Η κυρά-Κώσταινα

του Μιχαήλ Μητσάκη

 

 

            Η κυρά-Κώσταινα συνήθως διημερεύ΄ εις την δενδροστοιχίαν, εμπροστά εις το παλάτι. Χονδρή, κατακόκκινη το πρόσωπον, με μικροτάτους οφθαλμούς μισοκλεισμένους απ΄ την γλάραν την ηδονικήν οπού παράγει μπεκρηλίκι συνεχές, με τα ευρέα της φουστάνια, εις α μόλις χωρεί το παχύ σώμα της, που ξεχειλίζ΄ εις όγκους πλαδαράς σαρκός εντεύθεν και εκείθεν με το διαφόρου χρώματος εκάστοτε φανταχτερόν φακιόλι της, την ομπρελλίτσαν της την κροσσωτήν και ερυθρόλευκον, περιστοιχίζεται διαρκώς από πολυπληθές φουσάτον ομοφύλων της. Διότ΄ η κυρά-Κώσταινα είναι μεσίτρα, πασίγνωστος μεσίτρα, μεσίτρα υπηρεσιών, μαγειρισσών, καμαριερών, νταντάδων, δουλαρίων και παντός αναλόγου εμπορεύματος. Τώρα, αι κακαί γλώσσαι λέγουν ότι προς αυτό αρμονικώς ενώνει και άλλα επαγγέλματα, ποικίλα, τα οποία των σημερινών λαών η στενή διάνοια δεν θεωρεί και πολύ εύφημα. Αλλά αι κακαί γλώσσαι ποίον σκοπόν έχουν εις τον κόσμον, ή να συκοφαντούν και να διασύρουν οιονδήποτε διακρινόμενον κατά τι υποκείμενον; Και ποίον οπωσδήποτε επιφανές ή γνωστόν πρόσωπον διέφυγε τας βδελυράς των επιθέσεις, εις παν έθνος, κατά πάσαν εποχήν της ιστορίας; Δεν εσυκοφαντήθη ο Σωκράτης, ως εισάγων θεούς νέους, ομιλών με τα δαιμόνια, άπιστος προς τους νόμους και τα έθιμα του τόπου του; Δεν ερραδιουργήθη ο Φωκίων ως συνεννοούμενος προς τους εχθρούς; Δεν εκατηγορήθη ότι έπαθεν εξ αργυράγχης ο Δημοσθένης; Δεν εξεχύθη το φαρμάκι του φθόνου αφειδές κατά του Κικέρωνος; Δεν ερρίφθησαν αι αισχρότεραι των μομφών κατά του Γαΐου Γράκχου; Δεν επεζητήθη η αμαύρωσις της μεγάλης μορφής του Πομπηΐου; Δεν εχαρακτηρίσθη ως σφετεριστής εχθρικών λαφύρων ο Φούριος Κάμιλλος; Δεν αμφισβητήθη η αρετή της Λουκρητίας; Δεν παρεστάθη ως μοιχαλίς η Ευδοκία; Δεν εικονίσθη ως η τελευταία των πορνών η Θεοδώρα; Δεν υπέστη τα πάνδεινα εκ των κατ΄ αυτού διαβολών ο Βελισσάριος; Δεν εζωγραφήθη ως παράφρων ο μέγας Κρόμβελ; Δεν εκηρύχθη πουλημένος ο Μιραμπώ; Δεν ελοιδωρήθη απηνώς ο Λεδρού-Ρολλέν; Δεν άκουσε τόσα και τόσα ο Ροαγιέ-Κολλάρ; Δεν υβρίσθη ο Πιτ; Δεν επροπηλακίσθη ο Πάλμερστων; Δεν εποτίσθη μυρίας πικρίας ο Δισραέλης, ο Καβούρ, ο Μαντσίνης, ο Γουερίνης, ο Λαμαρτίνος, ο Γιραρδίνος, ο Κοσσούθ; Δεν εθεωρήθη εταίρα η Μαντάμ Ρολάν; Δεν εκυλίσθη εις ειδεχθή βόρβορον δι΄ επιτηδείως εξυφανθεισών πλεκτανών ο Δίλκε; Δεν απέθανε, θύμα μισητών θρυλλημάτων, ο Πάρνελ; Οπόσα δεν κατελαλήθησαν και οποίαι μηχανορραφίαι δεν ελέχθησαν εναντίον του Θεοδώρου Δηληγιάννη;

 

            ...Τι παράδοξον λοιπόν αν και οι κάτοικοι των συγχρόνων Αθηνών θρυλλούν περί της συμπολίτιδος αυτών, ότι τα κέρδη της και εν γένει το επάγγελμά της σχετίζεται μάλλον προς την εργασίαν μελών τινών του σώματος των νεανίδων, τας οποίας προμηθεύει, άτινα συνήθως είναι κάπως ολιγώτερον φανερά από τας χείρας των; Αλλ΄ οι γνωρίζοντες να εκτιμούν τους χαρακτήρας και να εμβαθύνουν εις τα πράγματα, θε να σάς έλεγαν ότι ουδέποτε ψυχή καθαρωτέρα ήστραψεν υπό τον λάμποντα της Αττικής ήλιον, ότι ουδέποτε αγνότης λευκοτέρα και πτερών περιστεράς εστόλισε τα στήθη μεσιτρίας, ότι ουδέποτε καρδία μάλλον ευγενής εκτύπησεν υπό χρωματιστόν φουστάνι, μεταξύ δύο πλατέων και αδρών μαστών. Αλλ΄ εχρειάζετο απόδειξις του πράγματος πλειότερον τρανή, επίσημος, πασίδηλος, και αναντίρρητος βεβαίως εφεξής, και ταύτην δεν εβράδυνε να την παράσχει αληθώς περιφανή, ο Παντεπόπτης. Το γεγονός έλαβε χώραν μίαν εκ των περασμένων ημερών, και θεαταί αυτού παρέστησαν όλοι οι καταβαίνοντες με το τραμβάυ εις το Φάληρον, ο κόσμος ο περιπατών εις την πλατείαν προ των Ανακτόρων, ο πωλών εισιτήρια εις το τραπεζάκι του υπάλληλος, δύο στραγαλάδες, γκουβερνάνται ικαναί, και εν τοις πρώτοις ο κατ΄ ευμενή της μοίρας παραχώρησιν αξιωθείς να αναγράψει τούτο σήμερον επί τας δέλτους ταύτας εις αιώνιον μνημόσυνον, οίτινες πάντες θα ηδύναντο να μαρτυρήσουν την αλήθειαν αυτού.

 

            Την ημέραν αυτήν λοιπόν, η κυρά-Κώσταινα, εκάθητο, κατά το ειωθός, εις ένα μπάγκον, εκ των βαλμένων κατά μήκος, άνωθεν του κήπου των Μουσών, υπό τα δένδρα, έχουσα εις το πλάγι της νέαν τινά, πολύσαρκον ομοίως, ην εσκόπευε να προμηθεύση ως νταντάν, και συνδιελέγετο ησύχως μετ΄ αυτής, ότε, εξαίφνης, είδε θέαμα φρικτόν. Επί του τροτουάρ, εμπρός εις την Μεγάλην Βρεττανίαν, ανέβαινε νεάνις τις, με κόκκινον πολκάκι, κόκκινην ομπρέλλαν εις το χέρι, φόρεμα λαδί, ξεσκούφωτος, με την μακράν κοτσίδαν της στριμμένην μετά προσοχής, και καταπίπτουσαν οπίσω, απ’ τον κούτρουφαν αυτής, επί της ράχης της και φθάνουσαν ως κάτω, εις την μέσην της, μαζί της δε και δίπλα της, συνομιλών και συνοδεύων, ζωηρά και με χειρονομίας, νέος τις, φορών πλατύγυρον καπέλλον, ως υπόπτου εξωτερικού, μισοεργατικός, μισολιμοκοντόρος, μισοκουτσαβάκης, εκ του είδους των αγνώστου προελεύσεως και χαρακτηρισμού εκείνων αμφιβίων, οπού πληθύνουν οσημέραι τους πλουσίους φαυλοβίους κύκλους των οδών και πλατειών της πρωτευούσης. Ομιλών δε ούτω προς την νέαν, ο άνθρωπος αυτός έκαμνε νοήματα συγχρόνως, μιμικά, συμβολικά, προς τον ολίγο παραπάνω, εις το σταυροδρόμι, έχοντα στημένον το τραπέζι του υπαίθριον πωλητήν των λεμονάδων, όστις πάλιν, γυρίζων, έλεγε λέξεις τινάς ή έκαμνε νοήματα επίσης σ’ έναν αμαξάν, στεκόμενον επί της λεωφόρου Κηφισιάς, μετακινούντα δε διαφοροτρόπως την καρρότσαν του, συμφώνως προς τας οδηγίας. Προδήλως δε, σκοπός των ανδρών τούτων ήτον ως εφαίνετο, να μπάσουν εις την άμαξαν την νέαν, ν΄ ανεβούν κι αυτοί, και να απέλθουν. Κύριος οίδε πού. Αλλά η Θεία Πρόνοια ηγρύπνει, όπως πάντοτε, και την φοράν αυτήν, εις την γωνίαν της οδού, υπό την όψιν του ανεψιού της κυρά-Κώσταινας, του χρησιμεύοντος και ως πράκτορος αυτής. Ο ανεψιός λοιπόν, κάμνων καρτέρι εκεί που, κ΄ ιδών ότι περί απαγωγής, καθ΄ όλα τα διδόμενα, επρόκειτο της νέας, ιχνηλατών δε ίσως κι από πριν αυτήν, κ΄ εν γνώσει ευρεθείς των διατρεχόντων, μόλις αντελήφθη το συμβαίνον, άφησε την σκοπιάν του, έτρεξεν ευθύς, ασθμαίνων, έφθασεν εντός δευτερολέπτου εις τον μπάγκον που εκάθητο η θεία του, και με φωνήν διακεκομμένην:

 

            — Θειά, λέγει, θειά.... ήρθε μια δούλα... απ΄ τη Σύρα... για να μπει σε σπήτι... και την έμπλεξ΄ ένας... με το λεμονά κειπέρα... κ΄ έχουνε και την καρρότσα έτοιμη ναν την πάρουνε... μόν΄ τρέξε!

 

            Προς την φωνήν, η κυρά-Κώσταινα εσήκωσε την κεφαλήν, βιαίως, ως δακέθυμος πολεμικός ίππος, ακούων μάχης σάλπισμα, απέβλεψε βλέμμα οξύ προς πέραν, περιέλαβε δι΄ αυτού τον όμιλον, και, άμα εκατάλαβεν, ωρθώθη εν στιγμή, εχύθη παρευθύς, μ΄ όλον τον όγκον της, ως θωρηκτόν που εφορμά με όλην του ατμού την δύναμιν κατ΄ άλλου εν πελάγει, και δι΄ αλμάτων, ήρχισε να τρέχει, προς την διασταύρωσιν των δρόμων, παρά το υψηρεφές ξενοδοχείον· ενώ δε σπεύδει, σύρουσα το φουστάνι της, ανοίγουσα τα σκέλη, κλίνουσα δεξιά κι αριστερά, κουτσαίνουσα ολίγον, εγείρουσα την σκόνην, μ΄ ανεμίζον το μανδήλι της, φουσκώνοντα τα μισοφόρια της, παλλομένην ωσεί κοντάρι την ομπρέλλαν της, τρέχει κι ο ανεψιός της, παραπλεύρως της, ομοίως, εξακολουθών να της μιλεί, να την πληροφορεί λεπτομερέστερον, αν της διηγείται τα καθ΄ έκαστα, αποκρινόμενος εις τας μονοσυλλάβους ερωτήσεις της. Ούτως, αστραπηδόν, διήλασαν την έκτασιν, κατέφαγαν το διάστημα, έφθασαν εις τον τόπον της σκηνής, παρά του λεμονά το τραπεζίδιον. Οι άνθρωποι, εν τούτοις, είχαν φθάσει εις την άμαξαν, είχαν ενωθεί κι οι τρεις, το όχημα εστάθ΄ εις εν σημείον, και η νέα άπλωνεν ήδη το ποδάρι, δια ν΄ ανέβει επ΄ αυτού, ότε ενέσκηψ΄ εν τω μέσω των, περιφλεγής η κυρά-Κώσταινα. Και ριπτομένη προς την νέαν, διαγκωνίζουσα τους συνοδούς της αποτόμως, στηλωνομένη στιβαρώς επί τους πόδας της, τείνουσα προς τα πρόσω τους βραχίονας, κεραυνοβόλος, με τας λέξεις χειμαρροειδώς κατρακυλούσας απ΄ το στόμα της.

 

            — Μωρή... της λέγει, μωρή, πού πας; πού τους ηύρες αυτούς; τι θέλεις; να μπεις σε σπήτι;... και δεν έρχεσαι σε μένα... που είμαι μεσίτρα... γνωρισμένη... να σε βάλω σε ό,τι σπήτι θέλεις... πού τους ξέρεις αυτούς, μωρή; πού ξέρεις πού θα σε πάνε; σα θέλεις να μπεις σε σπήτι, δεν έρχεσαι να σε βάλω ΄γω;... πού τους ξέρεις αυτούς, μωρή;

 

            Επί τη ανελπίστω επιθέσει, η νέα μετεστράφη απορούσα, προσέβλεψε την κυρά-Κώσταιναν με έκπληξιν, απέμεινεν αμφίρροπος, με το ένα πόδι της εις την σκάλαν της αμάξης, και το άλλο καταγής. Κ΄ η κυρά-Κώσταινα, βιαία έτι μάλλον, και ακάθεκτος, προβαίνουσα, σπρώχνουσ΄ αποτομώτερον τους δύο άνδρας, κυριεύουσα το κέντρον του ομίλου.

 

            — Πού πας, μωρή, επαναλαμβάνει. Πού τους ηύρες αυτουνούς; Πού τους ξέρεις; σα θέλεις να μπεις σε σπήτι, δεν έρχεσαι να σε πάω ΄γω; σε σπήτι όπως θέλεις... αι, μωρή;

 

            Αλλά, οι δύο άνδρες, συνελθόντες εκ της πρώτης εντυπώσεως, ηρεθίζοντο προδήλως, και ο φέρων το πλατύγυρον καπέλλον, πιάνων με θυμόν, εκ του βραχίονος, την κυρά-Κώσταιναν, και προσπαθών να την παραμερίση:

 

            — Α στο διάολο, παληοβρώμα! υπεγόγγυσεν οργίλως προς αυτήν.

 

            Αλλά η κυρά-Κώσταινα, αποσπωμένη μεθ΄ ορμής, εκπαινομένη προς το άκουσμα.

 

            — Βρώμα, λέει; κραυγάζει. Θα με πης και βρώμα, βρε κ... Εγώ είμαι μεσίτρα... αποδειγμένη! Πού το πάτε το κορίτσι, βρε άτιμοι; Πού το βρήκατε;... κι έχετε και τον αμαξά έτοιμο; που θα τον πάτε; αι, βρε;

 

            — Α στο διάολο, σκρόφα, σου είπα... να μη σου πάρ΄ ο διάολος τον πατέρα!

 

            — Εγώ να πάω στο διάολο, βρε κ... Πού το πάτε το κορίτσι, μωρέ; Σε τι σπήτι θαν το βάλετε;... Πού το ξέρετε το κορίτσι, βρε σεις;

 

            — Αμ εσύ, πού το ξέρεις, μωρή παληοβρώμα;

 

            — Εγώ είμαι μεσίτρα... εγώ έχω χρέος... για να μπει δούλα σε σπήτι, πρέπει να περάσει απ΄ τα χέρια μου... ή το βρήκατε μοναχό και θαρρείτε πως θα σας τ΄ αφήκω;

           

            Και στρεφομένη προς την νέαν.

 

            — Πού σε βρήκανε, μωρή; επαναλαμβάνει. Πού τους ξέρεις αυτούς, μωρή; Τι θέλεις εσύ, μωρή, με την άμαξα; Πού σου είπανε πως θα σε πάνε;

 

            Εις τας ακατασχέτους κραυγάς της κυρά-Κώσταινας, ήρχισε κόσμος να συνάζεται, ν΄ ακούει, να περιβάλλει τον μικρόν γρούπον των απαγωγέων και της νέας. Βλέπουσα δε τούτο η κυρά μεσίτρα, ενθαρρύνεται, εντείνει την φωνή, και απευθυνομένη προς τους ερχομένους:

 

            — Ορίστε, κύργιοι, ν΄ ακούστε, λέγει, γι΄ αυτούς τους άτιμους... που βρήκανε μοναχό αυτό το κορίτσι, που ήρθε απ΄ τη Σύρα να μπει σε σπήτι.. και θέλουνε να το πάρουνε... κι έχουνε και την άμαξα έτοιμη οι κακούργοι!

 

            Και γυρίζουσα πάλιν προς την νέαν, με τόνον πλέον δημοσίου κατηγόρου, αντιπροσώπου του συνελθόντος λαού, εισαγγελέως της κοινής γνώμης, αποτεινομένου προς υπόδικον:

 

            — Πού πας, σου λέω, βρυχάται, μωρή κακούργα;... Πού τους βρήκες αυτούς, σου λέω; Σα θέλεις να μπεις σε σπήτι, γιατί δεν έρχεσαι να με βρεις εμένα;

 

            Η νέα με το κόκκινον πολκάκι, παρατηρούσα την τροπήν που ελάμβαναν τα πράγματα, συγκεχυμένη εκ της απροόπτου παρεμβάσεως της ακαθέκτου κυρά-Κώσταινας, καθορώσα τον πυκνούμενον τριγύρω κόσμον, εκλονίσθη εντελώς, κατέβασε το πόδι απ΄ την σκάλαν της αμάξης, κι ήρχισε ν΄ απαντά εις τας αλλεπαλλήλους ερωτήσεις, ως δικαιολογουμένη τάχα:

 

            — Να.. πού τους βρήκα.. σάματις τους ξέρω κι εγώ... εγώ ήρθ΄ απ΄ τη Σύρα... με το βαπόρι... να μπω σε σπήτι... και με βρήκ΄ αυτός στον Περαία... κει πούβγαιν΄ από τη βάρκα... και μού λέει «από πού έρχεσαι;»ּ τού λέω κ΄ εγώ «απ΄ τη Σύρα»... «τι θέλεις;», μου λέει, «να μπεις σε σπήτι;»... «ναι», του λέω... «έρχεσαι», μου λέει, «να σε βάλω σ΄ ένα σπήτι... καλό;»... «γιατί δεν έρχομαι», του λέω κ΄ εγώ, «σαν είναι καλό το σπήτι...», «άιντε πάμε», μου κάνει... μπήκαμε στο σιδερόδρομο μαζί και ηρθαμε...

 

            — Ακούτε, κύργιοι, αναβοά εμμανώς η κυρά-Κώσταινα, εξαπτομένη έτι μάλλον εκ της αφηγήσεως, ακούτε, κύργιοι, έχουνε εταιρίες... και πάνε και βρίσκουνε στον Περαία τις δούλες που βγαίνουνε από το βαπόρι... και τις παίρνουνε και τις γλεντάνε... και ύστερα τις πουλάνε στο Γκαζ... ακούτε... πήγε και την εβρήκε στον Περαία... και την ανέβασ΄ απάνου... και ήτανε συνεννοημένοι και με το λεμονά... είχανε και την καρρότσα έτοιμη... να, ο ανηψιός μου τους είδε που κάνανε τα νοήματα... εγώ καθόμουνα κειπέρα με το άλλο το κορίτσι... δεν ήξερα τίποτα... μονέ τρέχει ο ανηψιός μου και μου λέει: «Θείτσα, αυτό κι αυτό»... «τρέξε», μου λέει...

 

            Αλλ΄ οι ως απαγωγείς παρουσιαζόμενοι, καταλαμβάνοντες της θέσεώς των το δυσάρεστον, και αισθανόμενοι πως χάνουν έδαφος, και εννοούντες ότι κινδυνεύει να τους διαφύγ΄ η λεία, κι ότι υπέρ άλλου εκοπίασαν, αποπειρώνται τελευταίαν τιν΄ αντίστασιν. Και ο φορών εις το κεφάλι την ρεπούμπλικαν, διακόπτων αυθαδώς αυτήν, θρασύς και απειλητικός.

 

            — Έρχεσαι να πας στο διάολο... λέω ΄γω... ή να μη σου πάρ΄ ο διάολος τον πατέρα! επαναλαμβάνει.

           

            Η κυρά-Κώσταινα δεν είνε όμως εξ εκείνων, οίτινες πτοούνται τόσον εύκολαּ και ισχυρά εν τω δικαίω της, βασιζομένη επί των συνερχομένων περιέργων, πεποιθυία εις την δύναμιν της φωνής αυτής, ορμητική, αγρία:

 

            — Μη με βρίζεις, του λέει, γιατί σου βγάζω το μάτι με την ομπρέλλα! Έχει και μούτρα και να με φοβερίσει κιόλα!

 

            Και διακρίνουσα, λίγο παρέκει, έναν υπενωμοτάρχη, μεταξύ των παρεστώτων, χαζώς βλέποντα:

 

            — Κύριε νωματάρχη, να με προστατέψεις! βάλλει αιφνίδιον ωρυγήν. Εγώ είμαι μεσίτρα αποδειγμένη... έχω και τα χαρτιά μου... είναι στη Διεύθυνσι... τάχει ο κύργιος Μπαϊραχτάρης... να προστατέψεις αυτό το κορίτσι το αθώο... που πήγανε και το πήρανε από το βαπόρι... και θαν το πουλήσουνε στο Γκαζ... και το γλύτωσα απ΄ τα χέρια τους... και άκουσα και τόσα λόγια... με είπανε σκρόφα... με είπανε... εγώ είμαι μεσίτρα... αποδειγμένη!

 

            Επί τη εμφανίσει και τη επικλήσει ταύτη της εξουσίας, ο γύρω κόσμος συνταράσσεται, άλλοι γελώντες, άλλοι ερωτώντες, άλλοι αναμένοντες το αποβησόμενον, οι ως απαγωγής παρουσιαζόμενοι κρίνουν χαμένην πλέον την παρτίδα και θεωρούν αναγκαίον να το στρίψουν, η νέα πλησιάζει έτι μάλλον προς την κυρά-Κώσταιναν, ως δια να τεθεί εφεξής οριστικώς υπό την αιγίδα της, ο αμαξάς μαστίζει τους ίππους και απέρχεται, καλπάζων, και ο υπενωμοτάρχης, αυθεντικώς και αξιωματικώς, λέγει προς την κυρά-Κώσταιναν, με δασυτάτην ρουμελιώτικην προφοράν, παραμερίζων τους μεσολαβούντας, και συστρέφων των μύστακ΄ αγερώχως:

 

            — Πάρ΄ το κορίτσι και τράβα... και μην παραφωνάζεις... τι σκούζεις έτσι... άφησε να κρυώσει το πράμμα κ΄ έρχουμαι και σε βρίσκω...

 

            Ενώ δε ο ήλιος βασιλεύει εν θαμβούση πορφύρα, και χρυσώνεται ο ορίζων και ροδίζεται ο Υμηττός, και το παλάτι καταλάμπεται από τας τελευταίας του ακτίνας, και τα φύλλα των πέριξ δένδρων ψιθυρίζουν προς τον άνεμον της εσπέρας και το δια τα Φάληρα τραμβάυ ξεκινά σφυρίζων διατόρως, και η κάτω μουσική αρχίζει να βροντά τον Ύμνον της Ελευθερίας, η κυρά-Κώσταινα, εν τη ευχαριστήσει του θριάμβου, πάλλουσα όλη, φουσκωμένη, καταϊδρωμένη, γαυριώσα, μετά μεγάλου φουστανιών θρου και φωνών ήχου, απάγει προς την λεωφόρον Αμαλίας την νεάνιδα με το κόκκινον πολκάκι, και λαλεί διαρκώς, και σείεται βιαίως, και χειρονομεί μεγαλοπρεπώς, και κουνεί στον αέραν αδιακόπως την ομπρέλλαν της, και ξεφυσά και δημηγορεί προς τα εντυγχάνοντα πλήθη, εκθέτουσα δια μακρών το γεγονός, εξημμένη, καταγανακτημένη, προστάτις της απειλουμένης δημοσίας ηθικής, και της κοινωνικής ευπρεπείας αντιλήπτωρ, και της κινδυνευούσης αρετής υπέρμαχος...

 

 

Ακρόπολις, 6/2/1893

 

 

 Εκσυγχρόνισα ενμέρει την ορθογραφία

 

 

 

 

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA