ΜΕΝΑΛΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

 

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΦΕΡΑΝΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΝΙΑ

 

Λυκοκαιρός. Απριλιάτικος χειμώνας – αναποδιές της σφαίρας. Τα πούσια απόμειναν κατακαθιασμένα στον κάμπο σαν τους τζαναμπέτικους[1] μουσαφίρηδες που δε λένε να ξεκουμπιστούν. Τα βουβάλια μουκανάνε μες στη μύτη σου χωρίς να μπορείς να τα ξεδιακρίνεις. Ώρα πολύ που λυσσάνε τα καταραμένα (οι λύκοι) και χυμάνε στα λουφαγμένα πρόβατα. Τα λιβάδια είναι βουλιαγμένα στο νερό – άιντε κυνήγα τα. Πού και πού ν’ ακούσεις φωνή ζευγολάτη. Μα – α! – λελεκομάνες θα τον βρούνε. Ας πα’ να ’ναι χίλια πούσια. Ακλουθάνε οι καλές σου τον οργωτή σαν τους καλούς σποργιάδες. Προσεχτικά προσεχτικά, σαν τις μη μου άπτου κυράτσες που τρομάζουν μη βρέξουνε το σκαρπίνι τους.

Ο Γιαβρούσης βγάζει τη μύτη του απ’ την τρύπα της παλιοτσαντίρας, τού την κοκκινίζει το κρύο, και την ξανατραβάει τουρτουρίζοντας μέσα.

- Αλάχ μπελασινί βερσίν για τουμάνι[2]. Φτου!

Η Τσιμσίρα η γυναίκα του τού σηκώνει αψά φωνή:

- Το χιόνι το φαες, το τουμάνι δε νταγιαντάς[3]; Γιαζίκ[4]!

- Ο Γιαβρούσης τουρτουρίζει.

- Άσε το κεντί[5]… που θ’ ανεβαίνει ο ήλιος.

- Κιοπέ ολού[6]! Τα κουτάβια σου μπαϊλντίσανε[7] απ’ την αφαγιά.

- Γυναίκα σους! Οι χωριανοί είναι τσιγκενέ[8]-μελέτια. Με κυνηγάνε με τις σόπες[9].

- Τότες ψόφα!

- Πομονή ντε. Τώρα να σηκωθεί το τουμάνι, να χαλέψω[10] ψίχα πίτουρο, να κάνεις τσορβά[11], να τα φαΐσεις.

Μια στοίβα γυφτοσπόρια με γδυτές μαύρες κοιλιές τουρτουρίζουνε ένα γύρω στη γυφτομάνα.

- Ανατζίκ-μπουμπατζίκ τσορμπά… Ανατζίκ-μπουμπατζίκ τσορμπά[12].

- Η Τσιμσίρα τα συνάζει σαν την κλώσα.

- Έι τζιέρια[13] μ’ … έι μανάρια μ’ έι… Σούκω[14] μπρε άντρα!

Ο Γιαβρούσης ρουθουνάει σαν το τεμπέλικο ζο που το στέλνουνε για δουλειά. Σέρνεται ως την μπασιά τραβάει το καπίστρι του γομαριού[15] και ξαναμπαίνει τουρτουρίζοντας μέσα. Το γομάρι όπως όλα τα γύφτικα ζα ξέρει τη δουλειά του. Ζυγώνει το κεφάλι του στην τρύπα της τσαντίρας και το χώνει μέσα. Ευτύς τα γυφτόπουλα συνάζονται ένα γύρω στο κεφάλι και χουχουλίζονται. Αυτό είναι το γύφτικο μαγκάλι. Ο αχνός του γομαριού. Πολλές γεναριάτικες νύχτες οι λύκοι κουτουρτίζουνε[16] και φτάνουνε ως τα τσαντίρια. Εκεί τότες στρώνεται ένας πόλεμος αιματερός. Τα πισινά ποδάρια δίνουν δίνουν δίνουν ώσπου ή αποκάμουνε ή τρώει ο λύκος την κλωτσιά σε καμιά μασέλα και σηκώνεται και πάει στον αγύριστο. Αν ο νοικοκύρης έχει κάναν παλιοτσιφτέ[17] ή καμιά κάμα[18] βγαίνει κι αυτός και δίνει κάνα χέρι, αν δεν έχει, κάθεται μέσα και τρέμει και καταριέται το ριζικό του.

- Σούκω μπρε άντρα! τεμπελχανά!

Η Τσιμσίρα το γουδί της. Κείνη την ώρα φταρνίστηκε το γομάρι. Η Τσιμσίρα στη φούρκα[19] της το κλώτσησε και τα γυφτόπουλα δυνάμωσαν τα κλάματα. Ο Γιαβρούσης μάσαγε ένα σκοινί της τσαντίρας για τσιγάρο.

Δίπλα, στου Τζιρίμπαση είχαν άλλο χαβά[20] του λόγου τους: Ζέφκια[21].

Η κόρη του, η Λουλουδιά, βρήκε σ’ ένα φράχτη μια ψόφια κότα και την κάνανε κουρμπάνι[22]. Κόλλησε κι ο Ντουμούζης ο παιχνιδιάτορας με το ζουρνά του. Στρώθηκε ο καλός σου ακάλεστος στη φωτιά που κάπνιζε απ’ το χλωρό πουρνάρι και πήρε ένα «μερακλίτικο» μην πας και βγάλει καμιά χαψά[23] κότα, καμιά γουλιά ρακί… Έπαιζε με τέχνη και μαράζι κάτι σκοπούς μέλια και δώσ’ του και τρέχανε απ’ την κάπνα τα μάτια του.

Το παραδιπλανό όμως τσαντίρι είχε βουβαμάρες. Η γρια-Συρμάκω ψηνότανε η άπλερη απ’ τις θέρμες. Το ’βγαζε και δεν το ’βγαζε το μερονύχτι. Αμ και ποια φαμίλια είχε χαρές; Εξόν απ’ του Τζιρίμπαση όλα τ’ άλλα κονάκια είχαν ανημποριές και γκρίνιες. Αυτή η καταχνιά είναι οργή και κατάρα για το ξέσκεπο τούτο φτωχόσογο. Θα πεις το χιόνι έχει καλοσύνη; Ή η βροχή; Κακά και ψυχρά είναι και τα δυο, μα τα νταγιαντάς. Η βροχή κυλάει, φεύγει. Το χιόνι στρακώνει[24], φκυαρίζεται. Μα το πούσι; Πράμα δαιμονικό. Μουσκεύει το τσαντιροπάνι, βοσκάει μέσα στα σκουτιά. Μπαίνει μες στο κόκαλο και το σκουριάζει, σου μαγκώνει την κλείδωση. Ύστερα σου σκεπάζει όλο τον κόσμο και δε βλέπεις μιαν απιθαμή μπροστά σου. Δεν μπορείς να δεις τ’ αστέρι για να καρατάρεις[25] τους αέρηδες και τα ουρανοδρόμια, να μετρήσεις τα χνάρια της αρκούδας[26], τίποτα…

Αμ το άλλο; Που ξεθαρρεύουνε οι λύκοι και γιουρτάνε[27] στα τσαΐρια και πρέπει να ξαγρυπνάς όλη νύχτα με το δαυλί στο χέρι μη σου φάνε τα γομαρομούλαρα; Να, προψές δεν ήταν; Είχε ξωμείνει η γαϊδουρίτσα της γριας-Συρμάκως, αυτηνής της άρρωστης. Ε, το πρωί τη βρήκανε με φαγωμένο το μπούτι. Τώρα κείτεται με τουμπανιασμένη κοιλιά και πήρε να βρωμάει κιόλα.

Τη φοβάται το λοιπόν, κι έχει δίκιο να τη φοβάται και να την τρέμει την καταχνιά η ράτσα τούτη η μαυριδερή κι ανυπρόκοβη. Πρώτα, στα χρόνια τα παλιά και βλοημένα, είχαν κι αυτοί μια στάλα πέραση σε τούτο τον ντουνιά. Φτιάχνανε – και τι θέλεις και δε φτιάχνανε; Και με τι μεράκι! – Μύλους, κόσκινα, πυραστιές… γουδιά, ψάθες, καλαθούνες. Τώρα ήρταν τα σύνεργα του σατανά, οι μάκινες[28], και τη μπατάλεψαν[29] τη δουλειά τους, τη σκάρτεψαν[30].

Άλλοτες – εχ αχαΐρευτε κόσμε! – ανθρώποι ήμασταν, ξενιτεμούς είχαμε, πού να βρεθούν τα τελέγραφα και τα τηλέφωνα; Ώσπου να ’ρτει η γραφή ας ήταν καλά η χαρτορίχτρα. «Ξενιτιά βλέπω… Το τζιέρι σου καίεται. Γράμμα στο δρόμο. Και πολλοί παράδες. Την Πασκαλιά, να, έρχεται…»

Τώρα πάνε όλα αυτά τα μεγαλεία. Τώρα πας στην πόστα, πιάνεις στο χέρι κείνη τη μαύρη διπλοκουτάλα, την κολλάς στο στόμα κι αφτί και μαθαίνεις τα χαμπέρια απ’ τον ίδιο.

Πρώτα – εχ χρόνια αξέχαστα! – σεβντά[31] είχες, την καρδιά «Του» ήθελες να μάθεις. «Έλα ’δω κοπελούδι μου, τη μοίρα σου να σε πω. Βάι βάι βάι εσύ πολύ σεβνταλίδισσα είσαι. Τον ύπνο του παλικαριού να δίνεις, την καρδιά του να του δίνεις… Βάι βάι βάι πολύ τζιλβελίδισσα[32] είσαι ματάκια μου»

Τώρα; Καλύτερα ας μην τα λέμε τώρα που πάνε και τους βρίσκουν οι γεβεντισμένες[33] μοναχές και πηδάνε τα παλούκια… - ήμαρτον, Θε μου!

Τι να φάει για, και πώς να πορέψει το δόλιο το γυφτόσογο;

Πάνε κείνα τα χρόνια τα καρπερά και βλοημένα που βρομούσε το τσαντίρι ξυνίλα απ’ τα πολλά τα ξύγκια, που βρόμαε ο τσαντιρότοπος μαγαρισιά[34]. Τώρα τι να φας και τι να κοπρίσεις; Αεροφάδες είμαστε. Μια βολά τη βδομάδα και κείνο με χίλια ζορίσματα. (Μαύρη καρδιά και πώς να τα νταγιαντίσεις;) Διάβαινες τον παλιό καιρό απ’ τον αλωνότοπο του χωριού κι είχες να το λες. Χόρταινε το μάτι σου, μπούχτιζ’ η μύτη σου… Φουσκί[35], παρτσάλια, στάχτη, προβιές: πέρασε το γύφτικο. Περνάς και τώρα τι να ιδείς; Λίγο γαϊδουροκόπριο – να όλο όλο το μπερκέτι[36].

Πέρναες πρώτα απ’ το χωριό – σιχαμένε κόσμε κι αχαΐρευτε τι κλώθεις στους ζωντανούς σου! – πέρναες απ’ το χωριό και σε καλωσόριζε σαν το μεγάλο μουσαφίρη. «Πάμε κι ήρταν οι μοιρατζούδες[37]! Πάμε ν’ ακούσουμε τα νταβούλια!» Και να εσύ γύφτε, κόρδωμα! Να καμάρι! Περνάς και τώρα και σε κυνηγάνε με τις σόπες. Ούτε σκυλόψωμο δε χαραμίζουνε ούτε ένα απλόχερο πίτουρο για τσορβά. Ζεις; Μη σώσεις να ζεις. Ψοφάς; Και στα εδικά σου. Άιτε και κάνε καρδιά ν’ ανέβεις το μπαΐρι[38]. Ααααχ αχ αχ αχ.

Μα όλα αυτά περνούνε. Ας είν’ καλά ο Απρίλης. Ταχιά σηκώνονται τα πούσια κι η ψυχή θα ξελαγαρίσει. Ταχιά ποδαίνονται οι κοπελιές – και δεν πάνε και ξυπόλητες; Τι τους βλάβει; Είπαμε: Απρίλης! – Ταχιά που λες πάνε οι κοπελιές στου Ντοϊράν το γκιόλι[39],  να, μιας ώρας δρόμο είναι και γυρίζουνε με τα χέλια… που τα πετάς στη θράκα και κάνεις την κοιλιά σου παράδεισο!

Μα ώσπου να ’ρθουν τα χέλια, καλή είν’ κι η ψόφια όρνιθα. Το σκούζουμε για την καλή ώρα μ’ αυτήν και ταχιά τα χέλια άλλος λογαριασμός.

Είπαμε. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση. Οι κότες – ας είν’ και ψόφιες – δε βρίσκονται την πάσα μέρα. Ύστερις χρειάζονται και τα βάσανα λίγο σκούντημα για να κυλήσουν.

Γι’ αυτό κι εκεί στου Τζιρίμπαση στρώθηκαν πουρνό πουρνό στο ζέφκι. Απ’ του Ντουμούζη τα χείλια όλο και πήχτωνε ο σεβντάς και το μαράζι.

Οχτουρμέμ, οχτουρμέμ

μπεν γιανάσαν ντοχτουρμέμ.

Ο Ντυμούζης έκλεινε απ’ τη γλύκα τα μάτια του.

Γιάλα, γιάλα, γιάλα, γιάλα γκιομπεϊνίν σάλα!

Του Τζιρίμπαση ο γιος ο μικρός, ο «ντελή»[40] ξεκρεμάει απ’ το μεσοστύλι της τσαντίρας τον τσιφτέ και ρίχνει δυο ζμπάρα[41].

Ω ω ω ω ω ω ωχ!

Οι χαροκόποι μπαϊλντίσανε απ’ το μεράκι.

Τ’ ακούει κι ο αγγονός της βάβως της ψυχομαχούσας, τραβάει απ’ τα κουρέλια το γκρα[42] και ρίχνει κι αυτός δυο βροντερές.

Αμαααααααάν! ξανακάνουν οι χαροκόποι και χυμούνε με δίψα απάνου στην τσότρα[43] με το ρακί.

Αμααάν… κάνει κι η άρρωστη και τα παραδίνει.

Ο αγγονός πάει στου Τζιρίμπαση και χώνει την άπλυτη κεφάλα του.

- Έσβησε;

- Πάει.

- Θεός σχωρέσ’ την

Του δώκανε τη μάτρα με το ρακί να βρέξει τον καημό του. Η Λουλουδιά τον κοίταξε ξαναμμένη. Τον είχε διαλεγμένο από τα πέρσι αυτή για γιαβουκλού[44] μα πάταε ποδάρι η γριά. Τώρα πο ’λειψε…

Ο Τζιρίμπασης τα ’βλεπε μα έκανε τον γκαβό! Μαύρος ήταν, σεβνταλής[45] ήταν, τι του έλειπε; Τώρα που έλειψε κι η γριά απόχταε και δικό του τσαντίρι και δικό του γομάρι.

- Έλα γιαβρούμ… λέει του νιου. Ντέρτι[46] μην το βάζεις. Γριά ήταν, τσουρούκισσα.

Η Λουλουδιά έσπασε ένα αρνιθοπόδαρο:

- Φάε κι αυτή την τσομάκα[47].

Ασκ ολσούν[48] Λουλουδιά! λέει ο γέρος.

- Καλή γεροσύνη.

Ο γέρος κοιτά τη Λουλουδιά και του κλείνει το μάτι.

- Τη λιγουρεύεσαι;

- Ευκήσου!

Ο γέρος της δίνει μια κλωτσιά.

- Πάρ’ την!

Ο αγγονός την αδράχνει απ’ τους κόρφους. Κείνη κάνει πως έχει δουλειά με τη φωτιά.

- Άιτε καλά κουτσούβελα! λέει ο Ντουμούζης και κάνει να πιάσει στο ζουρνά τη «Ζαχαροπούλα». Μα δεν προφταίνει γιατί χώνει τη μούρη του απ’ την τρύπα ο Γιαβρούσης και γίνεται πατιρντί[49].

- Χαΐρ ολά…

- Έλα Γιαβρούς!

- Η γριά έσβησε. Ασκ ολσούν! λέει στον αγγονό. Καρδιά μπακίρι έχεις.

- Αρραβώνιασε! λέει ο πεθερός.

- Χαϊρλίτικα[50]. Δώστε μια καταψιά[51]. Τεριακής[52] άνθρωπος είμαι.

Η Λουλουδιά πρόστρεξε. Ο Γιαβρούσης κόλλησε στο φλασκί σαν το παιδί στη ρόγα. Είδαν κι έπαθαν να του το πάρουνε για να ευκηθεί.

- Άιτε. Καλό χαλκά.

 

Τα φλουριά με τα κόσκινα

τα πιδιά με τα κοφίνια.

 

- Ίσαλαχ!

Ο Ντουμούζης ματαπήρε να πιάσει τη «Ζαχαρούλα». Ο Γιαβρούσης γύρεψε απ’ τη Λουλουδιά το ντέφι για να κάνουνε τακίμι[53], μα δεν πρόφτασε. Κείνη την ώρα μπουκάρει σα σπηλάδα η Γιαβρούσαινα:

- Άντρα σκύλε! Καραγιάκαχη! Τα κουτάβια σου μπαϊλντίσανε! Ζέφκι κάνεις;

- Αμάν Τσιμσίρα… λέει καλοπιαστικά ο Τζιρίμπασης.

- Αμάν ζαμάν δεν έχει. Στο μεζάρι[54] θα τον χώσω. Σαρχόζ μπαμπά![55] και του καπελώνει μια με το ντέφι.

Ο Τζιρίμπασης πήρε το μερτικό του Γιαβρούση, ο Ντουμούζης πήγε γιαλό γιαλό με τα νερά της Τσιμσίρας. Ο Γαβρούσης ψυλλιάστηκε… πιάστηκαν και γίνηκαν μαλλιά μαλώματα. Ο γιαβουκλούς[56] βρήκε αραλίκι[57] να πάρει ένα φιλί και κατόπι μπήκε στη μέση και τα συμβίβασε. Τότες ο Τσιρίμπασης για να δείξει και λίγο το μπόι του μάλωσε ψεύτικα τους καβγατζήδες και στο ύστερο καλνάει και τη Γιαβρούσαινα στο σοφρά.

Μπουιρούμ[58], Τσιμσίρα. Έκανε νόημα στη Λουλουδιά να μάσει τα κόκαλα και να τα πάει στα γιαβρουσούδια να γλείφουνε. Κατόπι ρίχνει πουρνάρι στη φωτιά, φέρνει γύρα το φλασκί, λέει στο Ντομούζη να ξαναπιάσει τη «Ζαχαρούλα» και το τζιμπούσι[59] έδωσε τ’ ουρανού.

… Μοναχά η Βάβω η σβησμένη δεν πήρε χαμπέρι[60] απ’ τα συμβάντα, μον κειτότανε ανάσκελα στο τσαντίρι ποτισμένη το γλυκό ύπνο του θανατά.

 

Αλλά – είπαμε – τα μικρά δεν τα ήθελες, τα μεγάλα γύρευες, τράβα γερο-διάβολε. Καλή ήταν κι φτώχεια. Ζωή να μην έλειπε. Από κιμπάρηδες[61] άνθρωποι ζητιάνοι καταντήσανε. Νέισα. Τι να ίνει; Υπεμονή. Η ζωή ήταν μαύρη. Μαύρη μαύρη τι να ίνει; Ζωή να ’ναι. Ανασαίνεις; Δόξα Κύριε. Φτάνει που τα πούσια φεύγανε και λαμπικάριζ’ ο τόπος κι ημέρευε η ψυχή. Από ψωμί; Ο κάμπος θα φλουρίσει απ’ το στάχυ. Θα πεις δικά σου είναι; Όχι. Μα ο γιαραμπής[62] νοιάστηκε και για το πουλί, το μερμήγκι και το γύφτο. Να παίρνει λίγο μερτικό απ’ το γέννημα. Όλα θα μερεμετιστούνε[63], όλα θα φκιάξουνε. Φτάνει να ’χεις Ζωή. Και σεμπεσλίκι.[64] Φτάνει να φεύγει το πούσι. Ωχ…

Απάνου στο ζέφκι πέρασε απ’ τη δημοσιά, σύρριζα στα τσαντίρια, ένας άνθρωπος του μιλετιού[65] τους. Ξεπέζεψε απ’ το γομάρι και χτύπησε στου Τζιρίμπαση. Άνθρωπος του μιλετιού τους ήταν, τον δέχτηκαν. Του κάνανε μάλιστα και «μπούγιουρουμ». Μα ο άνθρωπος φαινότανε πολύ σικλετισμένος.

- Τι έχεις μπαμπά; του λέει η Τσιμσίρα. Τι σου έτρεξε;

Ο άνθρωπος σκούπισε το κούτελό του:

- Μαύρα χαμπέρια. Μουαρεμπές.[66]

- Στην Αρβανιτιά; Το ξέρουμε. Οι Γραικοί είναι καπλάνια[67]. Νικάνε.

- Όχι στην Αρβανιτιά. Άλλος. Δεν παρατάτε μια στάλα το ζέφκι να βάνετε αφτί;

Οι γύφτοι κολλήσανε τ’ αφτιά τους στο τσαντίρι.

- Τόπια[68];

- Ψηλά στους τεπέδες[69]. Στο γκιόλι του Ντοϊράν.

- Πχοι; Πχοι;

- Οι Αλαμάνοι.

- Α-λα-μά-νοι;

Οι γύφτοι κοιτούσανε σαν ούργιοι. Τι μιλέτι ήταν πάλε αυτοί οι «Αλαμάνοι»;

Ο ξένος τους το ’πε όπως τ’ άκουσε. Έτσι σαν παραμύθι που κάνει τον άνθρωπο ν’ ανατριχιάζει και να σκεπάζεται πανωκέφαλα.

Οι Αλαμάνοι; Να … είναι κάτι σεϊτάν ασκέρια[70]. Με χαντζάρια στα δόντια. Με σιδερένια κεφάλια. Με μπακιρένια παπούτσια. Πορπατάνε με τσέρκια[71].

- Τς τς τς κάνανε γουρλωμένοι οι γύφτοι. Μάτια έχουνε;

- Όχι. Έχουνε κάτι μπίλιες γυαλένιες, μα δε βλέπουνε. Πάνε ντουρού[72] κι όποιον πατήσουνε. Η μύτη τους είναι ίσκα[73] και βγάνει σπίθες.

Τς τς τς κάνουνε όλοι μαζί και ζαρώνουνε. Γνωρίζουνε;

- Όχι. Τα μάτια τους δε σαλεύουνε. Τους τα ’χουνε καρφωμένα.

- Τς τς τα κάνουν όλοι μαζί. Γελάνε;

- Όχι. Είναι μάκενες. Γελάνε ποτές οι μάκενες;

- Που είναι το μελμεκέτι[74]τους;

Ο γύφτος άπλωσε το χέρι του:

- Εεε… μακριά… μακριά από κει που κατεβαίνουν τα πούσια.

- Πούσια;… κάναν όλοι τρομαγμένοι.

- Ναι, τα πούσια. Κι όπου πάνε τα κουβαλάνε μαζί τους.

- Μαζί τους; Ωχ!

- Ναι, μαζί τους. Κι έχουνε κάτι αραμπάδες σιδερένιους που βγάζουνε πούσι. Κι όπου πάνε βγάνουνε, βγάνουνε… και γεμίζουνε όλο το ντουνιά πούσι. Και δε σηκώνεται ποτές πια το πούσι. Πλακώνει τον ντουνιά και δε σηκώνεται πια ποτές.

- Βάιιιι ο ζάβαλης[75] ο ντουνιάς. Και δε μας λες μπαμπά. Θα διαβούνε οι Αλαμάνοι κι από ’δώ;

- Αμ θ’ αφήκουνε; Να, εδώ πίσω απ’ τη ράχη είναι τους. Στο γκιόλι του Ντοϊράν.

- Και τι θα κάνει ο κόσμος, μπαμπά; Τι θα κάνουνε οι Γραικοί;

- Οι Γραικοί; Τους χτυπάνε, μα τι να σου κάνουνε; Είναι λίγοι. Μα το είπανε. Τεσλίμι δεν γίνουνται[76].

- Έιι οι άμοιροι οι Γραικοί.

Ο Τζιρίμπασης σκούπισε τα μουστάκια του απ’ τη λίγδα.

- Ακούστε, γύφτοι. Οι Γραικοί αρκαντάσηδες[77] άνθρωποι είναι. Στο μελμεκέτι τους κονεύουμε[78]. Το ψωμί τους τρώμε, τον αέρα τους πίνουμε. Στις στράτες τους γυροβολάμε. Κι οι Γραικοί αρκαντάσηδές μας είναι.

- Να μη τους αφήσουμε, μπέη, τους Αλαμάνους. Ο τόπος γεμάτος κοτρόνια είναι. Να τους πάρουμε κυνήγι.

- Ναι, αυτό να κάνουμε, μπαμπά… αρκαντάσηδές μας είναι. Κι αυτοί το σκιάζουνται το πούσι.

- Ταμάμ![79] κάνει ο Τζιρίμπασης και δίνει την προσταγή. Ευτύς γέροι, μπαμπόγριες, παλικάρια, κοπελούδες, κουτσούβελα, όλοι μπήκαν στο έργο. Ως το γιόμα[80] η δημοσιά ήταν φραγμένη με κοτρόνια, με δέντρα… με χώματα. Ως και τον ψόφιο γάιδαρο στρώσανε για μετερίζι[81]. Και μετά, άλλος με κασμά, άλλος με τσιφτέ, άλλος με γκρα ως και τα μικρά με τα μαστραπάδια[82] παραταχτήκανε καταμεσής στο δρόμο και περιμένανε.

Και σαν, εκεί κοντά το θόλωμα της μέρας, φάνηκαν, στο στρίψιμο της δημοσιάς οι «Αλαμάνοι» καβάλα στους σιδερένιους τους αραμπάδες πέσανε απάνω σε δεκαπέντε μισόγδυτους ερεθισμένους ανθρώπους με προτεταμένα τα όπλα και τα μαστραπάδια τους, αποφασισμένους, για όλον τον κόσμο να μην τους αφήσουνε το πέρασμα. Και μόλις σιμώσανε:

- Τεσλίμ[83]! φωνάξανε άγρια οι γύφτοι. Σκυλιά! Εσείς είστε που θα φέρετε το π ο ύ σ ι; Να!

Και τους ρίχνουνε την πρώτη μπαταριά[84]. Μα δεν πρόκαναν να δευτερώσουνε. Οι αραμπάδες ξεράσανε φωτιά και πούσι και τους θερίσανε. Ο «επικεφαλής» κατέβηκε να δει τον πρώτο πληθυσμό που τους πολέμησε.

Τσιγκάινε[85]… λέει στους άλλους. Και κατόπι ανεβάζοντας τη φωνή κράζει προς τη μεγάλη φάλαγγα:

- Καμεράντεν! Τον τόπο αυτό τον λένε Γκρήχελαντ! Από δω και πέρα θα βαδίζετε με το δ ά χ τ υ λ ο    σ τ η    σ κ α ν δ ά λ η! Εδώ θα ζει όποιος προφταίνει και σκοτώνει πρώτος. Εμπρός! Μαρς!

Τα σίδερα, τα κανόνια, οι αραμπάδες ξεκίνησαν… Και πάνω τους, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, οι άνθρωποι που φέρανε στον τόπο μας την καταχνιά. Την καταχνιά και το θάνατο.

 



[1] Κακότροπος, ιδιότροπος, στραβόξυλο.

[2] Να πάρει ο διάολος για καταχνιά.

[3] Υπομένω, υποφέρω.

[4] Τουρκικό· κρίμα, ντροπή!

[5] Το φαγητό του δειλινού, από το τουρκικό ikindi = ώρα της απογευματινής προσευχής.

[6] Γιε σκύλας.

[7] Εξαντλήθηκαν.

[8] Φιλάργυροι· τουρκ. cingene = Τσιγγάνος.

[9] Σόπες = ραβδιά (τουρκ.)

[10] Χαλεύω = ζητώ.

[11] Σούπα.

[12] Μανούλα, πατερούλη, σούπα.

[13] Σπλάχνα

[14] Σήκω

[15] Γομάρι = ζώο

[16] Τρελαίνονται

[17] Κυνηγετικό όπλο

[18] Λεπίδα, δίκοπο μαχαίρι.

[19] Θυμός, οργή.

[20] Μελωδία τραγουδιού συνήθ. στη ΦP αυτός / αυτή το χαβά του / της, για κάποιον που επιμένει στις ίδιες απόψεις ή στην ίδια τακτική, αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις ή για τις αντιδράσεις των άλλων.

[21] Γλέντια

[22] Θυσιασμένο ζώο

[23] μπουκιά

[24] Κατακάθεται

[25] Υπολογίζω

[26] Μεγάλη Άρκτος

[27] Επιτίθενται.

[28] Οι μηχανές.

[29] Αχρήστεψαν, από το μπατάλης, τουρκικά battal.

[30] Αχρήστεψαν, από το μεσαιωνικό σκάρτος < ιταλικά scarto.

[31] Έρωτας

[32] Από το τζιλβές, τουρκικά. cilve = θέλγητρο, χαριεντισμός, η προσποιητή άρνηση, το κάμωμα, το ναζιάρικο πείσμα

[33] γεβεντισμένος = ο ξεφτιλισμένος, ο ρεζίλης, για γυναίκες, η πόρνη ή αυτή που διασύρθηκε για μοιχεία.

[34] Το βρόμισμα, το λέρωμα, η ρύπανση.

[35] Χώμα που είναι ανακατωμένο με κοπριά και χρησιμοποιείται για λίπασμα στην καλλιέργεια των φυτών.

[36] αφθονία αγαθών, πλούτος τουρκικά bereket

[37] Οι γυναίκες που «διαβάζουν» τη μοίρα.

[38] Πλαγιά βουνού, το ακαλλιέργητο χωράφι, η άγονη έκταση, τουρκικά bayir = πλαγιά.

[39] Λίμνη, η λίμνη της Δοϊράνης.

[40] Τρελός.

[41] Πυροβολισμοί.

[42] Είδος παλαιού οπισθογεμούς τουφεκιού.

[43] Ξύλινο δοχείο, με πλατιά βάση που στενεύει προς τα πάνω, που το χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν και να πίνουν κρασί ή νερό.

[44] Ερωμένο.

[45] Αυτός που έχει σεβντά, ο ερωτοχτυπημένος.

[46] Καημός, στενοχώρια.

[47] Κατά λέξη çomak είναι το ματσούκι, εδώ το λέει μεταφορικά.

[48] Εύγε!

[49] Θόρυβος, κρότος, ταραχή, μεγάλο γλέντι.

[50] Χαΐρι = προκοπή.

[51] Γουλιά.

[52] Ο μανιώδης καπνιστής, κατ’ επέκταση: αυτός που αγαπά με πάθος κάτι, που είναι μανιώδης σε κάτι, όπως πιοτό, καφέ.

[53] Ομάδα ανθρώπων που εργάζονται μαζί, συντροφιά, παρέα.

[54] Τάφος.

[55] Μπεκροπατέρα

[56] Ερωμένος, μνηστήρας.

[57] Το χάσμα, το κενό, μτφ. η ευκαιρία.

[58] Καλωσορίζω.

[59] Συμπόσιο, φαγοπότι.

[60] Είδηση, νέο, δεν κατάλαβε

[61] Άνθρωπος με φυσική ευγένεια, γενναιόδωρος, ντόμπρος και αξιοπρεπής.

[62] Ο Aλλάχ, ο Θεός.

[63] Μερεμετίζω =  διορθώνω μικρή βλάβη.

[64] Λευτεριά.

[65] Μιλέτι = φυλή.

[66] Πόλεμος.

[67] Η τίγρη, ο γενναίος, ο αντρείος πολεμιστής.

[68] Κανονιοβολισμοί.

[69] Κορυφές.

[70] Στρατοί του διαβόλου. Σεϊτάν = διάβολος, Ασκέρι = στρατός.

[71] Ρόδες.

[72] Ντογρού = ίσια, ευθεία.

[73] Είδος μανιταριού του οποίου η σάρκα ξεραινόταν και χρησιμοποιόταν για το άναμμα της φωτιάς, σαν φιτίλι αναπτήρα.

[74] Πατρίδα.

[75] Δυστυχισμένος, ταλαίπωρος.

[76] Δεν παραδίνονται.

[77] Φίλος, σύντροφος, συμπαραστάτης, "αδερφός".

[78] Διανυκτερεύω, διαμένω.

[79] Εντάξει, ακριβώς.

[80] Ξημέρωμα.

[81] Ο προμαχώνας, το οχύρωμα.

[82] Μαστραπάς = μικρό δοχείο πήλινο ή γυάλινο που χρησιμοποιείται για υγρά, κυρίως για να βάζουν μέσα το νερό ή το κρασί, αλλιώς κανάτα, κύπελλο.

[83] Ψηλά τα χέρια!

[84] Ομοβροντία.

[85] Τσιγγάνοι.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA