Μενέλαος Μαυρίδης, «Εμείς κι εκείνοι» (Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος Β΄, Μάκης Πανώριος 1993, Αθήνα, εκδόσεις «ΑΙΟΛΟΣ», σσ.105-121). Το διήγημα είχε δημοσιευτεί στο βιβλίο «Καφέ μπαρ το Όνειρο», 1984.

 

ΕΜΕΙΣ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΙ

 

 

σημειόγραμμα πρώτο

 

Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε ούτε ποιοι είναι αυτοί. Δεν έχουμε καμιάν εξωτερική διαφορά, και μέσα στο πλήθος δε θα μπορούσε κανείς να μας ξεχωρίσει, να τους ξεχωρίσει. Ωστόσο, φαίνεται πως εκείνοι μας γνωρίζουν καλά.

            Κάνουμε τις ίδιες δουλειές ή σχεδόν τις ίδιες. Ούτε που έχουμε λειψή ή διαφορετική λογική απ’ αυτούς, κάθε άλλο! Αν ήταν έτσι δε θα μας χρησιμοποιούσαν σε εργασίες που χρειάζονται μυαλό, όπως έξαφνα οι αστρονομικοί ανιχνευτές, ο στατιστικός λογισμός, οι ζωικές ακτινοβολίες, η φυτοδυναμική μεταστοιχείωση… άλλωστε σπουδάζουμε στα ίδια σχολεία, αποφοιτούμε από τους ίδιους πανεπιστημιακούς κλάδους – ίσως να υπάρχουν ελαφρές, αδιόρατες αποκλίσεις. Αυτά τα «ίσως» και τα «σχεδόν» είναι παρατηρήσεις που έκανα πρόσφατα, και αυτά με οδήγησαν, αυτά τα «ίσως», να καταγράψω τις σκέψεις μου.

            Τρώμε τις ίδιες τροφές, ασφαλώς με κάποιες προτιμήσεις δικές μας ή δικές τους, πίνουμε τα ίδια ποτά, αυτοί δεν πίνουν καθόλου νερό ή πίνουν και δεν τους βλέπουμε... Εδώ που τα λέμε κι εγώ δεν πίνω πολύ νερό. Τις προάλλες ο γιατρός το κατάλαβε μόλις με είδε – πώς αμέσως το κατάλαβε! – και μου έκανε συστάσεις. Ακόμα υποψιάζομαι πως εκείνοι κατά κάποιον τρόπο μας κυβερνούν, μας εξουσιάζουν, δίχως να έχουμε συναίσθηση αυτής της καταστάσεως. Αλλ’ ας συνεχίσω την αφήγησή μου.

            Σχηματίζουν τις οικογένειές τους όπως θέλουν, διαλέγουν με ποιους θέλουν να ζήσουν, έχουνε δική τους γυναίκα, δικά τους παιδιά…Οι δικές μας οικογένειες είναι συμβατικές, τρεις τέσσερις άνδρες, δυο τρεις γυναίκες και μερικά παιδιά αφού γίνουν τριών τεσσάρων ετών. Εγκυμονούν και οι δικές μας γυναίκες, όμως όταν πρόκειται να γεννήσουν συγκεντρώνονται σε ειδικά μαιευτήρια και επιστρέφουνε δίχως τα βρέφη τους. Τα παιδιά μοιράζονται όταν έχουν ήδη αρχίσει να μιλούν. Έτσι, δεν έχουμε τα χρωμοσώματα των προγόνων μας ούτε ξέρουμε ποιοι ήταν οι γονείς μας. Ωστόσο είμαστε πολύ αγαπημένοι όλοι μαζί αν και δε νιώθουμε για κανέναν ιδιαίτερη αγάπη. Γι’ αυτό μου φάνηκε ανεξήγητη η συμπεριφορά της Ραμάη έπειτ’ από την περιπέτειά της. Με κοίταζε ερευνητικά κι επίμονα, παθιασμένα μπορώ να πω, σα να ζητούσε μιαν ανταπόκριση αφύσικη. Αλλά και γι’ αυτό θα γράψω παρακάτω.

            Δυο φορές την εβδομάδα μας παίρνουν αίμα και σπέρμα – δεν ξέρω σε τι χρησιμοποιούνται, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ως τώρα νόμιζα πως αυτό συμβαίνει και σ’ εκείνους.

            Παρόλο που αυτοί μας ορίζουν, είμαστε περισσότερο προηγμένοι βιολογικά, αυτοί έμειναν προσαρμοσμένοι σε κάποιο παλιό τρόπο ζωής. Η γνώμη δεν είναι μονάχα δική μου. Κάποτε άκουσα στο μπαρ της βιβλιοθήκης όπου εργάζομαι τη διευθύντρια του χημείου, την ωραία Μαλένθια, να συζητεί με τους συναδέλφους της για τα θαυμάσια, όπως έλεγε, αποτελέσματα της ευγονίας που προσφέρουμε εμείς αποκλειστικά. «Απ’ αυτής της πλευράς, είπε, εμείς είμαστε άνθρωποι των περασμένων αιώνων» και η παρέα της γέλασαν με την καρδιά τους. Πιστεύω πως έγινε αντιληπτή η διαφορά του πρώτου «εμείς» από το δεύτερο.

            Πότε πότε, έτσι ανεξήγητα, χάνεται κάποιος από μας – το ίδιο όμως συμβαίνει και μ’ εκείνους – εξαφανίζεται, δεν τόνε βλέπει κανείς. Κι αυτό βέβαια είναι απαραίτητο για να υπάρχει σχετική ισορροπία. Αφού υπάρχει έλεγχος γεννήσεων γιατί να μην υπάρχει και έλεγχος θανάτων;…Ωστόσο κανένας μας δε φοβάται, δεν αγωνιά για την πιθανή εξαφάνισή του, αφού δεν ξέρουμε ποιος και πότε απότομα θα χαθεί.

            Πρέπει τώρα να πω και δυο λόγια για τις «έννοιες των λέξεων». Χρησιμοποιούμε την ίδια γλώσσα μ’ εκείνους, διαβάζουμε – τουλάχιστον έχουμε την δυνατότητα να διαβάσουμε – τα ίδια, είτε τυπωμένα είτε μηχανογραφημένα κείμενα, ωστόσο δεν είμαι βέβαιος, πως οι λέξεις έχουν την ίδια σημασία για μας και για κείνους. Τα παλαιά τυπωμένα βιβλία χαλνούν τον κόσμο για νοήματα όπως : ελευθερία, περιέργεια, έρωτας, πατρίδα…ενώ εμάς μας αφήνουν αδιάφορους. Έχουμε βέβαια κάποιαν εικόνα για το τι συμβολίζουν αυτά τα πράγματα, όμως το περιεχόμενό τους είναι κάπως αόριστο.

            Γι’ αυτό δεν είμαι βέβαιος, πως όποιος διαβάσει κάποτε – αν θα τις διαβάσει ποτέ – τις γραμμές αυτές, θα βγάλει το ίδιο νόημα μ’ εκείνο που θέλω να πω. Παρηγοριέμαι ωστόσο με την ιδέα πως κανένας δεν είναι βέβαιος, ούτε κι απ’ αυτούς, όταν διαβάζει ένα κείμενο, δεν είμαι βέβαιος λέγω πως θα βγάλει τα ίδια νοήματα μ’ αυτά που είχε στο νου του αυτός που το αποτύπωνε. Ακόμη, δεν είμαι βέβαιος πως κι εγώ ο ίδιος θα γνωρίσω τον αλλοτινό εαυτό μου αν ξαναδιαβάσω τα σημειογράμματα αυτά.

            Και σήμερα εξακολουθούμε να «γράφουμε» όπως και πολύ πριν, όμως βιβλία και χειρόγραφα έχουνε πέσει σε δεύτερη μοίρα – εγώ ωστόσο έχω κάποιο σοβαρό λόγο που χρησιμοποιώ αυτόν τον τρόπο για να φυλάξω κρυμμένες τις σκέψεις μου. Υπάρχουν και βιβλιοθήκες όπως πριν από εκατοντάδες χρόνια. Στις βιβλιοθήκες λοιπόν αυτές βρίσκεις λογιών λογιών βιβλία που μιλούν για λογιών λογιών πράγματα. Μιλούνε για τον έρωτα σαν να ήταν κάτι σπουδαίο, οι περισσότερες σελίδες των βιβλίων μ’ αυτόν καταγίνονται…μιλούνε και για τον απαγορευμένο (;) έρωτα που, αν και απαγορευμένος, τροφοδοτεί το πιο μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας – αν αφαιρέσει κανείς τις σελίδες αυτές δεν ξέρω τι θα περίσσευε!

            Μιλούνε τα βιβλία για ελευθερία ωσάν να ήτανε κάτι σπάνιο, δυσεύρετο, σκοτώνουνταν οι άνθρωποι να την αποκτήσουν. Καλά που τόφερε ο λόγος και είπα: σκοτώνουνταν, δεν ξέρω ακριβώς τι σημαίνει. Θεωρητικά έχω κάποια σχετικήν ιδέα όπως ποτέ μου δεν είδα φόνο, όχι φόνο, καλά καλά ούτε θάνατο. Κατέχω βέβαια το νόημα, ωστόσο… χειροπιαστό θάνατο, άνθρωπο που να πεθαίνει… Όσο για την ελευθερία είναι τόσο φυσική που δε σου κάνει εντύπωση πως είσαι ελεύθερος. Κάνεις ό,τι θέλεις, πηγαίνεις εκεί που σε οδηγεί το μυαλό σου – εκτός αν το μυαλό σου είναι τόσο πειθαρχημένο…

            Η ζωγραφική τους, δηλαδή η ζωγραφική που τους αρέσει είναι γεμάτη από λουλούδια, δέντρα, ουρανό και σύννεφα κι ανθρώπους, τι μανία αυτή με τη φύση! Βέβαια τα λουλούδια έχουν ωραία σχήματα και χρώματα. Όμως τα χρώματα για να τα χαρείς πρέπει καλά και σώνει να είναι τοποθετημένα επάνω στα λουλούδια; Έπειτα, εκείνη η συμμετρία τους σου δίνει στα νεύρα!

            Το μόνο πράγμα που συμφωνούμε είναι η μουσική, δε φαντάζομαι να διαφέρουν πολύ τα γούστα μας. άλλωστε οι ηχητικές μάζες δεν έχουνε καμία σχέση με τη λογική. Από τις επιστήμες μας είναι κάπως απρόσιτη η χημεία, δεν ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία μας, δε μας πηγαίνει. Αυτό το : δε μας πηγαίνει, όπως λέμε : δε μας πηγαίνει ένα κουστούμι. Αυτή την όψιμη αντίληψη σχημάτισα εγώ τουλάχιστον, τώρα μόλις, τον τελευταίο καιρό.

            Εκτός από μας κι απ’ εκείνους άλλα ζώα, απ’ όσο ξέρω, δεν υπάρχουν στο περίγυρό μας. Εννοώ μεγάλα ζώα, γιατί πουλιά, περνούν πότε πότε, και κάποτε έχω δει κι έντομα. Αλλά έτσι, πρόβατα, βόδια… ή και άγρια, ελάφια, τίγρεις, λεοντάρια… Εξόν αν υπάρχουν έξω από την πολιτεία.

            Η πολιτεία που ζούμε είναι μεγάλη όμως με συγκεκριμένα σύνορα. Ολόγυρά της εκτείνονται οι αγροί, τα χωράφια, τα δάση και οι τέσσερις εγκαταστάσεις από το δίκτυο υδρεύσεως. Ίσως υπάρχουν κι άλλες τέτοιες πολιτείες μακριά, πολύ μακριά, σαν τους απομονωμένους Γαλαξίες. Είναι δυνατή άραγε η επικοινωνία μ’ αυτές;

 

 

σημειόγραμμα δεύτερο

 

Είναι μια εβδομάδα που η Ραμάη έφυγε και πήγε να ξαπλωθεί, λέει, στο χορτάρι κι έπειτα χάθηκε. Αυτό βέβαια δεν είναι δικαιολογία, κάποια αιτία θα πρέπει να υπήρχε που την έκανε να απομακρυνθεί.

            Όλες αυτές τι μέρες πλανήθηκε στα βουνά. Έτρωγε ό,τι έβρισκε κι έπινε νερό από τις πηγές που συναντούσε. Όταν επέστρεψε αλλαγμένη κι αγνώριστη, ήρθε κατευθείαν σε μένα, έψαξε αμέσως να με βρει. Με τη Ραμάη ανήκουμε σε διαφορετικές οικογένειες, γι’ αυτό με ξένισε η προσπάθειά της να με συναντήσει.

            Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν πως γύρω στα μάτια της είχε κάτι λειψό. Το δεύτερο, πως ένιωθε ανήσυχη, ζητούσε μιαν επαφή μαζί μου, επαφή ασυνήθιστη, έδειχνε συμπάθεια, πώς να το πω, ιδιαίτερη, αποκλειστική, και ζητούσε ανταπόκριση που, είναι αλήθεια, μου άρεσε και μένα πολύ, άνοιγε νέους ορίζοντες μέσα στην ψυχή μου.

            Μου διηγήθηκε με λεπτομέρειες την περιπέτειά της και προσπαθήσαμε κι οι δυο να εξακριβώσουμε την αιτία αυτής της αλλαγής.

            Είχε ξαπλωθεί λοιπόν στο γρασίδι και την πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε ένιωσε δίψα και ήπιε νερό από το ρυάκι.

            Της φαίνουνταν πως έβλεπε για πρώτη φορά τα δέντρα, τα βουνά, το χορτάρι, τα φυτά…Έβλεπε τα πουλιά, από κοντά τώρα, ακόμη και τα έντομα. Αισθάνουνταν μια πρωτόγνωρη έλξη να τα βλέπει απευθείας, από πρώτο χέρι, όχι απ’ τις εικόνες των βιβλίων. Ένιωθε για πρώτη φορά αυτό που λέγεται: περιέργεια.

            Αντί να γυρίσει πίσω στην πόλη άρχισε ν’ απομακρύνεται. Κάπου συνάντησε ένα κοπάδι πρόβατα καλοθρεμμένα, πολύ πιο μεγάλα απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, και πίσω τους ένα πελώριο ζώο, δίποδο, έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο, άνθρωπο θάπρεπε να τον πεις, πάνω από δυόμιση μέτρα ψηλό που θα ζύγιζε, δίχως να είναι παχύς, περισσότερο από εκατονπενήντα κιλά. Τρόμαξε η Ραμάη, όμως πιο πολύ τρόμαξε ο άνθρωπος, ας τον πούμε έτσι, όταν την αντιλήφθηκε, αμέσως άρχισε ν’ απομακρύνεται, έκανε ένα μεγάλο τόξο για να πάει κοντά στο κοπάδι του.

            Είδε ακόμη η Ραμάη περιοχές με δάση, αγρούς, αλλά και μεγάλες εγκαταστάσεις, μεταλλικά συγκροτήματα που υψώνουνταν πελώρια, κι άλλα που χάνουνταν βαθιά μέσα στη γη, όλ’ αυτά έρημα, δε φαίνουνταν ψυχή πουθενά…Και μου έλεγε τις εντυπώσεις της η Ραμάη κι εγώ την άκουγα με απορία μεγάλη.

            Όμως το πιο ενδιαφέρον ήταν αυτή η μεταλλαγή του εαυτού της και η ακαταμάχητη έλξη που άρχισε να νιώθει για μένα. Ήθελε να με πείσει να βγούμε έξω από την πολιτεία μαζί, οι δυο μας.

            Η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν είμουν ολότελα απροετοίμαστος.

            Έτυχε να διαβάσω στη βιβλιοθήκη όπου εργάζομαι για κάτι σαν αποχή από την τροφή που εξασκούσαν οι πολύ παλαιοί, ένα είδος ολιγοφαγίας γνωστό τότε με το όνομα: νηστεία. Ορισμένοι μάλιστα έδιναν μεγάλη σημασία σ’ αυτό.

            Δεν ξέρω πως μου φάνηκε να δοκιμάσω κι εγώ, να συγκρατηθώ και να μη φάγω καναδυό μέρες από κείνη την πικάντικη λιχουδιά που μας μοιράζουν κάθε τόσο, εκείνο το απολαυστικό πιρόκλο. Το αποτέλεσμα ήταν να ελαττώσω την ποσότητα του νερού που έπινα, πράγμα που πρόσεξε κι ο γιατρός του τμήματός μας και μου συνέστησε αμέσως υδροποσία. Παραξενεύτηκα και διερωτήθηκα πώς το είχε καταλάβει! Πολύ αργότερα αντιλήφθηκα – με βοήθησε κι η περίπτωση της Ραμάη – πως έλειψε από τα μάτια μου κάποια αδιόρατη φωτεινότητα. Εκείνος ο ελαφρός φωσφορισμός, κυρίως κοντά στον κανθό του ματιού μου, είχε σημαντικά ελαττωθεί.

            Όλη αυτή η κατάσταση δυνάμωσε την περιέργειά μου για τη νηστεία και συνέχισα τώρα συστηματικά την αποχή από το νερό. Έτρωγα περισσότερα φρούτα κι απόφευγα το πιρόκλο. Είχα την εντύπωση πως κατάφερνα κάτι δύσκολο, ανακάλυψα μια νέα απασχόληση, ξεχνούσα και την ανία που με κυρίευε και που της ύπαρξής της δεν είχα ως τώρα συναίσθηση.

            Δεν υπήρχε λοιπόν αμφιβολία πως η μετάλλαξή μας αυτή – ας την πούμε έτσι – εξωτερική κι εσωτερική, είχε άμεση σχέση με το νερό και μάλιστα του δικτύου υδρεύσεως, γιατί η Ραμάη στο ύπαιθρο έπινε άφθονο πηγαίο νερό.

            Συμφωνήσαμε λοιπόν να φύγουμε έξω από την πολιτεία για να κάνουμε μια συστηματική δοκιμή, κυρίως όμως για να χαρούμε την αναγέννηση που μας έγινε, αυτό το καινούργιο αίσθημα που νιώθαμε να μας γεμίζει το είναι. Η επαφή που λαχταρούσαμε κι οι δυο μας, αυτή η σωματική επαφή – όχι πως μας έλειπε η ικανοποίησή της – είχε κάτι το διαφορετικό. Μας ενδιέφερε τώρα, μας τραβούσε ένα ορισμένο πρόσωπο και μας πλημμύριζαν συγκινήσεις που τις δοκιμάζαμε για πρώτη φορά.

            Όποιος διαβάσει αυτά τα σημειογράμματα, αν κάποτε τα διαβάσει κανείς, θα εντυπωσιαστεί από την ασυνέπεια του κειμένου. Τα κείμενα έχουνε μεταξύ τους κάποια, όχι μεγάλη, χρονική απόσταση. Ωστόσο το καθένα χαρακτηρίζεται από μιαν εμπειρία άγνωστη στα προηγούμενα. Και είναι φυσικό να μην υπάρχει ομοιογένεια στην αντίληψη του εξωτερικού ακόμη και του εσωτερικού μας κόσμου. Ο λόγος είναι απλός: Η αντίληψη αυτή έχει εξελιχτεί από τις πρώτες διαπιστώσεις, τις αντιδράσεις, από τις πρώτες σκέψεις μου προς τις τελευταίες.

            Έπρεπε λοιπόν να διορθώνω συνεχώς τα κείμενα ή να τα ξαναγράφω από την αρχή. Αυτό ωστόσο δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε ωφέλιμο. Έτσι, δεν άλλαξα τίποτε. Έχω τώρα κι εγώ μιαν εικόνα για το πώς είμουνα, πώς είμασταν κάποτε και πώς νιώθουμε τώρα. Βέβαια, οι περισσότεροί μας, τι λέγω; σχεδόν όλοι μας, δεν έχουν αλλάξει, δεν έχουν κατανοήσει!

 

 

σημειόγραμμα τρίτο

 

            Καταστρώσαμε το σχέδιό μας, η Ραμάη κι εγώ, προμηθευτήκαμε δύο υπνόσακκους κι ένα θερμικό απομονωτήρα νερού αδειανό, πήραμε και μερικά τρόφιμα και ό,τι άλλο θα μας χρειάζουνταν – αρκεί να μην είχε μεγάλο βάρος – και βρεθήκαμε μακριά από την πολιτεία. Ο Απρίλης ήδη μεσουρανούσε στην ύπαιθρο και δεν υπήρχε ανάγκη για μεγαλύτερες προφυλάξεις.

            Η απουσία μας δεν επρόκειτο να γίνει αντιληπτή. Μπορούσαμε να διαλέξουμε το χρόνο της άδειάς μας και απλώς να το δηλώσουμε. Δεν είχαμε παρά να συμβουλευτούμε τον υπολογιστή, να τον πληροφορήσουμε, κι αυτός να βρει και να ειδοποιήσει τους αντικαταστάτες μας. Πήραμε απάντηση θετική. Ναι, ήτανε δυνατή η απομάκρυνσή μας δίχως να χωλαίνει καμιά εργασία.

            Σε λίγο χρονικό διάστημα ο φωσφορισμός των ματιών μας είχε τελείως εξαφανιστεί. Νιώθαμε τώρα ολοκληρωμένη την επιθυμία να ζει ο ένας για τον άλλον, η συντροφιά μας μάς χάριζε μιαν ευφροσύνη πρωτόφαντη. 

            Ξαναείδαμε μαζί αυτά που συνάντησε η Ραμάη μονάχη της και φυσικά είχαμε την ευκαιρία να προσέξουμε ακόμη περισσότερα.

            Συναντήσαμε κοπάδια απ’ αυτούς τους γίγαντες να δουλεύουν σε ομαδικές εργασίες ή να χάνονται κάτω από το έδαφος σαν να τους κατάπινε η γη.

            Η παρουσία μας δεν τους έκανε καμίαν αίσθηση, μπορούσαμε ελεύθερα να κόψουμε καρπούς από τα δέντρα ή από τα περιβόλια κανένα λαχανικό. Κι όταν πλησιάζαμε πολύ, αυτοί απομακρύνουνταν διακριτικά. Μας ήταν εύκολο να κάνουμε μιαν εμφάνιση πολύ κοντά τους και να τους τρέψουμε σε φυγή και ν’ αρμέξουμε από τα πρόβατα με άνεση όσο γάλα τραβούσε η καρδιά μας.

            Ωστόσο αυτοί οι εργάτες της υπαίθρου κατευθύνουνταν από δυνάμεις άγνωστες σε μας. Ενεργούσαν αυτόματα, άλλαζαν απότομα πορεία σαν να έπαιρναν σήμα από αόρατους οδηγούς.

            Μιαν αφέγγαρη νύχτα ενώ ήμασταν ξαπλωμένοι μέσα στους σάκκους μας, νομίσαμε, έτσι μας φάνηκε, πως είδαμε κοντά μας δυο φωτεινούς δίσκους, σαν μάτια ζώου, να μετακινούνται περίεργα μες στο σκοτάδι.

            Ο ουρανός συννεφιασμένος και κάθε ίχνος φωτός πολύ μακριά, πολλά χιλιόμετρα μακριά, και οι δίσκοι να τριγυρνούν χαμηλά, κοντά στο έδαφος. Κανένα ζώο άραγε; κανένα παιδί; Άλλο τίποτα δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε. Το σώμα ή το πράγμα που ήταν τοποθετημένοι οι δίσκοι ταυτίζονταν με το σκοτάδι, το ρουφούσε η μαυρίλα της γης.

            Τα μικρά στρογγυλά φωτάκια έγιναν στην αρχή αντιληπτά από τη Ραμάη, ο τρόμος κι η αγωνία της με ξύπνησε. Κρατούσαμε την ανάσα μας. Το φωτεινό σημάδι έκανε γύρω μας μια κίνηση και, δίχως να μας πειράξει, εξαφανίστηκε με μεγάλη ταχύτητα αφήνοντας πίσω του κάποιον ελαφρό βόμβο.

            Νιώσαμε τότε ένα καινούργιο συναίσθημα, αν είναι συναίσθημα, το ένστιχτό μας μίλησε, ο φόβος, ο φόβος ενδεχόμενου κινδύνου μάς τρομοκράτησε. Ενός κινδύνου άγνωστου που θα μπορούσε ωστόσο αναπάντεχα να παρουσιαστεί.

            Ξέραμε πως υπήρχε κάποιο τρίτο είδος, εξόν από μας κι απ’ εκείνους. Θα βρίσκουνταν φυσικά μερικές βαθμίδες χαμηλότερα κι ασφαλώς θ’ άξιζε τον κόπο να ενδιαφερθεί κανείς γι’ αυτά τα πλάσματα. Όμως εμείς είχαμε τον δικό μας καημό, ήτανε πολυτέλεια ν’ ασχοληθούμε με ξένες έγνοιες – τουλάχιστον προς το παρόν.

            Αλλά δεν ήταν μονάχα οι βοσκοί ή οι εργάτες που εξαφανίζουνταν από μεταλλικά στόμια στα έγκατα της γης.

            Την άλλη μέρα ερευνώντας πιο προσεχτικά διαπιστώσαμε πως το «τρίτο είδος» δεν ενεργούσε αυτόβουλα, ήταν κατευθυνόμενο. Επί κεφαλής υπήρχαν εργοδηγοί που μεταχειρίζουνταν τους γίγαντες σαν απλούς δούλους. Αυτά τα επικεφαλής – τι περίεργη έκφραση- μικροσκοπικά ανθρωπάρια ή ζώα, γιατί όχι, φυσικά δεν τα είχαμε προσέξει ούτε καν υποψιαστεί.

            Ανακαλύψαμε αυτό το τέταρτο είδος κάτω από τις δραματικές συνθήκες. Ένας γίγαντας δυστροπούσε να υπακούσει στις διαταγές των οδηγών – έφθαναν μετά βίας ως το γόνατό του – διαταγές που συνοδεύουνταν από φοβερά χτυπήματα με το μαστίγιο, χτυπήματα που έπεφταν αλύπητα σ’ οποιοδήποτε μέλος του σώματος χωρίς διάκριση.

            Τ’ ανθρωπάρια μπορούσαν να τα βγάλουνε πέρα με τους γίγαντες και να τους επιβληθούν γιατί είχαν τη δυνατότητα να μετατοπίζονται με μεγάλη ταχύτητα. Κι ένας συνεχής βόμβος τους συνόδευε στα γρήγορα πηδήματά τους. Θυμηθήκαμε το νυχτερινό όραμα των φωτεινών δίσκων.

            Ο γίγας είχε πάθε αμόκ, όμως οι μικροί διάβολοι του ξέφευγαν από τα χέρια και το μαστίγωμα συνεχίζουνταν μέχρις αίματος. Κάποια στιγμή κατάφερε ν’ αδράξει τον ένα με το αριστερό χέρι κι όταν ο άλλος έτρεξε να τον βοηθήσει, άρπαξε κι αυτόν με το δεξί.

            Έγινε τότε κάτι συνταραχτικό. Ποιος ξέρει πόσο απωθημένο μίσος, πόσο παρελθόν καταπίεσης ξεχείλισε από μέσα του…για μια στιγμή λησμόνησε πως ήτανε σκλάβος, υπόδουλος, η τρέλα τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι. Σήκωσε ψηλά του τυράννους του σα να σήκωνε δυο γάτους. Τους βρόντηξε τον ένα επάνω στον άλλον όπως κρούει τα κύμβαλα ο μουσικός της φιλαρμονικής. Ένας ξερός κρότος ακούστηκε, ένας σύντομος βόμβος, κι οι νάνοι πετάχτηκαν, σαν σκουπίδια, ψόφιοι πάνω στο χώμα.

            Ο βοσκός έφυγε θλιμμένος και ήρεμος, πέρασε από κοντά μας δίχως να μας δώσει σημασία. Από τα μάτια του, τα φωσφορίζοντα μάτια του, κυλούσαν χοντρά δάκρυα που δεν είχε μάθει άλλωστε να τα σφουγγίζει.

            Τρέξαμε περίεργοι κοντά στα μικρά πτώματα, τα περιεργαστήκαμε προσεχτικά. Το πρώτο πράγμα που μας έκανε εντύπωση ήταν η έντονη φωταύγεια γύρω από τα βλέφαρα, θυμηθήκαμε κι οι δυο μας τους φωτεινούς δίσκους της νύχτας όταν κλωθογυρνούσαν γύρω μας κι έπειτα απομακρύνθηκαν σα βολίδα.

            Τα μάτια τους ήτανε μεγάλα και το στόμα τους σχημάτιζε ένα οχτώ οριζόντιο, ακόμη μεγαλύτερο, θάλεγες υπερφυσικό. Τα χείλη τους γύρω από τα μικροσκοπικά τους δόντια έμειναν ανοιγμένα σ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο που δεν είχε σβήσει ο θάνατος. Τα δάχτυλά τους έσφιγγαν ακόμα το μαστίγιο με κακία, νόμιζες πως ακούς τον τριγμό των φρικαλέων σιαγόνων τους.

            Στα πόδια οι νάνοι φορούσαν μεταλλικά πέδιλα εφοδιασμένα με πολλούς μικρούς τροχούς, προφανώς έτσι μπορούσε να εξηγηθεί η γρηγοράδα της μετακίνησής τους. Βγάλαμε το πέδιλο απ’ το πόδι. Ανακαλύψαμε μέσα τον συσσωρευτή που τροφοδοτούσε ένα μικρό – αλλά και πόσο ισχυρό! – κίνητρα για τους τροχούς.

            Φορέσαμε τα πέδιλα στα πόδια μας και εύκολα διαπιστώσαμε ότι, με κάποιες κινήσεις των δακτύλων μπορούμε να μετακινηθούμε πολύ γρήγορα, ακόμη και να ελέγχουμε την ταχύτητά μας. Από τώρα και στο εξής μ’ αυτόν τον τρόπο θα προχωρούσαμε. Είχαμε κατακτήσει τη φυγή.

            Έτσι, βρήκαμε την ευκαιρία να πάμε πολύ μακριά. Στην αρχή είμασταν επιφυλαχτικοί όμως κατά μήκος χαραγμένων δρόμων ανακαλύψαμε μικρά κέντρα ανεφοδιασμού. Μπορούσες να γεμίσεις εδώ τους εξαντλημένους συσσωρευτές που είχαν ανάγκη τα πέδιλα. Δεν είχαμε παρά να εγκαταλείψουμε τους παλιούς όταν καταλαβαίναμε πως είχαν αδειάσει και να πάρουμε άλλους γεμάτους.

            Δίπλα στο φόβο του κινδύνου που νιώσαμε εκείνη τη νύχτα τώρα είχε προστεθεί και το δέος του θανάτου. Δίχως να μας αφορά προσωπικά, είχαμε πάρει τη στυφή του γεύση. Ωστόσο αυτή η εμπειρία μεγάλωνε την ηδονή που αντλούσαμε από τη συντροφιά μας, την επικοινωνία μας. Ποτέ στον περασμένο καιρό δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο παρήγορο είναι το βλέμμα του αγαπημένου προσώπου.

            Γύρω μας η Άνοιξη μάς γέμιζε από μιαν άγνωστη ως τώρα παρουσία. Μας κύκλωνε η ευωδιαστική πολυχρωμία των λουλουδιών, των πουλιών οι χορευτικοί έρωτες, η ενστικτώδης δραστηριότητα των εντόμων. Νιώθαμε πως είμασταν ένα μέρος αυτής της οργιαστικής ζωής που ως τώρα κρατηθήκαμε ξένοι.

            Όταν επιστρέψαμε στην πολιτεία, η Ραμάη ήταν έγκυος. Ορκιστήκαμε σ’ αυτή την ελεύθερη φύση, να μη γνωρίσει το βρέφος που θα φέρναμε στον κόσμο γύρω από τον κανθό των ματιών του.

 

σημειόγραμμα τέταρτο

 

Ώστε υπάρχει κι ένα τρίτο είδος όντων εκτός από μας κι απ’ εκείνους, ακόμη κι ένα τέταρτο, και μ’ όλα αυτά τα πλάσματα έχουμε κοινό χαρακτηριστικό τα φωτεινά μάτια που ασφαλώς προκαλεί το νερό που πίνουμε. Μπορεί να έχουν αυτοί οι «παράνθρωποι», έτσι ας τους ονοματίσω, κάποια διαφορά συμπεριφοράς, όμως μου φαίνεται πως ποιοτικά ήταν κάποτε και είναι αδέλφια μας.

            Συλλογίζομαι ωστόσο – συμφωνεί κι η Ραμάη – τι θα μπορούσε να συμβεί αν όλοι αυτοί οι καταπιεσμένοι έπαυαν να πίνουν νερό από το δίκτυο και ξυπνούσαν από το λήθαργό τους – όσο θα μπορούσανε να ξυπνήσουν. Τι μεγάλη, ανυπολόγιστη δύναμη ήτανε δυνατό να ελευθερωθεί, να εκτονωθεί, και τι συνέπειες καταστροφικές θα είχε για «κείνους»! Θα ήτανε σα να γυρνούσες κάποιο διακόπτη κι άλλαζε η όψη του κόσμου…Πάντως τη σχέση ανάμεσα στο νερό και στη φωτεινότητα των ματιών, ή καλύτερα στη νωθρότητα της σκέψης και της θέλησης δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε ακόμα.

            Τώρα που ξαναρχίσαμε την κανονική μας ζωή μέσα στην πολιτεία, πρέπει να ταξινομήσουμε αυτά που έχουμε αποκομίσει απ’ την εξωτική περιπέτειά μας. Ακόμη και να σκεφθούμε αν θα έπρεπε αν μείνουμε αδρανείς ή να προβούμε σε μια κάποια ενέργεια και ποια θα ήταν η αντίδρασή μας.

            Ένα πρώτο πράγμα που διαπιστώσαμε είναι ότι υπάρχει τρόπος να ζήσει κανείς έξω απ’ τη πολιτεία, να εξασφαλίσει τον ύπνο και τη διατροφή και ν

 Απομακρυνθεί όσο παίρνει, να επεκταθεί πολλά χιλιόμετρα, ακόμη και να επιχειρήσει τη μετανάστευση σ’ έναν διαφορετικό, έστω και άγνωστο τόπο. Όλ’ αυτά για μια πιθανή έξοδο, αν υπάρχει ανάγκη γι’ αυτό.

            Επαληθεύτηκε ακόμη το γεγονός πως είμαστε σκλάβοι ή και κτήνη που μας εκμεταλλεύεται μια ομάδα προνομιούχων, και το κυριότερο, πως δεν είχαμε συνείδηση της θέσης μας και νομίζαμε πως ζούσαμε ελεύθεροι – μήπως και τα πρόβατα και τα πουλερικά μπορούνε να εξηγήσουν τις φροντίδες που τους επιδαψιλεύουν οι «καλοί ποιμένες». Είμαστε βυθισμένοι στο θάμπος ενός ονείρου, ενός εφιάλτη…κι όχι μονάδα εμείς.

            Κάτι μας σπρώχνει τώρα, εμάς που βρήκαμε ανοιχτή την πόρτα ενός σκοτεινού παραδείσου και έχουμε γευτεί κάποιο στυφό καρπό της γνώσης, μια εσωτερική φωνή μας ξεσηκώνει ν’ αντιδράσουμε, να προσηλυτίσουμε κι άλλους, να τους ξυπνήσουμε απ’ το λήθαργο, ένα καθήκον έχουμε τώρα, μας το δίδαξε ο γίγας που επαναστάτησε, θέλουμε να νιώσουν κι οι άλλοι αυτό που ευτυχήσαμε να καταλάβουμε εμείς οι δυο, πως είμαστε άνθρωποι ακέραιοι και πως μας είχε λείψει τούτο το ανθρώπινο, το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου: η συναίσθηση του ποιος είναι.

            Δεδομένου ότι το μυστικό βρίσκουνταν στο κέντρο παροχής ύδατος, αφού τα φυσικά νερά ήταν απαλλαγμένα απ’ τη μαγεία που μας γοήτευε και μας μεταμόρφωνε, μια καταστροφή σ’ αυτό το κέντρο ήταν πολύ φυσικό να ξεσηκώσει μεγάλες μάζες από μας, ακόμη κι από τους βοσκούς, τους εργάτες και τους εργοδηγούς των, και τότε θ’ αντιμετώπιζε το περίγυρό μας μια πραγματική κοσμογονία.

            Ωστόσο πρέπει πρώτα πρώτα να μελετηθεί σε βάθος η κατάσταση, πρέπει να διαβάσουμε μικροταινίες, μηχανογραφήματα και κυρίως να ψάξουμε στις βιβλιοθήκες – σ’ αυτές είναι κρυμμένη η μεγαλύτερη ελπίδα – για να κατατοπιστούμε σε πράγματα που τα θεωρούσαμε ως τώρα τελείως ανύπαρκτα. Δεν είναι ανάγκη να σημειώσω πως στο εξής δεν πρέπει να πίνουμε καθόλου νερό.

            Ο φωσφορισμός των ματιών μας, ή μάλλον η απουσία του, είναι βέβαια ένα πρόβλημα, και προσπαθούμε όσο το δυνατό να το κρατήσουμε μυστικό. Αυτό θα το καταφέρουμε. Άλλωστε τυχαίως θα πρέπει κάποιος ν’ αντιληφθεί, ένας γιατρός ίσως, την ανωμαλία, από άνθρωπο δεν υπάρχει παρακολούθηση.

            Εγώ σχεδίασα να ξεγελάσω τον δόκτορα Ερμάνη πίνοντας υπερβολική ποσότητα νερού μιαν ολάκερη μέρα κι αρχίζοντας την επόμενη αυστηρή δίαιτα. Είχαμε μάλιστα την ευκαιρία να μελετήσω τη μετάβασή μου από τη μία κατάσταση στην άλλη. Μια νεκρανάσταση δε θα ήτανε πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτό το πείραμα που έκανα! Έπειτα φρόντισα να παρουσιαστώ δήθεν τυχαία μπροστά του, κι αυτός αφού έριξε μια ματιά στα μάτια μου φάνηκε εξαιρετικά ικανοποιημένος και φαντάζομαι να με ξέχασε ολότελα. Η Ραμάη προς το παρόν αντιμετωπίζει το θέμα φορώντας μαύρα γυαλιά.

            Δεν υπάρχει λόγος να εκθέσω βήμα προς βήμα την προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα στάδια και την πορεία που οδήγησε στη σημερινή βιολογική μας διαμόρφωση. Η έρευνά μας κράτησε αρκετά παρόλο που είχαμε σοβαρούς λόγους να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας όσο το δυνατόν συντομότερα.

            Έπρεπε να κρατήσουμε κοντά μας το παιδί που θα γεννούσε η Ραμάη, το παιδί με τα χρωμοσώματα που μεταφέραμε μέσα μας αθάνατα επί αιώνες. Νιώθαμε πως θα μας έμοιαζε, θα ήταν ο ίδιος ο εαυτός μας, ο συνδυασμός των εαυτών μας, μια νέα μας επανάληψη, μια επανάληψη των γονιών μας που αλίμονο εμείς δεν είχαμε γνωρίσει.

            Η σκέψη πως το δικό μας παιδί ήτανε προορισμένο να περιπλανιέται άγνωστο μέσα στο πλήθος, να είναι κοντά σε ξένους γονείς που θα το αγαπούσαν ίσως και θα του χάριζαν περιποίηση και στοργή, η σκέψη αυτή, τώρα για πρώτη φορά, μας έκανε να νιώσουμε ασφυξία. Εκτός λοιπόν από το χρέος μας προς το σύνολο, ένα χρέος που μας επέβαλε η μοίρα, και η προσδοκία αυτού του παιδιού μας γέμιζε με την ελπίδα ενός μέλλοντος αν όχι καλύτερου απ’ αυτό το παρόν που ζούσαμε, όμως τουλάχιστον διαφορετικού.

            Εδώ καταγράφω μια περίληψη μονάχα της έρευνάς μας. Άλλωστε σημασία έχουν τα συμπεράσματα που αποκομίσαμε. Καταγράφω γεγονότα που ενδιαφέρουν πλατιές μάζες ανθρώπων καθώς και τα συμβάντα περιορισμένης εκτάσεως, στιγμιότυπα που όμως φωτίζουν ανάγλυφα την περίπτωσή μας…Εξετάσαμε ό,τι μπορούσε να προσφέρει η αποταμίευση πληροφοριών σε σύγχρονα μηχανικά μέσα ή σε βιβλιοθήκες γεμάτες αρχαία τυπωμένα βιβλία.

            Έτσι, έτυχε να πέσει στα χέρια μας ένας παλιός τόμος που μας βοήθησε πολύ, μια γενική αναφορά σ’ αυτά που θέλαμε να μάθουμε, ένα βιβλίο με τον τίτλο: «Ιστορία της δουλείας».

            Μάθαμε λοιπόν πολλά πράγματα παράξενα, απίστευτα και άγνωστα σε μας…για την καταπίεση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, την εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους.

            Ανέκαθεν φαίνεται πως ήτανε καθεστώς αυτή η εκμετάλλευση, η φανερή και βίαιη, όμως και η πλάγια και υποκριτική, ποτέ δεν έπαυσε να υπάρχει, μονάχα που άλλαζε μορφή.

            Διαβάσαμε για τους σκλάβους στην αρχαία Αίγυπτο, για ους Είλωτες της Σπάρτης, για τους δούλους των μεταλλείων του Λαυρίου που αυτοκτονούσαν γιατί δεν ήτανε δυνατό ν’ αντέξουν στις τρομαχτικές συνθήκες της ζωής τους.

            Γι’ αυτούς τους μεταλλωρύχους αναγκάστηκαν οι σοφοί να φανταστούνε μια μέλλουσα ζωή έπειτ’ απ’ το θάνατο, που θα τη ζούσαν οι σκλάβοι απαλλαγμένοι απ’ αυτή την αβάσταγη τυραννία. Θέλησαν να τους προσφέρουν ένα βάλσαμο, μια παρηγοριά, να σταλάξουν στην ψυχή τους λίγες σταγόνες υπομονής, υπομονής κι ελπίδας. Γιατί Αυτός που τους είχε χαρίσει τη ζωή δεν ήτανε βολετό να τους δώσει και το κουράγιο να την υποφέρουν.

            Φαίνεται πως η θεωρία αυτή βόλευε πολύ τους εκμεταλλευτές. Έτυχε να συναντήσουμε στις έρευνές μας ένα άρθρο που γράφτηκε πολλές εκατοντάδες χρόνια αργότερα από μια δημοσιογράφο – σημείωσα και τ’ όνομά της : Ήενελ Ούλβαχ – όπου παρατηρούσε πως οι φτωχοί στις μέρες της άρχισαν να μην πιστεύουν σε μια τέτοια μελλοντική ζωή και ότι αυτό είναι μεγάλη συμφορά επειδή θάχουν απαιτήσεις για την παρούσα, και έθετε το ερώτημα πώς έπρεπε ν’ αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση. Όσο για τους πλούσιους, έλεγε η Ούλβαχ, αυτοί είναι σχετικώς λίγοι και μπορούν άνετα να μοιράζονται τ’ αγαθά της γης!

            Διαβάσαμε ακόμη για τους νέγρους της Αφρικής που τους μεταφέρανε κοπάδια αλυσοδεμένα και που, κατά τη μεταφορά τους, μονάχα το ένα δέκατο πήγαινε στον προορισμό του (τι προορισμός, αλήθεια!), οι άλλοι έσπερναν τα κόκαλά τους στην έρημο…Έτυχε πολλές φορές, αν εύρισκαν ευκαιρία, να κόψουν από τον καρπό τα ίδια τους τα χέρια, τα ίδια τους τα κόκκαλα, για να ξεφύγουν από τις σιδερένιες χειροπέδες!

            Διαβάσαμε για το μεταλλικό κολάρο των σκλάβων που δεν ήτανε δυνατό να τονε βγάλουν ακόμη και στον ταραγμένο τους ύπνο, για τους κωπηλάτες που περνούσανε τη ζωή τους δεμένοι στους σκάμνους, επάνω στις αιώνιες ακαθαρσίες τους… Νιώσαμε τρομαχτικό εφιάλτη μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου.

            Δε θέλω να μακρηγορήσω πάνω σ’ αυτό το θέμα. Βιάζομαι να πω πώς ήθραν εποχές, όπου η μεταχείριση των σκλάβων εξελίχτηκε σε βαθμό που να μη γίνεται αντιληπτή η σχέση τους με τους τυράννους.

            Βέβαια διατηρήθηκαν ακόμα χώροι αφάνταστης βαρβαρότητας και καταδυνάστευσης, προόδεψαν μάλιστα σημαντικά οι μέθοδες βασανισμού, ωστόσο υπήρχαν σκλάβοι – να, όπως εμείς τώρα! – που δεν είχαν συναίσθηση της κατάστασής τους. Άρχισε να ισχύει το αξίωμα : Η εκμετάλλευση του δούλου είναι τόσο πιο προσοδοφόρα, όσο αυτός νιώθει περισσότερο ελεύθερος.

            Οι δούλοι έγιναν συνέταιροι με τους κυρίους, απόκτησαν προνόμια, δυνατότητες, δικαιώματα. Ωστόσο η ελευθερία τους ήταν η ελευθερία μας μύγας κάτω απ’ ένα ποτήρι αναποδογυρισμένο.

 

 

σημειόγραμμα πέμπτο

 

            Όσα καταχώρησα πιο μπροστά δεν αποτελούν παρά την προϊστορία των σχέσεών μας με «εκείνους», σχέσεων μακροχρόνιων με πολλές διακυμάνσεις. Πέρασε καιρός εντωμεταξύ – σ’ αυτό το «πέρασε καιρός» είναι στριμωγμένοι αιώνες – οι σκλάβοι εφεύραν τρόπους άμυνας αποτελεσματικούς. Στην αρχή οι κινήσεις ήταν σπασμωδικές, έπειτα γενικεύτηκαν, κι όλα έδειχναν πως το πράγμα θα κατέληγε σε μια γενική επανάσταση. Παράλληλα ωστόσο αυξάνουνταν η καταδυνάστευση κι η αγριότητα. Κάποτε η κατάσταση οξύνθηκε, είχε φθάσει στο κατακόρυφο.

            Για να κατασταλεί μια μεγάλης έκτασης εξέγερση των αδυνάτων έπρεπε να χρησιμοποιηθεί τρομερή βία. Να γίνει σφαγή ευρείας κλίμακας, μια εκατόμβη πρωτοφανής…που ίσως μαζί με τους αποδιοπομπαίους θα εξαφάνιζε και τους επίλεκτους. Επικρατούσε μια αβεβαιότητα, μια παράνοια. Τότε ακριβώς, από κάποιο ίδρυμα χημικών μελετών, το Χ.Ε.Α.Θ  (χημικός έλεγχος ανθρώπινης θέλησης) δόθηκε το σύνθημα: Στοπ!

            Τις πληροφορίες αυτές τις ανακαλύψαμε κατά εντελώς τυχαίο και παράξενο τρόπο.

            Ανάμεσα σε βιβλία που αναφέρουνταν στην πάλη των τάξεων βρέθηκε κι ένας τόμος του Έντγκαρ Άλαν Πόου. Είχαμε σκεφθεί στην αρχή πως θα τόβαλε κάποιος απρόσεκτος κατά λάθος. Η Ραμάη ωστόσο που το πήρε να ξεκουράσει το μυαλό της, το ταλαιπωρημένο από την επίπονη έρευνα που συνεχίζαμε, πρόσεξε πως τα φύλλα του είχανε κάπως μεγαλύτερο απ’ το συνηθισμένο.

            Το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό του βιβλίου μάς το ξαναθύμισε ένα ενδιαφέρον κομμάτι από το κείμενο. Ο Πόου μιλούσε για κάποιο κρυμμένο έγγραφο που στάθηκε αδύνατο να το ανακαλύψει η αστυνομία έπειτα από εντατική έρευνα, για τον απλούστατο λόγο ότι το έγγραφο βρίσκουνταν μπρος στα μάτια της. Όμως το χαρτί έδειχνε λευκό και άγραφο. Το είχανε σχίσει στα δύο κατά μήκος της τρίτης διάστασης, του πάχους του, και κόλλησαν έπειτα αντικριστά τις γραμμένες επιφάνειες.

            Είχαμε καταλάβει. Το ίδιο πράγμα, ή μάλλον το αντίστροφο, έπρεπε να κάνουμε κι εμείς στα φύλλα του βιβλίου. Ευτυχώς η ουσία που ένωνε τις δυο εσωτερικές όψεις κάθε φύλλου – η αρχαία φυτική κόλλα – ήτανε διαλυτή στο νερό. Τα φύλλα άνοιξαν και μας αποκάλυψαν αυτό που είχανε κρυμένο στα σωθικά τους: Την ιστορία που μας κατατόπισε για τον τρόπο, με τον οποίο άλλαξε απότομα και πήρε νέα μορφή, πρωτόφαντη όσο και περίεργη, η εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους.

            Γίνουνταν λοιπόν πρόταση από το Χ.Ε.Α.Θ   να δοκιμαστεί η εξής εναλλακτική λύση: Σύμφωνα με τις μελέτες του ινστιτούτου Λάτερα Δάνη – όνομα του επί κεφαλής ομάδας ερευνητών – ήτανε δυνατόν κάθε κέντρο του εγκεφάλου και επομένως κάθε ενέργεια του ανθρώπου, ακόμη και ο τρόπος του σκέπτεσθαι, να ελεγχθεί από μια ορισμένη χημική ουσία. Ως τότε τα επιδεχόμενα έλεγχο κέντρα είχαν εκτιμηθεί σε 200, και κάθε χρόνο ο αριθμός αυτός μεγάλωνε.

            Είχανε υπολογιστεί ακόμη και οι ποσότητες των χημικών ουσιών που ήταν απαραίτητες για να ελεγχθούν τα αντίστοιχα κέντρα και μελετήθηκαν οι αντιδράσεις ατόμων μεταφρασμένες σε λέξεις που χρησιμοποιεί η ψυχολογία όπως :  διέγερση, αποχαύνωση, ευφορία, υπακοή, αντίδραση, βούληση, υπομονή…με πάρα πολλές λεπτομέρειες και αποχρώσεις.

            Το επίτευγμα βέβαια δεν ήταν καθόλου εύκολο. Πώς ξεχώριζαν τις αντιδράσεις κάθε κέντρου στον εγκέφαλο και πώς υπολόγιζαν τους συνδυασμούς των κέντρων που αντιστοιχούσαν σε συνδυασμούς ενεργειών; Πώς μπορούσαν να χωρίσουν τις πολύπλοκες διασυνδέσεις των οργάνων και να καθορίσουν ένα διάγραμμα για τις τηλεκατευθυνόμενες κινήσεις και σκέψεις;

            Ένα επιθυμητό μείγμα από τις απαιτούμενες ουσίες διαλύονταν μέσα στο νερό του δικτύου υδρεύσεως – έπρεπε όλες να είναι υδροδιαλυτές – και διοχετεύουνταν στο στομάχι κι απ’ εκεί στο αίμα και στον εγκέφαλο των ατόμων που επρόκειτο να χαλιναγωγηθούν. Έτσι, ο άνθρωπος δίχως να αποβλακώνεται, ελέγχουνταν σε περισσότερες από μία πράξεις, ακόμη και επιθυμίες του. Για να το πούμε με απλουστευμένο, όχι όμως και στερημένο από ασάφεια τρόπο, ο σκλάβος με τη θέλησή του τώρα έδειχνε υποταγή.

            Ενδιαφέρον και χρήσιμο κι απ’ τις δυο πλευρές χαρακτηριστικό της πρωτότυπης αυτής μεθόδου ελέγχου της ανθρώπινης θέλησης ήταν το γεγονός ότι δεν επέφερε εθισμό. Με το σταμάτημα της χορήγησης των δραστικών ουσιών στο πόσιμο νερό, το άτομο επανέρχουνταν στην προηγούμενη φυσιολογική του κατάσταση.

            Ας σημειωθεί εδώ πως κατά τις έρευνές μας ανακαλύψαμε τυχαία κάποιο άρθρο ενός νομικού, καταχωρημένο πριν από πολλά χρόνια σ’ εφημερίδα της εποχής, που έθετε το ερώτημα : αν και ως ποιο σημείο έχει το δικαίωμα μια κυβέρνηση να αναμιγνύει στο πόσιμο νερό ουσίες, «ωφέλιμες» για την υγεία των πολιτών. Το άρθρο αυτό μας φάνηκε στην αρχή ξεκάρφωτο όμως τώρα εκτιμούμε την προφητική του σημασία. Δε θα μπορούσε κανείς από τους συγχρόνους του να φανταστεί τη βουβή εκρηκτικότητα που περιέκλειε το κείμενο του Καμς Ούντο – είναι το όνομα του νομικού-δημοσιογράφου – την εποχή που είχε δημοσιευτεί.

            Με το μήνυμα του Χ.Ε.Α.Θ όχι μονάχα η βία έμπαινε στο περιθώριο παρά και οι άλλες πατροπαράδοτες μέθοδοι πλύσης εγκεφάλου, η τηλεόραση, το ποδόσφαιρο, ακόμη και τα ναρκωτικά που παίζανε ως τότε σημαντικό ρόλο στην καθοδήγηση των πολιτών, φάνταζαν απηρχαιωμένα.

            Τώρα ανοίγει ένα παράθυρο στην κατανόηση της θέσης μας. «Εμείς» με τα φωσφορίζονταν μάτια είμαστε ένα είδος δουλοπάροικων εξευγενισμένων που συζούμε με τους αφέντες μας. Και η συμβίωση αυτή κυλάει ομαλή και εύκολη. Δεν υπάρχει ανάγκη να μας παρακολουθούν, να μας προσέχουν, να μας δίνουν ιδιαίτερη ταυτότητα. Όσο για τους γίγαντες εργάτες και τους νάνους εργοδηγούς τους, συγκαταλέγουνταν κι αυτοί ανάμεσα στους προγόνους μας και είναι τώρα αδέρφια μας. Κατάντησαν τέτοιοι έπειτ’ από απλή επιλογή, δεν είναι προϊόντα εργαστηρίου, οργανισμοί πρωτόφαντοι. Η μηχανική γενετική δεν ήταν ανάγκη να παίξει κανένα ρόλο. Καθοδηγούνται αυτοί οι «πεπτωκότες» συγγενείς μας από ανάλογες δόσεις φαρμάκων, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Χ.Ε.Α.Θ. Ο χημικός έλεγχος ανθρώπινης θέλησης έπλαθε χαρακτήρες, δεν δημιουργούσε νέες βιολογικές μορφές.

            Όλες αυτές οι σκέψεις παρουσιάζουν βέβαια τα πράγματα πολύ απλοποιημένα. Πώς όμως εξελίχθηκε όλη αυτή η «ιστορική» διαδικασία, πόσος χρόνος χρειάστηκε; Με ποιους τρόπους, με ποιες μεθόδους μας παρακολουθούν και μας ελέγχουν; Ποιο σχήμα έχει η δική τους οργάνωση; Ναι, είμαστε βυθισμένοι σε βαθύ σκοτάδι άγνοιας, μοιάζουμε με πλανώμενο στα ρεύματα του ωκεανού πρωτόζωο που προσπαθεί να μαντέψει τι γίνεται απ’ την επιφάνεια του νερού.

            Είμαστε ωστόσο υποχρεωμένοι να δράσουμε. Να ερευνήσουμε το κέντρο του δικτύου υδρεύσεως. Με ποιον τρόπο θα σταματήσουμε την ανάμιξη ξένων ουσιών. Με ποιον τρόπο, γιατί όχι; θα καταστρέψουμε το σύστημα αναμίξεως. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε στη βία, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δολιότητα. Να δείξουμε πως ακόμα είμαστε άνθρωποι…Κι ας μην ξεχνούμε πως είμαστε πολλοί κι «αυτοί» είναι λίγοι.

           

Μετά την ολοκλήρωση της μελέτης μας, η Ραμάη κι εγώ σκεφθήκαμε πως πρέπει να προσεταιριστούμε συμμάχους. Και πρώτα πρώτα να ψάξουμε ανάμεσα σ’ αυτούς που είχαν το μικρότερο φωσφορισμό στα μάτια. Άρχισαν ωστόσο φοβερά ερωτήματα να μας αναστατώνουν.

            Υπάρχουν άραγε κι άλλα άτομα που ξέρουν το μυστικό μας; Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Άραγε υπήρξαν κι άλλοι πριν από μας που μυήθηκαν και προσπάθησαν να απαλλαγούν και ποιο ήταν το τελικό αποτέλεσμα; Άραγε να εξακολουθούν αυτοί τώρα τις προσπάθειές τους ξέχωρα από μας, εν αγνοία μας;

            Άραγε κάτω από τη στέγη της ίδιας οικογένειας, υπάρχουν συγχρόνως ελεύθεροι και στιγματισμένοι; Αν κάποιος ή κάποια ανήκει σε κατηγορία διαφορετική και πώς αντιμετωπίζει τους «συγγενείς» του; Είναι δυνατόν άραγε – ή ακόμη και προγραμματισμένο – να περάσει κανείς από τη μιαν όχθη στην άλλη; Και ποιος αποφασίζει για όλα αυτά;

            Μπορέσαμε να ξυπνήσουμε από το λήθαργο πέντε ή έξη άτομα, και να τα πείσουμε να μην πίνουν καθόλου νερό. Έκαμαν μια σχετική δίαιτα φροντίζοντας ν’ αποκρύπτουν το βλέμμα τους  - αλίμονο, πόσο περιττή και μάταιη αποδείχθηκε αργότερα αυτή η προφύλαξη!

            Τα καταφέραμε όχι χωρίς δυσκολία. Κανένας δεν καταλάβαινε, κανένας δεν ήθελε ν’ απαλλαγεί από την μακρόχρονη μοίρα του. Όταν ωστόσο κάποιος αποφάσιζε να μπει στο παιχνίδι τ’ αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.

            Κάθε νέος προσήλυτος οπαδός μας όχι μονάχα προσέφερε μιαν ατράνταχτη μαρτυρία, μιαν επιβεβαίωση των όσων είχαμε σκεφθεί, παρά μας βοηθούσε σημαντικά να ευρύνουμε τον κύκλο μας και τις αναζητήσεις μας για τα μελλοντικά μας σχέδια. Το μέσα μας γέμισε ανέκφραστη ζεστασιά, πεποίθηση και απέραντη ελπίδα. Σε λίγες μέρες αριθμούσαμε γύρω στα εκατονείκοσι άτομα.

            Σκέφτουμαι καμιά φορά πως το ξύπνημά μας, ας το πούμε έτσι, θα ήταν αδύνατο αν δεν υπήρχαν οι διαφορές που αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε μέσα σ’ αυτό το αμάλγαμα των ανθρώπων. Ή αν οι διαφορές δεν ήταν αποκρυπτογραφήσιμες. Θα πλέαμε μέσα σε απόλυτη άγνοια και το χειρότερο δε θα είχαμε συναίσθηση αυτής της άγνοιας. Θα ήτανε κάτι σαν την ανυπαρξία. Θα ήμασταν σαν τους νεκρούς που δεν μπορούν να περάσουν σε άλλη κατάσταση.

 

 

σημειόγραμμα έκτο

 

Τα γεγονότα έχουν πάρει μια τροπή απρόσμενη…Δεν έχουμε καιρό. Δεν έχω καιρό ούτε το σημειόγραμμα αυτό ν’ αποτελειώσω. Είμαι τρομοκρατημένος, είμαστε τρομοκρατημένοι…Ο χρόνος μας κυνηγάει κι ο θάνατος.

            Ωστόσο οφείλω, πρέπει να συμπληρώσω τις εντυπώσεις μου, τις οδηγίες μου. Έχω καθήκον απέναντι στον εαυτό μου, στη Ραμάη, στο παιδί μας, αλλά και σ’ όλους αυτούς που ξεσηκώθηκαν, που πίστεψαν σε μια αναγέννηση.

            Η πρώτη εξαφάνιση έγινε όταν είχε ήδη συμπληρωθεί ο αριθμός 200 για τα  μέλη της ομάδος μας. Το πράγμα στην αρχή το θεωρήσαμε φυσικό. Αλίμονο, ήμασταν από χρόνια συνηθισμένοι στις απότομες αυτές «απομακρύνσεις».

            Δεν ξέρω από πότε αρχίσαμε ν’ ανησυχούμε όταν σημειώθηκαν κι άλλα κρούσματα. Μας έπιασε πανικός. Η συχνότητα βέβαια ήτανε ασυνήθιστη, αν και δεν μπορούσαν ν’ αποκλειστούν κάποιες συμπτώσεις, πράγμα που δικαιολογούσε ως ένα σημείο την ανησυχία μας. Όμως τώρα είχαμε αλλάξει νοοτροπία, ο νέος τρόπος του σκέπτεσθαι μάς έκανε ευαίσθητους κι ευέξαπτους.

            Την «ανάληψη» των συντρόφων μας δεν την αντιμετωπίζαμε πια με μοιραίαν αδιαφορία παρά με κάποιο κρυφό τρόμο, και με αγωνία περιμέναμε την ώρα, περιμέναμε τη δική μας σειρά. Ο θάνατος μάς κυνηγούσε.

            Βρέθηκα μάρτυρας αυτόπτης σε δύο τέτοιες στιγμές κι έχω άμεση εμπειρία. Η πρώτη έγινε μέσα στον τηλεφωνικό θάλαμο. Πηγαίναμε μαζί με τον Άλιο σε μια συνάντηση, σε μια σύσκεψη για το θέμα που μας ενδιέφερε, όταν μπήκε να τηλεφωνήσει. Έριξα πίσω του ένα βλέμμα, ο θάλαμος ήταν κενός. Δυο δευτερόλεπτα πέρασαν δίχως να σκέπτομαι. Έπειτα θυμήθηκα, μου ήρθε μια εικόνα στα μάτια, έβλεπα τον Άλιο να κονταίνει, να χαμηλώνει, το σγουρό του κεφάλι να φθάνει στη μέση του θαλάμου σαν να τον τραβούσαν από τα πόδια. Ήτανε άραγε μια αστραπή της φαντασίας μου ; ήταν πραγματικότητα; Μια κούκλα κομμένη στη μέση ανεβοκατέβαινε, το μισό ενός ανθρώπου, ο θάλαμος είναι μονάχα στο επάνω του μέρος διαφανής, δεν πρόσεξα τι συνέβαινε, ήμουνα υπνωτισμένος.

            Όταν μπήκα στον τηλεφωνικό θάλαμο δεν μπόρεσα να εξακριβώσω το παραμικρό. Όλα στη θέση τους, το πάτωμα σταθερό, ανυποχώρητο…αλλά πάλι ποιος ξέρει;

            Οι άνθρωποι της ομάδας μας εξακολουθούνε να χάνουνται σαν είναι άστρα ανάμεσα στ’ άστρα και πέφτουν άξαφνα κι η θέση τους μένει κενή. Εμείς ωστόσο μαζευόμαστε κρυφά και προωθούμε τα σχέδιά μας, πώς θα κατακτήσουμε το κέντρο υδρεύσεως.

            Προσπαθούμε ακόμα να βρούμε απάντηση στο ερώτημα που μας τρώει το μυαλό. Αν υπάρχει κανόνας στις εξαφανίσεις μας, αν η συχνότητά τους συμφωνεί με τη γενική, αν είναι τυχαίες ή σχεδιασμένες – το τυχαίο δεν ξέρει κανόνα!

            Η συχνότητα όλο και μεγαλώνει, ασφαλώς θα πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση, κάποιος θα ξεχωρίζει ανάμεσα στο πλήθος τα μάτια που τους λείπει ο φωσφορισμός και τα βάζει στο περιθώριο. Είμαι ωστόσο βέβαιος πως η διαλογή γίνεται αυτόματη, δεν διενεργείται από άνθρωπο, ο δόκτωρ Ερμάνης ήταν εξαίρεση ερασιτεχνική, μου είχε κάνει συστάσεις από προσωπικό ενδιαφέρον.

            Ο δράστης δεν μπορεί να είναι άλλος από τον κεντρικόν υπολογιστή. Αυτός είναι υπεύθυνος για την καταχώριση όλων των πολιτών σε κάποιο αρχείο. Ό,τι χρειάζεται το παίρνει ασφαλώς από το αίμα που δίνουμε, είναι η ταυτότητά μας. ένας κόκκινος κόμπος, ένας κόκκινος κόσμος, περιέχει όλα τα στοιχεία αναφορικά με την βιολογική μας κατάσταση, ακόμα και την πνευματική. Πρέπει να μάθουμε για τη συχνότητα.

            Τολμήσαμε να προγραμματίσουμε τον κεντρικό υπολογιστή μ’ αυτό το πρόβλημα. Το ένα μέρος της νοημοσύνης του ασχολήθηκε με το θέμα μας ενώ το υπόλοιπο εξακολουθούσε με μυστικότητα να μας καταστρέφει. Ο υπολογιστής ευσυνείδητα – παρόλο που πρόδιδε τον εαυτό του – μας απάντησε πως έτσι ήταν, υπάρχει προγραμματισμός στις εξαφανίσεις της ομάδας μας, πως λείπει το «τυχαίο» και πως η συχνότητα ήταν υπερβολικά μεγαλύτερη από την κανονική. Ο κεντρικός υπολογιστής είναι κατά βάθος βλάκας.

            Όταν πήραμε το αποτέλεσμα αριθμούσαμε 73 άτομα. Είχαμε χάσει πάνω από εκατό εταίρους. Όμως δεν το βάλαμε κάτω. Αν και κάπως παραζαλισμένοι, εξακολουθούμε να ελπίζουμε σε κάποιο ευνοϊκό αποτέλεσμα.

            Η πιο τρομαχτική εξαφάνιση που παρακολούθησα αναγκαστικά ήταν ενός «συγγενούς» μου, του Θόμο Λάκρη. Ανήκουμε στην ίδια οικογένεια κι ήταν ο μόνος που μπόρεσα να πείσω.

            Τρώγαμε όλοι μαζί αργά κάποιο απόγευμα. Μια περίεργη σιγή, μια πλάκωση αιωρούνταν πάνω από το τραπέζι. Ήμασταν ευαίσθητοι σε κάτι αόριστα μαγνητικά κύματα, μας διαπερνούσαν και μας προμήνυαν κάτι που επρόκειτο να συμβεί. Επτά πρόσωπα – τα παιδιά είχανε φάγει λίγο νωρίτερα κι αποσύρθηκαν – τα πέντε μονάχα με φωσφορισμό γύρω στα μάτια . Εγώ με τον Λάκρη, χαμηλώναμε το βλέμμα, να πέφτει σκιά στο πρόσωπό μας. Τρώγαμε όλοι αμίλητοι όταν ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα.

            Το πρόσωπό του έγινε άχρωμο, το μαχαίρι του έπεσε απ’ τα χέρια. Ανάβλυσε από μέσα του πίκρα απέραντη – καταλαβαίνω καλά τώρα τη σημασία αυτών των λέξεων – από το ανοιχτό στόμα του έβλεπες τη φρίκη για κάτι που δεν είχε συναντήσει ποτέ, που δεν ήξερε, για κάτι που δεν είχε ποτέ διαπαιδαγωγηθεί.

            Η όψη του, το σφίξιμο της καρδιάς του σε μένα μονάχα έκανε εντύπωση, οι άλλοι συνέχισαν να καταγίνονται με το φαγητό τους. Αποτελούσαν το βουβό χορό, τον αδιάφορο, σε μια σκηνή με έναν ήρωα και μοναδικό θεατή εμένα.

            Προτού φύγει ήπιε ένα γεμάτο ποτήρι νερό, βγήκε έξω, και τώρα ξέραμε όλοι πως πίσω από την πόρτα δεν υπήρχε κανείς.

            Απορώ κάποτε με τον εαυτό μου…Σε τέτοιες στιγμές σκληρές, ρεαλιστικές, επείγουσες, στιγμές που δε σηκώνουνε φλυαρία, παρασύρομαι σε περιγραφές συναισθηματικές, λυρικές θα μπορούσα να πω, γεγονότων που γεμίζουν με δέος την ψυχή και την κάνουν να παραλύσει. Είναι άραγε χαρακτηριστικό του ανθρώπου να χρωματίζει την αγωνία του; Γίνεται πιο πειστικός έτσι ή μήπως γυμνώνει αυτά που θέλει να πει από την αληθοφάνειά τους;

            Έρχεται στο νου μου ένα αγόρι που χάθηκε μέσα σε κάποιο άγριο ωστόσο φαντασμαγορικό σπήλαιο, κι όταν σώθηκε έπειτα και είδε ξανά το φως του ήλιου, μιλούσε για τα απίθανα σχήματα που αντίκρισε, για τα έξοχα χρώματα και τα σκοτεινά νερά και τα παιχνίδια των ακτίνων, για τους φοβερούς όγκους και τα ηφαιστειώδη κενά που έβλεπε μέσα στην τρομάρα του…και κανείς δεν το πίστεψε, νόμιζαν πως έλεγε ψέματα, δεν ήτανε δυνατόν να περιγράφει με τόσο περιττά λόγια την περιπέτειά του! Ναι, κανείς δεν το πίστεψε, μονάχα ένα άλλο παιδί έμεινε γεμάτο θάμαξη, και του πρότεινε να πάνε μαζί, να χαθούν μαζί για να ξαναδούν αυτά που δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως ήταν αληθινά.

            Η ομάδα μας συρρικνώνεται, μόλις αριθμούμε καμιά εικοσαριά μέλη…Δεν έχουμε καιρό. Πότε πήραμε την απόφασή μας για την έξοδο;

            Θα φύγουμε από την πολιτεία για να σωθούμε. Έξω από τα σύνορά της. Όπως είχαμε κάνει την πρώτη φορά οι δυο μας με τη Ραμάη, όμως με πόση τότε αισιοδοξία! Ωστόσο δεν είναι φυγή αυτό, δεν είναι εγκατάλειψη του αγώνα, δεν είναι ήττα. Θα ήμασταν νικημένοι αν μέναμε και θα ήτανε σχετικώς εύκολο αν πίναμε αρκετή ποσότητα νερού στην αρχή. Νιώσαμε τη γεύση της ελευθερίας και της ανθρωπιάς. Τίποτε δεν μπορεί, ούτε η αποτυχία, να μας σταματήσει.

            Θ’ αφήσουμε τα ίχνη μας πριν αποσυρθούμε στην ανυπαρξία. Ίσως σε κάποιο μέλλον αόριστο βοηθήσουν τους συνανθρώπους μας, τους ομότυχούς μας. δεν θα τους ξέρουμε και δεν θα μας ξέρουν. Θα είναι κάτι σαν τη φήμη που δεν την αισθάνονται οι νεκροί.

            Η ιστορία της αφύπνισής μας περιέχεται μέσα σ’ αυτά τα έξι σημειογράμματα. Είναι γραμμένα στο χέρι, δε χρησιμοποίησα μηχανικά μέσα, δεν ξέρω γιατί αυτή η προφύλαξη – αν είναι προφύλαξη. Πρέπει να τα κρύψω κάπου, ίσως κάποτε τ’ ανακαλύψει κανείς από «μας». Ή να τα εμπιστευθώ σε κάποιον, μια διαθήκη και μια κληρονομιά ανθρώπων, τραγικών ανθρώπων που, καταποντισμένοι σ’ ένα σκοτεινό τέλμα, λαχταρήσανε να βγούνε στην επιφάνεια.

            Με σέβονται στην οικογένειά μου. Τους είχα βολιδοσκοπήσει, δεν τόλμησαν να δεχτούν. Τους εκμυστηρεύτηκα την περιπέτειά μας, την ιστορία μας, δε θέλησαν να μ’ ακολουθήσουν. Όμως είναι πρόθυμοι να κρύψουν τη διαθήκη μου. Τα έξι αυτά σημειογράμματα περιλαμβάνουν το όραμα μιας ανάστασης και την ουτοπία μας απελευθέρωσης, μου υποσχέθηκαν πως θα τα φυλάξουν, θα τα διαβάζουν και θα τα μελετούν σαν ένα ιερό παραμύθι κάποιου προφήτη που διαψεύστηκε. Μου υποσχέθηκαν ακόμη πως θα μοιράσουν επτά αντίγραφα σ’ επτά οικογένειες με φωσφορίζοντα μάτια όμως με σβησμένες συνειδήσεις. Ίσως βρεθεί κάποιος που θα δεχτεί να μην πίνει νερό για λίγο διάστημα – αν δεν καταντήσει τότε περιττό και το μυστικό του νερού. Ίσως ακόμη – ποιος ξέρει; - ξεσηκωθεί κάποιος απ’ «εκείνους», ίσως βρεθεί  κάποιος που θα διαμαρτυρηθεί και θα προσφέρει θυσία τον εαυτό του, κάποιος που θα δεχτεί να γίνει προδότης.

            Αύριο τα χαράματα θα πάρουμε το δρόμο για μιαν άγνωστη πολιτεία – αν υπάρχει τέτοια πολιτεία. Οι νάνοι θα μας εξασφαλίζουν τα ηλεκτρικά τους πέδιλα – μπορεί να βρεθούμε στην ανάγκη να τους σκοτώσουμε – οι γίγαντες θα μας προμηθεύουνε γάλα από τα υπερφυσικά τους πρόβατα.

            Είμαστε έτοιμοι. Μια ομάδα από δέκα συντρόφους, αν δε χάσουμε κανένα στο μεταξύ, πέντε άνδρες, τέσσερις γυναίκες κι ένας μικρός, πολύ μικρός άνθρωπος στα σπλάχνα της Ραμάη.

            Η φύση έξω λάμπει γεμάτη αισιοδοξία κι ανανέωση. Εμείς ωστόσο πορευόμαστε στη χώρα της αβέβαιης ελπίδας. Γύρω μας σκοτεινός χειμώνας και παγερή νύχτα. Δεν έχουμε καμιάν επικοινωνία με τη γη του αμφίβολου προορισμού μας, δεν έχουμε κανένα δεσμό με τον τόπο που εγκαταλείψαμε. Δεν έχουμε καμιά πατρίδα. Δεν ξέρουμε τι μας περιμένει, τι περιμένει αυτούς που δεν ήτανε βολετό να πάρουμε μαζί μας. Είμαστε γεμάτοι από τα λόγια του ποιητή:

 

     πίσω μας το φως της μέρας σβήνεται

και μπροστά μας πήζει το σκοτάδι

 

            Είμαστε μόνοι με το θάνατο, τον φυσικό θάνατο, όχι αυτόν που γνωρίσαμε σαν υποκατάστατο του θανάτου. Μας ενώνει η θέληση και το θάρρος της μικρής μας συντροφιάς, μας απομονώνει το κενό γύρω μας. Είμαστε ένας σπινθήρας σκέψης στο κέντρο του Σύμπαντος, ωστόσο χιλιάδες έτη φωτός έξω από κάθε ανθρώπινη επικοινωνία. Είμαστε μια φωνή που την ακούμε μονάχα εμείς.

            Άραγε πόσον καιρό θα περιπλανιόμαστε όσο ν’ αντικρύσουμε τα πρώτα φώτα; Πόσες νύχτες θα οδοιπορούμε δίχως πανσέληνο σέρνοντας μέσα μας τους νεκρούς εαυτούς μας;     

            Τρεις δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας, τρία πεπρωμένα μας περιμένουν, αν δεν χαθούμε στην απέραντη στέπα των οραμάτων μας:

            Να εισχωρήσουμε απαρατήρητοι διατηρώντας το δεσμό ανάμεσά μας και, με την εμπειρία που αποκτήσαμε, να μελετήσουμε προσεκτικά όλες τις δυνατότητες για μια συνέχιση του έργου που με τόση θέρμη είχαμε αρχίσει.

            Ή, αν αποτύχουμε και γλυτώσουμε την εξόντωση, να σμίξουμε με τους «δικούς μας» απαρατήρητοι, και με κούφια όπως πρώτα συνείδηση, να μείνουμε αιωνίως ανίδεοι και σκλάβοι.

            Και το τρίτο, που θα είναι και το χειρότερο: Να περάσουμε σπρωγμένοι από τα ρεύματα της μοίρας στην απέναντι όχθη ανάμεσα σ’ «εκείνους», να προδώσουμε τον εαυτό μας και να γίνουμε κι εμείς τύραννοι για να σωθούμε.

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA