IV

 

Το καφενείο μας παρουσιάζει σήμερα όψη στρατοπέδου. Παντού βλέπεις την έξαψη την πολεμική. Ως κι οι τοίχοι είναι ηλεχτρισμένοι. Κι ο… μαυροπίνακας. Αυτός δα προ πάντων: διαγραφές γίνουνται, χέρια νευρικά γράφουνε καινούρια ονόματα, μεγαλώνοντας και μικραίνοντας τετραγωνάκια.

            Σε δύο κόμματα έχουνε διαιρεθεί οι εργάτες. Το ένα είναι μ’ αρχηγό τον Τάσο και το άλλο το πιο μεγάλο με το Γιάννη τον Πασά. Εγώ είμαι ουδέτερος. Από καιρό πάψανε να με λογαριάζουνε. Από τότε που μου χρειάστηκε να φορέσω τη μάσκα της ηλιθιότητας…

            Βέβαια, αρκετούς μήνες τώρα τριγυρνώ μ’ αυτή τη μάσκα όπου μου καπνίσει. Μα, να που ο Τάσος, ίσα ίσα σήμερα με χρειάστηκε. Μου κάνει τα παράπονά του. Βρίζει – όσο μπορεί όμως πιο σιγά – το Σαμιώτη. Του άρπαξε λέει τη δουλειά που βρήκε. Και: «Ο Σαμιώτης είναι χαραμοφάης. Δηλαδής δεν είναι αυτή δουλειά, μα όσο και να ’ναι…, περί ψωμί πρόκειται…»

            Κάθε λίγο με ρωτάει: «Κατάλαβες;» Όλο «ναι» του λέω. Κι αυτό δεν του αρέσει πια του Τάσου. Μα αν του πω «όχι» θα με παρατήσει και θα φύγει. Κι αυτό δεν το θέλω, γιατί είναι πολύ ευχάριστο πράμα να σου μιλεί εμπιστευτικά ένας… δυνατός, ένας αρχηγός! Η αφορμή του … πολέμου είναι τούτη μου λέει ο Τάσος. «Ο διάκος Χ., μου ’πε να πάω να δουλέψω… Δηλαδής όχι αμπέλι, αλλά … καταλαβαίνεις … Και το ίδιο θα πληρωνόμουνα σα να ’σκαβα κι αμπέλι … 8 δραχμές … καταλαβαίνεις … Βέβαια βγαίνει κάτι τις. Δεν είν’ έτσι κατάλαβες; »

-          Όχι, δεν κατάλαβα!...

-          Μα μπιτ, κουτεντές είσαι; Πρόκειται περί … τιμής δηλαδής, … Περί αυτός νύφη … κατάλαβες;

-          Κατάλαβα. Του λέω.

-          Άι, δηλαδής είναι ντροπής πράματα αυτά, μα… πρέπει να κάνω το ναύλος μου να του δίνω από δω. Κι ο Σαμιώτης μου ’καμε χαλάστρα. Και θα πάει αυτός … χωρίς λεφτά! Μόνο φαγοπότι και καπνό! Άι, είναι τιμής κι υπόληψης πράματ’ αυτά; Να σου παίρνουνε το ψωμί απ’ το στόμα;… δεν είναι πουτάνα των αντρώνε ο Σαμιώτης;

Περιμένει κάτι να τ’ απαντήσω. Σκέφτηκα πως καλό είναι να τ’ απαντήσω σαν «ηλίθιος» για να σιγουράρω την ιδιότητά μου αυτή, που μ’ αφήνει να θωρώ τόσα παράξενα σ’ αυτό τον τόπο. Και τον ρωτώ αφελέστατα: «Κι άμα θα πας να πιάσεις … δουλειά, θα φορέσεις κι εσύ ράσο;»

-          Άι στο διάολο! μου λέει, μα δεν έχεις κουκούτσι! Να, μήτε … δραμάριο δεν έχεις. Κατάλαβες;

-          Κατάλαβα! του ξαναλέω. Μα ύστερα με το ράσο θα γυρίζεις;

-          Βρε γιατί θα φορέσω ράσο, κουτέντιε; Κι αυτός θα βγάλει το δικό του…

-          Όχι – επιμένω ηλιθιότατα. Εγώ άμα πήγα, μου ’δωκε ράσο και φόρεσα… Κι ύστερα …

Ο Τάσος μένει χασκούμενος μια στιγμή. Ύστερ’ αρχίζει και μου κάνει διάφορες ξετσίπωτες ερωτήσεις. Κοκκινίζω όπως τον ακούω. Μα η μάσκα πρέπει να στερεωθεί… Γι’ αυτό σκύβω το κεφάλι σαν παιδάκι που ντρέπεται και σε κάθ’ ερώτηση τ’ απαντώ «Δε σου λέω. Δε σου λέω…» και χτυπώ πεισματωμένος τάχα, τις παλάμες τω χεριώ μου, σα ναζάρικο παιδάκι…

Ο Σαμιώτης από την άλλη άκρη, ακούγεται να κάνει θεωρία στο κόμμα του μισομεθυσμένος, «περί τι θα πει μπαμπεσιά!» και πως, «ο διάκος είναι καλοπληρωτής!»

* * *

Αυτή τη στιγμή μπήκε μέσα ο αδερφός του Σαμιώτη κι έφερε την είδηση πως πνίγηκε ο Καμπανάρης ο γέροντας.

Μέσα στη στέρνα του περβολιού του, λέει, πνίγηκε.

… Παραπάτησε, γλύστρησε κι έπεσε μέσα. Θα’ τανε και μεθυσμένος, γιατί βρήκανε μεσ’ στη στέρνα και το κανατάκι της ρακής και το φλιτζάνι το πήλινο…

Οι συνηθισμένοι, οι πιο ζωηροί, ενδιαφερθήκανε σοβαρά. Μόνο ο καφετζής ανασήκωσε το κεφάλι του, που το’ χανε καταπιεί οι ώμοι, άκουσε λίγο, μπήκε στο νόημα και ξανάδωκε στους ώμους το ψαρό του κεφάλι να το ξαναρουφήξουνε. Και σώπασε. Τι να πει ο καημένος ο Μήτσος αφού… πνίγηκε; Πάει πια …

Να, άλλη μια περίπτωση για να στερεώσει πιο μαστορικά τη μασκαρέτα του ένας υποκριτής ηλίθιος … Κι εγώ δεν εννοώ να τη χάσω. Όχι! Με κανένα τρόπο. Ας ζητούνε πληροφορίες οι άλλοι «αν έμεινε στον τόπο, αν κλαίνε οι παραγιοί κι αν αξίζουνε πολλές χιλιάδες λοΐγγια τα έχει του».

Πνίγεται το καημένο το Σαμιωτάκι. Δεν προλαβαίνει ν’ απαντάει. Κι έχει δίκιο, μεγάλο δίκιο για την απάντηση που μου ’δωκε: «Μωρέ … βλάκα, εδώ χάνει τη ζωή του άνθρωπος και συ ρωτάς αν έσπασε το κανατάκι όπως έπεσε; Ηλίθιε! Αμ’ δε θα ξανάρθεις εσύ στα σύγκαλά σου αν σε πάνε και στ’ απανεπεστίμεο!»

Έτσι μου είπε. Κι εγώ σαν τι πρέπει να κάμω; Τσιμουδιά δε βγάζω… σκύβω μόνο το κεφάλι, θλιμμένος τάχα φοβερά!...

Κι ο Μήτσος ο Θασώτης τόσκυψε το κεφάλι, μ’ αυτουνού το βαραίνει άλλη συλλοή: του χρωστούσε λέει μεροκάματα απ’ τα’ αμπέλια ακόμα. «Θα του τα δώσουνε άραγες οι κληρονόμοι.» Γι’ αυτό νοιαζότανε ο παμπόνηρος ο Μήτσος. Μα ωστόσο, καθόλου δεν τον θυμάμαι στη δουλειά του μακαρίτη, 20 μέρες που δούλεψα και σ’ αυτόνε. Αλλά … σιωπή ηλίθιε! Ακούς; Σιωπή … Μπορεί και να’ τανε. Ένας ηλίθιος δε μπορεί να θυμάται! Αυτό έκαμα.

Και σιωπηλός, ήσυχος σαν καλόβολο σκυλάκι ακολουθώ τους άλλους στο σπίτι του πεθαμένου.

* * *

Καθώς κατρακυλούμε στο χιονισμένο δρόμο από τις Καρυές προς του Κουτλουμούση και βλέπω τους συντρόφους μου να τρέχουνε και τα κουρελιασμένα σακάκια τους να τα ανεμίζει ο βοριάς, να μπερδεύει τις λουρίδες τους με τα μαλλιά του κεφαλιού μού κάνουνε την εντύπωση πως είναι πεινασμένα που ’χουνε μυριστεί ψοφίμι κάπου κοντά.

Κόσμος και κόσμος τρέχει να δει τον πεθαμένο. Εδώ είναι κι η αστυνομία. Οι δύο παραγιοί καμιά πενηνταριά χρονώ, στέκουνται κι αυτοί κοντά και το μέτωπό τους το χαράζει η αλαφριά ζαρωματιά της οδύνης. Την ίδια στιγμή ρυτίδα βλέπω και στο μέτωπο του Μήτσου Θασώτη. Μ’ αυτός είναι πονηρός … Επίτηδες το ’χει έτσι ζαρωμένο το μέτωπό του.

Δε μπορώ να σιμώσω στη στέρνα, να δω κι εγώ τον πεθαμένο. Όλοι σπρώχνουνται πεισματικά νευριασμένοι σα να προσπαθούνε να σκαλώσουνε σε αθηναϊκό τραμ.

Περιορίζομαι το λοιπόν να παρατηρώ ό,τι μου καπνίσει ώσπου να ’ρθει κι η δική μου σειρά. Κι οι παραγιοί όμως, πίσω – πίσω στέκονται. Οι κόχες των ματιών τους είναι κόκκινες, πρησμένες.

Τα μάτια τους, τη μια αδιάφορα, την άλλη τρομαγμένα, φαντάζουνε να μην είναι στις δικές τους κόχες μέσα. Πρησμένη κόχη κι αδιάφορο μάτι! …

Πότε-πότε γυρίζουνε προς τα πίσω, σκουπίζουνε τα μάτια τους σα να ντρέπουνται τον κόσμο για τα δάκρυά τους. Ξαναγυρίζουνε μπρος, χώνουνε τα χέρια τους στις τσέπες του ράσου και στέκουνται κόκκαλο! Μα σα να μου φαίνεται πως είναι πιο πολύ δακρυσμένοι μετά από το σκούπισμα…

Μέσα στα παπούτσια τους τα δάχτυλα θα μετακινιούνται νευρικά, γιατί θωρώ το δέρμα του παπουτσιού να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει…

«Γιατί, μα γιατί λοιπόν να μην κλάψω κι εγώ; Δεν είναι λίγο ντροπή να μη βγαίνει δάκρυ σε μια τόσο θλιβερή στιγμή;» έτσι μαλώνω με τον εαυτό μου.

Γυρίζω λοιπόν κι εγώ πίσω μου, τρίβω με το χέρι μου τα μάτια καλά-καλά, ώσπου με τσούξανε τα βλέφαρα. Κι όταν γυρίζω πάλι μπρος, τα χέρια μου τα στρίβω νευρικά μέσα στις τσέπες του παντελονιού, τα σφίγγω σε γροθιές, τα ξαπλώνω, τα κουβαριάζω, ξαπλώνω και το δέρμα των παπουτσιών μου ανεβοκατεβαίνει με την πίεση.

Έτσι έκλαψα κι εγώ το γέροντα. Και έτσι πρέπει να κλαίει ένας ηλίθιος που πρέπει να κάνει σα μαϊμού, ό,τι κάνουνε κι οι άλλοι… Μα … έτσι πρέπει να κλαίει κι ένας που είναι χαρούμενος για το θάνατο του άλλου…

Μια σκέψη άστραψε στο μυαλό μου τούτη τη στιγμή. Ντρέπουμαι βέβαια λιγάκι που μπορώ να σκέφτομαι κι άλλα πράματα εχτός απ’ τον πεθαμένο, μα τι να κάνω; Αφού μου ήρθε;

Ναι. Τούτο σκέφτηκα: ο άνθρωπος ο άγριος, όταν πρωτοτύλιξε το κορμί του με ρούχα το’ καμε άραγες αναγκασμένος απ’ τις καιρικές μεταβολές ή είχε αρχίσει να σκέφτεται κακά πράγματα για τον «πλησίον» του κι ήθελε να κρύψει τη σκέψη του;

Τι σχέση έχει η γύμνια με τη σκέψη; Χμ, εδώ είμαστε. Ας με γυμνώνανε μένα που … έκλαιγα και θα βλέπαμε αν δε με παίρνανε με το σκουπόξυλο, όπως θα βλέπανε τα δάχτυλα των ποδαριών μου να τα κουβαριάζει και να τ’ απλώνει και να τα βάζει να παίζουνε μια ανεξήγητη χαρά…

Δεν θέλω να πω για τα ποδάρια των παραγιών του γέροντα. Θεός φυλάξει! Αυτά ήτανε … ακίνητα, μαραμένα σαν όλο το κορμί. Το δέρμα του παπουτσιού θα φούσκωνε μόνο του!

Μα … Ουφ, όλ’ αυτά είναι αρλούμπες. Βρήκα τόπο και στέκομαι κοντά στη στέρνα. Ο γέροντας κείτεται ανάσκελα ακόμα. Περιμένουμε το γιατρό για τα τυπικά και δεν τον αγγίξανε. Τα μάτια του, γουρλωμένα άγρια, σαν να προσπαθούνε να τρυπήσουνε τον ουρανό για να βρούνε το Θεό. Το κεφάλι του είναι όλο λάσπες κι αίματα.

Ώστε μπορεί και με το χτύπημα στο νερό να σπάσει το κεφάλι του ανθρώπου; Πόσο αδύνατο, πόσο ευκολόσπαστο πραματάκι το κεφάλι του ανθρώπου! Ένας βόλος ζάχαρη είναι πιο στερεός! Και το αίμα έχει τρέξει στο δεξί του το μάγουλο κι έχει πήξει. Μια πηχτή κόκκινη γραμμή τρυπώνει στα ψαρά λασπωμένα γένια…

Ο Μήτσος ο Θασώτης με σίμωσε και μου δείχνει κατά τα πόδια του νεκρού το κανατάκι και σε μια γωνιά το πήλινο φλιτζάνι. «Δε σπάσανε» μου λέει.

Στην αντικρινή πλευρά της στέρνας στέκεται ο Γιάννης ο Σαμιώτης και με τα χέρια στις τσέπες σφίγγει στο κορμί του το σακάκι τόσο που κοντεύει να ξηλώσει.

-          «Σε τι νερό πνίγηκε;» τον ακούω και ρωτά τον «πάτερ» Κοσμά.

-          «Μα γι’ άνθρωπο θαρρείς πως σε λογαριάζουνε μωρέ αλήτη και περιμένεις κι απάντηση;…»

-          Έτσι μουρμούρισε, πολύ σιγά ο Μήτσος, όπως είδε τον «πάτερ Κοσμά» να γυρίζει τις πλάτες στο Σαμιώτη χωρίς να του δώσει απάντηση.

Δύο μέρες έχει τώρα να χιονίσει. Κι όμως στον πάτο της στέρνας έχει ακόμα χιόνι εδώ κι εκεί, ανακατεμένο με λάσπες …

«Μα, όχι· εγώ ένας ηλίθιος δε θα ’χω δίκιο.. Σιωπή! Ας ήτανε η στέρνα γιομάτη νερό. Κι ας μην έλιωσε το χιόνι! Κι αν έλιωνε; Τι θα κέρδιζε ένας ηλίθιος;»

Έτσι μαλώνω τον εαυτό μου κάθε που ετοιμάζεται να κάμει καμιά ηλίθια ανακάλυψη. Μα όχι για τίποτ’ άλλο, παρά για να μην κουβαριάζει ύστερα τα δάχτυλα των ποδαριών του, μπροστά στο νεκρό…

-          Κι ήτανε γερό μαντέμι! Τον θυμάστε στα νιάτα του; ρωτάει ο γέρο Αβέρκιος και κουνάει θλιμμένα το κεφάλι.

-          Και θαλασσινός! Έτσι του ήτανε γραφτό: το νερό να τον καταπιεί! Ξαναείπε ο πρώτος.

Ο γιατρός πιστοποίησε ότι είναι «θάνατος εκ πνιγμού εν ύδατι».

Οι παραγιοί τον πήρανε απ’ τη στέρνα για τη συνέχεια …Μ’ αυτή τη συνέχεια δε μπορώ να την παρακολουθήσω, γιατί βιάζομαι να πάω στο Πρωτάτο.

Το διαμονητήριό μου θέλει ανανέωση και πρέπει να πάω σήμερα που συνεδριάζει η Επιτροπή.

Μα ένας ηλίθιος δεν μπορεί να ξέρει πως του χρειάζεται διαμονητήριο…

Δύσκολη δουλειά ο ηλίθιος! Μπα! Ορισμένως πρέπει να θαυματουργήσει κανένας άγιος Παντελεήμονας ξαφνικά για να πετάξω από πάνω μου το φορτίο του υποκριτή.

Είμαι τρομερά στεναχωρημένος. Πηγαίνω μα δεν ξέρω αν δεν γυρίσω απ’ τα μισά του δρόμου.

Ο κεντρικός δρόμος των Καρυών είναι έρημος. Ψυχή δεν φαίνεται. Μονάχα καμινάδες ξεφυσούνε καπνό, νυσταγμένα. Και η φωνή του αστυνόμου ακούγεται άγρια μέσα στην αστυνομία. Φοβερίζει κάποιονε. Μα ο ηλίθιος δεν πηγαίνει να δει ποιόν φοβερίζει και γιατί ο αστυνόμος. Όχι. Πάει μόνο να δει μήπως θυμώνει επειδή … η στέρνα που πνίγηκε ο Καμπανάρης, δεν είχε στάλα νερό, παρά μόνο λάσπες. Λίγες λάσπες…

Και να’ μαι, σαν κόκορας στη μέση του γραφείου.

Δίπλα μου ο «πάτερ Ευθύμιος», κατατρομαγμένος παρακαλεί τον αστυνόμο να μην του κάνει κακό.

«Δε θα ξαναπουλήσει ρακή!»

-          Τι θέλεις εδώ; Εμένα ρωτάει ο αστυνόμος που πολλές φορές με σταματούσε στο δρόμο και γελούσε με τις ηλιθιότητές μου.

-          Να τη γεμίσω κυρ’ αστυνόμε, τη στέρνα νερό;

-          Τι κακό σου καιρό λες πάλι εσύ; Και γύρισε αλλού το κεφάλι του.

-          Λοιπόν, πόσες ταμιτζάνες ήτανε η ρακή πούδωκες;

-          Έξη, κυρ’ αστυνόμε … Φοβισμένα πληροφορεί ο «πάτερ Ευθύμιος» ο Λαυριώτης …

-          Καλά. Έχεις άλλη;

-          Όλη στα πιθάρια είναι. Στάλα δε λείπει. Τέσσερα πιθάρια σφραγισμένα.

-          Όλη εσύ τη βγάζεις; Απ’ τ’ αμπέλια σου κι απ’ τις κουμαριές σου είναι όλη;

Μα ο «πάτερ Ευθύμιος» σκέφτεται. Μπορεί να μη θυμάται. Μπορεί όμως και να την έβγαλε τ’ αμπελάκι του, πούχει στην αυλή…

-          Ώστε λαθρεμπόρια ρακής τώρα έ; Παρατήσαμε το τσιγαρόχαρτο κι αρχίσαμε τη ρακή! Καλά! Πήγαινε…

Μα ο «πάτερ Ευθύμιος» κάτι θέλει να παρακαλέσει. Αναμασάει, στεναχωριέται, μπλέκει τα χέρια του, γιομίζουνε τα μάτια του αμηχανία.

-          Πήγαινε λοιπόν! Θα τα κανονίσω… Αυστηρά προστάζει ο αστυνόμος και κοιτάζει άλλονε.

-          Και συ «πάτερ Ανανία»; Τι είναι πάλι αυτά; Δεν ντρεπόμαστε λίγο;…

Μα ο «πάτερ Ανανίας» τον κοιτάζει στα μάτια και δε μιλεί. Φαίνεται πως… «δεν ντρεπόμαστε λίγο».

-          Σε ποιους έδωκες απ’ αυτό το ψοφίμι; Έ; Αγριεύει ο αστυνόμος! …

Άνοιξε το στόμα του ο «πάτερ Ανανίας» αράδιασε κάμποσα καλογερίστικα ονόματα κι ύστερα λέει: «Μα κανενούς δεν πήρα λεφτά!».

-          «Σιωπή!» Διατάζει ο αστυνομικός αγριεμένος. «Έχεις και μούτρα … Σου χαριστήκαμε μια, δυό, δέκα… Ξεχάσαμε τόσες και τόσες βρωμοδουλειές σου, μα εσύ είσαι αδιόρθωτος. Γι’ αυτό θα τα πλερώσεις τώρα μαζεμένα» Άγιος άνθρωπος – συνεχίζει ειρωνικά – να μη φοβάται το Θεό τουλάχιστο, να μη ντρέπεται να πουλάει ψοφίμια να … ξεκάνει ανθρώπους…

Μιλιά ο Ανανίας. Σούζα στέκεται. Μα εγώ δε σκέφτομαι τώρα να σταθώ καθόλου σούζα…

«Κι εγώ έφαγα γουρουνάκι κυρ αστυνόμε! Μου ’δωκε ο γέροντας …»

Ξαφνιαστήκανε κι οι δυο τους. Ασφαλώς βέβαια δε ντραπήκανε. Ούτε με φοβηθήκανε. Μόνο που νομίζανε πως είχα φύγει.

-          Δεν έφυγες ακόμα;… ώστε τον τάισες κι αυτόνε; Του το πλέρωσες μωρέ;

-          Όχι κυρ αστυνόμε, εγώ δεν έχω λεφτά. Τον κήπο του’ σκαψα.

-          Πόσες μέρες μωρέ;

-          Δυο! Κι έφαγα και τις δυο γουρουνάκι.

Κάνω πως είμαι χαρούμενος. Γλύφω και τα χείλια μου κι ας έχω διάθεση να φτύσω.

-          Κι αυτός έφαε βρε;

-          Δεν ξέρω. Θα ’φαε. Εμύριζε κυρ αστυνόμε σαν το μόσχο. Εγώ με τον παραγιό του έφαγα! …

Ο πάτερ Ανανίας άλλαξε θέση τώρα. Ανησύχησε φαίνεται.

Μα εγώ, λαβαίνω εντολή να … στρίψω. Και στρίβω μουρμουρίζοντας: «Όλο ξύγκι ήτανε, όλο ξύγκι! …»

            Πώς θα ξεχάσω να δένω τη μάσκα! Πολύ φοβούμαι μην τη συνηθίσω, να θέλω να τη φορώ σ’ όλη μου τη ζωή…

* * *

Στην πόρτα του Πρωτάτου συνάντησα τον «άγιο Ξηροποτάμου». Καλός άνθρωπος. Εδώ στέκεται τώρα κάμποση ώρα κι ακούει τις φλυαρίες ενός ηλιθίου, για το τι τον ονείρεψε η Παναγία, για το τι σκέφτεται να κάμει σα θ’ αγοράσει κι αυτός ένα περβόλι…

Όλο γελάει καλοκάγαθα και πότε πότε μου χτυπάει τον ώμο. «Μπράβο. Καλά … έτσι μπράβο … Πήγαινε τώρα…»

Έτσι μου είπε και ξεκίνησε να μπει μέσα. Κίνησα κι εγώ ξοπίσω του. Και ξαναστέκεται στην πόρτα.

Χμ, πιο πολύ φυλάει την πόρτα παρά που ακούει … Μπορεί να μην ακούει και καλά.

-          «Φύγε γέροντα να μπω μέσα». Έτσι του είπα ήσυχα ήσυχα, χωρίς να σουφρώσω καθόλου το πρόσωπο.

-          Τι θέλεις μέσα; Τι θα κάνεις; Όχι, τώρα δεν κάνει να μπεις. Μαλώνει ο σερδάρης. Ε! μπάρμπα Βαγγέλη.

Ο φύλακας ήρθε. Κι εγώ με το ίδιο γαλήνιο κι ασάλευτο πρόσωπο, το ίδιο μαλακά, ήσυχα, εξηγώ, πως ήρθα να ζητήσω να μου δώσουνε ένα ράσο… διάκου! Τώρα όμως ο γέροντας άκουσε καλά!

-          Τι θα το κάνεις; με ρωτάει γελαστός.

-          Θα το φοράω να πηγαίνω να κοιμούμαι στα μοναστήρια, γιατί χωρίς ράσο δε μ’ αφήνουνε πια. Το χαρτί μου δεν το θέλουνε. Θέλουν, λέει, ράσο να φορέσω.

Το κατάλαβε καλά ο άγιος επίτροπος, πως πρέπει να μου το ανανεώσουνε το διαμονητήριο. Ωστόσο μου υποσχέθηκε πως αργότερα θα μου βρει και το ράσο του διάκου.

Με πήρε μέσα. Στάθηκα με τους σερδάρηδες στο διάδρομο.

Τι κοιμισμένοι άνθρωποι που είναι! Όλη την ώρα χασμουριούνται. Και να δείτε πόσο άσκημη αντίθεση παρουσιάζουνε, φουστανέλα μ’ άρματα στη μέση και να νυστάζει το κεφάλι που ξεπροβάλλει απ’ την κατάλευκη στολή!...

Σε πέντε λεπτά μου το’ φερνε το καινούριο το διαμονητήριο. Μπορώ ένα μήνα ακόμα να σκαλίζω τους κοπρόλακους του περβολιού της Παναγιάς…

Ένας σερδάρης έφτασε τούτη τη στιγμή, λαχανιασμένος. Κάτι είπε κρυφά το Βαγγέλη τον αρχισερδάρη.

Δεν ξεκαθάρισα όμως τίποτε. Κατάλαβα μόνο πως πετύχανε να πιάσουν κάποιον που κυνηγούσανε.

Στο μυαλό μου, δεν ξέρω γιατί, στριφογύρισε μια στιγμή η εικόνα του Σπύρου. Κι όμως δεν ήτανε αυτός γιατί άκουσα και τ’ όνομα, Ανατόλιος.

-          Είναι βέβαιο; ρωτά ο Βαγγέλης κατάπληχτος.

-          Βεβαιότατο! Το μαρτύρησε. Τ’ απαντάει ο νιοφερμένος. Κι ύστερα γυρίζει σε μένα και μου λέει μισοθυμωμένος:

-          Ε, πάλι εδώ του λόγου σου; Τράβα μη σε γκρεμίσω απ’ τη σκάλα…

-          Εμένα μου είπε ο γέροντας πως θα μου δώσει και ράσο! … έτσι τ’ απαντώ στην απειλή ατάραχος, αγέλαστος κι αργά-αργά κατεβαίνω τη σκάλα.

-          Ψώνισες φουκαρά μου για καλά, εδώ που πρόκοψες να ρθεις κι εσύ!...,

Αυτά άκουσα να λέει. Μα δεν τα λέει με κακία, αλλά με φανερή, βαθύτατη συμπόνια…

* * *

Όλη την ημέρα τριγυρνώ, σε σπίτια, σε κελιά, σε μοναστήρια, σε μαγαζά, παντού τρυπώνω. Κανείς δε μου δίνει σημασία. Και σε κάθε μέρος κάτι ακούω.

Κάποιο καινούργιο κοπρόλακο αδειάζουνε κι αισθάνομαι ευχαρίστηση από τη βρώμα, που ικανοποιεί την περιέργειά μου…

Στιγμές στιγμές, τους λυπούμαι, τους πονώ πολύ, τους άγιους ασκητές. Μ’ άλλες στιγμές πάλι ο οίχτος που είναι χειρότερος από χίλιες βρισές, με πλημμυρά για λογαριασμό τους.

Παντού μιλούνε για τον Καμπανάρη. Μα ο Παπαβασίλης, σα να το ’χει πάρει δικό του ζήτημα, προσπαθεί με ζήλο να διαφωτίσει όσο πιο καλά μπορεί τους γεροντάδες που κάθονται στο μαγαζί του.

Και μένανε όμως δεν πρέπει να μ’ αφήσει αχρησιμοποίητο. Μια και η τρέλλα ή η ηλιθιότητα, έχουνε σφραγισμένα τ’ αυτιά μου, πρέπει τουλάχιστο τα χέρια μου να  μη στέκονται κρεμασμένα για το λούσο. Μου ’δωκε ένα σωρό εικονισματάκια, σταυρούς, κουταλοπήρουνα σκαλιστά, να τα σκουπίζω από τις σκουριές και τις σκόνες…

Μ’ έβαλε και κάθομαι κοντά του. Όχι γιατί φοβάται μην του κλέψω τίποτε… Όχι· έτσι για να μ’ οδηγάει στη σπουδαία αυτή εργασία…

Κάνω ευσυνείδητα τη δουλειά μου. Κι ο παπα-Βασίλης τη δική του.

Έτσι μου’ ρχεται πότε-πότε, να σηκωθώ και να φωνάξω: «Ακούω! Και καταλαβαίνω!» Προτίμησα όμως να δω αν η μάσκα μου είναι στερεά προσαρμοσμένη στο πρόσωπό μου. Κι αντίς να πω νευρικά: «Ακούω!» λέω ατάραχα στον άγιο Παπα-Βασίλη τον έμπορα: «Γέροντα, άμα θα βρω ένα σταυρό που νάχει κι από τις δυο μεριές το Θεό, θα μου τόνε χαρίσεις;…»

-          Ναι, μου λέει σώπα όμως τώρα! Άμα μιλούνε οι γεροντάδες, δεν κάνει να μιλάς εσύ…

Μόνο η γλώσσα μου τον ενοχλεί το γέροντα! Τ’ αφτιά μου τάχει ξεγραμμένα απ’ των αισθήσεων το χορό…

Καημένε γέροντα! Πού να ξέρεις πως αυτά τ’ αφτιά, αυτά τα χαλασμένα τηλέφωνα, που νομίζεις, κλέψανε όλα τα μυστικά της υπόθεσης του μακαρίτη του Καμπανάρη. Και πως σ’ αυτά χρωστώ την πάρα κάτω ιστορία:

«Κάθε γέροντας που ’χει τον τρόπο του νοιάζεται πολύ και για την καλοζώησή του. Κι ο Καμπανάρης ήταν απ’ αυτούς.

Είχε κι αυτός τον πράχτορά του στη Θεσ/νίκη για τις διάφορες προμήθειες. Τον πράχτορά του τόνε λένε «Κουλογιάννη». Και κάποιο παιδάκι που του προμήθεψε τώρα και κάμποσα χρόνια, το λέγανε Ανατόλιο. Αυτό είναι τ’ αγιορείτικο όνομα, το κοσμικό δεν το ’μαθα. Έμαθα όμως πως η μάνα του είχε αυτό κι ένα ακόμα παιδί που το λέγανε Αριστείδη. Άκουσα και τ’ όνομα της πατρίδας του: Σαμαρίνα. Φτωχός άνθρωπος ο πατέρας του παιδιού. Η φτώχια τον έδιωχνε απ’ το σπίτι του και τον κρατούσε διαρκώς σχεδόν όξω, με ψευτοεμπόρια του ποδαριού. Στη γυναίκα του έστελνε όποτε μπορούσε λεφτά. Γράμμα όχι. Μπορεί αυτή να μην ήξερε να το διαβάσει… Μόνο κάποιο καιρό, τώρα και 8 χρόνια, της έγραψε δυό γράμματα απ’ την Αθήνα, μέσα σε δυο μήνες. Με το ένα ζητούσε τον Αριστείδη κοντά του, για να τον «βάλει στο μεγάλο το σκολειό», και με το άλλο τον Ανατόλιο. Έστειλε κι άνθρωπο και τις δυο φορές. Τα παιδιά θα τα ’κανε, έλεγε, μεγάλους ανθρώπους, ίσως και μεγάλους μηχανικούς, όπως θα τα ’βαζε στο μεγάλο το σκολειό. Ύστερα από τρεις μήνες, πήγε κι ο ίδιος κοντά στη γυναίκα του. Μα … η πρώτη του δουλειά ήτανε να ζητήσει τα παιδάκια του να τα φιλήσει, να τα καμαρώσει! Κι η γυναίκα του τα … ζητούσε απ’ αυτόνε! … Κι ύστερα πιάσανε και οι δυο μαζί, απελπισμένοι χώρες και βουνά και ζητούσανε τα παιδιά τους από ληστές, από κακούς ανθρώπους, από μνήματα κι από σπηλιές… Κι οι ληστές κλάψανε μαζί με τους δυστυχισμένους γονιούς…

«Μα μ’ όλα τα δάκρυα, μ’ όλες τις προσευχές, γυρίσανε πάλι μόνοι πίσω στο ερημωμένο τους το σπιτάκι. Ο πατέρας, δε χρειάστηκε να ξαναξενητευτεί για το ψωμί του σπιτιού του. Γίνηκ’ ο ίδιος τροφή στα σκουλήκια του τάφου! Κι η μάνα, όλη την ώρα, σα σβούρα έτρεχε, με ξέπλεκα μαλλιά, ξεσκισμένα ρούχα, ρεμένα αναιμικά μάγουλα και κυνηγούσε, με γυμνά ματωμένα πόδια, κάποιον αόρατον εχθρό, τον κλέφτη των παιδιών της. Και κανένας δεν τολμούσε να σταθεί στο δρόμο της επικίνδυνης τρελής. Μόνο μια μέρα ύστερα από 9 ολάκερα χρόνια, ένας νέος ρασοφόρος που τον λέγανε Ανατόλιο, τη σταμάτησε στο δρόμο, την αγκάλιασε, τη φίλησε κλαίοντας και την έλεγε «Μητέρα!» Κι αυτή παράτησε τον αόρατο εχθρό που χρόνια κυνηγούσε κι άρχισε να κυνηγάει τον άνθρωπο που της ξανάλεγε μια λέξη παλιά: «Μητέρα». Όλο το χωριό μαζεύτηκε και τους χώρισε. Κι όπως τους κρατούσανε χώρια-χώρια, παλαίουνε σα θεριά, σα λυσσασμένα θεριά, να ξεφύγουνε ο ένας για ν’αγκαλιάσει, να κλάψει, να φωνάξει πάλι «Μητέρα!» Κι η άλλη για να ξεσκίσει, να ρουφήξει αίμα να θανατώσει!…

«Μα ο νέος ρασοφόρος, μια μέρα, πήρε πάλι το δρόμο κι έφυγε από το χωριό, ξέροντας πολύ καλά αυτή τη φορά, για πού πήγαινε. Κάτι είχε μάθει απ’ τους χωριανούς και μια ιστορία, ή καλύτερα η αρχή μιας ιστορίας λίγο σκοτεινής ξεδιαλυνότανε μέσα στο μυαλό του, και τον έκανε να διψάει αίμα, αίμα κι εκδίκηση…

«Ο δρόμος τον έβγαλε στο Άγιον Όρος. Τράβηξε ίσα στο σπίτι του Καμπανάρη, του παλιού του γέροντα, που τον τυράννησε μέρα και νύχτα, 8 χρόνια. Και… τον σκότωσε. Κι οι καλόγεροι θελήσανε να τον σκοτώσουνε και … δεύτερη φορά. Γι’ αυτό τον πετάξανε μέσα στη στέρνα, που … που δεν είχε στάλα νερό. Κι οι αρχές πιστοποιήσανε τον «εκ πνιγμού θάνατον!»…

Κι ο παπά-Βασίλης ο έμπορας, μου χάρισε το σταυρό που του ’δειξα πως έχει κι απ’ τις δυο μεριές Θεό!...

Ένα σωρό πράματα ξεσκόνισα. Και πρόσεχα να μην πηγαίνουνε οι σκόνες στη μύτη μου… Φτάνουνε οι βρώμες που τρυπώνουνε μέσα μου, από τα ορθάνοιχτα τ’ αφτιά μου.

Ο παραγιός του παπά-Βασίλη, ο Φάνης, σκουπίζει όλη την ώρα τα πάνω διαμερίσματα του σπιτιού. Ακούω τη σκούπα να σέρνεται αργά στο πάτωμα και σκέφτομαι πως θα ’χει κουραστεί πια ο Φάνης. Ο γέροντας θα την ακούει κι αυτός και φωνάζει:

«Η τεμπελιά σ’ έπιασε Φάνη; Κάνε γρήγορα, γιατί πρέπει να πας και για ξύλα».

Τώρα δεν ακούγεται η σκούπα. «Μπορεί να τέλειωσε». Έτσι θα σκέφτεται ο άγιος έμπορας. Μα εγώ τον παραγιό του τον βλέπω στη μεσόπορτα που χωρίζει ο μαγαζί απ’ το μέσα διαμέρισμα, πίσω από τον παπά-Βασίλη. Στέκετ’ εκεί, ψηλός, λιγνός, σα σταροκαλαμιά με γλυμμένα μάγουλα και θλιμμένη ματιά. Μου γνέφει πως θέλει να μου πει. Ξέρω τι θα μου πει.

Μα δε σκέφτομαι εγώ αυτό. Καθώς τον βλέπω κάτι μου’ ρχεται στη μνήμη μου. Κάποιο πορτάκι ανοιγοκλείνει και βλέπω να’ χουνε στελειώσει ξέφρενο χορό, σ’ ένα νησιώτικο χωριό, τα πιο χαρούμενα παιδικά μου χρόνια…

Με τρόπο τον σιμώνω. «Να πω στο γέροντα να μου δώσει λίγο ψωμί να του το δώσω κρυφά!»

Αυτό ήθελε να μου πει ο Φάνης. Το ’ξερα. Πολλές φορές, τον καιρό που τους δούλευα στ’ αμπέλια μου’ χε πει το ίδιο πράμα.

Μα εγώ, όχι. Δεν μπορώ να το ξαναπώ στον παπά-Βασίλη. Φιλώ τα χέρια των γεροντάδων, «Ευλογείτε!» τους λέω.

-          Ο Κύριος να σ’ ευλογήσει.

Και φεύγω. Δε μπορώ Φάνη. Καθόλου δε μπορώ! Έτσι λέω μέσα μου θυμωμένος, γιατί δεν το λέει ο ίδιος. Απ’ την πόρτα ξαναγυρίζω.

-          Γέροντα! Θα μου δώσεις λίγη «πίτα» αν έχει ευλογία;

Έτσι ήλθε να τα λέω! Μα… πίτα δεν έχει, φαΐ να τρώγω. Όχι ψωμί ξερό! Έτσι μου είπε.

Κι είναι κιόλας ώρα να τρέξω στο μοναστήρι του (Κουτλουμούση) να καθήσω στην τράπεζα.

Αυτή την πληροφορία μου ’δωκε ο παπα-Βασίλης, μαζί με το σταυρό με τους δυό Θεούς…

Το μοναστήρι του (Κουτλουμούση) είναι κοινόβιο. Σ’ ένα στενόμακρο διαμέρισμα γιομάτο εικόνες, είναι η τράπεζα: ένας πελώριος στενόμακρος πάγκος.

Γύρω απ’ αυτόνε κάθουνται καμιά τριανταριά καλόγεροι και τρεις κοσμικοί προσκυνητές.

Σε μια γωνιά μπρος σ’ ένα αναλόγιο, ένας νέος καλόγερος διαβάζει δυνατά, μονότονα, όλη την ώρα του φαγητού, για τα βάσανα των διαφόρων αγίων.

Αυτό γίνεται για να μην ξεχνιούνται στο φαγητό οι άγιοι πατέρες! Έτσι θα μοιάζανε με τους κοσμικούς και με τα ζώα…!

Όλοι σκυφτοί στα πιάτα τους ακούνε… Αυτό είναι βέβαιο πως ακούνε…

Ωστόσο πολλοί απ’ αυτούς τρώνε βιαστικά και απ’ την πολλή βιασύνη τους ξελαχανιάζουνε γουρλώνουνε τα μάτια τους και τα γένια τους δεν προλαβαίνουνε να πηγαίνουνε και να’ ρχουνται πέρα δώθε.

Καθώς τους βλέπω να τρώνε θυμούμαι τα σκυλιά που βιάζουνται ν’ αρπάξουνε το κομμάτι το ψωμί, που τους πετάξανε για να τα πιάσουνε. Κι όσο θωρούνε να τους σιμώνει ο άνθρωπος με το σκοινί, για να προλάβουνε, ανοίγουνε τόσο το στόμα τους, που λες και σκίζεται και φαρδαίνει. Γουρλώνουνε τα μάτια και τα σάλια τρέχουνε ασυγκράτητα. Μα είναι κι άλλοι πατέρες που δεν μου θυμίζουνε καθόλου τα σκυλιά.

Αυτοί μοιάζουνε με χωριατοπούλες νυφούλες, ντροπαλές, που λες και δεν ανοίγει το στοματάκι τους παρά μονάχα με τη μυρουδιά του φαγιού προσπαθούνε να χορτάσουνε…

Όμως σ’ αυτούς παρατηρώ, ολοκόκκινα, πρησμένα μάγουλα. Φλύαρα πρησμένα.

Το κάθισμά τους το’ χουνε πιο πίσω απ’ τους άλλους, γιατί η κοιλιά τους πιέζεται πολύ στον πάγκο!

Αντίθετα κανένας απ’ τους πρώτους που μοιάζουνε με τ’ αλητόσκυλα, δεν έχει κοιλιά και κόκκινα μάγουλα…

Όπου κι αν πας, τέλος πάντων, τα ίδια πράματα θωρείς: παπά-Βασίληςδες και Φάνηδες, Φάνηδες και παπά-Βασίληδες…

Από άλλες φορές ξέρω, πως αν θέλω να μη μείνω νηστικός, πρέπει να τρώγω κι εγώ σα σκυλί και να μη νοιάζομαι για τα βάσανα του Αγίου Αντωνίου, που μου αραδιάζει ο διαβαστής…

Μόλις τελειώσει ο διαβαστής, θα σηκωθεί ο ηγούμενος. Κι αυτό στη στρατιωτική γλώσσα, λέγεται «Αλτ!»

Όλοι πρέπει να σηκωθούνε. Θα μπούνε στη γραμμή και θα πάνε στην εκκλησιά, για το πλυνοδόντιον. Τί είναι το πλυνοδόντιον; Ένα κατοσταράκι κοκκινέλι! Ίσα για να ξεπλύνουνε τα δόντια!

Ύστερα πάνε να κοιμηθούνε. Να ησυχάσουνε.

Στο πλυνοδόντιον δε μας καλούνε εμάς τους κοσμικούς. Δεν επιτρέπεται! Εμείς έχουμε… τους οδοντογιατρούς.

Ένα πράγμα ήθελα να ρωτήσω:

«Γιατί καπνίζουνε οι καμινάδες μόλις γυρίσουνε στα κελιά τους οι ασκητές. Μονάχα μια καμινάδα δεν πρέπει να καπνίζει στο κοινόβιο;»

Μα όχι! Μπορεί να μην είδα καμινάδες να καπνίζουνε…

Θα’ ναι απατηλά οράματα, δημιουργήματα του Σατανά, για να παραπλανάει εμένα το φτωχό αμαρτωλό…

 

 



5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA