ένα που κάναμε τέσσερες μέρες ως ν’ ανεβούμε στην κορφή του.

    Σαν ανεβήκαμε εκεί απάνω, άρχισε να γυρίζει το κεφάλι μας, γιατί ο αγέρας ήτανε πιο καθαρός και πιο ανάριος. Αυτό το πράγμα δεν το είχα ξαναδοκιμάσει. Από κει που καθόμαστε, βλέπαμε κάτω από τα πόδια μας τα σύννεφα να σμίγουνε και ν’ ανοίγουνε κι είμαστε τόσο ψηλά, που δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τα λαγκάδια. Πιάσαμε και κατεβαίναμε από την άλλη μπάντα του βουνού κι όσο κατεβαίναμε, τόσο μας περνούσε η ζαλάδα. Φτάξαμε σε μια στενή γιδόστρατα, που ήτανε κρεμασμένη απάνω σε κάτι γκρεμνούς που έτρεμε ο άνθρωπος και δεν είχαμε το κουράγιο να την περάσουμε ορθοί, αλλά σερνάμενοι με τα τέσσερα.

    Ύστερ’ από έξι μέρες φτάξαμε σ’ ένα ιντιάνικο χωριό, κοντά σ’ έναν ποταμό που χυνότανε στην Βορινή Θάλασσα. Στο μπάσιμο του χωριού ήρθανε και μας καλωσορίσανε σαράντα προεστοί, ντυμένοι με κάτι άσπρα φορέματα στολισμένα μ’ άσπρες φούντες. Βαστούσανε από ένα κοντάρι και μας υποδεχτήκανε με μεγάλο σεβασμό.

    Τους ρωτήσαμε αν περιμένανε να ‘ρθει κανένα καράβι εκείνες τις μέρες. Μας είπανε πως δεν ξέρανε αν θα ‘ρχότανε κανένα και πως, αν θέλαμε, θα φωνάζανε τους μάγους τους να μας πούνε αυτό που θέλαμε να μάθουμε. Κι έτσι έγινε.

    Μαζέψανε τους μάγους και δεν ξέρω πώς τα καταφέρανε αυτοί οι μαθητάδες του διαβόλου και μας προφητέψανε καταλεπτώς όσα γινήκανε μέσα σε λίγες μέρες. Πριν να πιάσουνε να κάνουνε τα ξόρκια τους, μας είπανε να βγούμε από το σπίτι που καθόμαστε, να βγάλουμε κι όσα πράγματα ήτανε δικά μας, για να μη χαλάσουνε οι μαγείες τους. Σαν πιάσανε και λέγανε τα ξόρκια τους, κάνανε ένα τέτοιο νταβαντούρι κι έναν τέτοιο σαματά, που δεν μπορεί να τον φανταστεί όποιος δεν τον άκουσε. Βγήκανε από το σπίτι, μουσκεμένοι από τον ιδρώτα και πήγανε και λουστήκανε στο ποτάμι κι ύστερα είπανε τις προφητείες τους.

    Αληθινά, στις έξι μέρες το πρωί, ακούσαμε δυο κανονιές, κι ύστερα από λίγο μας είπανε πως φτάξανε δυο καράβια. Το ένα ήτανε εγγλέζικο. Εμείς κάναμε σαν ζουρλοί από τη χαρά μας. Μα οι Ιντιάνοι φοβηθήκανε σαν είδανε το σπανιόλικο καράβι. Εμείς τους δώσαμε κουράγιο  κι έτσι τους καταφέραμε και μας πήγανε μ’ ένα μονόξυλο απάνω στο εγγλέζικο καράβι. Στον δρόμο αναποδογύρισε το μονόξυλο κι ο Γκάπσον, που ήτανε ένας άνθρωπος φιλάσθενος, κόντεψε να πνιγεί. Δεν πνίγηκε, μα επήρε ένα τέτοιο στραπάτσο από τ’ αναποδογύρισμα, που πέθανε ύστερ’ από δυο τρεις μέρες.

    Το εγγλέζικο καράβι ήτανε το δικό μας κι οι ανθρώποι μας, σαν είδανε τους συντρόφους μου, πήρανε μεγάλη χαρά.

    Όσο για μένα, όπως ήμουνα ολόγυμνος, μαύρος από τον ήλιο και κεντημένος με πλουμίδια, καθόμουνα καθιστός χάμω στην κουβέρτα, μαζί με τους Ιντιάνους, για να δω αν θα με παίρνανε και μένα για Ιντιάνο. Κάθισα έτσι ίσαμε μια ώρα. Στο τέλος, ένας ναύτης ήρθε και με κοίταξε καλά καλά κάμποση ώρα κι ύστερα φώναξε: «Μωρέ, ο διάβολος να με πάρει, αν ετούτος δεν είναι ο γιατρός μας!»

    Με τη φωνή, μαζευτήκανε κάμποσοι ναύτες και με γνωρίσανε, και κάνανε σαν τρελοί από τη χαρά τους. Ζήτησα να πλυθώ και να λουστώ, μα όσο και να έτριψα τα πλουμίδια στο κορμί μου, αυτά δεν βγαίνανε, τόσο βαθιά είχανε ποτίσει το πετσί μου οι μπογιές. Σε πολλά μέρη στύψανε και βαστάξανε κάμποσον καιρό χωρίς να σβήνουνε.

    Τα καράβια μείνανε κοντά τρεις εβδομάδες σε κείνη την ακροθαλασσιά. Σ’ αυτό το μεταξύ, ήρτανε κάμποσοι Ιντιάνοι απάνω στο δικό μας κι ο ίδιος ο Λατσέντας, που είχε έρθει για κυνήγι κατά τούτα τα μέρη. Φέρνανε μαζί τους τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και τόσο τους περιποιηθήκαμε, που σαν έφτασε η μέρα να φύγουμε, μόνο που δεν κλαίγανε.

    Κάναμε πανιά κι αφήσαμε υγεία στον Λατσέντα και στο βασίλειό του. Πού να γυρίσω πίσω! Ο καημένος ο Λατσέντας κι η βασιλοπούλα του ακόμα με περιμένουνε.

 

 



[1]  σύντροφος

[2]  τους παρασύρανε

[3] Ντάρια λέγανε τον Παναμά

[4] Έτσι λέγανε τότε την Αμερική

[5] Ο Ντάμπιρ ήτανε ένας φημισμένος μπουκανιέρος

[6] φαρμακοποιός

[7] οδηγούς

[8] Ανάλια λένε τα σκέδια που τυπώνουνε απάνω στο πετσί τους κάποιοι ναυτικοί μας και ξένοι, που εισχωρούνε στο πετσί.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA