III

 

Βρίσκομαι στη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονα. Που βρίσκεται; Ευχαρίστως να σας πω. Μεταξύ Καρυών και Καλλιάγρας. Να σας περιγράψω τη Σκήτη; Να την «πλαισιώσω» με ποιητικές εικόνες; Δεν ξέρω. Δεν είμαι ποιητής. Ξέρω μονάχα να κοιτάζω λίγο το ανθρώπινο τοπίο. Γι’ αυτό μπορώ να σας πω, πως οι άγιοι ασκητές, τον κοσμικό τον θεωρούνε γι’ άνθρωπο χαμένο πια.

 

Τα πορτοπαράθυρα του Παραδείσου κλείσανε γι’ αυτόνε. Μόνο το μαύρο, χαώδικο στόμα της Κόλασης γαβγίζει και περιμένει να τον καταπιεί. Γι’ αυτό μόλις φανεί κανένας νέος κοσμικός στη Σκήτη, οι ασκητές τον τριγυρνούνε και προσπαθούνε να τ’ ανοίξουνε τα μάτια...

 

Το ίδιο γίνεται και για μένα. «Σωτηρία δεν έχω». «Το ράσο μόνο θα με προστατέψει». Όλη τη δύναμη της φαντασίας τους τη θέσανε σ’ ενέργεια για να μου παραστήσουνε τον τόπο που πηγαίνει άμα πεθάνει, όποιος «ασπασθεί το αγγελικό σχήμα».

 

Ο «Πάτερ Δομέτιος» ο πιο άγιος της Σκήτης, το παρακάνει: «Η Παναγία μ’ έστειλε στο Όρος. Ο Χριστός με πήρε απ’ το χέρι και μ’ έβγαλε απ’ τον κόσμο τον αμαρτωλό... Ο Θεός με προίκισε με ωραία φωνή για να ψάλλω τροπάρια στην Αγία και μεγάλη Σοφία...» Όξω χιονίζει κι εμείς καθόμαστε στ’ αρχονταρίκι της Σκήτης.

 

Κάποιος άλλος που κατοικεί μέσα μου, σωστό πειραχτήριο, προσπαθεί να με κάνει να γελάσω..., ο αθεόφοβος! «Για κοίτα τόνε τον «πάτερ Δομέτιο», δεν είναι ίδια βαρέλα χιλιάρα; Και το κεφαλάκι του το τοσοδούτσικο, κοίτα πώς το καταπίνει η βαρέλα... Σα να’ ναι ο φελλός... Κοντεύει να βουλιάξει μέσα...»

 

Και σα να μου φαίνεται πως ακούω και τη μυρουδιά του βαρελιού... Κι ακόμα, σα να ξίνισε το κρασί της βαρέλας...

 

Δυο μάτια μεγάλα, σαν αγελάδες, είναι τρυπωμένα στις τετράπαχες κόχες τους. Το άσπρο του ματιού τ’ αυλακώνουνε άταχτα, κόκκινες κλωστές.

 

Κάθε τόσο, χώνει τη χερούκλα του στη τσέπη του ράσου του, βγάζει ένα μπουκαλάκι, πράσινο, πίνει δυο-τρεις γουλιές και το ξαναβάζει ήσυχα ήσυχα στην τσέπη.

 

Για την ώρα –δυο ώρες μιλούμε τώρα- έχει αδειάσει δυο φορές. Το ξαναγεμίζει ο Ανανίας ο υποταχτικός του, όταν θα πάρει την εντολή: «Βάλε φάρμακο».

 

Το φάρμακό του, φαίνεται, το διαλύει με ρακή, ο Πάτερ Δομέτιος, γιατί ακούγεται βαριά, βαριά η μυρουδιά της.

 

Ένα πράμα μου φαίνεται παράξενο: γιατί με πνίγουνε μ’ ερωτήσεις για τη ζωή στον έξω κόσμο, αφού αυτός είναι η μαύρη Κόλαση. Κανένας από τους 8 ασκητές της παρέας δεν έχει μείνει, που να μην έκανε την ερώτησή του.

 

Εγώ τους διηγούμαι διάφορα πράματα απ’ τη ζωή, για τις προόδους των ανθρώπων, για τις γυναίκες τις σημερινές, για θανάτους από πείνα... κλπ.

 

Κι ακούνε χωρίς να σουφρώνουνε καθόλου τα φρύδια τους, τα μπερδεμένα με τα μαλλιά τα λίγδικα του κεφαλιού.

 

Ο πάτερ Ησαΐας, με ρωτά για την πατρίδα του το Βόλο, σαν άκουσε πως έχω πάει εκεί.

 

«Την έχει ακόμα την ταβέρνα στην παραλία ο Κρητικός;». Δεν την ξέρω αυτή την ταβέρνα. Του λέω μόνο, πως στην παραλία δεν υπάρχουνε πια ταβέρνες, παρά πολυτελέστατα εστιατόρια μ’ ευρωπαϊκές επιγραφές, καφενεία με μαρμαρένια τραπεζάκια και ψαθωτές κομψές, καρέκλες. Και πως όλη η παραλία, λάμπει το βράδυ από τα ηλεχτρικά και σου φαίνεται πως βρίσκεσαι σε μεγάλη Πολιτεία.

 

-Ούφ! Τί βρώμες! Τι κόλαση!

 

Έτσι ξεφυσά πότε πότε ο Πάτερ Δομέτιος. Κι ύστερα πάλι: «Έχει και θέατρα είπες; Και πηγαίνουνε και γυναίκες στα καφενεία;». Για να ξαναπεί μέσ’ από τα δόντια του: «Αχ, τι κόλαση Θεέ μου!... Και... επιτρέπεται σ’ όποιον να ’ναι να κάθεται στα καφενεία αυτά που κάθονται και γυναίκες;»

 

-Πώς, του λέω, δεν είναι... οικογενειακά. Οι περισσότεροι είναι ερωτικά ζευγάρια...

 

-Βρωμερό! Βρωμερό!

 

Ώρες, ώρες, υποφέρω τρομερά από φοβερό ξεχείλισμα οίχτου γι’ αυτούς τους υποκριτές.

 

Αν μπορούσα αντίς για οίχτο να νιώθω μίσος, συχασιά, βάρβαρη έχθρητα, θα υπόφερα λιγότερο...

 

Σαν κάτι να πέταξε από μέσα μου και το ’χασα.

 

Κι είμαι μέρες ολόκληρες πνιγμένος μέσα σ’ εξαντλητική λύπη, συχαμερά, σοφά, γερατιά...

 

* * *

 

Δουλειά δεν μπόρεσα να βρω. Στη Σκήτη δε μπορώ να μείνω περισσότερο. Μου το δηλώσανε νέτα σκέτα οι ασκητές.

 

Κι ο Φλεβάρης, άλλη δουλειά δεν κάνει παρά να γεμίζει τις γυμνές, ματισμένες καστανιές με τεχνητούς κάτασπρους ανθούς και τους δρόμους να τους κρύβει, απλώνοντας τεράστιο ολόλευκο σεντόνι...

 

Σ’ όλα τα μοναστήρια, έχω μείνει τη μέρα της «φιλοξενίας», που δικαιούμαι. Τη νύχτα, την τελευταία, πήρα την απόφαση· θα τους δηλώσω πρωί πρωί, πως δέχομαι να γενώ καλόγερος.

 

«Τι μ’ εμποδίζει, σκέφτομαι, μόλις ανοίξει ο καιρός να ράψω τις άκρες του ράσου, να το γεμίσω χορτάρι και ν’ αποχτήσω μ’ αυτόν τον εύκολο τρόπο και στρώμα...»

 

Κανένα άσκημο όνειρο δε μ’ έκανε ν’ αλλάξω απόφαση. Μόλις ξύπνησα, το πειραχτήριο που στρογγυλοκάθισε μέσα μου, με προσφωνά κιόλας: «Άγιε πάτερ».

 

Μούγκρισμα ανθρώπου που πνίγεται ανακατεύεται με στριγγλιές γυναίκας που γεννά, τρυπά τα τζαμένια παραθυρόφυλλα τ’ αρχοντικού, πλημμυράει τ’ αυτιά μου, ξεχειλά, με κάνει κι ανατριχιάζω.

 

Ανοίγω το παραθύρι, της αυλής που είναι κι αυλή της εκκλησιάς. Στον κορμό της παγοφορτωμένης γέρικης καρυδιάς είναι δεμένος με σκοινιά βρεμένα, ένας ολόγυμνος άνθρωπος. Αυτός μουγκρίζει.

 

Τα σκοινιά είναι περασμένα κάτω από τις μασχάλες, απ’ τη μέση κι από τα πόδια κι είναι δεμένα τόσο σφιχτά στον κορμό του δέντρου που ανθρώπινο κορμί και ξύλο έχουνε κολλήσει, έχουνε γίνει ένα κορμί...

 

Με καταπιομένη τη γλώσσα πετάχτηκα όξω. Αρχίζω να φοβάμαι μην... έπαθα τίποτε. Μα ησύχασα λίγο, αφού βλέπω και τους ασκητές μαζεμένους στην αυλή, να μιλούνε ήρεμα ήρεμα, συναμεταξύ τους.

 

Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως έπαθα οφθαλμαπάτη. Μα το μούγκρισμα κι οι στριγγλιές δε μ’ αφήνουν να το πιστέψω κι εξακολουθούνε να σκίζουνε την ομιχλοτυλιγμένη μέρα και την αλαφιασμένη αιμάτινη καρδιά.

 

-Τι γίνεται; Ρωτώ έναν υποταχτικό σιγά.

-Κάνε το σταυρό και μη μιλάς! Θαύμα!

Έτσι μ’ απάντησε.

 

Την ίδια στιγμή, ένας ασκητής, προχωρεί, προς το δεμένο αργά, βαριά, επίσημα, με πρόσωπο σκεπασμένο κι ένα σκοινί διπλωμένο στα δυο, κρέμεται απ’ το δεξί του χέρι, γεμάτο σφιχτοδεμένους κόμπους.

 

Σε θάμα δε μπορώ να πιστέψω. Την πραγματικότητα τρομάζω να την ξηγήσω και στέκομαι ακίνητος, ανίσχυρος και κοιτάζω μόνο.

 

Ο δεμένος είναι ένας νέος, με μούτρο σαν φθισικού, ψηλός με κοκαλιάρικο κορμί. Όπου κι αν τον κοιτάξεις, βλέπεις σφραγίδες πείνας και κατατρεγμού.

 

Ο ασκητής με το σκεπασμένο πρόσωπο τον σιμώνει και στέκεται ακίνητος σαν μαρμαρωμένο φάντασμα μπροστά του. Το μούγκρισμα σταμάτησε και τα μάτια του δεμένου ανθρώπου αστράφτουνε λογιώ λογιώ αστραπές, την ίδια στιγμή: ελπίδα, μίσος, παράκληση, εμπιστοσύνη και τρομάρα, χοροπηδούνε το ίδιο δευτερόλεπτο και χάνονται πίσω απ’ την κόρη του ματιού.

 

Κι ο αέρας έχει σταματήσει, κι οι αναπνοές κοπήκανε. Σιωπή! Μια σιωπή παράμερου τάφου. Μόνο το βουητό της θάλασσας που έρχεται από μακριά κάνει πιο απαίσια και πιο τρομερή αυτή τη γενική σιωπή.

 

Με το βουητό αυτό ανακατεύεται μια φωνή βαριά βραχνή, προστατική, σα διαταγή αξιωματικού σ’ εχτελεστικό απόσπασμα. Και λέει: «Μαρτύρησε!».

 

Ένα κρύο πασπατεύει τη πλάτη μου και με κάνει ν’ ανατριχιάζω.

 

- «Μαρτύρησε κολασμένε...» ξανακούγεται η φωνή, μα άγρια, πιο σκληρή τώρα.

 

Η ματιά του «κολασμένου» είναι καρφωμένη πάνω μου, σα να γυρεύει κάτι γραμμένο στο μέτωπό μου.

 

- Μα τι του ζητά να μαρτυρήσει λοιπόν; λέω δυνατά στο Βαρθολομαίο που στέκεται δίπλα μου, βουβός κι ασάλευτος σα φάντασμα σε μαύρη νύχτα.

 

- Ποιος; με ρωτάει μ’ απορία ανοίγοντας το στόμα και την ίδια στιγμή γεμίζουνε τα μάτια του ερωτηματικά, σα να μην βλέπει τίποτα απ’ ό,τι θωρώ εγώ.

 

Ένας ανεξήγητος τρόμος με συνεπήρε.

 

- Μ’ αυτός ο δεμένος σου λέω...

 

- Κι εμείς δε ξέρουμε τι συμβαίνει. Τον ξέρεις ελόγου σου;

 

- Όχι, του λέω.

 

- Ούτ’ εγώ.

 

- Κι ο ασκητής που του φωνάζει να μαρτυρήσει;

 

- Ποιος ασκητής; Βλέπεις κανέναν ασκητή; μου λέει και τινάζεται τρομαγμένος.

 

- Μ’ αυτός που στέκεται μπροστά του λοιπόν. Δεν βλέπεις; Δε μ’ απάντησε, παρά, γονατίζει και σηκώνει τα χέρια του στον ουρανό σα να προσεύχεται.

 

Ετοιμάστηκα να κάμω το ίδιο, τα γόνατά μου λυγίζουνε, τρεμουλιάζουνε απ’ την τρομάρα, δε με σηκώνουνε.

 

Το διπλωμένο σκοινί που κρεμότανε στο χέρι του σκεπασμένου μυστηριώδικου ρασοφόρου, που πρόσταξε «Μαρτύρησε κολασμένε» ανεβοκατεβαίνει τώρα μ’ ορμή και χτυπάει όπου τύχει, τυλίγοντας το δέντρο και το κοκαλιάρικο κορμί του δεμένου γδυμνού.

 

Κοκκινόμπλαβες στενές λουρίδες ζώνουνε το γδυμνό κορμί. Το αίμα όλο έχει μπλαβίσει τόσο απ’ το μαστίγιο όσο δεν μπλάβισε απ’ το χιονισμένο το βοριά.

 

Ο δεμένος με βραχνή φωνή, μισοπνιγμένου, παρακαλεί: «Λυπήσου με! Έλέος!...»

 

- Μαρτύρησε! ακούγεται πάλι η φωνή του μουτρο-σκεπασμένου.

 

Κοιτάζω γύρω μου. Όλοι οι ασκητές, γονατιστοί παρακαλούνε το θεό, με τα χέρια σηκωμένα προς το συννεφιασμένο ουρανό.

 

- Ψέματα σου είπα, άγιε Παντελεήμονά μου! ψέματα σου είπα! Έλεος! Δεν το βρήκα στην τσέπη μου το ασημένιο κουταλάκι· όχι, ψέματα είπα άγιέ μου, πως δεν ξέρω ποιος το ’βαλε στην τσέπη μου. Συγχώρεσέ με!!

 

Έτσι φωνάζει τώρα ο δεμένος. Το μαστίγιο δε σταματά.

 

Εγώ δεν ξέρω τι να υποθέσω πια, μα θαρρώ πως έχω διάθεση να γονατίσω, να παρακαλέσω τους αγίους να συγχωρέσουνε τη δυσπιστία που είχα... Πίστεψα στο θάμα!

 

- Λύσε με άγιέ μου, θαυματουργέ. Λυπήσου με και θα στο φέρω χρυσό! Θα δουλέψω τζάμπα στην περιουσία σου μεγάλε μου προστάτη!!... μουγκρίζει εξακολουθητικά ο μάρτυρας.

 

Όλοι μαζί οι ασκητές τιναχτήκανε μια στιγμή απάνω μα βήμα δεν κάνανε προς τον τόπο του βασανιστηρίου. Μόνο ο ασκητής με το σκεπασμένο μούτρο που τον μαστίγωνε, βγάζει απ’ την τσέπη του ράσου ένα μαχαιράκι και κόβει τα σχοινιά·

 

Ο δαρμένος δε μπορεί να κάμει βήμα. Δοκιμάζει να περπατήσει μα τα πόδια του, μουδιασμένα όπως θα ’ναι, δεν τον βοηθούνε. Γονατίζει στο ίδιο μέρος και κλαίοντας προσκυνάει τα πόδια του μυστηριώδικου ρασοφόρου. Όλο το κορμί του το δέρνουνε σπασμοί. Μα δε μοιάζει πια κορμί ανθρώπου. Σαν γύψινο άγαλμα μπογιαντισμένο με μπλάβη σκοτεινή μπογιά είναι τεντωμένο χάμω... Έχει λιποθυμήσει. Ο άγνωστος ρασοφόρος, μαζεύει τα σκοινιά και με βήμα αργό, βαρύ, μπήκε στην εκκλησία και χάθηκε.

 

Τώρα οι ασκητές, όλοι μαζί, βοηθούνε τον άνθρωπο να σηκωθεί, μουρμουρίζοντας προσευχές με σιγανή φωνή, που σε γεμίζει τρομάρα...

 

* * *

 

Ντυμένος τώρα, δίπλα στη σόμπα τ’ αρχονταρικιού, διηγιέται πως τη νύχτα, ξημερώματα παρουσιάστηκε ο ρασοφόρος στο υπόγειο που κοιμότανε, τον έδεσε και δεμένο τον έσυρε ως την αυλή και τον έδεσε στο δέντρο, αφού τον έγδυσε πρώτα!

 

Οι καλόγεροι σταυροκοπιούνται και μουρμουρίζουνε λόγια του ευαγγελίου.

Κι ο τιμωρημένος άνθρωπος συνεχίζει:

«Αφού μ’ έδεσε, έψαξε στις τσέπες μου, έβγαλε ένα ασημένιο κουταλάκι και μου το έδειξε. «Γιατί το ’κλεψες απ’ την εικόνα μου;» μου είπε.

«Δεν το έκλεψα του είπα,» κι αλήθεια· δεν θυμόμουνα να το ’χα κλέψει. Ο σατανάς θα σκότισε το μνημονικό μου επίτηδες!!

Τότες αρχίνισε να με δέρνει μ’ ένα σκοινί. Αυτήν την ώρα φτάσατε εσείς κι είδατε τι γίνηκε κατόπιν...

 

- Κι ήταν ακόμα μπροστά σου ο άγιος την ώρα που ήρθαμε; ρωτά ο Ανανίας με μισοτρομαγμένη φωνή.

 

- Ναι, αφού μ’ έδερνε τότε! Αυτός που μ’ έδερνε, αυτός με το πανί το μαύρο που είχε σκεπασμένο το πρόσωπό του... ο ψηλός... μόνο αυτός μ’ έδειρε...

 

- Ο Άγιος Παντελεήμονας!! ακούγεται σχεδόν απ’ όλα τα στόματα.

 

- Κι ο μουσαφίρης τον είδε!! λέει ο Σοφρώνιος και έδειξε εμένα, που κάθομαι σε μια γωνιά και προσπαθώ τώρα και κάμποση ώρα, να μη λέει τίποτε η έκφραση του προσώπου μου.

 

Όλοι μαζί σχεδόν αρχίσανε:

«Τα βλέπεις; επίτηδες άνοιξε τα μάτια σου ο άγιος, για να σου δείξει το θάμα!.,

Να σε κάμει να μετανοήσεις! Βλέπεις; Πως δεν είδαμε τίποτε εμείς; ε;...»

 

* * *

 

Έμεινα κι αυτή τη μέρα στη Σκήτη. Δε με διώξανε.

Ίσως με ξεχάσανε μέσα στη φασαρία που είχανε να ετοιμάσουνε τους ασκητές, που θα βγαίνανε στον κόσμο περιοδεία, για «ζητειά», για το λάδι του καντηλιού της θαυματουργής εικόνας. Ίσως πάλι μ’ αφήκανε για να σκεφτώ ακόμα λίγο, αν έπρεπε να... ασπασθώ το «αγγελικό σχήμα».

 

Μα εγώ, χωρίς να σκεφτώ περισσότερο, άφηκα την επομένη πρωί πρωί τη Σκήτη του αγίου Παντελεήμονα, με πλημμυρισμένη την ψυχή από οίχτο και μίσος, ανακατεμένα, για τον άνθρωπο που τον αποθηριώνει, τον αποχτηνώνει, η λάμψη του χρυσού, η λίγδα του πλούτου...

 

 

Θέλω να γυρίσω πίσω στον κόσμο ζωντανός, να τα καταγγείλω όλα τούτα και γι’ αυτό δεν βγάζω μιλιά...

 

 



4ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA