Βάρδια της λίμνης

 

 

Ποιος θα πίστευε τα μάτια του αν μια μέρα, βγαίνοντας να κάμει σεργιάνι στο βουνό, σ’ έν’ απ’ αυτά τα ειδυλλιακά βουναλάκια που τριγυρίζουνε την Αττική, ανακάλυπτε ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση από μέρος του εδάφους, μια λίμνη ανάμεσα στα δέντρα ; Μας παρουσιάζει κάποτε κι η φύση τέτοιες εκπλήξεις, εκπλήξεις που είμαστε συνηθισμένοι να τις βλέπουμε μονάχα στα παραμύθια ή στους κινηματογράφους. Πρέπει όμως να έχεις και λίγη τύχη για να βγούνε μπροστά σου, αλλιώς περνάς από δίπλα και δεν τα χαμπαρίζεις.

            Ήμουν λοιπόν εγώ αρκετά τυχερός, όταν γλιστρώντας σαν ίσκιος κάτου από τα πεύκα, με την ψυχή μου χαμένη στην άβυσσο των χιμαιρών, ακολουθώντας ένα μονοπάτι, κάποιες αρχές χινοπώρου, βρέθηκα ξαφνιασμένος μπροστά σε εκείνο το φωτεινό γαλάζιο δίσκο που μονομιάς μου μάγεψε το βλέμμα. Καλά είμαστε πια εδώ, είπα μέσα μου. Κάτσε, πρόσθεσα στον εαυτό μου, να λύσεις το μυστήριο της καρδιάς σου κοιτάζοντας την απατηλή τούτην ηρεμία. Έτσι πήρα θέση σε μια εσοχή του βράχου που, σαν πέτρινο στεφάνι, έκλεινε ολόγυρα την λίμνη.

            Πόσες ημέρες, πόσες βδομάδες πέρασα σ’ εκείνη εκεί τη φυλάχτρα ; Πήγαινα και θρονιαζόμουν σε ώρες όπου κανένας άλλος δε θα μου χάλαγε την ησυχία. Οι τελευταίοι παραθεριστές μάς άδειαζαν ένας – ένας τον τόπο. Ζυγιάζουνταν για να ιδούν πόσο βάρος πήρανε στην εξοχή, πλήρωναν τα βερεσέδια τους στους νερουλάδες και τραβούσαν ομαδικά για την πολιτεία. Δεν άφηναν πίσω τους παρά τίποτε άχρηστα κουτιά και γάτες που νιαγούλιζαν από την πείνα. Έτσι είναι που καταντάει κανείς να σιχαθεί

σιγά – σιγά τους ανθρώπους.

            Εγώ οπωσδήποτε δεν ήμουν δυσαρεστημένος από την μοναξιά μου που μεγάλωνε από βράδι σε βράδι. Κατέβαινα νωρίς ˙ στο εσωτερικό αυτού του συμμετρικού κοιλώματος ( που θα είχε προκληθεί έλεγαν από κανένα βούλιαγμα παλιό, ηφαίστειο ή κάτι τέτοιο) κι έκανα πολλές φορές το γύρο περιμένοντας να βγουν τα πρώτα αστέρια. Καμιά φορά εύρισκα, με το φως, κανένα φιδοπουκάμισο σκαλωμένο σε πέτρα, που φρόντιζα να το περάσω με τρόπο στο ραβδί και να το ανεβάσω έπειτα στην πρώτη μου θέση σαν τρόπαιο.

- Όσο το κρατώ αυτό, έτσιδα, εξόρκιζα νοερά τα πνεύματα των αντιπάλων μου, οι φαρμακερές σας προβοσκίδες δεν έχουν για μένα μήτε τη δύναμη ενός κουνουπιού.

Κι έδιωχνα με το χέρι μου το ενοχλητικό πετούμενο που με είχε βοηθήσει, σε μια τέτοια κρίσιμης στιγμή, να βρω την ταιριαστή παρομοίωση.

Ο Αποσπερίτης έλαμπε ψηλά, τα βατράχια παίζανε πρωτόγονους σκοπούς, τα σπίτια των αποκαταστημένων ανθρώπων έμοιαζαν, πέρα στο βάθος, με κολοφωτιές. Εκοίταζα τους ίσκιους των δέντρων, που εξακολουθούσαν να καθρεφτίζουνται, αναποδογυρισμένα, και δεν ήξερα ποιες φούντες ήταν πιο αληθινές : Εκείνες που σάλευε γύρω μου τ’ αγέρι ή οι άλλες που μάκραιναν, σκούρες ασημωμένες, κάτου από την επιφάνεια ;

Καθόμουν κι ακροαζόμουν να μου φανερώσει τα μυστικά της η λίμνη. Κάτι μου έκρυβε αληθινά, δε μπορούσα να πιστέψω πως το άπαντό της είταν εκείνο το γυαλοκόπημα τη νύχτα. Έριχνα πετραδάκια για να την δοκιμάσω κι αυτή άνοιγε κύκλους απανωτούς, απεριόριστους, ίσαμε που να χάνεις το μυαλό σου. Μ’ έπιανε λύσσα με την ειρωνεία της αυτή και το ίδιο θα πειραζότανε κι ο σκύλος μου, υποθέτω, αφού όλη την ώρα, γαύγιζε προς τα κει μανιασμένα.

Εγώ δεν έχω μήτε μποστάνια να βοτανίσω, μήτε κανένα κατάστημα αποικιακών για να κρατήσω τους λογαριασμούς – να τι αποφάσισα χωρίς πολλές λεπτολογίες. Θα μείνω εδωπέρα όσο μου γουστάρει. Σκοπό της ζωής μου δεν έβαλα μήτε ρολογάκια του χεριού, μήτε την εξασφάλιση των γερατειών. Θα κάτσω σ’ αυτό το μέρος ώσπου να βαρεθώ. Πρέπει να εξιχνιάσω με κάθε θυσία των βάθος των φαινομένων.

Και μ’ αυτά τα φουσκωμένα λόγια δεν εννοούσα τίποτ’ άλλο από κείνο εκεί το συναγμένο νερό, που θα μπορούσε να βολέψει, το πολύ – πολύ, μια βαρκούλα. Συνάμα ήξερα καλά πως αγωνιζόμουν να ξεγελάσω τον εαυτό μου, να δημιουργήσω με το στανιό έναν φαύλο κύκλο, παρουσιάζοντας για δική μου ανακάλυψη κάτι που είχε φτάσει από καιρό στην ακοή ολουνών.

Ας είναι˙ προσποιόμουν πως δεν εγνώριζα τάχα ποιος καθόταν στην αντικρίνή παράγκα. Καμωνόμουν πως δεν είχα ακούσει λέξη για κάποιον πνιγμό. Και λησμονούσα πως γι’ αυτήν ίσα – ίσα τη δουλειά με είχε ανεβάσει ως εκεί ο νεαρός μου φίλος, ο φοιτητής Αποστολίδης, από αμοιβαία επιθυμία να ιδώ κι εγώ. Και ποιον άλλον θα έβλεπα από την Μαργαρίτα ;

- Είναι ένας δαίμονας ενσαρκωμένος, μου έλεγε χαμηλόφωνα, σχεδόν φοβισμένα στους μοναχικούς μας περιπάτους ο συνοδός μου. Την ξέρω εδώ κι εφτά χρόνια, τότε που μόλις είχε κλείσει τα δέκα. Θυμάμαι ακόμα μια φράση της από κείνον τον καιρό. Μιλούσε με μια φίλη της, μικρή σαν κι αυτή, για το πώς πρέπει να χτενίζουνται. Εγώ, καημένη, της λέει μια στιγμή, τι να σου πω ! Μου αρέσει να κάνω κάθε μέρα κι από μια καινούργια χτενισιά. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό αγαπητέ μου ; ξεφώνιζε πια χάνοντας την ψυχραιμία του, ο φοιτητής. Αυτή η κοπέλα μπορεί να λιώνεις μπροστά της και να σου λέει : δε σε πιστεύω, πέσε στη φωτιά για να βεβαιωθώ. Η φιλαρέσκεια της είναι κάτι το απίστευτο. Με το ένα χέρι δίνει και με τ’ άλλο σου παίρνει. Δε μπορείς να είσαι σίγουρος γι’ αυτήν, ούτε μια ώρα. Κοντολογίς, έχει το διάβολο μέσα της.

Του κάκου προσπαθούσε ύστερ’ απ΄ τις έντονες αυτές ομολογίες, να μου παραστήσει πως ο ίδιος δεν της έδινε καθόλου σημασία.  Είχαν παλιά οικογενειακή γνωριμία, περνούσε καμιά φορά να την ιδεί, της έλεγε δυο λόγια στο δρόμο τίποτ’ άλλο. Μα εγώ παρατηρούσα τα μάτια του κι εκείνα μιλούσαν αλλιώτικα. Έπειτα έβλεπα και την ανησυχία της μητέρας του. Πάρτε τον, μου έλεγε, και κάνετε μακρινούς περιπάτους μες στο δάσος. Έχει κάποια αδυναμία ο γιος μου σε σας, θα το ’χετε προσέξει. Μπορείτε με την επιρροή σας να τον απομακρύνετε από τις νοσηρές του σκέψεις. Το προαισθάνομαι καλά, το παιδί μου θα καταντήσει νευρασθενικό. Τι θα γίνω, τι θα γίνω μ’ αυτόν τον άνθρωπο ! αναστέναζε η κυρία Αποστολίδη.

- Και προ παντός μην τον ακολουθήστε σ’ εκείνη την καταραμένη τη λίμνη, μου τόνιζε κάθε τόσο η μεσόκοπη κυρία. Έχει πάθει ψύχωση μαζί της. Κάθεται ώρες στο βράχο και χαζεύει, τάχα πως διαβάζει. Ανοίγει μονάχα το βιβλίο, κι αυτό είναι όλη η μελέτη του. Μια μέρα κόντεψα να τον χάσω κιόλας, παρά λίγο να γκρεμοτσακιστεί.

- Πως το έπαθες αυτό, Φάνη ; Ρώτησα το φίλο μου την ίδια μέρα.

- Να, ήμουν ξαπλωμένος εκεί στην άκρη που ξέρεις. Είχα ζαλιστεί από το διάβασμα, μου ήρθε κάτι σαν νύστα κι ένιωσα να γλιστρώ προς τα κάτου. Είχα πέσει από αρκετό ύψος, αλλά το μέρος εκεί δεν ήταν τόσο απότομο και πιάστηκα από κάτι χαμόκλαδα. Την εγλύτωσα φτηνά, με κάτι γρατσουνιές, κοίταξε εδώ …

Και ανασέρνοντας το παντελόνι του μου έδειξε κάτι σημάδια, ενώ δεν έπαυε να γελά. Το γέλιο του είχε αφέλεια μαζί και κυνισμό. Ήταν εξάλλου η σοβαρότερη ένδειξη της μελαγχολίας του ή, καλύτερα, μια αθώα παγίδα για το συνομιλητή του.

Τον κοίταζα στα μάτια ερευνητικά. Παιδευόμουν να βρω αντικλείδι για την ευαισθησία του. Μπορούσε κανείς να περιμένει από το τρυφερό αυτό πλάσμα δραματικές αποφάσεις ;

- Μήπως, τον ρωτάω απότομα, θέλησες να γευτείς την ουσία του θανάτου πίνοντας κάμποσες γουλιές γλυκό νερό ;

- Τι θέλεις να πεις ; μου κάνει μ’ ένα επώδυνο χαμόγελο.

- Θέλω να πω πως δε συγκινούνται από κει μ’ αυτοκτονίες.

- Εννοείς το σινάφι των καθηγητών ; Το ξέρω

- Το καλύτερο είναι να πέσεις στη μελέτη με τα μούτρα, συνεχίζω προσπαθώντας να βοηθήσω το γλίστρημα του. Το είχα πάθει κι εγώ αυτό μια φορά. Έβλεπα συγγράμματα και μ’ έπιανε τρεμούλα. Μα δεν είναι παρά μια συνήθεια σαν τις άλλες. Δεν πρέπει να σ’ απελπίζει η τελευταία αποτυχία σου στις εξετάσεις. Με λίγη καλή θέληση κερδίζεις την υπόθεση.

Του μίλησα σα μεγαλύτερος, σαν ένας οικοδιδάσκαλος που θέλει να φέρει σε δρόμο σωστό τους παραστρατισμένους. Μα ο πειρασμός δεν τον άφησε να βαδίσει μαζί μου κανονικά ως το τέλος. Έκανε μια χειρονομία προς το κέντρο της λίμνης ( γιατί παρ’ όλα αυτά δεν ξεκολλούσαμε από κεί ) κοίταξε και κάπου αλλού, έπειτα ξεστόμισε :

- Ο Καπελούζος όμως δεν έπεσε για τις εξετάσεις μέσα στο νερό

- Φυσικά, τι δουλειά είχε μαζί τους ; Ήταν ένας απλός νεροκουβαλητής, που πολεμούσε να βγάλει πέρα το δύσκολο καιρό. Κι επιπλέον ήταν ζωόφιλος, αγαπούσε τα σκυλιά, όπως αποδείχτηκε.

- Πιστεύεις κι εσύ αυτή την εκδοχή ;

- Γιατί όχι ! Όλος ο κόσμος το πιστεύει. Μα κι εσύ, νομίζω, ποτέ δεν ισχυρίστηκες μπροστά μου το αντίθετο.

- Μπορεί

Και κοίταξε, αόριστα πάλι, προς την απέναντι πλευρά.

Ώ, το είχα υποψιαστεί κι εγώ από την αρχή πως ο άτυχος εκείνος εργατικός δεν είχε φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο έτσι τυχαία. Κάποια γειτόνισσα, η Αγλαΐα, είχε ένα σκυλί, μεγαλόσωμο κι αθλητικό, ράτσα μπουλντογκ. Αυτό είχε τη συνήθεια μόλις τ’ απολούσαν, να τρέχει αμέσως στη λίμνη για μπάνιο. Κολυμπούσε σαν άνθρωπος, έφτανε ως τη μέση, γύριζε πίσω, ξαναπήγαινε. Κείνο το πρωί, από απροσεξία της υπηρέτριας, έφυγε μαζί με την αλυσίδα του και, καθώς κολυμπούσε, κάμποσα μέτρα από την όχθη, πιάστηκε από κάτι πυκνά χορτάρια που έβγαιναν εκεί κάθε καλοκαίρι. Με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να ξεκολλήσει και κόντευε το σκυλί να πνιγεί. Η υπηρέτρια, που το παρακολουθούσε, έβαλε τις φωνές. Έτυχε να ‘ναι εκεί γύρου ο Καπελούζος, παρατάει το γαϊδούρι με τους τενεκέδες και τρέχει τον κατήφορο στη λίμνη. Στο μεταξύ μαζεύτηκαν κι άλλοι γύρου. Ρίχνεται μέσα με το παντελόνι του και το πουκάμισο του, αρχίζει να πλέει βιαστικά, μα πριν φτάσει ακόμα στο σκυλί βγάζει ένα « χάνουμαι » ! απελπισμένο και πραγματικά έκαμε καιρό να ξαναφανεί. Το μέρος εκείνο έπεφτε αντικριστά, ολωσδιόλου αντικριστά στην παράγκα της Μαργαρίτας.

Τον πνιγμένο δεν τον έβγαλαν παρά ύστερ’ από τρεις μέρες. Τον ψάρεψαν με γάντζο. Τρόμαξαν να τον ανακαλύψουν κάτου από κείνα τα μπερδεμένα νεροχόρταρα. Σ’ αυτά χρωστούσε ο άνθρωπος τον θάνατο του, αυτά του είχαν παραλύσει τις κινήσεις ;  Ή μήπως τον κατάπιε καμιά ρουφήχτρα ύπουλη απ’ αυτές που μόλις διακρίνουνται με γαλήνιον καιρό από ψηλά ; Μπορεί να έπαθε και συγκοπή το παιδί ˙ το νερό ήταν ακόμα παγωμένο κι’ αυτός κάτι είχε κολατσίσει. Κανένας δεν ήξερε καλά την αιτία του πνιγμού του ούτε κι από ποιο νησί των Κυκλάδων είχε ξεπέσει εδώ. Ξέρανε μονάχα πως ήτανε νησιώτης και πως είχε αφήσει εκεί κάτου την αρραβωνιαστικιά του.

Αυτό το ιστορικό αναπολούσα, όταν άκουσα τον Αποστολίδη να μου λέει :

- Τα τυχαία δυστυχήματα έχουν κι αυτά κάποιο λόγο. Έπειτα, οι συναισθηματικές αυτοκτονίες είναι περισσότερες απ’ όσες φανταζόμαστε.

- Τι σχέση έχουν αυτά με την συζήτηση μας ;

Δε μου απάντησε απ’ ευθείας.

- Ξέρεις τι του ξέφυγε λίγα λεπτά πριν πνιγεί ;

- Και πού βρήκε τη μητέρα σου ο Καπελούζος ;

- Όταν τον ειδοποίησαν για το σκυλί, της παράδινε το νερό, τέσσερους τενεκέδες, που τους άφησε στη μέση. « Να μια ωραία ευκαιρία », αυτό ακούστηκε να λέει.

- Καλά το είπε. Να μια ωραία ευκαιρία να σώσω ένα ζώο ανυπεράσπιστο ή να δείξω έστω μια παλικαριά…

-… ή να πεθάνω μ π ρ ο σ τ ά  τ η ς για να την τυραννήσω ! χαχάνισε οδυνηρά ο ερωτευμένος.

- Μιλάς για καμιά γυναίκα ; τον ρωτώ με μαστορικήν υποκρισία. Κρυβόμασταν ο καθένας πίσω από τα δάχτυλα του.

- Μάθε ακόμα, πρόσθεσε ο νέος, πως είχε μια βδομάδα που του έκοψε την καλημέρα. Περνούσε από δίπλα της κι αυτή του γύριζε τις πλάτες. Της είχε μιλήσει για κάτι, κάποια χάρη της ζήτησε και πειράχτηκε η αφεντιά της. Τον τσάκισε πάντως η περιφρόνηση της, είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Και όμως, τρεις μέρες έπειτα έμεινε κλεισμένη, κανέναν δεν ήθελε να ιδεί. Υποφέρει απ’ την καρδιά, έτσι την δικαιολόγησαν οι δικοί της.

- Εσύ δεν της έκαμες καθόλου λόγο γι’ αυτό ;

- Θέλησα να της πω κάποτε δυο λόγια, απέξω – απέξω, φυσικά πως το νερό μαγνητίζει παράξενα τους ανθρώπους, αλλά με κοίταξε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που δεν τόλμησα να προχωρήσω

- Και κάτι θα ξέρεις κι απ’ τον εαυτό σου, Φάνη, γι’ αυτόν το μαγνητισμό του νερού, του παρατηρώ πονηρά.

- Μα δεν είπαμε πως εγώ μισοκοιμόμουν ; διαμαρτυρήθηκε χαμογελώντας. Αλλά, συνέχισε, γιατί δεν έρχεσαι να την επισκεφτούμε μια μέρα μαζί, που της έχω μιλήσει για σένα και θέλει να σε γνωρίσει ;

- Προτιμώ να την βλέπω από μακριά.

Και ο θεός του δάσους, σα να εισάκουσε αμέσως την ενδόμυχη επιθυμία μου, έφερε μπροστά μας εκείνη τη στιγμή το είδωλο μιας κοπέλας με λυγερό ανάστημα και χρυσόξανθα μαλλιά, που πέρασε ανάερη μες από τα δέντρα. Αποκρίθηκε με μια κίνηση ελαφρή στο χαιρετισμό του συντρόφου μου και χάθηκε σαν οπτασία από τα μάτια μας.

Αχ, κάπως έτσι γίνεται πάντα με μένα και δε μπορώ έπειτα να συγκρατήσω λεπτομέρειες από περάσματα γυναικών. Και την άλλη φορά, πριν από λίγες βραδιές, εκείνη τη νύχτα με την πανσέληνο, πάλι έτσι λαθραία την είδα. Καθότανε στο βράχο και τραγουδούσε κάποια ξένη σερενάτα, την καλύτερη επιτυχία της, έπειτ’ από γενική απαίτηση του κύκλου. Οι λαρυγγισμοί της πετούσαν όμοια με πουλιά σπρωγμένα από την καταιγίδα. Όλη η λίμνη αντιλαλούσε από κείνη την υπερκόσμια μελωδία. Τι κύματα πάθους που έκλεινε στα στήθη της αυτή η μικρή η σαγηνεύτρα. ! « Μα τι έπαθαν και φύγαν όλες από δω ; αναρωτήθηκε σε λίγο με προσποιημένη άγνοια. Μιλούσε για το θηλυκό ακροατήριο. Πάντα αυτό γίνεται μαζί μας: όπου παρουσιαστώ, εκείνες φεύγουν. Δε μπορώ να καταλάβω σε τι τους έχω φταίξει και μ’ αφήνουν μοναχή ». Έτσι εκφραζόταν η σκληρή Μαργαρίτα για το θλιβερό δικαίωμα που έχουν οι άσχημες να εξαφανίζουνται χωρίς συγνώμες από τον στίβο της Μοναδικής.

Εγώ είχα καθίσει πιο παράμερα απ’ όλους, από κει που ήμουν δεν ξεχώριζες παρά μόνο σκιές. Είχα αφοσιωθεί στους ρεμβασμούς μου, αυτό θα έπρεπε να πει κανείς για μένα. Και αν ξεφώνιζαν εκεί παρακάτου, δική τους δουλειά – μήπως μπορούσα να τους εμποδίσω ; Ας έβλεπε όμως καθαρά, όποιος είχε διάθεση, πόσο λίγο νοιαζόμουνα για μουσική. Όλοι αυτοί οι νεαροί που την είχαν τριγυρίσει ας έβγαιναν, κι εκείνη μαζί τους, να διαλαλήσουν πως ήμουν ένας άμουσος τύπος. Αυτό έλειπε τώρα, να δίνουμε λογαριασμό στον καθέναν για τις προτιμήσεις μας. Και δεν παύουν επιτέλους τα χειροκροτήματα, θέατρο το κάναμε δωπέρα ;

Όταν όμως αργότερα η φιλική μου οικογένεια ετοιμάστηκε ν’ αναχωρήσει, πήγα και τους ζήτησα, χωρίς περιστροφές τα κλειδιά.

- Σε καλό σας ! μου είπε πρόσχαρα η κυρία Αποστολίδη. Σκοπεύετε αλήθεια να μείνετε εδώ το χειμώνα  Σας προειδοποιώ ωστόσο πως η πιο ταχτική συντροφιά σας θα ’ναι οι αλεπούδες.

- Τόσο το καλύτερο, κυρία μου. Έχω πολλά χρόνια να τις δω. Γνωριζόμαστε από μικροί.

Και μ’ αυτό το μικρό αστείο αποφάσισα να ξεχειμωνιάσω στο βουνό. Το βαθύτερο κίνητρο της παραμονής μου μήτε στον εαυτό μου δεν το ομολογούσα.

Τις μέρες που δεν περνούσα από τη λίμνη, μου φαινόταν πως έκανα μια σπουδαία παράλειψη. Παραμελούσα σχεδόν τον προορισμό μου, έτσι μου φαινόταν. Αλλ’ αυτό δε γινότανε συχνά.

Παρακολούθησα όλες τις μεταβολές που προκαλούνται απ’ τον καιρό. Το νερό άρχισε να χάνει σιγά – σιγά τη διαφάνεια του. Επιπλέον έπειτ’ από τα πρωτοβρόχια, τραβιόταν ολοένα προς τα μέσα. Τα χορτάρια που απόμειναν στην άκρη, μισόξερα πια, είχαν πάρει το χρώμα και τη σύσταση των μαλλιών που πλένουν οι χωριάτισσες μες στο καζάνι. Πατούσες και βούλιαζες στη λασπερή τους μάζα. Μόνο αν τ’ ανασήκωνες, έβρισκες από κάτου λίγο πράσινο. Γύρω από τις πέτρες πηδούσαν τρομαγμένοι, στο πέρασμα του σκύλου, οι βαθρακοί. Ώ, ήταν μια λύπη να βλέπει κανείς τώρα το κατάντημα της λίμνης ! Μα εγώ ήμουν σαν ένας φίλος οικιακός, κανενός δεν θα το ’λεγα.

Στα μεγάλα κρύα πάλι, τότε που σφύριζε ο αέρας στην πλαγιά, πάνου στην λίμνη σχηματίστηκε πέρα για πέρα, μια κρούστα. Έπρεπε να ρίξεις με δύναμη την πέτρα για να γίνει μια μικρή τρύπα στον πάγο. Πού να βρίσκουνταν τώρα τρυπωμένοι οι ψάλτες των νερών ; Κατέβαινα ως εκεί με προσοχή, φυλάγοντας κάθε τόσο το ποδάρι μου, επειδή το χώμα είχε κρουσταλλιάσει. Ακουμπούσα κάπου κι ώρα πολλή κοιτούσα το φυλακισμένο βασίλειο. Η αίσθηση της απόλυτης μοναξιάς μου ’δινε τώρα κάποια περηφάνια.

Μια μέρα πέρασε από κει μια ξένη. Της άρεσε, λέει, να γυρίζει στα βουνά, ήθελε να βλέπει νέους τόπους. Ήμουν λοιπόν υποχρεωμένος να την οδηγήσω στα περίχωρά μας. Την έφερα λίγο ψηλά, έξω από μια παράγκα μ’ απλόχωρη αυλή ( τα πορτοπαράθυρα όμως ήταν κατάκλειστα ). Σήκωσα το χέρι μου κι έδειξα κατά κάτου, θέλοντας να παρουσιάσω κάτι το αξιοθέατο.

Ωραία θέα, όλο ωραία θέα, έλεγε και ξανάλεγε η νεοφερμένη. Τρόμαξα όμως να καταλάβω πως ήτανε μυωπική και δεν έβλεπε τίποτε. Φανταστείτε το λιγάκι : αυτή η φανατική φυσιολάτρισσα δεν είχε πάρει χαμπάρι ούτε τη λίμνη που ήταν μπροστά στα μάτια της. Έπρεπε να φορέσει γι’ αυτό τα γυαλιά, μα διαισθάνθηκε, φαίνεται, πως αποστρέφουμαι τις διοπτροφόρες. Την ευχαριστώ.

Για να βγω απ’ την αμηχανία μου, τράβηξα απ’ το διπλανό ξερότοιχο ένα πράσινο φύλλο με φυσικά όμορφα κεντίδια. Μια τεράστια ρίζα ξεκόλλησε, από μέσα, μαζί του, ροδαλή, τρυφερή.

- Αυτό είναι από… βιάστηκε να με πληροφορήσει η λεγάμενη. Μα κόμπιασε αμέσως.

- Από κυκλάμινο ! συμπλήρωσα με ωμότητα και της το πρόσφερα πολύ βιαστικά, για να φύγουμε τελοσπάντων από κει. Ο νους μου ήταν στην ά λ λ η.

            « Μαργαρίτα, έκλαιγε η ψυχή μου, Μαργαρίτα, δες τι τραβάω για το δικό σου το χατίρι, φύλακας εδώ της κατοικίας σου ! Μαργαρίτα, όσο μακρυά είναι η ρίζα αυτού του λουλουδιού, άλλο τόσο βαθιά έχει ριζώσει μέσα μου και τα’ όνομα σου, Μαργαρίτα !».

            Έπειτα ήρθε η άνοιξη. Όλος ο τόπος γέμισε παπαρούνες και μερμηγκοφωλιές. Τα νερά ξαστερώσανε, πήρανε ξανά κι ανέβαιναν. Μπορούσα να περνάω την ώρα μου με τα σύγνεφα χωρίς να κοιτάω πια τον ουρανό. Η ανθόσκονη των πεύκων έβαφε τις άκρες της λίμνης με το χρώμα του θειαφιού. Νόμιζες πως πέταξαν εκεί οκάδες απ’ αυτή τη σκόνη. Και μαζί με το τραγούδι των πουλιών ένα άλλο, μυστικό, αντηχούσε μες από τα σπλάχνα σου. Φουσκοδεντριές, έλεγαν οι απλοί άνθρωποι, φουσκοδεντριές…

            Πέρασαν ακόμα λίγες βδομάδες, άρχισαν οι ζέστες. Μια μέρα έτυχε να βρεθώ σ’ ένα κοντινό μεγάλο δέντρο. Ήμουν ανάμεσα σε σπουδαία πρόσωπα, έβγαζαν λόγους κι εμείς οι άλλοι ακούγαμε. Ξαφνικά σταματάει παραπέρα εν’ αυτοκίνητο, απ’ όπου κατεβήκανε μια συντροφιά νεαροί. Προχωρούν και πιάνουν ένα τραπέζι εκεί παραπέρα. Τότε αντίκρυ μου έλαμψαν δύο μάτια, δύο μεγάλα πάμφωτα μάτια, απ’ αυτά που αρκεί να τα δεις μια φορά στη ζωή σου, έστω κι από μακριά, για να γίνεις λάτρης της ζωής. Τα μάτια εκείνα στάθηκαν απάνω μου στην αρχή, επέμειναν κιόλας λιγάκι, έπειτα γύρισαν αλλού.

            Εγώ κοίταξα προς τα κει, μια δυό φορές, σαν ξένος, αλλά η ψυχή μου είχε αναλυθεί σε δοξολογίες :

            Καλωσόρισες άγγελε με το τσαντάκι ! Καλωσόρισες ξανά στην εξοχή μας !

            Περνούσε η ώρα, περνούσε, και δεν το καταλάβαινα. Μια μικρή κίνηση έγινε προς το μέρος της άλλης παρέας και σηκώθηκαν, έτοιμοι να φύγουν. Από τώρα κιόλας ; Πριν μια στιγμή μου είχε περάσει από το νου να πάω να τη χαιρετήσω. Θα έβρισκα στο μεταξύ ένα πρόσχημα, δε θα ντροπιαζόμουν.

            Τώρα δα διαβαίναν από μπρος μου, ήταν ακόμα καιρός. Αμφίρροπος, δισταχτικός, αναμετρούσα την άπαρτη απόφαση μου. Η λυγερή κοπέλα μού έριξε ένα ατέλειωτο βλέμμα, όλο χάδι αρχικά, γεμάτο απορία κι απώθηση σε λίγο. Θεέ μου, που βρήκα τη δύναμη να το υπομείνω ! Να της απαντήσω τουλάχιστο από κεί ; Αλλά μπορούσε να κοιτάζει και κανέναν άλλον απ’ τους διπλανούς μου˙ τόσοι άνθρωποι ήταν εκεί. Όχι, στα καλά καθούμενα, δεν είχα καμιά όρεξη να γελοιοποιηθώ. Με σφιγμένη καρδιά, χωρίς να σαλέψει γραμμή από το πρόσωπό μου, είχα αφοσιωθεί ολότελα στην ομιλία του πέμπτου ρήτορα της ημέρας, ενός ηλικιωμένου κυρίου, πρώην γερουσιαστή, φαλακρού και μουσάτου.

            Μιλούσε για τα οικονομικά της Νέας Ζηλανδίας, κάθε τόσο έσκυβε στις σημειώσεις του. Πολύ ωραία τα λες, γέροτραπεζίτη, μακάρι να μπορούσαν να σ’ ακούσουν όλοι οι Έλληνες αυτή την ώρα ! Και με την άκρα προσοχή μου έδινα, κατά έναν τρόπο, το καλό παράδειγμα του σεβασμού που χρωστάνε στους πρεσβύτερους οι συνομήλικοί μου. Τι πάει να πει, αν ο καθένας μας σηκωνόταν από πέντε λεπτά για να σαλιαρίσει με μια γνωριμία του, πια στάση θα μπορούσες να κρατήσεις – ρωτώ – κύριε μου, σε ώρα ανάγκης, απέναντι των διεθνών ζητημάτων, που απλούστατα θα τ’ αγνοούσες ;

            Αυτά όμως έλεγε και η καρδιά μου ; Γι’ ακούστε την κι αυτή :

- Μαργαρίτα, έγινα βάρδια της λίμνης ίσαμε που να σε δω ξανά στα χώματά μας. Τρεις εποχές του χρόνου φύλαξα, σκοπός, το τοπίο που θα σε δεχτεί πάλι σαν κάδρο. Τι είμαι εγώ για σένα ; Ένας φτωχός περιπλανώμενος, ένας ανισόρροπος ίσως που δεν του το μαρτυράν, βλέποντας όμως πόσο το μέρος τούτο θα ’μενε έρημο, πόσο γυμνό και αφύλαχτο ως το καλοκαίρι, έστειλα τις υποθέσεις μου περίπατο κι έμεινα εδώ για να το προστατέψω. Δε μου το ζήτησε κανένας, όχι, μόνος μου τα’ ανάλαβα. Μου φάνηκε τόσο ταπεινό από μέρος των όμοιων μου να παρατήσουν ολότελα ό,τι πλαισίωνε ως τα χθες την ευτυχία τους, ώστε θέλησα να σώσω την τιμή των ανθρώπων. Ο κώδικας των ιπποτών, ξέρετε, αλλάζει από αιώνα σ’ αιώνα. Χωρίς εσένα όλα ξαναπαίρνουν την πρώτη όψη τους, τη φτωχική. Πόσο εξαίσια μου ταίριαζε αυτό το κλίμα ! Τέτοια εγκατάλειψη ήταν να σου σπαράζει την καρδιά. Μου φάνηκε άδικο, μου φάνηκε σκληρό, γι’ αυτό έμεινα κοντά τους. Έμεινα ακόμα για να μελετήσω με την άνεση μου, χωρίς εσένα μπροστά, το μυστήριο της λίμνης, το μυστήριο σου, γυναίκα ! Ώ, εσύ που κάνεις τους άτολμους φοιτητές της χημείας να λαθεύουν στη δόση του βερονάλ, που πρέπει να πάρουν για την αϋπνία, έτσι που να τρομάζει το πρωί η μητέρα αντικρίζοντας τα μούτρα τους ! ( Μου τόχανε γράψει κι’ αυτό, στο μεταξύ, από κάτου ). Ά, κλέφτρα της ησυχίας της κυρίας Αποστολίδη ! Θέλεις τώρα να μάθεις κάτι και για μένα : Θα σου πω. Ξέρεις ποια είναι η αποστολή μου στον κόσμο ; Βασανιστής του εαυτού μου, να τι είμαι ! Σου παραδίνω τη λίμνη απείραχτη, ας μπουν οι προσκαλεσμένοι σου ελεύθερα να κόψουνε τα ρόδα που τα φύλαγα εννιά μήνες. Εγώ δε ζητάω τίποτε για αμοιβή. Τα χνάρια μου έσβησαν από το χώμα, η σιωπή κατάπιε τα λόγια μου. Τίποτε δεν θα μνημονεύει το πέρασμα μου από δω. Τώρα πάω για άλλους τόπους, να τρυγήσω αλλού πικροβότανα. Γεννήθηκα για να φλογίζουμαι απ’ αγάπη, μα να την κρύβω κι από μένα τον ίδιο. Καλώς ήρθες παρηγοριά μοναδική μου ! Ώρα καλή σου, ακριβή μου χαρά ! Δεν πρόκειται να ξαναφανώ άλλο στο δρόμο σου. Χαίρε για πάντα, λατρευτή ! Έτσι μου ‘ρχεται αυτή τη στιγμή, που μου πήραν τα’ αυτιά με τους αριθμούς τους οι επίσημοι, να πέσω κατάχαμα και ν’ αφουγκραστώ, εδώ μπροστά στον κόσμο, τον ήχο των βημάτων σου που αλαργεύουν, αλαργεύουν, αλαργεύουν …

Αναγνώστη δώσε μιας στιγμή προσοχή : ώσπου να βρεθεί το μηχάνημα να διαβάζει κανείς στη σκέψη του άλλου, εμείς  ως τότε θα ‘χουμε γεράσει ( - αναγάπητοι ; ώ, να μην το ξαναπείς ! )

 




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα το 1940. Έγινε εκσυγχρονισμός της ορθογραφίας.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA