ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

Η ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

 

Μ’ είχε αργοπορήσει κείνη τη νύχτα ένας φίλος μου με τις κουβέντες, μου άρεσε κι η δροσιά κάτω απ’ τα δέντρα του υπαίθριου καφενείου, κι όταν θυμήθηκα το τελευταίο τραμ, η ώρα ήταν περασμένη. Αποφάσισα λοιπόν και γω να πάω με τα πόδια στο προάστιο που καθόμουν. Ήμουν άλλωστε συνηθισμένος από παλιότερα σ’ αυτό κι ο δρόμος δεν ήταν παραπάνω από μιαν ώρα. Έτυχε ακόμα να ’χω τη διάθεση χαρούμενη κι η μικρή τούτη δυσκολία μου φάνηκε σαν την ευκαιρία που περίμενα από μήνες τώρα, για να διασκεδάσω τη μονότονη ζωή μου. Είμαι μάλιστα βέβαιος πως και περισσευούμενα χρήματα να βάσταγα πάνω μου, πάλι δε θ’ άλλαζα την πεζοπορία με την ευκολία του αυτοκίνητου.

Ήταν όμως κι άλλη μια αιτία σπουδαιότερη που μ’ έκαμε να μην πάρω σοβαρά την ατυχία μου: βρισκόταν αυτή στα περασμένα, δυο τρία χρόνια πριν, τότε που δεν είχα να πληρώσω ούτε το φαΐ κι ήμουν αναγκασμένος να πηγαινόρχομαι πεζός. Στην αρχή που δεν είχα καθόλου δουλειά, γύριζα νωρίς, σχεδόν κατά το σουρούπωμα. Έπαιρνα το γνώριμό μου που σκολνούσε απ’ το πλακάδικο, και γινόμαστε μια παρέα ζηλευτή, σας βεβαιώνω. Για ποικιλία, ακολουθούσαμε ένα δρόμο που ’φερνε έξω από την πρωτεύουσα, ανεβαίναμε το λόφο με το χαμόκλαδα και τα συρματοπλέγματα, κι ύστερα μπαίναμε στην ανοιχτή ρεματιά, από το μέρος της δεξιάς πλαγιάς, ανταμώνοντας πάλι τη γραμμή του τραμ ως ένα τέταρτο δώθε από την κατοικία μου. Ήταν ένας νυχτερινός περίπατος, όλος ξενοιασιά και πήδους, κάπου κάπου κιόλας τραγουδούσαμε με δυνατές αταίριαστες φωνές, λέγαμε κλέφτικα τραγούδια ή αμανέδες, σκόρπια κι ανακατωτά, ό,τι θυμούμαστε ο καθένας. Αργότερα όμως, όταν με πήραν και μένα σε μια ψευτοδουλειά απ’ όπου έφευγα στο τέλος χρεωμένος τους καφέδες, περνούσαν τα μεσάνυχτα, ερχόταν η ώρα τρεις ή τέσσερις, και γω μόλις τότε ξέμπλεκα απ’ το τυπογραφείο κι είχα το λεύτερο να φύγω. Να φύγω, αλλά πού να πάω; Τα τραμ ήταν σταματημένα όλα, και για ξενοδοχείο ούτε ιδέα, στην κακομοιριά που ήμουν. Μια δυο φορές θέλησα να ξενυχτήσω σε κάτι καφενεία που ’κλειναν αργά, μα το πρωί που ξανάρχιζαν τα τραμ, βρισκόμουν τόσο ελεεινός και τσακισμένος, που δεν ξέρω αν φοβόμουν η σιχαινόμουν περσότερο για τη θλιβερή μου κατάντια. Μια νύχτα μάλιστα μου ’τυχε κει και μια ιστορία πολύ παράξενη, που πήρα φόβο και δεν ξαναπάτησα σε τέτοια κέντρα. Όλ’ αυτά μ’ έφεραν στην απόφαση να ξεκινάω όπως ήμουν, κατακομμένος από το ξενύχτι, και να τραβάω αγάλι αγάλι με τα πόδια για το ρημάδι μου. Τότε πια τον έκανα το δρόμο πιο πολύ, έφτανε και μιάμιση ώρα μπορώ να πω.

Εκείνη λοιπόν την αλησμόνητη εποχή που γυρνούσα πεινασμένος κι αγρυπνισμένος από τη μεγάλη πρωτεύουσα με το ψηλά μέγαρα και τις φιλάνθρωπες κυρίες, μου ’χαν συμβεί κάτι πράματα ολωσδιόλου εξαιρετικά για τη ζωή μου, που κυλούσε ως τότε σα νερό στ’ αυλάκι. Μια νύχτα μου ’χε ξαφνικό παρουσιαστεί ένας λωποδύτης κοντά στη γέφυρα του ξεροπόταμου· άλλη μια έπεσα στο χέρια ενός αστυνόμου που έψαχνε για κλέφτες· και την τρίτη, κοντά στα ξημερώματα, μ’ έβαλαν μπροστά τρία τέσσερα σκυλιά και βρέθηκα ξεστρατισμένος, χωρίς να ξέρω πώς, άλλού, πέρα, στη μακριά λεωφόρο που κατέβαινε παράλληλα. Περιπλανόμουν, θυμάμαι, μέσα στο σκοτάδι σαν κατάδικη ψυχή κι έλεγα να φανερωθεί λίγο φως μπροστά μου, σε κανέναν ηλεχτρικό στύλο ή από κανένα περαστικό αυτοκίνητο, και δε θέλω τίποτ’ άλλο από σένα, Παναγιά μου. Ώσπου να φτάσω στο σπίτι, ύστερ’ από τόσα τρεξίματα και χτυποκάρδια, καταντούσα μισός απ’ ό,τι ήμουν κι έπεφτα σαν ξερός να κοιμηθώ, μονάχα πάλι για δυο-τρεις ώρες, γιατί θα ξυπνούσαν ύστερα οι γειτόνοι, θα σηκωνόταν ο σύντροφός μου ο φωνακλάς με τις σπουδαίες υποθέσεις του, και θα σηκωνόμουνα και γω, ξεκουρασμένος βέβαια κι έτοιμος για τον έντιμον αγώνα της ζωής. Όμως όλα τούτα είναι μια ολάκερη ιστορία, με αρχή, τέλος και συμπέρασμα, κι έτσι που σας τα λέω δεν καταλαβαίνετε τίποτε.

Είχαν περάσει δυο χρόνια από τότε που γίνονταν αυτά, κι όμως μου ’χαν μείνει στο νου μου και ξαναβγήκαν από πάνω εκείνη τη νύχτα που άργησα κατά λάθος και ξεκίνησα με το πάσο μου από την Αθήνα. Πήρα τον πλατύ δρόμο με την άσφαλτο, κι όταν έφτασα στη διασταύρωση, έστριψα κι ακολούθησα τη γραμμή του τραμ που θα μ’ έβγαζε στο σπίτι μου. Προχώρησα κάμποσο ακόμα κι άρχισα να ζυγώνω στο μέρος που λογάριαζα άλλοτε για επικίντυνη ζώνη: εκεί τελείωναν τα σπίτια της μιας μεριάς, ερχόταν έπειτα ο χείμαρρος με τα παλιόνερα και τα σκουπίδια, κι από πέρα υψωνόταν μοναχικό ένα κάτι σαν ασβεσταριά που άλεθε μου φαίνεται, τις πέτρες και τις έκανε άμμο. Έπρεπε πια να ’χουν αριώσει ή σβήσει τα φώτα, να ’ναι σκοτεινιά και φόβος όπως τότε, κι όμως εγώ πήγαινα μια χαρά, δίχως την παραμικρή τρεμούλα. Είχε υποχρεωθεί ίσως η εταιρία να βαστάει το φώτα αναμμένα όλη νύχτα, μπορεί να ’χε στήσει στο μεταξύ κι άλλους στύλους, κι ο καλός Θεός εξάλλου είχε φροντίσει κείνη τη βραδιά, χωρίς καν να τον παρακαλέσω, να μου βγάλει για φέξιμο μια ολάκερη πανσέληνο. Δεν είχα όμως καμιάν όρεξη να τον ευχαριστήσω· τον παλιό καιρό, τότε που χρειαζόμουν αληθινά το φως, τότε που το γύρευα με περσότερη λαχτάρα κι απ’ το ψωμί, αυτός μου ’κανε τον αδιάφορο και το θυμωμένο, δεν έστελνε ούτ’ ένα αστέρι του να με φωτίσει και να με παρηγορήσει. Γι’ αυτό και γω τώρα προσπαθούσα να δείξω πως ήμουν επιτέλους ανεξάρτητος, πως μπορούσα να περπατήσω και χωρίς το φεγγάρι του, ακόμα και χωρίς τα ηλεχτρικά της εταιρίας. Αφού έτυχαν όμως, και το ’να και τ’ άλλα, δεν ήταν ευγενικό να κλείσω τα μάτια μου για να μη βλέπω, τα άφηνα να φέγγουν χωρίς λόγο, - μήπως θα τα πλέρωνα εγώ;

Πήγαινα λοιπόν ξεκούραστος και ξένοιαστος απάνω στο φωτισμένο δρόμο, που ούτε είχε ούτε λάσπες για να μου θυμίζει κι απ’ τα παλιά. Πέρασα τη γέφυρα που δε φαινόταν ούτε στις καμάρες σκοτεινή, προχώρησα με βήμα σταθερό και βρέθηκα λίγο πιο δώθε απ’ τα σπίτια της αντικρινής πλευράς. Εκεί, στη στάση του τραμ, θυμήθηκα πάλι κάτι απ’ τα τότε και κρυφογέλασα. (—Έλα δω, βρε, πού γυρίζεις όξω τέτοια ώρα. Τι είσαι συ; —Φοιτητής. —Φοιτητής, ε; του Ζαππείου; — Όχι, κύριε ανθυπομοίραρχε, του Πανεπιστημίου, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.. .). Τίποτ’ όμως τώρα απ’ όλα αυτά Ο ουρανός ήταν κατακάθαρος, ο δρόμος ασφαλισμένος κι εγώ ένας κοινός διαβάτης. Αν και δε μπορώ να πω πως είμαι κανένα παλικάρι, πρέπει να με πιστέψτε πως εκείνη τη νύχτα είχα γίνει γενναίος, κι η γενναιότητά μου μεγάλωνε με το να μη βλέπω κανέναν κίντυνο. Συλλογίζομουν τι θα ’κανα αν πετιόταν άξαφνα μπροστά μου ένας κακοποιός. Κι έλεγα τι ωραία που θα ’ταν να ’χα πάνω μου ένα μικρό πιστόλι στην πίσω τσέπη του παντελονιού, να σκόπευα στο κουτουρού και να γελούσα έπειτα με τον τρόμο που θα ’παιρνε εκείνος ο φουκαράς με την άτυχη έμπνευσή του.

Αλλά δε φαινόταν να με περιμένει τίποτε το εξαιρετικό για τώρα. Βρίσκομουν κιόλας πια μπροστά στο σπίτια, και στην ανάγκη θα μπορούσα να πηδήσω μέσ’ από τους τοίχους, να βάλω τις φωνές και να τους σηκώσω όλους στο ποδάρι. Ούτ’ αλύχτημα όμως ούτε πάτημα ακουγόταν. Η νύχτα μου θα περνούσε ειρηνική καθώς η ζωή που εύχονται κάτι κακομοίρηδες ποιητές στα τραγούδια τους. Όλα τα κακά κι όλες οι αναποδιές είχαν σωριαστεί απάνω μου τότε που δεν τις εζητούσα, δεν τις καταλάβαινα, δεν ήξερα τι να τις κάνω. Τώρα που είχα μάθει τόσες τέχνες και γύρευα αφορμή να δείξω τη μαστοριά μου, έμενα αχρησιμοποίητος σαν κανένας αγράμματος άνθρωπος. Α, μα δεν ήταν δουλειά αυτή, να μου τυχαίνουν όλο εμπόδια στη μέση και να μη μ’ αφήνουν να φανερώσω τη δύναμή μου. Ήμουν ωστόσο βέβαιος πως θα μπορούσα να δώσω ένα μάθημα πρώτης γραμμής σ’ αυτού τους αλιτήριους που ξετρυπώνουν μέσ’ απ’ το σκοτάδι και τρομοκρατούν τους ανθρωπάκηδες. Αφού δεν τους έκανε τίποτα η αστυνομία, θα γινόμουν εγώ αστυνομία και θα ’βλεπαν πώς πειράζουν άλλοτε τους φιλήσυχους πολίτες.

Άξαφνα, καθώς είχα παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό μου και μάλιστα χειρονομούσα πού και πού, μετρίασα με μιας το βήμα μου και προσπάθησα να επιβληθώ στον ανετοίμαστο εαυτό μου. Είχα ακούσει κάποιον ήχο λαρυγγιστό και πριν ακόμα υψωθεί και ξεδιαλυθεί αισθάνθηκα μια ταραχή αόριστη στο κορμί μου. Αλλά δεν πρόφτασα να νιώσω τίποτ’ άλλο καθαρά, γιατί εκείνο το πραματάκι που μου ’στειλε αυτή τη διφορούμενη ειδοποίηση, ένα τόσο δα γατί, τραβήχτηκε απ’ τον τοίχο όπου λούφαζε κι έτρεξε κοντά μου. Δεν μπορούσε όμως να ’ρθει γρήγορα, τα πόδια του ήταν αδύνατα, φαίνεται, και δεν άντεχαν. Όταν εσίμωσε, είδα πώς ήταν μικρότερο απ’ όσο το φανταζόμουν, μόλις κάμποσες βδομάδες θα ’χε που γεννήθηκε. Το χρώμα του ήταν ασπρουλιάρικο, αλλά στα πλευρά και στη ράχη του είχε τρεις τέσσερις βούλες κατάμαυρες. Τ’ αυτά του, σηκωμένα ολόρθα, έμοιαζαν σαν τρίγωνα. Ήταν τελοσπάντων ένα συνηθισμένο άκακο γατί, όπως όλα της φυλής του και της ηλικίας του. Είχε βρεθεί εκεί ποιος ξέρει πώς και δε ζητούσε βέβαια να με τρομάξει. Άλλο ζήτημα αν εγώ παρεξήγησα στην αρχή τις διαθέσεις του.

Αφού στάθηκε λίγο από κάτου μου, σκαρφάλωσε από τ’ αριστερό μου πόδι κι ανέβηκε στο δέμα που βαστούσα. Ήταν κάτι παλιά μεταχειρισμένα βιβλία, γαλλικές φιλολογίες, που τα ’χα αγοράσει κείνο τ’ απόγεμα βερεσέ και που δεν ήξερα ούτε γω αν θα μου χρησίμευαν ποτέ. Τα μάζευα χωρίς να τα διαβάζω κι έπειτα ευχαριστιόμουν να τα βάνω στη σειρά και να τα καμαρώνω, έτσι, σαν ένας τέλειος ερασιτέχνης. Ανέβηκε λοιπόν το γατί απάνου στο δέμα μου κι άρχισε να κοιτάζει γύρω του και  μένα νιαουρίζοντας. Δεν έλεγε να το κουνήσει από κει και μ’ έφερε γρήγορα σ’ αμηχανία. Για να κάνω κάτι, να το διασκεδάσω, να δω το φέρσιμό του, πήγα και κάμποσα βήματα, προφυλακτικά, μα κρατώντας κάπως πλάγια τα βιβλία. Μ’ αυτό ούτε έδειξε πως πρόσεξε τη μετακίνηση, ήταν σα να ’μενε στην ίδια θέση, όπως οι άνθρωποι που γυρίζουμε κάθε νύχτα με τη γη και δεν το παίρνουμε χαμπάρι όταν είμαστε με το κεφάλι ανάποδα. Έγειρα λιγάκι περσότερο το δέμα προς τη μια μεριά, καταμέσα, αλλά το γατί θέλησε να πιαστεί απ’ το ρούχα μου και τ’ άφησα τότε κει που ήταν.

Η περιπέτεια που ζητούσα ήταν ίσα ίσα αυτό το γατί· μικρή, μεγάλη, αδιάφορο, τέτοια ήταν κι έπρεπε να τη δεχτώ. Τώρα όμως που μου ήρθε, δεν ήξερα πώς να τη βγάλω πέρα. Δεν είχα βέβαια κανέναν άλλο να με παρακολουθεί, αλλά δεν ήθελα να χάσω και την υπόληψη του εαυτού μου, αυτουνού του άγρυπνου συνοδού που μου παρασταίνει τον άγγελο φύλακα. Το δυστυχισμένο εκείνο ζώο που κρύωνε κει μπροστά μου, δε θα ’χε πού να περάσει τη νύχτα του, δε θα ’χε φάει καθόλου. Κάποιος άσπλαχνος αφεντικός θα το ’χε διώξει από το σπίτι του, η μάνα του δε θα το ’χε δει πού πήγε κι έτσι βρέθηκε έρημο έξω στο δρόμο, μη μπορώντας να περπατήσει κι ούτε καλά να νιαουρίσει. Ήταν τόσο πολύ απελπισμένο από την τύχη του, που δε δίστασε να σκαλώσει κοτζάμου άνθρωπο άγνωστο και περαστικό. Περίμενε τώρα να σωθεί από το έλεός του, είχε φτάσει στην καρδιά και χτυπούσε την πόρτα την απόξω να του ανοίξει. Η απάντηση που θα ’παιρνε ένα ναι, ένα όχι, θα ’ταν η ζωή ή ο θάνατός του.

Αγαπώ πολύ άλλα ζώα του σπιτιού αλλά η συμπάθειά μου δε φτάνει ως τις γάτες. Μου φαίνονται παράσιτες (τα ποντίκια είναι μια πρόφαση!), γεμάτες υποκριτική κολακεία, και δεν το βρίσκω σωστό να τους τρίβω τη ράχη όταν τους αρέσει να χαϊδεύονται. Έχω, με δυο λόγια, την εντύπωση πως είναι θηλυκά με πολλές απαιτήσεις και με λίγα χαρίσματα. Δεν ξέρουν τι θα πει αξιοπρέπεια κι ούτε κοιτάζουν το σκύλο να τη μάθουν. Όλ’ αυτά μου πέρασαν στο νου την κρίσιμη εκείνη στιγμή που θ’ αποφασιζόταν η τύχη του άμοιρου γατιού. Κι έβλεπα πως η συμπόνια υποχωρούσε μπρος στην προκατάληψη. Έπειτα ήρθε κι η λογική: εγώ, σκέφτηκα, δε μπορώ να συντηρήσω καλά καλά τον εαυτό μου, θα ’βανα κι άλλους μπελάδες στο κεφάλι μου; Ύστερα δεν ήταν για μια βραδιά, δυο· αν έκανα το καλό, έπρεπε να το τραβήξω ως το τέλος. Αν έπαιρνα λοιπόν την άστεγη ψιψίνα στο σπίτι μου, που θέση θα της όριζα στην κάμαρα (αν δεχόταν κι ο σύντροφός μου), με τι θα την τάιζα κάθε τόσο, πώς θα την εβόλευα όταν θα ’λειπα; Ήταν αστείο, μα την αλήθεια και να το φανταστώ πως θα γινόμουν θετός πατέρας ενός γατιού: Να ’ταν τουλάχιστο ένας σκύλος, που να ’μοιαζε κιόλας με το μακαρίτη τον Τραχήλη μου, θα ’κανα κάποιες αβαρίες. Αλλά τώρα φοβόμουν μια τέτοια κουτουράδα.

Χωρίς να το πονοκεφαλιάσω πιο πολύ, λιγάκι πειραγμένος μάλιστα έπιασα το δέμα με τον επιβάτη του, το χαμήλωσα προς τη γη και προσπάθησαν να το ξεφορτωθώ κουνώντας το, όπως κάνουν οι γυναίκες με το κόσκινο όταν θα ζυμώσουν. Το γατί ζαλίστηκε απ’ αυτή την τραμπάλα, ξεγάντζωσε τα πόδια του και πάτησε καταγής. Δόξα σοι ο Θεός! είπα μέσα μου. Και χωρίς να κοιτάξω άλλο, έβαλα τα βιβλία παραμάσκαλα και τράβηξα το δρόμο μου τρέχοντας. Το φτωχό παρατημένο ζώο άρχισε το νιαούρισμα. Αυτό που του ’κανα δεν το περίμενε. Κι αληθινά, η πράξη μου ήταν ξεκρέμαστη, δε θα μπορούσε να την κάνει οποιοσδήποτε ή δε θα την έκανε κανένας άλλος έτσι· δε θα κρατούσε εξαρχής καθόλου το γατί ή θα το ’παιρνε μαζί του, για μια νύχτα το λιγότερο, κι άμα έβγαινε ο ήλιος, κάτι θα γινόταν πάλι. Εγώ όμως στάθηκα κουτός, ανίκανος να δώσω μια πρόχειρη έστω λύση σ’ ένα τόσο κοινό περιστατικό, μόνο και μόνο γιατί περίμενε την έκβαση αποκλειστικά από μένα. Κι εξακολούθησα να τρέχω σαν ένοχος που δεν εγλίτωσε από την καταδίκη του, ενώ πίσω το γατί, αναστατωμένο, με κυνηγούσε με το νιάου νιάου.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA