Άνθρωποι και κτήνη

του Μιχαήλ Μητσάκη

 

 

            Η άμαξα ανήρχετο δρομαίως προς το Κολωνάκι. Είχεν ως φαίνετ΄ εκκινήσει από άκρον τι της πόλεως, διήλθε μέρος της οδού Σταδίου, ανέβη εις την οδόν Σόλωνος, διέσχισε τα υπό τον Λυκαβηττόν στενά, κι επρόβαλεν εις την πλατείαν, όθεν ετράπη τον ανάντη δρόμον, προς τον Ευαγγελισμόν. Προδήλως δε, το διάστημα που είχε διανύσει, δεν ήτο μικρόν, και αι πορείαι της ημέρας ουκ ολίγαι. Διότι, αν και δεν ήτον έτι θέρους εποχή, πλήρη κονιορτού ήσαν τα άλογα, κοπιασμένα προφανώς πολύ, και κάθιδρα. Νέα ακόμη, ρωμαλέα, υψηλά, και καινουργής η άμαξα ήν έσυραν. Αλλά, βεβαίως, ακριβώς δια την καινουργότητα αυτής, και την νεότητα εκείνων, θα τα υπέβαλλαν εις κόπους υπερβολικούς, εις εργασίαν ασυνήθη, εις κίνησιν και εις σπουδήν αέναον, καθώς παρίστατο. Σήμερον δε προπάντων, πιθανώτατα, θα είχαν εκμεταλλευθεί δεινώς την αντοχήν των, από πρωΐας θα τα ετυράννουν χωρίς άλλο, θα τα είχαν βασανίσει, κυριολεκτικώς. Και δια τούτο, μ΄ όλον των το παρουσιαστικόν, εν τούτοις, η δύναμίς των δεν εφαίνετο να είναι εν ακμή καθόλου, το τρέξιμόν των ήτο βιασμένον και ακούσιον, το κάλπασμα ημίκοπον και ράθυμον, κι η όρεξις προς δρόμον αναγκαστική. Της ψυχράς ταύτης εσπέρας του Μαρτίου ο αήρ δεν ήρκει να στεγνώσει τον ιδρώτα των, ουδέ παρείχε εις τα στήθη των αναψυχήν. Καθ΄ όλα τα διδόμενα, τα γόνατά των είχαν καταπονηθεί, κι οι πνεύμονές των ήσαν φουσκωμένοι. Κι εκ της εν γένει όψεώς των, εν ασφαλεία θα ηδύνασο να συμπεράνεις ότι είχαν βαρυνθεί, γυρίζοντα επ΄ άπειρον ανά πλατείας και εις ρύμας κι εις σοκάκια και εξοχάς, και μ΄ άχθος βέβαια εν τη καρδία είχαν αναλάβει να ανέλθουν και εδώ επάνω. Ο αμαξάς, καθήμενος επί του επηρμένου έδους του, με την στολήν του ης ανέλαμπον τα στίλβοντα κομβία εις το προσπίπτον φως των μαγαζίων δι΄ ων παρήρχετο, υπό τον όρθιον κυλινδρικόν του πίλον, τα εμάστιζεν ουχ ήττον στιβαρώς, και τα προέτρεπε, κι εξέβαλλεν ανάρθρους και δυσήχους τόνους προσταγής ή απειλής συχνά από τα χείλη του, στερρώς εκράτει τα ηνία, κι επλατάγει το καμτσίκι του. Και αντιθέτως προς εκείνα, εφαίνετο να εβιάζετο πολύ, να ήθελε να τρέξουν γρηγορώτερα και βιαιότερα τα μέγιστα, να μην τον ευχαρίστουν διόλου ως εβάδιζον. Εις τας τραχείας του παλάμας οι ιμάντες εκινούντο διηνεκώς, πυρετωδώς επάλλετο η μάστιξ, οι χαλινοί ανετινάσσοντο, εν νευρική ανυπομονησία. Αναμφιβόλως θε να είχε να υπάγει πουθενά, εις ωρισμένην ώραν, κι εν τω μεταξύ ηθέλησε να κάμει και την κούρσαν ταύτην, και εφοβείτο μη δεν φθάσει έγκαιρα, και χάσει τον πελάτην, ή, μισθωμένον ήδη, τον παρέλαβεν ο επιβάτης από πούπετα, κι επείγετο να τον πετάξει κάπου εν στιγμή, όπως γυρίσει εις το πρώτον μίσθωμα. Εν ορμή λοιπόν ραγδαία προσπαθεί να τ΄ αγάγει συνεπώς, επιχειρεί να τα κάμει να εντείνουν τας δυνάμεις των, και να το βάλουν εις τα τέσσερα ει δυνατόν, και μ΄ απροκάλυπτον ανίαν βλέπει την οκνότητα που φαίνεται ότι τα έχει καταλάβει, και ήτις εκδηλούται, προπολλού, εις συνεχή του δρόμου επιβράδυνσιν, εις στάσεις κάπου-κάπου ν΄ αναπνεύσουν, εις λαχάνιασμα, ωσεί απηυδημένων, κι επιθυμούντων πλέον να υπάγουν εις τον σταύλον τον. Και άκαμπτος, δεν σκέπτεται ουδ΄ επ΄ ολίγον να προσέξει, απεναντίας εξοργίζεται, είναι ηρεθισμένος κατ΄ αυτών φρικτά, και τα ωθεί παντοιοτρόπως τα οτρύνει, τα κεντά, τους ψάλλει τον αναβαλλόμενον, μεμψιμοιρεί αδιακόπως, τοις εγκολάπτει ισχυράς πληγάς, μετά ονειδισμών και ύβρεων. Εκείνα, υπακούοντα εις του αυθέντου των την βούλησιν, βαδίζουν, προχωρούν, σπεύδουν σχεδόν, και αγωνίζονται να εκπληρώσουν το καθήκον. Αλλά, η προθυμία των αυτή, τόσον ηλαττωμένη και πρωτύτερα, εφάνη ως επαισθητώς να εμειώθη, να εξηφανίσθη εντελώς σχεδόν, ως είδαν πως τα διηύθυνε προς τον ανήφορον. Ο άνθρωπος δεν υπελόγισεν ορθώς επί της καλωσύνης των, και την υπακοήν των προφανώς υπερετίμησε. Και από διαστήματος τινός, ήρχισαν ήδη ωσεί να δεικνύουν τάσεις ελαφράς εις ανυποταξίαν. Εις του ηνίου την επιταγήν παρίσταντο κάπως ατίθασα και εις της μάστιγος το πλήγμα ως κωφεύοντα. Εγίνοντο, ως λέγουσιν οι ιππογνώσται, βαρυκέφαλα. Παρά τον Άγιον Διονύσιον το πρώτον, κι εις την εν τη πλατεία είσοδον, δις ήδη είχαν δοκιμάσει να σταθούν, και έμειναν, αρνούμενα την πρόοδον, και αναπνέοντα βαθέως, ως να του έδιδαν να εννοήσει ότι έπρεπε ν΄ αφήσουν κάποιον μέρος του καμάτου των εκεί, κι είτα να προχωρήσουν. Αλλά, οργίλος, λοιδορών Χριστόν και Παναγίαν, προπηλακίζων τον σταυρόν των, ασεμνολογών και αισχρολογών βαναύσως, ο αμαξάς τοιαύτην είχε καταφέρει θύελλαν πληγμάτων εις την ράχιν των, τόσον αγρίως επετέθη κατ΄ αυτών, και εν κραυγαίς τα έπαιεν, ώστ΄ επανέλαβαν ευθύς εκόντα άκοντα τον δρόμον εν ωκύτητι.

 

            Ούτω, την στιγμήν ταύτην, είχαν φθάσει προ της θύρας καφενέ τινός, όστις φρουρεί την προς τα άνω άκραν της πλατείας, κοσμούμενος με της Επιστρατείας το πομπικόν όνομα. Εκεί, όπου ανηφορικωτέρα πλέον γίνετ΄ η οδός, και αύθις ανεκόπησαν, ωπισθοχώρησαν ολίγον, εσταμάτησαν, κι εφάνησαν ως θέλοντα να μεταστρέψουν μάλλον επιτέλους προς τα κάτω. Πλην ρωμαλέος ήτο του ανθρώπου ο βραχίων, και τα νεύρα δυνατά, και η επιθυμία του να φθάσ΄ εις τον σκοπόν του γρήγορα πολλή. Εξήψε λοιπόν τον θυμόν του έτι μείζον η αντίστασις, συνέσχε τ΄ ανυπότακτα τετράποδα, και, παραφόρως, εν ανηλεότητι, εκ νέου εξεβίασεν αυτά εις τα εμπρός. Ανερριχήθησαν κι εκείνα επομένως, ήθελαν-δεν ήθελαν, την ανωφέρειαν, επροχώρησαν, ως θυμωμένα, αλλά υποκύπτοντα εις την ανάγκην μόνον, έκαμαν επί πλέον ως τριακοντάδα καλπασμών. Αλλά, μ΄ αυτούς, ηύξησε καταδήλως ο αγών των, και η σκηνή επανελήφθη· εσταμάτησαν εκ νέου. Κι εκ νέου όμως υπερίσχυσεν η θέλησις του οδηγού, σφαδάζοντος πλέον επί της θέσεώς του εκ του θυμού του κατά γράμμα, υβρίζοντος και ονειδίζοντος αυτά αδιακόπως, και καταφέροντος απαύστως το καμτσίκι του, και εξερευγομένου αληθώς τα εξ αμάξης κατ΄ αυτών. Αλλ΄ ο ανήφορος καθίστατο ακόμη περισσότερον απότομος, και η οργή του αμαξά δεν ήρκει να τον καταστήσει μάλλον εύβατον, ούτε να ελαττώσει των αλόγων του τον κάματον. Και μετ΄ ολίγον, εξηντλήθη η υπομονή των φαίνετ΄ εντελώς, απέκαμαν οριστικώς, και, εξαπίνης, έστησαν απροσδοκήτως την φοράν αυτήν, τελειωτικώς, αρνούμενα αποφασιστικώς να προχωρήσουν, καρφωθέντα εις την γην.

 

            Επί του ύψους του, έξω φρενών ο άνθρωπος ηγέρθη, όρθιος, εδέσποσεν αυτών, καθ΄ όλον το ανάστημά του, συνέστειλε τα γκέμια, τα συνέσφιξε, και, μανιώδης, φοβερώς επάταξε την μάστιγα επάνω των. Από του στόματος αυτού εκατρακύλισε βλασφημιών πλημμύρα. Κατακόκκινος εφάνη, ως να προσεβλήθη εκ σεληνιασμού. Σχεδόν αφρίζων, εξεμεί ό,τι του έλθει εις τον νουν ωρύετ΄ υπεράνω των, και τα κτυπά, κτυπά τα ζώα, δια τρόπου ως να ήθελε να τα σκοτώσει παραχρήμα. Επί του δέρματος των ίππων καταπίπτει η λωρίς, συρίζουσ΄ απαισίως, αδιακρίτως, όπου τύχει, εις τα νώτα, εις την πλάτην, στα παγίδια, εις την χαίτην, εις την κεφαλήν. Κι εν τη νυκτί, η σαρξ των φρίσσει υπό τα κτυπήματα, ως ρίγος διατρέχει κατά παν πλήγμα το σώμα των, κι ανατινάσσονται αλγούντα. Αλλά, η κόπωσις αυτών θα είναι φαίνεται πολύ μεγαλυτέρα, και πείσμα καταδήλως θα τα έπιασε κι αυτά, και αδιαφορούντα προς το άλγος, στωικώς, μένουν διαρκώς ακίνητα, στηλώνοντ΄ εις τους πόδας των καλύτερα, δεν εννοούν να μετακινηθούν εκείθεν βήμα. Και έξαλλος, συναισθανόμενος ότι επήραν την απόφασιν ν΄ αντισταθούν, ο αμαξάς κραυγάζει λυσσωδώς, ωσεί πνιγόμενος:

 

            — Την Παναγία σας μέσα, άτιμα!… Θα τραβήξετε ή θα σας πάρ΄ ο διάολος τον πατέρα;…

 

            Και τας κραυγάς του συνοδεύει, ουδ΄ επί στιγμήν διακοπτόμενος, του καμτσικιού ο κρότος, κρακ! κρακ! κρακ! χαρακούντος των αλόγων το πετσί, εμπλεκομένου εις τας τρίχας των, ξεσχίζοντος και καθαιμάσσοντος αυτά. Αλλά προ της επιμονής των, άπρακτος καθίσταται η βοήθειά του, και αδίκως ματαιοπονεί, κουράζων τους μυώνας του ο άθλιος. Και προ του ανελπίστου εμποδίου, του ανθρώπου η μανία υπερέβη πλέον κάθε όριον, και θα ενόμιζες πως κατελήφθ΄ υπό σπασμών.

 

            — Δεν τραβάτε, μωρέ άτιμα, ε;!…, βρυχάται. Σταθήτε να βγάλω τώρα κ΄ εγώ το κλειδί, να σας αλλάξω το Χριστό, ρουφιάνικα!…

 

            Και καταβαίνει, καταλείπων επί του εδράνου την μάστιγα, βιαίως, παρά της αμάξης τους τροχούς.

 

            Διαμιάς, έτεινε την χείρα, ετράβηξεν αστραπηδόν το υποκάτω του εδράνου του κιβώτιον, εν ω εγκλείεται το βαρύ σίδηρον, δι ου βιδώνεται και ξεβιδώνεται η άμαξα, όπερ οι αμαξάδες ονομάζουσι κλειδί, το έβγαλε, το ήγειρε, και το κατέφερεν επάνω στα πλευρά του ενός ζώου, ισχυρώς. Εκλάγγασ΄ εξαγόμενον το σίδηρον, απήστραψ΄ εις το σκότος, κατέπεσεν επί της μαλακής σαρκός του ίππου μεθ΄ ορμής. Το άλογον, συγκλονισθέν καθ΄ όλον τον κορμόν του, ανεπήδησεν, έβαλε χρεμέτισμα οδυνηρόν, ως παραπόνου, ανετρίχιασεν, αλλ΄ εναπέμεινεν ακίνητον. Αλλά και δεύτερον τινάσσει το βαρύ του σίδηρον επί του σώματος του ζώου ο κρατών, ως ελαυνόμενος εκ πάθους εκδικήσεως, και τρίτον, εις την αυτήν θέσιν, εκχύνων επί του αθώου κτήνους θηρίου λύσσαν και οργήν. Προς τον αήθη θόρυβον, εστάθησαν τινές διαβάται, παρερχόμενοι, και βλέπουν εν περιεργεί΄ αδιαφόρω. Και τις εξ αυτών, παρατηρών τα ζώα μη κινούμενα, ασθμαίνοντα, ως θέλων να βοηθήσει εις παράκαμψιν της δυσχερείας και να δώσει συμβουλήν:

 

            — Βρε, είναι φουσκωμένα, λέγει. Δεν τραβάνε. Είν΄ ανήφορος. Δεν τα πας αποκάτου ναν τα γυρίσεις;….

                       

            — Φουσκωμένα ξεφουσκωμένα, θα πάνε ή θαν τα σκοτώσω δωχάμου!…

 

            Και ανεγείρων ερρωμένως τον μοχλόν, εκ νέου να τον καταφέρει ετοιμάζεται.

 

            Πλην, αιφνιδίως, η θύρα της αμάξης ήνοιξε και ο εντός αυτής εξέρχετ΄ αποτόμως. Είνε υψηλός ανήρ διοπτροφόρος, και ξανθός, με γενειάδα καταπίπτουσαν μακράν επί του στήθους, ταξιδιώτου εξωτερικόν, και φαίνεται προδήλως ξένος. Η όλη όψις του τον παριστά ωσεί αρχαιολόγον Γερμανόν, ή Αμερικανόν περιηγητήν. Από του ένδον της αμάξης, είδε τας συνεχείς βραδύτητας, και αντελήφθη ότι εσταμάτησαν, και τον αμαξηλάτην καταβάντα, αλλά δεν εκατάλαβε τι τρέχει εξ αρχής. Βλέπων όμως παρατεινόμενον το πράγμα, και ακούων ταραχήν, έκυψεν εκ του παραθύρου, κι ενόησε τοιουτοτρόπως τα συμβαίνοντα. Και εν οργή, ηρεθισμένος, με την φωνήν τρέμουσαν:

 

            — Διατί κτυπάτε ζώον;… λέγει. Διατί κτυπάτε;… Τι πράττει υμίν ζώον;…

 

            Αλλ΄ ο αμαξάς, χωρίς να κάμη κόπον να μεταστραφεί, προσηλωμένος εις την ιδικήν του αγανάκτησιν, μετ΄ αυθαδείας, είρων:

 

            — Δε γλέπεις γιατί το χτυπάω;!… Να, δεν τραβάει και το χτυπάω!… Ακούς γιατί το χτυπάω!…

 

            Ο ξένος όμως, δίχως να προσέξει τι τω είπε και αυτός, εν οργή αυξούση και εντείνων έτι μάλλον την φωνήν:

 

            — Διατί κτυπάτε ζώον;… Διατί κτυπάτε;… Εγώ δεν πληρώνει υμάς, αν κτυπάτε ζώον!…

 

            Τότε ο αμαξάς, καταρρίπτων επί του εδάφους το κλειδί, μεταστρεφόμενος, σταυρώνων επί της κοιλίας του τας χείρας, και αποβλέπων μετ΄ εκφράσεως υψίστου οίκτου και περιφρονήσεως, ως προς υπέρτατον τινά ηλίθιον, προς τον ξένον, ωσάν να μην του εχρειάζοντο ή δύο μόνον λέξεις δια να τον αποστομώσει, με την ακαταμάχητον αγρίου λογικήν:

 

            — Βρε κερατά, λέγει, βρε κερατά, αν δεν το χτυπήσω πώς θα σε πάω να κάνεις την δουλειά σου;!…-

 

 

 

Εφημερίς, 7/4/1891

 

 

 Εκσυγχρόνισα ενμέρει την ορθογραφία

 

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA