ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

Η ΒΑΒΩ Η ΘΟΔΩ

 

 

Το πεζογράφημα που ακολουθεί βρέθηκε στα κατάλοιπα του Γ. Κοτζιούλα. Γραμμένο με μολύβι σε 43 χειρόγραφες σελίδες, έχει ένα σχέδιο εξωφύλλου με τοποχρονολογία Αθήνα 1952 και μια λευκή σελίδα με την αφιέρωση Τρισάγιο στην ψυχή της. Δυστυχώς όμως δε συνεχίστηκε ή δε βρέθηκε το χειρόγραφο μετά τη σελίδα 43, κι έτσι το αφήγημα σταματάει απότομα, χωρίς να ολοκληρώνεται.

 

Τρισάγιο στην ψυχή της

 

 

Έν’ απ’ πρώτα πρόσωπα που μαθαίνουν τα χωριατόπουλα, μαζί με τη μάνα και τον τάτα, είναι κι η βάβω: έτσι λεν στα χωριά μας τη γιαγιά.

Η δική μου η βάβω ήταν ψηλή και λιγόσαρκη, με πρόσωπο άσπρο σαν της λειτουργιάς, με μάτια πονετικά όπως στις εικόνες. Οι χειρονομίες της είχαν κάτι το σοβαρό και το ήσυχο μαζί, τα λόγια της ανάδιναν ατάραχη πείρα και το βλέμμα της μέρευε την καρδιά σου, όσο κι αν ήταν ταραγμένη. Με τον καιρό η πέτσα της φτένευε και φωτιζόταν, έτσι που χωρίς να χάσει τίποτε από τη φυσική της ζωντάνια έγινε στο τέλος σαν την όψη πόχουν οι άγιες ζωγραφιές. Και σήμερα που τη θυμάμαι, αχνή και σβησμένη στο πέρασμα των χρόνων, δεν την παραλλάζω σε τίποτε από τα γλυκά πονεμένα θώρια που κατοικούν σε παλιά ξωκλήσια, κρυμμένα σε παράμερες πλαγιές ή φουντωτές ραχούλες.

Εγώ έτυχε να ’μαι το πρώτο της αγγόνι και γι’ αυτό μ’ αγαπούσε πολύ. Με μεγάλωσε η ίδια περσότερο παρά η μάνα μου. Και την είχα συνηθίσει, την έβαλα μέσα στην ψυχή μου – είν’ αμαρτία τάχα να το πω; - καλύτερα από κείνη που μ’ έφερε στον κόσμο.

Οι γυναίκες στα χωριά το ’χουν σε καλό να ’ναι το πρωτογέννητο αγόρι, «παιδί» όπως το λεν. Κι εγώ γεννήθηκα Δευτέρα της Λαμπρής, άλλο χαϊρλίτικο.

- Αυτό κάτι θα γίνει μια μέρα, να με θυμάστε! προφήτεψε απ’ την καλοσημαδιά η Γιάνναινα του Χρίστου, γειτόνισσα και συγγένισά μας.

Ήμουν άτυχος όμως, αυτό φάνηκε απ’ τα πρώτα μου χρόνια. Μπορεί όμως να ’μουν και τυχερός, αφού γλίτωνα απ’ τα κίντυνα· δεν ξέρω.

Μια μέρα που οι δικοί μου λείπανε στο πότισμα, στα ποτιστικά χωράφια που ήταν γύρω απ’ το σπίτι, κι εμένα μ’ είχαν αφήσει να με κουνάει στη σαρμανίτσα[1] η Λάμπρω του Γιάννη, κόρη της γειτόνισσας που ανάφερα πιο πριν, αυτή, κοπελίτσα μικρή, βαρέθηκε φαίνεται το ζαγκάνισμα[2] και το σκούξιμο το δικό μου, μπορεί να μου ’δωσε καμιά δυνατότερη με το ποδάρι ή ν’ αναποδογύρισε από μόνη της η κούνια, όπως και να ’ναι, μ’ απαράτησε μπρούμυτα κι έγινε άφαντη απ’ το φόβο της. Όταν με βρήκαν ύστερα, κόντευα να σκάσω.

- Τη θερμιάρα, την κοψόχρονη!, φοβέρισε η βάβω μου. Κόντεψε να μας χάσει το παιδί. Αν τη λάβω στα χέρια μου, θα την κρεμάσω απ’ το κλιτσί[3]!

Αυτά ήταν λόγια μονάχα, χωρίς κακία από μέσα, γιατί η Λάμπρω ήρθε και ξαναήρθε στο σπίτι μας, χωρίς να την πειράξει κανένας. Και ποιος θα την πείραζε, αφού η βάβω μου την είχε κόρη του αδερφού της;

Άλλη μια φορά μ’ είχανε πάρει οι δικοί μου κοντά τους σε κάτι χωράφια όπου σκάφταν ή σκαλίζαν. Και σε μια στιγμή που δε με πρόσεχαν, πήρα από καταγής πουρναρόφυλλα και τα ’βαλα στο στόμα μου. Σκάλωσαν στο λαιμό και τρόμαξαν να μου τα βγάλουν ακούγοντας το ρέψιμο μου.

Μα το χειρότερο ήταν κάτι που μου παρουσιάστηκε στα πέντε χρόνια, κάτι σπυριά στο κεφάλι. Το σπίτι μας ήταν από πάντα ανοιχτό και περνοδιάβαιναν μουσαφιραίοι. Μια βραδιά πέρασε κάποιος ξένος και γι’ ανταπόδοση της φιλοξενίας σύστησε στον πατέρα μου ένα γιατρικό, μια αλοιφή. Μου αλείψαν τα σπυριά και πέρασαν μ’ εκείνη. Αλλά ύστερα με χτύπησε στ’ αφτί· με πονούσε και μάζευε.

- Δεν έπρεπε να κλείσουν τα σπεριά, είπε η βάβω. Αυτά είχαν το λογαριασμό τους, να βγει το χαλασμένο αίμα. Τώρα το φούντωναν μέσα το κακό. Θεός να φυλάξει από χειρότερα. Το είπα γω, αλλά δε μ’ άκουσαν…

Αυτό το πλάγιο παράπονο ήταν για τον πατέρα μου, που δεν άκουγε κανέναν, έκανε ό,τι του κατέβαζε, αγύριστο κεφάλι, αρβανίτικο.

- Είναι φάρα τριγιανταίικη, μου ’λεγε αργότερα η ίδια. Ένας Τριαντάτης, απ’ αυτούς που κάθονται πέρα στη Δάφνη, το ’χω ακουστά αφόντας ήμουν μικρή, κάποτε πείσμωσε με τη γυναίκα του, δεν ξέρω σε τι, εκεί πόκαναν χωράφι, και χωρίς να χασομερήσει, έτσι που ήταν καπνισμένος, λύνει απ’ τη ζέβλα το ’να καματερό και ζέφτει ο τρισκατάρατος τη νοικοκυρά του – αν έχει ακουστεί τέτοιο ανάθεμα πουθενά!

- Κι όργωσε η γυναίκα του, βάβω; ρώτησα με φρίκη.

- Μπόρειε να κάμει κι αλλιώς, παιδάκι μου; Θα την έθαφτε αδεκεί ζωντανή! Άπονοι άνθρωποι, καρδιά από στουρνάρι.

Κι η βάβω κουνούσε το κεφάλι της, καθώς θυμόταν εκείνα τα σκληρά χρόνια.

Ήμουν αρκετά μεγάλος πια και καταλάβαινα τις ιστορίες που μου έλεγε.

- Έχει καιρό που πέθανε η μάνα σου; τη ρώτησα μια μέρα.

- Δεν πέθανε, τη σκότωσαν.

- Τη σκότωσαν!, είπα με τρεμούλα και περιέργεια. Ποιος;

- Θέλεις να το μάθεις κι αυτό; Άκουσε.

Και μου διηγήθηκε πώς μια μέρα, εκεί που σκάλιζαν η μάνα της κι οι αδερφάδες της, σε κάτι χωράφια όξω απ’ το χωριό, απάνω στο τραγούδι και την ξεγνοιασιά τους, φανερώθηκε μπρος τους άντρας οργισμένος, μ’ άρματα στο χέρι, και δίχως να τις χαιρετήσει, δίχως να βγάλει άχνα, ξεκρεμάει το ντουφέκι του κι αρχινάει την παταριά…

- Τις σκότωσε όλες;

- Άφησε στον τόπο δυο και γλίτωσαν οι άλλες δυο. Μπορεί νάημουν κι εγώ θρακιασμένη εκείνη την ημέρα, μα είχα δουλειές εδώ και δεν πήγα να τις βοηθήσω.

- Και τι του έφταιγαν του γρουσούζη;

Η βάβω κούνησε αλαφρά το κεφάλι της, μην ξέροντας πώς να το πει.

- Να, ήθελε να πάρει την αδερφή μου και δεν του τη δίναν. Έβγαλε πως τον ξόμπλιαζαν τάχα, πως τον παραγκώμιαζαν και δε μπορούσε να σταθεί στο χωριό. Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξεμπέρδεψε τη μάνα μου και την αδερφή μου, εκείνη που δεν τον ήθελε γι’ άντρα της, διάβηκε την ίδια μέρα το ποτάμι και τρύπωσε στο ελληνικό.

- Και τι απόγινε ύστερα;

- Αλιά σ’ εκείνες που τις σκέπασε η μαύρη πλάκα. Αυτός έζησε και πρόκοψε πέρα στο Βραχοχώρι, αν έχεις ακουστά. Εκεί παντρεύτηκε, έκαμε και παιδιά.

Κοίταζα να ιδώ στο πρόσωπο της βάβως μου φλόγα οργής για το φονιά, μα δε φαινόταν τίποτ’ άλλο από ένα βουβό παράπονο για τις αδικοσκοτωμένες. Τα χρόνια πέρασαν και το απάλυναν, το ’καμαν πια καρτερία. Ήταν γραφτό της τύχης, θέλημα Θεού. Ξαναπαίρνει ποτέ ψυχή ο πεθαμένος;

 

Άλλη μια φορά μου μολογούσε πώς πρωτοήρθε νύφη στο κονάκι μας.

- Οι Τριγιανταίοι δεν ήταν δουλευτάρηδες, ούτε σεκλετίζονταν για την ανέχεια. Έτσι ήταν όλοι οι παλιοί, δούλευαν λίγο και πόρευαν με το τίποτα. Είχαν όμως σταφύλια τότε, έβγαζαν κρασί και το ’πιναν με τ’ ασκιά. Τώρα βγήκαν τα ρακιά, τα σπίρτα και ψένουν τα συκώτια τους. Γι’ αυτό φωνάζουν κάθε τόσο το γιατρό και δε βρίσκουν άκρη απ’ τις αρρώστιες…

Στάθηκε λίγο και συνέχισε:

- Όταν πρωτομπήκα νύφη σ’ ετούτο το κονάκι, δεν κάθονταν ακόμα εδώ. Το κατοικιό τους το ’χαν από πάνω στο γούπατο, μες στα πουρνάρια, εκεί που βρίσκεται ακόμα ένας τοίχος απ’ την απάνω μεριά, καθώς ανεβαίνει το χώμα. Απ’ τις άλλες μπάντες είχαν πλεμένα κλωνάρια, όπως στα καλύβια. Εκεί μέσα με δέχτηκαν νύφη. Περνάει η πρώτη βδομάδα, ξημερώνει Δευτέρα. «Άιντε, νύφη, μου λέει η πεθερά μου, σήκω να πας για πλύση». Σηκώνομαι, μαζώνω τα σκουτιά και τοιμάζομαι για το λαγκάδι. Οι Τριγιανταίοι κοιμόνταν ακόμα, διπλωμένοι στις βελέντζες. «Και να ’ρθεις γλήγορα, κοίτα μην αργήσεις», λέει η σχωρεμένη η πεθερά μου, βλάχα με κόκκινα μάγουλα απ’ το Ξεροβούνι. Οι Τριγιανταίοι κρυφογελούσαν κάτω απ’ τα στρώματά τους. Πάω στο λαγκάδι, πλένω γλήγορα, γυρίζω πίσω, βρίσκω τους νοικοκυραίους ξαπλωμένους, κι ας ήταν ο ήλιος δυο τριχιές ψηλά.

«Τι έπαθαν αυτοί, γιατί δε σηκώνονται;» ρωτάω κρυφά την πεθερά μου. «Δεν κατάλαβες, μωρ’ καψόνυφη! μου λέει. Δεν έχουν αλλαξιά να συγυριστούν. Καρτερούν να στεγνώσουν αυτά πόπλυνες, για να τα βάλουν απάνω τους· αλλιώς μπορούν να κάθουνται δυο μερόνυχτα χάμου. Έτσι τους έβρηκα, έτσι τους παραδίνω!»

Κι η βάβω γέλασε ανοιχτόκαρδα, όπως είχε κάμει παλιά κι η πεθερά της, στο φανέρωμα του άκακου μυστικού των προγόνων μου.

- Ήταν άλλη πλάση τότε, παιδάκι μου. Έτρωγαν ό,τι βρίσκαν, δε γύρευαν ξορέξια[4]. Κι αν ρωτάς από ποδεμή, άλλος είχε στο ποδάρι του μια πόχα, άλλος φόραγε τομάρι με λουριά κι άλλος περπατούσε ξυπόλητος σαν το γίδι. Κι οι περσότεροι δεν είχαν ούτε σπίτια ούτε καλύβια, μέναν μέσα στις μπιστούρες[5] με τα πράματα…

Κι αληθινά πολλές σπηλιές, απ’ όσες βρίσκαμε εμείς τα παιδιά φυλάγοντας τα ζωντανά μας, φαίνονταν μέσα καπνισμένες από κείνον τον καιρό, άσε που άναφταν κι ύστερα φωτιά τα τσοπανούδια.

- Ψωμί αγοραστό, που φέρνει τώρα καμιά βολά ο πατέρας σου απ’ το παζάρι, τότε δεν το ’γλεπαν στα μάτια τους ποτές. Τι παντεσπάνι που λεν, τι χάσικο ψωμί. Θυμάμαι κάποτε ένα συγγενή μας, το γερο-Πανταζή, που γίνηκε κλέφτης για ένα καρβέλι. Πέρναγε απ’ το ντερβένι, εκεί που ’ναι τώρα το κόνισμα, και βλέπει δεμένα στις δάφνες δυο μουλάρια. Κάποιος αγωγιάτης απ’ τα απάνω χωριά γύριζε απ’ την Άρτα, απ’ τη Φιλπιάδα με ψώνια. Κάνει έτσι ο Πανταζής, γλέπει απανωσάμαρα ένα άσπρο καρβέλι. Το ξαραθύμησε, μπορεί και να μην είχε δοκιμάσει ποτέ του ο χριστιανός. Τηράει από δω από κει, δε φαινόταν πουθενά νοικοκύρης. «Δε βαστάω άλλο, είπε, η αμαρτία στο λαιμό μου»! Αρπάζει το καρβέλι και τουφ! έκοψε κάτου, σα να τον κυνηγούσαν. Όσο να φτάσει σ’ εμάς, που μας είχε γύρισμα, μόνο η κοριά είχε απομείνει. «Καρβέλα, καρβέλα!» φώναζε κι έκανε σαν παιδί. Δεν πιστεύω να ’χε ματαπλώσει χέρι σ’ είδισμα αλλουνού, μα κείνη τη βολά τον έβαλε ο Πειρασμός, όξ’ από δω. Θεός σχωρέσ’ τον!

- Πέθανε αυτός, βάβω;

- Ου, από κείνα τα χρόνια. Κάθονταν εδώ παραπέρα στην Τσουβίτσα. Και τα χωράφια κείθε απ’ την Τζουμούλα, που τα λεν του Πανταζή, ήταν δικά του. Απόμειναν όμως χέρσα, γιατί δεν άφησε παιδιά. Έκαμε ένα δυο, του χάθηκαν μικρά. Ξεκίναγε το γιόμα, θυμάμαι, με μια μπούγλα[6] στο χέρι για να πάρει λάδι πέρα στα μαγαζιά· δεν είχαν τότε μπακάλικο στο δικό του το χωριό. Πέρναγε απ’ το κονάκι μας και κάθονταν, έπιαναν τις κουβέντες με τους δικούς μας. Μεσημεριάζαμε, στρώναμε για φαΐ, έτρωγε κι ο Πανταζής. Δειλίνιαζε, έγερνε ο ήλιος, έπεφταν τα ίσκια. «Δε θα πας στα μαγαζιά, Πανταζή;» τον ρωτάγαμε. «Τώρα σουρούπωσε, αύριο με το καλό» Και γύριζε στη γριά του με άδεια την μπούγλα. Την άλλη μέρα έπιανε πάλι τις κουβέντες, την παράλλη τα ίδια, τρόμαζε να ψωνίσει ο Πανταζής. Ήταν άναργοι οι ανθρώποι εκείνον τον καιρό, δεν έβαναν σκασίλα στην καρδιά τους, όσο παν κι όσα έρθουν. Γι’ αυτό ζούσαν πολλά χρόνια. Τώρα πάει, χάλασε η σειρά.

Μια μέρα, παίρνοντας αφορμή από κάποιο επεισόδιο στη γειτονιά μας μου διηγήθηκε την ιστορία της Αριάντως, που ήταν κι αυτή απ’ το ίδιο χωριό με τον Πανταζή.

- Αυτήν’ η Αριάντω που λέω δεν άκουγε τη μάνα της, όλο της αντιλογιόταν. Είναι κακό πράμα να γυρίζει το παιδί κουβέντα του γονιού του. Μπορεί κι εκείνος απ’ τις πολλές βολές να χάσει την υπομονή του. Αυτό έπαθε κι η μάνα της Αριάντως, ποιος ξέρει πόσα θα της είχε κάμει. Και μια μέρα δε βάσταξε, της έδωκε κατάρα. «Να ’ρθει καιρός, της είπε, να αλυχτήσεις σαν το σκυλί!» Πέθανε η γριά, πέρασαν τα χρόνια. Αλλά όπως είπε, έτσι και γίνηκε. Η Αριάντω – Θεός σχωρέσ’ την – το ’χασε και την έκλεισαν μες στο μαντρί. Εκεί αλύχταγε σαν το σκυλί, την άκουσα με τ’ αυτιά μου και τσέρμιασε το κορμί μου.

- Πώς έκανε, βάβω;

- Να… ουμ, ουμ!, όπως κάνουν τα σκυλιά. Δάγκωνε και τα ξύλα απ’ το μαντρί. Εκεί μέσα πέθανε, σαν κολασμένη. Τη διάβασαν παπάδες, τη ρέντισαν μ’ αγίασμα, τίποτε. Ήταν κατάρα γονική και δε σχωριόταν από το Θεό.

Συλλογίστηκε λίγο και πρόσθεσε, γυρίζοντας στο αρχικό θέμα:

- Αυτήν’ η προκομμένη δεν κάνει καλά που δεν τηράει τον πατέρα της. Ο καημένος ο Λαμπράκης γέρασε τώρα, έπεσε απ’ τα ποδάρια του. Θέλει κοίταμα, γεροκόμισμα, όχι να τον χουγιάζουν και να τον παρατάν όξω στην αυλή, καταγής, με πρησμένη την κοιλιά, φουσκωμένη σαν ασκί. Θυγατέρα του είναι, γέννημα δικό του, τι λόγο θα δώκει στο Θεό;

- Ξέρεις, βάβω, και σήμερα που διάβαινα από κει, τον είδα ξαπλωμένον κάτω από τη ροϊδιά. Στριφογύρναε και βόγκαε. Η μέση του ήταν σα βαρέλα.

- Θα ’χει νερόπιασμα, ο Θεός να τον λυπηθεί.

- Της χάλευε νερό κι εκείνη μουρμούριζε. Έφτυσε τότε στα χέρια του και είπε: Τφου, τφου! Άρα, κατάρα!

                              Όσες τρίχες έχ’ η απαλάμ’

                              τόση προκοπή να κάμ’…

 

- Τι λες; Την καταράστηκε! Πάει αυτή, δε σχωριέται ούτε σε τούτον τον κόσμο ούτε στον άλλον.

Κι η βάβω μου έκαμε το σταυρό της, σα να ’θελε να διώξει από κοντά μας την επήρεια του κακού.

 

Όπως μεγαλώνει το πουλάκι κάτω απ’ τα ζεστά φτερούγια της γεννήτρας του, έτσι άξηνα κι εγώ στα γόνατα της βάβως μου.

Το δεύτερο παιδί άργησε να ’ρθει, ήταν θηλυκό κιόλας, κι έτσι όλη η αγάπη, όλη η στοργή συνάχτηκε σ’ εμένα, που ήμουν επιπλέον αρρωστούλης κι αποτελούσα την αδυναμία των δικών μου. Όποιος ξένος ερχόταν, εγώ πρόβαλλα στη μέση και μάζωνα δεκάρες, φιλέματα. Όλες αυτές τις παλιές χαλκόνες μού τις έκαναν αρμάθα και τις είχα περασμένες στο λαιμό, να βροντούν και να γυαλίζουν, λιλιά[7]. Από μέσα φορούσα το γκόλφι[8], όπου είχαν σκόρδο κι αλάτι κι άλλα ξόρκια του διαβόλου.

Μια μέρα μ’ είχαν αφήσει να παίζω μ’ ένα παιδί μεγαλύτερο, το Σταύρο Κτσο. Κι εκείνος, χωρίς να τον εμποδίσω, μου ξέραψε τις πενταροδεκάρες με τα κοσαράκια και τα πήρε, αφήνοντας να μισοκρέμοναι δυο τρία, για δείγμα. Όταν με ξαναβρήκαν οι δικοί μου, ήμουν σαν αρνί ξαρματωμένο απ’ τα χαϊμαλιά του.

- Τι γίνηκαν τα λιλιά σου, γιόκα μου; ρώτησε η βάβω μου κατσουφιασμένη. Σόπεσαν πουθενά ή σ’ τα πήρε κανένας;

- Η Στάβους!, τρόμαξα να προφέρω μαρτυρώντας τον κλέφτη.

- Α, το γιορτόπιασμα[9], γι’ αυτό σε μαλαγάνευε; ξέσπασε η βάβω για τον κακό μου συμπαίχτη.

Από τότε, άμα έβλεπαν και μαζώνονταν κάμποσες δεκάρες, μου τις ξέραφταν απ’ την αρμάθα και τις άλλαζαν με ασημένια δραχμή ή δίδραχμο, για να πάρω μ’ αυτά κατιτί.

Μου ’φερναν όμως κι οι συγγένισσες κάνα καλούδι απ’ το παζάρι, αρχίζονταν από το βραγκανίδι[10], που το βροντούν στα παιδιά για να μη κλαιν, ίσαμε τα κοκκινοβαμμένα σε σχήμα τσιγάρου ζαχαράτα, και τους γλυκούς χαλβάδες που πούλαγαν οι γκέγκηδες στο γιοφύρι της Άρτας και που γλείφαμε ύστερα τα στρατσόχαρτα, να μη μείνει ούτε νυχιά από νοστιμάδα.

Ο πατέρας με τον αδερφό του, ανύπαντρον ακόμα, έλειπαν τότε τους περσότερους μήνες στο ταξίδι. Δούλευαν βαγενάδες και βαρελάδες πέρα στο Ξερόμερο, όπου τους έτρωε η λέρα. Έπιναν μαύρο κρασί, έτρωγαν σταρένιο ψωμί, μα τι το θέλεις, δεν τους πιάνονταν, ήταν άλλος εκεί ο χαβάς. Μονάχα όταν γύριζαν στο χωριό, χόρταιναν από νερό και ξαποσταίναν.

- Ο Χρίστος, δεν το τραβάει και τόσο σκοτούρα, έλεγε ο πατέρας μου για τον αδερφό του. Ούτε τον πολυμέλει για τέχνη, μισή τη μαθαίνει. Του δείχνω, τον μαλώνω, τίποτ’ αυτός. Τι είναι το μεράκι του, τ’ άλογα του Παλιούρα. Όλο στον κάμπο σκαπετάει[11].

- Άσ’ το παιδί να ξεχάσει λιγάκι, συνηγορούσε η βάβω για το μικρότερο γιο της. Έχει καιρό ακόμα. Ας πάει πρώτα στρατιώτης…

- Πρέπει να μάθει από τώρα, επέμενε ο πατέρας. Άμα αρχίσει στραβά, δε σιάζει κατόπι.

Δε σκέφτονταν όμως πως ίσως ένας απ’ τους λόγους που δεν πειθαρχούσε ο μπάρμπας μου στους κανόνες του επαγγέλματος ήταν κι ο απότομος τρόπος του δασκάλου.

- Είν’ αράθυμος ο πατέρας σου, έλεγε η βάβω. Δεν έχει υπομονή. Είναι μελίσσι, κουβαλάει στο σπίτι, μα όταν τον πιάνουν τα δαιμόνια, σε φαρμακώνει με τη γλώσσα του. Δεν ξέρω τι του φταίει, παιδεύτηκε από μικρός. Δουλεύει από εννιά χρονώ παιδί, τον έφαε η ξενιτιά κι η απλυσιά. Μπορεί όμως να ’ναι και το κλίμα του τέτοιο. Τέτοιο χούι είχε κι ο μακαρίτης ο παππούλης σου, ο γέροντας μου.

- Πώς δεν τον θυμάμαι γω τον παππούλη;

- Είχε πεθάνει τότε. Πάει από κείνο τον πόνο, το ζαράλι[12] που ’χε μέσα του. Τότε δεν ήταν γιατροί να ρωτήσουμε.  Ήταν εδώ παραπάνω στους Ραφταναίους ένας πραχτικός, ο Καραμάνης, αλλά δεν μπορούσε να κάμει τίποτα όταν ήταν πειραγμένα τα σωθικά. Τον παππούλη σου τον πονούσε το πλευρό κι όταν τον έπιανε εκείνο το βάσανο, δεν μπορούσε να ξημερωθεί. Έβανε τις κοπέλες και τον πάταγαν στο κορμί, μην του περάσει. Αλλά πέρναε με τέτοια; Οι θυγατέρες μου έκλαιγαν, μα αυτός ήταν σκληρός, δεν ήθελε κλάψες.  «Πάρτε το τραγούδι», τους έλεγε. Κι αν δεν τις άφηνε το παράπονο να τραγουδήσουν, το ’παιρνε μονάχος του. Πώς τραγουδούσε! Έπρεπε νάησουν από καμιά μεριά να τον ακούσεις. Ήταν πολύ μερακλής στο τραγούδι. Στα καλά του, όταν έβγαινε στο χοροστάσι τις γιορτές, όλοι κρέμονταν από το στόμα του. Φαντάσου, εκεί τον ζήλεψα κι εγώ…

Η βάβω σταματούσε για να σφουγγίσει κάνα δάκρυ και συνέχιζε:

- Πέθανε ψαρής, δεν είχε γεράσει ακόμα. Μ’ άφησε μονάξια, με τόσα παιδιά. Είχα τρεις κοπέλες να παντρέψω. Εγώ ξέρω τι τράβηξα όσο ν’ αξιωθούν. Κι ούτε είχα άλλη βοήθεια απ’ τον πατέρα σου, να ’ναι καλά. Ό,τι έπαιρνε, μου τα ’φερνε.

Στάθηκε λίγο, σα να δίσταζε αν έπρεπε να μου το πει, κι αποφάσισε:

- Γυρίζοντας από ένα ταξίδι του έμαθε πως είχα αποχτήσει διπλάρικα. Εδώ παραπέρα στο χωράφι του το είπαν. Ερχόταν φορτωμένος έναν τρουβά αλάτι, μια μέρα δρόμο, απ’ την Άρτα. Σαν το ’μαθε αυτό, του κακοφάνηκε τόσο πολύ, που πέταξε χάμου τον τρουβά κι από τη φούρια έβγαλε το χέρι του.

- Και γιατί του κακοφάνηκε, βάβω;

Εκείνη χαμογέλασε:

- Ξέρω κι εγώ! Δεν ήθελε, φαίνεται, άλλα αδέρφια. Ο παππούλης σου ήταν στο στρώμα. Ποιος θα τα ’βγαζε πέρα;

Σκέφτηκε λίγο κι είπε ξανά:

- Μπορεί να ’χε και δίκιο, μπήκε στα έξοδα από μικρός, τυραγνίστηκε στα ξένα. Αλλά πάλι λέω πως τέτοια είναι η φκιασιά του· καπνίζει με το τίποτα, είναι αψύς, πρόσθεσε σα να μονολογούσε.

 

Δύστυχα χρόνια περνούσαμε και τότε. Οι άντρες έλειπαν στα ξένα κι οι γυναίκες κοιτάζαν να μην ξοδευτούν, αφού οι ίδιες δεν έβγαζαν παράδες. Για να μην παίρνουν λάδι απ’ τον μπακάλη, πόρευαν με τη δική μας αρτυμή[13]. Δεν ήταν άλλωστε οι μόνοι πόκαναν τέτοια κονομία. Οι πιο πολλοί πέρναγαν με το δικό τους, δεν αγόραζαν παρά δυο πήχες πανί για πουκάμισο και λίγο πετσί για τα τσαρούχια.

- Σωπάτε, είμαστε καλά, έλεγε η βάβω μου, δίνοντας κουράγιο. Είν’ άλλοι που δε χορταίνουν ούτε το ψωμί. Να,  Φροσύνω του Τσιαχαλά, οι κουμπάροι μας οι Μπανοραίοι, που τους φέρνει κομματσούλια η Μπανόρω απ’ τη διακονιά. Εμείς βάνουμε κι ένα τρίμμα προσφάι στο στόμα μας· αυτοί το τρων ξερό.

- Γιατί δεν έχουν, βάβω;

- Δεν παν πουθενά να δουλέψουν. Θέλουν να κάθονται στο σταχτολόγο. Έτσ’ είναι μαθημένοι, από μιας αρχής.

Φυτεύαμε καμπρολάχανα στην άκρη απ’ το χωράφι και το χειμώνα που έπεφτε η πάγρα γίνονταν νόστιμα, είτε σαλάτα – «ακέρια» τα λέγαν – είτε αλευρωμένα. Δίναμε απ’ αυτά και σε άλλους που δεν είχαν ή δεν τους προκόβαν.

Μια μέρα ήρθε να γυρέψει κι η Σκυλορίνα, η κλέφτρα του μαχαλά. Η βάβω πήγε και πρόθυμα της έμασε κάνα δυο βρασιές. Κι η άλλη φαινόταν πολύ ευχαριστημένη.

- Να ματάρθεις, της είπε όταν έφυγε. Αλλά να ’ρχεσαι μέρα, όχι νύχτα.

Εγώ, Θόδω; θέλησε να δικαιολογηθεί εκείνη.

- Όχι τίποτ’ άλλο, συνέχισε η βάβω ειρωνικά, αλλά μην αντραποδηθείς και πέσεις αυτού στα τοίχια π’ ανεβαίνεις.

Η άλλη έσκυψε λίγο το κεφάλι:

- Εγώ, Θόδω, δε μάλαξα δικό σας πράμα.

- Ξέρω γω, επέμενε η βάβω. Ποιος μου χάλασε τη φτήστρα στο χωράφι το πατνό; Αλλά χρειάζονται τα λάχανα, γλέπεις, δεν πρέπει να τα πειράζουμε μικρά.

Η άλλη δε μιλούσε.

- Άιντε τώρα και να ματάρθεις, τ’ ακούς;

Η Σκυλορίνα έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι.

Το είχε συνήθειο αυτό η βάβω: να μην αφήνει το φταίχτη χωρίς παρατήρηση, μα όχι, ποτέ προσβλητική.

Άλλη μια φορά, εκείνον τον καιρό περίπου, είχαν κλέψει μια γίδα της θειάκως μου της Ζωίτσας, αδερφής του πατέρα. Ο άντρας της έλειπε στην Αθήνα και την προστάτευε ακόμα η βάβω, αν και η θυγατέρα της είχε παντρευτεί σε ξένο μαχαλά, στην άλλη άκρη του χωριού.

Ρώτησαν από δω, ρώτησαν από κει, τον βρήκαν τον κλέφτη. Τον μάντεψαν καλύτερα, γιατί δεν τον έπιασαν με το σφαχτό. Ήταν ο Γιάνν’ Κτσός με τ’ όνομα, που έμεινε κείθε στα Χέλια. Κάθε γειτονιά είχε τον κλέφτη της, ήταν μετρημένοι αυτοί και πασίγνωστοι. Και παίρναν απ’ τα έρμα, από κει που δεν ήταν άντρας να φυλάει, να του ’χουν το φόβο.

Τι να κάμ’ η θειάκω μου, τον ζύγωσε και τον έπιασε με το καλό:

- Μπαρμπα-Γιάννη, του είπε, είμαι φτωχιά γυναίκα και δεν έχουν γάλα τα παιδιά μου. Θέλω να μου βρεις τη γίδα.

- Τώρα γίδα; της απάντησε αυτός. Ούτε κόκαλο δε θα ’χει μείνει!

- Μωρέ, είναι ζωντανή κι άμα θέλεις τη βρίσκεις.

- Και πού ξέρω γω ποιος την πήρε;

- Είσαι άντρας εσύ, γυρίζεις όξω και μαθαίνεις.

Βλέποντάς τον σα δισταχτικόν, θέλησε να τον μαλακώσει πιο πολύ:

- Άμα μου κάνεις αυτό το καλό, εγώ θα σε φιλέψω ένα κουτσέλι. Τώρα άρχισε να λαλεί. Από κει που θα το ’τρωγα με τα παιδιά μου, σ’ το χαλαλίζω εσένα.

- Να ιδούμε, είπε αόριστα ο Γιάνν’ Κουτσός.

Αλλά οι μέρες περνούσαν και δε γινόταν τίποτα.

Στο τέλος πήγε και τον ηύρε η βάβω μου. Τον ζόρισε, τον έβαλε στα δυο στενά: «Από σένα τη θέλω τη γίδα».

- Για στάσου, μωρ’ Γιάνναινα, της λέει κι εκείνος. Μου φαίνεσται πως την έχουν παρμένη από δω από πέρα.

- Από πούθε είπες;

- Από πέρα απ’ το ποτάμι.

- Ου, οι μαυρογόνατοι αραδίζουν πέρα δώθε.

Μαυρογόνατους έλεγαν τους κάτοικους της αντικρινής Τζούμας, τάχα είχαν μαύρα τα γόνατα απ’ την απλυσιά, σάμπως οι δικοί μας πλένονταν συχνότερα από κείνους.

- Πώς το λες, έτσι απ’ το μυαλό σου; επέμενε η βάβω, να βρει άκρη.

- Μου φαίνεσται κάπου την είδα, σ’ ένα μαντρί, πέρα στο Με’ αμπέλι. Μια γκόρμπα[14] δεν ήταν;

- Γκόρμπα με το ’να κέρατο τσακισμένο στην άκρη.

Επειδή η βάβω δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία (μόλο που δεν πολυπίστευε στα λεγόμενά του), συμφώνησαν να περάσουν αποβραδίς το ποτάμι οι δυο τους και να παν στο ξένο μαντρί, νύχτα, για να ιδούν χωρίς να φανερωθούν στο νοικοκύρη.

Οδηγός στο πέρασμα ήταν ο Γιάννης Κτσος, που κατοικούσε κοντά στο ποτάμι κι ήξερε τον πόρο. Η βάβω ήταν ζήτημα αν είχε ξαναμπεί σε τόσο ρέμα. Ωστόσο μ’ ανασηκωμένο το φουστάνι της, κάτω απ’ την αστροφεγγιά του καλοκαιριού, ακολουθούσε το γεροκλέφτη. Πρόσεξε όμως πως την τραβούσε όλο στα βαθιά.

- Ε, πού πάμε; τον ρώταγε ολοένα.

- Έλα κοντά μου, της έλεγε εκείνος.

Αλλά το νερό της ανέβαινε τώρα απάνω απ’ το ζουνάρι, σε κάθε πατησιά βυθιζόταν όλο και πιο πολύ. Σε μια στιγμή την έζωσαν οι υποψίες.

- Πού με πας, μωρ’ αντίχριστε; του λέει; Βάλθηκε να με πνίξεις, άμαθη γυναίκα;

- Σχιάχτηκες, μου φαίνεσται, της είπε εκείνος, που μπορούσε να διαβεί και κατεβασμένο το ποτάμι, κολυμπώντας.

- Εσένα να σκιαχτώ, μωρ’ αχαΐρευτε; τον αποπήρε. Εγώ με κυνηγούσε η τουρκιά και δε φοβήθηκα…

Τον ανάγκασε να γυρίσουν πίσω και δεν έπαυε να τον παίρνει απ’ το κοντό:

- Φτάνει αυτό που με παίδεψες απόψε. Τράβα τώρα να φέρεις τη γίδα.

- Πού να τη βρω; Είν’ από πέρα.

- Δεν είν’ από πέρα. Εσύ την έχεις εδώ μεριασμένη.

- Θα με πάρεις στο λαιμό σου, της είπε ψευτοκλαίγοντας.

- Έχεις στόμα και μιλάς, α; Γλήγορα σου λέω.

Με τα πολλά τον κατάφερε και την οδήγησε στον κρυψώνα, μια παράμερη σπηλιά, όπου είχε δεμένη τη γίδα. Για να σκεπάσει την πομπή, της ζήτησε τον κόπο του, τάχα πως είχε φέρει το σφαχτό από πέρα, όπου το άρπαξε απ’ τον άγνωστο κλέφτη.

- Θέλεις και βρετίκια, ε; Θα βγω στο χωριό να  σε κάμω σουργούνι[15], κλέφταρε, θεομπαίχτη, τον μάλωσε με όλο της το δίκιο η βάβω.

- Αμάν, Θόδω, μη με βγάλεις στο φώρο, έτσι να ζήσουν τα παιδιά και τ’ αγγόνια σου, την παρακάλεσε ταπεινά ο Γιάνν’ Κτσος.

- Εγώ δε σε μαρτυράω, κακομοίρη μου, αλλά σε ξέρουν όλα τα χωριά, πέρα και δώθε.

Η θειάκω Ζωίτσα δεν πίστευε τα μάτια της, όταν είδε τη γίδα ζωντανή, γλιτωμένη με την αξιάδα της βάβως.

- Τώρα μάνα, που γλιτώσαμε το κουκουτσέλι, θα το σφάξω να το φάμε μοναχές μας.

- Φύλα το να το πουλήσεις να πάρεις τίποτε για τα παιδιά σου. Εγώ έχω και κότες και κοκότια στο σπίτι· άμα μου ’ρεχτεί για φαΐ, της απάντησε η βάβω.

Ήθελε να βοηθάει τον άλλον, χωρίς να του γίνεται βάρος.

Πριν βάλει νύφη μέσα στο σπίτι της η βάβω, είχε παντρέψει δυο θυγατέρες. Μόνη της ήξερε με τι βάσανα τα ’βγαλε πέρα.

Αυτές ήθελαν τα σκουτιά τους, τα τσόλια[16] τους, τα πέρα δώθε. Όσο και να μην ήταν αλαίμαργοι τότε οι γαμπροί, δεν μπορούσες πάλι να βγάλεις τον άνθρωπο σου ζάρκο, χωρίς τα χρειαζούμενά του. Προσκέφαλα, τσουρέπια, ποδιές, μαντίλια του κεφαλιού, όλα είχαν το λογαριασμό τους κι ας μην ήταν περασμένα σε κάνα χαρτί. Τα γίδια μας όμως ήταν μονάχα καμιά δεκαριά και τα πρόβατα ακόμα λιγότερα. Από πού να περισσέψει μαλλί για τόσες βελέντζες, κι ας μην ήταν φλοκιαστές;

Τα Γιάννενα δεν είχαν ακόμα λευτερωθεί, για ν’ αρχίσουν οι πραμάτειες με το σαμαροσκούτι, που έσωσαν αργότερα τόσες φτωχές κοπέλες. Έπαιρναν μαλλί, το ’γνεθαν μέρα νύχτα, κάθοντας ή περπατώντας, το ύφαιναν μόνες του, το γένωναν στο μύλο κι ήταν πια έτοιμο για πούλημα. Έτσι διαφόρευαν κάτι κι αυτές, αγόραζαν κάνα ποκάρι[17] παραπάνω για τον εαυτό τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο κάναν σιγά σιγά τα προικιά τους.

Εκείνον τον καιρό όμως η αγορά ήταν κλειστή και οι γυναίκες δύσκολα ξανοίγονταν σε στράτες μακρινές. Για να φτάσεις στο παζάρι, έπρεπε να περάσεις από καρακόλια[18] με ζαπιτιέδες[19] κι από ερημιές όπου φώλιαζαν κλέφτες. Αλίμονο σ’ απροστάτευτα θηλυκά που θα τους έπεφταν στα χέρια.

Αλλά η χρεία σε βγάζει παλικάρι. Η βάβω μου, φυλάγοντας τις κοπέλες της, φοβόταν λιγότερο για λόγου της κι ανέβαινε συχνά στο Ξεροβούνι, με κάναν άλλον πάντα συντροφιά. Εκεί ψηλά ήταν τα βλάχικα κονάκια κι από την άνοιξη και πέρα, που γύριζαν απ’ τα χειμαδιά, τους τρυγούσαν οι δικοί μας με τίποτε φρούτα, πότε σκάμνα[20], πότε κορόμηλα, και παραπέρα με σύκα και σταφύλια. Τ’ ανέβαζαν όλη νύχτα, φορτωμένα στην πλάτη, και τους τα ’φερναν το πρωί δροσερά στις καλύβες. Οι βλάχοι, μπουχτισμένοι απ’ τα γάλατα και τα τυριά, ήθελαν κάτι να ξεδιψάσουν, να ξεπικρίσει το στόμα τους, και να, πάνου στην ώρα, έφταναν ετούτοι με τα καλάθια. Τους τα κράταγαν χωρίς παζάρια και τους έδιναν αρτυμή ή  μαλλιά, ό,τι προτιμούσαν. Άμα αναμέραγαν οι άντρες, τραβώντας για το κοπάδι, οι βλάχισσες, πάντα πονόψυχες, πρόσθεταν κάτι παραπάνω, προπάντων για μεσόκοπες γυναίκες που είχαν τσιούπρες για παντρειά. Πολλές φορές τους πέρασε αυτούς τους ανήφορους η βάβω μου, έχοντας και την ιδέα για ισκιωτικά, σε μέρη όπου τύχαινε να ’χει σκοτωθεί κανένας και βούιζε τη νύχτα το αίμα του, έτσι που να κόβονται τα ήπατά σου, άμα δεν ήξερες να ξορκίσεις το δαίμονα με το Πάτερ ημών, έστω και με την αρχή του μονάχα. Η βάβω όμως θυμόταν αυτά τα ιερά λόγια, τα συγκρατούσε στο νου της μαζί με τις άπειρες γιορτές και το τυπικό τους – ζωντανό καλαντάρι – κι άμα άκουγε κανένα σκούξιμο απ’ το λαγκάδι (γιατί ο Πειρασμός έπαιρνε πολλές μορφές, γινόταν πέτρα που γυάλιζε, σκύλος π’ αλυχτούσε), φυλαγόταν να μη βγάλει φωνή τρόμου, γιατί θα ’χανε τότε τη λαλιά της, μόνο σιγομουρμούριζε, πιο πολύ με το μυαλό παρά με τη γλώσσα, εκείνα τα βλογημένα λόγια τα θαυματουργά και το κακό ξεθύμαινε, διαλυόταν μέσα στο σκοτάδι, χτυπημένο κι από τη δύναμη άλλου όπλου θεϊκού, αφού η γιαγιά μου δεν έπαυε να σταυροκοπιέται όλη αυτή την κρίσιμη ώρα.

- Α, να ’ξερες, παιδί μου, τι λαχτάρες που πέρασα γω! αυτό μονάχα μου ’λεγε ύστερ’ από χρόνια.

Τις νύχτες του χειμώνα, εκεί κατά το Γενάρη, καθώς καθόμασταν γύρω απ’ τη γωνιά με τ’ αναμμένο κούτσουρο, ακούγονταν όξω, στον αέρα, παράξενες κραξιές.

- Τι πουλιά είν’ αυτά, βάβω; τη ρωτούσα ζωηρά.

- Τσώπα, παιδί μου, τσώπα! Είναι καψιούρηδες.

- Και γιατί λαλούν τέτοια ώρα;

- Δε λαλούν· σιουράν, πανάθεμά τους.

Κι έκανε πάλι το σταυρό της, σα να ’θελε να ξορκίσει τα περαστικά νυχτοπούλια.

Με μάθαινε να μη βγαίνω όξω τη νύχτα μοναχός μου κι ύστερ’ από το φαΐ μ’ έβανε να σταυροκοπιέμαι πολλές φορές ή, όταν ήταν σαρακοστή, να κάνω και μετάνοιες. Άμα κουραζόμουν με μάλωνε:

- Δε γλέπεις εμένα; Τα γόνατά μου δε βαστά κι όμως φτάνω τις σαράντα. Τόσες μέρες έχει τούτη η σαρακοστή.

Μ’ έπαιρνε και κοιμόμουν μαζί της. Το ήθελα εξάλλου κι εγώ.

Η μάνα μου, αποσταμένη απ’ τις χοντροδουλειές, δεν είχε όρεξη για κουβέντες, ούτε και ήξερε τραγούδια ή παραμύθια, σαν τη βάβω. Εκεί που έγνεθε ή έπλεκε μπρος στη φωτιά, νύσταζε κι ενώ εξακολουθούσαν να δουλεύουν τα χέρια της, μηχανικά, σαν αυτόματα, έγερνε, έγερνε και κόντευε να πέσει.

Ε, νύφη! Πάλι το προσκύνημα αρχίνησες; Προσκύνησες μια βολά, τότε! της έλεγε η βάβω, εννοώντας τη βραδιά του γάμου της.

- Α! πλάιωσα πάλι; έλεγε απλοϊκά η μάνα μου ανοίγοντας με δυσκολία τα μάτια της.

- Πέσε τώρα να κοιμηθείς. Έχει κι αύριο μέρα ο Θεός. Δε σώνονται οι δουλειές.

Αυτή όμως κι εγώ βιαζόμασταν να κοιμηθούμε. Μου ’λεγε το ’να, τ’ άλλο και περνούσε η ώρα. Ψέναμε και κολοκυθόσπορους στο γωνολίθι ή παπαδίτσες, που ξεπετιόνταν, στον ψήστη.

«Μια βολά κι έναν καιρό ήταν ένας αφέντης κι είχε ένα δούλο που του φύλαγε τα γίδια. Αυτός ο γιδάρης ήταν μισοχαμένος, να, σαν τον Γάκη Παταριά, εδώ παρακάτου. Μια μέρα λέει ο αφέντης στο δούλο: - Το βράδυ που θα γυρίσεις, θέλω να μόρθεις με τα γίδια αμπδούντα[21] και γελούντα! Τι να κάμει κι αυτός, τους γδέρνει τα σαγόνια, τους κόβει και τα γόνατα. Όταν είδε έτσι τα γίδια του ο νοικοκύρης, έβαλε τις φωνές: - Τι τα σακάτεψες, μωρέ; - Έτσι δε μου είπες, αφέντη; να σ’ τα φέρω αμπδούντα και γελούντα…»

Ο απλός μύθος δένονταν με τα γνώριμα πρόσωπα, με τα γνώριμα ζώα, γινόταν οικείος και πιστευτός, καταστάλαζε μέσα στην ψυχή.

Από πάνω ερχόταν και το τραγούδι, εύθυμος σκοπός, από τον ίδιο κύκλο της αλήθειας κι αυτός:

                    Γιάνναινα, μωρ’ Γιάνναινα,

                    Γιάνναινα, Γιαννάκαινα,

                    να μην πας στα Γιάννινα

                    και μας φέρεις βάσανα…

Το τραγούδι αυτό μου θύμιζε τη γειτόνισσά μας τη Γιαννάκαινα. Ήταν το πιο κοντινό μας σπίτι, ήμασταν μια πόρτα, που λεν. Κι η βάβω μου δεν έπαυε να την παινεύει.

- Ο καλός ο γείτονας, έλεγε, είναι καλύτερος κι απ’ αδερφό.

Ήθελε να ειπεί πως με τον αδερφό σου, όσο αγαπημένοι και να ’στε, έρχεται ώρα που χωρίζετε, καθένας πάει στο κονάκι του, ή που τσακώνεστε κιόλας, απάνω στη μοιρασιά. Ο γείτονας όμως, άμα βγει τίμιος, πρόθυμος για ώρα ανάγκης, αξίζει παραπάνω από συγγενή.

- Έχουμε δω μια ζωή και λόγο δεν αλλάξαμε, έλεγε η βάβω μου για τη Γιαννάκαινα. Ό,τι χρειαζόμαστε το βρίσκουμε η μια στην άλλη. Ποτέ δεν κρατάει δανεικό. Κι ούτε λερώνει τα χέρια της με ξένος έχος.

Αυτό ήταν το κυριότερο απ’ τα χαρίσματά της: δεν  έκλεφτε. Οι άλλες, ποια λίγο, ποια πολύ, θα ’καναν τη ζημιά. Η Γιαννάκαινα όμως ήταν γερόντισσα όπως η βάβω μου και τυπική σαν αυτήν. Παστρική με το παραπάνω, νοικοκυρά σε όλα της, δεν είχε ούτε παραγλεπιές ούτε κουρκουσουριά.

- Να, δεν τη γλέπετε; Όποτε βγάζουν το μέλι, θα μας φέρει κι εμάς καμιά κερήθρα στον ταβά. Κι άμα πλένουν τις πίτες, θα μας γιομίσει την τέντζερη χούμελι[22].

Τι γλυκό που ήταν αυτό το χούμελι! Και πόσο ήθελα να ’τρωγα ένα καπάκι μέλι μοναχός μου! Αλλά εμείς δεν είχαμε μελίσσια. Ο μόνος που είχε κρινιά σ’ όλον το μαχαλά ήταν …. …. … Γιαννάκη Γιώργο Μάνθος. Οι μέλισσες έβοσκαν στο γούπατο απάνω απ’ το σπίτι τους, βύζαιναν τα μυρωμένα βοτάνια που φύτρωναν ανάμεσα στις δάφνες και γέμιζαν δυο φορές το χρόνο τις στρόγγυλες γκουτσιούπες, τις κυψέλες, καμωμένες από κομμάτια κορμών και στημένες στ’ απόγωνο, να μην τις πιάνει ο αέρας.

Οι δυο γερόντοι ζούσαν μοναχοί τους. Οι γιοι τους είχαν παντρευτεί, μπήκαν σώγαμπροι, φύγαν από κει. Η Γιαννάκαινα δεν έκανε με νύφη, αυτό το ήξεραν όλοι. Αλλά δεν αποδειχνόταν η ίδια, έβανε σουβλιές στο γέροντά της και τσακωνόταν εκείνος με τ’ αντρόγυνα. Αυτή έπιανε την άκρη κι έκανε γούστο, πάλι κρυφά.

- Να ιδείτε, και με τη Θύμιαινα θ’ αναπιάσουν τα προζύμια, προφήτεψε χαιρέκακα η γειτονιά.

Θύμιαινα ήταν η τελευταία νύφη, από το διπλανό χωριό. Μ’ αυτήν πια έγιναν τα μεγαλύτερα τσακώματα. Στην αρχή τα πεθερικά τούς έβγαλαν από το σπίτι κι εκείνοι ζήτησαν άσυλο στο καλύβι. Αλλά κι εκεί δεν τους άφησαν ήσυχους. Γκρίνιαζαν όλη μέρα. Ώσπου το τέλος ο Γιαννάκη Γιώργο Μάνθος, αυτός ο αμίλητος άνθρωπος, ο αφοσιωμένος στα σιδερικά του, άναψε για καλά, παρακινημένος πάντα απ’ τη γερόντισσά του, και μια μέρα τον είδαμε ν’ ανεβαίνει αγριεμένος στο γούπατο[23] κι από κει ν’ απολάει μια θεόρατη πέτρα, ένα μουχάλι, καταπάνω στην καλύβα και στα κεφάλια των παιδιών του. Πώς γλίτωσαν, ήτανε θάμα.

- Πού είστε, μαχαλιώτες! Μας σκότωσε ο σκυλόγερος! ξεφώνισε η νύφη τρέχοντας αναμαλλιασμένη, ενώ ο πεθερός της την κυνηγούσε φοβερίζοντας και βλαστημώντας.

Η ξένη γυναίκα ανατρόμαξε από τότε και δεν ξαναπάτησε στο σπίτι. Σε κάμποσον καιρό πέθανε ο άντρας της κι έμεινε χήρα. Μα της έμεινε για πάντα ο φόβος από τα Μανθαίικα.

Εκείνον τον καιρό ζούσε ακόμα ο μικρότερος γιος τους ο Σταύρος. Σ’ αυτόν είχε την απαντοχή της η Γιαννάκαινα. Ίσως για χάρη αυτουνού τσακωνόταν με τις άλλες νύφες και τις έδιωχνε, προετοιμάζοντας, σα να λέμε, τη θέση για τη δική του γυναίκα, τη μελλούμενη.

Κάθονταν οι τρεις τους σ’ ένα σπιτάκι που μόλις τους χώραγε. Οι άνθρωποι τότε δεν έδιναν σημασία – ίσως και να μην είχαν τα μέσα – να χτίσουν κατοικιά της προκοπής. Γι’ αυτό τα κονάκια τους λίγο διαφέραν από τα μαντριά για τα γίδια ή τα γελαδοκάλυβα, ίσα ίσα να τρυπώνουν μέσα και να προφυλάγουνται από τις κακοκαιρίες.

Λοιπόν το σπίτι της Γιαννάκαινας ήταν μια σκοτεινή τρύπα με μια πορτούλα που μόνο νάνος θα την περνούσε μ’ ευκολία· παράθυρο δεν είχε πουθενά. Η σκεπή του ήταν ίσαμε τη γης από την απάνω μεριά, όπως στις περισσότερες κατοικίες άλλωστε, και για να μην πηδάν τα γίδια και σπάνε τις πλάκες, έφραζαν το μέρος με κάτι αγκαθωτά χαμόκλαδα, μουρζιές. Όταν έμπαινες μέσα, έπρεπε να ’χει αναμμένη φωτιά για να ιδείς το συγύριο, τα χρειαζούμενα του νοικοκυριού. Και του κάκου θα ’ψαχνες για έπιπλα, ούτε κρεβάτι ούτε ντουλάπα ούτε καρέκλες· το πολύ πολύ κάνα σκαμνί και μια τάβλα.

Τ’ αργαστήρι του Γιαννάκη Γιώργου Μάνθου ήταν απ’ όξω, στο ύπαιθρο. Εκεί, στην αυλίτσα, στ’ αστράκι το στρωμένο με κάπως λείες πέτρες (όχι πλάκες από το λαγκάδι – πού καιρός για τέτοια χασομέρια!), καθόταν ο νοικοκύρης διπλοπόδι κι έχοντας αραδιασμένα εκεί μπροστά του σίδερα λογής λογής πολεμούσε να τα διορθώσει, να τα συγκολλήσει, να τα τροχίσει. Τα περνούσε από μια μέγγενη, μπηγμένη μόνιμα σε ξύλο πελεκητό, που του χρησίμευε μαζί και για στέριωμα των ποδιών, και τα χτύπαγε με το σφυρί, τσαγκάναγε όλη την ώρα. Από μέσα, στην άκρη του σπιτιού, είχε κι ένα φυσερό με κάρβουνα αναμμένα, όπου πάγαινε κάθε τόσο και πύρωνε τα μέταλλά του, σουγιάδες, μαχαίρια, κλαδευτήρια, ακόμα και κουμπούρια, φίστες του κυνηγιού ή μεγάλα ντουφέκια, που του κατέβαζαν δασύτριχοι βλάχοι απ’ τα βουνά.

Με τον καιρό τα μάτια του δε χώριζαν καλά και φόραγε γυαλιά περασμένα στ’ αφτιά μ’ ένα λιγδωμένο σπάγκο. Ματογυάλια φορούσε κι η γριά του, αν και σπάνια το συνήθιζαν αυτό οι γυναίκες.

Παρόλο που ο γερο-Ήφαιστος της γειτονιάς μας δε σήκωνε κεφάλι απ’ τη δουλειά του (γιατί ούτε στο μεσοχώρι έβγαινε ούτε σε μαγαζί ποτέ του), ήταν μυστήριο πώς από τέλη Αυγούστου και πέρα, την εποχή της καρποφορίας, είχε άγρυπνα τα μάτια του στις συκιές, που βρίσκονταν ωστόσο παράμερα απ’ το σπίτι, και μόλις κανένας διαβάτης ή παιδί της γειτονιάς έσωνε απ’ τη ρούγα κάνα κλωνάρι ή δοκίμαζε ν’ ανέβει σε καμιά λιβανή, καμιά μούργκα, αυτός πετιόταν απάνω και τα κυνηγούσε με τα στούμπια[24]. Μα πιο πολύ τα παιδιά φοβόνταν τις φωνές του, όλο γεροντική εμπάθεια.

- Α, μωρέ ζαλοταραμένα! Δε θα σας βοδώσω πουθενά; Τι παντεχαίνετε!...

Είχαν και μια καρυδιά που κάμποσα κλωνάρια της περνώντας το σύνορό μας, τ’ αυλάκι που κατηφόριζε, απλώνονταν προς το δικό μας χωράφι. Αυτά τα καρύδια μου φαινόταν πως ανήκαν σ’ εμάς, μια που δεν είχαμε κιόλας τέτοιο δέντρο εμείς. Αυτή ήταν κι η γνώμη των δικών μου, που έβρισκαν πως η ξένη καρυδιά με τον ίσκιο της εμπόδιζε κάμποσες ρόκες[25] μας να ψωμώσουν. Έσωνα από καμιά καρύδα κρυφά, μα φοβόμουν το γέροντα.

- Στη Γιαννάκαινα να ’χεις το νου σου, μ’ ορμήνευε η βάβω για την αθώα κλεψιά μου. Εκείνος δε γλέπει. Αυτή του μαρτυράει…

Άλλη μια φορά την άκουσα να μολογάει, σε άλλους μεγαλύτερους:

- Είναι πόνηρο μελέτι[26] οι Μανθαίοι, διατάνοι σωστοί. Έρχονταν εδώ τα βράδια ο Κώστα Γιωργούλας ο γαμπρός τους, ο πατέρας του δικού μας του Κατερίνη. Είχαν κάτι κολοκύθια κατακίτιρα, γεροντιασμένα, τα ζήλεψε ο καψαρός. Τον είδαν αυτοί και του διάλεξαν ένα μεγάλο, να το πάρει μαζί του. «Θα φκιάστε μια κολοκυθόπιτα να γλείφετε τα δάχτυλά σας», του είπαν. Ήταν νύχτα που έφυγε και στο δρόμο ένιωθε το κολοκύθι να κουνιέται από μέσα, σάμπως να κλοκιόταν. Το παραδίνει στη γυναίκα του, την παλιο-Κατερίνη, το κοιτάει εκείνη στο λυχνάρι και γλέπει μια μεγάλη σφήνα, κομμένη και ματαβαλμένη: Την τραβούν με το σουγιά και ξεθέωσε το σπίτι. Οι Μανθαίοι, για να κάμουν χάζι με το γαμπρό τους, είχαν γιομίσει το κολοκύθι με μαγαρισιές!

 

Αυτός ο Κατερίνης, που ανάφερε η βάβω μου, ήταν γαμπρός της από θυγατέρα, τη Ρίνα, που την έλεγαν ύστερα και Κατερνούλα.

Κάθονταν όλο στο σπίτι, δεν ταξιδεύονταν ποτέ του. Δεν είχε ανάγκη να πάει στα ξένα, αφού η τέχνη του είχε πέραση στον τόπο. Ήταν κι αυτός σιδεράς, οπλοδιορθωτής, σαν το Γιαννάκη Μάνθο το μπάρμπα του. Την τέχνη του μπορεί να την έμαθε από κείνον, μπορεί κι απ’ τον πατέρα του που είχε πεθάνει από νωρίς. Η μάνα του η παλιο-Κατερίνη, που τον είχε μοναχοπαίδι, ακούστηκε στον καιρό της με Τούρκους, με τζανταρμάδες[27], δεν ήταν σόι γυναίκα.

Η βάβω μου δεν πολυδιάβαινε απ’ το κονάκι τους στ’ Αγνάντιο, όσο ζούσε εκείνη. Η Ρίνα όμως ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας, αφού η απόσταση κιόλας ήταν μικρή. Μας βοηθούσε στο σκάλο[28], στο πότισμα, στα ξεφλουδίσματα, πάντα με το γέλιο στο στόμα, πάντα με πρόσχαρη καρδιά. Μα όταν τελείωνε η χωραφοδουλειά και την καλούσαν στο σπίτι για φαΐ, θα ρώταγε για τον πατέρα μου:

- Απάνω είν’ ο Κωσταντάκης;

Αν ήταν αυτός εκεί, η Ρίνα δεν ερχόταν.

- Δεν πειράζει, μάνα. Τρώω στο κονάκι μου.

Της κακοφαινόταν της βάβως μου, αλλά δεν επέμενε να την κρατήσει.

Γιατί έφευγε η Ρίνα μακριά απ’ τον πατέρα μου; Γιατί κι εκείνος δεν την αναγόρευε ποτέ ή κατέβαζε τα φρύδια, όταν έλεγαν τ’ όνομά της μπροστά του; Ήταν ένα μυστήριο αυτή η διχόνοια κι άργησα πολύ να μάθω την αιτία.

Με την Κατερίνη ωστόσο τα πάγαιναν καλά. Ήταν προσεχτικός στο φέρσιμό του, δεν τα τσούγκριζε εύκολα. Κι όποτε βαρούσε λαγό, γιατ’ ήταν σπουδαίος κυνηγός, θα μας έστελνε κι εμάς μερίδιο. Γι’ αυτό τού είχε συμπάθεια η βάβω, γι’ αυτό κι επειδή ίσως ήταν φτωχός.

Δεν είχε χωράφια. Δηλαδή τα λίγα ξερικά που βρέθηκαν γύρω στο σπίτι έπρεπε να πιάσει βροχή για να καρπίσουν, αλλιώς δεν έδιναν ούτε το σπόρο. Το σοβαρότερο ήταν που δεν είχε ούτ’ ένα ποτιστικό χωράφι, ούτ’ ένα κομμάτι για κήπο. Κι ο κήπος στα χωριά μας είναι δεύτερο κοπάδι· γάλα και λάχανα, αυτά τα δυο βαστάν τη φτώχεια.

Μόνο αργότερα σκέφτηκε ο Κατερίνης να σιάξει το λάκκο απάνω στη βρύση μας, την Αραϊδόβρυση, όπως τη λέγαν (αντί Νεραϊδόβρυση), να τον βουλώνει και μ’ εκείνο το μαζωμένο νεράκι να δροσίζει λίγο τα ξερολάχιδά του, μ’ όλο που το χώμα ήταν κατάστεγνο και το ’πινε στο δρόμο, ώσπου να φτάσει. Μάζωναν ωστόσο καμιά κολοκυθιά, κάνα φασούλι χλωρό. Κι άρχισαν να γεννιόνται τα παιδιά, που δεν τα προφταίναν στο φαΐ.

Καλός ήταν ο Κατερίνης, μα είχε το ιδίωμα να πίνει. Άμα σουρούπωνε και δεν έβλεπε πια να δουλέψει, εκεί κάτω απ’ την καρυά που είχε τα σύνεργά του, μια και δυο θα τραβούσε ή για το μπακάλικο του μαχαλά μας ή για τα πέρα μαγαζιά ή για την Τσουβίτσα, όπου τέλος πάντων ένιωθε ρακί.

- Βάλε μου ένα κοσπεντάρι!, αυτό ήταν το μέτρο που έπινε ή και πενηντάρι, ανάλογα με τα κέρδη της ημέρας.

Το ’γερνε στο νεροπότηρο και το ’πινε σιγά σιγά, με το πάσο του, καθώς έπαιζε κολτσίνα ή κουβέντιαζε το βράδυ με τους άλλους μαχαλιώτες, εκεί στο μαγαζί του Κώτσιου Γιώργου, όπου λύονταν πρόχειρα όλα τα ζητήματα, από τους μεσόκαιρους και τους γερόντους (γιατί οι νιοι, από σεβασμό στους μεγαλύτερους, δεν πολυσύχναζαν) τους καθισμένους γύρω γύρω στα σκαμνιά, παίρνοντας πότε πότε κανένα ρακί.

Μα ο Κατερίνης έπινε για καλά και στο τέλος ερχόταν στο κέφι, μεθούσε χωρίς όμως να πιάνει καβγάδες, να τραβαλιέται με τους άλλους ή με τη φαμιλιά του. Απεναντίας τότε έλεγε τις πιο νόστιμες εξυπνάδες ή το ’ριχνε σε σιγανό τραγούδι:

           Εκειό τ’ ασκέρι – Λαμπρούσιω μ’ – το λαμπρό

           που πάει κοντά την Πούλια,

          εκειό μου φέγγει κι έρχομαι,

          κόρη μου, στην αυλή σου…

Πολλές φορές ερχόταν πιωμένος και στο σπίτι μας. Όποτ’ έλειπε ο πατέρας, γινόταν δεχτός μ’ ευθυμία.

- Έλα, γριά, έλεγε στη βάβω. Βάλε από ’να ρακογιάλι να κάνουμε και μαζί τόκα.

Η πεθερά του δεν του χαλούσε το χατίρι.

Άμα περνούσε όμως η ώρα, τον έβανε μπροστά:

- Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ’ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς.

- Ου, δεν παθαίνω τίποτα. Τις έχω μαθημένες εγώ τις στράτες, λιθάρι με λιθάρι. Κι αν λαθέψει πουθενά το ποδάρι μου, προφταίνω και στρώνω το καπότο…

Φορούσε χειμώνα καλοκαίρι ένα λιάρο καπότο από τραγόμαλλο, απ’ αυτά πόχουν οι βλάχοι στα βουνά για να φυλάγονται απ’ τα μεγάλα κρύα. Το ’χε συνηθίσει κι αυτός και δεν το ’βγαζε από πάνω του. Τον έβλεπες τον Αλωνάρη που πάαινε ν’ απολύσει το νερό απ’ το λάκκο με το κεφάλι του κουκουλωμένο, κι ας έβραζε ο τόπος απ’ τη ζέστα.

- Να τος, σαν διάολος με την κατσούλα!, έλεγαν οι γειτόνοι, που τον φοβόνταν κιόλας λίγο, επειδή ο Κατερίνης δεν αστειευόταν, άμα τον πείραζαν· το φύλαγε μέσα του και περίμενε ευκαιρία.

Με τη Ρίνα όμως, τη γυναίκα του, δεν είχαν ποτέ κακό λόγο. Με τα γέλια τον ξέβγαζε, με το καλόπιασμα τον υποδεχόταν.

- Γεια, άργησα λίγο πάλι, της έλεγε για δικαιολογία.

- Καλά έκαμες, του απαντούσε. Εδώ μέσα θα σκανιάζεις[29].

Έτρωγε το ζεσταμένο φαΐ και πολλές φορές τραγουδούσαν μαζί.

- Αυτούς δεν τους χολιάω, έχουν ομόνοια, έλεγε η βάβω μου. Η ομόνοια κάνει γλυκό το ψωμί.

Κι από την κόρη της τη Ρίνα έμενε με το παραπάνω ευχαριστημένη.

- Τρως μια χαψιά ψωμί στο σπίτι της, τρως μια χουλιαρά φαΐ και σου πιάνεται. Ξέρει και τ’ αρταίνει, δεν είναι σφιχτή.

Σκεφτόταν λίγο και συνέχιζε:

- Η άλλη τ’ αψυχάει, κάνει κονομία. Τρως το ψωμί της κι είναι χορτάρι. Κάθομαι και θιαμαίνομαι[30]. Εγώ η ίδια δεν τις έμαθα και τις δυο να ζυγομαγερεύον; Γιατί δεν οϊντίζουν[31] η μια με την άλλη:

Η αλήθεια είναι πως οι δυο αδερφές δεν μοιάζαν σε τίποτε, ούτε στην όψη ούτε στα χούγια[32].

Η Ζωίτσα ερχόταν πιο ψηλή, ανοιχτόχρωμη, συγκρατημένη, ενώ η Ρίνα ήταν κουτροστρούμπουλη, μελαχρινή, ανοιχτόκαρδη. Η μια είχε βλέψεις μελλοντικές, ίσως έκανε και σακούλα με τα χρήματα που της έστελνε ο άντρας της από τα ξένα. Η άλλη δεν έπιανε δεκάρα στα χέρια της, ούτ’ έβανε τίποτε στην άκρη, μόνο έλεγε σπολάτη, άμα έτρωγαν δυο φορές την ημέρα. Και το περίεργο είναι πως η μια – η εχούμενη – παραπονιόταν, ενώ η πεντάφτωχη δεν το τραβούσε καθόλου σκοτούρα.

 

Ζούσαμε ανάμεσα στα ζωντανά.

Από τη μια μεριά είχαμε το γιδομάντρι, που το χώριζε απ’ το σπίτι μας η αυλή, κι από την άλλη το γελαδοκάλυβο. Και το ’να και τ’ άλλο ήταν σκεπασμένα με σανό, που τον άλλαζαν κάθε χρόνο.

- Σάπισε η στέη, έλεγε η βάβω, και πρέπει να βάλουμε άλλη.

Την τοποθετούσε χεριές χεριές, που τις συγκρατούσε με οριζόντιες λούρες πιασμένες και με σύρμα για να μην τις σηκώνει ο αέρας.

Μεγαλύτερη δυσκολία ήταν με τη σκεπή του σπιτιού μας.

- Πάλι τα λυκοσκισμένα χάλασαν τις πλάκες, έλεγε η ίδια για τις γίδες και τα κατσίκια, που βρίσκοντας τη σκεπή στο ίδιο επίπεδο με τη γης δεν έχαναν την ευκαιρία να κάνουν περίπατο απάνω της, μετακινώντας ή σπάζοντας τις άσπρες ακανόνιστες πλάκες.

Όταν άρχιζαν οι πρώτες βροχές κι έσταζε το σπίτι, η βάβω ανέβαινε να πιάσει τις σταλαματιές, όπως έλεγε.

Ένας από μας, από κάτου, βάσταγε ένα ξύλο μακρύ, απ’ αυτά που στουμπάγαμε το καλαμπόκι, και χτυπώντας το εξακολουθητικά έδειχνε από ποια πλάκα έτρεχε. Έπιανε έτσι κάμποσες σταλαματιές, όπως μπορούσε, και τις υπόλοιπες τις άφηνε γι’ άλλη φορά.

- Βάλτε κάνα αγγειό, έλεγε, να στάζει.

Και βάζαμε καπάκι ή τεψί, να μαζευτεί το νερό.

Κοντά του Χριστού άρχιζε ο γέννος, έρχονταν ένα ένα τα πρώτα κατσίκια. Όταν ήταν να γεννήσουν οι μάνες τους, τις φέρναμε μέσα στο σπίτι που είχαμε φωτιά, γιατ’ έκανε κρύο στο μαντρί ή μπορούσαν να τις πειράξουν, με κάνα κούτρημα, με κάνα άμπωγμα, οι άλλες.

Τις γίδες μας τις ήξερα μια μια με τα ονόματά τους. Γκέσα, Σίβα, Ζωνάρω, Κανούτα, Λιάρα, Παρδαλή, Ρούτα, Κουρέλω και λοιπά, ανάλογα με το χρώμα που είχαν ή τα σημάδια τους. Τις αγαπούσα γιατί μας έκαναν τα κατσίκια, γιατί στεκόνταν κι αρμέγαμε το αφριστό γάλα τους στην τέντζερη ή στη βεδούρα[33]. Έπεφτε και καμιά κοπριά μέσα, μα ήταν κι εκείνες, πώς να το πω, καθαρές.

Τα κατσίκια γεννιόταν πασαλειμμένα μ’ ένα είδος μύξα που την έγλυφαν οι μάνες τους ώσπου να στεγνώσουν. Για να ζεσταθούν τα φέρναμε κοντά στη φωτιά, απάνω σε κάνα κουρέλι. Είχε γούστο να τα κοιτάς εκεί πώς παιδεύονταν να σηκωθούν, να σταθούν ολόρθα στ’ αδύνατα πόδια τους που τρικλίζαν. Σε δυο τρεις μέρες έρχονταν στα συγκαλά τους και τότε τα παίρναν από κει, τα ’κλειναν μέσα στον «τσάρκο[34]» με τ’ άλλα.

Χαρά μεγάλη μας ήταν όταν καμιά γίδα γεννούσε διπλάρικα. Αυτά ήθελαν προσοχή τις πρώτες μέρες, να μην ψοφήσουν, κι ύστερα μεγάλωναν κανονικά. Στην αρχή έπιναν όλο το γάλα απ’ τις μάνες τους, έπειτα άρχιζαν και τις αρμέγαν, ώσπου ν’ αποκόψουν σιγά σιγά τα κατσίκια. Τότε τους έβαναν στο στόμα ξύλινα «σαλιβάρια[35]» και δεν μπορούσαν να πιουν.

Όλη την ώρα που άρμεγαν τις γίδες, αυτά βέλαζαν από μέσα, παραπονιάρικα, απαιτητικά, σε μια συναυλία που ερέθιζε ευχάριστα τ’ αφτιά.

- Απολάτε τώρα, θα κάμουν στα μάτια! έδινε το σύνθημα η βάβω.

Έτρεχα τότε χαρούμενος κι άνοιγα τη λισιά, την κλαδόπλεχτη πορτούλα του τσάρκου, να βγουν όξω. Δε λέγεται με τι ορμή, τι ακράτητα πηδούσαν κι έτρεχαν, βελάζοντας ακόμα, να βρουν τις μάνες τους που με τα γυρτά ή ίσια κέρατά τους, με τα μακριά γένια τους, δίνοντας κάποτε και κουτριές η μια στην άλλη μασούσαν επιπλέον απ’ το βόσκημα της μέρας, το κομμένο κλαρί, τις φούντες από τα πουρνάρια ή άλλα χαμόκλαρα που απλώναμε στο χωράφι, απάνω στα προηγούμενα, τα μαδημένα από φύλλα, και σωριάζονταν εκεί στοίβες, ώσπου να μισοξεραθούν, κατάλληλα για τη φωτιά.

Ρίχνονταν λοιπόν τα κατσίκια από κάτω στα μαστάρια και δώσ’ του τραβούσαν τα μισοάδεια βυζιά, βάζοντας ζόρι κιόλας, παίρνοντας φόρα από πίσω προς τα μπρος, ώσπου πονάγαν κι αυτές απ’ το τράβηγμα το πολύ, απ’ το λιατάνισμα, κι αποτραβιόταν σιγά σιγά ή τα κλώτσαγαν να φύγουν.

- Πρέπει να κόψουμε κάνα για να μάσουμε λίγο γάλα για την αποκριά, όριζε η βάβω.

Ψέναμε το μικρό σφαχτό στο τεψί με πράσα ή με κρεμμύδια κάτω απ’ το γάστρο, στην πυρωμένη φωτογωνιά, κι ήταν ένα φαΐ απ’ τα φτωχόσπιτα. Κάθε σπίτι, όσο και να ’ταν φτωχικό, θ’ απολάβαινε από καιρό σε καιρό ένα τέτοιο σπουδαίο τραπέζι, ανέξοδα. Έχουν κάπου κάπου κι οι φτωχοί τις μικρές τους χαρές.

Από τα σερνικά μας κατσίκια κρατάγαμε στο τέλος για τραγάκι (αν το παλιό κόντευε να γεράσει) ή για να μανάρισμα, να πουληθεί πέρα του Σταυρού, μέσα Τρυγητή, και τ’ άλλα τα σφάζαμε. Έμεναν μόνο τα θηλυκά, οι κατσικάδες, που θα μεγάλωναν κι αυτές, θα προυτσιαλιόνταν στον καιρό τους και θα γίνονταν γίδες.

Το τραγί μύριζε βαριά στα τέλη του καλοκαιριού, όταν αμπήδαγε τις γίδες μ’ ένα ανασάλεμα των χειλιών του φωναχτό, σημάδι βαρβατίλας, κι όταν έμπαινε ο χινόπωρος φτώχαινε, έτσι λέγαν οι γυναίκες.

Κάποτε, προπαντός το χειμώνα, αρρώσταιναν κιόλας οι γίδες και πάλι τις φέρναμε κοντά στη φωτιά, ώσπου να τους περάσει η συρμή. Τις ταΐζαμε κουρκούτη, γιατί δεν κατέβαινε τίποτ’ άλλο απ’ το λαιμό τους, κι όταν μπούτσιαζαν[36], γινόταν το στόμα τους από γύρω σαν όλο σπυριά, τις αλείφαμε με λάδι ζεσταμένο καλά.

- Πάν’ αυτηνής τα ψωμιά της, έλεγε η βάβω για καμιά που δεν έδειχνε να καλυτερεύει.

Τότε φωνάζαμε κανέναν άντρα απ’ τη γειτονιά και της έκοβε γλήγορα το κεφάλι, γιατ’ οι γυναίκες μονάχα μικρά δύνονταν να σφάζουν.

Τι ίδιο γινόταν κι όταν γκρεμιζόταν καμιά στα στεφάνια και τη βρίσκαν μισοζώντανη ή έπεφτε από καμιά ουρσίδα[37] κι έσπαγε το ποδάρι της χωρίς ελπίδα γιατρειάς. Αν όμως ήταν σε κανένα μέρος που μπορούσε να πιαστεί, αναλάβαινε να τη δέσει, με μικρές σανίδες από δω κι από κει, ο κουμπάρος μας ο Γιαννούλη Μπανόρας, πραχτικός.

Από την άλλη μεριά είχαμε, είπα, τα γελάδια. Θα ’ταν πάντα δυο, να κάνουν ζευγάρι για τ’ όργωμα, με κανένα μόσκι ή δαμάλα συνοδό τους. Όσοι είχαν ένα κεφάλι μονάχα θα ’πρεπε να σεμπρέψουν[38] με άλλον, κι αυτό φέρνει πάντα σκοτούρες, γιατί του ενός δεν τραβάει καλά, του αλλουνού τρώει πολύ και τα παρόμοια. Μ’ ένα γελάδι έμεναν όσοι είχαν λίγα χωράφια κι όσοι αναγκάζονταν να πουλήσουν το άλλο από ανέχεια. Μα το καλό ήταν ν’ ανατρέφεις τρία κεφάλια κάθε χρόνο και να πουλάς το τρίτο, το περίσσιο, πέρα το χινόπωρο που μάζωναν καναράδες[39] κι έδιναν τιμές στο παζάρι.

Μέσα στο καλύβι, μπροστά στα παχνιά, όπου τα γελάδια μασούλαγαν ήσυχα τη θροφή – χεριές χορτάρι μαζωμένο απάνω στο βουνό ή ξερή καλαμιά το χειμώνα, χερόβολα βγαλμένα απ’ τις ολόρθες θημωνιές – μαζώνονταν πολλή κοπριά που τη στοιβάζαμε απόξω και την κουβαλούσαν αργότερα οι γυναίκες στο χωράφι, για φυσικό λίπασμα, καθώς και το φουσκί του μαντριού.

Ήταν ήμερα τα βόδια κι οι γελάδες, ήταν μια ευχαρίστηση να τα οδηγάς στη βρύση για πότισμα και σ’ άφηναν, εκεί περπατώντας, να τους πλέκεις γαϊτάνι την ξανθιά τους ουρά.

Μια φορά ήρθε απ’ το Ξερόμερο ένας φίλος του πατέρα, Στράτος, δε θυμούμαι το παράνομά του. Είχε πολλά λεφτά, ακόμα και χιλιάρικα κολλαριστά, που του χρειάζονταν για ν’ αγοράσει βόιδια. Είχαμε ανάγκη τότε και του δώκαμε τον Κοκκίνη. Η βάβω μου έκλαιγε, σα ν’ αποχωριζόταν άνθρωπο.

- Αυτό είναι άγγελος, έλεγε, δεν είναι βόδι. Τόσο ήπραγο, τόσο καματερό.

- Μη χολιάς, γερόντισσα, της αποκρίθηκε ο ξένος. Δεν το παίρνω για το χασάπη, το παίρνω για το χωράφι. Βαστάν καλύτερα τα δικά σας, βγαίνουν παλικάρια στ’ αλέτρι. Για το χασαπαριό αγοράζουμε από τον κάμπο, που ’ναι ήσυχα.

Και μ’ αυτά τα λόγια την ησύχασε κάπως.

Άλλη μια φορά που μας γκρεμίστηκε ένα γελάδι, καθώς έβοσκε με τ’ άλλα απάνω στο βουνό, και πρόφτασαν να του χύσουν αίμα, να το σφάξουν, κι ύστερα το παστρούμιασαν, μ’ αλάτι και ροκίσιο[40] αλεύρι, για να διατηρηθεί, η μάνα μου δε δέχτηκε με κανέναν τρόπο να φάει. Δεν ξέρω αν το ’καμε γιατί ήταν ασυνήθιστη από τη μυρουδιά του κρέατος ή της ερχόταν κρίμα να γευτεί από αγαπημένο, χρήσιμο ζωντανό μας.

Είχαμε και πρόβατα. Αλλά δεν τα ’χαμε κοντά μας όπως τα γίδια και τα γελάδια (κολλητά μάλιστα στο σπίτι για ν’ ’ν’ ασφαλισμέν’ από κλεψιά), παρά ήταν δομένα σε βλάχο που τα φύλαγε σα μεσιακά. Κι ο βλάχος αυτός, ο κτηνοτρόφος ο ορεσίβιος, ήταν ο Θύμιο Μαντζούτσος, ένα απ’ τ’ αδέρφια της μάνας μου.

Ο μπαρμπα-Θύμιος έμενε καμιά ώρα όξω απ’ το χωριό, απάνω στ’ Ραϊντούρ’  που το λέν, σ’ ακατοίκητη μεριά, σ’ ανοιχτωσιά, πάνω απ’ όλα τα χωράφια του χωριού, στα πλάγια του Ξεροβουνιού, π’ απλωνόταν άδεντρο, σπανό, σκεπασμένο με λίγη χλόη απ’ την άνοιξη και πέρα, γεμάτο όμως λαγκάδια και τσουγκάνια και ραχούλες και κακοτοπιές όσο να φτάσεις ψηλά στην κορφή, που εκεί δεν έχει τίποτ’ άλλο από κοτρόνια.

Ήταν εκεί δυο τρία καλύβια, πλεμένα κωνικά με λούρες και σκεπασμένα με άχερα, όπου έμεναν το καλοκαίρι ο Θύμιος με τον αδερφό του το Γιαννάκη, χώρια ο καθένας με τη φαμιλιά του, και πιο πέρα οι Γιανναίοι, τα παιδιά του Γιάνν’ Χρίστου, ανεψίδια της βάβως μου, ανύπαντρα ακόμα, γι’ αυτό κι αχώριστα ως τότε.

Δίπλα τους είχαν ο καθένας από κάνα δυο ξεβγάλματα σπαρμένα καλαμπόκι, για να τρων κι αυτοί καμιά ρόκα χλωρή (και να μην τους κατηγορούν πως αρπάζουν απ’ τα ξένα χωράφια), κάνα φλιντρίδι φασούλι, αν έπαιρνε καμιά βροχούλα και δεν καίγονταν απ’ το λιοπύρι ο τόπος. Είχαν κι από καμιά αγριοκορομηλιά για να ξινίζουν το στόμα τους απ’ τα γαλατερά, μα πιο πολύ για να κρεμούν τις τσαντίλες τους με το τυρί.

- Έλα, συμπεθέρα, φκιάσε μου κάνα καφέ, παράγγελνε ο μπαρμπα-Θύμιος μπαίνοντας στο σπίτι.

- Μπορώ να κάμω κι αλλιώς; αστειευόταν η βάβω βάνοντας το μπρίκι στη φωτιά.

Εννοούσε πως αυτός μας βαστούσε στο χέρι του με το να μας δίνει κάθε χινόπωρο έναν τάλαρο τυρί, έσοδό μας απ’ τα πρόβατα του προικιού της μάνας, εξόν απ’ τα συμφωνημένα μαλλιά κι ένα σφαγμένο αρνί τη Μεγάλα Βδομάδα, πεσκέσι απ’ τα χειμαδιά.

- Ωχ, απόστασα ο καημένος, βογκούσε ο Θύμιος, καθώς έβγαζε με μορφασμούς τα τσαρούχια του. Έχω κι αυτό το σακατλίκι… έλεγε για το ποδάρι του.

Τον πονούσε εκεί στη φτέρνα, έτρεχε κιόλας από καιρό σε καιρό. Είχε πατήσει ο άτυχος νύχτα σε τάβλα στρωμένη απ’ τις Καλότυχες, που χόρευαν γύρω αθώρητες, και δεν μπόρεσε να πάρει απάνω του από τότε, ούτε με βότανα ούτε μ’ αλοιφές ούτε με νερά διαβασμένα απ’ την Παναγιωτάκαινα, την ξορκίστρα με τ’ όνομα.

Υπόφερνε μα ήταν καλός, τίμιος στις συναλλαγές του, και φιλόξενος με το παραπάνω, ας δειχνόταν λίγο αράθυμος, μουρμούρης. Είχε και τον άλλο καημό, βλέπεις: αποχτούσε όλο κοπέλες. Του κάκου ονόμασε την τρίτη Σταμάτω, να σταματήσει το κοπελομάνι, γεννήθηκαν άλλες τρεις τέσσερες ύστερ’ απ’ αυτήν. Και του έρχονταν σαν προσβολή οι άλλοι να ’χουν από καμπόσα σερνικά κι αυτός κανένα, ούτε για σπορά.

Με όλη την ενόχληση του ποδιού, του άρεσαν τα μουαμπέτια και οι μουραμπάδες, οι κουβέντες και τ’ αστεία. Τα λέγαν με τη βάβω, ενώ η μάνα περετούσε σιωπηλά, σκλάβα του σπιτιού, όπως στον καιρό που ζούσε στο πατρικό της έχοντας από πάνω της γέρο γονιό με άσπρη σεγκούνα, φυσιογνωμία πατριαρχική, και τέσσερα αδέρφια με γκλίτσες στο χέρι, τσοπαναραίους ασουλούπωτους.

- Εγώ θέλω φαΐ, Βαγγιώ, φαΐ να μου πιαστεί, όχι νεροπλύματα, παράγγελνε στην αδερφή του ο Θύμιος, σα να ’ταν ακόμα στο πατρογονικό τους, υποταχτική του, μ’ έναν τόνο που δύσκολα ξεχώριζες αν αστειεύονταν ή σοβαρολογούσε.

- Από κειο πόχουμε, συμπέθερε, θα φας και του λόγου σου, απαντούσε στη θέση της νύφης της η βάβω, που ήθελε να διατηρήσει το κύρος της σα νοικοκυρά του σπιτιού.

Έμενε όμως ευχαριστημένη από τη συνέπεια του μπαρμπα-Θύμιου στην καταβολή των συμφωνημένων για κείνα τα τριάντα κεφάλια πρόβατα, το προικιό της μάνας μου. Κι όταν αργότερα ο πατέρας μου, ανήσυχη ψυχή, δύσπιστη φύση, ζητώντας το καλύτερο, άρχισε να τα δίνει σ’ άλλους και τα ξάλλαξε από χέρι σε χέρι, τάχα για πιο συφερτικά, η βάβω μου εναντιωνόταν κι ας μην την άκουγε κανένας.

- Έτσι που τα κάνεις θα τα χάσεις μια μέρα, του ’λεγε. Δεν έπρεπε να τα πάρεις απ’ το Θύμιο. Αυτός τραβάει την ισιάδα κι ας λέει κάνα λόγο παραπάνω.

Σ’ αυτό ήταν που ερχόταν σ’ αντίθεση ο πατέρας μου με τον κουνιάδο του. Μίλαγαν εκεί στο τραπέζι και τα τσουγκρίζαν για το τίποτα. Περήφανοι κι οι δυο τους, δεν υποχωρούσε κανένας.

- Ου, δε συναναστρέγομαι γω με Μαγγιοραίους, μουρμούριζε ο Θύμιος κάνοντας υπαινιγμό για ένα μακρινό συγγενή του πατέρα μου, φημισμένον ανάποδο.

- Κόσμος ασυμμόρφωτος, τυρόγαλο και Σταυροπαναΐες, έλεγε απ’ την άλλη ο πατέρας για το σόι της μάνας μου, εννοώντας πως ήταν βλάστημοι και δεν ξέραν από κοινωνία, αταξίδευτοι, μυαλά περιορισμένα.

Πάντως, μια που του πήρε απ’ το χέρι τα πρόβατα, ο Θύμιος κακοφανισμένος δε θέλησε πια να τα ξαναπάρει. Κι από τότε άρχισαν να φυραίνουν στους άλλους· πότε χάνονταν από αβδέλλα, πότε τα ’τρωε το ζουλάπι, και το σφαχτό ήταν σα γατσούλι, και τα μαλλιά είχαν μπόλικη σαριά[41], και το τυρί δε φαίνονταν της προκοπής.

Η άλλη βάβω μου, η Μαντζούτσαινα, ήταν πολύ γριά από τότε, μεγαλύτερη στα χρόνια απ’ τον ολόασπρο γέροντά της, και κατοικούσε σ’ ένα χαμηλό, μονοκάμερο βέβαια, σπιτάκι πέρα στη Μουτσιάρα, κοντά στη βρύση με το μεγάλο κανούλι.

- Έλα να πάμε στη βάβω σου, μου ’λεγε από καιρό σε καιρό η μάνα.

- Είν’ αλάργα, θ’ αποστάσω, της προφασιζόμουν.

- Θα σε πάρω γκαλγκόσ’ καλό μου, με καλόπιανε κι έτσι την ακολουθούσα, πιασμένος απ’ τις πλάτες της, καβάλα.

Το πατρικό της μάνας μου ήταν χωρισμένο στη μέση, όχι όμως με τσατμά[42], παρά μ’ ένα οριζόντιο δοκάρι, να πούμε, στο πάτωμα, που διαιρούσε την κάμαρη σε δυο επίπεδα, ψηλότερο και χαμηλότερο. Στο ’να καθόταν η φαμιλιά του Θύμιου και στ’ άλλο του Γιαννάκη· δηλαδή κατέβαινε πότ’ ο ένας πότ’ ο άλλος απ’ τα καλύβια τους για τα λίγα ποτιστικά χωράφια που είχαν κι έμεναν από κάνα μερόνυχτο εκεί προκαλώντας με τη συγκατοίκησή τους ατέλειωτες φιλονικίες.

Τα παράπονα της, φαντάζομαι, θα ’λεγε η βάβω Μαντζούτσαινα στη θυγατέρα της κάθε φορά που η μάνα μου μ’ έφερνε κει, γιατί ετούτη κουνούσε το κεφάλι κι είχε ύφος στενοχωρημένο.

- Να ’ρχεσαι, Βάγγιω, να ματάρθεις, την καλούσε πάλι όταν θα φεύγαμε, μην ξεχνώντας να μου δίνει κι εμένα κάνα κόκο, όπως μου το ’λεγαν τότε, δηλαδή αβγό.

Δε θυμάμαι να μ’ έπαιρνε στα χέρια ούτε να μου τραγουδούσε, όπως κάνουν οι γιαγιάδες, αλλά με φίλευε πάντα, κουλούρι ή αβγό, στην εκκλησιά τις Κυριακές είτε όταν ερχόταν στο σπίτι μας. Τη μάνα μου είχε κοντινότερη, οι άλλες δυο θυγατέρες της ήταν παντρεμένες μακρύτερα, η μεγάλη απάνω στο Βουνί κι η πιο μικρή στο Ξεροβούνι.

Για να φτάσουμε στο κονάκι της περνούσαμε απ’ το τούρκικο καρακόλι, δίπλα στην Αγία Παρασκευή με τις μισόσβηστες εικόνες. Ήταν παλιός σταθμός που απόμεινε χωρίς σκεπή και με τον καιρό έγειρε, γκρεμίστηκε. Μια μέρα έκλαιγα, όπως φαίνεται, δε σταματούσα, γιατ’ η μάνα μου αναγκάστηκε να με φοβερίσει:

- Λάρωσε[43], μωρέ διάτανε, γιατί θα μας ακούσουν οι ζαπιτιέδες να μας κλείσουν μέσα. Κοίτα, δεν τον γλέπεις έναν μες στον τοίχο με κόκκινη σκούφια; Πω πω!

Το επιχείρημα ήταν αποφασιστικό, γιατί σώπασα, ζάρωσα μεμιάς, καθώς αντίκρισα εκείνη την επίφοβη σκούφια. Θα την είδα όμως με τη φαντασία μου, υποθέτω, γιατί ήμουν μονάχα τριώ χρονώ όταν έφυγαν οι Τούρκοι και μπορεί να θυμάμαι από τόσο νωρίς;

 

Κόκκινη σκούφια ξεβαμμένη απ’ τα χρόνια φόραγε κι ο γερο-Μήτρος, ο κοντινότερος ύστερ’ απ’ τη Γιαννάκαινα γείτονάς μας, έν’ απ’ τ’ αδέρφια της βάβως μου κι αυτός. Η γριά του λεγόταν Βάσω, από καλό σόι, νοικοκυρά τιμημένη. Η βάβω μου τη συμπάθησε πολύ, γιατ’ ήταν και καλή πεθερά.

- Βλοημένος άνθρωπος, έλεγε. Δεν ακούγεται καθόλου με τις νύφες της.

Ο γέροντάς της ήταν λίγο κουφός, έτσι φαινόταν. Τα παιδιά του ταξίδευαν μακριά, βαγενομαραγκοί σαν τον πατέρα μου, και μονάχα το μισό χρόνο έμεναν στο χωριό. Αγόραζαν τότε το γέννημα και τ’ άλλα χρειαζούμενα της φαμιλιάς βάνοντας ο καθένας τ’ ανάλογό του, αλλά δε φανέρωναν όλα τους τα κέρδητα, παρά φύλαγε ο καθένας τα δικά του. Είχαν προοπτική να χωρίσουν με πρώτη ευκαιρία.

Κι έκαναν αιματηρές οικονομίες, όχι μονάχα αυτοί, όλοι οι δικοί μας, προπάντων οι ταξιδεμένοι. Μαζί τους ήταν κι ο Γιωργαλής με τα μακριά μουστάκια. Δούλευαν τότε στα Καλάβρυτα, στα Πετμεζαίικα σπίτια. Την τίλωναν γερά, έπιναν από πάνω και κρασί, πόρευαν όχι και καλύτερα. Ό,τι πλερώνονταν το ’βαναν στην άκρη. Ούτε καφενέδες ήξεραν ούτε άλλες ασωτείες. Έρχονταν από κει πάντα με την τσέπη γεμάτη. Ο Μοριάς ήταν γι’ αυτούς Γη της Επαγγελίας.

Ο Γιωργαλής που λες, διηγόνταν οι συντρόφοι του ύστερα, δεν έβγαζε να κεράσει ούτε ένα πιοτό. Το μόνο έξοδό του ήταν ένα κερί π’ άναβε κάθε Κυριακή στην εκκλησιά, μια δεκάρα. Στο ύστερο το ’κοψε κι αυτό. Σκέφτηκε πως μ’ αυτές τις δεκάρες μαζωμένες θα μπορούσε να βγάζει το εισιτήριο για το χωριό, χωρίς να ξοδεύει από τα έτοιμα. «Καλά, και κερί;» του είπαμε. «Ου, ανάφτουν και στο χωριό οι δικοί μου».

Αυτό λεγόταν, μια φορά, ηπειρώτικη οικονομία.

Μαζί τους είχαν, εκεί πέρα, τα παιδιά του Μήτρου και το Γιαννάκη Παταριά, που ’χει τη Γιωργίτσα, γείτονά μας από την κάτου μεριά.

Ο Γιαννάκης ήταν σπουδαίος τεχνίτης, αλλά κοντός, μισοσπανός, κιτρινιάρης, σαν παρασήμαδος, ένα είδος Μπερτόλδου τελοσπάντων, να τον βλέπεις και να γελάς. Όλο αρρωστιάρης, σα να μην του έφταναν τ’ άλλα, είχε και μια μικρή μπάκα. Ήταν τόσο κακομούτσουνος και μικροκαμωμένος, που δεν τον έπαιρνε καλοπίχερα[44] γυναίκα. Μα η Γιωργίτσα που του ’δωσαν ήταν κι αυτή μαυραντζέλω, γυφτοτσούκαλο, που δεν είχε ελπίδα για καλύτερη τύχη. Έπειτα εκείνον τον καιρό οι μανάδες κοίταζαν να παντρεύουν τις κοπέλες τους όχι σε ξένο χωριό, όχι σε μακρινό μαχαλά, παρά στην ίδια γειτονιά, δυο αδρασκελιές απ’ την πόρτα τους, για να τις προφταίνουν, να τις βοηθάν σε κάθε ανάγκη. Έτσι συμπεθέρεψαν οι Μητραίοι με τους Παταραίους.

Μια μέρα, εκεί που περπάταγαν, στου Καλαβρύτου τα μέρη, είδαν να ’ρχεται από πέρα ένας καβαλάρης. Ζύγωσαν, ξεπέζεψε. Ήταν μεσόκοπος φουστανελάς, νοικοκύρης καλοζωισμένος. Αφού χαιρετίστηκαν, τους ρώτησε πούθε είναι και πού παν. Του απάντησαν πως είναι μαστόροι και ψάχνουν για δουλειά. Ο ντόπιος με την ευκαιρία τους έδωσε απ’ τη σακούλα του καπνό.

Σε μια στιγμή τον κοντοζυγώνει ο Γιαννάκη Παταριάς με μια στριμμένη τσιγάρα στο χέρι και του γυρεύει φωτιά. Ο ψηλόσωμος Μοραΐτης σκύβει και βάνει το χέρι του αντήλιο, τάχα δεν τον έβλεπε καλά.

- Τι είπες, μωρέ, πως θέλεις;

- Φωτιά, ν’ ανάψω.

Ο άλλος τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα.

- Τι ν’ ανάψεις, καψερέ;

- Για… τσέβδισε ο Γιαννάκης, την τσιγάρα μου.

- Φουμέρνεις κι εσύ, μωρέ χαντακωμένο;

- Γιατί να μη φουμέρνω; Άντρας είμαι…

Ο Μοραΐτης δεν κρατήθηκε πια, ξέσπασε αλύπητος:

- Τέτοιοι είν’ οι άντρες, μωρέ; Με τέτοια κολλημένα μούτρα; Τέτοιους άντρες βγάζει η πατρίδα σου; Ου, να χαθείς! Πήρες ποτέ γυαλί, μωρέ, κοιτάχτηκες να ιδείς ποιος είσαι; Και μου θέλεις και τσιγάρο, γίνηκες και φουμαδόρος! Παρασάνταλο, καραγκιόζη, χαϊμένε! Ου, να χαθείς…

Κι ο κοκκινομάγουλος, νταβραντισμένος, καλοχορτάτος Μοραΐτης έφτυσε χάμου από σιχασιά.

Στο μεταξύ η παρέα του καψο-Γιαννάκη είχαν λακκίσει απ’ την ντροπή τους· τέτοιο ρεζιλίκι δε ματαθυμούνταν να ’χαν πάθει.

Αυτός ήταν ο Γιαννάκη Παταριάς, ο γαμπρός του Μήτρου, αλλά στην τέχνη δεν του παράβγαινε κανένας. Ψηφί στη δουλειά του, υπομονετικός, λεπτολόγος, πιχειριζόταν ακόμα και τέμπλα, σε δευτερότερα χωριά.

Ο πατέρας του ο Θύμιο Παταριάς (που δε ζούσε πια η γριά του η Κατέρω) φύλαγε κάτι προβατάκια που τα ’βγαζε στην Κριθαρίστρα, στη Λάκκα του Τόλη κι από κει στο Ντερβένι, στο δημόσιο δρόμο, πέρα ως το Φούρο (από παλιόν φαίνεται φούρνο, για εξυπηρέτηση της τούρκικης φρουράς) ή τις Αλαταριές και ψηλά στ’ Ακουμστήρια, εκεί που ήταν κάτι πέτρες ίσιες, πλακερές κι ακουμπούσαν για ξαποστασιά οι γυναίκες, καθώς έρχονταν από το λόγγο φορτωμένες κλαρί. Μαυροκίτρινος, είχε μια διάφανη πέτσα με μάτια που φάγκριζαν. Φορούσε μια σκούφια όλο λέρα, όπως ήταν ολάκερος άλλωστε λερός, μ’ ακούρευτα γένια, μ’ αχτένιστα μαλλιά που του κατέβαιναν ως το σβέρκο και φαίνονταν ένα με τις τρίχες του κοντοκαπιού του. Στη μέση του είχε ένα παλιό γλιτσιάρικο σελιάχι[45], όπου φύλαγε ένα σκουριασμένο σουγιά, τον πριόβολο με την ίσκνα[46] για ν’ ανάβει φωτιά και άσπρα απαλά ροκόφυλλα, κατάλληλα για τύλιμα τσιγάρου. Στα πόδια του φόραγε κάτι λόπες από βοϊδοπέτσι, δεμένες από γύρω με λουριά. Παρηγοριά του ήταν η καλαμένια φλογέρα που έβγαζε συχνά από τη φορητή του θήκη, το σελιάχι, και λαλούσε μόνος του στις ερημιές, με παράπονο και με μεράκι για την όψιμη ορφάνια του.

- Μπράλιος άνθρωπος, έλεγε η βάβω μου για την απεριποιησιά του. Δεν τον τηράει αυτήν’ η προκομμένη, πρόσθετε για την ανεψιά της, τη Γιωργίτσα. Μόρχεται κρίμα να τον γλέπω έτσι.

Όταν ερχόταν ο καιρός για όργωμα κι έλειπαν οι άντρες στο ταξίδι, αυτόν έπαιρνε για ζευγίτη. Γιατί να πάρει άλλος εκείνους τους πέντε δέκα παράδες; Αυτός μ’ εκείνα θα ’παιρνε καπνό.

- Θιος  σχωρέσ’ τα πεθαμένα σου, Θόδω, της ευκιόταν ο Θύμιος, μ’ έναν τόνο υπερβολής και κολακείας που δικαιολογούσε ίσως την καταγωγή του· γιατί λέγαν  πως οι Παταραίοι βαστούσαν από γύφτικο σόι.

Κυκλοφορούσε αδέσποτο κι ένα δίστιχο, σχετικό θαρρώ με τη λαιμαργία τους στο φαΐ, που δεν ήταν μόνο δικό τους γνώρισμα:

                    Παταριά και τίλα,

                    φούσκωσ’ η τσιοτίλα…

Στο κονάκι μας όμως δεν έτρωγε ο καημένος ο Θύμιος, όταν έκανε χωράφι, παρά κανένα τγανστό, δηλαδή αβγό στο τηγάνι με λίγη πρέντζα[47] και κουρκουτισμένο αλεύρι για να γίνεται πολύ, εξόν αν τύχαινε Τετράδη ή Παρασκευή, που τότε θα ’ταν αμαρτία ν’ απιθώσεις στον άλλον αρτυμένο φαΐ.

Άλλες φορές σπάνια περνούσε ο γέρο πρατάρης απ’ το σπίτι μας. Δεν ευκαιρούσε κιόλας, μα δεν τον έβλεπαν και με καλό μάτι. Γυφτοπαταραίοι, τους έλεγε ο πατέρας περιφρονητικά.

Ούτε και με το Μήτρο, το γείτονα και συμπέθερό του, πιστεύω να ’χε ο Θύμιο Παταριάς συχνό πάρε δώσε. Καθένας από κείνους τους παλιούς αποτελούσε χωριστό βασίλειο, περιχαρακωμένο στρατόπεδο. Όσο γέραζαν, τόσο αποτραβιούνταν στον εαυτό τους, από μια έμφυτη τάση ανεξαρτησίας, αλλά κι από μια βαθύτερη διάκριση, πιστεύω.

Τέτοιος ήταν κι ο Μήτσος που είπα. Καθόταν ακόμα αντάμα με τα παιδιά του, μα φαινόταν να ζει σε δική του σφαίρα, απρόσιτη, αδιατάραχτη, παραμελημένος, απέριττος, σα να προετοιμαζόταν για τον άλλο κόσμο, πώς να παραδώσει καλή ψυχή. Γι’ αυτό άφηνε τις μικρές κακίες να κοιμούνται μέσα του, να φαίνονται σα νεκρωμένες. Και βλέποντάς τον έτσι, μ’ εκείνη τη σκουφούλα την τούρκικη, τη ζουπιγμένη, που το χρώμα της είχε γίνει ανοιχτό κεραμιδί απ’ την πολυκαιρία, φτενοπρόσωπο, λιγόσαρκο, τον πέρναγες για ένα είδος ασκητή.

- Να ’χεις το νου σου να μην τσακίσεις κάνα κλωνάρι αυτού που κρεμαντζλιώσαι στη σκαμνιά!, μου παρατηρούσε πλάγια, μη θέλοντας και να με κυνηγήσει, όταν μ’ έβρισκε ποτέ να τραβώ κάνα κλαδί της μουριάς τους από κείνα π’ απλώνονταν δώθε στο χωράφι μας, φορτωμένα κόκκινα συκάμινα, κατσάνικα, που δεν είχαμε μεις.

Απόλαγα τότε το ξένο κλωνάρι και το ’βανα στα πόδια ντροπιασμένος.

 

Τα χρόνια περνάν, τα παιδιά μεγαλώνουν.

Ήρθε ο καιρός να βγάλω το μακρύ ως τα κότσια μάλλινο φουστάνι, το βαμμένο βαθυγάλαζο, που φόραγαν τότε και τ’ αγόρια ως μια ηλικία, μου χώρισαν στο ράφτη σώβρακο και παντελόνι για να με στείλουν στο δάσκαλο. Μου ετοίμασαν κι ένα τσατσούλι[48] κεντητό, ίσα ίσα για να χωράει τη φυλλάδα με την πλάκα και καμιά πυρωμάδα[49] για το μεσημέρι, επειδή το σκολειό δεν έπεφτε κοντά.

- Τι θα βάλεις αυτού μέσα; με ρώταγε, ανήξερη τάχα, η βάβω.

- Γράμματα, απαντούσα με καμάρι.

- Τόσο πολλά;

- Ου, και πλιότερα ακόμα, έλεγα περήφανα. Θα γιομίσω έναν τρουβά.

- Κι ύστερα;

- Ένα σακί!

- Κι άμα δεν παίρνει άλλα το σακί; ρώταγε η βάβω μ’ έκφραση θαυμασμού.

- Τότε θα τα φτάκω ψηλά στον καβαλάρη! κι έδειχνα το ψηλότερο δοκάρι της σκεπής.

Ήταν πολύ δύσκολος ο πρώτος καιρός της σπουδής. Ο δάσκαλος δε μας πρόσχε ή μας μάλωνε εμάς τους μικρούς, τα μεγάλα παιδιά δε μας περίμεναν, μας άφηναν στο δρόμο, οι στράτες ήταν γεμάτες ρέματα και λάκκους: χαρά σ’ όποιον περνούσε πρώτος, έτοιμος να λουτσίσει τους άλλους ρίχνοντας απανωτά λιθάρια μέσα στο νερό.

Καμιά φορά γύριζα κλαμένος.

- Τι έπαθες, καλό μου; Σε βάρεσε κάνα παιδί;

- Όχι, βάβω, απαντούσα μ’ αναφιλητά.

- Σε πείραξε τίποτα ο Γιώργο Φροσύνης, ο Θυμιάκης του Παταριά;

- Όχι, μ’ αυτούς τα πήγαινα καλά· ήμασταν ίσοι στα χρόνια και δε μπορούσαν να μου κάμουν κακό.

- Τότε τι έχεις; Σ’ έσκιαξε κανένα σκυλί;

- Άλλος ήταν ο καημός μου;

- Εκεί πότρωγα, στο διάλειμμα, πέρασε ο Σταύρο Κτσος, κυνηγιόνταν μ’ ένα άλλο παιδί, κι ο Σταύρος μ’ άμπωξε, τάχα δεν είδε, και μόπεσε η πρέντζα καταή, και πάει χαμένη, κι έμεινα νηστικός, βάβω! αποτελείωσα με σπαραγμό.

- Γι’ αυτό χολιάς, γιόκα μου; Απόψε θα σου τηγανίσω έν’ αβγό, να το φας όλο μοναχός σου. Κι αύριο θα σου βάλω στο μαντίλι φασούλια γρίλια κι ένα ρόιδο, κρασόροϊδο. Τι να την κάμεις την παλιόπρεντζα, είναι χαλασμένη, έβγαλε πδούλια!, είπε δυσφημίζοντας την αποβουτυρωμένη μυτζήθρα που μου ’χαν τυλίξει σε γκουτσουπόφυλλα για μεσημεριανό  προσφάι, που είχε δήθεν από κείνα τα μικρά σκουλήκια που βγάζουν τα πηγμένα γαλατερά.

Έτσι με καλόπιανε κι αμέσως ημέρευα.

Άμα απότρωγα, της ζήταγα να μου διηγηθεί κάτι απ’ τα δικά της, που είχαν πάντα τόσο γούστο, αντίθετα απ’ τα βαρετά του σκολειού. Κι εκείνη, πάντα ακούραστη, αρχινούσε:

«Κικιίιιικου! (με το ι προφερμένο σαν ημίφωνο).

- Τι έεις, κόκοτέ μ’;

- Μι βάρεσαν οι κουπέλις.

- Κι που τα έν’ οι κουπέλις;

- Παν για ξύλα.

- Κι που τάνι τα ξύλα;

- Τάνι στου λόγγου.

- Κι πού τουν ένι ου λόγγους;

- Τουν ένι στα Λεύκις.

Κι αυτό τραβούσε όσο ήθελε κανένας, γιατί μπορούσες να το γυρίσεις κι έτσι: «Μι τι τα κόφν τα ξύλα; - Μι του κλαδευτήρ’ – Κι ποιος του φκιάν’ του κλαδευτήρ’; - Ου γύφτους. – Κι πού τουν ένι ου γύφτους; - Στ’ Λάκκα τ’ Ζιάκ’» και τα λοιπά.

Άλλοτε πάλι έλυνα μαζί της αινίγματα:

«Ένας είδους είδους. Χίλιοι μίλιοι καλουέροι, σ’ ένα ράσου τυλιμένοι. Τι είνι;

- ….

Ή για να γελάσουμε:

- Χεζ ιλιές και κατράει λάδ’. Τι είνι;

- Η γίδα.

Μα τις πιο πολλές φορές η βάβω φυλαγόταν να μην προφέρει λέξεις που μπορούσαν να ’χουν σχέση, έτσι ή αλλιώς, με την αισχρολογία. Καταδίκαζε με αυστηρό τόνο τα μασκαρλίκια:

- Όποιος τα πιάνει στο στόμα του, λωβιάζει.

Της ζητούσα να μου το εξηγήσει.

- Να, βγάζει σπυριά και δεν κλείνουν ποτέ.

Ακούγοντας αυτά μ’ έπιανε τρόμος κι αποφάσιζα να μην αναγορέψω ποτές τέτοια πράματα.

- Ούτε να μελετάς, μ’ απότρεπε απ’ τις βλαστήμιες, τις ασυναίσθητες, βέβαια, της παιδικής ηλικίας. Είναι κρίμα απ’ το Θεό και την κυρά την Παναΐα.

Κρίμα ήταν και να πετάς καταγής όχι κομμάτι ψωμί, παρά και ψίχουλα ακόμα, γιατί μπορούσε να τα πατήσει κανένας κι ήταν μεγάλη αμαρτία. Κοίταζε ο Θεός από ψηλά κι έπαιρνε το ψωμί από κείνους που δεν το τιμούσαν. Σχετικά μ’ αυτό παρατήρησα πως και τα μεγαλύτερα παιδιά, όταν ορκίζονταν απάνω του και πιάνονταν ύστερα επίορκα, δικαιολογιόνταν:

- Δεν είπα μα το ψωμί…

- Αλλά;

- Να το ψωμί!

Εκείνη την εποχή θα ’ταν όταν μια νύχτα ξύπνησα από ένα παράξενο ήχο, σα νιαγούλιασμα, σαν κλάμα. Ξεσκεπάστηκα και θέλησα ν’ ανασηκωθώ, να ιδώ τι συμβαίνει. Είχαν αναμμένη τη φέξη κι επικρατούσε κίνηση μέσα στο σπίτι.

- Τουλουπώξου και κοιμήσου, μου είπε η βάβω. Δεν είναι τίποτα…

Μα πώς δεν ήταν τίποτα; Εκείνη τη βραδιά είχε γεννηθεί το δεύτερο παιδί, η αδερφή μου. Το έμαθα το πρωί, γιατί σ’ αυτή την ηλικία τον παίρνει κανείς εύκολα τον ύπνο· εκεί που κάθεται, αποκοιμιέται.

Έτσι λοιπόν είχαμε τώρα και Κοτσιόρω, όπως θα τη λέγαμε ώσπου να της βγάλει τ’ όνομα ο νουνός. Την είχε φασκιωμένη η μάνα μου, κίτρινη σα φλουρί, εκεί κοντά στη γωνιά, με μια βελέντζα απάνω της, να μην κρυώνει. Φαινόταν πολύ αδυνατισμένη η μάνα, σα να ’χε περάσει από μεγάλη αρρώστια, γι’ αυτό της έσφαζαν ίσια ένα κοτοπούλι.

Εκείνο το πλάσμα, με μια πιθαμή πρόσωπο, μυξόκλαιγε στα μάλλινα σπάργανά του και δε μου ’κανε καμιά όρεξη να το κοιτάζω. Από πού να προέρχονταν τάχα αυτή η πρώιμη αποστροφή;

Χρέη μαμής έκαμε η βάβω, συνηθισμένη απ’ τις θυγατέρες της. Έδεσε τον οφαλό χρησιμοποιώντας και σκρούμπο[50], θαρρώ, δεν ξέρω γιατί. Ορμήνεψε τη μάνα μου πώς να πιάνει το κοπανέλι, πώς να προσέχει στον ύπνο της, να μην τ’ απουμώσει. Ήταν η δεύτερη γέννα της, αλλά φαινόταν σαν ανίδεη, σάμπως να μην τα ’χε ξαναπεράσει.

Από κείνη την ημέρα, μόλις σουρούπωνε, έριχναν προύσια, κάρβουνα αναμμένα μες από την πόρτα. Όποιος έμπαινε θα ’φηνε απόξω το σκέλισμα[51], να μην κολλήσει το παιδί. Κι άρχισαν οι επισκέψεις, προπάντων των γυναικών.

- Ξελευτερώθηκες, καλότυχη; ρωτάγαν τη μάνα μου.

- Για… ψέλλιζε αυτή ντροπαλά, μ’ αμηχανία.

- Και δε φαινόταν φορτωμένη, έλεγαν όσες δεν ήξεραν, οι πιο μακρινές.

Οι γειτόνισσες κι οι συγγένισσες που έρχονταν να ιδούν τη μάνα μου δεν κόπιαζαν με τα χέρια αδειανά, παρά βάσταγαν η καθεμιά τους καπάκι ή νταβά ή μικρό ταψί (τα πιάτα δεν πολυσυνηθίζονταν ακόμα) γεμάτο ροδοψημένες τηγανίτες, που οι πιο εχούμενες τις πασπάλιζαν με λίγη ζάχαρη. Είχαμε έτσι να τρώμε βδομάδες.

- Είδες τα παιδιά; φέρνουν τηγανίτες. Θέλει ν’ αποχτήσει η μάνα σου κι άλλο; με ρώταγε η βάβω, σα να μην ένιωθα τάχα.

Μα εγώ κουνούσα το κεφάλι μου· δεν ήθελα – όχι.

 

Εγώ κοιμόμουν με τη βάβω. Τι γλυκά που μ’ έπιανε ο ύπνος, πόσο ηδονικά του παραδίνομουν! Κι είχα δίπλα μου έναν άνθρωπο, έναν προστάτη, που με παράστεκε σε όλα, έτοιμος να με υπερασπιστεί, ακόμα κι απ’ τα κακά όνειρα που με ξυπνούσαν φοβισμένο.

- Ου, ένα αφύσκο είνορο που είδα!

- Κοιμήσου τώρα. Την αυγή το μολογάς.

Μαζωνόμουν κοντά της, κούρνιζα στον κόρφο της να βρω προστασία.

Κοιμόμασταν όλοι όπως ήμασταν φορεμένοι, με τα παντελόνια οι άντρες, με τα φουστάνια οι γυναίκες. Άλλοι φόραγαν τα τσουρέπια και στον ύπνο τους, άλλοι όχι. Τα πόδια μας τα ’χαμε προς τη γωνιά, για να ζεσταινόμαστε όλη νύχτα.

Κρεβάτια; θα ρωτήστε. Ω, κανένας δεν είχε ακόμα. Πλαγιάζαμε στο πάτωμα, που αποτελούνταν από ασβέστη ανάκατα με άμμο, κι οι νοικοκυραίοι φρόντιζαν μονάχα να βουλώνουν τις τρύπες, όπου έβγαιναν γρουνίτσες κι άλλα ζούδια. Το σύστημα με το στρώμα το γεμισμένο άχερα βγήκε αργότερα και δεν το υιοθέτησαν παρά κάτι λίγοι, μεγαλοπιασμένοι. Το τσιόλι είχε την ευκολία του· το σήκωνες, του ’δινες μια και το τίναζες, τελειωμένη υπόθεση.

Το μεγάλο ζήτημα ήταν οι ψύλλοι. Αλλά ποιο χωριάτικο σπίτι μπορούσε να γλιτώσει απ’ αυτούς; Μικροκαμωμένα, δυσκολοσυγύριστα, ανήλιαγα τα πιο πολλά, τους είχαν μόνιμους ενοίκους· κι έπρεπε να ζεστάν’ η άνοιξη, να μπει ο Μάης, για να κοιμηθεί έξω κανένας, να συχάσει απ’ αυτούς. Όταν βγάζαμε τις φανέλες και τα πουκάμισα, ήταν γεμάτα απ’ τα σημάδια τους, σα στεγνωμένο αίμα: «Τήρα ψυλλοχέσματα!...»

Η βάβω καθόταν στο πρωτειό. Έτσι λεγόταν η ακρινή θέση, προς τον ανατολικό τοίχο, κοντά στο σταχτολόγο, γιατ’ είχε το προνόμιο ν’ ακουμπάει, βλέπεις. Η αντικρινή, ομότιμη κι εκείνη, ήταν προορισμένη για τον πατέρα· μα όταν αυτός έλειπε καιρό, κάθονταν η μάνα.

Από πάνω μας, εκεί που πλαγιάζαμε με τη βάβω, ψηλά στην αταβάνωτη σκεπή, φαινόταν ένα απ’ τα καταχυτά μισοκαμένο. Κι είχα ένα μόνιμο φόβο μήπως οι πλάκες το βαρύνουν καμιά φορά και πέσουν να μας πλακώσουν, στον ύπνο κιόλας.

- Εσύ δε φοβάσαι, βάβω;

- Τι να κάμω, παιδί μου! Μηδά είμαι μάστορας να το σιάξω; Οι νοικοκυραίοι μας δε δίνουν σημασία, έλεγε για τους άντρες του σπιτιού που λείπαν.

Το ανάφερε κάνα δυο φορές του πατέρα, μα κείνος το πήρε αψήφιστα:

- Ου, δεν έχει ανάγκη. Αν ήταν να πέσει, θα ’πεφτε από κείνον τον καιρό.

Κι έτσι έμενε κρεμασμένο πάνω απ’ τα κεφάλια μας, μετέωρο σα δαμόκλεια σπάθη, το ξύλο εκείνο που ’χε μισοκαεί μονάχο του από τις καπνιές, καθώς αυτές, με το να είναι το μπουχαρί[52] ένα απλό άνοιγμα στον τοίχο, ασκέπαστο από μπρος, ανέβαιναν και κολλούσαν εκεί, σα δίχτυα αράχνης, μπογιατίζοντας μαύρο το εσωτερικό του σπιτιού.

Στο μεταξύ ο θείος μου είχε πάει στρατιώτης.

Της βάβως μου αυτό της στοίχισε πολύ κι είχε ολοένα κει το μυαλό της.

- Είχαμαν το τούρκικο, έλεγε, αλλά μας έλειπαν τέτοιες λαχτάρες…

Πραγματικά, η υποχρεωτική στρατολογία εφαρμοζόταν τότε για πρώτη φορά στα μέρη μας, ύστερ’ από καιρούς και γενιές. Οι νεοσύλλεχτοι ήταν άμαθοι από στρατώνες και κανονισμούς, καταβάλλοντας δραματικές προσπάθειες να προσαρμοστούν στο νέο κλίμα. Μερικοί αρρώσταιναν και μπαίναν στα νοσοκομεία. Γενικά, ήταν μια ανησυχία, μια στενοχώρια αδιάκοπη και για τους ίδιους και για τους δικούς των στο χωριό.

- Πώς να πορευτούν τα καψοπαίδια, τι να γένονται!, έλεγε κάθε τόσο η βάβω.

Επιτέλους μας ήρθε και μια φωτογραφία, η πρώτη φωτογραφία που έμπαινε στο σπίτι μας. Ήταν κιόλας μεγάλη, από τις εβδομαδιαίες, με χοντρό χαρτόνι γύρω.

- Για φέρε το κάδρο, ζήταγαν οι επισκέπτες, προπάντων οι γυναίκες που δεν είχαν ξαναϊδεί τέτοιο πράμα.

Ήταν εκεί ο μπάρμπας μου ο Χρίστος με πέντ’ έξι άλλα παιδιά, χωριανούς και φίλους, άλλοι καθισμένοι κι άλλοι ορθοί. Φορούσαν τις στολές τους με τα κουμπιά, εκείνο το παράξενο καπέλο, τις δεμένες γκέτες, τα σφιχτά άρβυλα και τη λόγχη στη μέση. Ο Χρίστος ξεχώριζε ανάμεσά τους όμορφος, με το λεπτό του στριμμένο μουστάκι.

Ένας απ’ όλους εκεί μέσα, ο Παντελής του Παπά, είχε κομμένα τα μαλλιά του.

- Αυτός, εξήγησε ο πατέρας, μπήκε στον ουλαμό να βγει αμέσως λοχίας. Αργότερα θα φορέσει κι αστέρια. Έτσι γίνεται με τους γραμματισμένους, πρόσθεσε μ’ ικανοποίηση, γιατ’ είχε πάντα υπόληψη στους μορφωμένους.

Ο Παντελής – το είπε κι αυτό ο πατέρας – εκεί στην Αθήνα που ήταν δε γύριζε με τ’ αλάνια· παρακολουθούσε νυχτερινή σχολή. Το ίδιο έκανε κι ένας άλλος απ’ το διπλανό χωριό, ο Γιάννης της Ρίνας του Ροπόκη, που δουλεύοντας την ημέρα κασέλι έβγαλε σιγά σιγά τον Παρνασσό. Να, τώρα θα γινόταν κι εκείνος δεκανέας.

- Είχαν μυαλό, συμπέρανε ο πατέρας (όχι χωρίς κάποιο καμάρι, γιατί κι οι δυο τους βαστούσαν, μέσω των μανάδων τους, από το μαχαλά μας και μάλιστα απ’ το σόι μας). Σήμερα όποιος ξέρει γράμματα ασφαλίζει τη ζωή του. Ετούτος ο δικός μας δεν είχε νου για τέτοια. Τον έστελνες στο δάσκαλο κι αυτός τρύπωνε στο λαγκάδι, έπαιζε, όσο να γείρει ο ήλιος. Είχε μεγάλο φόβο, μαθέ,… πετούσε έναν πλάγιο πόντο για τη βάβω μου, που δε μάλωνε το μικρότερο γιο της, επειδή ο ίδιος, ο επικριτής, έλειπε από τότε στα ξένα.

- Ας είναι καλά το παιδί και δεν του χρειάζονται άλλα γράμματα, απαντούσε η βάβω. Τι, παπά θα τον κάμω;

- Κι ήταν άδεξια να γίνει παπάς; Μακάρι να τον έκαναν! πρότεινε ο πατέρας, που ήταν και δεξιός ψάλτης, απλέρωτος βέβαια.

- Έχουμε παπάδες, μας φτάνουν αυτοί, έλεγε η βάβω μου σιγογελώντας, για να μην προσβάλει τον εύθικτο γιο της, αν τυχόν γελούσε ανοιχτά.

Όποτ’ ερχόταν ο Χρίστος με άδεια στο χωριό, ήταν πανηγύρι για μένα. Δεν ξεκολλούσα από κοντά του. Δε χόρταινα να τον κοιτάω. Μου φαινόταν πως είχε αλλάξει, πως είχε πάρει άλλον αέρα.

- Τα ’χω καλά με τον επιλοχία, έλεγε. Με πήρε με καλό μάτι, κι ούτε τιμωρίες ούτε αγγαρείες σαν τους άλλους…

Χαιρόταν η βάβω μου που τα καλοπερνούσε ο γιος της με το μαλακό χαρακτήρα του κι όταν έφευγε τον ξεπροβόδιζε ως πέρα στα έβγα του χωριού, στο σπίτι της Ζωίτσας, που θα πρόσθετε κι αυτή κάνα καλούδι στη γαλατόπιτα της μάνας της για το δρόμο του αδερφού, μια μέρα πορεία.

- Και πότε θα ματάρθεις τώρα; ρώταγε η Ρίνα, η άλλη αδερφή, ψηλά στ’ Αγνάντιο.

- Θα πάρω καμιά εικοσιτετράωρη προφορική κι άλλη τόση απ’ την τσέπη μου, υπολόγιζε ο Χρίστος μπασμένος σε τέτοια.

- Άιντε του ’λεγε η Ρίνα που δε σκάμπαζε από ελληνικούρες. Κι άμα απολυθείς, θα σου βρούμε καμιά νύφη. Τ’ αϊκούς; έσκαγε μόνη της στα γέλια.

Μα ο Χρίστος έκανε πως δεν άκουγε. Αφού ποτίζαμε τα γελάδια στη βρύση, μου τ’ άφηνε εμένα κι αυτός τραβούσε πέρα σιγοτραγουδώντας τον Περβολαριά, απόχτημα κι αυτό του στρατού.

 

Τότε κοντά πλάκωσε κι ο Αποκλεισμός. Πολλοί χωριάτες, προπάντων γυναίκες και παιδιά, τον φαντάζονταν σαν κανέναν αράπη, κανένα δράκο, κακό στοιχειό και γέννημα της κόλασης, που είχε θρονιαστεί κάπου, παντοδύναμος, κι εμπόδιζε να ’ρχουνται γεννήματα στη φτώχεια, στον πεινασμένο λαό.

Τι κακό ήταν, αλήθεια, κι εκείνο! Από τα έμπα του χειμώνα άρχισε να σώνεται το καλαμπόκι και δεν έβρισκες στο παζάρι ν’ αγοράσεις. Όποιος είχε στο κονάκι του μπόλικο, δεν τον ένοιαζε, έβανε και ζύμωνε σαν πριν. Οι άλλοι όμως, οι πιο πολλοί, που τους σώνονταν, τι να κάμουν; Όλα τ’ άλλα μπορεί να στερηθεί κανένας· αλλά κι αυτό το φαρμάκι – το ψωμί;

Εμείς, θυμάμαι, δεν πεινάσαμε. Άλλοι όμως έτρωγαν το κομμάτι με τη Παναΐα βόηθα και κάμποσοι έφτασαν στο σημείο να καταργήσουν ολότελα το ζύμωμα. Στο μύλο μαζώναν τ’ αλεύρι, να μη μείνει τίποτε στο τέλος, σα να ’ταν σκόνη από χρυσάφι.

Τώρα δεν ξεδιάλεγαν τις ρόκες, όπως πάντα, ν’ αφήσουν στην άκρη τις μισοσάπιες, τις χαλασμένες. Σα να μην έφτανε αυτό, καμπόσοι άλεθαν και τα γούτσια τους, τα κότσιαλα[53], να γίνει περσότερο τ’ αλεύρι ή έριχναν μέσα στο κοφίνι του μύλου και βελάνια, καρπούς των πουρναριών, που ήταν ως τότε τροφή για τα γίδια. Αλλά στις περιπτώσεις αυτές πλήρωναν το πείραμα οι καινοτόμοι.

- Τους έκοψε αίμα! άκουγες να λεν, για τους Μπανοραίους ας πούμε, που είχαν τη λιγότερη σοδειά.

Στο χωριό μας ήταν μετρημένοι όσοι έκαναν το ψωμί της χρονιάς τους, οι καθαυτού νοικοκυραίοι, που τ’ όργωμα των χωραφιών τους βάσταγε και μια βδομάδα, ποτιστικά και ξερικά. Οι άλλοι μάζωναν όσο τους έφτανε να περάσουν ως το μεσοχείμωνο κι οι πιο φτενοί πόρευαν μονάχα ως τα Χριστούγεννα. Μετρημένα αντρόγυνα που είχαν μείνει άκληρα και κάτι άλλοι που δεν πρόφτασαν να φαμπιλέψουν, αυτοί μόνο μαζί με τους νοικοκυραίους δεν αψηφούσαν την πείνα.

Εμείς δεν είχαμε πληθύνει ακόμα και τα χωράφια μας, που κοπρίζονταν με φουσκί, έδιναν αρκετό καρπό, τόσον που κόντευε να μας φτάσει, όταν τύχαιναν καλές χρονιές.

- Κονομία, κονομία!, σύσταινε ο γερο-Μήτρος, ο αδερφός της βάβως. Αλλιώς, θα μας πάρει το ποτάμι…

- Καλά στο προσφάι· στο ζωμί γένεται κονομία; απαντούσε η αδερφή του.

Πώς δε γένεται, Θόδω; Για εμείς το τρώμε ανακατερό, γέννημα κι αγριάδα.

- Αγριάδα απ’ τα χωράφια!, ξεφώνιζε η βάβω κατάπληκτη. Αυτήν τα βόιδια την τρων.

- Την τρων κι οι άνθρωποι που ξέρουν!, ισχυριζόταν ο Μήτρος μ’ εκείνο το διφορούμενο ύφος του.

- Καλά και γλωσσιάζεται;

- Ζάχαρη, σου λέω!

Ήταν όμως φανερό πως ο γερο-Μήτρος έπαιζε την πολιτική του, τα ’λεγε αυτά για ν’ αποκλείσει τη συμπόνια ή για να ξεγελάσει τον εαυτό του, μπορεί και τα δυο.

Αυτοί που δε ζυμώνουν πια ψωμί πασπάλιζαν τα κραμπολάχανα που βράζαν με λίγο αλεύρι ή έριχναν καμιά χούφτα στο βραστό γάλα να γίνει κουρκούτι. Ακόμα έψηναν στο τεψί αγριολάχανα, μπλατσάρα, βάνοντας στην άκρη και λίγο αλεύρι ζυμωμένο, να δείχνει για ψωμί. Κι έτσι κουτσοπεράσαν την άνοιξη, τη χειρότερη εποχή, ώσπου να βγουν τα κουκιά κι οι πρωιμιές, βρίζα και τέτοια.

Μαζί μ’ εμάς έτρωγαν και τα παιδιά του Κατερίνη, ο Νάκος με την άσπρη σκούφια (τούρκικο υπόλειμμα) που του ’ρχονταν φαρδιά κι ο Χστόφορος με το πλακερό κεφάλι. Στο μεταξύ είχε μεγαλώσει κι η αδερφή μου η Δημήτρω.

- Έρχονται οι μσαφραίοι! λέγαμε για τα ξαδέρφια μας τα Κατερινάκια, όταν τα βλέπαμε να προβάλλουν πέρα στη ρούγα.

Ήταν ταχτικοί, κάθε γιόμα. Έτρωγαν σιωπηλά, μαζί μ’ εμάς, που δε μας έλειπε ίσως κάποια αίσθηση υπεροχής, κι όταν έφευγαν έπαιρναν ένα κομμάτι ψωμί για το βράδυ.

- Τι να τα κάμω; μόρχεται κρίμα, έλεγε η βάβω.

­- Ζουν οι γοναίοι τους κι είν’ ορφανά! πρόσθετε πικρόχολα ο πατέρας, εννοώντας πως ο Κατερίνης δεν ήταν άξιος να θρέψει τα παιδιά του.

Αλλά η βάβω μου έπαιρνε όπως πάντα το μέρος της φτωχής θυγατέρας:

- Ας της δώκουν αυτό που της ανήκει και δε χρειάζεται παραπανίσια! έλεγε, αλλά πίσω απ’ τον πατέρα μου, γιατί αν τ’ άκουγε εκείνος θα θύμωνε.

Όλη η διαφορά τους ήταν για δυο τρία ξερολάχιδα απάνω στο Βουνί, που επειδή δεν κάρπιζαν τίποτε τα σπέρναμε φακή. Αυτά διεκδικούσε σιωπηλά η Ρίνα για προικιό, αυτά δεν έδειχναν προθυμιά οι δικοί μου να της παραχωρήσουν. Η έλλειψη πρωτοβουλίας προερχόταν από τον πατέρα μου, που ήταν το κεφάλι του σπιτιού. Και η άρνηση ή η αναβολή του θα είχε για δικαιολογία το ότι κι η άλλη αδερφή δεν είχε προικιστεί με χωράφι· στη θέση του της είχε δώσει μια γελάδα. Μα κι η Ρίνα είχε προικιστεί αργότερα με μια δαμάλα.

Τέλος πάντων, εξαιτίας αυτού του χρέους και της στενής βέβαια συγγενείας, τα ξαδέρφια μου τα Κατερινάκια μας επισκέπτονταν καθημερινά όλη την περίοδο της πείνας, π’ ο άλλος έκανε αμάν για μια χαψιά.

Το σπίτι μας ήταν ανοιχτό, ακόμα και τότε, σε συγγενήδες και περαστικούς.

- Μην αψυχάτε το ψωμί σε νηστικόν, έλεγε η βάβω. Το κονάκι δε χάνεται απ’ το λίγο που θα φάει ο ξένος. Ο Θεός άμα θέλει στέλνει μια βροχούλα κι αβγατάν τα γεννήματα. Αλλιώς άμα είσαι σφιχτός, σου παίρνει κι εκειό πόχεις.

Κάθε βράδυ που έβγαινα απάνω στη βρύση, το σουρούπωμα, να καρτερέσω τα γίδια που μας τα ’φερνε ψηλά απ’ τα στεφάνια όπου βόσκαγαν ολημερίς, η Λένη του Λαμπράκη (επειδή δεν ευκαιρούσαν ν’ ανέβουν να τα βρουν στους γκρεμούς οι γυναίκες του σπιτιού μας), μόλις έβλεπα από μακριά την πλατυμάγουλη κοπέλα, την τσοπάνισσα να πούμε, που είχε μπει σε κόπο για μας, έτρεχα σιμά της μ’ ένα κομμάτι ψωμί κατακίτρινο, από σπόρο καραβίσιο στο χέρι:

- Πάρε, Λένη…

Κι εκείνη το ’παιρνε χαμογελώντας, με κάποια ταραχή, η φτωχιά, και πεινασμένη από τόσον ανήφορο, τόσα τρεξίματα απάνω στ’ ολόρθο βουνό με τα πολλά λαγκάδια και τα μονοπάτια, έτρωγε μπροστά μου το γλυκό ψωμί και την πρέντζα που είχαν κολλημένη σε καμιά εσοχή του, αφού πρώτα έβγαζε από μέσα τη δεκάρα, ταχτική πληρωμή της, χωμένη εκεί διακριτικά, για να μην της δοθεί χέρι με χέρι, δίχως να του περάσει η ιδέα καμιανού, από τη μια μεριά ή από την άλλη, πως αυτός ο τρόπος δεν ήταν μαθές και τόσο παστρικός.

Απ’ το σπίτι μας περνούσαν κάθε τόσο κι οι γύφτοι, που είχαμε γειτόνους, κονεμένους στην άκρη του πλαϊνού χωριού, ξέμακρα απ’ τους άλλους, μέσα σε καλύβες, σα να ’ταν απόβλητοι. Ερχόταν ο Γιώργο Γύφτος, που ήταν ανύπαντρος, ρημάδι, βάρος των αλλωνών, κι η αδερφή του η Χριστίνα, ξενοπαντρεμένη και χήρα, μισοδιακονάρα. Με πρόσωπο φτενεμένο απ’ την αναφαγιά, με μάτια που γυάλιζαν όλο λαιμαργία, σα σκυλιά που δεν προφταίνονται στο τάισμα, παρακολουθούσαν τις κινήσεις της βάβως που έτριβε ψωμί σ’ ένα καπάκι με ξινόγαλο, για να πανουκλιάσουν όπως έλεγε, γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που μας επισκεπτόνταν, μ’ όλο που φοβόνταν όχι λίγο το αγριωπό σκυλί μας. Οι γύφτοι έτρωγαν κι όλο σχωράγαν τα πεθαμένα μας.

- Δεν ξέρω αν πιάνονται οι δικές τους οι ευκές, έλεγε η βάβω, μα είναι άνθρωποι κι αυτοί, τους θέρισε η πείνα. Τώρα ο κόσμος δεν έχει μεράκι για λαλούμενα. Τους βαριέμαι μοναχά πόρχονται κάθε τόσο και χαλεύουν, πότε αλεύρι, πότε σπόρο. Δε ντρέπονται ντιπ, γι’ αυτό τους είπαν γύφτους…

 

Η χαρά μου ήταν να βλέπω στους ξένους.

Την εποχή που ανοίγει κανένας τα μάτια του όλο έκσταση και περιέργεια στο θέαμα του κόσμου, αχόρταγος θησαυρίζει εικόνες, να χαράξει μέσα του πρόσωπα, να μεθύσει με τον ήχο των λόγων, οι ξένοι κι οι περαστικοί πάντα είναι καλοδεχούμενοι για το παιδί, φυλάει γι’ αυτούς έναν τόπο ακριβό μες στην ψυχή του και τους θυμάται ύστερα ως τις στερνές του στιγμές.

Οι πρώτοι επίσημοι, να πούμε, ξένοι που φάνηκαν σ’ εμάς ήταν ένα ζευγάρι νιόπαντρο απ’ τα Κατσανοχώρια. Τα Κατσανοχώρια δε βρίσκονταν μακριά μας, μόλις μισή μέρα δρόμος μάς χώριζε απ’ αυτά· μα καθώς τα έκρυβε από πίσω του το Ξεροβούνι, έμοιαζαν για χώρα μακρινή, χαμένη στην περιοχή του θρύλου, προπάντων για ένα παιδάκι που ακόμα κι ένα σπίτι κάπως μακρινό, μια άλλη γειτονιά του χωριού του φαίνονται βυθισμένα στην απόσταση και στο μυστήριο.

Αυτοί οι χριστιανοί λοιπόν βρέθηκαν ένα χινόπωρο στην κορφή του μαχαλά μας, παρασυρμένοι εκεί από κάποια περιπέτεια – τον πόλεμο θαρρώ του ’13 – που σαν οργισμένη κατεβασιά ή σα μπόρα που κυνηγάει τα ζωντανά στις κοντινότερες σπηλιές, μετακίνησε τον πληθυσμό προς τα μέρη τα δικά μας. Εκεί πάνω στη Αραϊδόβρυση, όπου πήγαν για νερό, τους βρήκαν αποβραδίς οι δικοί μας, έρημους ανθρώπους, ξεσπιτωμένους, με τα λίγα γιδοπρόβατά τους. Έπιασαν γνωριμία και τους κάλεσαν να ’ρθουν πιο κάτω με τα ζώα τους, αφού εμείς είχαμε μπόλικο κουλούρι γύρω απ’ το σπίτι για να βοσκήσουν, επειδή ήταν αμαρτία να σταλίζουν απανώστρατα, χωρίς σκεπή για ύπνο, χωρίς κανένα συγύριο, μια που τα παράτησαν όλα τρυπωμένα εκεί στο χωριό τους.

Θυμάμαι θαμπά την ξένη γυναίκα, πάνω στο άνθισμα της νιότης της, καθώς έριχνε ξύλα στη φωτιά για να ζυμώσει ψωμί και κάπνιζαν αυτά απ’ την υγρασία κι όλο σφούγγιζε τα μάτια της.

- Παιδεύεστε εδώ πολύ, γυναίκες, έλεγε στις δικές μας. Γαστρίζεστε ακόμα στη γωνιά. Εμείς κείθε έχουμε φούρνο.

- Φούρο; επανάλαβε η βάβω μου απορώντας.

- Ναι, θεια. Και δεν ψηνόμαστε έτσι στη φωτιά. Ψένουμε τρία τέσσερα καρβέλια μαζί.

- Βαστιόστε καλύτερα εκεί… έλεγε η βάβω μου, αλλά χωρίς ζήλια ή πίκρα. Εσείς τρώτε καθάριο ψωμί.

Είχαν αποφασίσει να γίνουμε κουμπάροι, έπειτ’ από λίγους μήνες που θα γεννούσε με το καλό η γυναίκα της προσφυγιάς.

Εγώ στο μεταξύ την έκραζα τρεβλά (ήμουν πολύ μικρός): αδερφή.

- Αδερφή, της έλεγα κολλώντας χαδιάρικα κοντά της, δώσε μου πάλι αυτό…

«Αυτό» ήταν ένα ωραίο ρολόι με χρυσό καπάκι που φορούσε μ’ αλυσίδα σε μια ψηλή τσέπη του φορέματός της. Το ’βγαζε και σκύβοντας μου τ’ άφηνε για λίγο στα χέρια, σαν πολύτιμο παιγνίδι.

Αισθανόμουν γι’ αυτή μια πρώιμη, ανεξήγητη έλξη, κι οι λίγες μέρες που κάθισαν οι ξενοφερμένοι μαζί μας μου φάνηκαν σα μια ολόκληρη εποχή ευδαιμονίας.

Άλλη που φιλοξενήθηκε στο σπίτι μας για ένα μικρό διάστημα, από ανάλογη θεομηνία, ήταν η παλιά κουμπάρα μας η Γιώτω.

Αυτή είχε ’ρθει από τον πέρα μαχαλά, όπου καθόταν, κουβαλώντας και τα σέγια της. Μ’ όλο που κι αυτό το επεισόδιο συνέβηκε στη χαραυγή της ζωής μου, θυμάμαι καθαρά έν’ αμπάρι απ’ τα μετακομισμένα είδη· τετράγωνο, φαρδύ, σα μεγάλη κασέλα, μου ’καμε εντύπωση φαίνεται, γιατί οι δικοί μου δεν είχαν τέτοιο ακόμα: διατηρούσαν τα γεννήματα μας σε σακιά.

- Πω πω, μωρέ γναικούλες μ’, τι ’ταν αυτό που μας ηύρε! κλαιγόταν η κουμπάρα μας η Γιώτω, που πηγαινορχόταν απ’ το σπίτι της στο δικό μας, μεταφέροντας όλο και κάτι. Πάει, ήρθαν τα συντέλεια, θα μας βλιάξ’ ο Θεός…

Και δεν είχε άδικο που φοβόταν το βούλιαγμα. Ένας ολόκληρος μαχαλάς, ο ακρινός του χωριού μας, ο λιγότερο στέρεος, προς το μέρος του ποταμού, είχε χαθεί κιόλας ρουφηγμένος θαρρείς απ’ τη γης, που στα καλά καθούμενα άρχισε να ξεφυσάει πνιχτά, ν’ αναδίνει αχνούς, να σαλεύει εδώ κι εκεί, ώσπου βρήκαν καιρό οι κάτοικοι και σκόρπισαν αλλού. Όταν σε κάνα δυο μέρες ξεπρόβαλλαν ν’ αγναντέψουν την παλιά τους γειτονιά, έμειναν άναυδοι απ’ το θέαμα που αντικρίσαν. Τα κονάκια, τα χωράφια, τα κηπάρια, τα κλαριά τους, ακόμα κι η εκκλησιά τους ο Αϊ-Κωνσταντίνος (που πρόφτασαν κάνε να γλιτώσουν την εικόνα του), όλα είχαν εξαφανιστεί, σα ν’ άνοιξε η γης και να τα κατάπιε. Στη θέση της παλιάς συνοικίας είχε μείνει ένα ανακάτωμα από πέτρες και χώματα – κίτρινες ρίπες – και ρίζες δέντρων, που χρειάστηκε ίδρωτας μιας γενιάς σχεδόν για να ξαναγίνουν με τον καιρό κατοικήσιμα κι αποδοτικά.

Εκείνη λοιπόν την εποχή κοντά στα Χέλια έπαθε ζημιές κι ο πέρα μαχαλάς, σα γειτονικός του, γιατί ράγισαν σπίτια, μετατοπίστηκαν χωράφια και μες στα κουλούρια άνοιξαν χράσπες[54], που άλλες ντύθηκαν με τα χρόνια πρασινάδα κι άλλες έμειναν έτσι, χάσματα γυμνά. Κι ο καθένας τότε φοβόταν μη βουλιάξει το κατοικιό και το μαντρί του και τα λιγοστά του οργώματα και μείνει όξω στη λάκκα με τη φαμιλιά και με τα ζωντανά του. Κι είχε δίκιο η Γιώτω που έσκουζε απάνω απ’ τα κεφάλια μας:

- Πω πω, μαυράδα μας και χαλασιά μας! Τι μαύρα σκυλιά θα μας τραβάν, αν έρθει το βούλιασμα ως τη Μουτσιάρα (τ’ όνομα της γειτονιάς της).

- Σώπα, κουμπάρα, της έλεγε η βάβω μου. Ο Θεός είναι μεγάλος. Δε θα τιμωρήσει όλο τον κόσμο.

Κάτι μουρμούρισαν ύστερα, που δεν τ’ άκουσα καλά. Πήρε μόνο τ’ αφτί μου τη λέξη «μπατσί». Θέλαν ίσως να πουν (όπως συμπέρανα αργότερα, μεγάλος, με την πείρα μου) πως είχε πεταχτεί κάπου εκεί πέρα στα Χέλια μπαστάρδικο και γι’ αυτό τους ήρθε από ψηλά η φοβερή τιμωρία, όλων γενικά για παραδειγματισμό.

Πάντως, μόλις πέρασαν οι κρίσιμες μέρες, η κουμπάρα μας η Γιώτω ξαναγύρισε στο σπίτι της κουβαλώντας πίσω και τ’ αμπάρι, μισή ώρα δρόμο. Αλλά δεν την ένοιαζε γι’ αυτό, βάσταγαν γερά οι πλάτες της, όπως εξάλλου και κάθε γυναίκας του τόπου μας, όπου από έλλειψη ζωντόβολων όλες οι μεταφορές γίνονταν απ’ τις γυναίκες, που φορτώνονταν τριάντα ίσαμε σαράντα οκάδες βάρος.

- Ου, πάει κι αυτήν’, είπε στο φεύγα της με κάποια ανακούφιση η βάβω. Τσιαπλακούτα, αλογοκούδουνο! πρόσθεσε κατακρίνοντας την ασταμάτητη φλυαρία της, αποτέλεσμα ίσως του πανικού.

Με πιο πολύ συμπάθεια έβλεπε η βάβω τις διακονάρες, θεόφτωχες γυναίκες απ’ τ’ απάνω χωριά, με χιλιομπαλωμένο φουστάνι, με τρύπιο κεφαλομάντηλο, με όψη σα χωματένια. Είχαν από κάνα δυο τρουβάδια στις πλάτες, κάνα παλιοσάκι από πίσω τους και κράταγαν πάντα από ένα γερό σκόπι, ραβδί για τα σκυλιά. Έρχονταν από κάτι άκαρπα, ξερικά χωριά, χειρότερ’ απ’ τα δικά μας, όπου αν δεν έβρεχε το καλοκαίρι δε μάζωναν ούτε σπυρί. Οι άντρες έφευγαν τότε, τραβούσαν πέρα στο Καρπενήσι μαστόροι, αλλά οι γυναίκες που έμεναν πίσω, οι απροστάτευτες κι οι χήρες, τι να κάμουν; Έβγαιναν στη γύρα. Ήταν όμως τόσο ταπεινές, τόσο σεμνές στην ανέχειά τους, που αρκούσε να τις κοιτάξεις για να τις λυπηθείς.

- Καψογυναίκες! Βγαίνει κανένας από καλό του για χάλεμα; έλεγε η βάβω, που τις συμπονούσε από καρδιάς, όχι μόνο τις γερόντισσες, αλλά και τις νέες πόχασαν παράκαιρα το σύντροφό τους κι ήταν αναγκασμένες να φέρνουν οι ίδιες ένα κομμάτι στα παιδιά τους.

Όχι μόνο τους έδινε λεημοσύνη, παρά και τις κρατούσε να κοιμηθούν τη νύχτα, όταν έλειπαν οι άντρες. Έτσι εκείνες το ’χαν γύρισμα το σπίτι μας όλον το χειμώνα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πήραν η μια με την άλλη θάρρος κι άφηναν εκεί τ’ αποθέματά τους, καλαμπόκι, αλεύρι, αδειάζοντάς τα σε ταλάρια μας, για να ξαναγεμίσουν τα σακούλια τους συνεχίζοντας την περιοδεία.

- Να, ψυχούλα μου, πάρε, κουμπί μου! με καλόπιαναν εμένα προσφέροντάς μου κομμάτια από ζητιανεμένες λαχανόπιτες με πέτουρα, νόστιμες όμως, καθαρές, ενώ στη βάβω μου ευκιόνταν ολοένα πάνω στο φαΐ «καλόν Παράδεισο».

 

Το κακό ήταν που μ’ αυτούς τους πολέμους και τις πείνες φανερώθηκαν στα χωριά μας, συνοδειά τους αχώριστη, κι οι θέρμες. Φρούτο του κάμπου από χρόνια και πλάσες, γέννημα του βάλτου σαν τις αβδέλες, ανάδομα του βουρτσιλιού, έφτασε το κακό, ταξιδεύοντας με τον αέρα, με τα χνώτα των ανθρώπων, ως εμάς.

Έπεφταν πρώτα στο στρώμα αυτοί πόρχονταν απ’ τα χαμηλά, όσοι δούλευαν στον κάμπο της Φιλιππιάδας, οι γυναίκες που ανέβαιναν απ’ το παζάρι φορτωμένες καλαμπόκι ή αλάτι. Στην αρχή αρρώσταιναν οι αποσταμένοι απ’ τις δουλειές, οι ντελικάτοι. Αλλά μαζί μ’ αυτούς έπιανε το μόλεμα και τους άλλους, προπάντων τα κακοπόρευτα, τα λιγοτάιστα παιδιά.

Ωχ, άκουγες από δω. Μ’ έπιασε κεφαλαριά, νιώθω το κεφάλι μου σαν καζάνι. Αχ! ξεφώνιζε άλλος από κει. Τους έχω όλους θράκα καταής, δώσε μου λίγο ξίδι να τους προφτάσω…

Έβρεχαν ρεντζοπάνια στο ξίδι και τους τα ’βαναν στο κούτελο, να δροσιστούν λίγο, να τους φύγει η καούρα. Μα η φλόγα έβοσκε από μέσα και δεν ήταν εύκολο να σβήσει.

Θ’ απορέσει κανείς ακούγοντας πως βουνοχώρια εμείς υποφέρναμε τόσο απ’ την ελονοσία. Και όμως αυτή είναι η αλήθεια. Μας έπιανε και μας τράνταζε. Άρχιζε μπαίνοντας το καλοκαίρι και τελείωνε πέρα το χινόπωρο, σαν έπαιρναν για καλά τα κρύα. Πολλούς τους τέλευε και το χειμώνα ή ήταν έτοιμη να ξεσπάσει μ’ όποιον καιρό, σαν τα σκεπασμένα κάρβουνα που μπορούν στη στιγμή να ξανανάψουν, όταν μ’ ένα φύσημα ξεγυμνωθούν από τη στάχτη.

- Τι έχεις και τεντώνεσαι; με ρωτούσαν απ’ το σπίτι.

- Να, μόρχεται αχαμνά.

- Θαρρώ σε τρυγάει πάλι η θέρμη…

Μου ’παιρναν το χέρι και προσπαθούσαν απ’ το σφυγμό να καταλάβουν. Θερμόμετρο δεν είχαμ ούτ’ εμείς ούτε κανένας άλλος στο χωριό. Μονάχα ο γιατρός κουβαλούσε αυτό το σύνεργο μαζί του.

- Πέσε να σε σκεπάσω, μου ’λεγε η βάβω.

Αλλά εγώ δεν ήθελα. Προτιμούσα να με χορέψει η θέρμη ορθόν κι ύστερα να πλαγιάσω, να γίνω κουβάρι κάτω απ’ τη βελέντζα, καθώς το ρίγος μου περνούσε βέργες το κορμί και με κυρίευε ολάκερον και λαχανιασμένος απ’ την  κοντανάσα ένιωθα μια ανομολόγητη, νοσηρή ηδονή σα να με διαπερνούσε ένα παράξενο ρευστό, έν’ ακατανίκητο μούδιασμα, ώσπου ξεκλειδώνονταν πια οι αρμοί, παράλυε ολότελα η θέληση και βυθιζόσουν σ’ ένα λήθαργο, σ’ ένα κενό που σ’ εκμηδένιζε.

- Διψάω! Φέρτε μου το τσουκάλι…

Έπινες, έπινες και χορτασμό δεν είχες. Η φωτιά που δούλευε στα σωθικά σου δεν έσβηνε, μακάρι και ν’ άδειαζες όλο το αγγειό. Άμα έκανες ύστερα να σηκωθείς, δεν πετύχαινες πού να πατήσεις, σου ’ρχόταν σκοτούρα κι έπεφτες. Ήταν κωμικό να βλέπεις μεγάλους ανθρώπους πώς πρόσεχαν τα πρώτα βήματά τους σα να ’τα αχρόνιαγα παιδάκια.

Την εποχή που η αρρώστια βρισκόταν απάνω στην άψη της, ολόκληρες οικογένειες αχρηστεύονταν βογκώντας στο στρώμα. Το καλό ήταν που ο καταραμένος πυρετός ερχόταν τριτόημερα κι άφηνε μια μέρα διαθέσιμη στα θύματά του, να κοιτάξουν με κλονισμένα τα ποδάρια τις δουλειές τους.

- Σήμερα καρτερώ τη συμπεθέρα! άκουγες να λεν, με την αιώνια χωριάτικη θυμοσοφία.

Και συμπεθέρα ακάλεστη, ένοική τους με το ζόρι, ήταν η γλυκιά φόνισσα, η σακατεύτρα των κορμιών, η θέρμη.

Τη θυμάμαι και με πιάνει ακόμα τρεμούλα. Αυτή μας μπόλιασε το αίμα, μας περόνιασε ως το μεδούλι. Μας άλλαξε ακόμα και το χρώμα του προσώπου, γιατί δεν είχαμε γεννηθεί βέβαια με κίτρινη πέτσα. Μας άφησε τα ύπουλα χνάρια της σ’ όλο το κορμί, μας φαρμάκωσε τη ρίζα, για να μη μπορούμε να βγάλουμε ποτέ φτερά ή, μόλις δοκιμάσουμε πέταγμα κι εμείς, να σωριαστούμε χάμου ανίσχυροι, σαν τσακισμένοι.

Βοηθός μας σε τέτοιες δύσκολες ώρες, τον καιρό μάλιστα που έλειπαν οι άντρες, ήταν ο γείτονάς μας ο Λιωνίδας, ένας απ’ τους γιους του γερο-Μήτρου, που κατοικούσε τώρα πάνω στ’ Αγνάντιο. Ύστερ’ απ’ το θάνατο της μάνας τους τα τρία αδέρφια χωρίσαν. Ο μικρότερος, ανύπαντρος ακόμα, έμεινε κοντά στον πατέρα του. Οι άλλοι δυο τραβήχτηκαν με τις φαμιλιές τους ψηλότερα, σε μέρος ξερικό, πάνω απ’ τ’ αυλάκι. Έτσι ο Λιωνίδας ξαναβρέθηκε γείτονάς μας, μα τώρα απ’ την απάνω μεριά.

Ερχόταν στο σπίτι μας ταχτικά, χωρίς να τον γυρέψουμε κιόλας. Όταν αποτέλειωνε τις δουλειές του, αφού απότρωγε με τα παιδιά του (γιατ’ είχε το ιδίωμα να μην κάθεται σε ξένη τάβλα), τσουπ! τον έβλεπες και παρουσιαζόταν.

- Έχετε κάναν ανήμπορο απόψε; ρωτούσε χαμογελαστός, καθώς έσκυβε να μπει στη χαμηλή μας πόρτα.

Πάντα κάποιον θα ’βρισκε, συχνότερα εμένα.

Ξαπλωμένος εκεί στην άκρη απ’ τη γωνιά, με κάνα δυο σκεπάσματα απάνω μου, για να μην πάρω κρύο τάχα, επειδή σ’ αυτό απόδιναν γενικά τον πυρετό, ήμουν βυθισμένος στο λήθαργο, στη γλυκιά παίδεψή μου, μην έχοντας όρεξη ούτε ν’ ανοίξω τα μάτια· τόσο ήμουν εκμηδενισμένος από κείνο το μούδιασμα του σώματος, τη ζάλη του μυαλού.

- Σου ’φερα ρόιδο, κρασόροϊδο, που σ’ αρέσει! μου ’λεγε ο καλός γείτονας, για να ξυπνήσω.

Μου το ξεσπυρούσαν, άνοιγα λίγο τα μάτια, κατάπινα λίγα σπυριά, μα έπεφτα πάλι στη νάρκη μου.

- Έχει λαμπάδα, ψένει, άκουγα να λεν.

- Φλεκάρσε! πρόσθεταν βλέποντας το γοργό σφυγμό μου, σάμπως να ’ταν έτοιμος να πετάξει, να φύγει.

Μέσα σ’ ένα μεγάλο νταβά είχαν ξίδι νερωμένο και μ’ αυτό πολεμούσαν, βουτώντας παλιόπανα εκεί, να μου λιγοστέψουν τον πυρετό, να δροσολήγουν το κούτελό μου.

Άκουγα τις σιγανές κουβέντες τους σαν από βύθος, σα να ’χε αλλάξει σύσταση ο εαυτός μου, σα να μην ήταν αυτοί που μιλούσαν. Έτριζαν και τα ξύλα της φωτιάς, κρατώντας τους το ίσο.

- Άι, κοιμήσου εσύ, θειάκω, έλεγε της βάβως μου ο πονόψυχος ανεψιός της. Κοιμήσου και θα τον ξενυχτήσω εγώ.

Στεκόταν εκεί, αποπάνω μου, φύλακας άγρυπνος μέσα στη νύχτα, στ’ αντιφέγγισμα το φευγαλέο της φωτιάς, σα να ’θελε να με προστατέψει από αόρατον εχθρό, που γυρίζει ύπουλος στη σκοτεινιά, παραμονεύοντας να πετύχει απροφύλαχτο θύμα.

Εγώ δεν ένιωθα τίποτα. Έπλεα σε μια θάλασσα που με ταλάντευε επώδυνα, έπεφτα σε γκρεμούς που δε με κατάπιναν μια και καλή, να συχάσω, και προπάντων έβλεπα να περνούν αράδα πρόβατα μπροστά μου, πολλά πρόβατα, ολάκερα κοπάδια, που βάνομουν να τα μετρήσω, έφτανα σ’ έναν αριθμό, κι εκείνα διάβαιναν γλήγορα ή ανακατεύονταν το ’να με τ’ άλλο, και τότε πια έχανα το λογαριασμό, κι αυτό ήταν το μαρτύριό μου.

 

Αυτά τ’ ατέλειωτα πρόβατα που με τυραννούσαν τις νύχτες της αρρώστιας μου με την εφιαλτική παρέλασή τους, ήταν πραγματικά, τα είχα δει κάμποσες φορές. Τα ’βλεπα κάθε χινόπωρο που τα κατέβαζαν οι βλάχοι οι Πραμαντιώτες κι οι Σιρακιώτες κι οι Καλαριτιώτες απ’ τα όμορφα, τα δροσάτα καλοκαιρνά τους κάτω στους κάμπους, στα χεμαδιά. Στο ανέβασμα, την άνοιξη δεν περνούσαν από κει παρά μόνο κάτι λίγα, ίσως γιατί ο δρόμος, παρόλο που έκλωθε μέσ’ απ’ το λόγγο στα ψηλώματα, στη ρίζα του Ξεροβουνιού, είχε πάλι γύρω του σπαρτά, χλοϊσμένα χωράφια, και τα κοπάδια μπορούσαν να κάνουν ζημιές, να πλερώνουν καινούργιους τζερεμέδες οι τσοπαναραίοι.

Καθόμουν απάνω στη Τζουμούλα μας, ανεβασμένος σε καμιά θεόρατη πέτρα, θεωρείτο πρώτης γραμμής προς το ντερβένι κι άφηνα τα μάτια μου, την ακοή μου, να βυθίζονται σ’ εκείνο το εξαίσιο θέαμα, στη μαγεία των ήχων. Όλο το διάβα που φαινόταν, η ρούγα η πλατιά με τα χοντρά χαλίκια, πέρα απ’ την Αγία Παρασκευή ως δώθε στο Κόνισμα και παρακεί ως τις Κουδέλες, ο ήσυχος άλλοτε δημόσιος δρόμος, όπου μόλις ξεπρόβαλλε κανένας αγωγιάτης ή καμιά γυναίκα φορτωμένη, ασπρολογούσε τώρα από τα φλόρα[55] πρόβατα των βλάχων, που τραβούσαν σκυφτά το ’να στ’ άλλο, σα μια μάζα, και που ανάμεσά τους ξεχώριζε καμιά λάγια[56] πρατίνα, κάνα παρδαλό σκυλί ή οι ίδιοι οι βοσκοί με τα λιάρα κοντοκάπια τους. Ψηλοί, ακούρευτοι, απεριποίητοι, κρατώντας μεγάλες γκλίτσες με σκαλισμένη ή μετάλλινη λαβή (για να πιάνουν μ’ αυτήν απ’ το ποδάρι τ’ απείθαρχα ζωντανά τους), σαλαγούσαν και χούγιαζαν όλη την ώρα με θεαματικές χειρονομίες για να κρατούν σε σωστή πορεία τον άβουλο λαό τους.

- Έι, έι! Α, ουρέ διο του διαόλ’ άι ουρέ λυκουσκισμένα! τους άκουγες να φωνάζουν κάθε τόσο με την τραχιά προφορά τους, με κείνη τη μανία πόχουν οι δικοί μας να κακομελετάν ακόμα και αγαπημένα τους όντα.

Ήταν κι άλλοι που έρχονταν από μακρύτερα, απ’ τη Μίγερη κι απ’ το Μερόκοβο, σύνορα της Θεσσαλίας, πέρ’ απ’ του Κοράκου το γιοφύρι, τρεις μέρες δρόμο ίσαμ’ εμάς, που αυτοί οδηγούσαν γιδερά, επειδή στον τόπο τους έχουν μπόλικο λόγγο και προκόβουν καλύτερα απ’ τα πρόβατα. Κι αντιλαλούσαν τ’ αγνάντια κι οι πλαγιές από το λάλο των κύπρων[57], και των κουδουνιών με τα μακριά γλωσσίδια και τους ήχους τους γλυκούς που ενώνονταν σε μια παράταιρη, πρωτόγονη συμφωνία κι ήταν χαρά των αφτιών, θιάμασμα του κοσμάκη, να πάρουν όλοι χαμπέρι και να μείνουν με το στόμα ανοιχτό στο πέρασμα των παινεμένων βλάχων, των ξακουστών τσελιγκάδων «πόχουν τα χίλια πρόβατα, τα πεντακόσια γίδια». Και δώσ’ του κόρδωμα εκείνοι, δώσ’ του καμάρι και περφάνια, καθώς πέρναγαν με τα πελώρια βλαχόσκυλα π’ αλύχταγαν αλλόκοτα, με φοβερές αντηχήσεις, με τα μουλάρια τους τα φορτωμένα βελέντζες και σακιά, καζάνια και παιδιά, με τα πυκνά μουστάκια και τα γένια τους, με τις σκούφιες, τις ζουπιγμένες απ’ τη μια μεριά, με τα βαριά τσαρούχια τους το προγκιασμένα, με την ορεσίβια, αρειμάνια εμφάνισή τους, όλο γεροσύνη και φοβέρα – γιατί, αν δεν ήταν τέτοιοι, θα τους κατάπιναν σε μια μέρα και μια νύχτα της φύσης τα στοιχειά κι οι άρπαγοι ανθρώποι. Να, παραμόνευαν σαν αλεπούδες οι χωριάτες, μην ξεκοπεί κάνα ζυγούρι, μην ξωμείνει καμιά παλιοπρατίνα, μη βρουν ευκαιρία στο σουρούπωμα και τραβήξουν μέσ’ από ξερότοιχου φυράδα κάνα βετούνι και κάμουν αποβραδίς τσιμπούσι στην υγειά των πιστικών. Μα κείνοι είχαν άγρυπνο το νου τους, βοηθημένοι απ’ τ’ αγριόσκυλα, και τέτοιες βραδιές δεν τους έπιανε ύπνος, λαγοκοιμόνταν οι καψαροί με το ντουφέκι παραμάσκαλα, ώσπου να ξεμακρύνουν από τα πόνηρα χωριά, τα στημένα σα δόκανα στο δρόμο τους, να πιάσουν του κάμπου την ανοιχτωσιά, που εκεί θα ’χαν να κάμουν με λύκους και τσακάλια.

- Άι, ουρέ διαουλόπρατα, ουρέ λύκικα, π’ να σας έμπ’ ου διάουλους μέσα! ούρλιαζαν οι πιστικοί και σούραγαν με το δάχτυλο στο στόμα ή χωρίς αυτό, στραβώνοντας το στόμα, κι έριχναν πέτρες να στομώσουν τα ζωντανά τους, κι ανάγκαζαν τα σκυλιά πάνω σε υποθετικούς κλέφτες, και γινόταν ένας σαματάς κι ένα κακό ανακατωμένο με το λάλημα των κυπροκούδουνων, έτσι που να γρικήσουν κι οι κουφοί πώς περνάν οι βλάχοι με το βιο τους και πως στέκουν αποπάνω τους αλέστα οι νοικοκυραίοι.

Αυτά καθόμουν και κοίταζα από την Τζουμούλα, συνεπαρμένος απ’ αυτό το ζωντανό γαϊτάνι, την έμψυχη λουρίδα που σερνόταν στο ντερβένι, γεμίζοντας την ψυχή μου σχήματα και ήχους.

Το ίδιο έκαναν κι άλλα παιδιά, ανεβασμένα σε τοίχους κουλουριών ή σε κανένα δέντρο ψηλό για να μην τα φτάνουν τα βλάχικα σκυλιά. Εκείνα όμως διάβαιναν ατάραχα, μεγαλόσωμα κι ούτε καταδέχονταν να μας δώσουν σημασία· δεν απαντούσαν ούτε και στ’ αλυχτήματα των ζαγαριών μας, τα περιφρονούσαν.

Έφευγαν οι βλάχοι, χάνονταν στον κατήφορο κι εμείς τους βλέπαμε αράδα βραδιές στ’ όνειρό μας, ακούγαμε στον ύπνο μας να λαλούν τα κυπροκούδουνα, ενώ άνθρωποι και ζωντανά περνοδιαβαίναν σαν κατεβασιά, σαν ξωτικός χορός που τραβάει κρατητά.

Σα μικρογραφία αυτού του μεγαλόπρεπου διάβα, σαν αχνή χαλκομανία της ασύγκριτης εικόνας, ακολουθούσε τον ίδιο καιρό και το κατέβασμα των δικών μας των βλάχων, απάν’ απ’ το Βουνί.

Τέτοια εποχή φιλοξενούσαμε, περαστική απ’ το ξεκαλοκαιριό, τη φαμιλιά του μπάρμπα μου του Θύμιου, που εξόν απ’ το συγγενικό δεσμό φύλαγε και τα πρόβατά μας, μεσιακά. Για να μην τους αποφανεί το ταξίδι με τα μικρά παιδιά, κάθονταν κάνα δειλινό, κοιμούνταν και τη νύχτα σ’ εμάς. Έτσι με μια άλλη μέρα πορεία έφταναν στα χειμαδιά.

Μεγάλη αναστάτωση γινόταν στο σπίτι μας απ’ αυτήν τη μετοικεσία. Οι ξαδέρφες μου (που δεν είχαν ακόμα αδερφό) ήταν αλλιώτικα μαθημένες στο κονάκι τους, χωρίς φόβο από γονιούς κι αυστηρή πειθαρχία. Φώναζαν, λοιπόν, βάναν τα κλάματα για το παραμικρό.

Πιο απαιτητική, πιο ανάποδη απ’ όλες φαινόταν η Βάγια.

- Έλα δω, μωρέ διάολέεε! ξεφώνιζε ρυθμικά καλώντας τη μάνα της.

- Τι θέλεις, μάτια μου; έτρεχε κοντά της πρόθυμη κείνη.

- Θέλω να φάω, μωρήηη!

Η καημένη η Θύμιαινα γινόταν κατακόκκινη, γιατί έβλεπε πως η κόρη της δεν πείναγε, αφού κρατούσε στα χέρια φαΐ.

- Να, ψυχούλα μου, έχεις! και της έδειχνε τη μούστα που βάσταγε, ψωμί τριμμένο με λάδι, καμωμένο γρομπούλι.

- Δεν το θέλω γω αυτόοο! έβανε η άλλη τις φωνές.

- Αμ τι να σ’ δώκω, κακή σου ημέρα, να κοιλοβρομήσεις;

- Θέλω μπουκβάλα, μωρέ διάτανε γραμέεενε!, φώναζε μ’ όλη τη δύναμή της η Βάγια, ξεσπώντας στα δάκρυα πια.

Αυτό ήταν: δεν της άρεγε η δικιά μας η μούστα, με το λάδι· ήθελε μπουκουβάλα, με το βούτυρο. Αλλά σ’ εμάς δεν περίσσευε η αρτυμή, όπως στους βλάχους. Κι η Βάγια με την επιμονή της έφερνε σε δύσκολη θέση τους δικούς μου μα πιο πολύ τη μάνα της που ντροπιαζόταν.

Τι να λέγαμε μεις τα φτωχομαθημένα, που είχαμε τ’ άντερό μας αλίγδωτο. Άμα πολυφωνάζαμε στις μανάδες μας και θέλανε να μας ξεφορτωθούν, έβγαζαν λίγη αρμύρα απ’ τον τάλαρο με το τυρί και βουτώντας μέσα ψωμάκι προσφαΐζαμε σα βασιλιάδες. Εκείνο το νερό τ’ αρμυρισμένο μας φαινόταν έδεσμα πολυτελείας.

Τα βλαχόπουλα όμως, οι κοπέλες του Θύμιου, έτρωγαν και τυρί και βούτυρο και γαλοτύρι, γι’ αυτό είχαν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα ανοιχτά. Κάποτε που πήγα μικρός με τη μάνα μου στη στάνη της, μας φίλεψαν ένα βλάχικο φαΐ, κουσμάρι, που έπλεε στη λίγδα.

Τότε πρωτόφαγα και μανιτάρια, πρώιμα του χινόπωρου, ψημένα στη θράκα. Όταν το είπα στη βάβω, με φόβισε λιγάκι:

- Θεός φυλάξει, να μη βάλεις στο στόμα σου ζουρλομαντάρες!

- Και τι παθαίνει όποιος τις τρώει; ρώτησα μουδιασμένος.

- Χάνει το μυαλό του, τι άλλο; Να, σαν το Γιώργο Καλοϊάννη!

 

Ο Γιώργο Καλοϊάννης ήταν ο τρελός του χωριού μας· τον είχαμε μάλιστα στο μαχαλά μας, μα όχι στη δική μας γειτονιά. Καθόταν με τη μάνα του την κακομοίρα κοντά στο Λαγκάδι, τη μεγάλη ρεματιά που χώριζε το χωριό μας στα δυο ξεκινώντας απ’ τη Γκούρα, την πηγή του, και φτάνοντας ως κάτω στο ποτάμι, το καλοκαίρι στερεμένο σχεδόν, γιατί διακλαδίζονταν σε πλήθος αυλάκια και παραύλακα για το πότισμα των χωραφιών, αλλά το χειμώνα αβγατισμένο απ’ τα τρεχούμενα νερά κι αφρίζοντας και ξεφυσώντας, έτσι που να μοιάζει με παραπόταμο περσότερο παρά με ρυάκι.

Καμιά φορά ο ζουρλός αυτός έφερνε γύρες τα σπίτια, είδος διακονιά, πότε με τη μάνα του και πότε μοναχός του. Εκείνες τις ώρες ήταν ήσυχος και ταπεινός, με το αριό του το γενάκι, με το κεφάλι σκυμμένο. Τα μάτια του, όποτε τολμούσε να τα σηκώσει, καθρέφτιζαν ημεράδα και το πρόσωπό του είχε μια χλωμάδα συμπαθητική. Βαστούσε ένα μεγάλο ραβδί, αλλά το ’χε για να φυλαχτεί ο ίδιος από τα σκυλιά, όχι για να πειράξει κάναν άλλον.

Του ’διναν από ’να κομμάτι μπομπότα, κάποτε και πρέντζα σε φύλλο γκουτσουπιάς, κι εκείνος κάτι μουρμούριζε, καθώς έκανε να φύγει. Δεν ακούγονταν όμως καλά, η γλώσσα του ήταν σα δεμένη.

- Τι λέει, βάβω;

- Σχωράει τα πεθαμένα.

Κοντά της δεν πολυσκιαζόμουν, την ένιωθα σαν προμαχώνα.

- Και πότε βαρεί τα παιδιά, ρωτούσα.

- Εκείνα που κάθονται καλά δεν τα πειράζει ποτέ, προσπαθούσε να με ξεφοβίσει.

Εγώ όμως ήξερα πως όταν τον έπιανε το κακό αυτόν τον ντροπαλό εικοσάρη, όταν τον κυρίευε η ζούρλια που τον παίδευε από μικρόν, τότε δε λογάριαζε κανέναν. Έσκιζε τα ρούχα του, ξεφώνιζε σα δαιμονισμένος, μούντζωνε τον ουρανό, έτσι λέγαν. Λέγαν ακόμα πως έδειχνε τ’ αχαμνά του, έβγαζε αφρούς απ’ το στόμα του κι αν τύχαινε ξύλο ή πέτρα μπροστά του, αλίμονο σ’ όποιον απαντούσε. Τέτοιες ώρες έδερνε και την ίδια τη μάνα του, που ρέκαζε κι ακούγονταν ως πέρα.

Τέτοιες διαδόσεις κυκλοφορούσαν στο χωριό κι εμείς τα παιδιά τις πιστεύαμε όλες. Δεν είχε πειράξει κανένα μας, αλλά τρέμαμε στ’ όνομά του. Το μόνο που βλέπαμε καμιά φορά, όταν περνούσαμε το Λαγκάδι τραβώντας στο σκολειό, ήταν να τρέχει εκεί κοντά στο σπίτι του μες στα χωράφια σαν αλλοπαρμένος, να πηδάει τα όχτια σα να τον κυνηγούσαν τάγματα δαιμόνων και σα να γύρευε κάπου να κρυφτεί στον πανικό του. Μα το χειρότερο ήταν όταν ξεκινούσε ποτέ προς τα πάνω.

- Φευγάτε, παιδιά! Έρχεται ο ζουρλός…

Έφτανε να ρίξει κάποιος αυτό το σύνθημα, για να γίνουμε μπουχός. Έπειτ’ από λίγο βρισκόμασταν στην πέρα μεριά της ρεματιάς. Τι γληγοράδα που ήταν εκείνη· θαρρείς και βγάζαμε φτερά. Ο φόβος μας έδινε δύναμη, αντρεία στη φυγή και δε στεκόμασταν ούτε να πάρουμε ανάσα, ούτε να κοιτάξουμε προς το δήθεν διώχτη μας. Τα χλωμά πρόσωπά μας κοκκίνιζαν απ’ τη φευγάλα κι όταν φτάναμε πέρα, κοντά στον Αϊ-Νικόλα, μονάχα τότε ερχόταν η καρδιά μας στη θέση της: εκεί δεν τον είχαμε ανάγκη, πρώτα γιατ’ ήταν εκκλησιά, τρόμος των δαιμονικών, και δεύτερα γιατ’ ήταν η ίδια σκολειό, με πολλά παιδιά μαζωμένα.

- Βάβω, σκιάζομαι να πάω στο δάσκαλο… αποφάσισα ένα πρωί να εκμυστηρευτώ.

Και της είπα την αιτία.

Εκείνη γέλασε:

- Και δε ντρέπεσαι να το λες; μ’ αποπήρε. Τι άντρας είσαι συ! Κρίμα σ’ εμένα που καρτερώ να με φυλάξεις. Τότε τι σου βγάλαμε τα φουστάνια κι έβαλες παντελόνια; Ακούρμα[58] δω, να μην είσαι σκιαζούκλας[59]! Αυτό το καψοπαίδι δεν κάνει κακό καμιανού, μοναχό του χτυπιέται και δέρνεται. Ύστερα τι το βαστάς αυτό το ξύλο που πας κάθε μέρα στο δάσκαλο για τη φωτιά; Άμα σ’ αλκοτήσει κανένας, ζύγιασέ το κι εσύ στο σταυρό. Ακούς εκεί να σκιάζεται από έναν χαμένο, έναν ξωπαρμένο…

Κακά όμως ήταν τα ψέματα. Δεν μπορούσα να πάρω κουράγιο με τα λόγια. Ο τρόμος απ’ τον τρελό – κι όχι μονάχα εμένα – μ’ είχε κυριέψει κατάβαθα. Ήταν το αποκορύφωμα, η φυσική συνέπεια μιας σειράς ολόκληρης από φόβητρα και φοβερίσματα, αρχίζοντας από το σκοτάδι της νύχτας ως τα κόκαλα των πεθαμένων, θέματα που συζητούσαν μεταξύ τους τα παιδιά ή που τους τα καλλιεργούσαν επίτηδες οι πιο μεγάλοι. Κάθε άκουσμα απ’ αυτά, κάθε τερατολογία κάτι καταστάλαζε μες στην τύχη κι όλα τούτα με τον καιρό αποχτούσαν μορφή, ενσαρκώνονταν κάπου.

- Και γιατί δεν πας απ’ την απάνω στράτα; με ρώτησε μια μέρα η βάβω, όταν με ξαναείδε κιοτεμένον εξαιτίας του τρελού ή επιληπτικού, ποιος το ξέρει.

Πραγματικά από κει δε θα είχα κανένα φόβο, γιατ’ η απόσταση απ’ τον αθώο μπαμπούλα μας ήταν μεγάλη.

- Αργούμε να φτάσουμε από κει, της μισόκρυψα την αλήθεια. Και τα Παταράκια, πρόσθεσα, αραδίζουν από κάτω.

Αυτό ήταν αλήθεια: ο Θυμιάκης κι η Βασίλω του Παταριά, τα πιο σιμοτινά μου γειτονόπουλα, που τραβούσαμε παρέα για το σκολειό, έβρισκαν πολύ βολικότερο τον από κάτω δρόμο, το διάβα του τρελού να πούμε. Μα μπορούσα να πάω από πάνω με το Νάκο της Λένως και τον Αλέξη Δήμο, έστω κι αν έπρεπε να τους περιμένω λιγάκι ώσπου να ετοιμαστούν, ενώ εκείνοι πρόχειροι ο ένας για τον άλλον κι έτοιμοι να φύγουν κάθε στιγμή, δεν είχαν ανάγκη να κάμουν το ίδιο για μένα σε τυχόν άργητά μου.

Όχι, άλλος ήταν ο λόγος που δεν πήγαινα από κει. Ένα πρωί, πριν βγει ακόμα ο ήλιος, τραβώντας μόνος μου από τον κάτω δρόμο, δεν ξέρω πώς κοίταξα ψηλά όταν έφτασα στο λαγκάδι κι είδα, λίγα μέτρα απ’ την απάνω στράτα, κάτι που με πάγωσε. Θα φανεί αστείο σ’ όσους το διαβάζουν τώρα, μα σ’ εμένα έφερε τότε μεγάλη ταραχή. Η φαντασία μου δούλευε γερά κι αν μου κολλούσε κάτι στο μυαλό, ήταν δύσκολο ύστερα να βγει.

Ήταν εκεί μια σπηλιά, απ’ τις πολλές που είχε το λαγκάδι, αλλ’ αυτή βρισκόταν λίγο ψηλότερα απ’ το δρόμο κι έτσι ξεχώριζε από μακριά, με το στόμα ανοιχτό από μπρος. Από πάνω τη σκέπαζε πέτρα μεγάλη, που έμοιαζε κάπως (σκέφτομαι τώρα) με στέγη αρχαίου ναού, καθώς μάλιστα βαστιόταν εκεί από κοτρόνια ολόρθα σαν κολόνες, με κενά μεταξύ τους. Ενώ λοιπόν οι άλλες τρύπες φαίνονταν αφώτιστες ακόμα ή μόλις αχνές, σ’ εκείνη τη σπηλιά παιγνίδιζε ένα φέγγος που έμπαινε σα στήλη λοξή, σα διάνεμα κρυφό. Από πού ερχόταν αυτό το πρώιμο φως, πώς έμπαινε εκεί μέσα; Δε χρειαζόταν μεγάλη σοφία να το καταλάβω:

- Πειρασμική συνέργεια! αναλογίστηκα ψιθυριστά, κάνοντας το σταυρό μου.

Από τότε δεν τόλμησα να ξαναπεράσω από κει, γιατί φοβόμουν μην πεταχτεί κανένας διάβολος κουτσονούρης και μ’ αρπάξει στο βασίλειό του το σκοτεινό, στα λαγούμια της ρεματιάς. Μα κι απ’ τον άλλο δρόμο που διάβαινα, μόλις κόταγα να σηκώσω τα μάτια μου προς τα κει, προσελκυσμένος από μια επίφοβη γοητεία. Ήθελα να ξαναϊδώ το πέρασμα εκείνου του φωτός, που θα γινόταν από κάποιο πλάγιο χάσμα φυσικά, μα που εγώ εξακολουθούσα να το περνάω για έργο του οξαποδώ.

Σ’ αυτή την κατάσταση του καθημερινού φόβου και των παραισθήσεων, των δικών μου τουλάχιστο, απαντήσαμε ένα πρωί κοντά στο ρέμα εγώ κι η Βασίλω του Παταριά δυο αγνώστους. Φορούσαν κάτι αλλόκοτα ρούχα, ούτε χωροφυλακίστικα ούτε στρατιωτικά· το χρώμα της στολής, τα πηλήκια τους ήταν αλλιώτικα. Στη μέση του είχαν μπαλάσκες. Και τους ανταμώσαμε σ’ ένα μέρος όπου δε φαινόταν άλλος χριστιανός, μονάχα βούιζε το λαγκάδι.

Τους καλημερίσαμε και δε μας ξεκαλημέρισαν. Μονάχα κάτι μουρμούρισαν, σ’ ακατάληπτη γλώσσα. Θελήσαμε να φύγουμε και μας σταμάτησαν, κάτι τραυλίζοντας πάλι. Κάτι δείχναν με το χέρι, το κατέβαζαν κοφτό στην απαλάμη. Πιστεύω πως θα ’χε φύγει όλο το αίμα απ’ το πρόσωπό μου. Η Βασίλω δε φαινόταν, γιατ’ ήταν μαυριδερή, μπορεί και πιο ψύχραιμη από μένα. Τέλος, γέννημα της Εύας ήταν, αγγονιά της Σιουλέκως, κατάλαβε.

- Ψωμί, μωρέ, θέλουν ψωμί!, μου είπε, βγάζοντας απ’ το τσατσούλι της να δώσει στον έναν.

Έβγαλα κι εγώ τις πυρωμάδες μου, που τις είχα για το μεσημέρι, και τις έδωσα καταχαρούμενος στον άλλον.

Σε λίγο μαθεύτηκε πως ήταν Σέρβοι στρατιώτες, που ποιος ξέρει πώς είχαν ξεπέσει εκεί στην αναταραχή του πολέμου.

- Καλά κάματε, είπε η βάβω μου, όταν της μίλησα για την προσφορά μας, την όχι και τόσο αυθόρ……………………..

 

[Εδώ διακόπτεται το χειρόγραφο]

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA

 



[1] κούνια

[2] παλινδρομική κίνηση

[3] πόδι

[4] επιθυμίες

[5] μεγάλη πέτρα, σπηλιά

[6] μικρό δοχείο υγρών

[7] κάθε μικροαντικείμενο που εκλαμβάνεται ως παιχνίδι

[8] εγκόλπιο, φυλαχτό

[9] το προβληματικό σωματικά ή νοητικά παιδί που η σύλληψή του έγινε ημέρα γιορτής, οπότε και δεν επιτρεπόταν η ερωτική συνεύρεση

[10] κουδουνίστρα

[11] απομακρύνομαι περπατώντας και χάνομαι στο βάθος του δρόμου

[12] ελάττωμα σωματικό ή νοητικό

[13] κάθε τι που βάζει η νοικοκυρά στο φαγητό για να νοστιμίσει

[14] ολόμαυρη

[15] ρεζίλι

[16] φτηνό ή παλιό στρωσίδι, παλιό ρούχο ή οποιοδήποτε κουρέλι

[17] η ποσότητα του μαλλιού που προέρχεται από το κούρεμα προβάτου

[18] χωροφύλακας

[19] αστυνομικός του παλαιού τουρκικού κράτους

[20] μούρα

[21] πηδώντας

[22] γλυκό υγρό που βγαίνει από το βράσιμο της κερήθρας

 

[23] μικρό κοίλωμα

[24] χοντρές πέτρες

[25] ο καρπός του καλαμποκιού

[26] φυλή, ράτσα

[27] αστυνομικοί

[28] σκάλισμα

[29] στενοχωριέμαι

[30] μένω με ανοιχτό το στόμα, θαυμάζω'

[31] ταιριάζω

[32] συνήθεια

[33] μεγάλο ξύλινο ή μεταλλικό κυλινδρικό δοχείο με δύο λαβές ή με μία ημικυκλική, όπου αρμέγουν το γάλα, η καρδάρα

[34] μια καλύβα που βάζουν τα νεογέννητα αρνιά, ο «παιδικός σταθμός» της στάνης

[35] ατρακτοειδές ξυλάκι, εμπόδιο θηλάσματος κατσικιού

[36] βγάζω σπυριά στο πρόσωπο και γύρω στο στόμα

[37] φυσικό στένωμα σαν λαγκάδι, πολύ κατηφορικό και γυμνό από βλάστηση

[38] συμφωνώ με κάποιον άλλον να αναλάβω μια εργασία συνεταιρικά, σέμπρος = αυτός που καλλιεργεί ξένο κτήμα με συμφωνία

[39] έμποροι ζώντων ζώων (;)

[40] καλαμποκάλευρο

[41] βρόμα

[42] στη λαϊκή αρχιτεκτονική, είδος τοιχοποιίας η επιφάνεια της οποίας κατασκευάζεται από λεπτές σανίδες ή από πλεγμένα καλάμια που τα γεμίζουν με λάσπη ή με τούβλα και τα καλύπτουν με σοβά

[43] λαρώνω από το γλαρώνω = ηρεμώ, ησυχάζω

[44] εύκολα

[45] ανδρική ζώνη-θήκη που φοριόταν με τις φορεσιές με φουστανέλα

[46] Πριν από τα σπίρτα οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν έναν άλλο τρόπο για να ανάψουν φωτιά. Φύλαγαν στην τσέπη τους μια σακουλίτσα που είχε μέσα τρία πράγματα: ένα κομματάκι ατσάλι που το ονόμαζαν πυροβόλο ή πριόβολο, μια μικρή στουρναρόπετρα ή τσακμακόπετρα και ένα μικρό μαλακό πράγμα που έμοιαζε με σφουγγαράκι, την ίσκα, το κατεργασμένο πράσινο επίφυτο που ονομάζεται και λειχήνα ή πολύπορο στη φυτολογία. Οι πληροφορίες από εδώ

[47] βρασμένο ξινόγαλο το οποίο αφού κρυώσει στραγγίζει τοποθετημένο σε τσαντίλα

[48] μάλλινο σακούλι

[49] φέτες ψωμιού πυρωμένες στη φωτιά και αλειμμένες με λάδι

[50] κάποιο βότανο ή καμένο ύφασμα

[51] μαράζωμα, αρρώστια  (σκέλλω: αποξηραίνω, μαραίνω, βασκαίνω)

[52] η καπνοδόχος

[53] το στέλεχος του καρπού

[54] κοίλωμα, γούβα

[55] άσπρο πρόβατο

[56] μαύρη, για περισσότερες πληροφορίες εδώ

[57] χυτό ορειχάλκινο κουδούνι

[58] άκου

[59] φοβητσιάρης από το σκιάζομαι