Το φίλημα

Ρωπογραφία

του Γρηγορίου Ξενόπουλου

  

            ― Χα!... περπάτει που να σκάσεις... χα!...

           

            Και ο μικρός ονηλάτης τύπτει ανηλεώς το δυσκίνητον ζώον. Είναι γέρων λευκόφαιος όνος, καμπτόμενος υπό το υπερβάλλον φορτίον, ταλαιπωρημένος, κατάκοπος εκ των διηνεκών αγώνων. Κατόπιν του χθεσινού δι΄ όλης της ημέρας καμάτου, σήμερον το πτωχόν ζώον είχε χρείαν αναπαύσεως. Αλλ΄ ο χωρικός δεν θέλει να νοήσει αυτήν την ανάγκην. Πληροί σταφυλών τους δύο υπερμεγέθεις καλάθους, προσδένει αυτούς ένθεν και ένθεν επί των πλευρών του όνου, αναρτά όπου αλλού του σάγματος δύναται μικρότερα καλάθια και σακκίδια, οπλίζεται δια του οζώδους ροπάλου και σπεύδει ενωρίς προς την πόλιν, όπου κατά το σύνηθες τον περιμένει ο οπωροπώλης.

 

            ― Χα... κι εφτάσαμε!

 

            Αλλ΄ η παρηγορία αύτη δεν ενθαρρύνει τον γέροντα όνον. Ηξεύρει ότι είνε πολύ το διάστημα και βαρύτατον το φορτίον, το καλύπτον εξ ολοκλήρου το σώμα του. Από των πρώτων βημάτων αισθάνεται την κόπωσιν και αρνείται να προχωρήσει μετά της αυτής σταθερότητος. Ο μικρός ονηλάτης τύπτει αντί τούτου, τύπτει ανηλεώς με το οζώδες του ρόπαλον. Ο όνος καταβιβάζει τα ώτα, κλίνει την κεφαλήν, κρύπτει μεταξύ των ποδών την ουράν, αλλά δεν επισπεύδει το βήμα. Ο χωρικός πεισμώνει, μαίνεται εις την οκνηρίαν εκείνην την πρωτοφανή, ακριβώς την ημέραν της εργασίας και της βίας. Κεντά τας πλευράς του και τας κνήμας, προπορεύεται, ίσταται, σύρει από του χαλινού, ωθεί δια των χειρών. Η αγωνία καλύπτει το ωραίον του ερυθρόν πρόσωπον με ζωηράν ερυθρότητα, το πείσμα δε και η οργή κινούσιν άφθονον τον ιδρώτα.

 

― Στο διάολο να πάει τέτοιο γαϊδούρι οκνηρό και πεισματάρικο. Χα, που να σκάσεις!...

 

            Και τον περιμένει εις την πόλιν ο οπωροπώλης. Σήμερον θα παραλάβει το φορτίον του και θα εξοφλήσει τον λογαριασμόν. Θα λάβει παρ΄ αυτού χρήματα ικανά. Θ΄ αγοράσει αμέσως έν΄ αχύρινον πίλον, καινουργή, στιλπνόν, διότι αυτός τον οποίον φορεί τώρα είναι πολύ παλαιός και εκ των οπών του εξέρχονται θύσανοι ανυποτάκτων τριχών. Θ΄ αγοράσει ακόμη και ολίγον ύφασμα δια τον μικρόν του αδελφόν, του οποίου τα κατεσπιλωμένα ενδύματα εκρέμαντο εις ράκη από του αεικινήτου, του δυσηνίου του σώματος. Την δε καλήν του μητέρα πώς θα ηυχαρίστει έν νέον βυσσινόχρουν μανδήλιον και το υπόλοιπον των χρημάτων, το οποίον θα τη παρέδιδε μέχρι λεπτού. Όλ΄ αυτά αναπλάσσει ο μικρός χωρικός βαδίζων και σπεύδει και ανυπομονεί και τύπτει το κατάφορτον υποζύγιον. Μεταξύ των ονείρων του και της πραγματικότητος επιπροσθεί κώλυμα ο όγκος εκείνου του ζώου ο βαρύς, ο δυσκίνητος, ο οκνηρός. Χά α α!...

 

            Και εν ω αντηχούσι τα κτυπήματα, ψάλλουσι τα πτηνά εις την δρόσον της πρωΐας και ο ήλιος πλημμυροί την κτίσιν με φως και με θάλπος. Είναι συχνοί οι διαβάται της εξοχικής οδού. Άμαξαι και κάρρα ανεγείρουσιν εις νέφη την κόνιν· έφιπποί τινες σπεύδουσιν εις τας επαύλεις των· πολλοί εποχούμενοι τερετίζουσιν, ανέτως εξηπλωμένοι, άσμα φαιδρόν· και άλλοι χωρικοί οδηγούσιν ησύχως τα υποζύγιά των, ― αλλά κανέν, κανέν δεν είνε φορτωμένον όσον ο γέρων όνος του μικρού μας ήρωος.

 

            Τον επιπλήττουσι συχνά οι διαβάται δια την απερισκεψίαν του.

 

            ― Μα δεν ντρέπεσαι, καϋμένε, να το βαράς έτσι το ζώ΄... θα το σκοτώσεις, λέγει ο εις.

 

            ― Έτσι δεν θα φθάσεις ποτέ· θα σου μείνει μες  τη μέση, προστίθησι δεύτερος.

 

            ― Χαρά στην καρδούλα σου, παιδί μου! αναφωνεί, φρίττουσα δια την σκληρότητα, νεαρά χωρική.

 

            Αλλ΄ ο μικρός ονηλάτης δεν ακούει τίποτε. Καταβιβάζει ολοέν τα κτυπήματα μεγάλα, βαρέα, αλύπητα. Πλην το ζώον φαίνετον αναίσθητον εις την δοκιμασίαν ταύτην· δια του αυτού βραδέος και οκνηρού βήματος άγει προς τον οπωροπώλην τους υπερμεγέθεις καλάθους των σταφυλών.

 

            Τέλος μετά πολλήν ώραν, αναφαίνονται μακρόθεν λευκάζουσαι αι πρώται οικίαι της πόλεως. Η θέα αύτη αναρριπίζει την ιδέαν της ταχύτητος παρά τω χωρικώ. Ως ηύξησεν η ανυπομονησία του, φέρει μετά μεγαλυτέρας δυνάμεως το ρόπαλον κατά της κεφαλής του ζώου, και ανακραυγάζει εκμανής :

 

            ― Έλα, κακομοίρη, κι εφτάσαμε... που θα μου βγάλεις την ψυχή μου σήμερα... χα!...

 

            Ήδη η περιλάλητος εκείνη υπομονή του όνου εξηντλήθη. Το ζώον αρνείται να προχωρήσει και ίσταται αίφνης ωσεί καθηλωμένον επί του εδάφους. Ανθίσταται εις πάσαν προσπάθειαν του αγωγέως, μένει αδρανές παρά τα κεντήματα, παρά τας ωθήσεις, παρά τα κτυπήματα. Κορυφούται η μανία του χωρικού· απελπίζεται εις το απρόοπτον, χάνει και αυτός την ολίγην του υπομονήν. Κάθιδρος, ερυθρός, ασθμαίνων εγείρει το ρόπαλον το οζώδες υψηλά, και μεθ΄ όλης του της δυνάμεως το καταφέρει επί του μετώπου του ζώου.

 

            ― Χάα!...

 

            Δεύτερος αντηχεί δούπος. ΤΟ ζώον καταπίπτει βαρύ, εκπέμπον υπόκωφον στεναγμόν. Τετέλεσται! Περιεπλάκησαν οι ισχνοί του πόδες και κατεκλίθη επί του ενός καλάθου, εν ω ο άλλος τον θλίβει δια του βάρους του. Ασθμαίνει·  η γλώσσα κρέμαται έξω των οδόντων· τα ώτα είνε καταβιβασμένα. Έκφρασίς τις ελέους και παρακλήσεως διαχείται επί της μακράς, της αψύχου εκείνης φυσιογνωμίας. Οι μεγάλοι και αλαμπείς οφθαλμοί φαίνονται υγροί, ωσεί πλήρεις δακρύων...

 

            Απορρίπτει έντρομος το ρόπαλον και συμπλέκει τας χείρας εις την απρόοπτον συμφοράν. Εσκότωσε το ζώ΄ του! Ο μικρός ονηλάτης είναι απηλπισμένος, επτοημένος, τεθαμβημένος. Το κακόμοιρο!...

           

            Πλησιάζουσιν αμέσως άνθρωποι και αποτελείται κύκλος περιέργων, περί το πεπτωκός υποζύγιον.

 

            ― Έτσι βαράνε το ζώ΄ στο κεφάλι; Δεν τό ΄ξευρες, παιδί μου, πως θα πέσει; λέγει κάποιος με τόνον επιπλήξεως.

 

            ― Ω, το κακόμοιρο, θα ψοφήση! ιδές πώς κάνει, ιδές εκεί...

 

            ― Λαχανιάζει, λες και ψυχομαχάει, συμπληροί εν σκληρόν παιδίον.

 

            Ο μικρός χωρικός δεν ειξεύρει τι να κάμει ή τι να είπει. Κλαίει και οδύρεται ο δυστυχής, μηχανικώς βοηθών τους σπεύσαντας ν΄ ανεγείρωσι το ζώον. Το εσκότωσε, εσκότωσε το γαϊδούρι, που το είχε τόσα χρόνια ο μακαρίτης ο πατέρας του το δεξί του το χέρι... που τον έβγαινε πέρα σ’ όλες του τις δουλειές. Τι να κάμει; τι θα του έλεγε η φτωχή του μάνα, που τον επερίμενε κάτου στο χωριό... Α, αλήθεια, ήταν πολύ κουρασμένο σήμερα το κακόμοιρο, δεν έπρεπε να το κτυπά τόσο... ας ήθελε φθάσει και αργότερα, τι έκανε... Τώρα έπεσε κάτου... ποιος ξέρει αν θα ψοφήσει ή θα σηκωθεί...

 

            Αυτά σκέπτεται κλαίων, κλαίων εν απογνώσει, απαρηγόρητα.

 

            ― Πιάσε ΄δω να το ξεφορτώσουμε! τι κλαις αφού το σκότωσες!...

 

            Ο μικρός αρχίζει την εκφόρτωσιν βοηθούμενος υπό των άλλων. Ελαφρυνόμενος θ΄ ανηγείρετο ίσως ο γέρων όνος, στιγμιαίως μόνος καταβληθείς υπό του κόπου και του κτυπήματος. Με την ελπίδα ταύτην λύει τα σχοινία, καταβιβάζει τα σακκία, μετακινεί τους υπερμεγέθεις καλάθους. Ευρύνεται βαθμηδόν ο κύκλος των περιέργων και αντηχούσι μετά γελώτων τα σχόλια. Ο όνος, ελεύθερος επί τέλους γενόμενος, εκπέμπει στεναγμόν ανακουφίσεως. Εγείρει πρώτον την κεφαλήν, διευθετεί τους πόδας, δεικνύει τα πρώτα σημεία της μελετωμένης ανεγέρσεως. Σπεύδουσιν εις βοήθειάν του πολλαί χείρες. Μία υστάτη προσπάθεια... και ιδού ο όνος ανεγείρεται επί των ποδών του, εν μέσω γενικού, ευθύμου ουρρά!

 

            Ανεκλάλητος είναι του χωρικού η ευφροσύνη. Ο όνος δεν έπαθε τίποτε, μεθ΄ όλην την χάλαζαν των ραβδισμών, και ίσταται όρθιος εκεί, έτοιμος πάλιν να τον υπηρετήσει. Τον ελυπήθη ο Θεός!...

 

            Και είδον οι παρεστώτες θέαμα έξοχον. Κλαίων ακόμη ο μικρός, περιβάλλει δια των βραχιόνων την μακράν εκείνην κεφαλήν, εγείρει τα όμματα προς τον ουρανόν, και ως ο Σάντσος Πάνθας, φιλεί, φιλεί εκθύμως το ανεγερθέν υποζύγιον.-

 

 

 

 

 

Ημερολόγιον Σκόκου, τόμος 4 (1889), σελίδες 198-202

 Εκσυγχρόνισα ενμέρει την ορθογραφία.

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA