Η μετάφραση των Αθλίων του Ουγκό από τον Γιώργο Κοτζιούλα (εκδόσεις Δάρεμα 1955) θεωρείται κλασική. Από το δυσεύρετο αυτό έργο αντιγράφω εδώ τον Πρόλογο του μεταφραστή και τις Σημειώσεις στο περιθώριο επειδή πιστεύω ότι έχουν και αυτόνομο ενδιαφέρον. Ευχαριστώ τον φίλο Γιάννη Π. για την πληκτρολόγηση.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

 

Βιβλία σαν τους «Αθλίους» του Βίκτωρος Ουγκώ δε σηκώνουν κριτική ούτ’ έχουν ανάγκη από παρουσίαση. Τα έχει επιβάλει ο χρόνος, αυτός ο αμείλικτος κοσκινιστής των εντύπων. Όταν πέρασε από πάνω τους ολόκληρος αιώνας, όχι χωρίς να το γεράσει - αυτό θα ήταν αδύνατο - αλλά χωρίς να το θανατώσει, να το παρασύρει στη φθορά, τότε αποκτούν αυτοδίκαια τον τίτλο του αιωνόβιου. Αλλά το σπουδαίο είναι πως τους «Αθλίους» δεν τους διαβάζουν, δεν τους μελετούν μόνο οι διανοούμενοι, οι ειδικοί των γραμμάτων, όπως άλλα έργα, μουσειακά ας πούμε. Το αποζητάει και ο πολύς κόσμος, - ο μόνος ικανός να κατακυρώσει ένα έργο τέχνης, να το απαθανατίσει. Από τότε που πρωτοβγήκαν ως σήμερα, οι «Άθλιοι» δεν παύουν να διαβάζονται και να μνημονεύονται, να κυκλοφορούν στο στόμα του λαού και να θερμαίνουν την ψυχή του, πότε αυτούσιοι και πότε σε διασκευές, ακόμα και ως κινηματογραφική ταινία στις ημέρες μας. Η επίμονη αυτή ζήτηση τι άλλο δείχνει παρά πως το κοινωνικό τούτο ευαγγέλιο του πατριάρχη του ρομαντισμού επέζησε απ’ την εποχή του, πέρασε στην αιωνιότητα.

Ο αναγνώστης που κρατάει πια στο χέρια του το πολυθρύλητο βιβλίο δε θα δυσκολευτεί ν’ αποκαλύψει μόνος του και να εκτιμήσει κατά την αξία του τις μεγάλες αρετές του έργου, το αληθινό του μεγαλείο. Καθένας θ’ αντλήσει απ’ αυτό διδάγματα τέχνης και μαθήματα ζωής, ανάλογα με την ηλικία του και τη δεκτικότητα του. Θα δακρύσει, θ’ αναγαλλιάσει, θα ενθουσιαστεί, θα φιλοσοφήσει, ακολουθώντας την πορεία του λόγου, τη δράση των προσώπων. Δε θα το συγκρατήσει όλο μονομιάς, μια ανάγνωση δε θα του αρκέσει. Είναι σα να επισκέπτεσαι την Ακρόπολη ή την Αγιά Σοφιά. Μπορείς ν’ αφομοιώσεις με το πρώτο τους πολυποίκιλους θησαυρούς των καλλιτεχνικών μνημείων; Όποιος διάβασε τους «Αθλίους» μαθητής, έφηβος, θέλει — και πρέπει — να τους ξαναδιαβάσει και άντρας, ώριμος πια. Ό,τι δε μπόρεσε να συλλάβει την πρώτη φορά, θα το χαρεί με το παραπάνω τη δεύτερη ή την τελευταία.

Υπάρχουν όμως και μερικές δυσκολίες, που δεν πρέπει να τις αγνοεί ο αναγνώστης. Το έργο αυτό δεν είναι χτεσινό. Δεν του λείπει παρά μια επταετία για να συμπληρώσει εκατό χρόνια. Στο διάστημα αυτό έγιναν τόσα και τόσα, αφάνταστες μεταβολές. Πολλά πάλιωσαν, βγήκαν καινούργια. Ο ρυθμός της προόδου, οι αλληλοδιάδοχες ανακαλύψεις, συνεπήραν τα πάντα. Διάφορα γεγονότα, πολλά πρόσωπα και πράγματα, γνωστότατα στην εποχή του Ουγκώ, έχασαν πια την επικαιρότητα τους. Υπαινιγμοί αυτονόητοι, τότε, θέλουν τώρα επεξήγηση. Πρόκειται, βλέπετε, για ιστορικό μάλλον μυθιστόρημα, που τοποθετείται κιόλας σε παλαιότερη περίοδο απ’ το χρόνο της συγγραφής του, γύρω στο δικό μας Εικοσιένα περίπου. Και αν αυτά ισχύουν για τους ομοεθνείς του συγγραφέα, ισχύουν πιο πολύ για τον Έλληνα αναγνώστη.

Οι «Άθλιοι» δε μοιάζουν με τα σημερινά μυθιστορήματα, τα εύκολα, τα συμβατικά, που γράφονται επίτηδες ρηχά κι ευχάριστα, για την τέρψη του κοινού, για να περάσει μόνο η ώρα. Είναι έργο σοβαρό, με αξιώσεις. Γραμμένο στα εξήντα του χρόνια, στο κάρπισμα του πνεύματός του, αποτελεί τη φιλολογική διαθήκη του Ουγκώ. Ο ίδιος υπολόγιζε πολύ σ’ αυτό. «Ο Δάντης - είπε - έκαμε την Κόλαση του με την ποίηση. Εγώ επεχείρησα να κάμω τη δική μου με την πραγματικότητα». Και άλλού εκφράστηκε ως εξής: «Η πεποίθησή μου είναι πως το βιβλίο τούτο θα είναι μια απ’ τις σπουδαιότερες κορφές, αν όχι το αποκορύφωμα, του έργου μου». Είχε χρόνια πολλά που το δούλευε στο μυαλό του, κρατούσε σημειώσεις, ανίχνευε για πρόσωπα παλιά, επισκεπτόταν μέρη που τον ενδιαφέραν. Για να γράψει τα περίφημα κεφάλαια του Βατερλό του, ενός απ’ τα «παρέμβλητα» μέρη του έργου, όπου κάνει έργο ιστοριογράφου, τοπογράφου, ακόμα και στρατιωτικού κριτικού, χρειάστηκε να πάει ο ίδιος εκεί, να μελετήσει το πεδίο της μάχης, να το σεργιανίσει μέρα και νύχτα. Φιλοδοξούσε να εμφυσήσει στο έργο του εκτός απ’ τη ζέση της φαντασίας και την πνοή της αλήθειας. Ήταν ένας μεγαλοφάνταστος οραματιστής οπλισμένος μ’ ευσυνειδησία, με το πάθος του πραγματικού.

Αφού διακρίθηκε από νωρίς σε όλα σχεδόν τα είδη του λόγου, αφού έδρεψε δάσος από δάφνες ως ποιητής, αφού γνώρισε τη ζωή απ’ όλες τις μεριές, αφού ρίχτηκε ακόμα και στην πολιτική δίνη, εξόριστος πια απ’ την πατρίδα του, πολύπαθος και πονεμένος, πλούσιος σε πείρα, θέλησε να διαιωνίσει τη γενιά του και το έθνος του, τα αισθήματά του και τις πεποιθήσεις του, με ένα έργο βαθύ ως σύλληψη και τεράστιο σε διαστάσεις σαν κάποιες τοιχογραφίες που θαυμάζουμε σε περίφημους ναούς. Γι’ αυτό προσπάθησε να περικλείσει τα πάντα στους «Αθλίους». Είναι ένα μουσείο γνώσεων, μια ζωντανή εγκυκλοπαιδεία, ένας πνευματικός πανδέκτης του Ι9ου αιώνα. Είναι ένα βιβλίο-μήτρα. Και τι δε μπορείς να το πεις: ψυχολογικό ρομάντζο, κοινωνικό μυθιστόρημα, πολεμική αφήγηση, πολιτική διατριβή, φιλοσοφική σύνοψη, θρησκευτική υποτύπωση. Τα παρέχει όλα, όχι εν σπέρματι που λεν, αλλά σε υπεραρκετές αναλογίες, εμπεριστατωμένα κι εξαντλητικά. Θαρρείς πως εδώ μέσα είχε σκοπό να ξεχύσει όλο τον πλούτο του πνεύματός του, να δοκιμάσει ακόμα και όλες τις δυνατότητες της γλώσσας του. Θέλησε να εγκιβωτίσει, κατά έναν τρόπο, σ’ αυτή τη νεότερη Βίβλο, ολόκληρον το θησαυρό της διάνοιάς του και του γλωσσικού, υλικού του.

Είναι λοιπόν οι «Άθλιοι», παρά το απλό ύφος τους, το προσιτό στον καθένα, δύσκολο βιβλίο. Αξίζει όμως να το διαβάσουν και να το ξαναδιαβάσουν όλοι, μικροί και μεγάλοι, γιατί περικλείει αιώνιες αλήθειες. Είναι από τα παλαιότερα βιβλία που γράφτηκαν κυρίως για το λαό, για την προβολή του ως πρωταρχικού παράγοντα της κοινωνίας, αλλά και για τη διαφώτισή του σχετικά με το λειτουργικό του ρόλο. Αγκαλιάζει όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις, αλλά εδράζεται στα λαϊκά στρώματα. Από κει είναι παρμένος κι ο Γιάννης Αγιάννης, ο ήρωας του έργου κι Φαντίνα με το μαρτυρικό της φωτοστέφανο, κι η μικρή τυραννισμένη Τιτίκα, και το ζεύγος Θεναρδιέρου, και τόσοι άλλοι τύποι που πλαισιώνουν αλησμόνητα τα κεντρικά πρόσωπα. Περιγράφονται τα βάσανά τους, τα πάθη τους, η σκοτεινή πλευρά της ζωής. Ο «ομότιμος» της Γαλλίας, ο γερουσιαστής Ουγκώ, ο δοξασμένος πρεσβύτης, δε διστάζει να πάει κοντά στους απόκληρους να σκύψει στη σκοτεινή μάζα, να παρασταθεί στους απόβλητους και τους δυστυχισμένους. Η μεγάλη δημοκρατική καρδιά του πάλλει έντονα κι ακατάπαυστα για την υπόθεση του λαού. Τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης συνδυάζονται με το κήρυγμα του Ευαγγελίου για να καταυγάσουν με το φως του ανθρωπισμού, με την παραμυθία του θείου ελέους τη σκληρή μοίρα των «αθλίων». Δίπλα στον κύριο ήρωα, τον κατάδικο των κατέργων, που πραγματώνει με το βίο του το παράγγελμα του Χριστού, προβάλλουν ακόμα δυο μεγάλες φυσιογνωμίες, η μια πραγματική και η άλλη φανταστική. Η πρώτη είναι του «Ανθρώπου - Λαού», όπως τον αποκάλεσε ο Χάινε, Ναπολέοντος, που η δραματική σκιά του θα έπεφτε χρόνια στο πεπρωμένο της Γαλλίας, και η δεύτερη είναι ο επίσκοπος Μυριήλ, αυτή η τέλεια εικόνα του χριστιανού ποιμενάρχη, που ανοίγει κιόλας το βιβλίο, σαν αψίδα ναού.

Τριάντα πέντε χρόνια υπολογίζουν οι βιογράφοι του Ουγκώ πως κυοφορούσε αυτό το βιβλίο. Επανειλημμένες απόπειρες έμεναν στη μέση, γιατί δε συγκεντρωνόταν εύκολα το υλικό για να πάρει και το οριστικό του καλούπι. Τέλος, ήρθε στη δημοσιότητα το 1862. Σημειώνουμε για την ιστορία πως η πρώτη έκδοση έγινε στις Βρυξέλλες από Βέλγο εκδότη. Έπειτα ακολούθησε η γαλλική στο Παρίσι, που δεν άργησαν να τη συνοδέψουν μεταφράσεις του έργου στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Τόσο για τον επίσκοπο Μυριήλ όσο και για το Γιάννη Αγιάννη φαίνεται πως είχε υπόψη του υπαρκτά πρόσωπα, που του έδωσαν τις πρώτες νύξεις για να τα μετασχηματίσει σε σύμβολα. Άλλωστε, καθώς έγραφε ο ίδιος, «η ουσία είναι να μην είναι μια ιστορία πραγματική, αλλά αληθινή. Το έργο προξένησε καταπληκτική εντύπωση κι εξαντλήθηκε γρήγορα, όχι μια, πολλές φορές. Το μόνο που βρήκαν οι νεότεροι κριτικοί να του καταλογίσουν είναι «υπερπληθώρα δυνάμεων». Η αλήθεια είναι πως αισθάνεται δέος κανείς μπροστά σ’ αυτή την υψηλή επίτευξη του ανθρωπίνου πνεύματος. Πολλά χωρία του αξίζει ν’ αντιγράφονται ή να μαθαίνονται απ’ έξω. Οι επιγραμματικές του εκφράσεις αριθμούνται κατά εκατοντάδες.

Οι «Άθλιοι» του Ουγκώ φαίνεται πως δεν επηρέασαν μόνο τη γαλλική πεζογραφία, από το Ζολά ως το Ρολλάν, αλλά και τις ξένες λογοτεχνίες. Έδωσαν αφορμή για συλλήψεις και άλλων μεγαλουργημάτων σε γίγαντες του λόγου σαν αυτόν, όπως τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι. Το περίφημο «Έγκλημα και Τιμωρία» του τελευταίου είναι τόσο πιθανό να έχει επηρεαστεί από τη σχετική δημιουργία κι επιτυχία του Ουγκώ. Οι σύγχρονοί του, οι συνάδελφοί του, δεν είδαν, όπως ήταν φυσικό, με τόσο καλό μάτι αυτό το έξοχο βιβλίο. Ο κριτικός και αντίζηλός του Σεντ-Μπέβ ανομολογεί με πλάγιο τρόπο την αξία του: «Ό,τι πλαστό, ακόμα και άτοπο επινοεί, το κάνει να υπάρχει και να φαίνεται μπρος στα μάτια όλων». Και ο Μποντλέρ αποφάνθηκε γι’ αυτή την εποποιία του πεζού λόγου: «είναι ένα μυθιστόρημα κατασκευασμένο σαν ποίημα, και κάθε πρόσωπο παρουσιάζεται εξαιρετικό μόνο χάρις στην υπερβολή με την οποία παριστάνεται μια γενικότητα». Πιο αυθόρμητος φάνηκε ο Βερλέν, όταν τον ρώτησαν ποιον θεωρούσε το μεγαλύτερο ποιητή του Ι9ου αιώνα και εκείνος απάντησε: «Παρόλα αυτά τον Ουγκώ». Αυτό θυμίζει ανάλογη απάντηση, τώρα τελευταία, του Αντρέ Ζίντ: «Τον Ουγκώ, φευ!».

 

Ας πούμε τώρα λίγα λόγια και για τη μετάφρασή μας. Οι παλαιότερες γενεές ξέρουν τους «Αθλίους» από την ονομαστή μετάφραση του Σκυλίτση. Η μετάφραση αυτή αγαπήθηκε από το Πανελλήνιο, και δίκαια, γιατί καμωμένη σε καλλιτεχνική καθαρεύουσα, κατόρθωσε να διασώσει πολλά από το πνεύμα του πρωτοτύπου. Αλλά με τον καιρό φάνηκαν τα τρωτά της. Εκτός από την αρχαΐζουσα και δυσνόητη πια γλώσσα της, έχει το ελάττωμα να παραλείπει πολλές παραγράφους, ακόμα και κεφάλαια του κειμένου, όσα δηλαδή θεωρούσε τότε περιττά για τον Έλληνα αναγνώστη. Αλλά στο μεταξύ το γούστο του κοινού βελτιώθηκε, έγινε πιο απαιτητικό. Σήμερα θέλει αυτούσιο τον Ουγκώ, στο πνεύμα και στο γράμμα και ούτ’ έχει βέβαια διάθεση απ’ την υπερκαθαρεύουσα να πέσει στην υπερδημοτική. Αυτό ίσα - ίσα επιδιώξαμε κι εμείς. Βάλαμε κάτω το κείμενο κι αποφασίσαμε να το αποδώσουμε μ’ ακρίβεια και πιστότατα, χωρίς παραλείψεις, χωρίς τροποποιήσεις, χωρίς παρανοήσεις. Είναι, αλήθεια, φαιδρό να βάζει ο μεταφραστής τον Ουγκώ ν’ αποκαλεί... «ποδόγυρο» τον πέπλο της Ίσιδος ή να μιλάει για τα φανταστικά πρόσωπα Νίλ και Ενς, ενώ πρόκειται για τους (λατινικούς) φιλοσοφικούς όρους Μηδέν και Ον, ή να κάνει λόγο Έλληνας προς Έλληνες, για τον ιστορικό... Πολύμπ (Πολύβιο). Τέτοια λάθη δεν θα βρει κανείς στη δική μας έκδοση. Κι ευχαριστούμε ειλικρινά τον εκδότη, που μας έδωσε τα μέσα να κάνουμε την εργασία μας σωστή.

 

(1955) Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

 

Οι «Άθλιοι»... «Ας αρχίσουμε από τ’ όνομα. Αν δεν είχε καθιερωθεί όρος στη γλώσσα μας, από πολύ νωρίς μάλιστα, σωστότερη ίσως απόδοση θα ήταν: οι Απόκληροι. Μ’ άλλα λόγια: Ταπεινοί και καταφρονεμένοι. Αυτό, πραγματικά, δεν είναι το περιεχόμενό του; Θέμα του ο λαός, η σκοτεινή μάζα που, δίσταζαν να την αγγίξουν οι συγγραφείς πριν από έναν αιώνα, είτε από εκλεκτική διάθεση είτε, συχνότερα, από έλλειψη πρωτοβουλίας. Και κεντρικός ήρωας ένας απόβλητος της κοινωνίας, ένας κατάδικος των κατέργων, που εξαγνίζει το παρελθόν του με μια ζωή μετάνοιας κι αυτοθυσίας. Το υλικό ήταν καυτερό. Χρειαζόταν ηθική τόλμη να καταπιαστεί κανείς τότε με τέτοια περιβάλλοντα, με τέτοιες υποθέσεις. Ο Ουγκώ ήταν απ’ τους πρώτους, αν όχι χρονολογικά, τουλάχιστον από άποψη κύρους και επιβολής. Δίπλα του στέκονται, παιδιά του ίδιου αιώνα, φλογεροί κήρυκες του ανθρωπισμού, ανέσπερα πνεύματα της τέχνης, ο Κάρολος Ντίκενς και ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, παραστάτης των αδικημένων ο πρώτος, απολογητής των ξεπεσμένων ο δεύτερος. Ο γερο-Ουγκώ, σαν ακλόνητος προφήτης του Ισραήλ, κρατάει στο χέρια του το ραβδί του οδηγού, τη δάδα της εξόδου.

Δεν είναι λοιπόν απλά κοινωνικό μυθιστόρημα οι «Άθλιοι». Έχουν αποτυπωμένη τη σφραγίδα του ανθρωπισμού, πηγαίου και αυθεντικού. Η αλήθεια του, η δύναμή του μας μιλάει ακόμα σα να ήταν χτες. Ο τόνος του, αν και ρηματικός, δεν υπερβάλλει ως προς την ειλικρίνειά του. Έχει έμφαση προφητική, όπως είπαμε. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Πολύπλευρο επίτευγμα οι «Άθλιοι», ικανοποιεί απ’ όποια πλευρά κι αν το κοιτάξεις. Μήπως δεν είναι και ψυχολογικό μυθιστόρημα; Οι αναλύσεις του παρουσιάζονται τόσο συχνές και τέτοιας διαρκείας, που σχεδόν ανακόπτουν τη δράση. Πάντως την υπομνηματίζουν πλουσιοπάροχα. Είναι ακόμα βιβλίο περιπετειών, σχεδόν αστυνομικό ανάγνωσμα, με ρυθμισμένη πλοκή, φάσεις περιπετειών, κακοποιούς, ενέδρες κλπ. Έτσι το ενδιαφέρο των αναγνωστών διατηρείται αδιάπτωτο ως το τέλος. Αλλά και γερό θρησκευτικό υπόστρωμα έχουν οι Άθλιοι. Πολλές σελίδες είναι χρωματισμένες μ’ αυτό το πνεύμα, προπάντων οι εισαγωγικές. Ίσως μάλιστα επίτηδες ν’ άνοιξε μ’ αυτές το βιβλίο του ο Ουγκώ, για να προκαλέσει κατά έναν τρόπο την εμπιστοσύνη του κοινού. Οι Γάλλοι - και όλος ο κόσμος - θρησκεύονταν περισσότερο πριν από έναν αιώνα.

Σε ποια φιλολογική σχολή μπορούν να καταταχθούν οι «Άθλιοι»; Είναι το ευαγγέλιο του ρομαντισμού, που ο Ουγκώ στάθηκε ο δυναμικός πατριάρχης του. Η πέρα απ’ το φυσικό μέτρο προβολή των ηρώων του, η εξιδανίκευση των φωτεινών προσώπων, οι αλλεπάλληλες εικόνες, το σύστημα των αντιθέσεων, η εμφαντικότατα είναι γνωρίσματα ρομαντικά. Αλλά τι μεγάλος λογοτέχνης θα ήταν ο Ουγκώ, αν περιχαρακωνόταν σ’ ένα πρόγραμμα συγγραφικό; Έτσι βλέπουμε να υπάρχουν εδώ μέσα τόσα ρομαντικά στοιχεία όσα και ρεαλιστικά. Και αυτά τα τελευταία, εννοείται, τονώνουν το έργο και το σώζουν στον αγώνα του με το χρόνο. Η αλήθεια που περικλείει η πραγματικότητα και η πιστή της απεικόνιση αποδείχνεται πιο πειστική απ’ τα ευρήματα της φαντασίας. Μα ο ρεαλισμός μόνος του δε θ’ αρκούσε, χωρίς το οραματικό πνεύμα, την ενατένιση του αγνώστου και του μέλλοντος. Ο Ουγκώ μύστης, αποκρυφιστής του κοσμικού μυστηρίου, συμπληρώνει τον Ουγκώ θεατή των ανθρωπίνων, κοινωνικό ανατόμο. Όσο για την αισθηματική χροιά του μυθιστορήματος, για την ερωτική υπόθεση που ενυφαίνεται μέσα και παράλληλα στον πρωτεύοντα μύθο, γι’ αυτήν μας εγγυάται ο μεγαλώνυμος ποιητής, ασυγκράτητος χείμαρρος λυρισμού.

Κοντά στ’ άλλα, οι «Άθλιοι» είναι και ιστορικό μυθιστόρημα. Όχι από την άποψη των σελίδων πραγματικής ιστορίας που παρεντίθενται αφειδώλευτα εδώ κι εκεί, ούτε πως τα πρόσωπα ή τα επεισόδιά του έχουν ιστορική προέλευση, αφού είναι όλα τους λίγο ή πολύ πλάσματα του συγγραφέα, πραγματικά έστω, αλλά μεταπλασμένα. Η ιστορικότητα του βιβλίου προέρχεται απ’ το ότι μάς αφηγείται γεγονότα και πρόσωπα προγενέστερα, σχεδόν μισό αιώνα πριν από τη συγγραφή τους. Μ’ αυτή την προοπτική, του δίνεται καλύτερα η ευκαιρία να συνδυάσει και να ξαναπλάσει. Επιπλέον, του δημιουργείται η υποχρέωση να νεκραναστήσει, ν’ ανακαλέσει στη ζωή, ξεχασμένες καταστάσεις και περιβάλλοντα, φιλοδοξία που αποτελεί πρόκληση για κάθε συγγραφέα. Ώστε όποιος διαβάζει τους «Αθλίους» πρέπει να έχει υπόψη του πως εξιστορεί πράγματα περίπου σύγχρονα του δικού μας Εικοσιένα. Είναι λοιπόν αρκετά παλιό. Και αυτού έγκειται η αξία του, στο ποσοστό που δεν έχει γεράσει. Έχει όμως και αρκετή φιλοσοφικότητα (χωρίς πρωτοτυπία απ’ αυτή την πλευρά), καθώς και ηθοπλαστικό χαρακτήρα. Οι συγγραφείς εκείνου του καιρού δεν απαξίωναν ακόμα αυτό τον τίτλο. Τους άρεσε να γίνονται παιδαγωγοί της κοινωνίας, σκαπανείς της προόδου.

Ποια είναι η υπόθεση των «Αθλίων»; Αυτή μπορεί να διατυπωθεί κατά διαφόρους τρόπους. Ένας πρώην κατάδικος κάτεργων, ο Γιάννης Αγιάννης, που ξανάπεσε σε παράβαση και τον κυνηγά η αστυνομία, προσπαθεί να ξεφύγει την αρπάγη του νόμου. Ένας αμαρτωλός, διαγραμμένος απ’ την κοινωνία των τίμιων ανθρώπων, εξιλεώνει το παρελθόν του με πράξεις αγαθοεργίας και αυτοθυσίας. Μια συνείδηση αγωνίζεται να σωθεί απ’ τις κακές έξεις κι από τις αντιδράσεις του περιβάλλοντος, με κρίσεις και συγκρούσεις που φτάνουν σε δραματικά κορυφώματα. Ένας κριματισμένος αναλαβαίνει να μεγαλώσει και ν’ αποκαταστήσει μια πεντάφτωχη ορφανή, κι αυτό το ψυχικό το φέρνει σε πέρας μ’ αφάνταστες περιπέτειες. Δυο νεαρές υπάρξεις με ολότελα διαφορετικές αφετηρίες βλέπονται, χωρίζονται, ξανασμίγουν, γνωρίζονται και καταλήγουν έπειτ’ από θανάσιμο κίνδυνο στην ποθητή ένωσή τους. Ένας γέρος ανέραστος βασανίζεται κρυφά απ’ το μαρτύριο του ανεκδήλωτου έρωτα προς την όμορφη υιοθετημένη, την ψυχοκόρη του, που αγαπιέται αμοιβαία μ’ ένα συνομήλικό της. Η Γαλλία, προπομπός της Ευρώπης, αγωνίζεται αιματηρά για την κοινωνική χειραφέτηση, αρχίζοντας απ’ τη μεγάλη της Επανάσταση ως τις μάχες των οδοφραγμάτων και το κίνημα της δεύτερης Κομμούνας.

Αυτά όλα βρίσκονται, σ’ επάλληλα επίπεδα διασταυρωνόμενα ολοένα, μέσα στους «Αθλίους». Αλλά το βιβλίο αυτό είναι προπάντων ένα κείμενο νοσταλγίας. Το έγραψε ο Ουγκώ στην πολύχρονη εξορία του, μπροστά στο πέλαγο, από αγάπη και πόνο για την πατρίδα. Αφού την είχε χάσει στην πραγματικότητα, ήθελε να την ξαναζήσει στ’ όνειρό του. Και ίσως να την ξαναζήσει στην αιωνιότητα, αφού ήταν αμφίβολο για τον πεισματάρη αγωνιστή των εξήντα χρονών αν θ’ αξιωνόταν να ξαναδεί την πόλη των ονείρων του, το θρυλικό Παρίσι, πρωτεύουσα της αρχοντιάς, αλλά κι εστία πολιτικών ζυμώσεων. Ένας Παρισινός αναπολεί το Παρίσι του — αυτό είναι το βαθύτερο, το ανομολόγητο θα λέγαμε, θέμα των «Αθλίων». Όλα από μακριά του φαίνονται αξιαγάπητα κι ενδιαφέροντα. Έτσι εξηγείται πως δεν αρκείται να περιγράψει τους ανθρώπους και το κοινωνικό κλίμα του Παρισιού, αλλά επιμένει ονομαστικά και λεπτομερέστατα στους δρόμους κα στις συνοικίες και στους περιπάτους. Τα θυμόταν όλα απέξω; Φαίνεται πως χρησιμοποιούσε και χάρτη. Αλλά μπορούσε να ρωτάει και τους δικούς του. Ανατέμνει κιόλας το Παρίσι, κοινωνικά (με τη μελέτη του υποκόσμου), εδαφικά (με την περιγραφή των υπονόμων) και γλωσσικά (με τα κεφάλαια για την αργκό).

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο Ουγκώ, με την πείρα της ζωής του, με τον πλούτο της σοφίας του, με την απόλυτη κατοχή του γλωσσικού του οργάνου, θέλησε ν’ αφήσει ένα υπέρτατο δίδαγμα στους ομοεθνείς του και στην ανθρωπότητα. Εξήντα χρονών! Ως πότε θα περίμενε; Ανασκουμπώθηκε σαν τιτάνας κι εξακόντισε στον κόσμο τους «Αθλίους». Μέσα σ’ αυτό θέλησε να κλείσει όλη τη βιοτική, πνευματική, πολιτική και γλωσσική του πείρα. Ήταν ο ημίθεος του γαλλικού έθνους. Αναδειγμένος από νωρίς σε όλα τα είδη του λόγου, ακαδημαϊκός 41 χρονών, πατρίκιος της Γαλλίας 43, συγκλονισμένος από οικογενειακά ατυχήματα (απιστίες, θανάτους, τρέλες), ζυμωμένος στην πολιτική και δοκιμάζοντας ακόμα τις συνέπειές της, είχε αποθηκέψει μέσα του πλούσια εμπειρία, που η αδράνεια της εξορίας και η έλλειψη περισπασμών τον παρακινούσαν να την αξιοποιήσει — με τι άλλο; — με τη συγγραφή. Βάλθηκε λοιπόν να συμπληρώσει και ν’ αποτελειώσει το από χρόνια μαζεμένο υλικό του για να του δώσει τη μορφή μιας Βίβλου του γαλλικού λόγου, την πνοή μιας Θείας Κωμωδίας στο πεζό, αλλά με διαστάσεις πολλαπλάσιες, αντάξιες ενός μεγάλου έθνους και μιας ιστορικής εποχής. Έτσι έγραψε ένα βιβλίο μνημείο.

«Οι «Άθλιοι» γράφει ο Κωστής Παλαμάς — αναπτέρωσαν εις ύψη περίβλεπτα διεθνή την φήμην του». Και δίκαια — προσθέτει ο ίδιος — γιατί αυτό το βιβλίο αποτελεί ένα «είδος ρητορικού ευαγγελίου των ηθικών και πολιτικών αρετών και φραγγελίου των κακών της αστικής κοινωνίας». Παραθέτουμε και μια άλλη σημαντική μαρτυρία: «Η μεγαλοφυΐα του Ουγκώ — γράφει ο Μποντλέρ — αφιερώθηκε ανέκαθεν στην απεικόνιση όλης της τερατωδίας που εγκλείεται στον άνθρωπο». Λίγο ακόμα και φτάνουμε στον αβυσσαλέο κόσμο των παθών του Ντοστογέφσκι. Υπάρχουν στον καιρό μας εύκολοι κριτές που, εφαρμόζοντας στενά το κριτήριο της τέχνης, είναι πρόθυμοι να βρουν ελαττώματα στον Ουγκώ και στους «Αθλίους» του. Και ποιος λέει πως δεν έχει; Χαλαρή ενότητα, πλησμονή εικόνων και αντιθέσεων, διδακτικός τόνος, παραφουσκωμένοι διάλογοι ή μάλλον μονόλογοι, ψυχολογικές απιθανότητες, ωραιοποίηση κι εξιδανίκευση, μια τάση προς την εξόγκωση και το γιγαντισμό. Είναι αυτά ελαττώματα του συγγραφέα και της εποχής του. Αλλά συμβαδίζουν με τα μεγάλα του χαρίσματα, που συγκεντρωμένα στους πίνακες των «Αθλίων» με τις πρωτόφαντες φωτοσκιάσεις τους, ζεμένα στο άρμα του λόγου απ’ αυτόν το μεγαλόστομο τιθασευτή, επιβάλλουν για πάντα στη συνείδησή μας αυτό το βιβλίο σαν κατόρθωμα ενός πολυνίκη.

Μια άποψη που ενδιαφέρει πολύ τους σύγχρονους αναγνώστες είναι η ιδεολογία του συγγραφέα, η λεγόμενη κοινωνική του τοποθέτηση. Προς τα πού κλίνει; Πού κοιτάζει; Μπρος η πίσω; Αυτό βέβαια δεν έχει άμεση σχέση μ’ εμάς, γιατί ούτε στη χώρα του ανήκουμε ούτε στην εποχή του ζούμε. Αλλά μας ενδιαφέρει αλλιώτικα, εφόσον επέζησε το φιλολογικό του έργο κι έχει αποτυπώσει το πνεύμα του σ’ αυτό. Εδώ διατυπώνουμε τη σκέψη μας με υποθετική μορφή, σχηματικά, εφόσον ξέρουμε πως κανένα έργο τέχνης δεν έχει την τύχη να επιβιώσει, αν δε συμπορεύεται ή και προπορεύεται  απ’ την εποχή του, αν δεν περικλείει δηλαδή σπέρματα προόδου. Και το έργο του Ουγκώ περιέχει άφθονα τέτοια. Αυτά του δίνουν την υπεροχή σε σύγκριση με άλλα έργα μεγάλων συγχρόνων του. Εκείνα έχουν περιορισμένο στόχο, μόνο καλλιτεχνικές βλέψεις και σε όχι απλωμένο πεδίο. Οι «Άθλιοι» δεν αρκούνται σ’ αυτό: να είναι ένα καλό μυθιστόρημα, αριστούργημα έστω, κατά τον τρόπο του Μπαλζάκ ή του Σταντάλ ή του Φλομπέρ. Θέλησε να ’ναι - και είναι - κάτι παραπάνω: μια ηθική προπαίδεια των νέων, ένα εγχειρίδιο αγωγής του πολίτη, ένα διάτορο σάλπισμα ελευθερίας και ανθρωπισμού. Αυτό δεν έκαμαν οι μεγάλοι ρομαντικοί όλων των χωρών, ο Μπάιρον κι ο Σέλεϊ, ο Σίλερ κι ο Πούσκιν;

Αν ο αναγνώστης θελήσει να μάθει με ακρίβεια τις πολιτικές αντιλήψεις του Ουγκώ, δε θα του απαντήσουμε μονολεκτικά. Πέρασε από δυο-τρία στάδια. Η ανατροφή που είχε λάβει από το σόι της μητέρας του, φανατικούς βασιλόφρονες και πολύ θρήσκους, τον παρουσίαζε θιασώτη της μοναρχίας και των παλαιών ιδεών ως τα 25 χρόνια του. Κατόπι πέρασε κι αυτός την επιδημία του καιρού του: το βοναπαρτισμό. Έγινε βοναπαρτικός έπειτ’ απ’ την πτώση και το θάνατο του Ναπολέοντα. Αλλ’ αυτό ήταν μια μορφή φιλελευθερισμού όταν εκδηλώθηκε, τον καιρό της Παλινόρθωσης. Όσο προχωρούσαν τα χρόνια κι ωρίμαζε ο στοχασμός, προπάντων στην περίοδο της πικρής εξορίας, τόσο απόκλινε ο Ουγκώ προς τ’ αριστερά, δηλ. προς τις σοσιαλιστικές ιδέες και τις εκδηλώσεις των άκρων, που τις αγκαλιάζει θεωρητικά και γίνεται απολογητής τους, καθώς βλέπουμε σε πολλά σημεία του βιβλίου του. Γενικά, χρωματίζει πολύ το έργο του με τις ιδέες του, έντονα και θαρραλέα, μα όχι δογματικά και με φανατισμό. Η δημοκρατική του πίστη δεν τον τυφλώνει στις πεποιθήσεις του.

Ποιο άραγε απ’ τα πρόσωπα του βιβλίου ενσαρκώνει τον Ουγκώ; Αν και η απάντηση είναι δύσκολη βέβαια, μπορούμε να θεωρήσουμε ως βέβαιο πως προβάλλει αρκετό μέρος του εαυτού, του στο νεαρό Μάριο. Η διαγραφή αυτού του χαρακτήρα εμφανίζει πολλά κοινά σημεία με τη ζωή του Ουγκώ. Νέος, ερωτόληπτος, ονειροπαρμένος, σχετιζόμενος μ’ επαναστάτες φοιτητές, καταγινόμενος με γραψίματα εκδοτών — όλ’ αυτά, καθώς και ο γάμος του σε ηλικία είκοσι χρονών, είναι χαρακτηριστικά του μετέπειτα «Ολυμπίου». Κι εκείνος ο ολοζώντανος γεροαστός, ο Ζιλνορμάνδος ο γεμάτος σπαρταριστό κέφι, κάποτε και κυνισμό, με τη σταφιδιασμένη, εκκλησιαζόμενη γεροντοκόρη, τη θεια του Μάριου, φαίνονται παρμένοι απ’ το συγγενικό περιβάλλον του Ουγκώ. Θα ήταν αδύνατο να τους δημιουργήσει με μόνη τη φαντασία του. Αλλά κι ο αποτραβηγμένος πατέρας, ο απόστρατος συνταγματάρχης με τον τίτλο του βαρόνου, που τσακωμένος με τα πεθερικά του καλλιεργεί κάπου το περιβόλι του έπειτ’ απ’ την καταστροφή του Βατερλό, γιατί να μην είναι αυτούσιος ο πατέρας του Ουγκώ, ο στρατηγός, που ο αυτοκράτορας του είχε απονείμει και τον τίτλο του κόμητα; Δραματική, τέλος, είναι η ψυχική μεταστροφή του πριν αδιάφορου γιου προς τον πεθαμένο πατέρα του, φαινόμενο απ’ τα πιο αξιομελέτητα της ατομικής ψυχολογίας.

Αλλά δε θα ήταν τολμηρό να εικάσουμε πως υπάρχει αρκετός Ουγκώ και στα πρόσωπα των δυο γέρων του: του Ζιλνορμάνδου και του Γιάννη Αγιάννη. Στον πρώτον έβαλε ένα μέρος απ’ τη ρεαλιστική νοοτροπία του, στο δεύτερο την πλευρά της αφηρημένης ηθικολογίας του, και ακόμα κάτι βαθύτερο κάτι πιο προσωπικό: τη στάση του ηλικιωμένου ανθρώπου μπρος στον άγουρο ερωτικό καρπό που προορίζεται γι’ άλλον. Η επέμβαση του δημάρχου Μαγδαληνή για τη Φαντίνα όταν τη σέρνει ο αστυνομικός, ξέρουμε πως αντιγράφει μια πραγματική σκηνή μεταξύ του Ουγκώ και μιας γυναίκας του δρόμου. Μα και στους υπόλοιπους ήρωές του κάτι δανείζει απ’ την οντότητά του; Μήπως δε συμμερίζεται κι ο ίδιος, ως ένα βαθμό, τον ενθουσιασμό των επαναστατών νέων που ρητορεύουν τόσο εύγλωττα; Κι ο «μυστικός», Ιαβέρης, είναι κι αυτός γέννημα του μυαλού του, κάπως σχηματοποιημένο, είν’ η αλήθεια, σε μια σύνθεση όπου η απέχθεια του επαγγέλματος μετριάζεται από τη συναίσθηση του χρέους. Όλα τα ζοφερά χρώματα της απεικονιστικής δεξιοτεχνίας του ο συγγραφέας τα φύλαξε για κάπου αλλού: για το οικτρό ζεύγος Θεναρδιέρου, σαπρόφυτα των μεγαλουπόλεων, που δε βρίσκουν καμιά χάρη μπρος στα μάτια του. Αλλά, κατά περίεργο τρόπο, δυο απ’ τ’ αλητόπαιδά τους εξιλεώνονται βρίσκοντας ηρωικό θάνατο στο οδόφραγμα, μαζί με την αγνή παρέα των σπουδαστών.

Ο Ουγκώ διαφωνεί με το οπισθοδρομικό περιβάλλον των κληρικοβασιλοφρόνων, στο οποίο πίστευε άλλοτε, αλλά και πάλι δεν το αποδοκιμάζει. «Αναμνήσεις στοργής και σεβασμού, εφόσον αφορούν τη μητέρα του - ομολογεί ο ίδιος - τον συνδέουν μ’ αυτό το παρελθόν» (σελ 581 α’ τόμ.). Και τους αφιερώνει τρία κεφάλαια απ’ τα πιο νοσταλγικά του (σελ. 565—581). Αλλά και τη μνήμη του πατέρα του, του στρατιωτικού, πόσο δεν την τίμησε μεταθανάτια ο συγγραφέας! Για χάρη του επιχειρεί προσκύνημα στο πεδίο του Βατερλό, που του αφιερώνει δεκαεννιά καταπληκτικά κεφάλαια (σελ. 285—332). Και τι δεν υπάρχει εκεί μέσα: τοπογραφικό διάγραμμα, περιγραφή της μάχης, στρατιωτική κριτική, φιλοσοφική εξήγηση του γεγονότος. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Ουγκώ δεν αποδίνει την ήττα στην υπεροχή των αντιπάλων στην κάμψη των Γάλλων, αλλά σ’ ένα είδος θείας τιμωρίας, κάτι ανάλογο με την «ύβριν», την υπεροπτική ασέβεια, των αρχαίων που κεραυνώνουν οι θεοί. Αλλά το θερμότερο τόνο του, τις καλύτερες σελίδες του τις φυλάει γι’ αργότερα, όταν ιστορεί τις επαναστατικές εξεγέρσεις του Παρισιού. Αυτές του μίλησαν πιο βαθιά στην ψυχή του.

Μέσα σ’ αυτό το απίστευτης ποικιλίας και δύναμης βιβλίο υπάρχουν ολόκληρα μέρη, «παρέμβλητα», που έχουν προστεθεί στο τελευταίο γράψιμο. Αυτά είναι τα πιο ώριμα, τα πιο μεστά από άποψη στοχασμού και πρωτοτυπίας. Περιλαμβάνονται το Βατερλό, το Έτος 1817 (σελ. 117 κ. έξ.), πολιτικοκοινωνικού ενδιαφέροντος, η Παρένθεση για τα μοναστήρια (σελ. 472— 482), τα δεκατρία κεφάλαια για το χαμίνι του Παρισιού (σελ 533—551), οι Φίλοι των Αναλφαβήτων (σελ. 6Ο1—628), η πραγματεία για την αργκό (σελ. 231—248 6’ τόμου), τα σχετικά με το Λουδοβίκο-Φίλιππο και τη μεταπολίτευση του Ιουλίου 1830 (σελ. 89—118 6’ τόμ.), τα ιστορικά των παρισινών υπονόμων (σελ. 478—496). Αν προσθέσουμε σ’ αυτά και τα πέντε κεφάλαιο με τον τίτλο «5 Ιουνίου 1832», (σελ. 289—309), καταπληκτικής οξυδέρκειας πολιτικές κρίσεις κι υποθήκες, που αποχτούν μια απρόοπτη επικαιρότητα για μας τους Έλληνες έπειτ’ απ’ τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας, έχουμε μια ολόκληρη σειρά αυτοτελών μελετών απάνω σε διάφορα θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αν ήταν στη Γαλλία ο συγγραφέας, θα τις έβγαζε ίσως σε φυλλάδια ή θα τις δημοσίευε σε περιοδικά. Αλλά στην εξορία όπου βρισκόταν και για να επηρεάσει όπως ήθελε, δεν του έμενε άλλο παρά να τις ενσωματώσει στο μυθιστόρημα, έστω κι αν διασπούσαν κάπως τη διήγησή του. Πάντως τέτοιες αδρές σελίδες, με τέτοια πολιτική σύνεση και παρρησία, σπάνια συναντούμε σε άλλο συγγραφέα.

Ένα από τα πιο περίεργα μέρη του βιβλίου είναι το αφιερωμένο στην περιγραφή του Μικρού Πίκπου (σελ. 444—470). Τι λεπτομέρειες δε μας αραδιάζει για την εσωτερική διαρρύθμιση και λειτουργία αυτού του γυναικείου μοναστηριού. Μια ολόκληρη ζωή, μια μοναχική πολιτεία, κρυμμένη από τα μάτια του κόσμου, παρελαύνει μπροστά μας φωτισμένη ως τ’ άδυτα, ίσαμε τις κρύπτες των αμαρτωλών της ενοίκων και τα παιδιάτικα κουτσομπολιά των οικότροφων μαθητριών της. Από πού τα έμαθε όλ’ αυτά ο Ουγκώ; Καλά, ξεσήκωσε από συγγράμματα όσα βρήκε γραμμένα. Αλλά το υπόλοιπα; Μήπως τα φαντάστηκε; Όχι, δεν ήταν δυνατό να συμπληρώσει με τη φαντασία του ένα συγκεκριμένο, ιστορικό θέμα. Είχε και σ’ αυτά τον κατάλληλο πληροφοριοδότη. Ποιον; Την αχώριστη φίλη του, την Ιουλιέττα Ντρουέ. Κι αυτό το συνάγουμε από μια μικρή μνεία που ξεφεύγει του ίδιου. Στη σελ. 464 (α’ τόμος) αναφέρεται ως μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου μια καλόγρια με το επώνυμο Ντρουέ. Φαίνεται πως ήταν θεία, συγγενής πάντως, της Ηγερίας του ποιητή και πως η τελευταία θα έκαμε εκεί μέσα ως «εσωτερική». Τι το φυσικότερο έπειτα στα χρόνια τ’ ατέλειωτα του εκπατρισμού, να κάτσει να διηγηθεί στο συγγραφέα τις αναμνήσεις της απ’ το οικοτροφείο των καλογραιών! Αλλά και στη γυναίκα του, το πιθανό πρότυπο της παρθενικής Τιτίκας, θα χρωστάει πολλά η ενημερότητα κι η έμπνευση του Ουγκώ. Αυτές οι δυο πάντως τον βοήθησαν να γνωρίσει και ν’ αποδώσει τόσο καλά τους γυναικείους του τύπους.

Πριν κλείσουμε αυτό το σημείωμα, αξίζει να τονίσουμε ένα-δυο σημεία ακόμα. Το ένα είναι πως σχεδόν πάντα εξαντλεί το θέμα του, αναλυτικός, εμπεριστατωμένος. Δε θέλει ν’ αφήνει κενά, απορίες. Πιστεύει στην πειθώ, στη λογική. Και πολλές φορές προεκτείνει την ανάλυσή του αναδρομικά, στην αρχαιότητα. Ο κλασικός κόσμος δεν του είναι άγνωστος. Ανατρέχει συχνά στη Ρώμη και στην Αρχαία Ελλάδα, στους θεσμούς, στα πρόσωπα, στους συγγραφείς των. Ήταν συγγραφέας με γερή μόρφωση. Δε θεωρούσε τις γνώσεις σχολαστικό βάρος. Και τις επιδείκνυε μάλιστα με κάποιο καμάρι. Αλλά και σε άλλες χώρες, σε νεότερους λαούς αναφέρεται, προπάντων στην Ιταλία και την Ισπανία, όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια ακολουθώντας τον πατέρα του τον αξιωματικό στις μεταθέσεις του. Αλλά εκείνο που πρέπει να τονιστεί πάνω απ’ όλα, προκειμένου γι’ αυτό το βιβλίο, είναι ο πλούτος και η δύναμη του λόγου. Θαρρείς πως ο Ουγκώ, κάτοχος όσο κανένας άλλος του λεκτικού του, θέλησε να χρησιμοποιήσει εδώ όλο το γαλλικό λεξιλόγιο σε όλη του την ποικιλία και τους χρωματισμούς, πλουτισμένο ακόμα και με ξένες λέξεις, σε μια συγχορδία ρυθμών και αρμονίας, αυτός ο ασύγκριτος μαέστρος της γλώσσας και του ύφους. Ο μεταφραστής προσπάθησε να διασώσει όσο μπορούσε περισσότερο τη ρώμη και το κάλλος του κειμένου, ακόμα και με κάποιες θυσίες της δημοτικής. Αλλά πολλές φορές είχε την εντύπωση πως το βιβλίο αυτό ήταν μεγαθήριο κι ο ίδιος ένας θηριοδαμαστής.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA