Τ΄ αλλόκοτα μάτια

του Γρηγορίου Ξενόπουλου

 

 

Ο γιατρός μου θα κάνει την τύχη του : ετοιμάζει μια ανακοίνωση στην Ακαδημία, – όχι βέβαια την Ακαδημία των Αθηνών, – για τα μάτια μου. με παρακάλεσε μάλιστα να του γράψω κι εγώ τι και πώς βλέπω μ΄ αυτά τ΄ αλλόκοτα μάτια. Η έκθεσή μου, λέει, θα του χρησιμεύσει στην ανακοίνωσή του και ή θα πάρει τα κυριότερα κομμάτια ή θα την επισυνάψει ολάκερη. Γι΄ αγάπη του λοιπόν, του γιατρού μου, που θα κάνει την τύχη του, γράφω αυτά που θα διαβάσετε και σεις. Το ξέρω πως θα ‘πρεπε να ‘μουν πιο λογοτέχνης για ένα τέτοιο θέμα· αλλά τι να κάνω; ανάγκα και θεοί.

 

            Μικρός, είχα τα πιο γερά, τα πιο δυνατά μάτια του κόσμου. Ξεχώριζα «το μαύρο μυρμήγκι απάνω στη μαύρη πέτρα», όπως λέει για το Θεό έν΄ αραβικό ποίημα, και μπορούσα να κοιτάζω πολλήν ώρα τον ήλιο σαν τον αετό. Αυτό μάλιστα, για παιχνίδι, το ‘κανα συχνότατα· γιατί τρελαινόμουν να βλέπω ύστερα, με κλειστά ή μ΄ ανοιχτά μάτια, κάτι μεγάλες φωτεινές βούλες, κόκκινες, πράσινες, μαβιές, χρυσές, γαλάζιες, που τις έκανα να τριγυρίζουν στο κενό σα μετέωρα ή να κολλούν απάνω στ΄ αντικείμενα που με περιστοίχιζαν, – στον τοίχο, στο ταβάνι, στα τζάμια, στα δέντρα, στον ουρανό!

 

            Ίσως – ποιος ξέρει! – το αγαπητό μου αυτό παιχνίδι να μου χάλασε τα μάτια ή τουλάχιστον να συνετέλεσε. Οπωσδήποτε, απ΄ τα δώδεκα χρόνια μου, άρχισε μια ελαφριά μυωπία, δυνατότερη λίγο στο δεξί. Γυαλιά όμως δεν έβαλα· ούτε σε γιατρό πήγα ως τα είκοσι. Τότε μόνο αισθάνθηκα την ανάγκη να ενισχύσω την όρασή μου, και μια μέρα μπήκα σ΄ έναν «Οπτικό» και διάλεξα γυαλιά μοναχός μου. Το θυμούμαι καλά: το δεξί ήταν 2,50 και το αριστερό 3,50.

 

            Καλά, κακά, αυτά μεταχειρίστηκα δυο – τρία χρόνια. Η μυωπία μου όμως μεγάλωνε. Έπειτα παρατήρησα και συμπτώματα πιο επίφοβα : μόλις βράδιαζε, δεν έβλεπα ούτε με γυαλιά. Τότε πήγα στο γιατρό. «Ημεραλωπία» μου είπε. Και πήρα τα γυαλιά που μου προσδιόρισε αυτός. Έ, αυτά δε θυμούμαι τι αριθμός ήταν, ούτε αν είχαν διαφορά το δεξί απ΄ το αριστερό. Ξέρω μόνο πως δεν μπορούσα να τα υποφέρω. Με βάραιναν, με ζάλιζαν, αδύνατο να τα συνηθίσω, προ πάντων στο διάβασμα ή στο γράψιμο. Κι αφού βασανίστηκα έτσι κάμποσο καιρό, τα πέταξα, ξανάβαλα τα παλιά κι ησύχασα.

 

            Αλλά τότε σημειώθηκε το πρώτο παράξενο: Αφού με τα γυαλιά του γιατρού δεν έβλεπα καθόλου κι αφού με τα δικά μου (2,50 και 3,50) έβλεπα μόλις λιγάκι καλύτερα παρά με τα μάτια μου, τις περισσότερες ώρες ήμουν χωρίς γυαλιά και σιγά – σιγά έπαψα ολωσδιόλου να βάζω. Άλλωστε η «ημεραλωπία» μου (καλέ, μη γράφεται με δυο λάμβδα η ακατανόητη αυτή λέξη;) είχε γιατρευθεί μονάχη της βέβαια, κι η μυωπία μου είχε σταματήσει. Είχα δηλαδή μια μυωπία υποφερτή. Μπορούσα να ζω και χωρίς γυαλιά. Στα θέατρα μόνο, στις εκδρομές, στα ταξίδια, έπαιρνα λορνιόν. Και μου έφτανε. Το πρώτο λοιπόν παράξενο ήταν αυτό : ενώ όλοι περίμεναν να μου αυξήσει η μυωπία, σταμάτησε κι ίσως ελαττώθηκε· κι ενώ τόσα χρόνια με ήξεραν με γυαλιά, «στραβό», τώρα μ΄ έβλεπαν ανοιχτομάτη!

           

            Μα είχα γίνει πραγματικώς καλά! Ω, κάθε άλλο! Και σε λίγο άρχισαν τα φοβερά.

 

***

           

Θα ‘μουν τότε ως τριάντα χρονών.

 

Μια μέρα, μονάχος μου, κοίταζα τη φωτογραφία μιας όμορφης. Και πότε την κοίταζα με τα δυο μάτια (και την έβλεπα, στοχάζομαι, όπως ήταν), πότε με το αριστερό μόνο, (και τότε μου φαινόταν λιγάκι μικρότερη μα καθαρότερη), και πότε με το δεξί, όταν την έβλεπα μεγαλύτερη μα κάπως συγκεχυμένη. Άξαφνα, δεν ξέρω κι εγώ πώς, μια στιγμή που την κοίταζα με το δεξί, άνοιξα και τ΄ αριστερό. Και τότε είδα κάτι θαυμάσιο : τη φωτογραφία μεγαλωμένη, καθαρότατη, ζωηρότατη και με τέτοιον αέρα, σαν να την έβλεπα σε στερεοσκόπιο!

 

Ξανάκανα το πείραμα δυο – τρεις φορές, πάντα με το ίδιο εκπληκτικό αποτέλεσμα. Και κάποτε, κατάλαβα πως πάθαινα κάποιο στραβισμό. Δεν ξέρω δηλαδή αν είναι αυτό ακριβώς, αλλά μου φαίνεται ότι με το αριστερό μάτι έβλεπα το είδωλο που σχηματιζόταν στο δεξί· και τότε η εικόνα μού φαινόταν μεγάλη και ζωντανεμένη.

 

Όπως κι αν είναι, το παιχνίδι μού άρεσε πολύ και, όπως εκείνο, σαν ήμουν μικρός, με τον ήλιο, τόκανα όσο συχνότερα μπορούσα. Κοίταζα με το στραβισμό που είπα, φωτογραφίες, κάρτες, εικόνες βιβλίων και περιοδικών : ό,τι έβρισκα. Κι είχα αληθινά μια μεγάλη ηδονή να τις βλέπω να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μου. Μα τι ήταν αυτό, αλήθεια;... Θυμούμαι άξαφνα κεφαλάκια γυναικών στο 8ο του φυσικού, να τα βλέπω στο φυσικό! Μα και τα χρώματα τα’ βλεπα πολύ πιο ζωηρά, το μαύρο πιο μαύρο, το άσπρο πιο άσπρο, το κόκκινο πιο κόκκινο. Παρατήρησα ακόμα και τούτο: μια εικόνα που παρίστανε πρόσωπο με τα μάτια προς εμέ, μεγάλωνε πιο πολύ από μιαν άλλη που παρίστανε δέντρο, σπίτι ή και σώμα με το κεφάλι γυρισμένο. Έτσι από μια γυναίκα ολάκερη, που με κοίταζε με τα ωραία της μάτια, μόνο το κεφάλι, το πρόσωπο έβλεπα μεγαλωμένο στο φυσικό· τ΄ άλλο σώμα δεν μεγάλωνε ανάλογα. Κι έν΄ άλλο : Όσο γύμναζα τα μάτια μου, τόσο μεγαλύτερες μπορούσα να βλέπω τις εικόνες. Έτσι έφτασα να βλέπω πρόσωπα μεγαλύτερα από το φυσικό και... να τρομάζω!

 

Ο στραβισμός μού είχε γίνει πια μια συνήθεια. Ό,τι ζωγραφιά και να ‘πεφτε στα μάτια μου, την κοίταζα βλέποντας με το αριστερό μάτι το είδωλο του δεξιού. Και μια μέρα, στον καθρέφτη, κατάφερα να ιδώ έτσι και το μάτι μου το ίδιο : ένα μάτι πελώριο που κοίταζε αλλού, ένα μάτι που τού ξεχώριζα και τις ελάχιστες φλεβίτσες, ένα μάτι ξένο, που λες και το’ βλεπα με φακό!

           

Από τότε, άρχισα να βλέπω με τον ίδιο τρόπο, όχι μόνο τα ζωγραφιστά, αλλά και τα πραγματικά. Πρόσωπα και πράγματα, μού φαινόταν έτσι πολύ μεγαλύτερα. Αλλά επειδή αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο, – απεναντίας ετρόμαζα καμιά φορά να βλέπω έν΄ ασχημόμουτρο τόσο μεγαλύτερο, απ΄ το φυσικό, – το παιχνίδι αυτό το’ κανα σπάνια, κι από λίγες στιγμές κάθε φορά, έτσι από απλή περιέργεια. Το ‘κανα όμως. Το ‘κανα χωρίς να θέλω. Κι ολοένα περισσότερο. Ήταν πια κάτι ανίκητο. Κι άξαφνα, ένα ωραίο πρωί, – κανένα χρόνο από την πρώτη ανακάλυψη της περίεργης ιδιότητας των ματιών μου, – ξυπνώντας... βρέθηκα Γιούλιβερ στη χώρα των Γιγάντων!

 

Του κάκου έτριβα τα μάτια μου. Του κάκου προσπαθούσα να κοιτάξω ίσια. Ό,τι κι αν έκανα, όπως κι αν κοίταζα, τα πρόσωπα και τα πράγματα γύρω μου, όλα, όλα, τα ‘βλεπα δυο φορές μεγαλύτερ΄ από το φυσικό! Και μόνο τον εαυτό μου όπως τον ήξερα ή όπως ήταν!

 

Δεν μπορώ να παραστήσω την τρέλλα του τρόμου μου, όταν είδα πως αυτό ήταν σταθερό κι επίμονο! Έβαλα τις φωνές :

 

– Βοήθεια!... Βλέπω τον κόσμο μεγαλύτερο!... Κάτι έπαθαν τα μάτια μου!... Φοβάμαι!... Μη με πλησιάζετε!... Τρέξτε μόνο να μου φέρετε το γιατρό, τον οφθαλμίατρο!

 

Φυσικά, στο σπίτι μου, με πήραν για τρελό. Άλλωστε δεν ήξεραν και τίποτα για τα «πειράματα» που έκανα έως τότε. Μόνο σ΄ ένα-δυο φίλους μου τα είχα πει. Επειδή όμως δεν έβλεπαν να κάνω ή να λέω άλλες τρέλες, πείστηκαν πως πραγματικώς κάτι έπαθαν τα μάτια μου, – μια παράξενη αρρώστια τελοσπάντων, – κι έστειλαν να φωνάξουν το γιατρό.

 

Εγώ, στο αναμεταξύ, δεν έβρισκα ησυχία παρά όταν είχα τα μάτια μου κλειστά. Μόλις έκανα να τ΄ ανοίξω, παλάβωνα απ΄ τις ματάρες, τις μυτάρες, τις κεφαλάρες, τις χερούκλες, τις ποδαρούκλες, τις καπελλαδούρες, τις τραπεζάρες, τις πιατάρες, και πάει λέοντας, που έβλεπα γύρω μου. Το ίδιο υπερφυσικό σε διαστάσεις ήταν και το τοπίο που έβλεπα από την παραθυράρα της καμαράρας μου... Επιτέλους το πράγμα δεν θα ‘ταν τόσο ανυπόφορο, αν μεγάλωνα κι εγώ ανάλογα όσο με τον κόσμο. Αλλά εγώ να μένω όπου ήμουν και να βλέπω άξαφνα το μωρό μας σχεδόν σαν και μένα, α, μα ήταν εξωφρενικό! να κλείσω τα μάτια μου και να μην τα ξανανοίξω ποτέ!

 

***

 

            Ήρθε κι ο γιατρός. Δεν ήταν βέβαια εκείνος που προ δέκα χρόνων μού είχε βάλει τα γυαλιά. Ήταν ένας άλλος, γείτονάς μας, νεοφερμένος απέξω, – αυτός δα που θα κάνει τώρα την τύχη του. Είχα το κουράγιο να τον ιδώ μπροστά μου σαν θεριό, σα δράκο, να του πω τι μου συνέβαινε, να του εξιστορήσω τα προηγούμενα, – με κλειστά μάτια όμως, – και να τον αφήσω ύστερα να μου τ΄ ανοίξει και να τα εξετάσει.

 

            Μου ομολόγησε πως όχι μόνο πρώτη φορά του τύχαινε να κουράρει τέτοια αρρώστια, αλλά και πως ούτε θυμόταν αν την έγραφαν τα βιβλία του. Και μου σύστησε να καθίσω στην ησυχία μου με κλειστά μάτια, ως να πάει να ιδεί, να διαβάσει και... να μου πει τι θεραπεία έπρεπε ν΄ ακολουθήσω.

 

            Την άλλη μέρα γύρισε απελπισμένος. Τα βιβλία του δεν έλεγαν τίποτα. Ούτε κανείς από τους συναδέλφους που ρώτησε, είχε ακούσει ποτέ για τέτοια «οφθαλμία». Κι εγώ στην ίδια ακόμα κατάσταση – Γιούλιβερ πάντα στη χώρα των Γιγάντων!

 

            Περιττό να διηγηθώ εδώ τις διάφορες δοκιμές που έκαμε ο γιατρός για να μου βρει τη θεραπεία. Δεν το κατάφερε. Και μ΄ άφησε, με τη συμβουλή να... πεταχτώ ως τη Βιέννη.

 

            Είχ΄ αποφασίσει πια αυτό το ταξίδι, – τι άλλο να ‘κανα; χειρότερα κι από τυφλός δεν ήμουν; – όταν έξαφνα, έν΄ άλλο ωραίο πρωί, καμιά δεκαριά μέρες μετά το πάθημά μου, είδα πάλι τα πρόσωπα και τα πράγματα στο φυσικό! Ναι, ναι· όπως ήταν, όπως τα ‘ξερα, όπως τα ‘βλεπαν οι υγιείς. Δόξα σοι ο Θεός, είπα, το κακό ήταν περαστικό. Και φυσικά το ταξίδι έμεινε.

 

            Αλλά λίγο βάσταξε η χαρά μου.

 

            Ευθύς από την άλλη μέρα, άρχισα να βλέπω τον κόσμο... μικρότερο! και σιγά – σιγά, μέρα με την ημέρα, έγινα ο Γιούλιβερ στη χώρα των Νάνων! Γιατί κι αυτή τη φορά, έβλεπα, αισθανόμουν να πω καλύτερα, τον εαυτό μου τον ίδιο. Κι απορούσα κι εγώ, – τι απερίγραπτη εντύπωση! – πώς χωρούσα σε κείνες τις καμαρίτσες, πώς ξαπλωνόμουν σ΄ εκείνο το κρεββατάκι, πώς έτρωγα σε κείνα τα πιατάκια, πώς έπινα σε κείνα τα φλυτζανάκια! Και για να καταλάβετε την αναλογία, φτάνει να σας πω πως το μωρό μας δεν μου φαινόταν μεγαλύτερο από το λαστιχένιο κουκλάκι που το’ σφιγγε στα χέρια του. Φαντασθείτε τώρα πόσο μικρό έβλεπα το κουκλάκι αυτό!

 

            Αμή τα ματάκια των ανθρώπων που με κοίταζαν;... Θε μου! Θα τα ξεχάσω ποτέ;

 

            Το θέαμα όμως δεν ήταν τρομερό σαν την άλλη φορά. Μπορώ να πω πως με διασκέδαζε. Κι επειδή, από την πείρα που είχα, συμπέραινα, ήμουν σχεδόν βέβαιος, πως ούτε στη χώρα των Νάνων δεν θα ‘μενα αιώνια, δεν ανησύχησα, δεν φοβήθηκα και πολύ. Φυσικά, φώναξα πάλι το γιατρό. Αλλά μάλλον για να λάβει γνώση, να καταγράψει, να μελετήσει το καινούργιο «φαινόμενο», παρά για να με γιατρέψει. Μήπως ήξερε κιόλα;

 

            – Πώς πήγες κι έκανες έτσι τα μάτια σου; μου ‘λεγε. Τι αλλόκοτα μάτια!... Μπορείς να καυχάσαι και για τα δυο!

 

            – Ποια δυο; τα μάτια;

           

            – Και για τα μάτια που σου ‘δωσε η φύση, και για το μεταχείρισμα που τους έκαμες. Για φαντάσου, να τα καταντήσεις να μη βλέπουν παρά ή Γίγαντες ή Νάνους!

 

            – Και πότε άραγε, γιατρέ, ήμουν πιο κοντά στην αλήθεια; τότε που τους έβλεπα Γίγαντες, ή τώρα που τους βλέπω Νάνους;

 

            – Καλά! Αφού έχεις όρεξη ακόμα και γι΄ αστεία!...

 

            – Μα να κλαίω, γιατρέ;... Θα περάσει... Το περίεργο όμως είναι ότι τώρα που βλέπω μπροστά μου ένα γιατρό νάνο, ελπίζω πως θα γίνω καλά· ενώ πρωτύτερα, μ΄ όλο που με κουράριζε ένας γίγας, ήμουν απελπισμένος!

 

– Δε βαριέσαι! Για την αρρώστια σου δεν υπάρχουν ακόμα γιατροί· ούτε νάνοι, ούτε γίγαντες.

 

– Ό,τι κάμει η φύση, ε, γιατρέ;

 

– Ναι, η φύση και τα ωραία πειράματα που ξέρεις εσύ. Κοίταξε πάλι τον ήλιο... κοίταξε πάλι ζωγραφιές με στραβισμό!...

 

Λοιπόν, στο πείσμα του αγαπητού μου γιατρού, όταν έγινα σε λίγο καλά, ξανάρχισα τα πειράματα. Τα μάτια μου μού είχαν γίνει μανία. Δεν μπορούσα να τ΄ αφήσω ήσυχα. Κι έκανα, ό,τι μου κατέβαινε, ό,τι σοφιζόμουν για να βλέπω... τι μπορούσα να ιδώ. Στο δρόμο, στο σπίτι, στο γραφείο μου, δοκίμαζα επίμονα όλων των ειδών τους στραβισμούς. Η μεγάλη μου χαρά, η ηδονή μου, ήταν να «ζωντανεύω» έτσι τις ζωγραφιές ή να βλέπω καθαρότερα και μεγαλύτερα τα πραγματικά αντικείμενα. Τα πλησίαζα στα μάτια μου πολύ, πολύ, ως που, και χωρίς στραβισμό, τα ‘βλεπα αλλιώτικα. Εστράβιζα με τρόπο ώστε να ιδώ το φως, – το φως του κεριού, της λάμπας, της καντήλας, του φαναριού, – διπλό· κι ύστερα πάλι, σιγά – σιγά, να ξεστραβίζω, ώστε να συμπλησιάζουν  τα δυο φώτα και να γίνουνται ένα. (Και τότε πάλι δεν μπορούσα να μη συλλογιέμαι· ποιο τάχα απ΄ τα δύο φώτα που βλέπω, να είναι το πραγματικό;...)

 

Άλλοτε μισόκλεινα τα μάτια μου ώστε να βλέπω ανάμεσα απ΄ τα τσίνορα, που μεγάλωναν κι αυτά κι έκαναν διάφορες ιριδώσεις στο φως· ή τα ‘κλεινα ολωσδιόλου κι επίεζα απέξω, ζουλούσα τους βολβούς δυνατά. Τότε, μέσ΄ στο σκοτάδι, έβλεπα λογής – λογής φωτεινούς και χρωματιστούς λεκέδες, με παράξενα στρογγυλά κι ακτινωτά σχήματα, που εξακολουθούσα να τα βλέπω και μ΄ ανοιχτά μάτια, όπως τότε που ατένιζα τον ήλιο. Αυτό ήταν τότε το πιο συνηθισμένο μου παιχνίδι.

 

***

 

Αλλά τι απρόοπτο το αποτέλεσμα!

 

Ένα δειλινό, την ώρα του λιοβασιλέματος, μου φάνηκε πως όλος ο κόσμος έγινε ρόδινος. Ουρανό και γη, πρόσωπα και πράγματα, όλα τα’ βλεπα ροδοβαμμένα. Η παραίσθηση αυτή, αν και ζωηρότατη, δεν βάσταξε πολύ. Άμα σκοτείνιασε κι άναψαν τα φώτα, είδα πάλι τον κόσμο όπως ήταν. Τ΄ άλλο πρωί όμως, άμα ξύπνησα, βρέθηκα σ΄ έναν κόσμο χρωματιστό, ρόδινο, ιδανικό!

 

Ήταν πια σταθερό. Μου βάσταξε μέρες. Και τη νύχτα ακόμα, στα σκοτεινά, έβλεπα τα πράγματα να ροδίζουν!

 

Ύστερα πάλι, σιγά – σιγά, λίγο – λίγο, άρχισαν να... ξεβάφουν. Έφτασα να τα βλέπω μισά ρόδινα και μισά με το φυσικό τους χρώμα. Κι επιτέλους το ρόδινο, αφού σχημάτισε μια παρυφή από τη μια πλευρά των πραγμάτων, εχάθηκε. Ήμουν καλά.

 

Αλλά για λίγον καιρό. Γιατί το «φαινόμενο» μού ξαναπαρουσιάστηκε το ίδιο. Με τη διαφορά μόνο πως το χρώμα δεν ήταν πια ρόδινο, αλλά πορτοκαλί. Έπειτα έγινε χρυσοκίτρινο. Έπειτα γαλάζιο. Έπειτα πράσινο. Και τέλος μαβί. Έτσι, επί ένα ολάκερο χρόνο, – και περισσότερο ίσως, – είδα τον κόσμο βαμμένο διαδοχικά, μισοβαμμένο ή παρυφασμένο μ΄ όλα σχεδόν τα χρώματα της ίριδος· και σε τέτοιο τρόπο, που κάθε φορά μου φαινόταν πως είχα μεταφερθεί στο Φεγγάρι, στον Ήλιο, στον Άρη, στην Αφροδίτη και ζούσα σα σε όνειρο!

 

Ανάλογα περίεργη ήταν κι η ψυχική μου διάθεση όσο βάσταξε το τελευταίο αυτό «φαινόμενο». Είχα διακόψει την εργασία μου κι ήθελα, τον περισσότερο καιρό, να μένω στο σπίτι και να βλέπω απ΄ το παράθυρό μου. Πότε ήμουν μελαγχολικός, πότε χαρούμενος και πότε γινόμουν καθαυτό μανιακός. Ο γιατρός μου, σ΄ αυτή την περίοδο, ήταν υποχρεωμένος να μου γιατρεύει τις νευρικές κρίσεις. Ερωτεύθηκα γυναίκες που τις αντιπαθούσα φοβερά όταν τις έβλεπα με το φυσικό τους χρώμα. Κι απεναντίας εμίσησα την πιο αγαπημένη μου, όταν την είδα άξαφνα ολοπράσινη. Έφαγα με ηδονή φαγιά που άλλοτε μου προξενούσαν αηδία· και σιχάθηκα ξαφνικά τα πιο αγαπητά μου.

 

Το τελευταίο χρώμα της παραισθήσεώς μου ήταν, καθώς είπα, το μαβί. Ο γιατρός, που με παρακολουθούσε, φοβήθηκε πως θα το διαδεχόταν το μαύρο. Και τότε βέβαια θα τυφλωνόμουν. Αλλά όχι. Κανέν΄ άλλο χρώμα δεν διαδέχτηκε το τελευταίο εκείνο μαβί. Και πέρασε σχεδόν άλλος ένας χρόνος, χωρίς να μου παρουσιαστεί τίποτα, ούτε απ΄ τα παλιά, ούτε άλλο καινούργιο.

 

Ο γιατρός λέει πως γιατρεύτηκα. Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Γιατί έχω ακόμα τη μανία να μην αφήνω ήσυχα τα μάτια μου στιγμή. Θα ‘λεγα μάλιστα πως αυτά έχουν μέσα τους μια δύναμη που δεν μ΄ αφήνει αν τα ξεχάσω και να ησυχάσω. Τα μάτια μου τελοσπάντων, τ΄ αλλόκοτα μάτια μου, ενοχλούν εμένα, όπως άλλους ανθρώπους άλλα μέλη του σώματος. Και γι΄ αυτό φοβάμαι πως έχω να υποφέρω κι άλλα, μολονότι μου είναι αδύνατο να μαντέψω τι...

 

Θυμούμαι τώρα κι ένα λόγο του γιατρού μου, μια μέρα που συζητούσαμε για την «οφθαλμία» μου.

 

– «Φίλε μου, μού είπε, η ιστορία των ματιών σου είναι ίσως η ιστορία της ψυχής σου. Μα μήπως και σε κάθε άνθρωπο δεν συμβαίνει απάνω – κάτω το ίδιο;»

 

Βαρύς και πολυσήμαντος λόγος. Εγώ δεν έχω να προσθέσω τίποτα. Και τελειώνω την έκθεσή μου μ΄ αυτόν.-

 

«Το ελληνικό φανταστικό διήγημα», Τόμος Β΄, Αίολος 1993, σελίδες 171-176                            

 

KEIMENA MAZI

KEIMENA