Η Λιολιόκα

του Χρήστου Λεβάντα (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κυριάκου Χατζιδάκη, 1904-1975)

 

 

            Η Λιολιόκα στέκεται ακουμπισμένη στο περβάζι του παραθύρου, και κοιτάζει πέρα τη δύση. Όσο πάει και σκοτεινιάζει. Το φθινοπωριάτικο σούρουπο, το ξέρει πως φτάνει ήρεμα στην αρχή, με κάτι το μεγαλειώδικο, ύστερα όμως κει, που δεν το περιμένεις, απλώνει μουλωχτά τ΄ απέραντο σεντόνι και σβήνει τη μέρα στο λεφτό! Ω, θα μπορούσε να σας το πει και να σας το ζωντανέψει το πώς φτάνει! Χρόνια και χρόνια τόχει σπουδάξει κοντά σ΄ αυτό το πολυκαιρισμένο περβάζι. Αν προσέξετε μάλιστα, θα δείτε πάνω στο γλυμένο απ΄ το πέρασμα του καιρού ξύλο του, βαθειά τα σχήματα των αγκώνων της. ΄Ερχεται λοιπόν πότε χαρωπό και πότε μολυβένιο. Σα μια πέτρα, που τη νιώθεις να βαραίνει στην καρδιά σου. Πάνω π΄ αντικρύζεις τη δύση και βλέπεις ένα πορτοκαλλί χρώμα να βάφει τα σύννεφα, όσο πάει γίνεται τούτο πιο αδύνατο, πιο απαλό, παιγνιδίζει για λίγο τ΄ ασημί με το σκούρο, παλεύει και χαρίζει στο τέλος τη θέση του στο σκοταδερό, που ξεχύνει πιο σταθερή την κυριαρχία του.

 

            Άλλοτε πάλι – και τότε είναι που η Λιολιόκα αιστάνονταν κάτι πολύ βαρύ στο στήθος της – δεν απλώνεται κανένα πορτοκαλλί χρώμα. Δυο κατακόκκινες γραμμές βάφουν λοξά, τη ρίζα του θόλου, που στέκονται λίγο ψηλότερα απ΄ τα σκυθρωπά βουνά της δύσης και μοιάζουν σαν προπέτασμα στη φυγή του χλωμού χινοπωριάτικου ήλιου. Ύστερα στο λεφτό, χύνεται ένα κατακίτρινο χρώμα και μένει αμετακούνητο, μέχρι την ώρα, που ορμάει αιφνίδια πηχτό το σκοτάδι, για να σκεπάσει πέρα για πέρα τον ουρανό.

 

            Η Λιολιόκα κοιτάζει. Κ΄ έχει την αίστηση πως όλα αλλάζουν, σα φτάνει πια το βράδυ... Η όψη του ανηφορικού στενού δρομάκου, π΄ ανοίγεται ένα μέτρο κάτω απ΄ το περβάζι του παραθυριού της που πάει κατά την κορφή του λόφου, τα χρώματα των σπιτιών, οι φιγούρες των ανθρώπων, που περνούνε και που πασχίζουν να πουλήσουν λίγο γάλα, μερικά γιαούρτια, να κερδίσουν το βιο τους, τα τρελλά ξεφωνητά των παιδιών, που χαλούνε τον κόσμο με τα παιχνίδια τους πιο κάτω, στο γωνιακό μικρό δημόσιο κήπο. Σαν κάτι νάρχεται και ν΄ απλώνεται στην ατμόσφαιρα, να τη χαμηλώνει, να κάνει το δρόμο ν΄ ανασαίνει πιο αβάσταγα, πιο πνιχτά.

 

            Αυτή η φωνή, λόγου χάρη, του γυρολόγου, που περνάει και ντελαλάει τις πραμάτειες του, νομίζεις πως είναι μια κραυγή αναπάντητου σπαραγμού, που λιγώνει την καρδιά και σε κάνει να νιώθεις ένα κόμπο, ν΄ ανεβαίνει στο λαιμό σου.

 

            – Τσατσάρες και κουβαρίστρες...

 

            Τ΄ ανοιχτόχαρα ξεφωνητά πάλι των παιδιών, που πριν λίγη ώρα, όταν η μέρα ακόμα δεν είχε αρχίσει να σβήνει, έμοιαζαν ήχοι δροσερού γάργαρου νερού, τώρα έχουν άλλο τόνο. Σου φαίνεται πως φτάνουν από μακριά, πως πήραν κι αυτά ένα κομμάτι απ΄ το χλωμό ουρανό, και γυρεύεις τότε να ξορμήσεις κατά την κορφή του λόφου και ν΄ ανοίξεις το στήθος σου στον αέρα...

 

            Η Λιολιόκα κοιτάζει τα παιδιά που παίζουνε.

 

            Περισσότεροι τώρα περνούν. Να ο μαστρ – Αντώνης, που γυρίζει απ΄ τη δουλειά και βαστάει στα χέρια του μερικά τρόφιμα. Μια κουλούρα ξεμυτίζει κάτω από τις μασχάλες του. Βαδίζει αργά, με πολύ κόπο. Ο ανήφορος προσθέτει μέρος του, στο μόχτο της ημέρας.

 

            – Καλησπέρα μαστρ – Αντώνη...

 

            Δεκαπέντε-είκοσι βήματα ακόμα και θα φτάσει στο σπίτι του. Κρατάει το υπόγειο, που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο δώθε. Θα ακουμπήσει τα πράματα πάνω στο τραπέζι, το ψωμί, τα τρόφιμα, κατοπινά θα βγάλει το καπέλλο του και θ΄ ανασάνει...

 

            Η κερα – Παναγιώτα, η γυναίκα του, θα τρέξει απ΄ την κουζίνα, θα πάρει το χωνί με τις μαρίδες, θα τοιμάσει το τηγάνι και θα τις βάλει πάνω να τσιρίζουν. Τα παιδιά θα γευτούν τη μυρουδιά και θα λουφάξουν...

           

            Αύριο πρωί πρωί, χαράματα σχεδόν – το ξέρει η Λιολιόκα – αν κάτσει στο περβάζι του παραθυριού της, θα δει το μαστρ – Αντώνη να ξανακατεβαίνει το δρόμο και να γυρίζει στη δουλειά...

 

            – Τι σκέφτεσαι, Λιολιόκα;... ρωτάει πίσω της η μάνα.

 

            Παίρνει μια βαθειά ανάσα κείνη κι απαντάει καθώς το μάτι της στέκεται πάνω στις γειτόνισσες που τρέχουν να μαζώξουν τα παιδιά τους απ΄ το γωνιακό δημόσιο κήπο.

 

            – Τίποτα μητέρα... Τίποτα...

 

            Πώς τίποτα; Σκέφτεται. Γιατί δε φανερώνει πως ο αβάσταχτος αυτός κόμπος δε λέει να ξεκολλήσει απ΄ το λαιμό της, να την αφήκει ν΄ αλαφρώσει. Γιατί;... Πρώτη φορά είναι που κάθεται πλάι στο περβάζι;... Βράδυα και βράδυα, που όσο να παιδέψει το νου της, δε θα μπορέσει να τους βρει τη σούμα. Από τότες πούγινε σωστή κοπέλλα, που κατάλαβε τον κόσμο και που δεν ήξερε κι αυτή, το «γιατί» λαχταρούσε τόσο το παράθυρο. Λογαριάζει τα χρόνια... Ω, τότες ήτανε δεν ητανε δεκαοχτώ χρονώ. Σαλτάριζε σβέλτα στο παράθυρο και τρομάζανε να την ξεμακρύνουν απ΄ το περβάζι του. «- Λιολιόκα λωλάθηκες;» Η μάνα, ο πατέρας της φρένιαζε, όταν έφτανε στο σπίτι και την έπαιρνε το μάτι του στηλωμένη εκεί και μισογερμένη όξω προς το δρόμο.

 

            Όχι, δεν είχε τρελλαθεί. Άλλο ήτανε αυτό, που αιστάνονταν ν΄ αναταράζει τα μέσα της. Ένα ρίγος, κάτι που ήταν η ίδια η ανάσα της. Απολάβαινε με το μάτι της, την κίνησή του, χαίρονταν τα χρώματά του, τις φωνές, τους πολυσύνθετους ήχους του.

 

            Έπειτα, σιγά – σιγά ξεφτίσανε απ΄ την καρδιά της όλα τούτα – πόσα χρόνια άραγες περάσανε; Δεκατρία; Θε μου, τόσα πολλά! Και πώς πέρασαν, έσβησαν, και δεν απόμεινε τίποτα απ΄ αυτά στη ζωή της;

 

            Κάτι δένεται με το πέρασμά τους. Άλλαξαν τα γύρω της, ακόμα κ΄ οι μορφές των ανθρώπων – είναι μερικοί που δείχνονται πια γερασμένοι, κουρασμένοι απ΄ το άχτος της πόρεψης. Ακόμα και τα δέντρα που βρίσκονται στο μικρό άλσος της πέρα γωνιάς, μοιάζουν σα νάχουν τώρα και κείνα σημάδια κατάθλιψης και μαρασμού. Πουθενά η φρεσκάδα που δείχνονταν άλλοτε στα κλαδιά και τα φύλλα τους. Θυμόταν : ο μαστρ – Αντώνης γύριζε τότες πιο σβέλτος. Άστραφτε το πρόσωπό του από νιάτα, κ΄ η φωνάρα του σούπαιρνε τ΄ αυτιά.

 

            – Γειά σου Λιολιόκα.

 

            Κατέβαινε γρήγορα – γρήγορα τις σκάλες του υπόγειου και συχνά ακούγονταν το τραγούδι του. Γλεντούσε με τη γυναίκα του, τους φίλους του, χαίρονταν τις μέρες του.

 

            Τα παιδιά, που παίζαν κάτω απ΄ το παράθυρό της και πάσχιζαν ποιο θα πρωτόριχνε το βεζύρη, τώρα είναι σωστοί άντρες. Σιγοστέκονται όταν περνάνε και τη χαιρετάνε με συστάμενο τρόπο.

 

            – Λιολιόκα, κλείσε το παράθυρο κι άνοιξε το φως.

 

            Πάλι η μητέρα. Τη νιώθει να στέκεται πίσω της, στο κατώφλι του δωμάτιου και να την κοιτάζει επίμονα. Έχει ένα μάτι αυτή η μάνα, που λες πως θέλει να τρυπώσει μέσα της και να ξεδιαλύνει τους αναπαλμούς της. Ό,τι δυνάστευε την ψυχή της.

 

            Η Λιολιόκα αναστέναξε. Της έρχονταν να στρέψει και να της πει γεμάτη ικεσία, «ν΄ απόσερνε από πάνω της, αυτό το ανήλεο βλέμμα...».

 

            Όμως λέξη δεν πρόφερε. Έκλεισε το παράθυρο και πήγε κι άναψε το φως. Ύστερα χώθηκε στην τραπεζαρία, να τοιμάσει το τραπέζι για το βραδινό φαγητό. Όπου νάναι θάρχονταν ο Αντρέας ο αδερφός της απ΄ τη δουλειά, απ΄ το βαρύ μεροκόπι και θάπρεπε να γίνονταν χωρίς καθυστέρηση το σερβίρισμα...

 

Πηγή : Περιοδικό «Φιλολογική Στέγη», Χρόνος 20ός, Ιούνιος 1985, Τόμος Ε΄, Νο 32, σελίδες 229-230.

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA