ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΒΑΝΤΑΣ

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΣΗΚΩΝΕ ΕΝΑΝ ΠΕΘΑΜΕΝΟ

 

Ο Στρατής Μπαλάνης ο μουσικοδιδάσκαλος ήταν ένας πάρα πολύ μετρημένος άνθρωπος. Ποτέ δεν είχε ακουστεί για παράξενα πράματα ή τρέλες εδώ κάτω – σε τούτη τη βερέμικια πολιτεία που τη διαφεντεύει τ’ αλισβερίσι, όπου η ανάσα σου μετριέται με το κουμπάσο – κι έχει κερδισμένη μια πολύ καλή υπόληψη. Θα μπορούσαν να σας τον δείξουν και να σας πουν τα πιο κουβαρντάδικα παινέματα. «Ο Στρατής Μπαλάνης; α,  είναι ένας ήσυχος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που κοιτάζει το σπίτι και τη δουλειά του».

Κάθεται κατά τ’ ανατολικά, στις πλαγιές του λόφου όπου φαντάζουν πλήθος από παρδαλόχρωμα σπίτια σα να κρέμουνται πάνω απ’ τη θάλασσα που βρίσκεται στα πόδια του κι απλώνεται οκνά ίσαμε πέρα, αντικρύ, κει που κατεβαίνει κι ακουμπάει στο γαλάζιο νερό το μενεξελί φρύδι του Υμηττού.

Είναι φαμελίτης – έχει γυναίκα και παιδί – και η δουλειά του είναι να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι και να παραδίνει μαθήματα μουσικής, σολφέζ, αρμονία και πιάνο. Ό,τι θα ’ταν βολετό να του φέρει ένα καλό εισόδημα για να πορεύεται, να τα βγάζει πέρα με τούτη τη δύσκολη ζήση.

Αν θελήσετε να τον δείτε, μπορείτε να πάτε και να σταθείτε ένα πρωί, ένα οποιοδήποτε πρωί, έξω από το σπίτι του. Ένα σπιτάκι μικρό, βαμμένο φιστικί, κατά το στρίψιμο του τέταρτου δρόμου, στην ανηφορική πλαγιά, όπου έχει πάει κι αράξει μερικά χρόνια, ύστερα απ’ την παντρειά του.

Θα τον δείτε τότες να βγαίνει στο κατώφλι φορώντας μια ξεθωριασμένη μαλακιά ρεπούμπλικα και βαστώντας στο δεξί του χέρι ένα χαρτοφύλακα με λογής μουσικές φυλλάδες και τετράδια, να στέκεται δυο λεφτά, να πασχίζει να μαζέψει τα ανέμελα μαλλιά του κάτω απ’ το καπέλο, κι έπειτα να παίρνει δρόμο, να κατηφορίζει φουριόζος.

Αν και δεν έχει καβαλικεμένα τα σαράντα, η ράχη του φαίνεται καμπουρωτή.

Βλέπεις το σουλούπι του ισχνό, το ξερακιανό του πρόσωπο, τ’ αποκαρωμένα μάτια και λες πως σίγουρα τα ’χει τα χρονάκια του.

Ωστόσο, αυτός, ο Στρατής Μπαλάνης, που ’χει τόση υπόληψη, που δεν ακούστηκε ποτές λόγος σ’ αυτή τη μίζερη, τη στενόκαρδη πολιτεία για παράξενα πράματα, για λογής τρέλες, πάει καιρός που σηκώνει μέσα του έναν πεθαμένο!..

Ετούτο το παράξενο, που ’ναι να το συλλογιέσαι και να χάνεις το νου σου, να σαστίζεις, δεν το ξέρει κανένας άλλος όξω απ’ τον ίδιο.

Ο Στρατής Μπαλάνης σας μιλάει, σας χαιρετάει, γυρίζει από σπίτι σε σπίτι και παραδίνει μαθήματα, όμως δεν αφήνει με κανένα τρόπο να μαντέψετε το μεγάλο, το τρομερό μυστικό του.

Ούτε σαν ανεβαίνει αργά αργά τις σκάλες σας, ούτε σαν ανοίγει το στόμα του και σας μιλάει για μια φούγκα του Μπαχ ή κάποιο τραγούδι του Χέιδεν, ούτε σαν γυρίζει το ρεμβό του μάτι πάνω στο δικό σας.

Ο Στρατής Μπαλάνης είναι ένας άνθρωπος που ξέρει να βάζει χάμουρα στον εαυτό του, που δε θέλει να σας ταράξει, να σας κάνει να σαστίσετε από φόβο.

Όμως είναι αλήθεια, πως πάει καιρός, που σηκώνει μέσα του έναν πεθαμένο. Κι ακριβώς απ’ τη βραδιά – μια νύχτα κατασκότεινη, μια νύχτα χαωτική σα μαύρη κόλαση, σαν κι αυτές που κατεβαίνουν οι δαιμόνοι κι έρχονται όξω απ’ τα παράθυρά σας ν’ αναδέψουν τα μακρουλά, τα τριχωτά τους χέρια, να χύσουν μέσα σας ουρλιάζοντας λυσσασμένα τα κατραμωμένα τους χνώτα – ναι, απ’ τη βραδιά που πέθανε ο αγαπημένος του αυτάδελφος, ο μεγάλος μουσικός Μπαλάνης.

Ετούτο το όνομα, μπορεί να το ’χετε ξανακούσει. Ο αυτάδελφός του ήτανε σπουδαίος άνθρωπος, που πήγε τζάμπα, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, που πέθανε, να έτσι, όπως θα πέθαινε ένα τίποτε.

 

Είπαμε πως ήταν ο αυτάδελφός του. Το πιο σωστό είναι πως ήταν ένα κομμάτι απ’ τον εαυτό του. «Σαρξ εκ της σαρκός του».

Είχαν ξεκινήσει από μικρά παιδιά ακόμα μαζί κι είχαν θρέψει του κόσμου τα όνειρα. Κείνος σπούδαζε μουσική, ο άλλος τρελαινότανε με τη μαγεία των ήχων, με το εξαίσιο νόημά τους που του δονούσε τα μέσα, που τον ανατάραζε και του ’φερνε αλλόκοσμα ρίγη. Πήγαινε στο Ωδείο, σπούδαζε αρμονία και δεν είχε τίποτα καλύτερο από το να χτύπαγε δυο νότες στο πιάνο ή να ’σερνε στο τετράδιό του δυο «όγδοα».

Μια μελωδική νότα που θ’ ακούγονταν στο δρόμο, που θα γλίστραγε ο απαλός της ήχος από κάποιο ψηλό παράθυρο, μπορούσε να τον κρατήσει αμίλητο, αλλοπαρμένο στο κατώφλι του σπιτιού του, κι ας πρόβελνε φουντωμένος, ξαναμμένος πίσω του ο πατέρας του, κι ας ξεφώνιζε αράθυμα, θυμωμένα για το που ’χε γίνει μπαίγνιο της γειτονιάς ο «αχαΐρευτος» με τούτη τη χαζομάρα του. Αυτή την ιστορία την ήξερε καλά και την εζούσε ο Στρατής Μπαλάνης. Είχε ετούτος σηκώσει παντιέρα κι είχε παλέψει σκληρά ώσπου να πάρει το δρόμο του.

Ο πατέρας του, μαγαζάτορας, παλιός «γυρολόγος» «πραματευτής» που ’χε φάει τις πατούσες του στους δρόμους ίσαμε να πετύχει ν’ ανοίξει μια δικιά του «τρύπα» λόγο δεν ήθελε ν’ ακούσει.

«... Οι τέτοιες δουλειές, δεν είναι για ψωμί. Αν λογάριαζε να προκόψει, να πάει μπροστά, να γίνει άνθρωπος με υπόληψη, θα ’πρεπε να ’κανε τα μάτια του τέσσερα και να μάθαινε το εμπόριο».

Του μιλούσε κι έβλεπες πως ονειρευόταν ένα μεγάλο μαγαζί στο μάτι της πιάτσας με βιτρίνες όλο κρύσταλλο, γιομάτες από πράμα – καπέλα, γραβάτες, πουκάμισα, παπούτσια – και μια ταμπέλα πέρα ως πέρα που θα ’γραφε πάνω της με χτυπητά γράμματα: «Μπαλάνης και Υιός – Οίκος Ανδρικών Ειδών»

Λογάριαζε την ώρα που ο Στρατής, το πρώτο παιδί του – είχε ένα αγόρι ακόμα πολύ μικρότερο και μια κόρη – θα σπούδαζε τα εμπορικά και θα γινόταν ένας γραμματιζούμενος έμπορος, όχι σαν τους εμπόρους της σειράς του που ’χαν μάθει τον πήχη στους δρόμους και δε σκάμπαζαν γρι από επιστημοσύνη.

Έτσι ο Στρατής Μπαλάνης χρειάστηκε να παλέψει, να φωνάξει, να κλάψει, να κοιμηθεί νηστικός ίσαμε να πετύχει το δικό του.

Ήταν μια πάλη αδιάκοπη. Ένας αγώνας στήθος με στήθος, που μολαταύτα δε θα τον κέρδιζε, αν δεν τον πονούσε και δεν έπαιρνε την πάρτη του η μητέρα του η καψερή. Τούτη η γυναίκα που δεν ήξερε άλλο από το να κάνει χάζι με τα «κοκώνια» - τις νότες – που γιόμιζε τα τετράδια του, πότε με το κλαούρικο, πότε με το «θα το βάλει καημό και θα το χάσουμε το παιδί», μπόρεσε να τον μαλαγρώσει, να τον κάνει να πει το «ναι».

Ένα «ναι» που ’χε βγει απ’ τα χοντρά του χείλη σα φοβερό ουρλιαχτό, λες και του το ’χαν ξεριζώσει άγρια, αλύπητα μέσ’ απ’ τα φυλλοκάρδια του.

Ο Στρατής Μπαλάνης ήξερα καλά τούτη τη μουλωχτή λύσσα του πατέρα του. Ήξερε ακόμα πως όλοι – ποιος λίγο ποιος πολύ – τον έβλεπαν στο σπίτι με μισό μάτι.

Ήταν ο «παραστρατημένος», το «χαμένο παιδί» κι είχε ο τόνος της φωνής τους, σαν του πέταγαν το λόγο, κάτι σα σαρκασμό, σαν καταφρόνια.

- Ξέρεις, Ρένα; - μίλαγε στη αδερφή του – μ’ έκαναν πρώτο στην τάξη.

- Μωρέ τι μας λες!.. Σωθήκαμε τώρα...

Γύριζε κατόπι τις πλάτες η Ρένα.

... Κάπου μακριά, μέσα στη νύχτα αναβόσβηνε μια θεόρατη ταμπέλα με φωτεινά χρυσαφένια γράμματα. Ένα χρυσαφί φως που χυνότανε, λες κι ήταν υγρό και γιόμιζε τα γυάλινα καλούπια των στοιχείων «Μπαλάνης και Υιός» (μα ναι, καλέ, ο Στρατής μας δεν το ξέρετε;...).

 

Ο Στρατής Μπαλάνης ήταν ώρες που ένιωθε κάτι να σουβλίζει τα μέσα του. Τα ρεμβώδικα μάτια του – δυο σταχτογάλανα πλεούμενα σε θολό πέλαγος – γιόμιζαν δάκρυα.

Έτρεχε τότες και κλειδαμπαρώνονταν στην κάμαρά του πλάι στα χαρτιά και στα βιβλία του, στις μουσικές φυλλάδες και δεν ήθελε να δει Θεού πρόσωπο...

Άνοιξε, παιδί μου... Άνοιξε

Φύυυυυυγετεεε... ξεφώνιζε τούτος Φύυυυγετεεεεε.

Μάταια τον καλούσε η μητέρα του ν’ αποσώσει να μπει μέσα και να βάλει κάτι στο στόμα του. Κείνος καθόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στις παλάμες κι άφηνε το πνεύμα του να πηγαινοφέρνει μακριά σε ονειρευτές χώρες, σε κόσμους όπου όλα ήταν απλά, ήρεμα, ταιριαστά τόσο ταιριαστά που μπορούσες να αιστάνεσαι τον εαυτό σου σαν ανάλαφρο πούπουλο, σαν άσπρο χιονάτο πούπουλο.

Σε τέτοιες ώρες νόμιζε κανείς πως χτύπαγε η πόρτα σιγανά, πολύ σιγανά, να μην ακούσουν οι άλλοι («Μπαλάνης και Υιός» Ο Στρατής μας, δεν το ξέρετε;...)

Συ ’σαι; ρώταγε κρυφοτρέμοντας ετούτος.

Εγώ ’μαι Στρατή. Εγώ ’μαι, απαντούσε μια απαλόηχη αντρίκια φωνή. Κι ύστερα γλίστραε σα σκιά στην κάμαρη ο αυτάδελφός του, ο μεγάλος μουσικός Μπαλάνης.

Το ’ξερα, το ’ξερα, φίλε μου πως θα ’ρχόσουν.

Ήταν η μιλιά του λεπτή σαν κλωστή. Μίλαγε κι έλεγες πως τώρα, να, θα κάνει «τρακ» και θα σπάσει. Θα γίνει ένα σωρό κομματάκια.

Άπλωνε ο άλλος το χέρι του και τον χάιδευε στο μέτωπο απαλά, πολύ απαλά, σα να ’ταν ετούτο βελούδινο. Έπειτα κάθονταν πλάι του κι άρχιζε να του μιλάει, να του λέει σιγανά, σχεδόν στ’ αυτί, να μην ακούσουν οι άλλοι τις μιλιές τους, το πόσο μεγάλο πράμα είναι η μουσική, το πόσες ασήκωτες πίκρες και φαρμάκια έζησαν εκείνοι που αναδείχτηκαν μεγάλοι δάσκαλοι στην τέχνη. Ο Μπετόβεν, ο Βάγκνερ, ο Μπαχ...

Τ’ ακούς Στρατή; Τ’ ακούς;

... Μελαψοί θαλασσοπόροι με πυρωμένα απ’ τους ήλιους των τροπικών τα πρόσωπα, αρμάτωναν γερά πελώριες γαλέρες και ξεκίναγαν από ξανθές αχτές, από σμαράγδινα λιμάνια, με το μάτι στητό μπρος ταξιδιάρικο και τα χείλη σφιχτά, να παλέψουν παλικαρίσια τις άγριες θάλασσες, ν’ αρμενίσουν σε βαθυγάλανους πόντους για να βρουν και να κάμουν δικούς τους καινούριους ξωτικούς κόσμους...

... Ήτανε κι ο Μπετόβεν ένα κατατρεγμένο παιδί π’ αντίκρισε μπόρες. Όμως η ψυχή του φλογίζονταν από μελωδικό πάθος. Πάλεψε, υπόφερε, χτυπήθηκε, μα δε λύγισε, δεν κιότεψε, κι ας μην μπορούσε ν’ ακούει πια την αρμονία των ήχων.

Τ’ ακούς Στρατή; Τ’ ακούς;

Ο Στρατής Μπαλάνης άκουγε κιόλας στ’ αυτιά του τη θύελλα της Ηρωικής, η κάμαρά γιόμιζε απ’ τους θριαμβικούς τόνους, την αποθέωση και την ταπείνωση – κύματα ολάκερα που πάφλαζαν, που θέριευαν κι ύστερα ξεψυχούσαν – συνεπαίρνονταν σύψυχα και στο μάτι του ερχόντουσαν ν’ αναδευτούν πλήθος από μικρούλικες φλόγες...

Τ’ ακούς, Στρατή; Τ’ ακούς;

Όμως ετούτη η φωνή έφτανε στ’ αυτιά του πολύ μακρινή. Κείνος, αναμαλλιασμένος, ήταν ώρα που ’χε ανέβει στο υπόβαθρο και έσκυβε πάνω από τη μεγάλη συμφωνική ορχήστρα, διευθύνοντάς την με τη μπαγκέτα στο χέρι.

Του Μπετόβεν είναι αυτό το «αντάντε»; ρωτούσαν από κάτω απ’ το βάθος της σάλας δυο μαγεμένα χείλη.

Όχι, δικό του. Μα πώς δεν το ξέρετε; Είναι η καινούρια συμφωνία του μεγάλου μας Στρατή Μπαλάνη...

 

Ώσπου ένα πρωί πέθανε ο πατέρας του. Συμφόρηση, είπανε οι γιατροί, που ’χε έρθει από βαρύ σεκλέτι.

Καθώς ήταν πολύ αράθυμος, με το παραμικρό φούσκωνε και ξεφούσκωνε. Φούσκωνε ολάκερος κι έτρεμε απ’ το κακό του. Ίσως να ’φταιγε όμως και η ταμπέλα «Μπαλάνης και Υιός» που δεν είχε φτιαχτεί και που ’χε απομείνει άπιαστο όνειρο.

Οι μέρες το λοιπόν γίνανε τραχιές και δύσκολες. Τώρα θα ’πρεπε τούτος να σταθεί στο πόδι, πλάι στους δικούς του. Ν’ άφηνε τις μεγάλες ιδέες. Να κοιτάξει το βιος. Ο Πέτρος, ο μικρότερος αδελφός, μπήκε στο μικρομάγαζο να κρατήσει ανοιχτή την «τρύπα».

Κείνος πήρε τις φυλλάδες του κι άρχισε να τρέχει από σπίτι σε σπίτι, να πασχίζει να βγάλει ένα κάποιο μηνιάτικο εισόδημα.

 

Έτσι η κάθε μέρα τον έβλεπε να δέρνεται στους δρόμους, ν’ ανεβοκατεβαίνει σκαλιά, να μαλλιάζει η γλώσσα του στο σολφέζ – ντο...ντο... ντο... ρε... ρε... - άχου πώς γδερνόταν με όλα τούτα τα νεόπλουτα δεσποινίδια, πώς τα σιχαινόταν που καταπιάνονταν ανίερα με τη μουσική – κι η νύχτα τον εύρισκε άυπνο, να πασχίζει ν’ ανοίξει τις φυλλάδες του, να τραβήξει μια γραμμή στα τετράδιά του – κι αυτό το ορατόριο που ’λεγε να γράψει για τα παιδιά – να λέει, τέλος, μια να ανταμώσει τον αυτάδελφό του, το μεγάλο μουσικό Μπαλάνη, και μια να μείνει αποκαμωμένος στην καρέκλα του.

- Κι αύριο μέρα είναι. Ωχ αδερφέ. Δε θα χάνονταν ο καιρός. Δεν τον είχαν αποπάρει τα χρόνια. Ο τάδε μεγάλος μουσουργός είχε γράψει τις καλύτερες συνθέσεις σαν είχε φτάσει πάνω απ’ τα πενήντα. Δε λένε πως τα καλύτερα γραψίματα γίνονται σε ώριμες ηλικίες;

Απόψε δεν μπορούσε να ησυχάσει, ν’ αφήκει το πνέμα του που ’ταν γιομάτο απ’ τα ντο… ντο… ντο… και τα ρε… ρε… σι… λα… να ξεσκοτισθεί. Να συνέρθει από τον παιδεμό.

Όμως η μια μέρα έφευγε, ερχόταν η άλλη κι αυτός πάλευε άκαρπα να ξανάβρει τον εαυτό του. Κάτι γλιστερό πατούσαν τα πόδια κι όσο πήγαινε το ’νιωθε πως βυθίζονταν ως το λαιμό.

«Άντε και σήμερα κόπηκαν τρία μαθήματα. Άντε και να δούμε τι θα γένει με την παντρειά της Ρένας. Άχου, η μάνα αρρώστησε, το μαγαζί δεν πάει καλά». Λιγοστές φορές κατάφερε να βλέπει τον αυτάδελφό του τον Μπαλάνη, ν’ ακούσει την περιπαθητική μιλιά του – κι ο Μπετόβεν ένα κατατρεγμένο παιδί ήταν. Μολοντούτο η ψυχή φλογίζονταν απ’ το μελωδικό πάθος – να πάρει την πένα στο χέρι και να σκύψει πάνω απ’ τις φυλλάδες του.

- Αυτή η συμφωνία του Τσαϊκόφσκι είναι;

- Όχι, δική μου.  Είναι μια συμφωνία μ’ επικό χαρακτήρα: «Τ’ αναφτερούγισμα του Ανθρώπου».

Ήταν βραδιές π’ αφουγκράζονταν μάταια τον ερχομό του. Τον περίμενε τρέμοντας από κρυφή λαχτάρα, ν’ ακούσει το βήμα του όξ’ απ’ την πόρτα, να τον δει να γλιστράει· ολόφωτος – είχε ένα πρόσωπο π’ αχτινοβολούσε πασίχαρα – μες στη μοναχική κάμαρά του.

Κι άλλες βραδιές χύνονταν τρελός από πάθος όξω – λες κι είχε φουντωθεί κάτι μέσα του, κάτι που δεν ήθελε ν’ αποκοιμηθεί – και τον αναζητούσε παντού.

- Μήπως είδατε τον αυτάδελφό μου τον Μπαλάνη;

- Ποιο Μπαλάνη;

- Ντροπή σας να μην ξέρετε το μεγάλο μουσικό.

Χτύπαγε μανιασμένος πόρτες και παραθυρόφυλλα. Ρώταγε φρενιασμένος τον αέρα.

Ακόμα και τ’ αστέρια τ’ ουρανού που λαμποκοπούσαν – χιλιάδες μάτια – στο σκοτεινό στερέωμα, κι ήταν σα να περιγελούσαν το ξεπόρτισμά του.

- Μήπως είδατε τον αυτάδελφό μου τον Μπαλάνη;

- Ποιο Μπαλάνη; αποκρινόταν χαζά η νύχτα.

- Ποιο Μπαλάνη; απαντούσαν απορώντας ο αέρας και τ’ αστέρια.

- Ποιο Μπαλάνη; Ποιο Μπαλάνη; έκανε κείνος. Μάτωνε η ψυχή του που τ’ άκουε, κόβονταν η πνοή του. Θόλωναν τα μάτια του. Γιόμιζαν δάκρυα.

Μολοντούτο έσφιγγε τα δόντια του και ξανάνοιγε τα πόδια του στο τρεχιό. Έβαζε τα δυνατά του να τον βρει και να του πει το μυστικό, το κρυφό σπάραγμά του:

- Πού ’σουνα,… πού ’σουνα, πολυπόθητε, αγαπημένε;…

Όμως με το σήμερα κι αύριο, με το δε χάθηκε ο κόσμος κι αύριο μέρα είναι, πέρασε ο καιρός. Ακολούθησαν χρόνια και χρόνια.

Και μια νύχτα μαυροσκότεινη, χαωτική που ο Στρατής – ένας Στρατής αλλιώτικος, μισογερασμένος, βαρύθυμος και στεγνός – είχε αποκοιμηθεί ανυποψίαστος στην καρέκλα, γίνηκε κάτι τρομερό κι απίστευτο. Κάτι που δεν το περίμενε, που δεν ήθελε να το βάλει ο νους του:

Ο αυτάδελφός του ο Μπαλάνης, ο μεγάλος μουσικός κι αγαπημένος του, που ’ταν σίγουρο πως θα μάθαινε μια μέρα τ’ όνομά του ο κόσμος, πέθανε χωρίς να προφτάξει να τον ξαναδεί…

Χάθηκε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Σαν ένα τίποτα, σα μια ύπαρξη που δεν είχε ζήσει ποτέ, μα ποτέ, κι ας τον είχε θρέψει ετούτος με την πνοή του…

 

Κι έτσι από τότες ο Στρατής Μπαλάνης που ’χει εδώ κάτω κερδισμένη μια καλή υπόληψη, που δεν έχει ακουστεί για παράξενα πράματα και για λογής τρέλες, σηκώνει μέσα του έναν πεθαμένο…

Έναν πεθαμένο που νιώθει το αβάσταχτο βάρος του, που το νιώθει έτσι π’ απόκαμε η ράχη του και το βλέμμα του είναι σκοτεινό, τα μαλλιά του ανέμελα και που ακόμα πολλές φορές – κάτι μεγάλες νύχτες που σε γιομίζουν ανατριχίλα με το βαθύ τους έρεβος – νομίζει πως τον ακούει να του μιλάει σιγανά, μα πικρά και παραπονιάρικα, όπως μιλάνε όσοι αδικοπέθαναν εδώ κάτου, όσοι αδικοπεθαίνουν πριν της ώρας τους, για το πως τον είχε αλησμονήσει, για το πως τον καλούσε κείνος μ’ ανείπωτη λαχτάρα να πάει κοντά του, κι αυτός τον είχε αφήκει να πεθάνει δίχως να σπλαχνιστεί, να λυπηθεί το σκληρό τέλος του…

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA