ΚΙΜΩΝ ΛΩΛΟΣ

 

ΕΙΧΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟ



Όταν η μετάθεση μάς έριξε στο Μαγιαντάκ είδα πως το τουρκοχώρι εκείνο ήταν απέναντι στη Γευγελή, μερικά χιλιόμετρα πιο εδώ απ’ τα σερβικά σύνορα. Βρήκα λοιπόν τον τόπο που μ’ απασχολούσε τόσο, εδώ και δυο χρόνια. Η Γευγελή, το συμμαχικό κανόνι, κι ο βρόντος του, που ’φτανε ως τη Θεσσαλονίκη και τον ακούγαμε. Ήταν σ’ εκείνο το ψηλό σπίτι της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας με τον Ιταλό μονοχέρη σπιτονοικοκύρη, με τα περιστέρια του μαραγκού που καθότανε στην αυλή, και τα ξύλινα κάγκελα των μπαλκονιών. Σ’ εκείνα κει τα μπαλκόνια άκουσα τη μητέρα μου να μου λέει τόσες φορές:

- Ακούς; Το κανόνι τ’ ακούς στη Γευγελή;

Έτσι μου ριζώθηκε η λέξη. Τα κανόνια και η σημασία τους μου ήταν πολύ λίγο γνωστά. Όμως ο βρόντος τους ήταν τόσο καλά τυπωμένος στο μυαλό μου, ώστε θαρρούσα πως δεν μπορούσα να λαθέψω και να μη τ’ αναγνωρίσω όταν θα τα συναντούσα, αφού θα γνώριζα καλά μιαν ιδιότητά τους τόσο σοβαρή.

Η Γευγελή λοιπόν άθελά της δέθηκε στη φαντασία μου με τους βρόντους των κανονιών, κι αφού αυτά δεν τα είχα γνωρίσει ακόμα, μοιραία μ’ απασχολούσε κι η Γευγελή, και πίστευα πως η τυχόν γνωριμιά μου με τα κανόνια θα ’χε για άμεση συνέπεια τη γνωριμιά μου και μ’ αυτή. Φυσικά, αυτό δεν έγινε. Τώρα πια δε θυμάμαι αν γνώρισα πρώτα τα κανόνια ή πρώτα τη Γευγελή. Ωστόσο, όταν μού την έδειξαν και την αντίκρισα από το Μαγιαντάκ, πνιγμένη μες το πράσινο, μού φάνηκε πολύ κοινή, ή τουλάχιστον όχι σύμφωνη μ’ ό,τι είχα πλάσει. Οι καπνοί, τα κανόνια, αυτά λείπανε. Πολύ γρήγορα έπαψα να την προσέχω. Έπειτα, το Μαγιαντάκ μ’ απασχόλησε τόσο έντονα, ώστε την ξέχασα ολότελα.

Ήταν μια απ’ τις χρονιές που ακολούθησαν την ανακωχή. Μόνοι Έλληνες ήταν εκεί οι αξιωματικοί της φρουράς και οι άντρες. Η Τουρκιά, φοβισμένη, δουλική, ανήξερη, ακουμπούσε το μέτωπό της στο δρόμο, στο πέρασμα κάθε στολής. Το χωριό νεκρικά σιωπηλό. Μια ηρεμία, μια ακινησία θανατερή ήταν χυμένη πάνω στις πιλινθόχτιστες μάντρες και τις ξεραμένες αμυγδαλιές των χέρσων μπαξέδων. Αυτή η νέκρα ήταν τόσο έντονη, ώστε σφράγιζε ολόκληρο το τοπίο κι έδινε στην ατμόσφαιρά του αυτό το ακίνητο και πεθαμένο ύφος.

Θαρρώ πως μ’ άρεσε τότε αυτή η κατάσταση χωρίς να ξέρω γιατί. Το μεσοκαλόκαιρο άναβε μέσα στο λίβα, που αποτελείωνε τα καλαμπόκια και τις αρρωστημένες δαμασκηνιές. Εκείνα τα δαμάσκηνα κρέμονταν, πώς κρέμονταν! Βαριά, ασθενικά, γεμάτα πυρετό και χυμό ζεστό, βρασμένο, σαν πύο. Μέσα στη βουβαμάρα ακούγονταν τα ζουζούνια. Κοπάδια από σφήκες μαζεύονταν όπου υπήρχε υποψία νερού. Έτσι το ξέρω το χωριό και θαρρώ πως μονάχα έτσι το είδα. Πάντα η κάψα, το βουητό των εντόμων, οι κάργιες, κι η σκόνη, παχύ στρώμα πάνω στα φύλλα. Ξυπνούσα τότε το πρωί κι ήξερα τι θα αντικρίσω μόλις ανοίξω τα μάτια μου. Ήμουνα βέβαιος για τη σταθερότητα της πηχτής, χωματένιας θα πω, ατμόσφαιρας, και την ακινησία των πραγμάτων.

 

Το Μουσταφά τον πήραμε για θελήματα. Είχε ξυπόλυτα πόδια, φέσι και τουνίκα γκρίζα, ξεβαμμένη και σκιστή στα πλάγια. Οι χάντρες των ματιών του ήταν κι αυτές ξασπρισμένες, γαλάζιες, έξυπνες και παιχνιδιάρες. Στο σπίτι του πήγα πολλές φορές. Έμπαινα, και με το δρασκέλισμα του κατωφλιού χωνόμουνα κιόλας στην όαση της αυλής. Θαύμαζα τότες την τούρκικη επιστήμη του λουτρού και του χαμαμιού, του νερού, εκδηλωμένη και στο τελευταίο λιθαράκι. Και κείνα τα σχήματα που ήταν όλο κάμψη, όλο καμπύλη, όλο πονεμένη νοσταλγία της μακρινής πατρίδας· Ο πατέρας του Μουσταφά δεν ήταν πλούσιος, ούτε το σπίτι τους κανένα αρχοντικό. Απόδειξη, ότι μάς τον δώσανε για υπηρέτη. Όμως το νερό δε λείπει κι απ’ τον φτωχότερο ακόμα, οδηγημένο από πεντακάθαρα κανάλια, ως το προσκεφάλι του μιντεριού τους, σε χίλια σχήματα, με χίλιους τρόπους. Η ποίηση του νερού. Και μετά, η στοργή και η λεπτότητα που άνθιζαν στην ψυχή του Τούρκου διακριτικά, και με τύλιγαν κάτω από τις αυστηρές επιταγές των νόμων της φιλοξενίας. Τα ελληνικά τα μίλαγαν με τον τούρκικο τρόπο. Μια γλώσσα ελληνική, μα μυστηριώδη, γάργαρη σαν το κελάρυσμα των νερών τους, γεμάτη επίθετα και υποκοριστικά. Ο Μουσταφάς καθόταν πλάι μου. Κι αυτές ήταν οι σπάνιες στιγμές που οι χάντρες του έμεναν ακίνητες και ξασπρίζανε όσο ποτέ.

Με τέτοιο τρόπο δημιουργήθηκε η πρώτη μου φιλία. Ανεπάντεχα, όπως συμβαίνει σ’ αυτή την ηλικία, και χωρίς πολλή σκέψη. Ούτε τα λόγια ούτε η φρόνηση ούτε τα αισθήματα, όσο τα γεγονότα είχαν το λόγο. Αυτά πλησιάζουν και δένουν τα παιδιά. Η ικανότητα στο σημάδι με το λάστιχο, η στο σφεντόνισμα της πέτρας με το χέρι, έχουν περισσότερη αξία σ’ αυτές τις περιπτώσεις παρά οι καλές ιδέες και τα σκεφτικά λόγια. Και πώς αγαπούμε τους δυνατότερούς μας! Ο Μουσταφάς ήταν μεγαλύτερός μου. Κι ήξερε περισσότερα απ’ ό,τι ήξερε ένα παιδί σαν και μένα, πιασμένο ολημερίς απ’ το φουστάνι της μαμάς. Και λάστιχο, και βώλους, και κρυφτό πονηρό, με κινδύνους και περιπέτειες αντρικές σχεδόν, και που για κανένα λόγο δεν επιτρεπότανε ν’ ανακοινωθούν ποτέ στο σπίτι. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτό. Τα μάτια του, στις ήσυχες ώρες μας, είχαν μια καλοσύνη απέραντη. Τα δειλινά ήμαστε γενικά πιο ήρεμοι, και κάτι τέτοιες στιγμές πλησιάζαμε τα παράθυρα του τεμένους, που σκέπαζε τους τάφους των τριών χοτζάδων. Κάποια κρυάδα νιώθαμε, αλήθεια, μα όχι φόβο. Βλέπαμε τρεις μακρουλούς τάφους, παράλληλα βαλμένους, και στο πλακοστρωμένο δάπεδο γλάστρες από βασιλικό κι αρμπαρόριζα. Η δροσιά, ανακατεμένη με τη μυρωδιά του χλωρού βασιλικού, μάς χτυπούσε στο πρόσωπο. Μια ειρήνη, μια δροσούλα, μια μυρωδιά. Ήταν, αληθινά, ο τόπος ο χλοερός...

Ένα βράδυ κάθισα και βάλθηκα να του μάθω κάποιο τραγούδι. Εδώ ήμουν εγώ ανώτερος. Κι η διδασκαλία προχωρούσε όμορφα.

           Από τα μάτια πιάνεται,

           στα χείλια κατεβαίνει

Νύχτωνε και καθόμαστε κάτω από το κεραμιδένιο υπόστεγο της αυλής. Η γαλανή του αθωότητα με τύλιγε, και σα να μ’ ευγνωμονούσε που τον δασκάλευα. Τα βήματα της φοράδας του πατέρα μου, που γυρνούσε απ’ τη στρατώνα, ακούστηκαν πνιγμένα στη σκόνη του δρόμου. Τα κουμπιά της στολής του αστράψανε μες στο απόβραδο. Η διδασκαλία κόπηκε στη μέση.

- Μαμά, ο Μουσταφάς θα φύγει. Τον θέλεις άλλο; φώναξα.

Έτσι χωρίζαμε κάθε βράδυ.

- Όχι! ακούστηκε η φωνή της μητέρας μου.

- Αύριο πάλι… μού σφύριξε ο Μουσταφάς και ξεκίνησε να φύγει.

Ο πατέρας μου μ’ ανέβασε στα καπούλια κι έδεσε το ζώο στο στύλο.

           … Κι από τα χείλη στην καρδιά

           ριζώνει και δε βγαίνει.

Ψιλή και φάλτσα ακούστηκε φωνή του Μουσταφά, που χανότανε στο βάθος του σκονισμένου δρόμου.

Το τέλος εκείνου του καλοκαιριού ήρθε καινούργια μετάθεση για την άλλη άκρη της Μακεδονίας. Όμως ο Μουσταφάς μάς ακολούθησε, γιατί ο πατέρας του μας τον εμπιστεύτηκε.

 

Η πόλη ήταν παλιά. Έχει πολλά ποτάμια και πολλά ονόματα. Πατήθηκε απ’ όλες τις φυλές. Όμως όλ’ αυτά τα χρώματα φαίνονταν να συνταιριάζονται, και τ’ αποτελέσματα της επιμιξίας ήταν χαριτωμένα. Είχε κι εδώ πολλούς Τούρκους, μα ήταν αλλιώς. Δεν ήταν μόνοι τους. Ανακατεύονταν με τους ντόπιους κι αυτό άλλαζε τη σκηνοθεσία. Ήταν η Ρωμιοσύνη κι η Τουρκιά δεμένες μαζί, κράμα γουστόζικο και συμπαθητικό.

Τόσα καινούργια πράματα λοιπόν βρήκα. Τα σιδερένια γεφύρια των Γάλλων, τη λεωφόρο του σταθμού με τις αψίδες των ακακιών, τ’ αφρισμένα ποτάμια, το σιωπηλό κλάμα των ιτιών στο τσαΐρι του πασά, τη δροσιά, την υγρασία, και τα ψηλά πλατάνια με τις φωλιές των πελαργών. Έπειτα έπρεπε ν’ αρχίσω το σχολείο. Ώστε, καινούργιες γνωριμιές.  Η απιστία αρχίζει από τη στιγμή που θα πιστέψεις πως κι άλλοι μπορούν να σου προσφέρουν ό,τι και οι παλιές σου αγάπες. Είναι τόσο σπασμωδικά αυτά τα χρόνια.

Φεύγεις για το σχολειό και ως το μεσημέρι ξεχνάς τι άφησες πίσω σου. Όταν γυρίσεις, βρίσκεις μια μητέρα να ετοιμάζει το φαί, κι ένα Μουσταφά, ζωσμένο μια σκούρα ποδιά, να γυαλίζει στρατιωτικές μπότες. Το φέσι δε λείπει απ’ το κεφάλι του. Και τα γαλανά του μάτια είναι στυλωμένα στη μπότα. Όμως σου φαίνονται τόσο ακατανόητα όλ’ αυτά. Δε μπορείς να νιώσεις τι συμβαίνει τέλος πάντων. Ένα κόκκινο φέσι, σκυμμένο πάνω απ’ τις πυρρόχρωμες μπότες. Πού το ξέρεις αυτό το παιδί; Το στόμα του είναι μισάνοιχτο.

                    …από τα χείλια στην καρδιά

Έχει γούστο ν’ αρχίσει πάλι το τραγούδι. Το ’χω ακούσει τόσες φορές!...

- Μαμά πεινάω…

Η βούρτσα σταματάει απότομα.

- Ο κόσμος χαιρετάει πρώτα! φωνάζει η μητέρα μου.

Μιλιά· βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση.

- Όμως… πεινάω!... ξαναλέω σε λίγο.

- Καλέ, δε μου λες τι τρόπος είν’ αυτός; Είπες καλημέρα μόλις ήρθες; Πήγες να πλύνεις τα χέρια σου; Θα περιμένεις να ’ρθει πρώτα ο μπαμπάς. Ορίστε μας!...  Έτσι πετούν τη σάκα τους; Έσκαβες λοιπόν σήμερα;… Για πρόσεξε καλά!

Είμαι πια εντελώς αμήχανος· θέλω να σπάσω κάτι. Είμαι νευρικό παιδί και ψάχνω να βρω μια πρόφαση για να φύγω εύσχημα απ’ την κουζίνα. Η τούλινη κουρτίνα του παράθυρου κουνιέται απ’ τον αέρα που στέλνει από κάτω ο λόγγος.

- Θα δεις, ξαναλέει η μητέρα. Θα τα πω όλα στο τραπέζι. Κακομοίρη μου! Δε βλέπεις το Μουσταφά τουλάχιστο, που κάθεται ήσυχα και περιμένει...

«Τι μου λες! εγώ δεν είμαι Μουσταφάς! Θέλω να φωνάξω. Εγώ πάω στο σχολείο, ενώ αυτός κάθεται και καθαρίζει μπότες. Και πρώτον αυτός ίσως και να μην πεινάει... Τι με νοιάζει εμένα τι κάνει ο Μουσταφάς. Ο Μουσταφάς καλά κάθεται εκεί και δε μιλά, και καθαρίζει μπότες. Και φοράει εκείνη την αστεία ποδιά. Εμείς σήμερα είχαμε πατριδογνωσία και είμαι κουρασμένος και πεινώ. Έπειτα, μπορεί και να ξέχασα να πω καλημέρα. Ή και μπορεί να μη θέλω να πω καλημέρα σ’ όλο… τον κόσμο. Αφού μάλιστα καλημέρα λένε συνήθως το πρωί. Τώρα τι να την κάνεις την καλημέρα; Είναι άνθρωποι που έχουν φάει αυτή την ώρα και γι’ αυτό λένε πια καλησπέρα! Μετά το φαΐ ο κόσμος λέει καλησπέρα. Και σαν τα πεις στο τραπέζι, θαρρείς πως νοιάζομαι; Ο μπαμπάς θα ’ναι κουρασμένος και δε θα προσέξει. Όμως εγώ τώρα πεινάω. Λοιπόν γιατί μου λες να δω το Μουσταφά; Εμένα δε με νοιάζει τι κάνει ο …καθένας…»

 

Η μητέρα μου έχει ξαναγυρίσει στο τηγάνι. Ο Μουσταφάς άρχισε πάλι το πέρα δώθε της βούρτσας κι εγώ δε λέω τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά. Το φέσι έχει ξανασκύψει πάνω στις μπότες.

- Δες με δες με πώς περιμένω ήσυχα, φαίνεται να μου λέει.

Και βγαίνω απ’ την κουζίνα χωρίς καμιά πρόφαση, χωρίς να ’χω την τελευταία λέξη και χωρίς να ξέρω τι μού φταίει.

 

Λοιπόν οι φιλίες του καιρού αυτού είναι τέτοιες και θες τις λες παιγνίδι θες πείραμα. Οπωσδήποτε κάποια υστεροβουλία. Είναι ακριβώς όπως το περίφημο λεμόνι του Βολτέρου και του Μεγάλου Φρειδερίκου. Το στύβεις καλά καλά κι ύστερα πετάς τη φλούδα. Ώστε κι εγώ ό,τι είχα να πάρω το πήρα; Δεν ξέρω. Μπορεί άλλωστε κανείς να κάνει εύκολη κριτική; Μια φορά ίσως και να μην είχα αρχίσει να βαριέμαι, όμως τουλάχιστο είχα πάψει να εκτιμώ και πολύ. Το βύθισμά μου μέσα στη γαλανή αθωότητα των ματιών του Μουσταφά δεν μπορεί να με σώσει. Αυτά όλα τα πρόδωσα τόσο εύκολα κι επιπόλαια... Ήμουν παιδί του πολέμου. Και λένε πως τα νεύρα αυτής της γενιάς είναι άσχημα ταραγμένα, γιατί βγήκανε από ανθρώπους μισότρελους, τραγικούς, πλακωμένους απ’ την αντάρα και τους ανθρώπινους σεισμούς. Ώστε τα νεύρα μου φταίνε. Ο θυμός μου ήταν μεγάλος εκείνη την ημέρα.

Πρώτα άκουσα τους κρότους και κατάλαβα μονομιάς πως ο Μουσταφάς έσκαγε τα καψούλια του ψεύτικου πιστολιού μου. Δρασκελάω τη σκάλα και βρίσκομαι στην αυλή:

- Μουσταφάαα! Μη μού σκάζεις τα καψούλια μου!

Ήταν όμορφα όμορφα καθισμένος και στο χέρι του κρατούσε την πέτρα. Τοποθετούσε το καψούλι πάνω στην πλάκα, και του ’δινε μία. Ύστερα συνέχιζε. Ήταν ευχαριστημένος, γιατί τ’ άχείλι του γελούσε. Κι εγώ έβραζα.

- Μουσταφάαα! ξαναφώναξα.

Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε γελαστός σα να μη καταλάβαινε το θυμωμένο μου ύφος. Έβαλε άλλο καψούλι. Οι χάντρες του μ’ ατενίσανε σχεδόν κοροϊδευτικά: αξίζει να θυμώνεις γι’ ασήμαντα πράματα; Το χέρι έπεσε και το καψούλι έσκασε. Ο θυμός έφτασε ψηλά. Είχα μπροστά μου έναν Ανατολίτη που με το δείχτη του, αστεία σοβαρός, εξέταζε το σημάδι π’ άφησε η μπαρούτη του καψουλιού. Ακούς, φίλε μου, το σημάδι της μπαρούτης! Και να βράζεις και να μη προσέχει ! Τώρα ετοιμάζεται να βάλει Κι άλλο καψούλι. Ε, αυτό πια!...

Την κλωτσιά την έφαγε ακριβώς πάνω στο κόκαλο της μύτης. Όπως ήταν σκυμμένος, μου ’ρθε πολύ βολικά. Ακριβώς σα να χτυπούσα ποδόσφαιρο...

Έσκυψε μπροστά πολύ και το μέτωπο χτύπησε στις πλάκες. Βόγκος κανένας, τσιμουδιά. Καθόμουν εκεί όλος απορία για το παράξενο αποτέλεσμα της κλωτσιάς. Έπειτα, αργά αργά, ανασήκωσε το κεφάλι. Είδα το μέτωπο, τα φρύδια, και τελευταία τα μάτια. Α, τα μάτια... Οι γαλάζιες λίμνες τους είχαν ξεθωριάσει ανείπωτα. Δυο δάκρυα, δυο μαργαριτάρια, τρεμόπαιζαν και λαμπύριζαν εκεί. Έμελλε να στερέψουν πριν προφτάσουν να πέσουν στα χνουδάτα μάγουλα. Τα ’πνιξε στον πόνο του, θαρρείς τα ρούφηξε, τα πήρε πίσω, λες και μετάνιωσε που ’χε δακρύσει. Και μείνανε μόνο οι γαλανές κόρες να με κοιτούν μουσκεμένες, γεμάτες παράπονο. Δάγκωσε το χείλι για να μη ξεσπάσει σε λυγμούς. Και το κατάφερε, όπως κατάφερε και να μη βογκήξει. Μα το βλέμμα, εκείνο το ύστατο βλέμμα που μου ’ριξε... Όλο αγάπη, όλο συγγνώμη: «Δε σού κρατάω κάκια.» Ρωτούσε όμως κιόλας. Ρωτούσε την αιτία, την αφορμή: «Γιατί, τι κακό σου έκανα;… Ύστερα, χαμήλωσε τα μάτια. Το σκυφτό κορμί του μίλησε βουβά, σιωπηλά, ενώ το στόμα του έμεινε κλειστό.

«Ναι, είμαι ο δούλος, ο υπηρέτης σου. Έχεις δικαίωμα να χτυπάς. Είμαι δούλος και στη χώρα σου και στο σπίτι σου...»

Μια ανατολίτικη ψυχή, φανατική στην υποταγή της όπως και στην αγάπη της, εξακολουθούσε να μη μου κακοθέλει. Ανέβηκα τρεχάτος στο σπίτι.

 

Το πόδι μου θα φορούσε κάθε χρόνο και μεγαλύτερο νούμερο παπούτσι. Κι ίσως και να μη θυμόμουνα να μετανιώσω. Όμως έγιναν άλλα τότε. Η ανταλλαγή έδιωχνε την Τουρκιά και την έστελνε στην άγνωστη γι’ αυτήν πατρίδα. Πατρίδα ήταν εδώ που γεννήθηκαν. Ωστόσο ποιος άκουγε τέτοιες αισθηματολογίες εκείνα το δύσκολα χρόνια; Η εκούσια ανταλλαγή... Το επίθετο μπαίνει, γιατί υπάρχει μια παλιά συνήθεια, να προσδιορίζονται το ουσιαστικά, μπας και τα θαρρέψουν ξεκρέμαστα.

Εκείνη η ομαδική μετάθεση μάς πήρε και το Μουσταφά. Μπήκε σ’ ένα βαγόνι, από κείνα που κατεβαίνανε απ’ τη Φλώρινα και το Μοναστήρι φορτωμένα φέσια, και που γράφανε απ’ έξω: 8 ίπποι, 40 άνδρες. Η μηχανή αγκομαχούσε κι η αναπνοή της σηκωνότανε ψηλά και χτύπαγε στο φύλλα των πλατανιών του σταθμού. Τα χασανάκια γεμίζανε τα φέσια τους νερό.

- Μουσταφά, να μας γράφεις, είπε λυπημένα η μητέρα μου.

- Ναι, κυρία, καλό.

Η καμπάνα χτύπησε τρεις φορές. Κρατούσα την αδελφή μου από το χέρι, καθώς φοβήθηκε απ’ την εξάτμιση της μηχανής. Ο Μουσταφάς ήταν ζυγιασμένος στη μπάρα της πόρτας. Ένα χλωμό γέλιο ετοίμαζε το βέβαιο κλάμα, που θα ’μπηζε μόλις ξεκινούσε το τρένο. Με κοίταξε καλοσυνάτα. Τα σίδερα τρίξανε. Οι φωνές σβήσανε μέσα στο θόρυβο της εξάτμισης.

- Μουσταφά, μη φύγεις. Μουσταφά! φώναξα υστερικά κι έμπηξα τα κλάματα. Δεν μπόρεσα να τον ξαναϊδώ πια. Ο ατμός και τα δάκρυα με στραβώσανε. Τ’ αυτί μου μόνο άρπαξε τη φωνή του:

- Τα ’ρτω πάλε!

Όμως δεν ήρθε.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA