Η Μαρίνα Μηλολιδάκη-Κώτσηρα γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1916. Τελείωσε το Γυμνάσιο Ηρακλείου. Από πολύ μικρή άρχισε να γράφει. Εξέδωσε τα βιβλία: «Περμανάντ», διηγήματα, 1935, «Ανθρώπινες ιστορίες», διηγήματα, 1938, «Δώρο στους Σκλάβους», πεζά, 1954, «Ήταν μεγάλος στο Θάνατο», διηγήματα,  1956, «Πικρός ήλιος», διηγήματα, 1961 και «Αν είχανε όλοι φως», διηγήματα, 1964.

 

 

 

         

ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

 

Σηκώθηκα πρωί σήμερα. Πλύθηκα και κάθησα μ’ ένα βιβλίο στα χέρια στο παράθυρο. Μα δε διάβαζα. Χάζευα τα βουνά που απλωνόντανε μπροστά μου απολιθωμένα από την πύρα του ήλιου.

          Διωγμένη από την πόλη εξ αιτίας του πολέμου· έμενα υποχρεωτικά, χειμώνα, καλοκαίρι, μαζί με τη μητέρα μου στο χωριό.

          Ο πατέρας είχε σκοτωθεί στους βομβαρδισμούς, κι ο αδελφός… Να, πριν λίγες μέρες ήρθανε οι γερμανοί εδώ που καθόμαστε και μας τον γυρεύανε. Ήτανε επτά, οκτώ και ο διερμηνέας, ένας κίτρινος.

-      Ε, συ γριά, φώναξε τότε αυτός στη μητέρα μου. Πού είναι ο γιός σου;

-      Δεν ξέρω πού είναι το παιδάκι μου, του είπε και έτρεμε.

-      Πρόσεξε καλά. Λες αλήθεια;

-      Αλήθεια, μα το Θεό που μας βλέπει.

Τη χαστούκισε.

Ένα ζουζούνι μπήκε μέσα στην κάμαρα. Μια μαντατούσα με μαύρα γυαλιστερά φτερά. Τριγύρισε ένα γύρω, γυρόφερε βουίζοντας τους τοίχους, και στερνά αποσταμένη κάθησε απάνω στα μαξιλάρια του κρεβατιού.

          Η μάνα σαν την είδε άρχισε να σταυροκοπιέται.

-      Καλό μαντάτο, μαντατούσα μου, φώναξε συγκινημένη. Καλό μαντάτο να μας φέρεις.

          Γύρισε και μου είπε με πεποίθηση.

          - Να δεις, που θα’ χομε νέα από τον Αλέξη.

- Από τον Αλέξη; είπα σαν αφηρημένη. Α, ναι. Μπορεί.

- Προχτές που ἠρθανε σπίτι μας, πήρανε και τις φωτογραφίες του μαζί. Όλες του τις φωτογραφίες.

Στο πρόσωπό της χύθηκε μια μεγάλη πίκρα.

- Για να τον γνωρίσουν, λέει, σαν τον δουν.

- Ναι, μα που θα τον δουν; είπα. Είναι στον Ψηλορείτη τώρα ο Αλέξης.

- Είναι μακριά από δω ο Ψηλορείτης;

- Ου, μακριά και μακριά. Κοντά τέσσερις μέρες με τα πόδια. Δεν πατάνε γερμανοί κει πάνου.

Και πάλι γίνηκε σιωπή στην κάμαρα. Μια σιωπή γεμάτη αγωνία. Ο αέρας έφερνε ως εμάς γλυκούς ήχους κουδουνιών. Κάπου εκεί κοντά στα χωράφια βόσκανε πρόβατα.

          Όπου χτύπησε η πόρτα. Κοιταχτήκαμε. Ποιος να’ τανε; Πήγα και άνοιξα μουδιασμένη.

          Μπήκε μέσα ένα παλικαρόπουλο δεκαπέντε, βία δεκάξη χρονώ.

          Ο Περικλής. Φορούσε κρητικές μπότες αρκετά ψηλές για τα ασχημάτιστα ακόμα ποδάρια του, κυλότα και σκούρο πουκάμισο με φαρδύ ζωνάρι στη μέση. Τα μαλλιά του μαύρα μακριά τα’ χε πάντα αχτένιστα και τυλιγμένα όπως – όπως μ’ ένα κρουσωτό σαρίκι. Τα μάτια του, κι αυτά μαύρα, πετούσαν αστραπές.

           Από τον καιρό που βγήκε ο πατέρας του στο βουνό, και ύστερα από ένα μήνα ταξιδέψανε με το ζόρε και τη μάνα του στα γερμανικά στρατόπεδα, στάθηκε αυτός πατέρας και μάνα στα τρία μικρότερα αδέλφια του. Και να τον βλέπατε, με τι μεράκι αλήθεια φρόντιζε το σπίτι τους, τα χωράφια, τα ζωντανά… Άλλο πράμα! Αν η χρονιά δεν πήγαινε καλά βαρυγγομούσε και τα’ βαζε πότε με το Θεό, πότε με τους κατακτητές. Τον Αύγουστο πάλι που άρχιζαν οι πρώιμες βροχές, μόνο που δεν έκλαιγε.

          Μπορεί, έλεγε, και κουνούσε πικραμένος το κεφάλι του, το νερό να κάνει καλό στα όψιμα μποστανικά και στις ελιές, μα τα ρημάδια τα σταφύλια θα σαπίσουν πάλι και φέτο στις κουρμούλες.

          Χαρήκαμε που τον είδαμε.

          - Βρε καλώς όρισες Περικλή, του είπαμε. Σαν τι καλός αέρας σ’ έφερε στο αρχοντικό μας; Κάθησε.

          Χαμήλωσε σε μια καρέκλα και βάλθηκε να κάνει κύκλους στο πάτωμα με το ραβδί που κρατούσε στα χέρια του.

          Σώπαινε. Φανερό πως δεν είχε κέφι για κουβέντα.

- Λοιπόν;     

Σήκωσε το κεφάλι του και μας κοίταξε παράξενα.

-      Ο Αλέξης κατέβηκε κάτω, είπε αργά. Είναι στην «Πέρα Μερά».

-      Α!...

Τα χέρια της μάνας κρεμαστήκανε σαν παράλυτα. Απόμεινε να τον κοιτάζει χλωμή, δίχως έκφραση.

Η ατμόσφαιρα μέσα στην κάμαρα βάρυνε. Αναπνέαμε δύσκολα.

- Ωχ!... είδα και τη μαντατούσα σήμερα – βόγγησε, άξαφνα, η μάνα και βάλθηκε να κλαίει μ’ αναφυλλητά.

Ο Περικλής τη σίμωσε έτοιμος κι αυτός να κλάψει.

- Έλα θεία, της είπε, με παράπονο, μην κλαις, και κακομελετάς δε θα πάθει τίποτα ο Αλέξης. Κανείς δε θα τον δει.

Περάσανε κάμποσες στιγμές σιωπής. Γύρισε και με κοίταξε.

-      Μου είπε να του πάω τα ρούχα του. Να’ ρθεις, λέει και συ μαζί μου.

Έπειτα σηκώθηκε πάνου φουριόζος.

- Εγώ πάω τώρα να πάρω την προβατίνα από το σπίτι, είπε, και ελόγου σου κάνε γρήγορα. Ακούς;

Άνοιξε την ξώπορτα κ’ έφυγε. Κάμποσα λεπτά ακούαμε το ραβδί του να χτυπά στο καλντιρίμι του δρόμου, και ύστερα πλάκωσε πάλι η ίδια βασανιστική σιωπή.

          Σταύρωμα μεσημεριού ξεκινήσαμε από το χωριό. Μπροστά πήγαινε ο Περικλής σέρνοντας το ζωντανό μ’ ένα σκοινί. Σφύριζε ξέγνοιαστος και που και που, σήκωνε το σκοπό κ’ έλεγε ένα μαντιναδάκι με τη χοντρή αγορίστικη φωνή του. Από κοντά ακολουθούσα κι εγώ. Είχα ένα καλάθι περασμένο στο μπράτσο και στη δεξιά παλάμη μου έσφιγγα ένα τραπεζομάχαιρο. Αν μ’ αρωτούσε κανένας θα’ λεγα πως πήγαινα, να μαζέψω χόρτα.

          Βγήκαμε από το χωριό, περάσαμε μέσα από κάτι περιβόλια με ψηλές καρυδιές, και εκεί σ’ ένα υψωματάκι βρισκότανε το στρατιωτικό φυλάκιο. Η καρδιά μου βάλθηκε να χτυπά γρήγορα γρήγορα. Ένας ψηλολέλεκας στρατιώτης στεκόταν στην πόρτα, ο Χανς. Τον γνώριζα. Κοίταζε ένα κοπάδι αγριοπερίστερα που πετούσαν σε μια μακριά τριγωνική γραμμή σκεπάζοντας έτσι τον ουρανό μ’ ένα μαύρο σύννεφο. Δε μας είδε. Ανακουφίστηκα.

             Ύστερα πιάσαμε ένα μονοπάτι ανηφορικό. Η ζέστη σισίλιζε στον αέρα αβάσταχτη. Πέρα ο κάμπος φαινόταν λυπημένος. Τίποτα δε σάλευε. Ανεβαίναμε ανηφοριά, ανηφοριά και πάνω κάτω είχε περάσει ώρα, σαν επιτέλους μπήκαμε σ’ ένα χωράφι με ελιές και παχύ ίσκιο. Κάτω από τα δέντρα φυσούσε. Ένα πουλί τραγούδησε μια στιγμή, και αμέσως σώπασε. Ο αέρας έφερνε ως εμάς μισοσβησμένο το κουδούνισμα των προβάτων. Σαν να παραπονιόταν. Ο Περικλής χαμήλωσε και σφύριξε. Τότε ένα άλλο σφύριγμα κοντινό του απάντησε. Σουρθήκαμε με την κοιλιά και μπήκαμε μέσα σε μια σπηλιά που έτσι όπως ήταν χωσμένη ολότελα μέσα στα βάτα και στις αγριοχαρουπιές δεν υποπτευόσουνα καθόλου την παρουσία της.  

          Τυφλωμένη από τον ήλιο, στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα. Μόνο σκοτάδι. Ύστερα σιγά, σιγά μπόρεσα να ξεδιακρίνω έναν άντρα με μακριά μαλλιά και γένια, ντυμένον στρατιωτικά ρούχα.

          Καθόταν σταυροπόδι χάμου και θαρρώ σκάλιζε μ’ ένα κλαρί το χώμα. Σαν με είδε σηκώθηκε. Και μόνον τότε τον γνώρισα.

-      Αλέξη, μουρμούρισα βραχνά, και έπεσα στην αγκαλιά του.

Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι από τα μάτια μου.

Εκείνος έδειξε να πειράζεται από τη συγκίνησή μου.

Κάθησε πάλι. Άρχισα να τον κοιτάζω χωρίς να μιλώ. Φαινόταν γερός, μονάχα το τρυφερό κοριτσίστικο πρόσωπό του είχε πάρει τώρα μια σκληρή αποφασιστική έκφραση. Και το κορμί του μύριζε απλυσιά και ιδρωτίλα.

Βάλθηκε πάλι να σκαλίζει τη γη με κείνο το ίδιο κλαρί που κρατούσε πριν στα χέρια του. Σαν να’ θελε να μου πει κάτι και δίσταζε.

-      Τι κάνει η μητέρα; με ρώτησε τέλος.

-      Καλά είναι, μόνο που στενοχωριέται για σένα, του είπα.

-      Α!... Πες της να κάνει υπομονή, όπου να’ ναι τελειώνουν τα βάσανα.

Η καρδιά μου φτερούγισε σαν γοργοφτέρουγο χελιδονάκι της άνοιξης.

          - Αλήθεια; Άκουσες τίποτα για τον πόλεμο;

          - Τελειώνουμε. Μα όχι σήμερα ή αύριο. Έχουμε δουλειά μπροστά μας. Γύρισε και με είδε με απόφαση.

          - Το δειλινό θα κατέβεις στο φυλάκιο και θα πιάσεις την κουβέντα με τους στρατιώτες που το φυλάγουν.

          - Ναι; Και γιατί;

          - Γιατί θα περάσει ο Περικλής με κάτι χαρτιά απάνω του. Πάρωρα. Και δεν πρέπει με κανένα τρόπο να τον πάρουν είδηση.

          - Καλά.

          Άρχισα κι εγώ να γράφω γράμματα στο χώρο με το δάχτυλό μου.

          Ένας μαυροκόρακας πέταξε πάνω από τη σπηλιά αφήνοντας μαια μακριά πένθιμη κραυγή.

          Κρα… κρα… κρα…

          Σ’ έπιανε ανατριχίλα θανάτου να τον ακούς. Σωπαίναμε και οι δυο.

- Έλα, μου λέει, πάλι αυτός. Πρέπει να φεύγεις. Περνά η ώρα. Στη μητέρα μη λες τίποτα.

Ο δρόμος του γυρισμού ήταν ευκολότερος. Βαδίζαμε όλο κατηφοριά. Ωστόσο η ζέστη εξακολουθούσε ακόμα να είναι ανυπόφορη. Στέγνωσε το στόμα μας. Τα φύλλα στέκαν ακούνητα. Τίποτα δε σάλευε.

          Μπαϊλντισμένη από τον ήλιο έβλεπα τον Περικλή που πήγαινε δυο τρία βήματα πιο μπροστά από μένα σούρνοντας την προβατίνα του, και κάτι μου’ πνιγε το λαιμό.

          Μα σαν πιάσαμε τον ίσιο δρόμο που θα μας έβγαζε στο χωριό, χωρίς να το καταλάβω, μου ξέφυγε η αναθεματισμένη κουβέντα, που όλη αυτή την ώρα μπέρδευε στη γλώσσα μου.

- Περικλή, δε φοβάσαι;

Στάθηκε και με είδε καταπρόσωπο παραξενεμένος.

- Να φοβούμαι; Και γιάντα δα να φοβούμαι θεία; Γυναίκα είμαι μαθές εγώ;

- Και οι γυναίκες καμιά φορά δε φοβούνται Περικλή, του είπα, και άπλωσα τα χέρια μου, και τον τράβηξα κοντά μου.

Πάσκιζα να τον φιλήσω.

Μα αυτός δε μ’ άφηνε. Τιναζότανε στην αγκαλιά μου με κάτι μικρούς αστείους γρυλισμούς σαν γουρουνόπουλο που το σφάζουν.

- Άφησέ με, λέω θεία, φώναζε πεισματωμένος, και δεν είμαι μικρός να με φιλείς.

- Μα κι εγώ δεν σε φιλώ σαν μικρό Περικλή, του είπα, σε φιλώ σα μεγάλο. Να!...

Τότε χλιμίντρησε σαν αγκρισμένο πουλάρι και πήρε φόρα.

Έκανε ένα πελώριο σάλτο, ύστερα δίπλωσε το κορμί του, άρπαξε στα πεταχτά μια πέτρα από χάμου, και την έρριξε μ’ όλη του τη δύναμη σ’ ένα συκοφά, που καθότανε στην τρούλα ενός δέντρου. Το πουλί ζύγισε τα πλουμιστά φτερά του στον αέρα και χάθηκε μέσα στα σύννεφα.

Ε, τον παντέρμο συκοφά, βραχνοκακακάρισε, και ξέσπασε στα γέλια. Έπειτα με σίμωσε και μου είπε σιγά, με εμπιστευτικό ύφος:

- Αύριο θα σε πάρω στο αμπέλι και θα σου δείξω μια πουλιτσά με οκτώ ατσελέγους μέσα.

- Αλήθεια, είπα θαυμάζοντας.

- Ναι, αλήθεια.

- Τότε θα’ ρθω. Μόνο που δεν πρέπει να με δει η μάνα τους, γιατί θα τα μισήσει τα φουκαριάρικα τα πουλάκια.

- Ξέρω ποια ώρα πάει και τα ταΐζει. Δε θα μας δει.

- Σύμφωνοι!...

Βρήκα τη μητέρα να με περιμένει στην πόρτα.

-Όλα εν τάξει, της είπα ξέγνοιαστη. Του έδωσα το φαγητό και τα ρούχα του καθαρά και πάει στο καλό.

          - Έφυγε;

          - Ου τώωραα…

          - Παναγία μου μεγαλόχαρη, είπε ξαλαφρωμένη, κ’ έκαμε το σταυρό της ξεμίστεβγέ τον, και προστάτευέ τον, στη στράτα που βρίσκεται.

 

 

          Βασίλευε ο ήλιος, σαν ξεπόρτισα από το σπίτι ντυμένη το καλό μου φουστάνι.

          Κείνη την ώρα η καμπάνα χτυπούσε στην εκκλησιά και δυο τρεις γριούλες περάσανε από μπροστά μου σκυφτές πηγαίνοντας στον εσπερινό.

          Πέρα από το μέρος της δύσης, μια πλατειά λουρίδα κόκκινη σαν αίμα έβαψε τον ορίζοντα. Ήμερα που έσβηνε η μέρα!...

          Ροβόλησα το μονοπάτι αργά – αργά.

          Και σαν έφτασα στο φυλάκιο ήταν σχεδόν νύχτα.

          Είδα έναν κοντοστούπη λοχία με κόκκινα μαλλιά και φακίδες στα μούτρα και δυο στρατιώτες να κάθουνται έξω στη δροσιά απάνω σε κάτι πάνινες χρωματιστές καρέκλες. Γνώρισα τον Χανς. Και ζύγωσα κοντά.

- Γκουντ Άμπεντ, Χανς, του είπα. Εσύ όχι σπατσίρεν;

- Όχι.

Έφτυσε χάμου ένα πηχτό κίτρινο σάλιο. Τα χνώτα του μύριζαν κρασίλες. Του χαμογέλασα.

- Εγώ σπατσίρεν.

- Γεια, γεια, είπε με συγκατάβαση και με κοίταζε αχνά, χωρίς έκφραση.

Πάνω στην ώρα ένα σούρσιμο ακούστηκε παρέκει σαν να περνούσε ένα ζωντανό κι ανακάτευε τα φύλλα με τα πόδια του. Σίγουρα θα γίνηκα άσπρη από την ταραχή μου. Έβαλα το χέρι και κράτησα την καρδιά μου.

Πήγαινε να μου φύγει.

Τότε ο λοχίας σηκώθηκε πάνω άγριος.

- Λος, λος, μου φώναξε. Φερμπότεν Γκρέκο εδώ.

Έκανα πως δεν κατάλαβα. Το σούρσιμο ξανακούστηκε στα φύλλα.

Όπου ο λοχίας σήκωσε το πιστόλι του και πυροβόλησε κατά κει.

Μια, δυο, τρεις φορές. Το αντικρινό φαράγγι βούισε από τον κρότο.

Και με το αχνιστό πιστόλι του στο χέρι, στράφηκε πάλι κατά μένα.

-      Τι εσύ εδώ; Λος.

Έφυγα με κομμένα γόνατα. Στον ουρανό τρεμούλιαζαν τα’ άστρα κι απάνω στο χωριό πλάκωσε η αγωνία της νύχτας.

Κοιμήθηκα ταραγμένη. Μέσα στον ύπνο μου είχα εφιάλτες. Φώναζα και ξυπνούσα από τις φωνές μου. Ξανακοιμόμουνα. Μα μόλις έκανα να κλείσω τα μάτια μου, έβλεπα πάλι το ίδιο όνειρο.

Ένας τίγρις με κόκκινα μαλλιά, και κόκκινες βούλες στα μούτρα χυμούσε απάνω μου να με ξεσκίσει.

Τα ξημερώματα σηκώθηκα πάνου ντύθηκα, και βγήκα έξω. Το χωριό κούρνιαζε με τις πόρτες αμπαρωμένες. Πνοή από πουθενά. Μονάχα κάπμοσα άστρα ξαγρυπνούσαν ακόμα στον ουρανό. Στην πλάση ήταν χυμένο ένα αχνό μενεξελί φως, που γέμιζε την καρδιά με μια γλύκα. Στην κορφή μιας μουριάς κάποιος κορυδαλλός άφηνε τις πρώτες γάργαρες νότες του να χυθούν αρμονικά στον αέρα.

          Μεθυσμένη από την πρωινή δροσιά ξέχασα κιόλας τη φριχτή νύχτα που είχα περάσει και περπατούσα χαρούμενη. Αλλά σε μια στιγμή καθώς αφηρημένη κοίταζα χάμου, είδα απάνω σε κάτι πέτρες αίματα. Ήταν, πάνω κάτω το ίδιο μέρος που πυροβόλησε ο γερμανός χτες.

          Στάθηκα μουδιασμένη. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρήγορα γρήγορα. Μια φοβερή υποψία πέρασε από το νου μου. Μήπως…

- Μπάα, είπα σχεδόν φωναχτά, σίγουρα εκείνος ο στρατιώτης θα πέτυχε κανένα ζωντανό και το τραυμάτισε. Μα μπορεί και να μην το τραυμάτισε, μόνο να τ’ άφησε ολότελα στον τόπο. Ποιος ξέρει… ποιος ξέρει…

          Και μονομιάς ένιωσα τις φούχτες μου παγωμένες. Κρύωνα. Δεν είχα καταφέρει να ησυχάσω ολότελα.

Ο ήλιος ξεπετάχτηκε από το απέναντι βουνό. Η καινούργια μέρα ερχόταν κουβαλώντας μαζί της την πίκρα.

          Βάδιζα σιωπηλή, κόντρα στον ήλιο, και περνούσα πάλι τους ίδιους χτεσινούς δρόμους.

          Βάδιζα γρήγορα, μα σαν έβλεπα από μακριά έναν ίσκιο που να μοιάζει με ξαπλωμένο άνθρωπο, έτρεμα και καρφωνόμουνα στη θέση μου από το φόβο. Ύστερα πλησίαζα και έβλεπα πως ήταν μοναχά ένας ίσκιος.

          Το αίμα όλο και πλήθαινε στο δρόμο. Όλο και πιο πολύ πλήθαινε.

          Από τούτα τα μονοπάτια θα πέρασε χτες το βράδυ το πληγωμένο ζωντανό, έλεγα. Από αυτά τα ίδια μονοπάτια.

          Μέσα η καρδιά μου πνιγότανε στο κλάμα.

 

 

          Σαν μπήκα στη σπηλιά είδα αμέσως τον Περικλή.

          Ήταν ξαπλωμένος βαθιά βαθιά, σε μια ακρούλα και κοιμότανε.

          Είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο σ’ ένα μάτσο αγριοχαρουπιές κι απάνω στα πόδια του είχανε ρίξει ένα στρατιωτικό σακάκι.

          Σίγουρα δεν θα’ φυγε χτες το βράδυ, συλλογίστηκα.

          Κι ο αδελφός πήρε τα χαρτιά, κι έπειτα τον άφησε μόνο. Και πριν φύγει τον σκέπασε στοργικά σα μητέρα. 

          Θα’ χε αποστάσει από το δρόμο.

          Θα κρύωνε κιόλας. Τα βράδια κάνει πολύ κρύο σε κείνο το μέρος.

          Γονάτισα πλάι του.

- Περικλή, είπα αχνά, ήρθα. Κοιμάσαι;

          Δεν πήρα απόκριση.

- Βλέπεις Περικλή, του ξαναείπα, λιγάκι πιο δυνατά, πως όλοι έχουν εμπιστοσύνη σε σένα; Έφερες τα χαρτιά και το σωστό, σωστό.

Κοπίασες. Μα κράτησες το λόγο σου. Τώρα πρέπει να κρατήσεις και το λόγο που έδωσες σε μένα. Μου’ ταξες χτες κείνη την πουλιτσά με τους οκτώ ατσελέγους… Με ακούς Περικλή;

Σιωπή.

Έσκυψα και τον κοίταξα, και τότε μόνο πρόσεξα πως το πρόσωπό του ήταν μελανό. Το χώμα ένα γύρω είχε μουσκέψει.

Εντελώς μηχανικά άπλωσα το χέρι και του πασπάτεψα με τα δάχτυλα το στήθος. Τίποτα… Η καρδιά του δε χτυπούσε… Αυτό θα πει… πως…

Πάγωσα στη θέση μου. Έπειτα το κεφάλι μου άρχισε να βουίζει.

Λοιπόν πάει να πει πως… Εκείνος ο στρατιώτης πέτυχε το ζωντανό και τι τραυμάτισε βαριά.

Μα πάλι έλεγε μία απελπισμένη φωνή μέσα μου, δεν είναι δυνατό να πέθανε τόσο γρήγορα.

Όχι, όχι, δεν είναι αλήθεια. Δεν πρέπει να κλάψω ακόμα. Δεν πρέπει.

Ένα πουλί τραγούδησε πέρα μακριά. Η φωνή του έφτανε ως εμένα λεπτή, παρηγορητική.

Τον ξανασκούντηξα με το χέρι.

Ευτύς από το στόμα του άρχισε να τρέχει πηχτό αίμα με αφρούς.

Τα μάτια του ορθάνοιχτα κοιτάζαν ψηλά. Είχαν μια λύπη που δε λέγεται. Του τα έκλεισα γρήγορα.

- Κοιμήσου Περικλή.

          Κοιμήσου για καλά τώρα, είπα αχνά, και κάθησα χάμω.

          Έπιασα το κεφάλι με τις παλάμες και τα δάκρυα τρέχαν μέσα από τις ιδρωμένες χούφτες μου. Γύρω μου σιωπή.

          Μια σαύρα πέρασε πλάι μου. Γύρισε και με είδε παράξενα.

          Έξω ο ήλιος ψήλωνε και από τη μπούκα της σπηλιάς έμπαινε η αντηλιά καυτή. Όλα είχαν μια βαριά πίκρα, αβάσταχτη. Αποκαμωμένη έκλεισα τα μάτια. Σκεφτόμουν, το ένα και τ’ άλλο. Και κει θαρρείς και με πήρε για δυο τρία λεπτά ο ύπνος.

          Τότε ακούστηκε ένας θόρυβος. Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά.

          Σηκώθηκα πάνω αλαφιασμένη.

          Μπήκε μέσα ένας πιτσιρίκος. Μικρός ως δώδεκα χρονώνε.

          Ξεδιάκρινα μέσα στο μουντό φως της σπηλιάς τα μάτια  του. Μεγάλα, μαύρα, λάμπανε και παίζανε ανήσυχα.

- Τι θέλεις; είπα, κι αναστέναξα με ανακούφιση.

- Μ’ έστειλε ο πατέρας μου.

- Ποιος είναι ο πατέρας σου;

- Ένας άνθρωπος!...

Δε βάσταξα να μη γελάσω.

- Καλά και πώς το ξέρει ότι είμαι εδώ;

- Του το είπε ο Αλέξης.

- Α!...

- Αν σου βρω, λέει, εδώ να σου πω να φύγεις αμέσως. Κι αυτός θα’ ρθει τη νύχτα να θάψει τον πεθαμένο.

- Καλά.

Γίνηκε σιωπή.

Το παιδί βάλθηκε να με κοιτάζει με περιέργεια. Ύστερα ζύγωσε το λείψανο.

- Είναι μικρός, μουρμούρισε, κι ένα ρίγος σαν να διαπέρασε το κορμί του.

- Ναι, του είπα σιγά. Μικρός στα χρόνια. Μα η μοίρα του το θέλησε να ζει σαν μεγάλος. Και άμα τον πυροβόλησε εκείνος ο γερμανός… Ήταν μεγάλος και στο θάνατο.

Βγήκαμε έξω. Γύρω γύρω τα βουνά στραφταλίζανε.

Κάτω ο κάμπος άπλωνε καταπράσινος, και ήταν όσο και να πεις, εξαίσια, να στέκεσαι τόσο ψηλά, και να βλέπεις τα λογής λογής, δέντρα, και τους κήπους, και το ποτάμι το μισοξεραμένο, στη μέση, όλα τυλιγμένα σ’ ένα απαλό ντελικάτο φως, σαν τριαντάφυλλο.

Δίπλα μου ο μικρός στεκότανε συλλογισμένος.

Γύρισα και τον κοίταξα.

- Κάθεσαι μακριά από δω… Περικλή. Τον ρώτησα.

- Ου… μακριά, και μακριά.

- Σαν πόσο;

- Να, θωρείς πέρα κει το βουνό που μαυρίζει;

- Ναι.

- Και κείνα τα σπίτια στα πόδια του;

- Ναι.

- Ε, εκειά κάθομαι. Και φεύγω κιόλας. Άργησα.

          Ροβόλησε την κατηφοριά, έκανε κάμποσα πηδηχτά βήματα, μετά κοντοστάθηκε γύρισε το κεφάλι του, και μου φώναξε σφυριχτά:

- Και δεν με λένε Περικλή, θεία, κάτεχέ το.

- Με συμπαθάς. Έλεγα πως σε λένε και σένα Περικλή.

- Όσκες. Μανωλιό με λένε μένα. Κ’ έφυγε τρέχοντας.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA