Mιλτιάδης Κύρκος, «Ανεμομαζώματα στον UG 8792» (Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος Β΄, Μάκης Πανώριος 1993, Αθήνα, εκδόσεις «ΑΙΟΛΟΣ», σσ.87-94). Το διήγημα αρχικά είχε δημοσιευτεί στο βιβλίο 15 Διηγήματα Επιστημονικής Φαντασίας, έκδοση της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, Αθήνα 1990.

 

ΑΝΕΜΟΜΑΖΩΜΑΤΑ ΣΤΟΝ UG 8792

 

Ο άνεμος έφτασε σε ένα κρεσέντο και άρχισε να υποχωρεί. Εδώ και ‘κει μια ριπή σάρωνε το παγωμένο έδαφος στροβιλίζοντας την λεπτή, κρυσταλλική σκόνη που λαμπύριζε στο αδύναμο φως. Κουρασμένα ο ήλιος προσπάθησε να ξεφύγει από τα σύννεφα που τον κάλυπταν, αλλά το βαθυκόκκινο χρώμα του πρόδωσε την ηλικία και τις δυνατότητές του. Με μια τρυφερή κίνηση χάιδεψε τον σκληρό πλανήτη και χάθηκε πίσω από ένα νεαρό σύννεφο μεθανίου. Το για λίγες στιγμές αστραφτερό τοπίο ξανάγινε  σκοτεινό παιχνίδι στα κέφια του πεισματάρη αέρα. Αυτός μουγκρίζοντας σάρωσε την απέραντη πεδιάδα, κοντοστάθηκε μια στιγμή στριφογυρίζοντας γύρω από το κουφάρι του κυλινδρικού αστρόπλοιου με τα εμβλήματα της Αρκτουριανής Ένωσης και ξεχύθηκε στους διπλανούς λόφους.

 

Έμβια όντα; Και τόσο κοντά! Μα πόσο αργός έχω

γίνει…Όλα για όλα λοιπόν, μην τα χάσω…Έχει

περάσει τόσος καιρός από εκείνους τους…πώς έλεγε

ο αρχηγός τους; Α, ναι! τους Αρκτουριανούς…

 

«Παράξενο…» μουρμούρισε η Έλι ελέγχοντας για Τρίτη φορά τα πολύχρωμα ολογράμματα του υπολογιστή. «Τόσο καθαρή περίπτωση και παραλίγο να μας ξεφύγει…Τέλος πάντων, ας βρει την άκρη ο Σεπ, εμένα μου φαίνεται ικανοποιητικός σαν στόχος». Ενώ τα δάχτυλά της έστελναν μηχανικά τα στοιχεία του κομπιούτερ στον κυβερνήτη, το μυαλό της πέταξε σ’ αυτόν τον αδύνατο, πανέξυπνο άνδρα που ωστόσο ήταν τόσο παράξενος και απόμακρος, ίσως ίσως και λίγο σνομπ. Ο βλάκας, του πρότεινε μια μέρα να πάνε μαζί στην ALIS[1] και αυτός της χαμογέλασε με τον μυστήριο τρόπο του και γύρισε την πλάτη του…

            «…Έλι! Κατάλαβες τι μου έστειλες;» διέκοψε την περιπλάνησή της ο Σεπ. Είναι ο καλύτερος πλανήτης που έχουμε συναντήσει τα τρία τελευταία χρόνια, εκτός φυσικά από τον Ευρυσθένη – μα επιπλέον δεν έχει ούτε ίχνος έμβιου όντος! Ούτε τα σκουλήκια του Γουόρμικ, ούτε τα εξάποδα κτήνη του Γκάμπριελ. Ο τέλειος τόπος!» Πάτησε ένα πλήκτρο και φώναξε: «Χανς! Μην καθυστερείς! Πάρε τα στοιχεία από την Έλι και χάραξε πορεία ελάχιστου χρόνου, έστω και με απώλεια πληροφοριών. Έχουμε ήδη αρκετές!»

            Ο Χανς σήκωσε το κεφάλι το από τους αστρικούς πίνακες που μελετούσε και ενεργοποίησε τον πλοηγό. Αφού τον τάισε με αρκετά νούμερα τον συνέδεσε στον αναλυτή και ξανάσκυψε στις ασχολίες του. Γιατί τόση έξαψη αφού ο πλανήτης UG8792 απέχει ακόμα έξι μέρες;

 

                        Τους έπιασα! Παλμοί, τους νιώθω καθαρά,

                        πλησιάζουν, έστω και πολύ αργά…Είναι κάτι το

                        πολύμορφο, το σύνθετο, φωτιά και πάγος μαζί, είναι

                        ζωή! Έλα κοντά, έλα…

 

«Τέσσερις μέρες ακόμα» αναστέναξε η Έλι. «Πόσο αργά περνάει ο καιρός αν βιάζεσαι…» Για πολλοστή φορά ανακάτεψε τους υπολογισμούς της – όμορφη σύμπτωση. Από τον καιρό του πρώτου PhD στον εργαστηριακό μικρόκοσμο του UCLA είχε να δει τέτοια κατάσταση: τεράστια ποικιλία φυτών και πλήρης απουσία ζωικών μορφών · ό,τι χρειαζόταν για να συμπληρώσει το νέο της θύμα. Και υπήρχε και μια EVA – το φυτό που χρειαζόταν ένα περιβάλλον χωρίς εχθρούς για να αναπτυχθεί…Ουφ, αν το έφερνε η τύχη, μία μόνο, έστω μία…Χαμογέλασε παρατηρώντας τα σταυρωμένα της δάχτυλα. «Γιαγιά», είπε απευθυνόμενη στην ξεθωριασμένη φωτογραφία μιας ασπρομάλλας δίπλα της, «ακόμα θυμάμαι τα κόλπα που μου έμαθες…» Και στ’ αλήθεια, η γιαγιά Ελίζα της είχε μάθει πάρα πολλά. Άκουγε ακόμα την ήρεμη φωνή της να διηγείται ιστορίες και παραμύθια άλλων καιρών, καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα στην βεράντα της φάρμας στο Ιλινόις, ή να δίνει οδηγίες για υπέροχα κέικ και γλυκίσματα στην κουζίνα της. Ένας όμορφος, ζωντανός κόσμος, γεμάτος μυρωδιές και αισθήσεις, χρώματα και αγάπη, που πήρε ξαφνικό τέλος με μια καρδιακή προσβολή. Μετά η πόλη, το άγνωστο που έπρεπε να νικηθεί, η σχολή σαν δίοδος προς τα πάνω, ο άγνωστος αδιάφορος νέος κόσμος, οι κοινότοπες σχέσεις…Η κοινωνία του ενός ογδόου, που απαιτούσε τα πάντα και ακόμα παραπάνω για να σπάσεις το φράγμα.

Κούνησε το κεφάλι της διώχνοντας την θλίψη. «Και έχεις αυτόν τον μουρλό τον Σεπ να σε αποκρούει!» είπε και παιχνιδιάρικα. Τι του φταίει η ALIS; Ξάπλωσε στην κουκέτα της και μελέτησε το χειριστήριο που εμφανίστηκε από το πουθενά. Μμμ…Καρναβάλι στον Μπόρχος. Ό,τι πρέπει να μας φτιάξει το κέφι…Προσάρμοσε μια διάφανη ταινία στον αριστερό της κρόταφο και ξάπλωσε αναπαυτικά στο μαξιλάρι της. Σε λίγο η ανάσα της ησύχασε και βυθίστηκε στην ανυπαρξία, ενώ η ALIS ανέλαβε όλη τη δύσκολη δουλειά.

Ο «μουρλός» Σεπ βρισκόταν σε ένα βασανιστικό, ηδονικό δίλημμα. Εδώ και μισή ώρα καθισμένος στην πολυθρόνα του μελετούσε δυο τόμους βιβλίων – δυο σπάνια ευρήματα που για να τα κάνει δικά του είχε ξοδέψει περισσότερες πιστωτικές μονάδες από όσες τολμούσε να σκεφτεί…Ευτυχώς θυμόταν ακόμα τα μαθήματα του συγκατοίκου του πάνω στη «θεωρία τραπεζικών κωδίκων» και έτσι τα αποκτήματα του περίμεναν υπομονετικά πάνω στην αντιστασιακή επιφάνεια του τραπεζιού την απόφαση του κυρίου τους, ο οποίος δεν βιαζόταν καθόλου. Δεν άλλαζε αυτή τη στιγμή με καμία από τις ALIS · η μυρωδιά του παλιού, άγγιχτου από αυτόν βιβλίου έκανε το αίμα να τρέχει πιο γρήγορα στις φλέβες του και καταχώνιαζε ακόμα πιο βαθειά τον κρυμμένο πόνο από τις ατελείωτες κοροϊδίες που είχε υποστεί παλαιότερα, όταν δεν ήταν ακόμα ο κυβερνήτης  Σεπ αλλά ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που έβρισκε μέσα στον κόσμο των βιβλίων το καταφύγιο που ζήταγε από τον κόσμο των μεγάλων. Και το καταφύγιο αποδείχτηκε χρυσωρυχείο. Μέσα από τον έφηβο που μοναχικός ρουφούσε κάθε τι το τυπωμένο ισοφαρίζοντας την έλλειψη κατανόησης και επικοινωνίας, ξεπήδησε ο αυτάρκης και ολοκληρωμένος Σεπ. Πάντα ακροβατώντας στα όρια του περιθωρίου, αρνούμενος έστω και από πείσμα τον παράδεισο της ALIS και του μαύρου λωτού, έβρισκε στη λογοτεχνία του σκότους τον άλλο του εαυτό, σε ένα κόσμο που τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται…

Χαμογελώντας έβγαλε από την τσέπη της φόρμας του ένα ζευγάρι παλιά, δεκάπλευρα ζάρια από καθαρό ασήμι και τα κράτησε στην παλάμη του με νοσταλγία. Πού να βρίσκεται η παλιοπαρέα; Ο Σεράιβαν στον Αρμακόρ σκάβει για φέριο· η Αντίνια σκοτώθηκε στην άμυνα του Γανυμήδη, ο Ντον…Έριξε τα ζάρια στο τραπέζι και τα παρακολούθησε ώσπου σταμάτησαν. Αναστενάζοντας χάιδευε το σαρακοφαγωμένο «Κοράκι» και ζητώντας νοερά συγγνώμη από τον Πόε, το έβαλε στην βιβλιοθήκη του. καιρός για κάτι πιο παράδοξο, που μπορεί να το προσφέρει η αυτόματη γραφή του Σιριλιανού OBLACH: αυτά τα όντα κουβαλούν ασύλληπτες για τον άνθρωπο εμπειρίες καθώς ο τρόπος αναπαραγωγής τους ξεπερνά αυτό που οι γήινοι λένε «θάνατο».

Ένα βούισμα τον έβγαλε από τις σκέψεις του. «Κυβερνήτα», άκουσε την επίπεδη φωνή του Χανς από την οθόνη, «όλα εντάξει στον έλεγχο τροχιάς – απόκλιση μηδέν, απόσταση 1549 μονάδες, χρόνος επα…» «Εντάξει Χανς!» τον διέκοψε. «Αφού είσαι εσύ ικανοποιημένος εμένα μου περισσεύει. Επόμενος έλεγχος στις 64.00· κανόνισε για αναλυτικά στοιχεία πάνω στην προτεινόμενη διαδικασία προσεδάφισης, καθώς και μια νέα μελέτη παραδόξων». Το ροδαλό πρόσωπο του Χανς χάθηκε από την οθόνη και ο Σεπ ξάπλωσε να απολαύσει το πολύτιμο βιβλίο του. Ψηλά από την βιβλιοθήκη ο Στόουκερ και ο Λάβκραφτ, ο Σάιρους και ο Πόε μουρμούρισαν ζηλόφθονα….

Ο μηχανικός τελείωσε έναν τελευταίο έλεγχο σε μια βαλβίδα OULER και ικανοποιημένος χαμήλωσε το φως και προχώρησε στην καμπίνα του. Αναζωογονημένος από ένα παγωμένο ντους έκανε μια γρήγορη επιλογή στο καντράν της κονσόλας ελέγχου και μηδενίζοντας την βαρύτητα άρχισε να πλέει στο κέντρο του δωματίου με ένα πορτοκαλί ηλεκτρόδιο στον κρόταφο. Η «πιστή σκλάβα από τον Σείριο» μαζί με την ALIS μπορούσαν να του ικανοποιήσουν κάθε επιθυμία…

            Ήταν ένας μικρός κόκκος που ταξίδευε προς το πουθενά – χωρίς λόγο, χωρίς προορισμό. Αφού διέτρησε το εξωτερικό περίβλημα θέτοντας σε λειτουργία τον συναγερμό του «Διδύμου», πέρασε μέσα από το DURAN του κελύφους σαν μέσα από μαργαρίνη και τέλειωσε το ταξίδι του εξαερωνόμενος από το αμυντικό πεδίο FACHETTI. Πραγματικά, ο «Δίδυμος» ήταν άτρωτος.

            Ο Χανς κατάλαβε τον συναγερμό και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, στο μεταίχμιο του ύπνου με το ξύπνημα ένιωσε το φόβο να του γραπώνει το στομάχι. Μετά, παρατήρησε το φως που έγινε πάλι πράσινο και βυθίστηκε στον ύπνο σημειώνοντας να ρυθμίσει τις ωστικές ασπίδες να λειτουργούν πιο σοβαρά.

            Είναι εκπληκτικό το φάσμα και η αντιθετικότητα των μηνυμάτων… Η ένταση ορισμένων στιγμών ξεπερνάει τα γνώριμα…Ίσως πρέπει να συγκεντρωθώ στα αίτιά τους…Ίσως…

            Ο Ιεροεξεταστής πλησίασε με αργά βήματα. Η κουκούλα του πορφυρού του ράσου σκέπαζε το πρόσωπό του αλλά από τα μανίκια έβγαιναν δυο κίτρινα κοκαλιάρικα χέρια που κρατούσαν ένα εγκεφαλοσκόπιο MILLER. Άκουσε το ελαφρύ βούισμα της συσκευής και ίδρωσε από τον πανικό· ένιωθε ήδη τα ξένα δάχτυλα να ψαχουλεύουν τις έλικές του, να ψάχνουν, να βρίσκουν…

            Με μια φωνή πετάχτηκε όρθιος. Πάτησε τον διακόπτη του ιντερφόν και άκουσε τη φωνή της Έλι, ζωντανή και παιχνιδιάρα. «Καλημέρα, Κυβερνήτη! Άργησες να απαντήσεις, κοιμάσαι βαριά βλέπω, ε; Τα νέα είναι άριστα. Η απουσία ζωικών μορφών επιβεβαιώθηκε· οι τιμές των ορυκτών στην ανάλυση είναι κοντά στα θεωρητικά όρια – οι ατμοσφαιρικές συνθήκες…»

            Την άφησε να μιλάει και προχώρησε προς την τουαλέτα. Χάιδεψε το κοντρόλ, μουρμούρισε «καυτό, άλατα, βαθυπράσινο φως και…ας είναι Μπετόβεν» και αφού περίμενε είκοσι δευτερόλεπτα βυθίστηκε στην μπανιέρα. Εφιάλτης και αυτός…

            Ο «Δίδυμος» έφερε δυο βόλτες γύρω από τον πλανήτη και βούτηξε προς τα κάτω. Με ένα βρυχηθμό ακούμπησε στο έδαφος στην μέση ενός λειβαδιού και έσβησε τις μηχανές του. Η υδραυλική του ράμπα κατέβηκε αθόρυβα και οι τρεις γήινοι αντίκρυσαν με τα μάτια τους ό,τι τόσες μέρες σκάλιζαν και μέτραγαν από μακρυά.

            Ο Σεπ πήδηξε στο έδαφος χαρούμενος. Άλλο ένα μικρό βήμα, άλλο ένα πετράδι στο περιδέραιο της Εταιρίας, αλλά και άλλη μια φορά η ίδια συγκίνηση καθώς πατούσε στο παρθένο έδαφος. «Παράδεισος;» αναρωτήθηκε κοιτώντας την Έλι που χοροπηδούσε στο γρασίδι. «Ξεχνάει πως και στην Εδέμ υπήρχε ο όφις…Όμως μέχρι τώρα, πρέπει να παραδεχτώ, όλα πηγαίνουν πρίμα».

            «Χανς, επιβεβαίωσε τις αναλύσεις του εδάφους και ψάξε να βρεις αν υπάρχει κανένα μέρος που να ικανοποιεί τη συνάρτηση TAIS-SENDELOV για την εγκατάσταση ορυχείου, έστω και σε πρώτη ανάλυση. Έλι, εσύ…Μα πού πήγε αυτή η κοπέλα;»

            Η Έλι εξέταζε με μανία τα διάφορα φυτά συνεπαρμένη από την ποικιλία τους. «Απουσία αγκαθιών» κατέγραψε στον μικροπομπό της. «Θάμνοι πλατύφυλλοι, με μακριά κλαδιά κιτρινοπράσινα· άνθη με χρώμα σε όλο το φάσμα, με κυρίαρχα τα κόκκινα και τα γαλάζια. Ω, Θεέ μου!» Έμεινε με το στόμα ανοιχτό να θαυμάζει μια πεντάμορφη τριανταφυλλιά με πάλλευκα άνθη. Ψηλή, φουντωμένη και χωρίς αγκάθια, κοίταζε την Έλι όλο πρόκληση. Η κοπέλα άπλωσε το χέρι της και έκοψε ένα τριαντάφυλλο.

            Ο Σεπ άκουσε την κραυγή και έτρεξε, ενεργοποιώντας για καλό και για κακό το ενεργειακό πεδίο γύρω του. Είδε την Έλι να στέκεται μπροστά σε μια εξαίσια τριανταφυλλιά και να κοιτάει γύρω της αλαφιασμένη. Παίρνοντας το Ο.Κ. από το κομπιούτερ, ο Σεπ έκλεισε το πεδίο και πλησίασε. Η νεαρή γυναίκα τον αγκάλιασε και με αναφιλητά του είπε: «Άκουσα μια φωνή, μια βροντερή φωνή να με ρωτάει γιατί κόβω τα τριαντάφυλλά του! Πίστεψέ με, μου ‘ρθε να πάθω αποπληξία!»

            Ο Σεπ εξέτασε τον μετρητή ZIMMER που είχε προσαρμοσμένο στον καρπό του. Τίποτα ζωντανό σε ακτίνα δεκάδων μέτρων. Τι στο καλό; «Έλα», είπε στην κοπέλα παίρνοντάς την από το μπράτσο. «Τα νεύρα μας είναι λίγο τεντωμένα, και είναι πολύ φυσικό αυτό. Ρίξε λίγο την έντασή σου με μια δόση παλμούς Theta και πάμε. Έχουμε δουλειά να κάνουμε!»

            Πειθήνια η Έλι ρύθμισε τον παλμοδότη της στο «ήρεμα», έριξε μια ματιά πίσω της, ανατρίχιασε και πάτησε το πλήκτρο. «Πρέπει να έχει δίκιο ο Σεπ. Σαν μικρό παιδί κάνω…»

            Τα δίδυμα φεγγάρια είχαν από ώρα σηκωθεί πάνω από τον ορίζοντα· το αστρόπλοιο γυάλιζε κάτω από το αχνό γαλαζοπράσινο φως τους και προσέφερε στον Σεπ ένα δεσμό με την πραγματικότητα. Καθόταν στη ρίζα ενός φουντωτού δέντρου, χαμένος στην σκιά, χαμένος στις σκέψεις και τις αναμνήσεις από άλλους κόσμους, που ‘χαν φύγει πίσω του. μικροζωές που έσβηναν με την ανάφλεξη της αστρομηχανής που τον έσπρωχνες προς τα εμπρός, μακριά από τον Σέπαρντ της παιδικής του ηλικίας, τον Σεπ, έφηβο με χρυσά όνειρα για πλανήτες καινούργιους και θαυμαστούς, που τον περίμεναν κρυμμένοι στο αστρικό διάστημα, για μια ζωή γεμάτη κατακτήσεις και κίνηση. Με ένα σφίξιμο αναπόλησε τους φίλους που αγάπησε, τις γυναίκες και τους άνδρες2 που ερωτεύτηκε και που χάνονταν στις στροφές της ζωής του. Πόσοι άραγε θα έρθουν ακόμα, θα περάσουν, θα ξεχαστούν;

            Άκουσε τα βήματά της πριν ακόμα τον δει, και σηκώθηκε να την προϋπαντήσει. Κάτι περίεργο, πρωτόγνωρο έλαμπε στα μάτια της, αναδυόταν από μέσα της και κατεδάφιζε τις άμυνές του. Απαλά βρήκε τα χείλη της, δάγκωσε την ευκίνητη γλώσσα της και άφησε τα χέρια του να πλανηθούν στο άγνωστο κορμί που ανοιγόταν μπροστά του. «Κάθε φορά μηδενίζεται ο μετρητής…» μουρμούρισε μέσα του απαντώντας σε μια φωνούλα που μέτραγε σαρκαστικά. Μετά, σημειώνοντας σε μια γωνιά του μυαλού του να ρωτήσει την Έλι πώς και απαρνήθηκε την ALIS, ξέχασε τα πάντα και απόλαυσε την σύγκρουση.

 

Ενδιαφέρον…Εμπλέκονται τόσο πολλά σ’ αυτήν την πράξη…Τελικά είναι ένα αξιοπρόσκετο ον, αν και εύκολα καθοδηγείται…

 

            «Κυβερνήτη, μου φαίνεται πως θα ‘θελες να δεις αυτό το παράδοξο», είπε ο Χανς προτείνοντάς του μια εικόνα που μόλις είχε βγει από τον ολο-τοπογράφο. «Θυμάσαι την περιοχή JC 6493 που παρουσίαζε μια ανωμαλία στους δείκτες Faustious Tondotti; Σήμερα επανέλαβα τη μελέτη και βγήκαν εντελώς νέα δεδομένα – η πιθανολογική ανάλυση αναφέρει γεωμετρικές κατασκευές νοήμονος όντος, δείγμα κάποιας παρουσίας!»

            Ο Σεπ άρπαξε το αντίγραφο και το εξέτασε. Επιτέλους! Παρακολούθησε τη συμμετρία του οικοδομήματος, την ανάλυση των παραμέτρων του, την τριαδική του επεξεργασία, το ολόγραμμά του. «Ετοίμασε το όχημα», διέταξε. «Φεύγουμε σε δέκα λεπτά! Ειδοποίησε την Έλι και φόρτωσε τον εξοπλισμό για τις αρχαιολογικές έρευνες: Δε θέλω να ‘χουμε πάλι γραφειοκρατικά προβλήματα όταν γυρίσουμε στην DELTA-BASE».

            Η μικρή βολίδα διέσχιζε τον αέρα ψάχνοντας για το χαμένο κτίσμα. Σύντομα το έδαφος άλλαξε από κάτω τους. Η έρημος αστραφτερή κάλυψε τον ορίζοντα και μόνο ένα θολό ποτάμι έσκιζε στα δύο την κόκκινη άμμο και αντανακλούσε το ως του ήλιου.

            «Πλησιάζουμε», είπε ο Χανς ακούγοντας τις οδηγίες του κομπιούτερ από το αστρόπλοιο. Και πραγματικά, σαν νησί μέσα στον ωκεανό πρασίνιζε μια όαση. Ένα δάσος κάλυπτε αυτό το νησί και στο κέντρο υψωνόταν ένα πολύγωνο οικοδόμημα, μισοκρυμμένο από την βλάστηση. Ο Σεπ προσεδάφισε το όχημα σε ένα ξέφωτο και έσβησε την μηχανή. «Πάρτε μαζί σας τους παλμοδότες σας», τους είπε. «Δεν ξέρουμε τι κρύβεται μπροστά». Κάποιο άγχος τον είχε πλημμυρίσει. Πού ξεφύτρωσε αυτό το κτίριο; Ποιος έχτισε στην μέση της ερήμου; Τι όντα κατοικούσαν εδώ;

            Οι τρεις γήινοι πέρασαν προσεκτικά το μικρό δάσος και έφτασαν μπροστά στο οικοδόμημα. Ήταν εντυπωσιακό μέσα στην απλότητά του, φτιαγμένο από ενός είδους πέτρα και καλυμμένο από ανάγλυφα θρυμματισμένα από το χρόνο και τον άνεμο.

            «Πάω να δω αν έχει άλλη είσοδο», είπε η Έλι και προχώρησε παράλληλα με τον ψηλό τοίχο. Ο Σεπ και ο Χανς κοντοστάθηκαν για λίγο μπροστά στο σκοτάδι της εισόδου και μετά, με φακούς στα χέρια προχώρησαν στο εσωτερικό. Σκόνη κάλυπτε τα πανάρχαια σκαλοπάτια και ένας διάδρομος οδηγούσε παραμέσα στρίβοντας ξανά και ξανά, μέχρι που οι δυο γήινοι έφτασαν σε ένα χαμηλοτάβανο δωμάτιο. Σκαλιά ανέβαιναν προς τα πάνω σχηματίζοντας μια κυκλική σκάλα και χάνονταν στο σκοτάδι, ενώ από μια καταπακτή στο πάτωμα έβγαινε ένα αμυδρό γαλάζιο φως. «Χανς, θα πας προς τα πάνω;» Ο Χανς κούνησε τους ώμους του, δοκίμασε τον μικροπομπό του και χωρίς λέξη ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλοπάτια και εξαφανίστηκε.

            Ο Σεπ έμεινε μόνος του. Αμέσως το άσχημο συναίσθημα που δεν τον είχε εγκαταλείψει εντάθηκε· κάτι βρώμικο πλανιόταν στον πνιγηρό αέρα τούτου του άγνωστου κτιρίου, κάτι διαφορετικό, περίεργο και εχθρικό. Ένιωθε κάποιον να τον παραμονεύει στις σκοτεινές γωνιές…Ανατρίχιασε και φώτισε με τον φακό του το σκοτάδι. Με την άκρη του ματιού του σαν να έπιασε μια κίνηση, κάτι το ρευστό που εξαφανίστηκε πριν γίνει εικόνα . Εκνευρισμένος, έσκυψε στην καταπακτή. Ένας επικλινής διάδρομος οδηγούσε προς τα έγκατα του πλανήτη· στα τοιχώματα ακατανόητες επιγραφές και περίεργα, αλλόκοτα ίχνη ενώ στις άκρες του κάτι βρύα έλαμπαν μ’ ένα ψυχρό, γαλαζωπό φως. Προχώρησε στο βάθος του διαδρόμου έτοιμος να το βάλει στα πόδια.

            Ακολουθώντας τον πέτρινο τοίχο, η Έλι έφτασε στην γωνία και έστριψε. Οργιώδης βλάστηση σκέπαζε το κτίριο και τη δυσκόλευε στο περπάτημα. Ξαφνικά το μάτι της έπεσε πάνω σε κάτι πολύχρωμο, μέσα στα δέντρα. Προχώρησε προσεκτικά  και βρέθηκε μπροστά σε ένα μικρό ξέφωτο. Γύρω γύρω τα δέντρα έμπλεκαν τα κλαδιά τους σχηματίζοντας έναν θόλο, και στη μέση, σαν από θαύμα, ένα σπιτάκι! Ένα μικρό σπίτι, σαν καλύβα, με πράσινα παραθυρόφυλλα και κόκκινη, κεραμιδωτή στέγη. Η Έλι τσιμπήθηκε να δει αν ονειρεύεται – ένα σπιτάκι στη μέση του πουθενά; Πλησίασε και έσπρωξε και με τα δυο χέρια την πορτούλα που άνοιξε με δυσκολία. Τα ιδρωμένα από την ένταση χέρια της άρχισαν να κολλάνε. Ασυναίσθητα, έφερε το δάχτυλό της στο στόμα. Η γλυκιά γεύση της ζάχαρης ξύπνησε μέσα της κοιμισμένες εικόνες που την πλημμύρισαν και της έφεραν δάκρυα στα μάτια: η γιαγιά Ελίζα, τα γλυκά, η εξοχή…Ταυτόχρονα κόντευε να τρελαθεί. Τι γινόταν επιτέλους; Έκοψε ένα κομμάτι από το παραθυρόφυλλο, το ‘βαλε στην τσέπη της και προχώρησε προς το κεντρικό κτίσμα. Έπρεπε να βρει μια άκρη. Μόλις η Έλι απομακρύνθηκε από το ξέφωτο, το μικρό σπιτάκι άρχισε να καταρρέει· σε ελάχιστο χρόνο τα δέντρα κάλυψαν πάλι όλο τον χώρο. ····

 

Σιγά σιγά, μη μου βιάζεσαι…

 

            Ο Χανς ανέβηκε τη σκάλα και σταμάτησε στο κεφαλόσκαλο. Ο διάδρομος συνεχιζόταν ίσιος μπροστά του, σκονισμένος και ήσυχος. Στο τέρμα του υπήρχε μια μεγάλη, σκαλιστή πόρτα που από την χαραμάδα της έβγαινε μια ακτίδα από χρυσό φως. Ήρεμα ο Χανς έβγαλε το όπλο του και έσπρωξε την πόρτα μπαίνοντας στο δωμάτιο. Ήταν μεγάλο δροσερό και φωτιζόταν από δεκάδες κεριά που εξαφάνιζαν τις σκιές και πολλαπλασίαζαν  τα είδωλά τους ανακλώμενα στους περίτεχνους καθρέφτες που σκέπαζαν τους τοίχους. Πάτησε το παχύ χαλί και έφτασε στο κέντρο του δωματίου, ενώ πίσω του η πόρτα έκλεισε σιγά σιγά.

            «Παγιδεύτηκα!» μουρμούρισε ο Σεπ καθώς για πολλοστή φορά προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα που του έφραζε τον δρόμο. Δεν είχε προλάβει να μπει καλά καλά στον μεγάλο αυτό χώρο, όταν η πόρτα έκλεισε με ένα βαθύ χτύπημα κινούμενη σε πανάρχαια γρανάζια. Νιώθοντας τον πανικό του να μεγαλώνει άρχισε να παρατηρεί την αίθουσα. Εφιαλτικές εικόνες κάλυπταν τους τοίχους – εικόνες που προξενούσαν ανατριχίλα και αηδία. Στη μέση της αίθουσας ένα πηγάδι ανοιγόταν με παράξενα ιερογλυφικά στα χείλη του. Με τρόμο ο κυβερνήτης συνειδητοποίησε πως εδώ και κάποια ώρα μια παράξενη βουή ακουγόταν πάνω από τους τρελούς χτύπους της καρδιάς του · μια βουή που δυνάμωνε, που γινόταν ψαλμωδία, ύμνος, κάλεσμα! Πριν ακόμα τα λόγια φτάσουν στα αυτιά του ήξερε! Ήξερε και θα ήθελε πάρα πολύ να μην είχε αυτό το προνόμιο. Τα λόγια δυνάμωσαν σε μια επαναλαμβανόμενη κορύφωση:

 

«PHFFTAANG LLUULTHOU CHTHALA CHTHLCHU…»

 

Μέσα στο φοβερό του τρόμο έστησε αυτί και άκουσε πίσω του το σκοτάδι να ζωντανεύει…Μια αποφορά τον έπνιξε, μια μυρωδιά σάπιας σάρκας και νοτισμένων φυκιών. Με τις τρίχες όρθιες άκουσε το σούρσιμο πάνω στα πλακάκια της αίθουσας και με απόγνωση, στριγγλίζοντας από τον πανικό, βούτηξε στο πηγάδι. Η τελευταία του λογική σκέψη, λίγο σαρκαστική, ήταν μια φωνούλα που του υπενθύμιζε ότι στον πάτο τον περιμένει η φοβερή δίνη του Maelstrom…Το γέλιο του, γέλιο τρελού αντιλαλούσε για ώρα στα τοιχώματα της σκοτεινής αίθουσας καθώς ο πάτος του πηγαδιού ήταν πολύ βαθιά. Αν κάποιος είχε την υπομονή να περιμένει, θα άκουγε τον χαρακτηριστικό παφλασμό που κάνει το σώμα όταν πέφτει στην θάλασσα.

 

                        Πολύ καλός…Αφάνταστο βάθος συναισθημάτων και

                        έντονη ικανότητα αποστασιοποίησης…Κρίμα που δεν

                        άντεξε…

 

Ο Χανς γύρισε έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη και πέτρωσε. Η εκπαίδευσή του τον διέταζε να επιτεθεί, αλλά ήταν αδύνατο να κάνει έστω και ένα βήμα. Μπροστά του στεκόταν μια οπτασία ντυμένη στο δέρμα και το μέταλλο. Στα ξανθά της μαλλιά καθρεφτίζονταν τα χρυσά κεριά και το γυμνό της στήθος γυάλιζε από τον ιδρώτα. Στα χέρια της κρατούσε ένα μαστίγιο, με το οποίο έσκισε το μάγουλο του Χανς. «Στα γόνατα!». Αυτός, υπάκουα έπεσε στα πόδια της…

            «Τι τρελοπλανήτης!» σκέφτηκε η Έλι καθώς ξαναβρήκε το κτίριο. «Δεν θα μας πιστεύει κανένας!» Εκεί που περπάταγε παράλληλα με τον αρχαίο τοίχο,  ανακάλυψε πίσω από κάτι πλατύφυλλα ένα πορτάκι. Αυτό τουλάχιστον δεν ήταν ζαχαρωτό. Μπήκε μέσα σκυφτά και προχώρησε. Βρέθηκε σε ένα μικρό, χαμηλοτάβανο δωμάτιο φωτισμένο από έναν φεγγίτη. Με δυσκολία ξεχώρισε τα αντικείμενα που γέμιζαν το χώρο, και μούγκρισε από φόβο. Εφτά κρεβατάκια παρατεταγμένα στην σειρά κάλυπταν τον ένα τοίχο · στον άλλο εφτά παιδικά νυχτικά κρέμονταν από εφτά σκαμνάκια. Ένιωσε τον κόσμο να γυρίζει…Κάποιος παίζει μαζί μου! «Σεπ! Χανς!» φώναξε. «Πού είσαστε;» Η σιγή έσπασε από μια φοβερή κραυγή που δόνησε τον αέρα. Ένα ουρλιαχτό ανείπωτης φρίκης, η φωνή ενός ανθρώπου που ένιωθε τα λογικά του να τον εγκαταλείπουν, η φωνή του Σεπ, του Χανς! Φωνάζοντας το όνομα του κυβερνήτη όρμησε στη διπλανή αίθουσα · το σκοτάδι την τύλιξε πηχτό και αναγκάστηκε να βγάλει το φακό της. Η δέσμη του φανέρωσε μια μεγάλη αίθουσα, γεμάτη σκόνη και κάτι λευκές ίνες σαν δίχτυ που γέμιζαν το χώρο. Στη μέση του μωσαϊκού που σκέπαζε το έδαφος ήταν ένας σωρός, που όταν τον φώτισε η δέσμη του φακού έμοιαζε με…

           

Έκπληξη!...

 

            Άδειασε το στομάχι της δίπλα στα απομεινάρια του Χανς και ουρλιάζοντας από φρίκη παραμέρισε τον ιστό και βγήκε έξω τρέχοντας σαν τρελή. Το δάσος είχε αρχίσει να βυθίζεται στο σκοτάδι καθώς ο ήλιος πλησίαζε τον ορίζοντα. «Πρέπει να επιστρέψω στο αστρόπλοιο, να φύγω από δω!» Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της βολίδας ακολουθώντας το στενό μονοπάτι που είχαν ανοίξει στον ερχομό. Κάθε τόσο ξέπνοη σταματούσε και αφουγκραζόταν τους ήχους του δάσους, τα κλαδιά που κουνιόνταν στον δυνατό αέρα, τα ξερά φύλλα. Ξαφνικά την είδε! Στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, πορφυρή και μεγαλοπρεπής, φύτρωνε λίγο παραδίπλα μία EVA. Για μια στιγμή ξέχασε όλη την φρίκη των στιγμών. Η EVA, μία και μοναδική, μπροστά της! Το εισιτήριο για το κατεστημένο του UCLA σε απόσταση αναπνοής! Όρμησε, έκοψε το ντελικάτο φυτό και το τοποθέτησε σε μια φουσκωτή θήκη που κουβαλούσε για τα ευρήματά της. Μόνο όταν γύρισε να ξαναβρεί το μονοπάτι κατάλαβε ότι ήταν πολύ αργά. «Τα καλά κορίτσια δεν βγαίνουν από το μονοπάτι στο δάσος γιατί…» Τα δίδυμα φεγγάρια υψώνονταν ήδη στον ουρανό, και πίσω της άκουσε την λαχανιασμένη ανάσα και τα βαριά πατήματα του λύκου….

            Ο αέρας χάιδεψε απαλά το αστρόπλοιο που σκούριαζε μισοθαμμένο στην λαμπερή σκόνη. Αναπόλησε για μια στιγμή τους τρεις επιβάτες του, τις στιγμές που πέρασε μαζί τους.

 

                                    Ήταν μια περίεργη ράτσα τελικά: ένα κράμα λογικής

                                    και παραλόγου, ονείρων

                                    φαντασίας και τρέλας.

                                    Ελπίζω να μου έρθουν και άλλοι…

 

Χαρούμενος με αυτή την σκέψη, ροβόλησε προς την πεδιάδα.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA

 

 



[1] ALIS : Apparat for Life Simulation, μηχάνημα εξομοίωσης της ζωής, ονειρομηχανή.