Εμμανουήλ Στ. Λυκούδης

Η κωμόπολις Φθειρία

 

Α

 Την γνωρίζετε βεβαίως, αγαπητέ αναγνώστα, την σιδηροδρομικήν γραμμήν Πειραιώς-Λαρίσης, την πολυπαθή την εν χρονία κυοφορία. Και όμως, αν δεν την γνωρίζετε δεν πταίω ούτε εγώ αλλ’ ούτε και αύτη, ήτις, χάρις εις τους αναδόχους της, ήγειρε τόσον θόρυβον περί το άτομόν της, ώστε ουδείς να δύναται δικαιολογημένως να μη την γνωρίζει.

    Αλλά δεν πρόκειται περί ταύτης.

    Πρόκειται περί τινος χωρίου, κωμοπόλεως ή πόλεως (διότι ουδεμία γεωγραφία ηδυνήθη να διαχωρίσει ποτέ ακριβώς εν τω εγκεφάλω μου τα όρια των τριών τούτων εννοιών), ήτις ευρίσκεται ουχί πολύ μακράν της σιδηροδρομικής γραμμής, όπου επείγουσα υπόθεσις με είχεν αναγκάσει να μεταβώ. Ας την χαρακτηρίσομεν εν τούτοις κωμόπολιν, αφού εν τω μέσω λέγουν ότι ενδιαιτάται συνήθως η αλήθεια.

    Είναι η κωμόπολις Φθειρία (κατ’ αναλογίαν προς το Ισθμία, Ποσειδωνία κλπ.) όνομα κατά συνθήκην, διότι είμαι ηναγκασμένος να παρουσιάσω ταύτην υπό το αυστηρότερον ινκόγκιτο, τούτο μόνον λέγων περί αυτής, ότι κείται μεταξύ του Χ και του Ψ χιλιομέτρου … τμήματος της γραμμής.

    Ίσως καταδικασθώ αυστηρώς δια την εκλογήν του ψευδωνύμου, αλλά θα μου απονεμηθεί αναντιρρήτως χάρις μετά την ανάγνωσιν των εφεξής:

    Ήτο Τρίτη μετά μεσημβρίαν ώρα όταν επλησιάζομεν εις την κωμόπολιν.

    Περιβάλλεται αύτη ακτινοειδώς από στάνες, στρούγκες, μαντριά και καλύβας κουτσοβλάχων, των επιλεγομένων σκηνιτών, αι οποίαι έχουν πολλήν την αρχιτεκτονικήν αναλογίαν προς τας εν τη κεντρώα Αφρική τοιαύτας, τας ανηκούσας εις τους χιμπαντζήδες και λοιπούς ανθρωποειδείς, αλλά προς τούτοις και από λεγεώνας μαντροσκύλων, από γιαουρτοκαρδάρες, από τσαντήλες, από καζάνια, από φωτιές.

    Συνήντων δε ανά παν βήμα και μέλη των νομαδικών τούτων οικογενειών, εν οις και αντιπροσώπους του ωραίου φύλου, φορτωμένας ή δέματα ξύλων ή πελώρια βυτία ύδατος, ανηρτημένα από της ράχεως δια σχοινίων, ενώ αι χείρες των, ελεύθεραι, νήθουσι το αβρόν εκείνο νήμα, το εκ τριχών τράγου, εξ ου κατασκευάζονται οι λιαρόκαπες.

    Διά τούτων δε των λιαροκαπών είναι και αυταί επιχαρίτως περιβεβλημέναι, επιτρέπουσαι μόνον να διαφαίνονται φιλαρέσκως κάτωθεν αυτών οι ξυλοειδείς φολιδωτοί πόδες των, χρώματος πενθίμου, εκ των επ’ αυτών γαιωδών, ίσως δε και άλλων στρωμάτων, καταλήγοντες εις πέδιλα από γουρουνοπέτσια.

    Η θέα των, άμα ως υπερβώσι την δεκαπενταετή το πολύ ηλικίαν, σας προβάλλει αμέσως άπειρα προβλήματα.

    Είναι γυναίκες αι στεγναί και μυώδεις αύται υπάρξεις; Είναι άνδρες;

    Εικοσάκις ο χειμερινός ήλιος εφώτισε τας επί των νώτων αυτών κάπας ή τουναντίον επί εξήκοντα Αγίους Γεωργίους ανέβηκαν με τα πράματα τις ραχούλες και επί άλλους εξήκοντα Αγίους Δημητρίους κατέβηκαν εις τα χειμαδιά. Περί ουδενός τούτων δύνασθε να σχηματίσετε ασφαλή γνώμην. Διότι αι μορφαί των βουκολικών τούτων καλλονών έχουν την εκφραστικήν ωραιότητα της μορφής του στρατηγού Μόλτκε, και δύνασθε να τας φαντασθείτε μεταλλάσοντες κατά φαντασίαν την περιβολήν αυτών, άνδρας σπανούς ή εξυρισμένους, γραίας ή νεάνιδας.

    Μετ’ ολίγον εισηρχόμην εις την κωμόπολιν, συρόμενος υπό του αγωγιάτου μου από το καπίστρι, διά της μεσολαβήσεως, εννοείται, του λαιμού του υπ’ εμέ ημιόνου.

    Μοι επεφυλάσσετο δε ενθουσιώδης υποδοχή, ως προεδήλουν αι λυσσαλέαι υλακαί των σκύλων και οι εμμανείς λιθοβολισμοί της τρυφεράς γενεάς της Φθειρίας, των νεαρών αυτής βλαστών και χρηστών ελπίδων, ήτις έπαιζε την ώραν εκείνην εις τα πρόθυρα της κωμοπόλεως.

    Απετελείτο δε η νέα αύτη γενεά από εσμόν μικρών δαιμόνων ανυποδήτων, το πρόσωπον, τας χείρας και τους πόδας των οποίων ουδέποτε περιύβρισε του ύδατος η επαφή, ενώ η κόμη των κατά γλοιώδεις τολύπας επιστέφει τας μικράς κεφαλάς των.

    Επειδή δε ο λόγος περί ύδατος, σημειώ εν παρόδω ότι, αν και τούτο διαθέει άφθονον, κελαρύζον και παφλάζον την κωμόπολιν και τα πέριξ, δύο μόνον τρόποι χρήσεως αυτού είναι έτι γνωστοί εν Φθειρία. Εν πρώτοις στρέφει τον τροχόν του υδρομύλου του μπαρμπα-Γιδιά, και κατά δεύτερον λόγον ποτίζονται δι’ αυτού τα ζουντανά, αι γυναίκες και τα παιδιά, αλλά και οι άνδρες εξαιρετικώς, όταν σπανίζει ο ρητινίτης.

    Ως προς πάσαν άλλην χρήσιν του ύδατος ισχυρά υδροφοβία κατέχει τους Φθειριώτας, ευτυχώς άνευ εκδηλώσεως άλλων συμπτωμάτων λύσσης, πλην εν τούτοις των λυσσωδών κατ’ εμού λιθοβολισμών της νέας γενεάς, περί ων ανωτέρω ελάλησα και ων η αιτία διαφεύγει έτι και σήμερον την εκτίμησίν μου.

   Με ελιθοβόλουν άραγε ως ετεροδημότην ή διότι εφόρουν στενά; Δεν ηδυνήθην να εννοήσω.

    Αλλ’ οπωσδήποτε ελυπούμην τα αθώα αυτά μικρά, διότι έκαστον αστοχούντα λιθοβολισμόν συνόδευον δια της εξής περίπου εκφράσεως φλογερού πόθου ψευσθέντος:

    «Αχ, μουρέ! Δε θα σι πάρει κανένα κουτρόνι στο κιφάλι;»

    Και επιτέλους θα επληρούτο η διακαής ευχή των, αν δεν επέβαλλον τριποδισμόν ταχύν εις τον ημίονον.

    Ήθελον να ήτο κατ’ εκείνην την στιγμήν εις την θέσιν μου ο Θεάνθρωπος και τότε θα εβλέπομεν να τον συνέφερε να εκστομίσει το γλυκύτατον εκείνο: «Άφετε τα παιδία ελθείν πρός με!».

    Επιτέλους εισήλθομεν εν Φθειρία.

    Είχε πολύ βρέξει την ημέραν εκείνην και ομοίαζεν αύτη μικράν Βενετίαν, μετά της ασημάντου διαφοράς ότι το ύδωρ των διωρύγων ανεπλήρου εδώ πολτώδης μέλας βόρβορος, βάθους ημίσεος περίπου μέτρου, επί της επιφανείας του οποίου προέκυπτον ενίοτε ογκόλιθοι, λείψανα αρχαίου τουρκικού καλδερίμ, ως και ικανά θνησιμαία αιγοπρόβατα, αφ’ ων είχεν επιμελώς αφαιρεθεί η δορά.

    «Αχ! αφεντικό· η χρουνιά είναι κακή για τα ζουντανά», μου είπεν ο αγωγιάτης υπό τύπον αιτιολογίας του φαινομένου τούτου.

 

Β

    Εν τη αγορά συγκεντρούται όλη της Φθειρίας η εμπορική και βιομηχανική ζωή πέριξ της πλατείας, την οποίαν πλαισιούσι τα σαμαροποιεία, τα αμπατζίδικα, τα τσαρουχοποιεία και τα κωδωνοποιεία. Διότι διά τους πελωρίους κώδωνας των τράγων ανεπτύχθη και ακμάζει ειδική εν τω τόπω βιομηχανία. Φέρονται δε οι κώδωνες ούτοι υπό των τράγων μετά της αυτής επισήμου σοβαρότητος, μεθ’ ης τα παράσημα των ταξιαρχών, των διαφόρων ιπποτικών ταγμάτων, μετά μόνης της επουσιώδους διαφοράς ότι την ταινίαν αναπληρούσι παρ’ αυτοίς δύο τοξοειδή διασταυρούμενα ξύλα εν είδει κλοιού περί τον λαιμόν.

    Το κέντρον της πλατείας αντί υποστέγου διά την μουσικήν κοσμούσιν ικρία στερέα, αφ’ ων αιωρούνται ηρτημένοι πελώριοι εσφαγμένοι τράγοι και επί πασσάλων αι κεφαλαί των ατυχών θυμάτων, στεφόμεναι υπό ελικοειδών κεράτων.

    Αλλά και περί της διακοσμήσεως του εδάφους της πλατείας έχει ληφθεί αξιάγαστος πρόνοια, διότι είναι εστρωμένη εν είδει παρκέτου, δια των δερμάτων των σφαγίων, εκτεθειμένων εκεί προς αποξήρανσιν. Η τοιαύτη στρώσις της πλατείας της Φθειρίας μου υπέδειξε νέον τρόπον οδοστρωσίας, όστις δύναται να προστεθεί εις τους λοιπούς, εφ’ ων ασκείται η εμβριθής του δημοτικού συμβουλίου της πρωτευούσης μελέτη, την τομαρότρωσιν. Διατί μόνον σκυρόστρωσις, ασφαλτόστρωσις, ξυλόστρωσις, τσιμεντόστρωσις και λαβόστρωσις να διαιρώσι τας γνώμας των αρμοδίων;

    Αλλ’ επανερχόμενος εις την πλατείαν της Φθειρίας παρατηρώ ότι εν τω συνόλω προσομοιάζει αύτη πολύ την αυλήν του ανακτόρου της Δαχομέης, όταν τελούνται εν αυτή ομαδόν αι ανθρωποθυσίαι.

    Τα πάντα εν Φθειρία είναι εξόχως τραγικά.

    Τραγωδίας κλασικάς, κατά φυσικόν λόγον, αποτελούν αι φωναί των τράγων, τραγοσμία δε βαρεία επικάθηται της κωμοπόλεως, ενώ αχνίζουν τα κοκορέτσια, τα σπληνάντερα και οι γκιόσες.

    Την τραγικήν δε της Φθειρίας εικόνα συμπληρούσι και τα συνήθη εν τω τόπω επώνυμα, δι’ ων κοσμείται το δημοτολόγιον, ο εκλογικός κατάλογος και το μητρώον των αρρένων: Τραγομήτρος, Γιδογιάννης, Γκιόσας, Κατσικάς, Γιδολόγος. Το τελευταίον τούτο επώνυμον (ερμηνευομένου του δευτέρου της λέξεως συνθετικού κατά την αρχαϊκήν έννοιαν του περισυλλέγειν) φέρουσι πλείστοι εν Φθειρία. Και πολύ δικαίως· διότι απέκαμε το Πλημμελειοδικείον της πρωτευούσης του νομού εκδικάζον ζωοκλοπάς Φθειριωτών.

    Ο αγωγιάτης με οδήγησεν εις το κατάστημα του Δημάρχου κυρ-Θανάση Κεμέρογλου, ξένου εκ Καστορίας, πολυγυρισμένου, ο οποίος από δεκαετίας μετά πολλάς περιπλανήσεις είχεν αποκατασταθεί εν Φθειρία.

    «Να ιδείς, αφεντικό», μου λέγει ο αγωγιάτης, «ένα μαγαζί, άιντε ντε, που βρίσκ’ς μέσα κι του πουλιού του γάλα· κι είναι κι καφινές μέσα κι ταβέρνα. Κι απού πάν’ έχει ου κυρ-Θανάσης του ξενουδουχείου του, που ούτε σε πουλιτεία το βρίσκ’ς».

    Εισήλθον εις αυτό. Αν έχει πράγματι και του πουλιού το γάλα δεν δύναμαι ευσυνειδήτως να αποφανθώ μετά βεβαιότητος. Αλλά δεν είναι και απίθανον το πράγμα, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι είδον εκεί αρμονικώς παρακείμενα όσπρια, ταντέλας, βακαλάους, στεφάνια διά γάμους και διά νεκρούς με θυσάνους ψευδοχρύσων κλωστών, πυρολίθους, μεταξωτά μανδήλια, βδέλλας εντός υπερμεγέθων φιαλών, αίτινες εκολύμβων επιχαρίτως ως οι Τρίτωνες και αι Νηρηίδες, θειαφοκέρια, ρέγγας, τσότρας, ξηρούς οκτάποδας, ρετσινόλαδον, ξύλινες γαβάθες, κινίνην, άλας της Ιγγλιτέρας κα πλείστα άλλα χρησιμότατα είδη, παρ’ ων ταπεινώς ζητώ συγγνώμην δια την λόγω της ακαταμαχήτου ανάγκης του στενού χώρου παράλειψιν ειδικής αναγραφής.

    Εν τω μέσω του καταστήματος υπάρχει εκτισμένον, εν είδει βωμού, πύραυνον τετράγωνον, επί της πυράς του οποίου τέσσαρες καποφόροι έριπτον εκ περιτροπής σχίζας ξηρού βακαλάου και σπλήνας τράγων, πνίγοντες διά ρητινίτου τα ορεκτικά εδέσματα, ενώ ανερχόμενος ως λίβανος ο πυκνός καπνός και η ορεκτική κνίσσα παρέχονται δωρεάν εις τους θαμώνας του άνω ξενοδοχείου αντί μαστίχης. Εις την γωνίαν δε είναι το τμήμα του ποτοπωλείου, όπου ίστατο ακίνητος, επερείδων την δεξιάν εις το τεζάκι, ο Κίτσος ο υπηρέτης, είδος εικοσαετούς ανυποδήτου Ζουλού, του οποίου την κόμην ουδέν κτένιον, ουδ’ εκ χάλυβος εάν ήτο, ήθελεν αποτολμήσει να προσψαύσει.

    Το γκαρσόν τούτο έφερε κάτω της οσφύος εμπροσθέλαν ποδήρη, εις ην είναι ανατεθειμένη υπηρεσία όλως ειδική, αλλά γενικοτάτης ειδικότητος. Χρησιμεύει αποκλειστικώς ως μάκτρον. Μάκτρον των γλοιωδών τραπεζών, μάκτρον των ποτηρίων, των πιάτων, των χειρών του Κίτσου, του προσώπου του Κίτσου, της ρινός του Κίτσου.

    Εις τον άξιον τούτον νέον είναι εμπεπιστευμένη η διεύθυνσις και η υπηρεσία του καταστήματος, υπό την αφ’ υψηλού, δηλαδή από του άνω πατώματος (του και ξενοδοχείου), εποπτείαν του ιδιοκτήτου κυρ-Θανάση.

    Αλλ’ εμέ το ξενοδοχείον ενδιέφερε.

    Με υπεδέχθη δε ανελθόντα ο ξενοδόχος, χονδρός, πονηρώς μειδιών, είδος αλώπεκος φερούσης βραχύ ερυθρόν φέσιον.

    Σύγκειται το ξενοδοχείον εκ δύο δωματίων, εκ του μαγειρίου και εκ της τρώγλης, εν η έχει στήσει το κέντρον της ενεργείας του ο κύριος Κεμέρογλους. Εις εκάτερον δε των δύο δωματίων είναι παρατεταγμέναι εις δύο στίχους ανά έξ κλίναι αναπαυόμεναι επί σκωληκοβρώτων σανίδων, εξηπλωμένων επί ζεύγους στριπόδων, ή μάλλον τετραπόδων ξυλίνων. Εν τω μέσω, εν είδει βωμού, έν σκαμνίον, μία λεκάνη επ’ αυτού, έν αγγείον ύδατος και κάτωθεν δοχείον πετρελαίου ημιπλήρες όχι από πετρέλαιον.

    Με απεθάρρυνεν η έλλειψις σινδόνων, παρακωλύουσα πάντα έλεγχον της καθαριότητος, διότι εις τα μάλλινα σκεπάσματα σοφή πρόνοια του κατασκευαστού είχε δωρήσει τα σκιερότερα χρώματα.

    Υπήρχον όμως εκεί άφωνοι, αλλ’ εύγλωττοι, μάρτυρες κατηγορίας τα προσκεφάλαια με τον παχύτατον τύπον του γλοιώδους ρύπου διαφόρων κεφαλών. Άνωθεν δε πάντων τούτων ηωρείτο καπνίζων ρυπαρός λύχνος πετρελαίου.

    «Εδώ θα περάσετε ωραία», μου είπε μειδιών.

    «Πολύ καλά, κυρ-Θανάση· αλλά βάλε, σε παρακαλώ, από μέσα το κλειδί, γιατί βλέπω δεν έχει σύρτη η πόρτα».

    «Μα δε θα σας κάνει κόπο να σηκώνεσθε κάθε ώρα να ανοίγετε στους άλλους;»

    «Ποιους άλλους;»

    «Εκείνους όπου κοιμούνται στ’ άλλα κρεβάτια. Κάτι ζωέμποροι από το Τούρκικο».

    «Τι λες, αδερφέ; Εγώ θέλω να είμαι μόνος».

    «Σας χρειάζουνται λοιπόν έξι κρεβάτια; Ορίστε, εδώ θα είσθε μοναχός. Χθες έφυγε ένας ανθυπομοίραρχος που ήταν άρρωστος εδώ δεκαπέντε μέρες».

    Με εισήγαγαν εις το έτερον δωμάτιον, της αυτής καθ’ όλα επιπλώσεως, του οποίου μία των κλινών ανάστατος εμαρτύρει την πρόσφατον αναχώρησιν του ανθυπομοιράρχου.

    «Εδώ ημπορείτε να αλλάζετε κρεβάτι κάθε ώρα, αν θέλετε».

    «Μου φτάνει ένα, χριστιανέ μου».

    «Μπα! Τι λόγος; Όλα δικά σας είναι».

    Εν τω δωματίω τούτω παρά την λεκάνην υπήρχε και έν τεμάχιον σάπωνος.

    «Σας έχω, βλέπετε, και σαπούνι», μου είπε προστατευτικώς μειδιών· «το φέρνω επίτηδες για τους αφεντάδες· στο μαγαζί δε φέρνω, γιατί αυτό το είδος δεν το συνηθίζει διόλου το εμπόριο του τόπου».

    Αλλά παρ’ εκάστην κλίνην ήτο ανηρτημένον εις τον τοίχον και ανά έν πελώριον πιστόλιον με πυρόλιθον, πλήρες.

    «Δε μου λες, αδερφέ, τι τις έχεις εδώ αυτές τις κουμπούρες;»

    «Μπα, Παναγία μου, αφέντη! Γιατί σας έχω νερό, σπίρτα, τα άλλα χρειαζούμενα; Ξενοδοχείο εδώ πέρα χωρίς κουμπούρες; Άνθρωποι είμαστε· ξέρει κανείς τι του τυχαίνει; Κοσμάκης είν’ αυτός!».

    Εν τούτοις δεινή δυσοσμία με επολιόρκει· με κατελάμβανε ναυτία. Είδον δε πλήθος κοκάλων εγκατεσπαρμένων εν τω δωματίω, εις δε τας γωνίας απειροπληθείς λοφίσκους σκοτεινούς, πολύ υπόπτου συστάσεως.

    «Τι είναι αυτά;», του λέγω.

    «Α! Δεν είναι τίποτα, αφέντη. Είναι από το παλιόσκυλο του ανθυπομοιράρχου. Δεκαπέντε μέρες που έκανε άρρωστος ο αφεντικός του δεν το κούνησε από δω μέσα· και επειδή έτρωγε ένα διάολο, καταλαβαίνεις…»

    Και λέγει ότι δεν είναι τίποτε! Τι έπρεπε λοιπόν να είναι, Θεέ μου, δια να οσφρανθεί και αυτός;

    Και όμως έπρεπε να κοιμηθώ εκεί. Η κυριολεξία είναι να διανυκτερεύσω. Διότι το να κοιμηθώ δεν εξηρτάτο από την θέλησίν μου. Μόνος ο πρίγκιψ Βίσμαρκ, λέγουν, είχε αυτό το χάρισμα να κοιμάται κατά βούλησιν, αλλ’ εγώ οφείλω να ομολογήσω ότι κατά τούτο υστερώ του σιδηρού πρίγκιπος.

    Διότι διά να κοιμηθώ απαιτείται η συνδρομή πολλών περιστατικών όχι όμως ποτέ και η συνδρομή των αρωμάτων, περί ων προανέφερα, αλλ’ ούτε και των απειροπληθών αφανών κατοίκων των έξ κλινών, αίτινες (διότι, σημειώσατε, η λέξις κατοίκων είναι θηλυκού γένους) υπέβαλον καθήκον ξενίας να με περιπτυχθούν. Δεν τας ονομάζω. Ονομάσατέ τας υμείς, φιλοτεχνούντες το όνομά των εκ του ονόματος της κωμοπόλεως.

    Το πρωί με εκαλημέρισεν ο παχύς ξενοδόχος μου με το αιώνιον προστατευτικόν του μειδίαμα.

    «Εκοιμηθήκατε καλά βέβαια», μου είπε μετά πεποιθήσεως. «Είχατε τόση απλοχωριά, τόση ησυχία!»

    «Ω! περίφημα· αλλά επειδή εδώ, εις τον ωραίον τόπον σας, με έφερε κάποια εργασία και θα μείνω έως εις το απόγευμα, σε παρακαλώ να μου ετοιμάσεις κάτι τι για το μεσημέρι».

    «Εγώ, ξέρετε, δεν μαγειρεύω, κύριε. Αλλά, αν θέλετε, να σας ψωνίσω από το μαγερειό καμιά πατσά γιδίσια, κανένα σπληνάντερο ή κανένα μπομπάρι· μήπως θέλετε καλύτερα να πω να σας βάλουν στο φούρνο κανένα κεφάλι τραγίσιο; Δεν ξέρετε τι ωραίο που είναι το τραγίσιο, τώρα που τρων το καινούριο κλαρί τα τραγιά!»

    «Α! ευχαριστώ, φίλε μου, πολύ· τίποτε από αυτά. Δεν ημπορείς να μου βράσεις ένα κοτόπουλο;»

    «Για πολύ σας χατίρι σας το ψουνίζω· βάνω και σας το μαδούν· σας φέρνω κάρβουνα, δαδί, αλάτι και η ευγενεία σας πλειά κάνετε καλά. Γιατί ο παραγιός μου, ο Κίτσος, δεν ευκαιρεί να ανεβαίνει απ’ το μαγαζί, επειδή είναι μόνος του· εγώ πάλι, αν σας κάνω το μάγερα, καταστηματάρχης και δήμαρχος που είμαι, δεν θα έχω ύστερα πού να σταθώ στον τόπο. Εδώ, ξέρετε, κύριε, ο κόσμος είναι πολύ φιλότιμος».

    Εδέησε να μεταβληθώ εις μάγειρον. Ήναψα δι’ υπερανθρώπων αγώνων τους άνθρακας, έθεσα επ’ αυτών μεγάλην χύτραν πλήρη ύδατος και εβάπτισα εντός αυτής το ορνίθιον.

    Παράδοξον ορνίθιον· είχε σάρκα υπομέλαιναν, λίπος βαθυκίτρινον, σχεδόν ερυθρόν, και πυκνήν τριχοφυΐαν μακροτάτων τριχών, ως αν ανήκεν εις την τάξιν των ανθρωποειδών πιθήκων και όχι εις την των αλεκτοριδοειδών.

    Ήτο ανάγκη ένεκα της εργασίας μου να λείψω μέχρι της μεσημβρίας. Καθικέτευσα λοιπόν τον κυρ-Θανάσην, συναινέσαντα επιτέλους ευμενώς, να επιστατήσει τον βρασμόν και εξήλθον.

    Όταν επανήλθον την μεσημβρίαν, ο υποχρεωτικότατος ξενοδόχος μου έστρωσεν επί γλοιώδους τραπέζης οθόνην αδιαγνώστου χρωματισμού, την οποίαν ο προαιώνιος ρύπος είχε μεταβάλει εις είδος κηρωτού, και μου εσερβίρισεν επ’ αυτού το ορνίθιον μετά του ζωμού.

    Η θεά Ανάγκη μοι επέταττε να φάγω.

    Απεπειράθην να κόψω το ορνίθιον, αλλ’ η απόπειρά μου αύτη προσέκρουσεν εις το αδύνατον. Είχε πείσμονα πτωματικήν ακαμψίαν και οι πανίσχυροι τένοντες αυτού επανεστάτουν εις πάσαν προσπάθειαν όπως διαχωρίσω τας πτέρυγας και τους πόδας.

    «Σταθείτε να σας το κάψω», μου λέγει ο κυρ-Θανάσης. «Είναι από τα πρώιμα πουλιά, ξέρετε, και κρατάει λίγο».

    Και κατόρθωσε πράγματι να το διαμελίσει. Είχε τόσον πολύ πειραματισθεί επί των κρεάτων των τράγων!

    Εγώ όμως θελήσας να φέρω εις το στόμα το στήθος του ορνιθίου αφήκα κραυγήν και ένα οδόντα εμπηχθέντα επ’ αυτού, όχι εκ των στερεοτέρων, οφείλω να το ομολογήσω.

    Ιδού, εσκέφθην, σύστημα εξαγωγής των οδόντων, ουχί τόσον επωδύνου, το οποίον θα απήλαττε την ανθρωπότητα των κινδύνων της χρήσεως της κοκαΐνης.

    Αλλά δεν εκρατήθην πλέον.

    «Κυρ-Θανάση», του είπα, «αυτό το κοτόπουλο είναι χωρίς άλλο ο αλέκτωρ, ο οποίος εφώνησε τρις, όταν ο Πέτρος απηρνήθη τον Κύριον. Το πολύ ημπορεί να είναι ο υιός του, αλλά ποτέ ο εγγονός του».

    «Μπα, κύριε, τι λέτε;», μοι είπε προδήλως προσβληθείς. «Αυτό είναι εντόπιο πουλί. Από την κυρα-Τραγομήτραινα τ’ αγόρασα σήμερα».

    Ετελείωσα το γεύμα μου διά μόνου του ζωμού και ξηρού άρτου. Ενώ δε έπινα ήδη τον καφέν μου, επειδή αρέσκομαι εις στατιστικάς μελέτας, υπελόγισα, ότι εκ της χρήσεως του ποτού το οποίον εν Φθειρία ονομάζεται καφές, η εκείθεν εξαγωγή των παραγομένων ερεβίνθων ελαττούται κατά τοσούτον, όσος ήθελεν είσθαι ο εισαγόμενος εν αυτή καφές, αν το είδος τούτο ήτο γνωστόν πράγματι εις το εμπόριον του τόπου.

 

Γ

    Αλλ’ ω της ευαρέστου εκπλήξεως· είς Έλλην μηχανικός, διατελών εις την υπηρεσίαν της εταιρίας της κατασκευής του σιδηροδρόμου Λαρίσης, ο κύριος Βερτίδης, παρουσιάσθη αίφνης ενώπιόν μου. Θα έμενεν εν Φθειρία δύο ημέρας· ούτω δε εγώ, ο οποίος κατά την ειδοποίησιν του αγωγιάτου ένεκα της κοπώσεως του ημιόνου δεν ηδυνάμην να αναχωρήσω προ της τετάρτης ώρας, θα είχόν τινα μεθ’ ου να ανταλλάξω δύο λέξεις.

    Τω προσέφερα ρεβιθόζουμον και σούμαν χρωματισμένην με μπακάμι, ποτά τα οποία εν Φθειρία ονομάζονται καφές και κονιάκ· αυτός δε ήρχισε τερπνήν και ατελείωτον φλυαρίαν.

    Θέμα της ομιλίας του ήτο μεταξύ άλλων και ο ξενοδόχος μας, περί του οποίου μοι έλεγεν ότι αυτός τουλάχιστον, μεθ’ όσα και αν λέγει ο Δάρβιν, είναι αδύνατον να είναι έκφυλος πίθηκος, ων απεναντίας τελειοποιημένη αλώπηξ.

    Αλλά διεκόπη αποτόμως ένεκα ακουσίας κραυγής εκπλήξεως, ήτις με διέφυγε. Διότι εν τη όπισθεν της οικίας αυλή, ήτις αφ’ ου χρόνου ηγέρθη η οικία χρησιμεύει εις το να ρίπτονται τα σκουπίδια προς παραγωγήν λιπασμάτων, είδον αίφνης εριμμένον πράγμα τόσον παράδοξον, τόσον απίστευτον, ώστε έμεινα επί ώραν ενεός.

    Θα δικαιολογήσετε δε βεβαίως την κατάπληξίν μου, όταν μάθετε ότι το αντικείμενον εκείνο ήτο παλαιός λουτήρ εκ λευκοσιδήρου, λουτήρ εν Φθειρία, σκεύος καθαρισμού εν Φθειρία, μεσολαβητής προς σύναψιν φιλικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπου και ύδατος εν Φθειρία!

    «Ιδέτε», λέγω εις τον μηχανικόν σχεδόν μετά τρόμου, ως αν έβλεπα φάσμα· «ιδέτε, ένα μπάνιο εδώ σε τούτον τον τόπο!»

    Και ο κύριος Βερτίδης εξεράγη εις γέλωτας.

    «Το μπάνιο αυτό», μου λέγει, «ταυτίζεται με την ιστορίαν του κυρ-Θανάση· είναι ο αγαθός και ο κακός του δαίμων. Εις αυτό οφείλει την προ δεκαετίας απολύτρωσίν του από της δουλείας, ως οι Ιουδαίοι με τον Μωυσήν την εκ γης Αιγύπτου, και εξαιτίας αυτού πάλιν προ ολίγων μηνών παρ’ ολίγον να καταδικασθεί επί αποπείρα φόνου από κανέν των κατά την περιφέρειαν του δικαστηρίου των εν Αθήναις εφετών συνιστωμένων κακουργιοδικείων».

    Όσον εννοήσατε υμείς, φίλε αναγνώστα, τόσον εννόησα και εγώ τους λόγους τούτους του μηχανικού.

    Η περιέργειά μου εκεντήθη άπληστος· έτι δε μάλλον εξήφθη όταν είδον τον κυρ-Θανάσην δια κωμικοτραγικών μιμικών κινήσεων ικετεύοντα τον μηχανικόν να σιωπήσει.

    Αλλ’ αυτός απαθής, ανένδοτος, ανοικτίρμων ήρχισεν ως εξής, τρέψας εις φυγήν, άμα τη ενάρξει της διηγήσεώς του, τον απέλπιδα ξενοδόχον:

    - Ο κυρ-Θανάσης ο Κεμέρογλους, αυτός εκεί, όπου τον βλέπετε, με το κόκκινο φεσάκι, είναι από την Μακεδονίαν, απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κατευθείαν ή εκ πλαγίου, δεν δύναμαι ακριβώς να σας βεβαιώσω.

    Επ’ εσχάτων είχεν αποκατασταθεί μετά πολλάς περιπλανήσεις εις Καβάλαν, όπου μετήρχετο τον παντοπώλην, τον έμπορον του ποδαριού, τον μεσίτην, ολίγον από όλα.

    Ήτο ευτυχής και ούριος άνεμος ώθει τας υποθέσεις του και το εμπόριόν του.

    Αλλ’ ο κακός του δαίμων του ενέπνευσε την ιδέαν του γάμου.

    «Δεν ετσάκιζα καλύτερα το πόδι μου», μου έλεγε διηγούμενος ημέραν τινά τα βάσανά του, «δεν έπεφτα με το κεφάλι να πνιγώ μέσα σε ένα πιθάρι από μούργα, που είχα τρία στο μαγαζί μου; Όχι πως η Μόρφω, η γυναίκα μου (μην πάρετε το όνομά της κατά γράμμα, σας παρακαλώ), είχε δείξει από τότε τι φιόρο ήτανε, κάθε άλλο, αλλά τι την έκανες, κύριε, εκείνη τη μάνα της, την πεθερά μου· και εγώ δεν είχα παντρευτεί, ως φαίνεσθε, κύριε, τη Μόρφω, αλλά τη μάνα της».

    Και προς αποφυγήν παρανοήσεων μου επεξήγησεν ότι όχι μόνον τα βάρη του γάμου έφερεν, όπως απαιτούν πάντες οι θείοι και ανθρώπινοι νόμοι, αλλά και το αφόρητον βάρος της πανθεράς του, χειρότερα παρά αν ήθελε την έχει διαρκώς επί των νώτων. Νευρική, δύστροπος, υστερική, ημιπαράφρων, με τον υστερικόν κόμπον κατά παν τέταρτον της ώρας και με λιποθυμίας εξάκις της ημέρας και τοσάκις πάλιν της νυκτός ενόει στιγμήν να μη λείπει ο κυρ-Θανάσης από το πλευρόν της, να της τρίβει τους καρπούς των χειρών με όξος αρωματικόν, να εκπωματίζει υπό τα ευρέα σπήλαια των ρωθώνων της φιαλίδια αμμωνίας και να ρίπτει ανά πάσαν ώραν εντός του υπό την ρίνα της βαράθρου θυλακίσκους αιθέρος, αύτη δε όταν συνέρχεται να τον περιλούσει με νιαγάραν ύβρεων, «το άπονο θεριό που δεν κοιτάει την πιθιρά του, τη μάνα του», με άλλους λόγους: «όπου αν δεν ήταν το πηδούδι της η κόρη της, θα πέθηνε».

    Και ταύτα, ενώ η αυτή θεραπευτική έδει να επαναλαμβάνεται εκ νέου από το άλφα εν τω προσώπω της κυρίας Μόρφως· διότι, ένεκα συγκινητικής της φύσεως συμπαθείας, δεν ηδύνατο να ανθίσταται εις την ανάγκην του να συμπάσχει τα αυτά μετά της μητρός της.

    Ήτο κόλασις η ζωή του.

    Μετέβαινεν ο ατυχής άνθρωπος εις το τελωνείον διά να τελωνίσει εμπορεύματα. «Για το Θεό τρέχα, κυρ-Θανάση, ελιγοθύμησε η πεθερά σου και δεν μπορούν να της ανοίξουν το στόμα ούτε με λοστό». Ανήρχετο επί του αυστριακού, όπως φορτώσει αστακούς και στρείδια διά την Βασιλεύουσαν. Ιδού αμέσως τετράκωπος λέμβος σχίζουσα εν σπουδή τα κύματα: «Για το Θεό, μη χάνεις στιγμή, κυρ-Θανάση, την πεθερά σου την έπιασαν τα νεύρα της και γυρεύει να πέσει από το παράθυρο να τσακιστεί».

    Όταν τω ανηγγέλλετο ο τελευταίος ούτος κίνδυνος, ως μοι ομολόγησεν εμπιστευτικώς ο κυρ-Θανάσης, προσεποιείτο μεν σπουδήν, παρεχώρει όμως και ολίγην ώραν εις την Τύχην, όπως συντελέσει, ει δυνατόν, το έργον της απολυτρώσεως.

    Αλλά μάτην. Φαίνεται ότι αι απειλαί αύται απαιτούν πολύν χρόνον προς πραγματοποίησιν και δια τούτο, προς δυστυχίαν του, πάντοτε έφθανεν εγκαίρως.

    Τελευταίον εστήριξε χρηστάς ελπίδας απολυτρώσεως επί της προϊούσης λαιμαργίας της πενθεράς του, ήτις καίτοι υφισταμένη καρδιακάς ενοχλήσεις σοβαράς ήτο υπόδουλος εις την γαστριμαργίαν.

    Διότι ακούσας ποτέ ο κυρ-Θανάσης τυχαίως ότι η λαιμαργία είναι αμάρτημα θανάσιμον ήλπισε πολλά από της ιδιότητος αυτής του αμαρτήματος. Διά τούτο πόσον αφειδώς, μετά πόσης φιλοστόργου προθυμίας τη προσέφερεν όρη πιλαφιού με ξηρόν κταπόδι, αστακούς γιγαντείους, καλαμάρια γεμιστά, αφθόνους δράκας ψητών καστάνων· μετά ποίων παλμών αγωνιώδους ελπίδος ανέμενε την έκρηξιν τινός των τορπιλών τούτων εν τω ασθενικώ οργανισμώ της πενθεράς του!

    Αλλά τα πάντα μάτην. Αντί απολυτρώσεως επετείνοντο απ’ εναντίας και επολλαπλασιάζοντο διά των αποπειρών τούτων αι δειναί αυτού περιπέτειαι, ένεκα της πενθερικής δυσπεψίας και των παρομαρτουσών εις αυτήν επιπλοκών.

    Ημέραν τινά ο κακός του δαίμων εφώτισε την πενθεράν του να ζητήσει την ιατρικήν γνώμην του κυρίου Ζουλίδου, ιατρού καταφυγόντος εκεί εξ Αθηνών όχι τόσον διότι έμελλε να δικαστεί υπό του πλημμελειοδικείου ένεκα τριών ανθρωποκτονιών εξ αμελείας, κατά την ενάσκησιν του ιατρικού του επαγγέλματος, όσον διότι είχε μονομανίαν να ενοχλεί τον κόσμον και να ρίπτει αφθόνως έλαιον όπου έβλεπε πυράν, εξ ου πολλάκις εξυλοφορτώθη.

    Ο ιατρός ούτος εγνώριζε τα ατελεύτητα πενθερικά μαρτύρια του κυρ-Θανάση· θέλων δε να τον αποτελειώσει, συνιστά εις την πενθεράν του θερμά λουτρά καθ’ εκάστην με αρωματικά φύλλα. «Αυτά, κυρία μου», είπε, «θα σας αποδώσουν την υγείαν· αλλά πρέπει να τα κάμνετε καθ’ εκάστην και να μη τα διακόψετε ποτέ· ανάγκη όμως μόνος ο κυρ-Θανάσης, ο οποίος είναι πολύ προσεκτικός άνθρωπος, να σας προετοιμάζει το μπάνιο σας, να επιστατεί την θερμοκρασίαν, καθώς και πόσον θα μένετε εις το λουτρόν. Ύστερον δε να σας συνοδεύει εις δίωρον τουλάχιστον περίπατον».

    Το νέον, το πρόσθετον μαρτύριον ετέθη αμέσως εις εφαρμογήν.

    Μετά τινας εν τούτοις ημέρας νέα βόμβα εκρήγνυται κατά της κεφαλής του ταλαιπώρου κυρ-Θανάση.

    «Ξεύρεις», του λέγει η πενθερά του, «γαμπρέ μου, ηπειδή γλιέπω κι μ’ ουφηλούν τα μπάνια, έχω πιποίθησι πως θα την ουφηλούν κι την κουριτσούδα μ’, τη γυναίκα σου· λιέω λοιπόν να κάνει κι αυτή τα μπάνια της».

    «Ναι, Θανάση· απού αύριου να μου ητοιμάζεις κι μένα ταχτικά του μπανούδι μ’»

    Αυτήν την φοράν όμως ο κύριος Κεμέρογλους έσχε την δύναμιν να αντιστεί κρατερώς, να διαμαρτυρηθεί, να εκραγεί.

    Τι το όφελος όμως; Παρευθύς και αι δύο έρρηξαν ωρυγάς θρηνώδεις, εκυλίσθησαν καταγής, αι κόραι των οφθαλμών των διεστάλησαν, τέσσαρες δε χείρες και τέσσαρες πόδες, σπασμωδικώς λακτίζουσαι, έπληττον μετά λύσσης τον αέρα.

    Ο κυρ-Θανάσης ηττήθη και πάλιν.

    Έκτοτε από πρωίας μέχρι της μεσημβρίας ησχολείτο τακτικώς εις τα υψηλά ταύτα καθήκοντα. Μετ’ ολίγον, ως εννοείτε καλώς, εις το παντοπωλείον του εδέησε να τεθούν σφραγίδες υπό της επιτοπίου αρχής· επειδή όμως εκ των προτέρων είχε φροντίσει, ώστε μόνους τους εν τω παντοπωλείω ποντικούς να περιλάβει το συντηρητικόν τούτο μέτρον, δεν ανέμεινε την άρσιν των σφραγίδων, αλλά κατά συμβουλήν συμπολιτών αυτού ζωεμπόρων, οίτινες εγνώριζον την Φθειρίαν ως αποτελούσαν σταθμόν της διαβάσεώς των, κατήλθε μετ’ αυτών προ δεκαετίας εις την Ελλάδα και εσύστησε τα καταστήματα, τα οποία μας ξενίζουν.

 

Δ

    Αι απαραμύθητοι ασθενείς του είχον μετέλθει παν μέσον όπως τον μεταπείσουν· αλλ’ ιδούσαι την πρωτοφανή επιμονήν του συνήνεσαν επί τέλους, αφού ταις υπεσχέχη ότι, άμα εγκατασταθεί, θα επιστρέψει να τας παραλάβει.

    Παν άλλο εν τούτοις διενοείτο ο κυρ-Θανάσης μυρία προφασιζόμενος, ότε ημέραν τινά ακούει κωδωνίσκους, οίτινες, εξ ανεξηγήτου προαισθήματος της ψυχής, έπληξαν την καρδίαν του, ως η σάλπιγξ της Αναστάσεως τας αμαρτωλούς ψυχάς.

    Προβάλλει αμέσως εις το παράθυρον και βλέπει ερχομένους έξ καταφόρτους ημιόνους.

    Πρώτη έβαινε ρυθμικώς κινουμένη επί του ημιόνου της, απειλητική ως η Νέμεσις, η πενθερά του· είπετο δε η Μόρφω, η νεαρά σύζυγός του, και μετ’ αυτήν ο μεταγωγικός όρχος κομίζων τας αποσκευάς.

    Ω, της φρίκης! Μεταξύ αυτών βλέπει αντικείμενόν τι ογκώδες, επίμηκες ως λάρναξ, περιτυλιγμένον εντός κλινοσκεπασμάτων και υπ’ αυτά ενεός, άπελπις, αναγνωρίζει το σκεύος τωνμαρτυριών του, το όργανον των ιεροεξεταστικών βασανιστηρίων του, το οποίον εκόμιζον και εκεί οι δήμιοί του, τον λουτήρα της πενθεράς του.

    Ο εν Καβάλα βίος επανελήφθη και εν Φθειρία, υπό τας αυτάς συνθήκας· αλλά δεν διήρκεσε και πολύ.

    Διότι μήνας μόλις τινάς μετά την εν Φθειρία άφιξίν του εκ Καβάλας καραβανίου, αφού ο κυρ-Θανάσης ητοίμασε το λουτρόν, έθεσεν εντός αυτού τα απαραίτητα φύλλα λεμονέας, καρυάς και άλλα αναγκαία αρωματικά, κατελθών εις το παντοπωλείον ακούει μετά τινας ώρας ισχυράς κραυγάς της Μόρφως, ανέρχεται δρομαίως και ευρίσκει την πολυαγαπημένην πενθεράν του υπό αμετάκλητον προσβολήν συγκοπής, άρτι εξελθούσαν του λουτρού. Καίτοι απαραμύθητος, πριν ή κηδεύσει την πενθεράν του, έκρινεν απαραίτητον να κηδεύσει τον λουτήρα, κρύπτων αυτόν εις την σοφίταν και προς αποφυγήν σκανδάλων και οχληρών εξηγήσεων προς τους ιθαγενείς, αίτινες ίσως δεν θα εγίνοντο καταληπταί, αλλά και ένεκεν ευγνωμοσύνης βαθιάς προς τον άψυχον αυτού λυτρωτήν.

    Η Μόρφω απαραμύθητος επί τη συμφορά και μη δυναμένη πλέον να υποφέρει τον σύζυγόν της, ο οποίος το πρώτον την ημέραν εκείνην της συμφοράς, ενώ η μήτηρ της ευρίσκετο  έτι εν τω λουτήρι, παρέλιπε την φύλαξίν της, μόλις εύρεν ολίγον βάλσαμον παραμυθίας ακολουθήσασα διαβατικόν τινα  ενωμοτάρχην.

    Απέμεινε δε μόνος εν τω κόσμω ο κύριος Κεμέρογλους, θλιβείς διά την φυγήν της κυρίας Μόρφως, όσον και διά την εις τους ουρανούς πτήσιν της σεβαστής μητρός της.

    Έκτοτε ο μεν λουτήρ αποστρατευθείς ανεπαύετο δεκαετίαν περίπου εις το ανώγειον, σκωριών και γηράσκων εν ειρήνη, ο δε κύριός του παρεμυθείτο κερδαίνων εν ιδρώτι του προσώπου του τον επιούσιον, λίαν ευσυνειδήτως όμως, ως θέλετε μετ’ ολίγον πειραματισθεί και ο ίδιος.

    Αλλ’ έστι δίκης οφλαλμός, ος τα πάνθ’ ορά· η δε πενθερά του ηγρύπνει από των Αοράτων Κόσμων.

    Ήτο ήδη δημαρχών πάρεδρος, ο κυρ-Θανάσης (του δημάρχου καταδικασθέντος επί πλαστογραφία) και προηλείφετο διά το αξίωμα του δημάρχου κατά τας προσεχείς εκλογάς, ότε ημέραν τινά, προ ολίγων μηνών, φθάνει εις Φθερίαν ο σερ φυσικής ιστορίας εν Οξωνία, τον οποίον, πρέπει να σας το είπω, αι περί της τάξεως των δικλίνων απετάλων, και ιδία της οικογενείας των κνιδοειδών (Urticae) μελέται του είχον καταστήσει παγκοσμίως περίβλεπτον.

    Ο κύριος Βούρλιστων επλανάτο ήδη επί μήνα ανά τον Ελικώνα, τον Κιθαιρώνα και τον Παρνασσόν μελετών την χλωρίδα του τόπου, ότε ημέραν τινά παρά τινα χαράδραν της Λυκωρείας, ανευρίσκει, τι νομίζετε; τσουκνίδαν πελωρίαν, ήτις αντί να έχει τους κόμβους αυτής στρογγύλους είχε τούτους ωοειδείς.

    Έξαλλος εκ χαράς την εναγκαλίζεται και την καταφιλεί, ερυθρός και ένδακρυς κατά το ήμισυ εκ συγκινήσεως και κατά το έτερον ήμισυ εκ κνιδώσεως. Και υπήρχε λόγος.

    Επρόκειτο νέον όλως είδος, άγνωστον, το οποίον εις αυτόν επεφύλαττεν η Θεία Πρόνοια να παρουσιάσει εις την παγκόσμιον επιστήμην.

    Προφανώς δεν ήτο αύτη ακαλήφη ή κνίδη η σφαιροφόρος (Urtica pilulifera), η κοινή δηλαδή τσουκνίδα, αλλ ετέρα άγνωστος τέως, της οποίας το μέλλον όνομα, εκ του οικείου αυτού ονόματος, ανεγίνωσκεν ήδη διά των οφθαλμών της φαντασίας εις τα ειδικά περιοδικά και τας φυσικάς ιστορίας του μέλλοντος, διότι χωρίς καμίαν αμφιβολίαν το δείγμα τούτο της ελληνικής χλωρίδος, το οποίον πρώτος ο κύριος Βούρλιστων παρουσίαζεν εις την παγκόσμιον επιστήμην, ήθελεν ονομασθεί ακαλήφη η Βουρλιστωνιανή (Urtica Vurlistoniana).

    Μετά την νίκην ταύτην ελθών εις Φθειρίαν, περίρρυτος ιδρώτος, κατάφορτος κονιορτού, εξηντλημένος αλλά πανευδαίμων, απεφάσισε να αναπαυθεί επί τρεις ημέρας εις το ξενοδοχείον του κυρ-Θανάση. Διότι, μεθ’ όλην του την αθλιότητα, εύρεν εν αυτώ πλεονέκτημα πολύτιμον διά πάντα Άγγλον. Ο κυρ-Θανάσης διατελέσας επί έτη μπομπότης, δηλαδή κάπηλος εν τοις πλοίοις, εις τον λιμένα του Γαλατά, ηδύνατο ευχερώς να συνεννοείται αγγλιστί.

    Ήδη ο Άγγλος, σπογγίζων τον ιδρώτα και τον κονιορτόν, λέγει μονολογών μάλλον ή ελπίζων πράγματι εις το δυνατόν τοιαύτης ευτυχίας:

    «Άο! Αν ημπορούσα να πάρω ένα θερμόν λουτρόν!»

    «Αύριον ημπορείτε να το έχετε», είπεν ο κυρ-Θανάσης, του οποίου οι οφθαλμοί εξήστραψαν εκ χαράς. Διότι ενθυμήθη αίφνης τον λουτήρα της Απολυτρώσεως, από τον οποίον ανέμενε μίαν τουλάχιστον χρυσοκίτρινην αγγλικήν λίραν, εις την δυστυχή αυτήν εποχήν των χαρτίνων λιμοκοντόρων.

    Ο Άγγλος δεν επίστευε τα ώτα του.

    «Άο! Γιου αρ ε γούντερφουλ μαν». Είσαι λαμπρός άνθρωπος, τω είπεν εν τω ενθουσιασμώ του.

    Αμέσως ο λουτήρ ανακαλείται εκ των στελεχών της εφεδρείας εις τας τάξεις· ο δε υπηρέτης ο Κίτσος, ο οποίος ουδέποτε είχεν ιδεί το παράδοξον τούτο αντικείμενον, διατάσσεται κατεπειγόντως να ανέλθει εις την σοφίταν και να το καταβιβάσει εις την προ της πλατείας εξώθυραν.

    Τούτο και εγένετο. Ο λουτήρ ερυθρομέλας εκ της σκευωρίας, κεκαλυμμένος πηλού εκ του κονιορτού και της υγρασίας ετοποθετήθη προ της θύρας, αμέσως δε απετέλεσεν το κέντρον πυκνού συνωστισμού Φθειριωτών.

    «Αμ τ’ είναι τούτηνια η μεχανή, κυρ-πάρεδρε;» Αύτη ήτο η κοινή πάντων ερώτησις.

    Αλλ’ ο κυρ-Θανάσης, μειδιών πάντοτε προστατευτικώς, εσιώπα χρωματίζων εν σπουδή διά λευκού ελαιοχρώματος τον λουτήρα και συγκαλύπτων την σκωρίαν.

    Η περιέργεια του πλήθους εν τούτοις εξήπτετο επί μάλλον.

    Οι μεν, και ούτοι ήσαν οι φίλοι του κυρ-Θανάση, ισχυρίζοντο ότι «είναι ηυρουπαϊκιά γούρνα για να πουτίζουν τα ζουντανά, κι να δείτε, που ου κυρ-πάριδρος στην πρώτ’ συνεδρίαση του δεμοτικού συμβουλίου θα δελώσει πως τη χαρίζ’ στου δήμ’».

    Άλλοι όμως, και ούτοι ήσαν οι αντίθετοι αυτού, εκ των ακολουθούντων τας πολιτικάς αρχάς του δευτέρου παρέδρου Τραγομάλλη, έλεγον ότι «είναι μιγάλο καζάνι, οπού βγάνουν τη σούμα· γιατί θα την κάν’ κι αυτή τη δ’λειά ου τουρκουμερίτ’ς ου πάριδρους που ξέρ’ να βγάν’ κι απού τη μύγα ξύγκι».

    Τέλος, διασχίζει το πλήθος μυστηριωδώς σοβαρός ο δημοδιδάσκαλος Γραμματικίδης, εχθρός αμείλικτος του κυρ-Θανάση, διότι, καθό αντιθέτου, του καθυστέρει φυσικώς έξ μηνών μισθούς, ρυμουλκών από του βραχίονος τον δεύτερον πάρεδρον Τραγομάλλην, επίσης άσπονδον αυτού εχθρόν, διότι οι δύο ούτοι ήθελον αντιμετρηθεί προς κατάκτησιν της δημοτικής αρχής κατά τας προσεχείς εκλογάς, ότε επιτυγχάνων ο Τραγομάλλης θα διόριζε τον Γραμματικίδην δημογραμματέα, τηρούντα συνάμα και την θέσιν του δημοδιδασκάλου.

    Αι δύο αύται επισημότητες του τόπου, ων η μία ήτο ο Νους και η ετέρα η Δύναμις, ηνωμέναι ου μόνον διά των συμπεπλεγμένων βραχιόνων αυτών αλλά και διά της ταυτότητος υψηλών συμφερόντων, έστησαν εκεί ενεοί προ του κυρ-Θανάση χρωματίζοντας το πρωτοφανές αντικείμενον.

    Τότε, ο κύριος Γραμματικίδης ήρχισε να περιεργάζεται τον λουτήρα μετά βαθείας προσοχής, τον εψηλάφει, τον έκρουε διά του δείκτου της χειρός, αναδίδοντα κατά φυσικόν λόγον μεταλλικόν ήχον και τον κατεμέτρει διά βλέμματος καθ’ όλα ειδήμονος.

    Και ορθούμενος σοβαρώς, σχεδόν απειλητικός, ερωτά τον κυρ-Θανάσην:

    «Δεν μου λέγεις, κύριε Πάρεδρε, έσκαψες προχθές το αμπέλι σου;»

    «Το έσκαψα· έπειτα; Μήπως ήθελες να μου το σκάψεις συ, κυρ-δάσκαλε, και σε ζήμιωσα το μεροκάματο; Αν είν’ έτσι, έχεις δίκιο να θυμώνεις, γιατί κάνεις για τέτοια δουλειά».

    «Αυτά θα τα δούμε αργότερα, μα, αν έχεις την καλοσύνη, δεν μου λέγεις, άνοιξες και ένα βαθύ χαντάκι γύρω;»

    «Άνοιξα και χαντάκι. Φοβάμαι μην πέσεις μέσα όταν γυρίζεις το βράδυ μεθυσμένος;»

    «Έχεις, θαρρώ, και τον λόρδο Βούρλιστων εις το ξενοδοχείον σου».

    «Τον έχω και το λόρδο Βούρλιστων, αλλά επειδή με παραβούρλισες και μου παραφούσκωσες το συκώτι, σε ρωτάω κι εγώ: Θα μας δείξεις την πλάτη σου ή να σου μπογιατίσω μ’ αυτό το πινέλο το μούτρο σου το σκουριασμένο;»

    Δεν απήντησεν ο κύριος Γραμματικίδης αλλά ρυμουλκών τον Τραγομάλλην εξεκίνησε.

    Τότε ηρώτησεν είς εκ των του πλήθους:

    «Αμ του λόγου σου, κυρ-δάσκαλε, που ξέρ’ς τα πουλλά γράμματα, δεν μπορείς να μας κρεν’ς τι είν’ αυτούνο ‘δω του μαραφέτ’;»

    «Και βέβαια ημπορώ, αλλά μόνον εις τας προϊσταμένας μου αρχάς οφείλω να το ανακοινώσω».

    Αμφότεροι διηυθύνθηκαν μετά σπουδής εις το τηλεγραφείον. Διότι χάρις εις τας ενεργείας του βουλευτού της επαρχίας κυρίου Τσαρουχοκάπη είχον αρχίσει εισαγόμεναι και εις Φθειρίαν αι εφαρμογαί του ηλεκτρισμού. Επειδή δε το τηλεγραφείον τούτο, οσάκις δεν υπήρχον προς μεταβίβασιν αμοιβαίαι καταγγελίαι των πολιτευομένων της Φθειρίας, ουδεμίαν είχεν εργασίαν, ο νεαρός τηλεγραφητής και φοιτητής της Νομικής κύριος Κιθαρίων ή εκοιμάτο ή ήδε προς κιθάραν ή ανεγίνωσκε τον «Υποκόμητα της Βραζελόνης», τον οποίον τω είχε δανείσει η δημοδισκάλισσα κυρία Ευανθία, ενώ αυτός τη έδωκε προς ανάγνωσιν τους «Άθλους του Ροκαμβόλ» ή εξήρχετο εις περίπατον μετά της κυρίας Ευανθίας, ρυμουλκούσης και την κυρίαν Μαριώραν, την μητέρα της, ή και εδίδασκε την κυρίαν Ευανθίαν το κιθαρίζειν.

    Την στιγμήν εκείνην της εισβολής του Γραμματικίδου και του Τραγομάλλη ο τηλεγραφητής ενετρύφα αναγινώσκων σελίδα, της οποίας πολλάς γραμμάς είχεν υποσημειώσει διά μολυβδίδος η κυρία Ευανθία και εν η ο Ραούλ εξομολογείται τα φλέγοντα την καρδίαν αυτού αισθήματα εις την Λαβαλιέρ.

    Έκλεισε στενάζων το βιβλίον και παρέσχε τα προς γραφήν εις τον Γραμματικίδην, όστις διετύπωσε το τηλεγράφημά του μετά νευρικής σπουδής.

    Μετ’ ολίγον δε η εξής σοβαρά είδησις εξόρμα προς τας Αθήνας διά του ηλεκτρικού σύρματος:

    «Υπουργείον Παιδείας, Γενικόν έφορον Αρχαιοτήτων, αρχαιολογικήν εταιρίαν.

                                                                                                                  Αθήνας.

    Δημαρχών πρώτος πάρεδρος Κεμέρογλους ανασκάψας παρανόμως ανεύρεν αρχαίαν τριήρη ορειχαλκίνην αρίστης τέχνης, καλώς διατηρουμένην, ην εικάζω είναι ομοίωμα Αργούς, δι’ ης Ιάσων μετέβη Κολχίδα. Διαπραγματεύεται πώλησιν Λόρδω Βούρλιστων, επίτηδες παραμένοντι ξενοδοχείω αυτού, αποπειρώμενος συγκαλύψαι πολύτιμον εύρημα δι’ ελαιοχρωματισμών. Σπεύσατε διάσωσιν προγονικών κειμηλίων.

                                                                                      Δημοδιδάσκαλος

                                                                                      Γραμματικίδης ».

 

    Αλλά μέχρι της πρωίας της επιούσης εξηράνθη το ελαιόχρωμα, ο λουτήρ ανεβιβάσθη υπό του Κίτσου εις το δωμάτιον, εν τω οποίω παρέμενεν ο σερ Βλακ-Βούρλιστων, και ο κυρ-Θανάσης επελήφθη μετά σπουδής της προετοιμασίας του λουτρού.

    Τότε το γκαρσόν, ο Κίτσος, ο οποίος έμαθε παρά του κυρίου του την πρωτάκουστον είδησιν, κατήλθε δρομαίως την κλίμακα, όρμησεν εντός του παντοπωλείου και συνέχων την κοιλίαν και πνιγόμενος υπό του γέλωτος:

    «Ξέρ’τε», λέγει εις τους θαμώνας, «μουρές πηδιά; την είδατε ψες εκείνηνια τη γούρνα;»

    «Ε ναι, του λοιπόν;»

    «Του λοιπόν θα τη γιουμίσει τ’ αφεντικό νιρό, κι θα μπει μέσα ου μυλόρδους».

    «Τι κρεν’ς, ουρέ Κίτσου;»

    «Αλήθεια κρένω· μα του Χριστό».

    «Κι ουλάκερος θα μπει, ουρέ Κίτσου;»

    «Ουλάκερος, μαθέ· αμ δα ου μισός;»

    «Ξέρω κι ‘γω; Κι χώρια που θα ‘ναι κι βραστό το νιρό».

    «Αμ δε μας λες, ουρέ, πως μας πήρες για κουθώνια;»

    Και ο Κίτσος επόμνυε και διεμαρτύρετο ότι αληθή λέγει.

    Τότε άλλοι επίστευσαν εις αυτόν και εσταυροκοπούντο, άλλοι ηπείλουν τον Κίτσον και άλλοι διεβεβαίουν ότι «μπορεί να κάν’ κι αυτό ου μυλόρδους, γιατί είναι μουρλός. Χτες ακόμα τον είδε ένα τσουπανόπ’λο στο β’ νό να μαζεύει βουτάνια κι να κυνηγάει τα φλιέστρα (υμενόπτερα) κι τις πεταλούδες μι την απόχα».

    Αλλά την αυτήν στιγμήν, καθ’ ην τόσαι διεσταυρούντο γνώμαι, διήρχετο έξωθεν ο δημοδιδάσκαλος Γραμματικίδης, ρυμουλκών πάντοτε τον δεύτερον πάρεδρον Τραγομάλλην· αμέσως δε τοις ανεκοινώθησαν τα πρωτάκουστα πράγματα.

    Διά το σοβαρόν της περιστάσεως, καίτοι άσπονδοι αυτού έχθροι, εισήλθον αμφότεροι εις το κατάστημα του κυρ-Θανάση.

    «Και είσαι βέβαιος», ερωτά μετ’ επισήμου ύφους τον Κίτσον ο Γραμματικίδης, «ότι το νερό που θα βουτήξει τον μυλόρδον ο αφεντικός σου θα είναι βρασμένο;»

    «Κι βέβαια, κυρ-δάσκαλε, να· ούτι κι έριξε την πρώτη καζανιά».

    «Κακούργημα βυσσοδομεί βεβαίως ο αλιτήριος», εψιθύρισεν ο δημοδιδάσκαλος. Και, προσηλωθείς μετά πεποιθήσεως εις την ιδέαν αυτήν, έσπευσε προς ανεύρεσιν του υπενωμοτάρχου Κοταπίτα. Τον ανεύρε δε επανερχόμενον άπρακτον εκ της θέσεως Κρύα Βρυσούλα, όπου είχε μεταβεί μετά δύο χωροφυλάκων προς σύλληψιν καθυστερούντος κληρωτού. Παραλαβών τότε αυτούς παρέμεινε μετά του δευτέρου παρέδρου κάτωθι του ξενοδοχείου, αναμένων την εξέλιξιν των γεγονότων, ενώ ικανοί ήδη Φθειριώται και Φθειριώτιδες συνέρεον πανταχόθεν διαπυνθανόμενοι περί του πρωτακούστου πράγματος.

    Μετ’ ολίγα λεπτά οξεία, διάτορος κραυγή άλγους ηκούσθη από του άνω πατώματος. Παρευθύς δε με άλματα τίγρεως ανήλθον την κλίμακα ο Γραμματικίδης, ο δεύτερος πάρεδρος, ο υπερνωμοτάρχης, οι χωροφύλακες.

    Τι είχε λοιπόν συμβεί εκεί;

    Ιδού τι είχε συμβεί. Το ύδωρ του λουτήρος ήτο θερμότατον· ο δε σερ Βλακ-Βούρλιστων, περιβεβλημένος το ελαφρόν εξ ανθρωπίνου δέρματος κοστούμι, το οποίον τω είχε δωρήσει η φύσις, ανέμενε μεθ’ υπομονής να ψυγεί ολίγον, προσηλών εν τω μεταξύ μετά περιπαθείας το βλέμμα επί ακαλήφης της βουρλιστωνιανής, ήτις ευλαβώς είχεν αποτεθεί υπ’ αυτού εντός ανοικτού λευκώματος εξ απορροφητικού χάρτου, επί της παρά τον λουτήρα μικράς τραπέζης.

    Αλλ’ ω της θλιβεράς περιπετείας!

    Την στιγμήν εκείνην ανοίγει την θύραν απροσέκτως ο κυρ-Θανάσης φέρων προς τον καθηγητήν συγχαρητήριον τηλεγράφημα του πανεπιστημίου της Οξωνίας διά την ανακάλυψιν της νέας ακαλήφης, ρεύμα δε αέρος αφαρπάζει ταύτην και την ρίπτει εντός του λουτήρος.

 

Ε

    Έκφρων τότε, εν τελεία λήθη του κινδύνου, ορμά ο σερ Βούρλιστων, βυθίζει την δεξιάν χείρα και τον πόδα εντός του λουτήρος και διασώζει το πολύτιμον φυτόν· αλλ’ αυτόχρημα ζεματισθείς μέχρι του γαστροκνημίου ρηγνύει οξείας κραυγάς άλγους.

    Την κραυγήν ταύτην είχον ακούσει οι προσδραμόντες.

    «Συλλάβετέ τον τον φονιά», ήτο η ομόθυμος εν δυωδία κραυγή του Γραμματικίδου και του Τραγομάλλη. «Δέστε τον».

    «Τον εσυλλήψαμεν αυτοφώρον», κραυγάζει και ο υπερνωμοτάρχης· αμέσως δε, ως εξ ενστίκτου, τα βούνευρα και οι κόπανοι των όπλων της βασιλικής χωροφυλακής πίπτουν ραγδαία εις την ράχιν του κυρ-Θανάση, ενώ ματαίως διά χειρονομιών και ακαταλήπτων λόγων διαμαρτύρεται ο σερ Βούρλιστων. Αλλ’ αυτοί δεν εννοούν τίποτε από αυτά· βλέπουν μόνον τον χρωματισμόν του ποδός του Άγγλου, όμοιον προς το χρώμα το οποίον έχουν τα πρόσωπα όλων των ξανθών τέκνων της Αλβιώνος, όταν έχουν ροφήσει φιάλας τινάς ουίσκι, ερυθρομέλανα δηλαδή, ωσάν την στιγμήν εκείνην να είχεν αφαιρεθεί απ’ αυτού βαθύ στρώμα σιναπισμών Ριγκολό.

    Ήδη περιβληθείς τας σιδηράς χειροπέδας ο Δίκαιος απάγεται δερόμενος και υβριζόμενος εις το Πραιτώριον, δηλαδή εις τον σταθμόν του υπενωμοτάρχου Κοταπίτα, ενώ ο δημοδιδάσκαλος Γραμματικίδης, ρυμουλκών πάντοτε τον δεύτερον πάρεδρον Τραγομάλλην, σπεύδει εις το τηλεγραφείον.

    Την στιγμήν εκείνην ο ατυχής τηλεγραφητής ητοιμάζετο να αποσφραγίσει επιστολήν, ην τω είχε κομίσει μικρά μαθήτρια· επιστολήν της κυρίας Ευανθίας, δεινώς απόζουσαν πατσουλίου, εντός φακέλου δαντελοειδούς με συμπλέγματα ρόδων εις τας γωνίας και δύο αλληλασπαζομένας περιστεράς εν τω μέσω. Ηναγκάσθη επί τη εισβολή των αχωρίστων τούτων να κρύψει το γράμμα στενάζων, και να ρίψει προ αυτών επί της τραπέζης μετά βλοσυρού βλέμματος τα προς γραφήν.

    Ο Γραμματικίδης συντάσσει εν σπουδή το τηλεγράφημα, το δίδει εις το πάρεδρον προς υπογραφήν και ο τηλεγραφητής υπό την εποπτείαν των Διοσκούρων, μετά σπασμωδικής χειρός αρχίζει επί της συσκευής του το ξηρόν τακ-τακ, το οποίον έριψεν εις την πρωτεύουσαν του κράτους, εκραγείσαν αμέσως ως φυσίγγιον δυναμίτιδος, την εξής είδησιν:

 

    «Πρόεδρον Κυβερνήσεως, υπουργούς Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Πρόεδρον Βουλής, βουλευτήν Τσαρουχοκάπην, Πρέσβυν Αγγλίας, εφημερίδας “Φήμην”, “Αλήθειαν”, “Έρεβος”, “Βόμβαν”,

                                                                                                                Αθήνας.

 

    Δημαρχείον πρώτος πάρεδρος Κεμέρογλους, φυγοδικών οθωμανικού ανήκουστα κακουργήματα, εγκατασταθείς προ δεκαετίας δυστυχίαν κατοίκων ενταύθα, υπό πρόσχημα πωλήσεως παρανόμως ανακαλυφθείσης τριήρους παρεπιδημούντα λόρδον Βούρλιστων, απεπειράθη πνίξει τούτον εντός αυτής ζέοντι ύδατι, προς λήστευσιν, δεινώς τραυματισθέντα, σωθέντα υφ’ ημών και αξίου δημοδιδασκάλου Γραμματικίδου, σπευσάντων κραυγάς θύματος. Κακούργον συνέλαβε δραστήριος υπενωμοτάρχης Κοταπίτας, αποστελλόμενον εισαγγελέα μετά πειστηρίων και σχηματισθείσης δικογραφίας. Φθειρία ανάστατος εκ συγκινήσεως. Πού ζώμεν;

                                                                                                         

                                                                                                    Δεύτερος πάρεδρος

                                                                                                      Τραγομάλλης»

 

    Αλλά και η πρωτεύουσα του κράτους εγένετο ανάστατος εκ συγκινήσεως.

    Ο βουλευτής κύριος Τσαρουχοκάπης έσπευσε να εύρει έν τινι καφενείω της Νεαπόλεως τον συγχώριόν του φοιτητήν της Νομικής Τομαράν, εις ον ανέθηκε να του συντάξει «μίαν ιπιρώτηση για τουν υπουργό τουν ισουτιρικών», αλλά παρητήθη κατόπιν της ιδέας ταύτης, επί τη βεβαιώσει του φοιτητού ότι μόνον οι βουλευταί της αντιπολιτεύσεως έχουν δικαίωμα να απευθύνουν επερωτήσεις.

    Ο Πρέσβυς της Αγγλίας επεσκέφθη εν τω υπουργείω τον υπουργόν τον Εξωτερικών πικρώς διαμαρτυρηθείς. Και δεν επέδωκε μεν τελεσίγραφον, αφήκεν όμως σημείωσιν ad memorandum, η οποία κατέληγεν εις συμπέρασμα εκφράζον την πεποίθησιν ότι η «κυβέρνησις του Βασιλέως διά της παραδειγματικής τιμωρίας των ενόχων και της ταχείας ανορθώσεως πάσης ζημίας προσγενομένης εις υπήκοον της Χαριεστάτης Ανάσσης, ην αυτός αποτιμά επιεικώς εις πεντήκοντα χιλιάδας λιρών στερλινών, θέλει απαλλάξει την κυβέρνησιν του Ηνωμένου Βασιλείου της δυσαρέστου ανάγκης του να υποστηρίξει κατ’ άλλον τρόπον τα δίκαια των βρετανών υπηκόων».

    Την επιούσαν αι εφημερίδες του Άστεως, ως εκ συνθήματος, ανεξαρτήτως αποχρώσεως, το «Στάνταρ», οι «Τάιμς», το «Ντέιλι-Νιους», η «Παιλ Μαιλ Γκάζετ», είχον δριμύτατα άρθρα κατά της Ελλάδος· το «Στάνταρ» ιδίως κατέληγεν εις το συμπέρασμα ότι, «αν βρετανική κυβέρνησις υπέπεσεν εις το αξιοθρήνητον σφάλμα να μη λάβει πραγματικάς εγγυήσεις παρά των ληστοπειρατών τούτων επί τη ευκαιρία του κακουργήματος του Δήλεσι, δεν πρέπει να παραλείπει την νέαν ταύτην ευκαιρίαν». Εν Παρισίοις ο «Βολταίρ», το «Ντεμπά» και ο «Φιγκαρό» επληροφόρουν τους αναγνώστας των διά χιλιοστήν φοράν ότι οι ήρωες του «Βασιλέως των Βουνών» δεν είναι ήρωες φανταστικοί και ότι πρέπει η γαλλική κυβέρνησις από κοινού μετά των κυβερνήσεων των λοιπών πεπολιτισμένων κρατών να τρίξει τους οδόντας και εν ανάγκη να τους βυθίσει ολίγον εις την σάρκα των αδιόρθωτων τούτων συμπατριωτών του κλασικού ήρωος του Αμπού, του Χατζή Σταύρου.

    Αλλά πάντας υπερέβαλλον τα γερμανοεβραϊκά φύλλα της Πράγας, της Βουδαπέστης, της Βιέννης και του Βερολίνου. Ταύτα, μετά Νιαγάραν ύβρεων κατά της Ελλάδος, συνεπέραινον ότι η αυτοκρατορική κυβέρνησις επί τη ευκαιρία ταύτη, εφαρμόζουσα την πολιτικήν, ήτις τόσους απέφερε καρπούς εν τη Ανατολική Αφρική, πρέπει να ιδρύσει στρατιωτικοβιομηχανικούς σταθμούς εν Ελλάδι, επιβάλλουσα τον γερμανοεβραϊκόν πολιτισμόν, τα γερμανοεβραϊκά συμφέροντα και την εβραιογερμανικήν βιομηχανίαν.

 

ΣΤ

    Αλλ’ εν ω χρόνω το τηλεγράφημα του Γραμματικίδου απησχόλει την διπλωματίαν και τον ευρωπαϊκόν Τύπον, ο Θανάσης, φέρων χειροπέδας και δεμένος διά σχοινίου, του οποίου το άκρον εκράτουν δύο χωροφύλακες, διέσχιζε την Φθειρίαν απαγόμενος εις την πρωτεύουσαν του νομού, ενώ ηκολούθουν εξόπισθεν δυο ημίονοι κατάφορτοι, ο μεν πρώτος από τον καθηγητήν Βούρλιστων και τας εντός κυτίων εκ λευκοσιδήρου και λευκωμάτων συλλογάς του εξ υμενοπτέρων, λεπιδοπτέρων, κολεοπτέρων και απειροπληθών δειγμάτων της ελληνικής χλωρίδος, ο δε δεύτερος από το σώμα του εγκλήματος, τον λουτήρα, δεδεμένον στερεώς επί του σάγματος.

    Ο αρχαιότερος των δύο χωροφυλάκων εκράτει ανά χείρας φάκελον περιέχοντα τας υπό του δευτέρου παρέδρου διά του δημοδιδασκάλου και του υπενωμοτάρχου ληφθείσας καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, μετά του προς την υπομοιραρχίαν εγγράφου του υπενωμοτάρχου Κοταπίτα έχοντος ως εξής:

   

 «Προς την σε βαστεί ιππομηραρχίαν.

 

    Περί τιρτήρης παρανόμως ξεχόσεος, αχρειοκαπηλείας Άγγλον πνήξαιος βραστόν νερόν. Ως κε περί συλλύψεως κλιροτωφιγόδικον και δεν έρχαιτε.

    Ευσεβάστος αναφέρο ο ιπποφενώμενος ιππενοματάρχης, ότι ηπάγας χθαις εις την θέσιν Κρία Βρισούλα (Κόμπος νερώ δεν τρέχη πλια) όπως συλίψω τον εκί κρυπτώμενον κλιροτωφιγόδικον Γκιώσαν, ο οπείος μου απίντισεν όχι μώνων απιλών με δακτυλοϊδώς, αλλά πόσων μάλλων κε δεν έρχωμαι, επιστραίψας κατεπίγον απράκτος, διότι πλεροφωρηθίς πεζός, ότι πάρεδρος Κεμέρογλους, ανασκαφήσας παρανόμων αγρόν, προς ανακάλυψιν αρχέαν τιρτίρην (την εγνόρησεν ο δάσκαλως) και εβρήσας και πουλήσας εις Άγγλων λώρδον, αποπηραθύς έπιτα πνίξην έκαφσαιν Άγγλον υπαιράνω τον αγκόνα και έος τις μασχάλις του δαιξιού ποδώς.

    Στέλνω εφσεβάστος εσσοκλήστος εις τω παρών τιν τιρτίρην, των πάραιδρων σιδηροδαίσμιον (Χορηστά πού με αντίστασεις βιαιοπραγήαν έσχισε τραβματείαν κε μάρτηρας διά τα παιρετέρο.

                                                                                  Εφπιθαίστατως

                                                                                 Κοταπίτας Ιωάν.

                                                                                       ιππενομ. »

 

    Την τρίτην δε από των μεγάλων τούτων συμβάντων ημέραν, εις το Χάνι του Ραβδά, εις το μέσον της από της πρωτευούσης του νομού αγούσης εις Φθειρίαν οδού, συνηντώντο δύο δημόσιοι υπάλληλοι, εκάτερος με ιδιαιτέραν σοβαράν επίσημον αποστολήν, κατευθυνόμενοι εις Φθειρίαν· ο έφορος των αρχαιοτήτων κύριος Ληκυθίδης και ο τακτικός ανακριτής κύριος Δικονομόπουλος. Ο Ληκυθίδης αφ’ εσπέρας διανυκτερεύσας εν τω χανίω, διότι προηγήθη κατά μίαν ημέραν του ανακριτού, δεν εγνώριζε τα τραγικά συμβάντα της αποπείρας του φόνου, αλλ’ απλώς έσπευσε προς διάσωσιν και κατάσχεσιν του προγονικού κειμηλίου.

    «Φαντασθείτε», έλεγε. «κύριε Δικονομόπουλε, ότι ανασκαπτομένου, καθ’ α φαίνεται, εν Φθειρία αρχαίου τάφου υπό των αδιορθώτων τυμβωρύχων ανεκαλύφθη, μεταξύ των συνήθως εν τοις προϊστορικοίς τάφοις ανακαλυπτομένων μικρών κτερισμάτων και χαριέστατον μικκύλον ομοίωμα αρχαίας νηός, την οποίαν η φαντασία του εκεί δημοδιδασκάλου παρουσιάζει ως ομοίωμα της Αργούς, αλλ’ ήτις προφανώς δεν είναι άλλο, ειμή του πορθμείου του Χάρωνος συγκινητική αλληγορία. Σημειώσατε δε ότι το πρώτον ήδη απαντάται τοιούτον αντικείμενον εντός αρχαίου τάφου».

    «Δεν θα είναι δα τόσον μικκύλον το εύρημα τούτο, αφού εντός αυτού ο διαβόητος Κεμέρογλους απεπειράθη το δεινόν κακούργημα το οποίον με φέρει εσπευσμένως εις Φθειρίαν, συνεπεία τηλεγραφικής διαταγής του υπουργού της Δικαιοσύνης και του παρ’ Εφέταις εισαγγελέως».

    Και διηγήθη εις αυτόν τα μεγάλα συμβάντα, τα οποία συνετάραξαν τον πεπολιτισμένον κόσμον.

    Αλλ’ ο κύριος Ληκυθίδης δυσπιστών πως, «Φαίνεται», είπε, «θα είναι πολύ λιλιπούτειος ο Άγγλος αυτός διά να ημπορούν να τον πνίξουν εντός τοιούτου δοχείου».

    «Ή, ως φαίνεται», απήντησεν ο ανακριτής, «η ανακαλυφθείσα τριήρης δεν έχει τας διαστάσεις τας οποίας της αποδίδετε. Διότι πιθανόν να είναι εσφαλμένη η αυθαίρετος υμών υπόθεσις ότι ευρέθη εντός αρχαίου τάφου».

    Αλλ’ ενώ οι δύο δημόσιοι λειτουργοί ευρίσκοντο εις το σημείον τούτο του διαλόγου, εθεάθη ερχομένη εξ αντιθέτου οδού η την προτεραίαν εκ Φθειρίας εκκινήσασα διά την πρωτεύουσαν πομπή, ήτις έστη εις το χάνι.

 

Ζ

    Άμα ως έμαθον οι χωροφύλακες, ότι ο κύριος Δικονομόπουλος ήτο ο ανακριτής, προσήγαγον ενώπιον αυτού τον Δίκαιον και ήρχισαν να εκφορτώνωσι τον σερ Βούρλιστων, τας συλλογάς του και το σώμα του εγκλήματος, τον κατάρατον λουτήρα.

    Η θέα του τελευταίου τούτου έφερεν εις απόγνωσιν τον δυστυχή αρχαιολόγον. Αποσυρθείς κρυφίως, ως αίλουρος ζεματισθείς, ίππευσε και ετράπη αμέσως εις φυγήν, ως παράφρων.

    «Ω κακομοιριά μου», εμονολόγει, «με τι μούτρα θα έβγω πλειά στον κόσμο, όταν διαδοθεί ότι έσπασα δεκαέξι ώρες στο σαμάρι του μουλαριού και εξενύχτησα σε ένα χάνι, για να έρθω εδώ να κατάσχω ένα σκουρασμένο μπάνιο τενεκεδένιο; Και όταν το μάθουν οι εταίροι των ξένων εν Αθήναις Σχολών, μάλιστα εκείνοι οι Γάλλοι; Και τι με ασφαλίζει τον δυστυχισμένο ότι δεν θα είναι κανένας απ’ αυτούς της πάστας του προκατόχου των, του Αμπού, και τότε πού πας και πού στέκεσαι, ταλαίπωρε Ληκυθίδη;»

    Αλλ’ αν το μπάνιο του κυρ-Θανάση δεν ενδιέφερε πλέον την αρχαιολογικήν επιστήμην, ήτο όμως εξαίρετα δυνατόν να πνίξουν εντός αυτού έναν Άγγλον.

    Μάτην εν τούτοις ο ταλαίπωρος Θανάσης διεμαρτύρετο και επόμνυε και επεκαλείτο ενώπιον του ανακριτού την μαρτυρίαν του σερ Βούρλιστων.

    Διότι ο σοφός καθηγητής, ως Άγγλος σεβόμενος εαυτόν, μόνην την αγγλικήν κατεδέχετο να γνωρίζει. Περιορίζετο λοιπόν να μαρτυρεί την προς τον κυρ-Θανάσην συμπάθειάν του, σφίγγων αυτόν επί της καρδίας του, περιπτυσσόμενος αυτόν, εχόμενος αυτού μετά τραγικής συμπαθείας και θωπεύων τας παχείας παρειάς του.

    Απετέλει δε ούτω μετ’ αυτού σύμπλεγμα, το οποίον κάλλιστα ηδύνατο να χρησιμεύσει ως υπόδειγμα αισθηματικής εξάρσεως διά την τελείαν από σκηνής παράστασιν της περιπαθούς περιπτύξεως του Ρωμαίου και της Ιουλίας.

    Αλλά τι εσήμαινον όλα ταύτα ενώπιον του ανακριτού;

    Το πολύ πολύ ότι ο σερ Βούρλιστων, βιβλικός και ευαγγελιστής Άγγλος, κατά το υπόδειγμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συνεχώρει τους εχθρούς του. Αλλ’ ήτο τούτο λόγος διά να απολύσει τον κακούργον;

    Έπειτα τίνι τρόπω, παρακαλώ, να καταχωρισθώσιν εν ανακριτική εκθέσει, αντί μαρτυρικής καταθέσεως του παθόντος, αυταί αι παντομιμικαί περιπάθειαι του σερ Βούρλιστων; Ο γραμματεύς τουλάχιστον του ανακριτού, αν και πεπειραμένος υπάλληλος, εδήλωσε κατηγορηματικώς ότι αδυνατεί να τας καταχωρίσει.

    Εδέησε να προφυλακισθεί ο κυρ-Θανάσης. Μέχρις ου δε εξετασθεί διά διερμηνέως ο παθών εν τη έδρα του δικαστηρίου, περατωθεί η ανάκρισις και εκδοθεί το οικείον βούλευμα του συμβουλίου των πλημμελειοδικών παρήλθεν εξάμηνον. Τότε απεδόθη πάλιν ο κυρ-Θανάσης εις τους κόλπους της κοινωνίας της Φθειρίας, όπου αι υπέρ αυτού συμπάθειαι εκορυφώθησαν, μετά δίμηνον δε εξελέχθη δήμαρχος.

    Αλλά προ τούτου περιφανή ικανοποίησιν παρέσχεν εις αυτόν ο αθηναϊκός Τύπος.

    Διότι ο τηλεγραφητής κύριος Κιθαρίων, ευγνωμονών διότι ο κυρ-Θανάσης, ων έτι δημαρχών πάρεδρος, τη παρακλήσει του εδιπλασίασεν εν τω δημοτικώ προϋπολογισμώ το δι’ ενοίκιον κατοικίας της δημοδιδασκαλίσσης κυρίας Ευανθίας κονδύλιον, απέστειλεν εις την εφημερίδα «Ο Βόμβος», καταβαλόντος του κυρ-Θανάση δι’ έξοδα καταχωρίσεως δραχμάς τριάκοντα, την εξής διατριβήν, η οποία κατεχωρίσθη εν τη τελευταία στήλη της τετάρτης σελίδος, κάτωθεν ειδοποιήσεως, δι’ ης ανηγγέλλετο ότι εις του Βοριά την Βρύσιν πωλούνται οινοβάρελα μεταχειρισμένα, και άνωθεν ετέρας δι’ ης ειδοποιείτο το κοινόν ότι παραμάνα νεαρά και ευτραφής, έχουσα άφθονον γάλα, ζητεί οικίαν.

    Η διατριβή είχεν ως εξής:

    «Επιστέλλουσιν ημίν εκ Φθειρίας:

    Άνθρωποι σκότιοι, ως ο δημοδιδάσκαλος Γραμματικίδης και ο πάτρων αυτού Τραγομάλλης, ους ο νοήμων της Φθειρίας λαός από πολλού εγνώρισε και εστιγμάτισεν, απεπειράθησαν συκοφαντικώς να διασύρωσι την τιμήν του παρέδρου κυρίου Αθανασίου Κεμέρογλου, αποδώσαντες αυτώ ουδέν ήττον ή πράξεις εγκληματικάς, απόπειραν δηλαδή φόνου Άγγλου περιηγητού, όπως θέσωσιν εκποδών επικίνδυνον αντίπαλον εν τη τοπική πολιτική. Αλλ’ η μεν Δικαιοσύνη απένειμε περιφανή ικανοποίησιν εις τον διακεκεριμένον πολιτευτήν, η δε Φθειριακή κοινωνία κατέχωσε δι’ όλου του όγκου της τους συκοφάντας, κρυβέντας αισχρώς εντός του κελύφους των, όπου η προσεχής δημοτική εκλογή θα τους θάψει κάτωθεν όρους μελανών ψήφων.

    Επιρροαί οία η της οικογενείας των Κεμέρογλου, στηριζόμεναι εις μακράς και επιφανείς προς την πατρίδα υπηρεσίας δεν δύνανται να κλονισθώσιν υπό της βδελυράς πνοής της συκοφαντίας, διδακτικόν δε μάθημα θα δώσει εις τους συκοφάντας την μεθεπομένην Κυριακήν η Φθειρία».

    Και ούτως εξέλαμψεν η αρετή και η αθωότης.

 

Η

    Τοιουτοτρόπως ετελείωσε την διήγησίν του ο μηχανικός. Ο δε κυρ-Θανάσης, όστις καθ’ όλην την αφήγησιν ταύτην επλαγιοδρόμει έξωθεν της θύρας του δωματίου, εισήλθε πλησίστιος και μοι είπε μετά αιδήμονος συστολής:

    «Ο κύριος μηχανικός όλο και το κακό μου λέει εις τους ξένους»

    «Κάθε άλλο, κυρ-Θανάση· απεναντίας μου διηγείτο με κατάνυξιν τα Πάθη σου και την Ένδοξόν σου Ανάστασιν».

    Αλλ’ ήδη, ελθών ο αγωγιάτης μου, με ειδοποίησεν ότι το ζώον ήτο έτοιμον και ηδυνάμεθα να αναχωρήσομεν. Εζήτησα τότε από τον κυρ-Θανάση τον λογαριασμόν, όν εκράτει ανά χείρας, ενώ δε έριπτον επ’ αυτού το βλέμμα, τα χείλη του μηχανικού διεστάλησαν εις πονηρόν μειδίαμα.

    Είχεν ως εξής:

    «Ένας ίπνως με έξι κραιβάτια, προς 1,50 το κραιβάτι, δρ. 9. Φωτισμώς, από δίο δαικάρες για κάθε κραιβάτι 1,20. Σαπούνι 50. Ένα κοκορόπουλο δρ. 5. Τέσαιρες οκάδες κάρβουνα, δαδί, αλάτη και ψωμή 2,50. Καφέδες και κονιάκ 2. Διά παιριποίισιν δρ. 4. Το ώλον 24,20».

    Όλα τα ηνέχθην απαθώς, ως αν ήμην μαθητής τις του Βλοσίου ή του Διοφάνους, των από της Στοάς. Αλλ’ εκείνο το κονδύλι «διά παιριποίισιν δρ. 4» ενείχε τόσον σαρκασμόν, τόσην καυστικήν ειρωνείαν, ώστε με κατέστησε μανιώδη.

    Επλήρωσα εν τούτοις λυσσών, εχαιρέτισα τον φίλον μου και απήλθον εσπευσμένως ειπών εις τον αγωγιάτην, αν απαντήσομέν που τον δημοδιδάσκαλον Γραμματικίδην, να με ειδοποήσει διά να τον εναγκαλισθώ και τον καταφιλήσω.

    Όταν εξήλθομεν της Φθειρίας, είδον έξωθεν ποιμνιοστασίων πυράς ανημμένας. Αι αυταί δε αβραί ποιμενίδες, τας οποίας συνήντησα κατά την άφιξίν μου, ετίνασσον διά τρομώδους κινήσεως άνωθεν των πυρών κάπας, φουστανέλας, υποκάμισα και άλλα ενδύματα.

    Διενοήθην μήπως οι σκηνίται είναι πυρολάτραι, μήπως αυτό το οποίον έβλεπον ενώπιόν μου ήτο πράξις αναγομένη εις την εξωτερικήν λατρείαν του θρησκεύματός των και ανεκοίνωσα τας περί τούτου σκέψεις μου εις τον αγωγιάτην.

    Αλλ’ αυτός μου είπε μειδιών:

    «Αμ τινάζουν στη φ’τια τις ευλογημένες»

    «Ποιες ευλογημένες;»

    «Αμ θέλ’ς δα να στις πω; Αυτές που σε κάνουν και την αφεντιά σ’ να ξύν’ς τουν κόρφου σ’».

    Πράγματι την στιγμήν εκείνην ασυνειδήτως, εμμανώς, έσχιζα το στήθος μου απεγνωσμένος ένεκεν ανεξηγήτου κνησμού.

    Επλησίασα προς το πέριξ της πυράς σύμπλεγμα. Ενώ εξηκολούθει η εργασία, η πυρά ανέδιδε πληθύν μικρών σπινθηρισμών μετ’ ελαφρού κρότου, όπως όταν τα παιδία ρίπτωσιν εις το πυρ κόκκους πυρίτιδος.

    Αν και βδελυττόμενος κατ’ αρχήν της Ιεράς εξετάσεως τα βασανιστήρια, μετά πόσης χαράς εν τούτοις, μετά πόσου φανατισμού θα απέβαλλον τα ενδύματά μου και θα προσεχώρουν και εγώ εις αυτό το Έργον Πίστεως, το auto da fe! Αλλά  δεν το επέτρεπεν η ευπρέπεια· και εδεήσε να αναβάλω την ελπίδα της απολυτρώσεως μέχρι της εις Αθήνας επανόδου μου.

    Την τελευταίαν λεπτομέρειαν, ήτις ανάγεται εις το ενεργητικόν των κατοίκων της Φθειρίας και των περιχώρων, εμνημόνευσα ένεκεν επιτακτικού καθήκοντος δικαιοσύνης.

    Όφειλα να σημειώσω ότι, αν αι καθαρτικαί ιδιότητες του ύδατος είναι άγνωστοι εν Φθειρία και τοις περιχώροις, είναι όμως τα μάλιστα διαδεδομένος ο διά του πυρός καθαρισμός. Ουδέν δε δραστικότερον του πυρός του καθαρτηρίου.

 

  1920

 

 

 

 KEIMENA MAZI

KEIMENA