ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

 

 

έ βλέπω τίποτα! Μ’ όλον τούτο καταλαβαίνω πως πετά στον αγέρα ένα φως πολύ ανάριο, που δε βρίσκει τίποτα να πέσει απάνου.

Τα πόδια μου πατάνε γερά απάνου στο σκοτεινό και υγρό χώμα. Μα το κεφάλι μου θολώνει ολοένα... Μέσα στο καύκαλό μου έχω ένα κομμάτι πάγο, που κουδουνίζει όπως περπατώ... Σα να πιάνει το αυτί μου κατιτίς που έρχεται από ψηλά πάνου απ’ το κεφάλι μου. Σα να σπάνε εκεί απάνου τα κύματα του αγέρα... Μια δροσιά χτυπά στο πρόσωπό μου - νιώθω έναν θόλο απάνου απ’ το κεφάλι μου...

Άξαφνα ξεχωρίζω έναν άνθρωπο. Με σιμώνει, όχι σαν ένας άνθρωπος που περπατά, μα σαν ένας άνθρωπος που κολυμπά, και μου λέει:

«Αχουένα

Σα να κατάλαβα τότες τι ήθελε να πει, και τον ακλούθησα κουνώντας τα πόδια μου χωρίς να βλέπω...

Ύστερ’ από λίγο αρχίζω να ξεχωρίζω πλάγι στο δεξί χέρι μου έναν ανεδωμένον τοίχο, έναν βράχινον τοίχο που κλείνει από πάνω μας σα θόλος. Αυτός ο θόλος στέκεται περσότερο από εκατό μέτρα από πάνω μου. Πώς μπορούσα να μη συγκρυαστώ;...

Το μάτι μου όλο και ξεκαθαρίζει το ’να και τ’ άλλο μέσα στο σκοτάδι. Η αλήθεια είναι πως σιγά σιγά βρίσκουμε περσότερο φως... Στο τέλος, μέσα σε λίγα λεπτά, βλέπουμε ένα χωριό· ένα αληθινό χωριό, που θα ’ναι γιομάτο τυφλοπόντικους... Ωστόσο, πιστέψτε πως εκεί μέσα ζούσαν άνθρωποι. Οι πιο πολλοί κοιμόντανε, μα είδα άντρες και γυναίκες να περπατούν, να μιλούνε και να γελούν σα μαϊμούδες...

Μια φωνή σα φωνή πουλιού ακουγότανε κάθε τόσο σιμά μας. Από μακριά βλέπαμε τις καμινάδες του χωριού που καπνίζανε, κι ο καπνός έκλωθε μέσα στις ογρές κουφάλες που κρέμουνταν σ’ ένα φοβερό ύψος μέσα στο σκοτάδι...

Οι άνθρωποι αυτοί μιλάγανε σπανιόλικα. Εδώ κι εκεί, μέσα στις γούβες της σπηλιάς, είδα κάτι μεγάλες ρόδες κι ένα σωρό καννάβι και λινάρι, απ’ όπου υπόθεσα πως το εργόχειρα τους ήτανε να κάνουνε σκοινιά... Μιλούσανε, όπως είπα, σπανιόλικα, και πολλοί απ’ αυτουνούς φοράγανε ένα είδος σομπρέρος, κείνα τα πλατιά καπέλα της Μέξικας, σα να τους έψηνε ο ήλιος.

Απόρεσα για όλα τούτα· γιατί, ο Θεός ξέρει πώς, ήξερα πια πως βρίσκουμαι στο μέρος της Γιαπωνίας που λέγεται Χιλό-ου, μέσα στην ξακουστή σπηλιά του Λόγκα-φί-φί. ..

Το σκοτάδι άρχισε να γίνεται πιο πηχτό σαν περάσαμε το χωριό. Ο σύντροφος μου χτύπησε μια μικρή πόρτα. Σε λίγο έβγαλε το κεφάλι της μια γριά, μια στρίγγλα που δάγκωνε τη μύτη της, κι αφού είπανε δυο λόγια, ξαναβγήκε κρατώντας δυο δαδιά αναμμένα. Πήραμε από ’να και κινήσαμε.

Μα την άγια Ρόκκα, κολυμπούσαμε μέσα στο σκοτάδι, όπως το ψάρι μέσα στο νερό. Περπατούσαμε διπλωμένοι στα δυο, για να μη σπάσουμε τα κεφάλια μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο περάσαμε κάμποσο διάστημα, κι έβλεπα τη λόχη του δαδιού μου να φλύφει το βράχο, σα να τον έβαφα με μια βούρτσα.

Άξαφνα, στην άκρη της γαλαρίας βουίξανε τα πατήματα του υποκείμενου που πήγαινε μπρος. Η σπηλιά φάρδαινε με μιας. Σηκώσαμε τα δαδιά μας, μα ο θόλος φαίνεται πως βρισκότανε πολύ ψηλά. Βρήκα ψηλαφώντας μια μικρή πέτρα και την έριξα όσο ψηλά μπορούσα. Μα δε χτύπησε πουθενά. Άκουσα μονάχα ένα μπλουμ, σαν να ’πεσε μέσα σε νερό. Ανατριχιασμένος, σίμωσα τον κολίγα μου, και τότες είδα μια λίμνη που άπλωνε μπρος στα πόδια μου. Σαν να πέρναγε ένα αλαφρύ και κρύο φύσημα πάνου σ’ αυτό το κοιμισμένο νερό, κι έσπρωχνε κάτι μελανά κυματάκια στο λιγδιασμένο χώμα.

Γύρω μας, βαθιά ησυχία! Ένα καν ποντίκι δε σφύριζε...

Περάσαμε, τσαλαβουτώντας μέσα στο ρηχό νερό, περσότερο από ένα κάρτο της ώρας, ώσπου βρεθήκαμε μπρος σε μια στενή τρύπα. Για να την περάσω, διπλώθηκα ώσπου βούτηξε το στήθος μου μέσα στο νερό. Μα ευτύς βρεθήκαμε ξανά κάτου από ’ναν θόλο που ήτανε ψηλός σα μια μητρόπολη.

Το νερό είχε τελειώσει. Μα ο δρόμος ήτανε γλιστερός απ’ τη λάσπη. Σε μια στιγμή, μου πέρασε απ’ το μυαλό η σκέψη: αν τυχόν σβήνανε τα δαδιά μας; Και πιάστηκε η καρδιά... Θα θαβόμαστε εδώ μέσα... Ξεχώριζα πού και πού, δεξιά κι αριστερά, ένα σωρό καμάρες που ανοίγανε άλλες σπηλιές, γιομάτες υγρασία και θάνατο...

Κείνο το παράξενο υποκείμενο είναι ακούραστο. Τραβά σα να γυρεύει κάτι...

Σε λίγο μου λέγει να δώσω προσοχή στο κεφάλι μου, κι αρχίζουμε να περπατάμε πάλι χεροπόδαρα. Έτσι μπήκαμε σε μιαν άλλη σπηλιά, που αντιλάλησε, όπως περπατούσαμε, σα να κυλούσανε βράχια από ψηλά...

Ακλούθησα το σύντροφό μου, και πιάσαμε να σκαλώνουμε απάνου σ’ ένα όρθιο βουνό. Κάθε τόσο κατρακυλούσα· μα κείνος μ’ έσερνε απ’ το χέρι. Έτσι φτάξαμε στην κορφή. Τότες είδα: ο θόλος κρεμότανε λίγα μέτρα πάνου απ’ τα κεφάλια μας. Κάτου, δεν ξεχώριζα τίποτα. Το κεφάλι μου γύριζε. Ένα πηχτό σκοτάδι σκέπαζε τη λίμνη εκεί κάτου...

Άξαφνα κείνος ο μυστηριώδης πιλότος μου κατηφόρισε με μιας, κι ώσπου να συνέρτω, κατρακύλησε μέσα στο χάος και χάθηκε...

Ύστερ’ από μια στιγμή είδα το αναμμένο δαδί του, κάτου, χαμηλά, μέσα σε κείνην την άβυσσο, σα μια μικρή σπίθα, μονάχη, που πηγαινοερχότανε... Έστησα τ’ αυτί μου.

Μα δεν ακουγότανε τίποτα!... Τίποτα!...

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA