Γιάννης Μαγκλής

 

Ο Γιάννης Μαγκλής γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1909. Εκεί τελείωσε το Γυμνάσιο και σε συνέχεια συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Χάβρη. Ταξίδεψε αρκετά σαν εμπορικός αντιπρόσωπος στην Ευρώπη και στην Αφρική. Για πολλά χρόνια έζησε τη ζωή των θαλασσινών, ιδιαίτερα των σφουγγαράδων. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Οι Κολασμένοι της Θάλασσας», Βραβείο Ζαχαράκη, διηγήματα, 1940, «Οι βάρβαροι», νουβέλες, 1944, «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί», Β΄ Κρατικό Βραβείο, νουβέλλες, 1956, «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου», 1954, «Τ’ Αδέλφια μου οι άνθρωποι», Α΄ Κρατικό Βραβείο, μυθιστόρημα, 1958, «Σαμουήλ», θεατρικό, 1948, «Το ανθρώπινο πάθος», διηγήματα, 1961, «Ο Ήλιος δε βασίλεψε ακόμα», μυθιστόρημα, 1962, «Τα παιδιά του Ήλιου και της Θάλασσας», διηγήματα, 1963. Από τα γαλλικά έχει μεταφράσει τα βιβλία: «Τόντα Ράμπα» του Ν. Καζαντζάκη, «Τα Γρανάζια» του Ζαν Πωλ Σαρτρ και τον «Ταυρομάχο» του Κόνραντ. Πέθανε το 2006.

 

 

ΟΤΑΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΛΕΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ

 

— Μα πώς βρέθηκες κάτω εκεί και πού απάντησες όλα τούτα τα χρυσά σιρίτια  και τ’ αστραφτερά παράσημα, λέω χαμογελώντας. 

— Έτσι γίνεται καμιά φορά, μιλά δαγκώνοντας την πίπα με τα κάτασπρα δόντια. Ο πόλεμος τα ’φερε, η ειρήνη θα τα πάρει. Τώρα περιμένω μέρα τη μέρα την απόλυσή μου για να μπορέσω ν’ αρπάξω όλα τούτα τα μπιχλιμπίδια και να τα πετάξω στη γωνιά του πιο σκοτεινού συρταριού, να φορέσω τα παλιά ρούχα μου και να ξαναγίνω… άνθρωπος.

—  Χαίρω πολύ, λέω με κάποια τρυφερή συγκίνηση, που ξαναβρίσκω τον παλιό φίλο, άνθρωπο όπως τον άφησα.

Κατάπια μια γουλιά καφέ, τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά τσιγάρο.

    Και πώς γινήκαν όλα τούτα τα θάματα;

Είχαμε αρκετά χρόνια να ανταμωθούμε. Αυτός μπόρεσε και σπούδασε γιατρός. Εγώ… μα τώρα ας ακούσουμε τη δικιά του ιστορία.

Με κοίταξε κάμποση ώρα με μέτωπο σκεφτικό, πήρε από την τσέπη του το κουτί τα σπίρτα, άναψε την πίπα του και τράβηξε απανωτές ρουφηξιές έτσι που σκεπάστηκε μέσα σε μυρωδάτα κύματα καπνό. Ύστερα είπε:

— Μπήκαν οι γερμανοί, μπήκαν οι ιταλοί και στερνά, οι βούλγαροι. Οι άνθρωποι, τα παιδιά, τα ζα και τα δέντρα, ως κι αυτό ακόμη το χώμα —όλοι κι όλα— ζήσαμε με φρίκη την  τριπλή τούτη κατοχή. Τα ξέρεις δα, περιττό λοιπόν  να τα πω με λεπτομέρειες. Τα ζήσαμε, και μου φαίνεται, δε θα τα ξεχάσουμε ποτές. Τί ήμασταν εμείς μπρος στα τρία τούτα φασιστικά θηρία. Μια χούφτα άνθρωποι φτωχοί, γυμνοί, άοπλοι. Ήμασταν οι μοντέρνοι σκλάβοι του νέου πολιτισμού. Όθε τούτοι ζούσαν— εμείς δε ζούσαμε. Όθε τούτοι πέρναγαν—εμείς φεύγαμε. Δε ζούσαμε, μα υπάρχαμε. Ή, αν αγαπάς υπάρχαμε σαν άνθρωποι, μα ζούσαμε όπως σκιές. Όταν πήραν το Διδυμότειχο και το Δεδεαγάτς, το Σουφλί έπεσε. Κι όταν τούτο έπεσε οι γερμανοί διάταξαν τους γιατρούς να παρουσιαστούν στο νοσοκομείο τους. Έτσι γύρισα κι εγώ…

Παραπίσω όμως κυνηγημένος από τους γερμανούς μπόρεσα κι άρπαξα μια βάρκα και το ‘σκασα για κάτω. Εκεί παρουσιάστηκα για θελοντής, μπήκα γιατρός στο ναυτικό και να ’μαι τώρα με τ’ αστραφτερά «μπιχλιμπίδια»!

Έχωσε ξανά την πίπα στα δόντια, άναψε σπίρτο και ρούφηξε απανωτά. Χούφτιασε τα μαλλιά και τα χάιδεψε κάμποση ώρα, κ’ ύστερα άνοιξε τα δόντια:

— Η ιστορία τούτη, λέει σιγά, έχει μέσα της αίμα. Αντρίκιο, παλικαρίσιο αίμα. Εχ, αδερφέ μου, σαν αποφασίσει ο έλληνας να ζήσει το μύθο, να τόνε γράψει με το αίμα του, καμιά μυθολογία δεν μπορεί να τόνε γράψει καλύτερα.

Τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το μυαλό μου τριβελιζόταν. Το μάτι ορθάνοιχτο, ακοίμητο μέσα στο πηχτό σκοτάδι και μπροστά μου να στέκει ορθός, ασάλευτος το εικοσιεξάχρονο παλικάρι, ο Γιώργης Δραζίδης με την πληγή λαγούμι, λίγο πιο κάτω από το λαιμό, και να στάζει αίμα. Τον κοίταζα όπως γνώριμο παλιό, όπως φίλο, με το γεροδεμένο και σβέλτο κορμί· το μικρό μαύρο γενάκι· το μάτι ν’ αστράφτει και το αίμα να τρέχει απ’ την ανοιχτή πληγή πάνω στα σταυρωτά φισικλίκια.

— Το μέτωπο αρυτίδωτο· το πρόσωπο φοβερά ήρεμο. Σάλεψε τα πικραμένα χείλη και στη γωνιά του στομάτου αλαφρό χαμόγελο:

— Πλέρωσα το διπλό χρέος, μουρμούρισε: το χρέος στην πατρίδα και το χρέος στον άνθρωπο. Δε λυπούμαι. Δε λυπούμαι, έτσι έπρεπε να γίνει. Λοιπόν ήσαντε δυο αδερφοί: ο Σαράντης και ο Γιώργης. Ήτανε και μια γρια μάνα. Τίποτ’ άλλο.

Αγρότες· σπέρναν κάνα δικό τους χωραφάκι, μα πιότερο ξωμάχοι στα ξένα χτήματα.

Ο θεός του πολέμου τους λυπήθηκε στην Αρβανιτιά και γύρισαν στο σπιτάκι τους. Στάθηκαν νικητές, μα γύρισαν νικημένοι. Έτσι ’ναι καμιά φορά τα παράξενα της ζωής — μη σου κακοφαίνεται. Ως τόσο, πραγματικά αυτοί τίποτα δε χάσανε. Τί να χάσει ο χαμένος;  Τί να πάρεις απ’ εκείνον που δεν έχει; Τ’ όντι σκέψου τι τραγικά αστείος που ’ναι φτιαγμένος. Κι όμως αλίμονό τους, δεν ήταν πια οι ίδιοι — όχι, κάτι χάσανε. Τί; Μα δεν ξέραν. Εχ, Λευτεριά… σιγανοτραγούδαγαν νοσταλγικά καμιά φορά, ακουμπισμένοι στην πυροστιά.

Και στ’ αλήθεια μη και ξέραν τι πράμα — πουλί ήταν η λευτεριά. Α—μπα, τέτοιο πράμα δεν πέρασε ποτές στην αυλή του σπιτιού τους. Κι όμως τώρα νιώθανε πως τη χάσανε. Πως η λευτεριά πήρε τα κορφοβούνια και πια χωρίς αυτήν άλλο δεν μπορούσανε να ζήσουν.

— Μάνα, δεν νταγιαντώ, θα βγω αντάρτης.

Κι ένα βράδυ ξεθάψανε τα όπλα της Αρβανιτιάς και τραβήξανε για το βουνό.

— Παιδάκια μου, έκλαιγε η μάνα, πού πηγαίνετε; Πού μ’ αφήνετε στο έλεος του θεού ανήμπορη, μισόστραβη γυναίκα; Πού μ’ αφήνετε σαν την καλαμιά στον κάμπο; Μπας και πάτησαν τα χωράφια σας, μπας και διαγούμισαν το βιός σας; Δόξα σοι ο θεός, τίποτις δεν κατέχουμε απ’ όλα τούτα.

Σταμάτησαν τα παιδιά, γύρισαν πίσω. Ο μεγάλος σίμωσε τη γριά καμπουριασμένη μάνα, την αγκάλιασε με το ζερβί χέρι. Ο μικρός, ο Γιώργης, στάθηκε στην άλλη μεριά, κράταγε το ροζιασμένο, άσαρκο χέρι της μάνας του και το ‘σφιγγε.

— Μάνα, μιλά ο μεγάλος, αν ήμασταν πλούσιοι θε να τα φτιάχναμε με τον εχτρό, μα τώρα... δώσε μας, μάνα, την ευκή σου, πάμε να τόνε χτυπήσουμε.

— Παιδάκια μου, πού πάτε που αυτοί είναι οι άριοι, τα θηρία της αποκάλυψης; Σπλάχνα μου, πού πάτε χειμωνιάτικα στα βουνά και τα δάσα, γυμνά και πεινασμένα; Τώρα κατεβαίνουν τα θηρία του βουνού κάτω στις πεδιάδες να ζεσταθούν και να βρούνε φαΐ κι εσείς πού ξεκινάτε να πάτε;

— Μάνα, μιλά πάλι ο πρώτος τρυφερά πολύ, τ’ αδέρφια μας ζητούν βοήθεια και η Λευτεριά έσυρε φωνή και μας κράζει. Τί μπορούμε να κάνουμε; Κιοτήδες δεν είμαστε. Είμαστε άνθρωποι λεύτεροι.

Τί πράμα είναι τούτο, ρωτά η μάνα, η Λευτεριά, θέλω να πω. Ποτές μου δεν τη γνώρισα.

Τα παιδιά χαμογέλασαν· και τούτοι δεν καλόξεραν.

— Θαρρώ κι είναι ένα χρυσό πουλί, που τραγουδά και λαφρώνει ο άνθρωπος, μίλησε ο Σαράντης.

Η μάνα στέκεται σκεφτική, αμίλητη. Αφουγκράζεται. Ό,τι που ανασαίνει. Ύστερα μονομιάς το γέρικο κορμί σπαράζει από λυγμό. Αγκαλιάζει λαχταριστά τα δυο της και τα καταφιλά. Από τα σκαμένα μάγουλα τρέχουνε δυο ποταμάκια και βρέχουν τα σγουρά κεφάλια των παιδιών. Και ξάφνου απλώνει τα χέρια πάνω στα κεφάλια τους και τα ευλογεί:

— Παιδιά μου, λέει, αμέτε στο καλό με την ευκή τη δική μου και της Παναγιάς. Κάνετε το χρέος σας.

 

 

Ο Μανώλης Ρ. από την Κάλυμνο είχε διοριστεί γιατρός στο Σουφλί κι όταν οι γερμανοί μπήκανε στην πόλη και κατάλαβαν το νοσοκομείο τον κράτησαν.

Μια νύχτα χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού του. Μήνας Μάρτης και ο βο­ριάς σφύριζε όπως ο τσομπάνης που σαλαγάει τα πρόβατα.

Δυο νέοι άντρες, τυλιγμένοι μες σε χοντρές κάπες, μπήκανε στο δωμάτιο, είχαν το πρόσωπο σφιχτό. Τα μάτια αστράφταν ήρεμα, μα είχανε κάτι το σταθερό, το περήφανο. Κάτι από την παλικαρίσια σιγουριά του ανυπόταχτου άνθρωπου. Μίλησε ο ένας:

«Είχανε δώσει μάχη όλο το απόγευμα—εκεί μπροστά στο πυκνοφυτεμένο δάσος, πάνω στο σταυροδρόμι της Κακιάς Σκάλας. Ο Γιώργης χτυπήθηκε. Και το βράδυ που σταμάτησε ο πόλεμος σηκώσανε το λαβωμένο και τον κρύψανε μέσα στο δάσος. Τώρα παρακαλούν το γιατρό να πάει μαζί τους να δει το χτυπημένο».

Κάτω από ’να δέντρο που σκέπαζε τη γης του όπως ο σκούφος το κεφάλι, ήταν ξαπλωμένο ένα μελαχρινό, εικοσιεξάχρονο παλικάρι, γεροδεμένο. Το αίμα του είχε βάψει το πρόσωπο το μαύρο γενάκι και την κίτρινη χλαίνη του.

Ο γιατρός τράβηξε τα ρούχα του στήθους και κοίταξε προσεχτικά την πληγή. Η πληγή αριστερά, στο μέρος που λέγεται υπερκλείδιος χώρα, ήτανε βαθιά, η σφαίρα μέσα.

Ο γιατρός ανοίγει τη βαλίτσα, παίρνει τα εργαλεία:

— Γιώργη, μιλά στο χτυπημένο, σφίξε καλά τα δόντια, θα πονέσεις. Σκύβει πιο πολύ, ο Σαράντης, ο μεγάλος αδερφός:

— Κουράγιο, Γιώργη, συνομιλά, μη ντροπιάσεις το αντάρτικο.

Ο άρρωστος κοιτάζει με πυρωμένα μάτια. Εξετάζει στοχαστικά, προσεχτικά, τα σκυμμένα πάνω του κεφάλια.

— Κάνετε, λέει μονάχα, σφίγγει τα δόντια και το πρόσωπο παίρνει συγκεντρωμένη δύναμη κι ενέργεια.

Το μαχαίρι σκίζει, ανοίγει τη ζωντανή σάρκα. Οι τσιμπίδες χώνονται βαθιά, ανταμώνουν το μολύβι, το τραβούν έξω. Ύστερα καθαρίζεται η πληγή και τα χείλη—το δέρμα—κρατιούνται και σφίγγονται με τα τσιμπίδια «μισέλ» του γερμανικού νοσοκομείου.

Βαθιά νύχτα ακόμη, οι δυο αντάρτες φέρανε το γιατρό πίσω στο σπίτι του.

 

 

Την άλλη το πρωί, σύναυγα, άρχισε πάλι το ντουφεκίδι. Οι γερμανοί νικημένοι την παραμονή, δυναμωμένοι τώρα σε άντρες και οπλισμό, άρχισαν την επίθεση. Η μάχη φούντωνε στιγμή τη στιγμή. Το δάσος βούιζε απ’ τον αντίλαλο και το βρουχητό.

— Γιώργη, μιλά με αγάπη και τρυφεράδα ο αδερφός, μείνε αυτού. Ό,τι και να γίνει καλά φυλαμένος είσαι, δε θα σε βρουν. Εμείς πάμε στη μάχη. Σαν τελέψουμε θα ’ρθούμε να σε σηκώσουμε.

Ο χτυπημένος κοίταξε προσεχτικά τον αδερφό στα μάτια και στο στόμα. Κούνησε το κεφάλι. Κατάλαβε. Τα μάτια του μια στιγμή μούσκεψαν. Ο αδερφός ένιωσε τον πόνο του.

— Υπομονή, Γιώργη, του χαϊδεύει το μέτωπο, τα μαλλιά. Κουράγιο. Θα μπεις πάλι στο αντάρτικο. Πάλι θα σηκώσεις ντουφέκι... Άιντε, γεια-χαρά!

Η μάχη ολοένα φουντώνει. Οι σκορπισμένοι στο δάσος αντάρτες τρέχουν στη φωνή του ντουφεκιού. Οι άνθρωποι ανάρια-ανάρια στέκουν κολλημένοι στη ρίζα ενός δέντρου, γονατισμένοι πίσω από μια πέτρα· μπρούμυτα, πίσω από ‘να σβώλο χώμα.

Ο Γιώργης ανοίγει τα μάτια κουρασμένα, κοιτάζει το δέντρο που τον πλακώνει και τόνε σκεπάζει· ακούει το μπουμπουνητό από τα όπλα. «Μάχη δίνεται. Κι εγώ τι κάνω εδώ;» αναρωτιέται.

Ξέχασε γιατί βρίσκεται εκεί. Δε θυμάται πια τα λόγια του αδερφού. Βάνει το γερό χέρι στο χώμα και με την απαλάμη ανοιχτή σπρώχνει κι ανασηκώνεται.

Τώρα θυμάται. Το αριστερό χέρι στέκει βαρύ. Εδώ ζερβά νιώθει γερό πόνο. Όμως τ’ αδέρφια του εκεί κάτω τον καλούν· τον έχουν ίσως ανάγκη. Συγκεντρώνει, σφίγγει την ξεψυχισμένη δύναμη. Σκύβει και χουφτιάζει το πεσμένο όπλο. Το σηκώνει με το γερό χέρι, τ’ ακουμπά στον ώμο. Δοκιμάζει. Το πρόσωπο μερώνει ικανοποιημένο: φελά ακόμη στον αγώνα. Περπατά όσο μπορεί πιο γρήγορα·  πιο σταθερά. Κάθε τόσο σταματά μια στιγμή, τραβά βαθιά ανασεμιά και πάλι...

Το κεφάλι βουίζει παράξενα. Οδηγημένος όμως από το ντουφεκίδι προχωρεί. Τώρα εδώ στέκεται. Τα γόνατα λυγίζουν. Το πληγωμένο χέρι σέρνεται βαρύ σαν μολύβι. Πάλι προχωρεί. Να μπροστά του η δημοσιά. Ακόμα λίγο. Ωπ, ανεβαίνει.

Αξάφνου ζαλίζεται φοβερά. Η ματιά θαμπώνει. Τα γόνατα κόβονται. Τα  πόδια τρεκλίζουν. Ακόμη ένα βήμα και σφίγγοντας το ντουφέκι πέφτει μπρούμυτα.

Όταν άνοιξε τα μάτια δεν μπορούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Ούτε τι λέγανε γύρω του. Πρώτη φορά βρέθηκε εδώ: «Μα τί λένε; προσπαθεί να σκεφτεί. Τί λένε;». Μονομιάς ξεκαθάρισε μέσα του· βρισκότανε σε γερμανικά χέρια.

Έκλεισε τα μάτια. Αδύνατο—τίποτα δεν μπορούσε να θυμηθεί. Πώς γε­νήκανε λοιπόν όλα τούτα;

Ο γερμανός αρχίατρος μόλις εξέτασε την πληγή είδε τα μισέλ, πήγε στο γραφείο του και με νευρικό δάχτυλο πήρε τον αριθμό της γκεστάπο.

Λίγο πιο ύστερα ο γιατρός Μανώλης  Ρ. και οι άλλοι έλληνες συνάδερφοί του πιάστηκαν.

Οι ανακριτές, μ’ όλο το ξύλο, την πείνα και την εξαντλητική ανάκριση, δεν μπόρεσαν να πιάσουν άκρη.

Σωστά. Τα μισέλ, ας πούμε, είναι δικά μας. Μα τα μισέλ τα μεταχειριζόμαστε στους άρρωστους, στους εγχειρισμένους. Και σεις κι εγώ, λέει ο γιατρός Ρ., την ίδια δουλειά κάνουμε. Λοιπόν, τα μισέλ αυτά είναι δικά σας ή δικά μου και πώς βρέθηκαν απάνω στον τραυματισμένο αντάρτη;

Σταμάτησε η ανάκριση. Ο γιατρός κλείστηκε στο μπουντρούμι του.

Ο αντάρτης συνήλθε λίγο. Του κάνουν μια ένεση· του δίνουν ένα φλυτζάνι ζουμί δυναμωτικό. Αρχίζει η άλλη ανάκριση.

Ο τραυματισμένος κουράζεται τρομερά. Μια-δυο φορές νομίζει πώς θα λιγοθυμήσει. Αμέσως μια ένεση. Λίγος αιθέρας ατή μύτη... «Εμπρός, ακόμη λίγο. Μίλα. Μίλα, πες αυτή τη λέξη. Θα σου χαρίσουμε τη ζωή. Θα σε στείλουμε στο σπίτι σου. Μίλα. Λυπήσου τη μάνα σου. Μίλα. Κοίταξε καλά το γιατρό. Αυτός δεν ήταν;... Αυτός δεν ήταν πού σου ’δεσε την πληγή; Αυτός ήταν. Μας το ’πε κι ο ίδιος. Μας το ’πε κι ένας άλλος που τον είδε στο δρόμο. Μα εμείς θέλουμε να το ακούσουμε κι από σένα... Μίλα!».

Ο αντάρτης κοιτάζει κατάφατσα το κίτρινο πρόσωπο του γιατρού και τα γαλάζια μάτια του. Τόνε γνωρίζει. Αυτός είναι που ’ρθε τη νύχτα εκείνη μέσα στο σκοτάδι· που του ‘βγαλε τη σφαίρα από το στήθος· που του καθάρισε την πληγή. Αυτός είναι. Μα τώρα καμώνεται πως δεν τόνε γνωρίζει. Φαίνεται να συγκεντρώνεται· να καταβάλλει κάθε προσπάθεια. Ύστερα κου­νά απότομα το κεφάλι και με ολοκάθαρη φωνή:

Όχι, δεν ήταν. Πρώτη φορά τόνε βλέπω αυτόν.

Τέλειωσε η ανάκριση. Αποτέλεσμα μηδέν. Ο γιατρός σέρνεται στο υπό­γειο. Ο άρρωστος αφήνεται. Οι γκεσταπίτες στο άλλο δωμάτιο κάνουν νέα ανακριτικά σκέδια πάνω σε άλλη βάση.

«Ο άρρωστος πρέπει να μείνει πεινασμένος. Να σταματήσουν οι πραϋντικές ενέσεις. Ν’ αδυνατίσει περισσότερο σωματικά. Ύστερα, ανάκριση εξαντλητική, κουραστική, εκμηδενιστική. Με υπομονή, πείσμα και δεξιοτεχνία να του αποσπαστεί το μεγάλο μυστικό. Ο εξαντλημένος οργανισμός δε θα μπορέσει ν’ αντιδράσει, θα λυγίσει και τελειωτικά θα σπάσει και θα ομολογήσει...».

Ο τραυματίας στο άλλο δωμάτιο παλεύει με τον εαυτό του. Ζυγιάζει τη δύναμη· ζυγιάζει την αδυναμία. Νιώθει εξαντλημένος. Φοβάται. Όχι για τον εαυτό του, μα για κείνον τον άλλον που προσπάθησε να του δώσει πίσω την υγειά, τη δύναμη, τη ζωή. Απλώνει το χέρι και χτυπά το κουδούνι. Ζητά την αδερφή Μαρία. Το ξέρει. Η αδερφή Μαρία είναι δικιά τους. Ανήκει στην οργάνωση που ανήκει κι αυτός. Είναι βαλμένη εκεί απ’ την οργάνωση.

— Αδερφή Μαρία, μιλά σιγά, ήρεμα, ήθελα να μου ’φερνες ένα χαρτοφάκελο.

Κι όταν του τα 'φερε, ανασηκώνεται σιγά στο κρεβάτι, σκύβει απάνω στο χαρτί και με φοβερή αταραξία γράφει λίγες γραμμές. Ύστερα, βάνει το χαρτί στο φάκελο, τον κλείνει και της τόνε δίνει πίσω.

— Αδερφή Μαρία, να το στείλεις του Σαράντη...

 

 

Ο γιατρός Μ.Ρ. σώπασε. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε από λύπη βαθιά. Πήρε τα σπίρτα κι άναψε την πίπα του. Ο αρωματισμένος καπνός τόνε σκέπασε. Μείναμε έτσι ασάλευτοι, αμίλητοι, κάμποση ώρα. Ρώτησα σιγά:

— Τί απόγινε υστέρα με σένα;

Ανασήκωσε τους ώμους.

— Έχασαν το μοναδικό ατού τους και με άφησαν. Όμως γνώριζα καλά ότι με υποψιάζονταν και με παρακολουθούσαν. Έτσι με την πρώτη ευκαιρία το 'σκασα για κάτω.

Πάλι σωπάσαμε. Δεν ξέραμε πια τι να πούμε. Η ατμόσφαιρα ήτανε βαριά και η ώρα κύλαγε αργά όπως χειρόμυλος.

Και το γράμμα, έμαθες τι έγραφε; ρώτησα απότομα.

Μου το είπε η αδερφή Μαρία όταν λευτερώθηκα, μουρμούρισε. Έγραφε στον αδερφό του:

«Σαράντη, πεθαίνω για να μην προδώσω».

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στην Ανθολογία Αντιστασιακής Πεζογραφίας

Αρχική σελίδα KEIMENA