ΤΟ ΣΤΟΙΧΙΟ ΣΤΗ ΜΟΝΟΠΛΑΤΗ

 

Καθόμασταν ακόμα στο παλιό το σπίτι. Είχε δεν είχε παιδοκομήσει η γυναίκα του δεύτερου αδερφού κι η φαμελιά χωρούσε ακόμα εκεί που βρισκόταν. Το πατρογονικό μας ήταν χτισμένο κάτου από ’να γούπατο, σε μέρος που να μην το πιάνει ο αγέρας. Εκεί άφηνε τα παιδιά της η Βάβω μου που είχε μείνει χήρα από νωρίς, εκεί πρωτόμαθαν να κάνουν πάτα πάτα και τα αγγόνια της τα μεγαλύτερα. Τοίχο δεν χρειάστηκε να φκιάσουν παρά απ’ τις τρεις μονάχα πάντες. Στην τέταρτη πλευρά, τη δυτική, πελέκησαν όπως μπορούσαν από τη μέσα μεριά μια μεγάλη ριζιμιά πέτρα, απ’ αυτές που μόλις εξέχουν στην επιφάνεια κρύβοντας όλο τον όγκο τους στη γης και που άμα τύχουνε μέσα σε χωράφια θέλουν ολάκερα μεροδούλια για να βγουν από τη μέση. Μ’ αυτό τον τρόπο το σπίτι μας από τ’ απάνου μέρος βρισκότανε στο ίδιο ύψος με το χώμα, δηλαδή πλάι στα χορτάρια και στα χαμόδεντρα άρχιζε η σκεπή. Ο απάνου τοίχος,  με λιθάρια και με ασβέστη, είχε αφημένο στη μέση – κατακόρυφα – ένα είδος αυλάκι, κατάμαυρο απ’ τις καπνιές που χρησίμευε για μπουχαρί. Μα και τ’ άλλα ντουβάρια  κι οι γρεντιές ψηλά κι οι πλάκες αποπάνου, όλα ήταν καπνισμένα: έβρισκες εκεί όλες τις αποχρώσεις του μαύρου, από τη βαθιά του βερνικιού, ίσαμε τις ανοιχτές του κεχριμπαριού. Η χαμηλή θέση του σπιτιού μας (που ήτανε στρωτό, καθώς λένε στα χωριά, χωρισμένο σε δυο χωρίς μεσοτοίχι), γινόταν αφορμή να στάζει από δεκοχτώ μεριές, κάθε χειμώνα. Τα γίδια καθώς δεν εμποδίζουνταν από καμιά φράχτη, προχωρούσαν απάνου στις ασπρουδερές πλάκες κι έκαναν εκεί ψηλά τον περίπατο τους με ολόρθο κεφάλι, μαθημένα από τις κακοτοπιές. Όσο ν’ ακουστεί το τρίξιμο και να τα προγκήσουν με τα ξεφωνητά ή με λιανολίθαρα, άλλες από τις πλάκες είχαν τσακιστεί κι άλλες αλλάξει θέση. Λυκοσκισμένα κι αστραποβαρεμένα τα φώναζαν ύστερα οι γυναίκες, μα τι τα θέλεις, το κακό είχε γίνει. Και τότε ανέβαινε η Βάβω με τα γεράματα της, άμ’ αρχινούσαν οι βροχές, κι έπιανε μια μια κάτου απ’ το γαζέπι τις σταλαματιές. Εγώ,  που ήμουν ο μεγαλύτερος απ’ τα παιδιά, χτυπούσ’ αποκάτου μ’ ένα μακρύ ξύλο τις πλάκες που έσταζαν κι’ αυτή πια ήξερε τη δουλειά της. Όταν πάαινε παραπέρα, έρχουνταν αυτηνής η σειρά να με ειδοποιήσει κι έτσι το σπίτι σε λίγη ώρα ήταν όλο γυρισμένο. Το νερό έπαυε τότε να τρέχει, σηκώναμε τις τέντζερες και τα τεψιά από καταγής.

            Από τη μια πόρτα του σπιτιού μας είχαμε, σε μια μικρή απόσταση, το γιδομάντρι κι από την άλλη, κολλητά, το γελαδοκάλυβο. Τα λιγοστά χωράφια θα ’ταν άχρηστα στο χωριάτη δίχως το ζευγάρι κι ούτε μπορεί πάλι να τα φέρει γύρα δίχως γάλα και μαλλί. Όταν μάλιστα πιάνει ο χειμώνας κι είναι άρρωστο κανένα βετούλι ή έχει γεννηθεί μικρό μοσκάρι, το παίρνουν από το καλύβι ή το μαντρί και το φέρνουν στο σπίτι, κοντά στη φωτιά, μαζί με τα παιδιά τους, για να ζεσταθεί. Θυμάμαι πως μια φορά που είχε γκρεμιστεί μια γελάδα μας απάνου στα στάλια, η μάνα μου έκλαιε με μαύρο δάκρυ σα να ’χε χάσει κανέναν άνθρωπό της. Κι όταν αναγκαστούν ποτέ να ξεκάμουν χοντρό ζωντανό τους, ποτέ δεν το δίνουν οι δικοί μας στο χασάπη. Κοιτάν να βρουν κανέναν ξεχωρίτη, για να ξέρουν το ελάχιστο πως δε θα πάει το πράμα τους από μαχαίρι.

            Μια μέρα έλειπαν οι άλλοι για σκάλο απάνου στο βουνί – μια τοποθεσία όξω απ’ το χωριό – κι είχε μείνει στο σπίτι, για να το φυλάει η βάβω. Μαζί μ’ αυτό φύλαγε και το μικρότερο αγγόνι της, που δεν το χε πάρει μαζί της η νύφη στα χωράφια γιατ’ ήθελε πια να τ’ αποκόψει. Κι ήτανε μια εύσχημη αρχή γι’ αυτό η αναγκαστική της απομάκρυνση απ’ το σπίτι, που θα βαστούσε απάνου από δύο μέρες, ακόμα κι αν θα βοηθούσανε στο σκάλισμα, άλλες γυναίκες, γειτόνισσες ή συγγένισσές μας. Σ’ αυτό το διάστημα όλη η αναποδιά του παιδιού, η όχι κι αδικαιολόγητη, θα ξεσπούσε απάνου στη γριά. Θα του ’δινε βραστόγαλο, θα κοίταε να το χύσει. Θα του ’φκιανε γαλοκούρκουτα, θα ’κανε πέρα όλο ζάντζες. Θα ’χανε τότε κι εκείνη τη ψυχραιμία της και θα του λεγε κανένα λόγο παραπάνου, κοψόχρονο, θερμιάρικο, ένα τέτιο, αδιάφορο αν θα μετάνιωνε αμέσως. Αυτές όμως είναι ξώκαρδες κατάρες και δεν πιάνουν.

            Κόντευε μεσημέρι κι η βάβω απασχολημένη ίσαμε τότε με το συγυριό του σπιτιού και με το ένα τ’άλλο του παιδιού, δεν είχε φροντίσει ακόμα για φαΐ. Καθώς όμως ήταν μοναχή της, θα ’παιρνε καναδυό αυγά από τη φωλιά και με λίγο αλεύρι και νερό θα ’χε ένα νόστιμο τηγανιστό. Στα χρόνια της άλλωστε ήτανε λιγόφαγη· μονάχα τα παιδιά πέφτουν αλαίμαργα στο τεψί με την πίτα ή στο καπάκι με το μαγείρεμα.

            Καθώς το είχε αυτό στο νου της, άκουσε κιόλας μια κότα να καρκαριέται απάνου απ’ το καλύβι. Θα ’χε πάει να γεννήσει, φαίνεται, βρήκε άλλη μέσα στη φωλιά κι άρχισε το καρκάρισμα Δεν ήταν τίποτε ασυνήθιστο για να φανεί παράξενο στη βάβω.

            Στο μέρος εκείνο είχαμε την παλιότερη φωλιά μας. Οι χωριάτες έχουν από τούτες σε δύο και τρεις και τέσσερες μεριές, οι κότες έχουν κι αυτές τις ιδιοτροπίες τους. Πολλές φορές αφήνουν τη συνηθισμένη τους θέση και κάνουν τ’ αυγά τους αλλού. Τότε οι νοικοκυράδες μπαίνουν σ’ έγνια, πού να φωλιάζουν τάχα οι πουλακίδες τους. Κάποτες άμα τύχει γειτόνισσα καλή, φέρνει μόνη της τ’ αυγά που άφησε η ξένη κότα στη δική της τη φωλιά. Μα πιο συχνά, εκεί που ψάχνεις για κάτι άλλο, στα χαμόκλαδα ή κάτου από τις θημωνιές ή σύριζα στις φράχτες, σ’ ένα μέρος τελοσπάντων όχι απανώστρατα – όπου να ’ναι σωρόφυλλα ή ξεροχόρταρα -, βλέπεις ξαφνικά ν’ ασπρολογούν το ’να κοντά στ’ άλλο καμιά δεκαριά μεγάλα αυγά ! Τρέχεις τότε να φέρεις ένα νταβά και τα κουβαλάς χαρούμενος στο σπίτι, όπου τα τρυπώνουν για ώρ’ ανάγκης, μέσα σε κανέν’ αμπάρι με καλαμπόκι. Είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες χαρές που μπορεί κανείς να δοκιμάσει στην παιδική του ηλικία. Μονάχα να ’σαι τυχερός να τα βρεις στον καιρό τους, πριν ακόμα της έρθει να κλωσσήσει εκείνης της μπουφοσηκωμένης.

            Φωλιές είχαμε ακόμα μια σ’ ένα παχνί, που έμεινε τώρα αμεταχείριστο (γιατί τα γελάδια μας από την άνοιξη και πέρα τ’ αφήναμε λεύτερα πάνου στο βουνό), δεύτερη κάτου από το χαμηλό τοίχο ενός χωραφιού, εκεί σιμά στις κυδωνιές, και μιαν άλλη, όξω στη στοιβανιά, ανάμεσα σε αμετακίνητα κούτσουρα. Σ’ αυτές τις τρεις όμως οι κότες δε γεννούσαν τόσο τακτικά, όσο στην πρώτη, σ’ εκείνη απ’ όπου ακούστηκε πριν από λίγο η κότα.

Ήταν απάνου απ’ το καλύβι μας αυτή, στην ευρύχωρη κοιλότητα που εσχημάτιζε αποκάτου της μια πέτρα, απ’ όπου άρχιζε άλλος πάλι μικρός τοίχος, υψωμένος ως ένα μέτρου πάνου απ’ την οστρέχα, ίσα ίσα για να τη χωρίζει από τη γύρω της περιοχή. Ανάμεσ’ από τη σκεπή του καλυβιού και τ’ αποπάνου μέρος αφηνόταν έτσι μια στενή λουρίδα, που ήταν όπως το χαντάκι στα χωράφια. Εκεί στην άκρη βρισκόταν κι η φωλιά. Για να πάρεις αυγό από μέσα ήσουν αναγκασμένος να γονατίσεις πρώτα κι ύστερα ν’ απλώσεις κάμποσο το χέρι μες στην τρύπα. Στην αρχή δεν έδωκε καμία σημασία η βάβω στο καρκάρισμα. Η κότα όμως εξακολουθούσε να φωνάζει. Και δεν ήταν ούτε το ήσυχο λάλημα που βγαίνει καμιά φορά από το κοπάδι τους άμα ψάχνουν στο χώμα για σπειριά ή σκουλήκια ούτε το ευχαριστημένο ξεφωνητό που ακούς ύστερ’ απ’ το γέννο τους. Η φωνή της έδειχνε ανησυχία, καθώς όταν τις πετροβολούνε τα παιδιά ή αντικρίζουνε κανέναν κίντυνο. Γι’ αυτό κι η βάβω θέλησε να ιδεί τι γίνεται.

Άφησε κάπου το παιδί και τράβηξε όξω, κατά τη φωλιά. Για να φτάσει εκεί, έπρεπε ν’ ανέβει έναν τοίχο, αριστερά από το σπίτι, που ήταν η εξωτερική συνέχεια της δυτικής πλευράς του. Ο τοίχος αυτός, βουλωμένος μ’ ασβέστη στα κενά, χρησίμευε όπως άλλοι, σ’ εκείνο το μέρος που ήταν όλο πλαγερό, για να κρατάει τα χώματα. Σε δύο ή τρία σημεία είχε αφημένες εσοχές, επίτηδες για να ’χουν κάπου να πατήσουν όσοι ανεβοκατέβαιναν. Ανεβαίνοντας είχες μπροστά σου το κοτέτσι και προχωρώντας προς το ζερβί σου χέρι έπεφτες απάνου στη φωλιά.

- Πωπώ ! φώναξε η βάβω μόλις έφτασ’ εκεί. Η συγκίνηση της δεν την άφησε να ειπεί τίποτ’ άλλο.

Απόξω απ’ τη φωλιά στεκότανε μια κότα κι αγωνιζότανε να μπει. Κάτι όμως από μέσα τής έφερνε αντίσταση. Το πάλεμά τους γινότανε στην είσοδο κι η βάβω δε μπορούσε να ιδεί καλά στην αρχή. Φαντάστηκε μονάχα πως άλλη κάποια κότα – που είπαμε παραπάνου – θα ’χε μπει και θέλοντας ίσως να κλωσσήσει, θα κρατούσε την πρώτη σε απόσταση. Είχε όμως γελαστεί. Σε μια στιγμιαία υποχώρηση της κότας είδε να πετιέται οργισμένο το μπροστινό μέρος ενός φιδιού και να τη χτυπάει με λύσσα στα φτερά. Το πουλί έκαμε λίγο πίσω, μα ξαναβρίσκοντας το θάρρος του ξαναγύρισε με ορμή για να τσιμπήσει όπου βρει τον κουλουριασμένο του εχτρό. Η σκηνή αυτή γίνηκε τρεις και τέσσερες φορές, εκεί μπροστά στα μάτια της βάβως που στέκουνταν σαν μουδιασμένη από τον τρόμο.

Άμα συνήρθε, προσπάθησε με χειρονομίες και φωνές να διώξει την κότα, μα εκείνη δεν έφευγε. Φαινόταν αποφασισμένη να υπερασπιστεί ως το τέλος τη φωλιά της. Όταν αυτές συνηθίσουν ένα μέρος για να γεννούν, δε φεύγουν καλοπίγερα από κει. Κι όταν προορίζουν για κλώσημα τ’ αυγά τους, δεν είναι τόσο εύκολο να τους τα πάρουν.

Το μόνο που είχε να κάμει η βάβω, επειδή μόνη της δε μπορούσε να τα βγάλει πέρα, ήταν να φωνάξει βοήθεια. Η πρώτη που έφερε στο νου της γι’ αυτό ήταν η γειτόνισσα μας η Γιαννάκαινα. Έτρεξε γρήγορα πέρα κατά τα κλήματα κι όταν έφτασε αποπάνου από τ’ αυλάκι το κατηφορικό, που χώριζε τα δυο σπίτια, βάλθηκε να ξεφωνίζει :

- Τρεχάτε, γειτόνοι ! Ένα στοιχιό στη μονόπλατη μού τρώει τις κότες! Δεν ακούς, μωρή Γιαννάκαινα ; Παν οι κοτούλες μου, η έρμη….

Η Γιαννάκαινα είχε μπει αμέσως στο νόημα (και το στοιχιό κατάλαβε ποιο ήτανε και μονόπλατη ήξερε καλά πως λεν εκεί την αχερώνα), με όλη της όμως την καλή διάθεση τι μπορούσε να κάμει αυτή, γριά γυναίκα ; Αφού με την αναποδιά τους ανάγκασαν τα παιδιά να πάρουν τα μάτια τους και να φύγουν, φύλαγαν τώρα αυτή κι ο γέροντας της –ένας κόρακας και μια κουρούνα-, το παλιόσπιτο. Εκείνος παιδεύουνταν ολημέρα (τσάγκα τσούγκα, τον ακούγαμε το καταμεσήμερο) με τα σιδερικά του, εκείνη περνούσε τα τελευταία της χρόνια φαρμακωμένα μ’ ατέλειωτες φανταστικές αρρώστιες. Είναι αλήθεια πως η μακαρίτισσα η Γιαννάκαινα φοβότανε πολύ τα φίδια και τα τέτοια, μα είχε συνήθεια να έρχεται πρώτη σε κάθε καλό ή κακό που μας έβρισκε. Έτσι και τώρα, στεριώνοντας τα γυαλιά στο λιγνό πρόσωπο της, άφησε κάτι που κρατούσε καταγής και πέρασε ανάλαφρα τη ρούγα. Σε λίγο βρέθηκε κοντά στη βάβω μου, αλλά σαν είδε τις διαστάσεις του φιδιού έκαμε αμέσως πίσω φοβισμένη.

Η βάβω μου στο μεταξύ, βλέποντας δίπλα μου και κάποιον άλλον, άρχισε να ξεθαρρεύει περισσότερο. Θυμήθηκε πως μέσα στο καλύβι βρισκότανε κάπου μια βουκέντρα, παρατημένη από το γιό της το ζευγίτη που δεν του χρειαζότανε πια. Μ’ αυτή κάτι θα μπορούσε να κάμει του φιδιού, πάντως θα το πολεμούσε από απόσταση.

Όσο να μπει στο γελαδοκάλυβο, για να ξανανέβει εκεί που είχε αφήσει τη Γιαννάκαινα, είχανε τρέξει από γύρω κι άλλες γειτόνισσες στο μεταξύ. Πρώτη κατάφτασε η Γιωργίτσα του Γιαννάκη Παταριά, που είχε ακούσει κάτου από τα Λιθαράκια τις φωνές, κουνώντας ένα μακρύ φκιάρι. Σε λίγο φάνηκε να κατεβαίνει πηδώντας απάνου από τ’ Αγνάντιο κι η Λεωνίδαινα του Μήτρου Χριστογιώργου: αυτή είχε προφτάσει κι έβγαλε απ’ τη φράχτη της ένα χοντροπάλουκο.

Η κότα, όταν είδε τέτοια σύναξη τριγύρω της, καταμαδημένη όπως ήταν, άφησε τον αγώνα στη μέση και χώθηκε σε κάτι τούφες. Έμειναν πια οι γυναίκες γύρου απ’ τη φωλιά –με ξύλα και λιθάρια.

Το φίδι όμως ήταν καλά τρυπωμένο εκεί μέσα και δεν είχε σκοπό να το κουνήσει. Οι πιο τολμηρές που ζυγώσανε είδαν πως ήταν μαζωμένο κουλουρίδα, κλείνοντας σε κύκλο τ’ αυγά που είχε ρουφήξει. Όποτε το παραζόριζαν, έβγαζε μονάχα το κεφάλι του και φοβέριζε με τα γλωσσίδια. Ήτανε φανερό πως δεν είχε καμιά τρύπα για να φύγει, αλλιώς δε θα κάθουνταν εκεί.

Βροχή έπεφταν οι πέτρες στη φωλιά, πολύ λίγες όμως το πετύχαιναν και ακόμα καμιά έτσι που του χρειαζόταν. Τα ξύλα είχανε μείνει στην άκρη, δεν έκαναν τίποτε. Οι γυναίκες φωνάζανε, χτυπούσαν, μα ο φόβος τις είχε θαρρείς παραλύσει και το πετροβόλημα τους ήταν σχεδόν άσκοπο. Έτσι καταλάβαιναν κι αυτές πόσο χρειαζούμενος είναι σε τέτοιες περιστάσεις ένας άντρας.

Για καλή τους τύχη περνούσε τη στιγμή εκείνη από τη ρούγα, φορτωμένος δυο τρία τομάρια, ο Χρίστ’ Αντώνης, αγωγιάτης από το γειτονικό χωριό. Είχε ακούσει τη φασαρία που γινότανε απομέσα και φτάνοντας κοντά στη φράχτη τη δρασκέλισε. Όταν εβρέθηκε μπροστά στην πέτρα που προστάτευε ίσα με τότε το φίδι, εκείνο είχε ξαπλωθεί πια και ζητούσε να φύγει, ζαλισμένο από τα πρώτα χτυπήματα. Ο Χρίστ’ Αντώνης, μολονότι μαθημένος από συναπαντήματα τέτοιας λογής, κοντοστάθηκε στην αρχή σα δειλιασμένος. Γλήγορα όμως άρπαξε από καταγής μια πέτρα και τη ζύγισε καλά πάνου στο κεφάλι. Το φίδι στριφογυρνούσε τώρα μισοσκοτωμένο. Στο μεταξύ βρήκαν καιρό κι οι γυναίκες κι άρχισαν να το χτυπούνε με τα ξύλα.

Αν η βάβω μου τότε που γύρισε με τη βουκέντρα στη φωλιά είχε μυαλό να προσέξει τέτοιες λεπτομέρειες, θα παρατηρούσε πως η Γιαννάκαινα έλειπε από τη γυναικομάζωξη. Η απουσία της δεν ήταν αποτέλεσμα τυχόν αδιαφορίας, όχι. Η διάθεσή της να προσφέρει στους γειτόνους κάποια υπηρεσία θετική από τη μια, η αδυναμία των νεύρων της από την άλλη να υπομείνουν από κοντά μια σκηνή σαν την προκείμενη, αυτές οι αιτίες την έκαμαν ν’ απομακρυνθεί από τη φωλιά που είχε γίνει φιδότρυπα.

Τράβηξε τότε ίσια στο κονάκι της. Εκεί καθισμένος διπλοπόδι μπροστά σ’ ένα κούτσουρο, δούλευε ακούραστος ο γέροντας της. Σφύριζε, ρίνιζε, τροχούσε – λαμνιά, πριγιάκονα, κλειδωνιές. Ήχοι μεταλλικοί κάθε λογής έβγαιναν απ’ όλα εκείνα τα όπλα και τα εργαλεία που του έφερναν ανθρώποι της ανάγκης από το δικό μας και τα γύρω χωριά. Αυτός όμως δεν άκουγε τίποτε απ’ όλη εκείνη τη συναυλία που ήταν εκτελεστής της ο ίδιος. Ο Πανάγαθος, ύστερ’ από δοκιμασίες τριών περίπου γενεών

(τώρα θα περπατούσε στα ενενήντα), ευδόκησε να του εξασφαλίσει τη μακαριότητα της κουφαμάρας.

            Μονάχα η γριά του ήξερε το μυστικό να συνεννοείται μαζί του. Ο Γιαννάκης Γιώργο Μάνθος, ο αυτοδίδακτος οπλοδιορθωτής, μπορούσε να βεβαιώσει χωρίς ίχνος υπεροψίας πως αυτή μονάχα τον ένιωθε στον κόσμο. Πότε με σκουντήματα, πότε με νοήματα του ’δινε πάντα και καταλάβαινε. Κάπου κάπου μιλούσανε κιόλας. Κι ήταν ένα μυστήριο πώς κατάφερνε και παρακολουθούσε τη συντρόφισσα του με τόσα πολύπλοκα ζητήματα που την απασχολούσαν (ποτέ δεν έβρισκε ησυχία το κεφάλι της), αυτός ο θεόκουφος γερομπαμπαλής. Του ’λεγε, του ’λεγε εκείνη, για τους ψύλλους για τις ρόκες, για τα χωριανικά κι απ’ το στόμα του έβγαινε μονάχα μια συλλαβή – δείγμα της αδυνατισμένης ακοής του -, ένα «άι;». Κύριος οίδε τι άρπαζε η αντίληψη του από τις καθημερινές συνομιλίες με τη γριά του, που επέμενε να τον πληροφορεί κι εκείνον το καθετί.

            Αυτό το κούσαλο πήγε και ξεσήκωσε η Γιαννάκαινα για να γίνει ο αντίμαχος του στοιχιού. Σε λίγο οι μαζωμένες γυναίκες κι ο Χρίστ’ Αντώνης τον είδαν να τρέχει προς το μέρος τους με τη Γιαννάκαινα παρακοντά. Κωμική φαινόταν η σπουδή του καθώς φοβότανε μη χάσει μια στιγμή κι είχε στο σουλούπι του κάτι το αλλόκοτο εκεί που προχωρούσε αρειμάνια με μια σκουριασμένη κασατούρα (βρίσκουνταν ακόμα στον τόπο μας απ’ αυτές τις στενόμακρες λόγχες που είχαν μείνει από τον καιρό της τουρκιάς), ενώ η άλλη ακολουθούσε αποπίσω, πάντα της δισταχτική.

            -- Που το ναι, μωρέ, το τρισκατάρατο να το καρφώσω! Αναμεράτε μωρέ, να του πάρω το κεφάλι!

            Οι άνθρωποι, βλέποντας τη φόρα του Γιαννάκη Γιώργου Μάνθου, του κάνανε τόπο να περάσει. Τα πόδια του μπερδεύονταν κάθε τόσο καταγής, το σαγόνι του έτρεμε, τα δάχτυλα όμως έσφιγγαν καλά την κασατούρα. Η δεντρογαλιά, το φίδι, κειτόταν άψυχη πιά. Μα ο γέροντας που χε περάσει όλη τη ζωή του ειρηνικά, βρήκε τελοσπάντων μια ευκαιρία για ν’ αντρειευτεί. Και κρατώντας εκείνο το σύνεργο του διαβόλου, δίχως να βλέπει μπροστά του, άρχισε με λύσσα να χτυπάει στα στραβά. Άλλες απ’ τις κεντριές του έπαιρναν οι πέτρες, άλλες ξέφευγαν στα χώματα, λίγες πετύχαιναν το σκοπό. Εκείνος όμως ολοένα τρυπούσε, φωνάζοντας δίχως να πάρει αναπνοή :

            - Νά, Αντίχριστε ! Νά, Οβριέ ! Νά, νά!

Όταν ξεθύμανε, κάρφωσε το φίδι στη μυτερή του άκρη και κρατώντας το σαν τρόπαιο ψηλά τράβηξε πέρα κατά τη ρούγα. Ένας ένας διαλύθηκαν κι οι άλλοι. Μια δυο γυναίκες μάλιστα κάμανε το σταυρό τους. Τέτοιο θεριό φίδι, λέγανε, δεν ματα’ χε φανιστεί στο χωριό μας. Αυτό ήταν για μολόημα!




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα το 1938. Έγινε εκσυγχρονισμός της ορθογραφίας.

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA