Δημοσιεύω εδώ ένα απόσπασμα, τον Πρόλογο και τα δύο πρώτα κεφάλαια, από το εξαντλημένο έργο του Θέμου Κορνάρου «Οι άγιοι χωρίς μάσκα». Ο πρόλογος αναφέρεται και στο άλλο έργο του, τη «Σπιναλόγκα».

 

Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία στα σημερινά.

 

Πολλές ευχαριστίες στον Νίκο Λ. για την πληκτρολόγηση.

 

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΠΡΟΚΟΜΕΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

 

Σπιναλόγκα -Άγιον Όρος: Όταν θα γνωρίσεις τα δυο αυτά μέρη δεν μπορείς να θυμηθείς το ένα χωρίς να ξεπηδήσει στη μνήμη σου και τ' άλλο.

 

Και τα δυο αυτά μέρη τα επισκέφθηκα. Στο ένα -που είναι μια πελώρια σιδερόπετρα στη μέση του πελάγου- λιώνουνε σιγά-σιγά 300 άνθρωποι, σακατεμένοι, κομματιασμένοι από τη λέπρα του κορμιού.

 

Στο άλλο -που είναι το πιο πλούσιο και το πιο όμορφο τμήμα του τόπου μας- 4 χιλιάδες ρασοφόροι σπουδάζουνε σ' όλη τους τη ζωή, να δένουνε, να προσαρμόζουνε στο ανθρώπινο σύνολο την πιο βρώμικη λέπρα: τη λέπρα της ψυχής.

 

Στη Σπιναλόγκα μπαίνοντας, πρέπει να φράξεις τη μύτη σου. Στο Άγιον Όρος μπαίνοντας, πρέπει να φράξεις και μύτη κι αφτιά και να σκεπάσεις τα μάτια. Μα προ πάντων πρέπει να δέσεις τα νεύρα, για να μη σου φύγουνε.

 

Μέχρι σήμερα, συνηθίσαμε να νομίζουμε το Άγιον Όρος για την πρότυπη Χριστιανική Πολιτεία, που τα μίση, οι ανθρώπινες κακίες, τα πάθη έχουνε θαφτεί και στη θέση τους φυτρώσανε η γαλήνη, η αδελφοσύνη κι η ανυστερόβουλη αγάπη.

 

Την ιδέα αυτή μάς τη δημιουργήσανε οι ποιητές, που επισκεφθήκανε τον τόπο αυτό, με τις τόσες φυσικές καλλονές, μόνο γιατί δεν μπορέσανε να δούνε τον άνθρωπο του φυσικού αυτού παραδείσου.

 

Καιρός όμως είναι πια ν' ακολουθήσουμε τα ερημικά μονοπάτια, που ξεπροβάλλουνε από τις καταπράσινες λαγκαδιές και σκαρφαλώνουνε και τυλίγουνται και ξανακρύβουνται σε καταπράσινες βουνοπλαγιές για να ξαναπροβάλλουνε προκλητικά σε γελαστές ηλιολουσμένες βουνοκορφές, που στεφανόνουνται από τα κάτασπρα τα τείχη μιας βυζαντινής οικοδομής. Μέσα σε κείνα τα τειχιά βρίσκονται οι άρρωστοι που πάσχουνε από τη λέπρα της ψυχής, οι υποψήφιοι... άγιοι.

 

Ελάτε να τους γνωρίσουμε. Ώρα είναι πια να πάψει ο άνθρωπος να γονατίζει μπροστά σε νοσογόνα μικρόβια παρασιτικά και να σκύβει το κεφάλι κάτω από το ζυγό βάρβαρων τυχοδιωκτών.

 

Μέσα στα 20 μοναστήρια του Άθω, θα βρούμε: εμπόρους ναρκωτικών, εμπόρους κι αγοραστές της... ανδρικής σάρκας, σχολειά του αλκοολισμού και συστηματικά εκπαιδευτήρια μισανθρωπίας κι αλληλοεξοντωμού. Κι ακόμα σπείρες απατεώνων που τις επιτυχίες τους θα ζηλεύανε κι οι πιο μοντέρνοι διεθνείς τύποι του είδους των.

 

Στα όμορφα γαλάζια ακρογιάλια του ακρωτηριού του Άθω, που μονάχα αυτά είδανε οι ποιητές κι οι δημοσιογράφοι θα δούμε εμείς “υπ' ατμόν” τα “πλωτά πορνεία” του Αγ. Όρους. Αλλά εκεί θα συναντήσουμε και πατέρα που τραβά το παιδάκι του 12 και 13 χρονώ, να τριγυρίζει τα κελιά να το παζαρεύει με τους ασκητές, ή να το νοικιάζει για μια ή για περισσότερες βραδιές, αναλόγως “της ποιότητος”, γιατί αυτοί τον μάθανε να πιστεύει “πως όλα είναι ηθικά και τίμια”.

 

Είναι ανάγκη, για να τα δούμε όλ' αυτά, να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς μια μάσκα. Εγώ μεταχειρίστηκα με ικανοποιητικά αποτελέσματα τη μάσκα της ηλιθιότητας. Τριγύριζα μ' αυτήν οκτώ μήνες σ' όλες τις Μονές, τις Σκήτες, τα Ησυχαστήρια, τα Μεθυστήρια, χωρίς να φοβίζω κανένα και να τον αναγκάζω να μου κλείνει την πόρτα. Αντίθετα είχα όλη την ελευθερία. Τους υπηρετούσα.

 

Έτσι πρέπει να επισκεφτεί κανένας το παζάρι αυτό της σάρκας, των ναρκωτικών, το σκολείο της ανομίας, για να το γνωρίσει. Όχι με επίσημο “ένδυμα” και σπουδαίο όνομα. Γιατί στη δεύτερη αυτή περίπτωση, θα δει μονο χαμόγελα, υποκλίσεις, προσευχόμενους και... άγια λείψανα.

 

Δε θα μάθει τι σημαίνει η λέξη “διωχτικά”, τι είναι το “μνήμα του πλούσιου”. Δε θα δει τον άγιο Παντελεήμονα να μαστιγώνει τους αμαρτωλούς με βρεμένο σκοινί το χειμώνα, ούτε θα μάθει πώς πεθαίνει ο φθισικός εργάτης, πάνω στη δουλειά, που εργάζεται για 8 δραχμές μεροκάματο.

 

Κι όταν κανένας αντιληφτεί όλ' αυτά τα... μικροπραματάκια, θα πρέπει να σκεφτεί αν είναι ηθικό να ζητούμε τη γνώμη των εκπροσώπων του Θεού “γράφε των παιδεραστών και των λαθρεμπόρων” για τη ρύθμιση της κοινωνικής μας ζωής, ή τη συμβολή τους για τη σύνταξη του... αστικού κώδικα μιας πολιτισμένης κοινωνίας...

 

Οι εντυπώσεις τούτες απ' τήν “αγιορείτικη Γη” είναι γραμμένες απ' τά 1931.

 

Προορίζονταν για τις εφημερίδες. Γιατί τίποτ' άλλο δεν είναι παρά ένα σκέτο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.

 

Τη δίνω αυτή την πληροφορία για να μη νομιστεί πως προσπαθώ να κάνω τέχνη. Μια φωτογραφία απλώς είναι, από ένα μέτριο φωτογράφο, μιας Μεσαιωνικής Γωνιάς, που σώζεται στις μέρες μας.

 

Δε θα τυπωνότανε σε βιβλίο, αν δε λάβαινα από τις εφημερίδες που ’δωκα το υλικό αυτό, την απάντηση πως “Δεν έχουμε σκοπό να κλείσουμε για τους καλογέρους...”

 

Μα εγώ δεν έχω σκοπό να σωπάσω για το λεπροκομείο της ψυχής, που σκεπάζεται με την ονομασία “Αγ. Όρος”


 

Ι

 

Το Φλεβάρη του 1930 πήγαμε στο Αγ. Όρος. Αφού μείναμε νηστικοί κάμποσες μέρες στη Θεσσαλονίκη, άγρυπνοι, με κομμένα τα γόνατα και με διαρκή διάθεση εμετού απ' την αδυναμία, πήραμε το δρόμο προς τη Χαλκιδική. Στο Στρατόνι πηγαίναμε να ζητήσουμε δουλειά στα μεταλλεία.

 

Στο δρόμο συναντούσαμε μπουλούκια μπουλούκια κουρελήδες εργάτες, που μας πληροφορούσανε πως άδικα πηγαίναμε.

 

“Μα το Άγιον Όρος πάντα έχει δουλειές”, πληροφορηθήκαμε.

 

Γι' αυτό ξεστρατίσαμε από τη Σμίξη. Βραδιασμένα περάσαμε τον Πύργο της Χαλκιδικής, και φτάσαμε στη Ρουμανική Σκήτη του “Προδρόμου”. Στη Γουρουνοσκήτη, όπως τη λένε. Έτσι άρχισε η γνωριμιά μας με το Άγιον Όρος. Η πόρτα του Μοναστηριού κλείνει με το βασίλεμα του ήλιου. Έβρεχε, το κρύο έσκιζε τις σάρκες μας, εύρισκε και τριγούνιζε τα κόκαλα. Τα δόντια μας καταχτυπούσανε σαν παλαβά. Αναγκαστήκαμε να χτυπήσουμε.

 

Μια φωνή ακούστηκε από μέσα, μα δεν καταλάβαμε τι έλεγε. Άλλη γλώσσα μιλούσε.

 

Δεν ήταν μήτε ήμερη, μήτε άγρια. Να έτσι όπως λέμε καμιά φορά το “ασιχτίρ”. Πάλι σώπασε. Κι η πόρτα έμεινε ασάλευτη μέσα στη θυελλώδη νύχτα.

 

Απ' τις χαραμάδες της ξεθύμαινε το νυσταγμένο βουητό του εσπερινού.

 

Μια ώρα χτυπούσαμε και περιμέναμε.

 

Κάποτε άνοιξε η πόρτα. Πολλοί καλόγεροι μαζί, με τα πανωκαλύμαυχα και τα Ευαγγέλια ακόμα στο χέρι φράξανε το άνοιγμα. Αυτή την ώρα σχολνούσανε απ' τον εσπερινό. Κάτι μας είπανε στη γλώσσα τους, που δεν καταλάβαμε τι σήμαινε. Τον τόνο όμως του “Δεν πάτε στο διάολο τέτοια ώρα”, τον γνωρίσαμε πολύ καλά, γιατί ήταν ο τόνος της φωνής του αφεντικού, που μας είχε κρατήσει συντροφιά σ' όλη μας τη ζωή.

 

Μα στο χάλι που ήμαστε δεν είχαμε καθόλου διάθεση να κυνηγούμε διαόλους. Πιο σωστό ήτανε να κυνηγήσουμε τους αγίους. Κι όταν προσπαθήσανε, σπρώχνοντας, να μας βγάλουν όξω για να ξανακλείσουνε, δείξαμε και μεις τη γροθιά μας αναγκαστικά. Κι αυτό είχε τ' αποτέλεσμά του το καλό.

 

Βρέθηκε κάπου στο τεράστιο χτίρι, ένα υπόγειο, υγρό και σκοτεινό κι άθλιο, μα όσο και να ’τανε, αντιπροσώπευε εκείνο που λέμε στέγη.

 

Δεν είχαμε ταχτοποιηθεί καλά-καλά, κι ένας υποταχτικός ήρθε. Μας έγνεψε να πάμε μαζί του. Κοιταχτήκαμε κι οι οχτώ. Μείναμε σύμφωνοι. Κι ακλουθήσαμε...

 

Σ' ένα υπόγειο μας βάλανε. Μ' αυτό είχε κι ένα δύο σανίδια χάμω. Είχε και κουβέρτες. Αν δεν ήμασταν ψόφιοι απ' την κούραση, θα σχολιάζαμε αυτό το ξαφνικό χουβαρνταλίκι των ασκητάδων.

 

Ίσα-ίσα που μ' είχε ζαλίσει ο ύπνος, όταν άκουσα το Μιχάλη, που ήταν ξαπλωμένος δίπλα μου, να μουρμουρίζει και να βρίζει μέσ' από τα δόντια του. Την ίδια διάθεση είχα κι εγώ κι όλοι οι άλλοι, γιατί το μουρμουρητό γενικεύτηκε, μεγάλωσε, ξεκαθαρίστηκε και καταστάλαξε σε βαριά βρισιά.

 

-Κουνούπια είναι ρε; λέει κάποιος.

-Ναι, σκνίπες θαρρώ πως είναι.

-Γαμώ το Χ... τους, πού μας βάλανε.

-Και στο παντελόνι μου μέσα τρυπώσανε βρε!

 

Δεν αστειευόταν ο Κίτσος, γιατί κι εμείς τα νοιώθαμε να τσιμπολογούνε απ' όλο το κορμί.

 

Ο Μήτσος δε βάσταξε κι άναψε ένα σπίρτο. Το φως λέει τα διώχνει καμιά φορά.

 

Μπορεί και να τα διώχνει. Μα κείνη τη φορά δε χαμπαρίζανε από τέτοια. Με το χουζούρι τους περπατούσανε, στους λαιμούς, στα μούτρα, στα χέρια και στα ματόκλαδα σταλίζανε. Μα δεν ήταν κουνούπια. Ψείρες ήτανε.

 

-Βρε τι είν' αυτό το κακό! Κατάπληχτος λέει ο Νώντας.

-Επίτηδες να μας βάλανε εδώ μωρέ; λέει ο άλλος.

-Δεν το πιστεύω. Τι διάολο, χριστιανοί άνθρωποι!

-Μωρέ δε φταίνε αυτοί. Πετάγεται ο Κώστας και λέει. Κάτι άλλο θα συμβαίνει. Ξέρετε τι; Εδώ, λένε, πως δεν υπάρχει τίποτες θηλυκό, κι από ψείρα μην έχεις ιδέα. Μόνο ψείρους έχουνε αυτοί. Εμείς φέραμε τις θηλυκές. Και κάνουνε το γάμο τους, ξεφαντώματα έχουνε απόψε.

 

Ο Κώστας που το ’πε αυτό, είχε χρόνια στην αλητεία. Εύκολα συνήθιζε σε κάθε κατάσταση. Τρόπο θα εύρισκε να γελάσει και την ώρα, που θα τον δέρνανε. Κι αν γελούσαμε και μεις τότε, θα ’χαμε κάνει το πρώτο βήμα προς τον αλητισμό.

 

Βέβαια θα ξεχνούσαμε να ξεσπάσουμε το πρωί στην πλάτη του “Πατερ Πρόδρομου” του Πορτάρη κι έτσι δε θα κάναμε καλή γνωριμία αμέσως-αμέσως, με την αστυνομία. Μα αυτό θα σήμαινε και χάσιμο του εαυτού μας.

 

Όταν διαμαρτυρηθήκαμε το πρωί στους καλογέρους, ο πάτερ Πρόδρομος πετάχτηκε και μας είπε σε θαυμάσια ελληνικά: “Μας ψειριάσατε και φωνάζετε κι από πάνω”. Τότε ήτανε που δε βάσταξε ο Κίτσος και του τις έβρεξε. Κι ο Κώστας ο αλήτης, σίμωσε σιγά-σιγά, τράβηξε απότομα το γιακά του ράσου του καλογέρου, και του 'χωσε στην πλάτη ένα χάρτινο χωνάκι.

 

Εκεί ρίχναμε αυτές, που μαζεύαμε τη νύχτα, γιατί σιχαινόμαστε να τις σπούμε.

 

-Θηλυκές κι αρσενικές είναι, του είπε. Για να πιάσεις σόι!

 

Δεν είχε καιρό ο πάτερ Πρόδρομος να καλοσκεφτεί τι του κάνανε.

 

Το αίμα του όλο είχε ανέβει στα μάτια του και στ' αφτιά του. Ετοιμαζότανε για έκρηξη. Ούτ' από ναυτικό Έλληνα δεν άκουσα τόση ποικιλία από βρισιές, όσο απ' αυτόνε.

 

Οι άλλοι όμως πατέρες, αρπάξανε τον Κώστα, άλλος απ' τα μαλλιά, άλλος απ' τα χέρια, κι άλλος τόνε χαστούκιζε, όπου λάχαινε. Φυσικά πήραμε θέση όλοι μας.

 

Σωστή μάχη γίνηκε στην πλακόστρωτη αυλή της Σκήτης του άη Προδρόμου μεταξύ καλογέρων κι εργατών. Η αστυνομία έλειψε. Μα δεν την αισθανθήκαμε και τόσο αυτή την έλλειψη. Το μοναστήρι την αναπλήρωνε θαυμάσια.

 

Αυτό το περιστατικό στάθηκε αφορμή να μάθουμε και μια καινούργια λέξη: “Διωχτικά”.

 

Έτσι λένε οι εργάτες, που ’χουνε ζήσει πολύ στο Όρος, τις κουβέρτες που δίνουνε να κοιμηθούνε οι περαστικοί, οι φτωχοντυμένοι περαστικοί...

 

Παντού, σε κάθε μοναστήρι, όπως θα δούμε και πάρα πέρα, έχουνε τέτοια “Διωχτικά”.

 

Τα λένε έτσι, γιατί τ' αφήσανε ξεπίτηδες και πιάσανε ψείρα για να την παθαίνει ο φτωχός περαστικός και να μην ματαπατά στο μοναστήρι! “Διώχνουνε”.

 

Τώρα θυμούμαι κάτι που 'γραψε ένας δημοσιογράφος κάποτε (ο Ουράνης θαρρώ) και γελώ μόνος μου, γιατί το ‘γραψε για σπουδαία παρατήρηση:

 

“Το κλίμα του Αγίου Όρους είναι κλίμα ελβετικόν, αλλά μόνον για ασκητάς που 'χουνε πια εγκλιματισθεί. Όλοι πάσχουνε από υπεραιμία.

 

“Οι επισκέπται, αντίθετα, πάσης κατηγορίας, προσβάλλονται από αναιμία κ.λ.π”.

 

Λίγο ήθελε ακόμα να πει πως κάποιο σχετικό θαύμα γίνεται στο “περβόλι της Παναγιάς”.


 

ΙΙ

 

Η Καλλιάγρα είναι ένα απ' τά τσιφλίκια του Μοναστηριού “Κουτλουμούση”. Αρχίζει απ' τή μπιρμπιλωτή ανατολική παραλία τ' ακρωτηριού και τελειώνει όξω απ' τίς Καρυές. Το κονάκι είναι σκαρφαλωμένο στους άγριους κουφαλιασμένους βράχους της αχτής. Δεξιά καμιά οχτακοσαριά μέτρα ξεπροβάλλει κάτασπρο σαν του κυμάτου τον αφρό, το μοναστήρι των Ιβήρων μέσα από το πυκνό πευκόδασο. Η πρώτη χιονιά έχει αρχίσει να φορτώνει πουπουλένια λουλούδια τα έλατα στις βουνοπλαγιές και τους τρούλους της εκκλησιάς του μοναστηριού.

 

Όλη η περιοχή, καμιά 200ριά στρέμματα, είναι δάσος από πανύψηλες καστανιές και φουντωτές φουντουκιές και κουμαριές με κιτρινισμένα φύλλα. Το ένα τρίτο είναι αμπέλια. Το μοναστήρι μάς έστειλε να τα σκάψουμε.

 

Μαζί ήρθε κι ο άγιος Ανατόλιος, ο Οικονόμος. Όλοι τον λένε καλόν άνθρωπο. Εγώ όμως δεν μπορώ να τον χωνέψω, όταν κοιτάζω τη γερακίσια μύτη του και τα μικρά μικρά μάτια του, που πετούνε πράσινες σπίθες μέσα απ' τα βαθιά ισκιωμένα καλυβάκια τους. Το λιγνό, ίσιο σα λαμπάδα και ψηλό κορμί του λαλαδίζει μέσα στα ράσα σα να κοροϊδεύει το... ίδιο το ράσο.

 

Αυτός κρατάει ολόκληρο το πάνω πάτωμα με τα έξη δωμάτια. Εμείς μένουμε στο ισόγειο, που είναι μονοκόμματο, με πορτοπαράθυρα όλο χαραμάδες φραμένες με εφημερίδες. Το πάτωμα δεν έχει σανίδια και είναι υγρό και γλιστερό τούτο τον καιρό. Τα βράδυα περιμένουμε να κοιμηθεί ο Οικονόμος για να κλέψουμε ξυλεία απ' αυτήν που ’χουνε για μπαρκάρισμα και ν' ανάψουμε φωτιά. Αλλά πάλι δύσκολα μας παίρνει ο ύπνος, κι ας είμαστε πτώματα απ' την κούραση. Είμαστε 16 εργάτες, οι περισσότεροι νησιώτες. Μεταξύ μας είναι κι ένας κουτσός, μικροσκοπικός καλόγερος Ρούσος.

 

Μου φαίνεται παράξενο, πότε κοιμάται αυτός ο άνθρωπος... Όλη τη νύχτα κάθεται διπλογόνατος κοντά στη φωτιά και καταχτυπάει τσαγέρες, κουταλάκια, κύπελλα, καφεδοκούτια. Φαίνεται να τον ευχαριστά ο θόρυβος, που βγαίνει απ' αυτό το ανακάτεμα, γιατί κι όταν δεν χρειάζεται τ' ανακατώνει και πάλι για να ξαναχτυπήσουνε. Έτσι πίνει το τσάι του ο “πάτερ Ιγγόρ”.

 

Μαζί με τα καφεδοκούτια του ακούς και το λαρύγγι του να κάνει τον ίδιο θόρυβο σαν καταπίνει. Βγαίνει, λες, και απ' αυτό ένας ντενεκεδένιος ήχος. Αυτό μ' έκανε να το προσέξω ο Γιάννης ο Πασάς απ' τή Σάμο. Πρόβαλε το κεφάλι του απ' τά κουρελοτσούβαλα πούταν τυλιγμένος σαν τολμάς και του λέει ήσυχα, ήσυχα και πολύ σοβαρά: “Μα δε μου λές πάτερ... “Σίγγερ”, ντενεκεδένιος είναι κι ο λαιμός σου;”

 

-Θέλεις τσάι; Ακούω τον καλογεράκο να τον ρωτάει.

-Πιες το μόνος σου, αλλά πιο σιγά τους ντενεκέδες, να κοιμηθώ!

 

Ζηλεύω πολύ αυτό το συνάδερφο, που αφήνει τόσο ήσυχα, τόσο μαλακά το θυμό του να ξεσπάει. Κι ακόμα μ' αυτή την παγωνιά, να του δίνουνε τσάι και να μη θέλει!

 

Ανοίγω λίγο, λίγο τα μάτια μου και κρυφοκοιτάζω τον καλογεράκο. Θέλω να δω πώς θα κάνει, όταν δε θα μπορεί να νταραβερίζει με τα καφεκούτια του. Κάθεται ήσχυα κάμποσο και κοιτάζει τη φωτιά. Ύστερα τα γαλάζια του μάτια αστράφτουνε ξαφνικά. Σα να θυμήθηκε κάτι, που τον είχε βασανίσει ή σα να πήρε κάποια απόφαση, που την είχε σκεφτεί πολύ. Κι αρχίζει να καταχτυπάει όπως και πρώτα τα ντενεκέδια του. Ξαναβράζει τσάι... Πόσο ζεστός θα ’ναι με το καυτό τσαγάκι που πίνει! Ζηλεύω... Κάνω πως ξυπνάω τάχα και σαν σε παραμιλητό του λέω: “Δε μπορείς να κοιμηθείς (πάτερ Ίγγορ;)”.

 

-Θέλεις τσάι; με ρωτά. Στερεότυπη φαίνεται την έχει αυτή την ερώτηση.

-Ναι! Δε μπορώ να κοιμηθώ, κρυώνω.

 

Δεν είδα μάτια παιδιού να παιχνιδίζουνε τόσο χαρούμενα όπως τα μάτια του ανθρώπου αυτουνού, όταν άκουσε πως δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

 

Χοροπηδούνε τα ντενεκέδια στα χέρια του ώσπου να μου ετοιμάσει το δικό μου...

 

Πίνουμε το τσάι μας και δε μιλάμε. Απ' τις χαραμάδες της πόρτας σφυρίζει ο βοριάς και ψηλά στις κορφές των δένδρων βουίζει και φοβερίζει τα πάντα. Τα κύματα με πάταγο σπάζουνε τα μούτρα τους στους βράχους και σα να νοιώθουνε πόνο, ουρλιάζουνε σα λύκοι πεινασμένοι μέσα σε δάσος.

 

Από πάνω το ρολόι του Οικονόμου χτύπησε 8, βυζαντινή ώρα. Δηλαδή δυο μετά το μεσονύχτι.

 

-Είσαι φερμένος εδώ πολύν καιρό; Με ρωτά ο Ίγγορ σε λίγο.

-Μπα, καμιά εικοσαριά μέρες.

-Θα γενείς καλόγερος;

 

Νάτα μας! Πώς του κατέβηκε;

 

-Δεν έχω τέτοιο σκοπό. Κι άφησα το φλιτζάνι μου χάμω.

 

Σοβαρά πράγματα σκέφτηκε φαίνεται. Μπορεί να τον έχουνε για προπαγανδιστή οι καλόγεροι.

 

Μου ξαναγεμίζει το φλιτζάνι, βάζει μπόλικη ζάχαρη και μπαχαρικά και μου το δίνει στο χέρι,

 

Σκέφτομαι: “Το ίδιο σού κάνει φιλαράκο μου...”

 

-Έχεις πολλά χρόνια, εδώ πάτερ;

-23 ολοστρόγγυλα. Ήμουνα 13 χρονώ παιδάκι, όταν ήρθα.

-Και τα ελληνικά πώς τα ’μαθες; Κανένας δικός σας δεν έμαθε, όπως λένε.

-Εγώ, μόνο σ' ελληνικά μοναστήρια έκανα ως τώρα.

-Καλά, πώς δεν έχεις και συ κανένα διακόνημα στο μοναστήρι, παρά δουλεύεις στα χωράφια, με τέτοιες παγωνιές μισερός άνθρωπος;

 

Αναστέναξε, κούνησε το κεφάλι του εκφραστικά και ξαναρχίνησε το νταραβέρι με τα ντενεκέδια του. Δεν απάντησε.

 

Κάτι σοβαρό θα του συμβαίνει αυτουνού του χριστιανού, μα τα καταραμένα τα ντενεκέδια, τον αφήνουν να το πει;

 

Ο Σπύρος ο Κουμπής απ' τά Γρεβενά, παλιός αλήτης του Όρους, σηκώθηκε κι ήρθε στη φωτιά κι αυτός. Ζεσταίνει τα πόδια του, ιδρώνουνε και καθώς τα τρίβει για να μην καίγουνται βγαίνουνε οι κάσες σα στριφταλούδια και πέφτουνε χάμω. Όλος ο τόπος βρωμάει. Μας αρχίζει ιστορίες για την Αίγυπτο, την Αργεντινή, για το Σινά... Παντού έχει πατήσει το ποδαράκι του με τις μαύρες κάσες, αυτός ο ανοικονόμητος άνθρωπος.

 

Το φλιτζάνι μου είναι πάλι γιομάτο. Τι διάολο! Έβαλε στο νου του να με πλαντάξει αυτός ο καλόγερος;

 

Μια στιγμή, θυμήθηκα πως κάποτε στην Αθήνα, όταν περνούσα για σπουδαίος, μ' είχανε καλέσει σ' ένα σπίτι. Δίνανε τσάι. Πήγα τελευταίος και δεν μπόρεσα να δω πώς κρατούσανε οι άλλοι τα φλιτζάνια τους και τα ρέστα μπιχλιμπίδια. Μαζί μού φέρανε και μπισκότα. Τα βούτηξα κι εγώ όλα, ρούφηξα και το φλιτζάνι το τσάι μου ως τον πάτο. Μου φέρανε κι άλλα και μου ξαναγεμίσανε το φλιτζάνι τσάι. Τι να κάνω;

 

Η εθιμοτυπία νόμισα πως το καλούσε να τα εξαφανίσω κι αυτά. Μα αλλοίμονο, ήρθε και τρίτο... χαρμάνι.

 

-Δε θέλω πια. Όχι άλλο! Αναγκάστηκα να πω στη δεσποινιδούλα που με σέρβιρε. Κι αυτή γέλασε. Όλοι γελάσανε. Κι εγώ κοκκίνισα. Ο σπουδαίος!

 

Ο διπλανός μου, ένας γνωστός, μου ’κανε πρόχειρα ένα μάθημα καλής συμπεριφοράς: “Για να καταλάβουνε πως δε θέλεις, πρέπει ν' αφήσεις μερικά μπισκότα και λίγο τσάι”.

 

-Αλλιώς; του λέω.

-Αλλιώς θα σε... ποτίζουνε ως το πρωί...”

 

Καταραμένε καλόγερε. Τι γυρεύεις εδώ; Μα μήπως κάνω λάθος; Παίρνω το φλιτζάνι ρουφώ δυο τρεις ρουφηξιές και τ' αφήνω χάμω. Και: “ευχαριστώ”.

 

Απ' αυτούς είναι ο μπαγαπόντης! Αρχίζει να μου ξυπνά ζωηρά το ενδιαφέρο... Μα... τι διάολο έπαθε ο Σπύρος και ξύπνησε; Όμορφα και καλά κοιμότανε. Τώρα πίνει κι αυτός τσάι, το ένα πάνω στ' άλλο και δεν προλαβαίνει να καταχτυπά και να γλύφει τα χείλια του. Κι ο Ίγγορ δεν προλαβαίνει να βράζει...

 

Εγώ βέβαια δεν έχω καμιά διάθεση να του κάμω μάθημα “καλής συμπεριφοράς” του Σπύρου.

 

Μα για καλή τύχη του Ίγγορ η πόρτα χτύπησε. Ο Οικονόμος ειδοποιεί να ετοιμαστούμε. Μόλις αρχίζει να χαράζει. Το σκοτάδι ακόμα σφίγγεται ανάμεσα ουρανού και θάλασσας κι αγκομαχάει και με τ' αγκομαχητό πέφτουνε κάτι παγωμένες ψιχάλες, που μας χτυπούνε στα μούτρα, καθώς τραβούμε για τη δουλειά...

 

Σαν κρεμασμένοι πηγαίνουμε. Μπροστά ο Ανατόλιος.

 

-Για οχτώ δραχμές ρε παιδιά να παθαίνει κανένας αυτά. Ζωή είν' αυτή; Παραπονιέται ο γέρο Τάσος απ' τό Βόλο.

 

Ο Γιάννης ο Σαμιώτης που πηγαίνει πιο νυσταγμένα απ' όλους αρχίζει δυνατά να τον “νουθετεί” για να τον ακούσει ο Οικονόμος.

 

-Μην παραπονιέσαι, του λέει, γιατί σα να βρίζεις το Θεό!

 

Ο Οικονόμος γύρισε και τον κοίταξε... Άι, πού τον πιάνεις πια τον Σαμιώτη. Δεν εννοεί να κλείσει το στόμα. Όσο πηγαίνει κι ηλεχτρίζεται σαν ιεροκήρυκας απ' την ίδια του τη φωνή. Και λέει “περί καθήκον και περί ευλάβεια του ανθρώπου” κι ό,τι άλλο τού κατέβει. Όλοι σωπαίνουμε. Τι να του πεις; Μόνο ο πάτερ Ίγγορ κρυφογέλασε. Έτσι μου ’ρχεται να τον αγκαλιάσω και τον σφίξω δυνατά. Μα φοβούμαι μη μου ξαναπεί: «Θέλεις τσάι;» Και περιορίζομαι να πηγαίνω πλάι του, όσο μπορώ πιο σιγά, για να μας προφταίνει και να μην πολυκουράζεται το κουτσό το πόδι του.

 

Ο άγιος Οικονόμος έχει δικό του σύστημα εργασίας. Μας παρατάσσει σιμά, σιμά, σ' ένα ζυγό σα στρατιώτες.

 

“Από μια αράδα καθένας. Όχι περισσότερο”. Μας οδηγάει.

 

“Μα λίγο είναι πάτερ! Εγώ δεν μπορώ να κοροϊδεύω! Να δουλέψω θέλω!...” λέει ο Γιάννης ο Σαμιώτης και το “γ” το προφέρει τόσο βαριά, που μοιάζει σα να ’ναι κανένα χοντρό πράμα που δεν μπορεί να το χωρέσει το στόμα του. Αρχίζω και να τον σιχαίνομαι. Μα όχι. Να το χέρι του πίσω στην πλάτη του που παιχνιδίζει και μας ειδοποιεί πως κοροϊδεύει. Ο καλόγερος όμως ξέρει καλά τη δουλειά του. Μόνο με το ένα μάτι, μισοκλεισμένο κι' αυτό, μπορεί να μας έχει αγκαλιασμένους όλους. Κάθεται πέντ' έξη βήματα μπροστά, καπνίζει το τσιμπούκι του, μετρά τους κόμπους του κομπολογιού του -κομποσκοίνι το λεν' εδώ -και σε κάθε κόμπο που θα περάσει λέει δυνατά: “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλόν”.

 

Η ματιά του τρυπάει όπου πέσει. Ματιά γερακιού. Κάθε που τον φτάνουμε μετακινιέται, ξανακάθεται, και: “Τάσο! Πρόσεξε μην παραχώνεις τα χόρτα. Κι εσύ Σπύρο! Σκεπασταριές μου κάνεις... Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον... Γιάννη 2 δραχμές πρόστιμο... αμαρτωλόν... για να μην το ξανακάμεις. Τι τ' άφηκε κείνο το χορταράκι στη ρίζα;”

 

Τα δικέλια σηκώνονται ψηλά, ταλαντεύονται στον αέρα και πέφτουν βαριά στη μολυβένια γη, χωρίς πολλές φορές να φανεί πού χτυπήσανε. Πιο σκληρό χώμα δεν απάντησα μήτε στ' αμπέλια της Κρήτης. Μολύβι! Αραιές παγωμένες ψιχάλες πέφτουνε κι ανακατεύονται με τον ιδρώτα του προσώπου και των χεριώνε. Κι ο πάτερ Ανατόλιος τη δουλειά του: “Ίγγορ! Τρεις δικελιές να δίνεις, όχι ψευτοδουλειές! Είπαμε... Κύριε Ιησού Χριστέ... Κι εσύ βρε Νώντα τι κάνεις αυτού; Από τώρα δίψασες;... Χριστέ ελέησόν με”.

 

Έτσι τον ακούς απ' το πρωί ως το βράδυ τον άγιο Οικονόμο, να μπερδεύει διαταγές με προσευχές και με βρισιές και με μεγάλη ευκολία να συνεχίζει.

 

Ο Ίγγορ σκάβει δίπλα μου κι αγωνίζεται ο φουκαράς να προλαβαίνει να πηγαίνει μαζί με τους άλλους, μα μόνο που ξελαχανιάζει. Τα χέρια του είναι γεμάτα φούσκες. Δεν ξέρει να σφίγγει δυνατά το τσαπί για να μην τρίβεται στο δέρμα να το φουσκώνει... αλλά τι διάολο λοιπόν ζητάει εδώ, αυτός ο κύριος... σαλόνης; Για να με κοιτάζει παραπονεμένα να με κάνει να τονέ λυπούμαι;

 

Κάνω πως παραπαίζει το τσαπί μου και παίρνω και απ' τή δική του αράδα. Πότε πότε βρίσκεται αποκλεισμένος γύρω γύρω με σκαμένο και παρδαυλίζει σαν κουτσό πετειναράκι κι έρχεται πάλι κοντά μας.

 

-“Δεν κουράζομαι σήμερα”, μου λέει κάποια στιγμή. “Γρήγορα προχωράμε!!...”

-Καθένας μόνο την αράδα του! Προστάζει ο “πάτερ” Ανατόλιος. Φουκαρά Ίγγορ! Δεν υπάρχει ελπίδα να μας ξαναφτάσεις. Ένας θερμαστής καραβιού ήρθε. Τα λάδια στάζουνε σχεδόν απ' τή μπλούζα του. Τα μούτρα του είναι γιομάτα δαχτυλιές με μουντζούρες κάρβουνου. Χαιρετά τον Οικονόμο και του φιλεί το χέρι.

 

-Ο καπετάνιος μ' έστειλε να σου πω πως φτάσαμε. Του λέει.

-Καλά, αμέσως έρχομαι.

 

Το τσαπί του Ίγγορ ανεβοκατεβαίνει τώρα πιο γρήγορα και πιο δυνατά. Και το δικό μου γίνηκε πολύ αλαφρό.

 

-Έλα δω... Νώντα! με φωνάζει φιλικότατα ο Οικονόμος.

“Θα επιβλέψεις, γιατί εγώ έχω δουλειά... Κύριε Ιησού Χριστού... Και σεις παιδιά, λέει στους άλλους το ίδιο θα πολεμάτε σαν να ’μαι εδώ. Στην κανονική ώρα θα σκολάσετε. Πάρε και το ρολόι μου”. Έτσι έδωκε τις οδηγίες του κι έφυγε.

 

Και να ’μαι επιστάτης! Δεν πρόφτασε να στρίψει στο διπλανό υψωματάκι κι όλοι κυλιούνται χάμω σα γουρουνάκια. Μαζί κι ο “πάτερ” Ίγγορ.

 

Ορισμένως πρέπει να κάνω λίγο τον αυστηρό. “Ντροπή παιδιά”, λέω και κάνω αρχή. Στα μάτια ολονώνε άστραψε κάτι αλλόκοτο. Με μίσος μοιάζει. “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Προσεύχομαι δυνατά και κυλιούμαι κι εγώ μαζί με τους άλλους. Πόσο δύσκολο, πόσο βαριά δουλειά είναι να ’σαι επιστάτης! Ούτε μια τσαπιά δε δώκαμε στη γης ως το βράδυ.

 

Ακούμε το Σπύρο, που διηγιέται ό,τι του κατέβει για την Ισπανία. Έτσι είναι καλά, πολύ καλά...

 

Γνωριστήκαμε. Κι ο άγιος Οικονόμος είναι ένας... τουρκάραπας, γνωματεύει ο Γιάννης ο Σαμιώτης. Όλοι είμαστε σύμφωνοι πως ο Γιάννης είναι ψυχολόγος.

 

Κάποιος αναστέναξε! Ποιος; Χμ! Τώρα μόνο καταλαβαίνω πως η πιο μεγάλη βρισιά ενάντια στη χαρούμενη ζωή είναι ένας αναστεναγμός!... Μόνο οι αδύνατοι κι οι υποκριτές αναστενάζουνε. Οι καλοί κι οι αληθινοί άνθρωποι μιλούνε, φωνάζουνε, κοροϊδεύουνε. Δεν αναστενάζουνε ποτέ.

 

Κανένας άλλος δεν άκουσε αυτή τη βρισιά.

 

Όλοι γελούνε, παίζουνε, καθώς βλέπουνε τον κοσμογυριστή το Σπύρο να θυμώνει που τον... “θίξανε περί τιμή, δηλαδής”. Μόνο ο πάτερ Ίγγορ κυττάζει χάμω, για να μη δούμε τα βουρκωμένα του τα μάτια.

 

Ο Γιάννης ο Σαμιώτης τού σηκώνει το κεφάλι και τον παρατηρεί παραξενεμένος. “Τι έχεις;” τον ρωτάει.

 

Α! ορισμένως ο Σαμιώτης είναι βλάκας: “Τι έχει!”

 

Ξέρει αυτός να το πει; Αν ήξερε θά τανε μεγάλος, πολύ μεγάλος, κι όχι ο “πάτερ Ίγγορ!”

 

“Τι θέλεις;” Α! Μπράβο Σαμιώτη! Τώρα μάλιστα. “Τι θέλει;” Αυτό το ξέρει.

 

Όχι φίλοι μου, όχι σύντροφοι δεν είναι ο Ίγγορ τρελλός, επειδή έχει αγκαλιασμένο έτσι το Γιάννη. Είναι αληθινός, δυνατός άνθρωπος. Δεν αναστενάζει πια, φωνάζει.

 

“Σαν θα φύγουμε, λέει, για τον κόσμο θα τον πάρουμε μαζί μας;”...

 

-Στο κεφάλι μου απάνω Ιγγοράκι μου, και σένα και τα καφεδόμπρικά σου ακόμα. Τ' απαντά ο Γιάννης ο Σαμιώτης... Ο καλός ο Γιάννης.

 

Ο Ίγγορ σκουπίζει τα μάτια του με το μανίκι του ράσου του κλαίοντας και γελώντας σαν το παιδάκι.

 

Ο ήλιος παραμέρισε ένα μαύρο βαρύ σύννεφο πέρα στη δύση για να μας κάνει το σινιάλο της λευτεριάς. Γι' αυτή τη μικρή στιγμούλα, γι' αυτό το σινιάλο δουλεύουμε όλη την ημέρα. Όχι για οχτώ ψωροδραχμές...

 

Αυτό δεν είναι δικό μου. Τόπε ο Σπύρος ο αλήτης. Μ' αυτός τόπε έτσι: “Ρε Τάσο, αν ήταν ο ήλιος... Τι να ’τανε; Θα του πετούσες τώρα με την καρδιά σου το μεροκάματο;

 

Ι

 

Θάναι μεσάνυχτα περασμένα. Όλοι κοιμούνται και ροχαλίζουνε. Το υπόγειο είν' απόψε ζεστούτσικο. Ο Οικονόμος λείπει κι ανάφτηκε νωρίς η φωτιά. Μονάχα εγώ κι ο πάτερ Ίγγορ ξαγρυπνούμε και καταχτυπούμε τα καφεκούτια.

 

Ο Σπύρος ο αλήτης μόλις έφαγε, αποβραδίς, έφυγε κι ακόμα δε γύρισε. Συχνά το κάνει αυτό. Είναι ένας μυστηριώδικος αλήτης αυτός.

 

Το ρολόι του τοίχου απάνω, τ' ακούω να χτυπά το ίδιο σαν και χθες και προχθές και πάντα, κανονικά, σα να βρίζει το μανιασμένο το βοριά, που σαν τρελλός μαστιγώνει τους τοίχους.

 

Κείνος που δεν έτυχε να προσέξει τη μάχη αυτή που δίνει η Σιωπή με τ' ανυπόταχτα Στοιχειά, οχυρωμένη πίσω από τις πόρτες τις κλειστές και τις καμινάδες, έχασε μιαν ασύνηθη ηδονή. Τέτοιες στιγμές πρέπει ν' αγρυπνάς για ν' αγαπάς όλους τους ανθρώπους, όλα τα έμψυχα κι άψυχα της Πλάσης...

 

Ο Ίγγορ το ’χει πάρει απόφαση για καλά να φύγει. Έτσι μου λέει. Χρόνια έχει, όπως λέει, να βρει κάποιον να μιλήσει λεύτερα.

 

Και τώρα βρήκε φαίνεται εμένα και δε λέει να σταματήσει. Η φωνή του ανεβοκατεβαίνει όλες τις χαμηλές σκάλες της μουσικής. Έχει μια πολύ γλυκιά και μουσική φωνή ο Ίγγορ. Ακούοντάς τον σκέφτομαι πως δε γεννήθηκε για καλόγερος. Με τέτοια φωνή μπορείς να καταχτήσεις τον κόσμο, αρχίζοντας απ' τούς εργάτες που μόνο στριγγλιές και λυκοφωνές ακούνε μέρα και νύχτα. Έχει μια ανατριχιαστική ιστορία ο “πάτερ” Ίγγορ. Αν μπορούσα να κάνω λέξεις τους μορφασμούς που κάνει, τις χειρονομίες τ' αστραποβολήματα και το βασίλεμα τω γαλανών του τω ματιώνε! Γιατί σχεδόν μ' αυτά μού συμπλήρωσε μια γνωστή μου ιστορία.

 

Με ρώτησε μ' αδιαφορία σχεδόν, αν ξέρω τη Ρούσικη Σκήτη (Αγ. Παντελεήμονας) όξω απ' τις Καρυές. Είχα δουλέψει κάμποσες μέρες κι εκεί.

 

“Αν ήξερα και το “Μνήμα του Πλούσιου;” Μα το πρώτο που βλέπει κανένας στη μέση της αυλής της Σκήτης είναι ένα πολυτελέστατο μνήμα μ' ένα σκελετό σκαλισμένο πάνω σε πελώρια μαρμάρινη στήλη. Κι όλοι το ξέρουνε “Μνήμα του πλούσιου”. Κι ο Ίγγορ σα να μ' ευγνωμονεί που ξέρω λίγο την ιστορία αυτού του μνημάτου.

 

Δεν ξέρω όμως και πολλά πράματα. Ο “πάτερ” Βαρθολομαίος, κάτι μου' χε πει βιαστικά, όταν τον ρώτησα, γιατί λέγεται έτσι.

 

Ωστόσο ξέρω πως “κάποιος νέος, βαθύπλουτος Ρούσος, με χιλιάδες ρούπλια, εισόδημα... την ημέρα, είναι θαμμένος εκεί. Κι ότι τον φέρανε οι Ρούσοι καλόγεροι στο Άγιον Όρος για να ξεπλύνει μια τρομερή αμαρτία που ’χε (συζούσε με τη δεύτερή του  ξαδέρφη!)

 

“Το χειμώνα με τις χιονομπόρες, αυτός ήτανε 18 ώρες το μερονύχτι γονατιστός στα χιόνια της αυλής και προσευχότανε. Έτρωγε μόνο ψωμί, κι αυτό λιγοστό, για να κοιμηθεί ολωσδιόλου η αμαρτωλή σάρκα, που τ' άνοιγε με τα πάθη της την πόρτα της Κόλασης! Στην εκκλησιά δεν έπρεπε, δεν ήταν άξιος να μπει ν' ακούσει λειτουργιά, ενάμισο χρονο. Στα δυο χρόνια πάνω του επιτρέψανε να λειτουργηθεί.

 

“Μπήκε στην εκκλησιά, σέρνοντας βαριές αλυσίδες, σαν κατάδικος, δεμένες στα πόδια του. Κι αυτό για να μην αφήσει στιγμή να περάσει, χωρίς να τυρανάει τη σάρκα, που τον έσπρωξε στην αγκαλιά του Σατανά!

 

“Λειτουργήθηκε, μετάλαβε και βγήκε πάλι και γονάτισε στα χιόνια. Τα γόνατά του είχαν μελανιάσει και τα πόδια του σε λίγον καιρό ακόμα, δε μπορούσανε να σηκώσουνε το αμαρτωλό κορμί.

 

“Στερνά, το χιόνι κοκκίνιζε από το αίμα π' απόμενε στα σάπια πνεμόνια του φθισικού. Κι ένα πρωί, καθώς ήταν γονατισμένος, μπρουμούτισε χάμω. Το πρόσωπό του κάρφωσε στο παγωμένο χιόνι και το στερνό αίμα έβαψε τελευταία φορά πια, την αυλή της Σκήτης.

 

“Η σάρκα είχε νικηθεί. Τον θάψανε ακριβώς στο μέρος, που δυο χρόνια πολεμούσε το Σατανά και που τον νίκησε πεθαίνοντας! Για τη βαθειά του ευλάβεια, για τη νίκη που νίκησε για την πίστη του Χριστού, τού' χτισε η Σκήτη το λαμπρό αυτό μνήμα...

 

“Όλη του την ανυπολόγιστη περιουσία την άφησε στη Σκήτη. Το δωρητήριο σώζεται στο θησαυροφυλάκιό της.”

 

Αυτά ήξερα για το “Μνήμα του Πλούσιου”.

 

Καθώς τα λέω στον “πάτερ Ίγγορ” το γενάκι του πηγαίνει κι έρχεται μπρος και πίσω, σαν σαστισμένο, ακανόνιστα. Τα μάτια του δεν τα βλέπω. Έχει σκυμμένο το κεφάλι. Ίσως αυτά όλα να τον συγκινούνε, επειδή η στιγμή είναι τέτοια, κι ο βοριάς παλεύει με την καπνοδόχο. Έτσι νόμιζα.

 

Μα να, τώρα σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε μια στιγμή. Τα μάτια του κολυμπούνε, πνίγουνται μέσα σε δάκρυα. Δε λάμπουνε πια...

 

-Αδερφός μου ήτανε! μου λέει.

 

Στα μάγουλά του κυνηγιούνται δάκρυα σα ρεβύθια χοντρά και μπερδεύουνται και χάνουνται μέσα στα ξανθά του αραιά γενάκια.

 

Η σιωπή νικήθηκε! Λυσομανούνε τα Στοιχειά. Το ρολόι του τοίχου δεν τ' ακούω. Σα νά' ναι μάνα, πηγή του μεθυσμένου του Βοριά στο στήθος μου. Με συνεπαίρνει, με σφεντονά, όπου βρεθεί. Φοβούμαι! Θέλω να φωνάξω “βοήθεια”! Θέλω να βρίσω, να σκοτώσω, να καταστρέψω. Μετά μια στιγμή είμαι ανίσχυρος, κουρασμένος... Κρυώνω... Η φωτιά έχει σβύσει και κάπου-κάπου, μέσ' απ' το παχύ στρώμα της στάχτης, μια σπίθα μάς κοιτάζει κι απότομα σβύνει και χάνεται...

 

Τώρα γυρίζει ο Σπύρος. Κι είναι λαχανιασμένος σα να τον κυνηγούσανε.

 

-Βρε! Σας έσβυσε η φωτιά! Κι εγώ είμαι ξεπαγιασμένος.

 

Σκαλίζει τη στάχτη τρέμοντας. Ο Ίγγορ ξαναπιάνει τα ντενεκέδια του και κοιτάζει αλλού. Δε θα θέλει να τόνε δούνε κι άλλοι κλαμμένο.

 

-Πού ήσουνα Σπυρο μ' αυτή την παγωνιά; ρωτώ.

 

Μα ο Σπύρος είν' ανήσυχος. Δεν απαντάει, τρέχει κοντά στον Σαμιώτη. “Άντε Γιάννη, ξύπντα. Τάσο ξύπνιος είσαι και συ; Αύριο δεν έχει δουλειά!...”

 

-Τι τρέχει ρε; νυσταμένα ρωτά ο Μήτσος ο Θασώτης από μια γωνιά.

 

-Όλους στο λαιμό μου σας πήρα! Ξαναλέει. Μα δε βαριέσαι! Χαρά στη δουλειά!...

 

-Τι έχεις μωρέ; Μας έσκασες που να σε πάρουνε οι διαόλοι στο κάτω-κάτω!... Ο Σαμιώτης ανυπομονεί.

 

Όλοι έχουνε τώρα ξετυλιχτεί απ' τά κουρέλια τους και περιμένουνε. Το λυχνάρι φωτίζει με τ' αδύναμο φώς, κεφάλια αναμαλλιασμένα, μούτρα αναιμικά, κορμιά που ξεπροβάλλουνε από σωρούς σκουπίδια και κουρελόπανα.

 

Ο Σπύρος κάτι διηγιέται, βιαστικά, ανάκατα, μπερδεμένα. Τ' αφτί μας όμως είναι στεμένο! Κοσκινίζει, ξανακοσκινίζει, ό,τι παίρνει, ξεμπερδεύει τα μπερδεμένα και στο μυαλό κατασταλάζει τούτο το νόημα: ο Σπύρος πήγε να παρακαλέσει τον καπετάνιο του καραβιού που ’τανε στην παραλία, να τον πάρει πλήρωμα. Μα δεν ήταν εμπορικό.

 

“Γυναίκες μισόγδυμνες γλεντούσαν μέσα. Κι ήταν εκεί κι ο Ανατόλιος ο Οικονόμος μας κι ο Ανανίας ο Κουτλουμουσιάνος και δυο τρεις άλλοι καλόγεροι μεθυσμένοι!”

 

Αυτό καταστάλαξε στο μυαλό μου, απ' όσα λέει ο Σπύρος ο Κουμπής απ' τή Σαμαρίνα.

 

Έτσι μαθαίνω τούτη τη στιγμή, πως για να μη λερωθεί η “Άγια Γη”, έχουν εφευρεθεί τα πλωτά πορνεία!

 

Το πώς κατάφερε ο αλήταρος αυτός, να φτάσει στο καράβι, δεν είναι το πιο σπουδαίο απ' όσα άκουσα.

 

Κείνο που ξέρω είναι πως: “Δεν τα σκάβουμε τα υπόλοιπα αμπέλια. Είναι γέρικα!” Έτσι είπε ο βοηθός του Οικονόμου που ήρθε πρωί πρωί να... πάρει το ρολόι του “γέροντα!”

 

* * *

 

Πήγαμε στο μοναστήρι και πληρωθήκαμε. Εκεί μ' αποχαιρέτησε ο “πάτερ” Ίγγορ. Δεν ήθελε πια νά' ρθει μαζί μας. Παράξενος άνθρωπος. Ξαφνικά τον έχασα. Ίσως να μη μπορούσε να συνεχίσει την ιστορία του. Ίσως και να μετάνιωσε από φόβο!

 

Έμαθ' αργότερα πως χάθηκε από το Όρος.

 

Κι ήθελα να μάθω απ' αυτόνε, πολλά πράματα ακόμα..

 

 



2ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA